Αριθμός Aπόφασης : 408/2026
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 9ο Τριμελές
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Οκτωβρίου 2025, με δικαστές τους : Θεοδοσία Κυζίλου, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Χρίστο Γιαννακόπουλο και Αρτεμησία Δαρατσιανού (Εισηγήτρια), Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και Γραμματέα την Μαρία Βλάχου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την έφεση με ημερομηνία κατάθεσης 4.10.2019 (αριθ. Καταχ. : ..../16.10.2019) και τους πρόσθετους επ’ αυτής λόγους με ημερομηνία κατάθεσης 19.1.2021 (αρ. Καταχώρισης .../19.1.2021),
του ... του ..., κατοίκου... (οδός ...), ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό, σύμφωνα με την από 8.10.2025 έγγραφη δήλωση του τελευταίου, του άρθρου 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), την οποία κατέθεσε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8.10.2025,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ήδη Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και παρέστη με την Δικαστική Πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Φωτεινή Τσουκαλά, σύμφωνα με την από 7.10.2025 έγγραφη δήλωσή της, του άρθρου 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, την οποία κατέθεσε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7.10.2025 και
κατά της 4461/2019 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος 24ου Τριμελούς).
Μετά την συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα,
Σκέφτηκε κατά τον νόμο.
1. Επειδή, η κρινόμενη έφεση νομίμως εισάγεται για νέα συζήτηση μετά την έκδοση της 638/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (Τμήματος 9ου Τριμελούς), με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης έως ότου αποφανθεί το Συμβούλιο της Επικρατείας επί εκκρεμών αιτήσεων αναίρεσης κατά αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που αφορούσαν στα κρίσιμα εν προκειμένω νομικά ζητήματα. Με αυτήν (έφεση) και το κατατεθέν στις 19.1.2021 δικόγραφο προσθέτων λόγων ο εκκαλών (ήδη συνταξιούχος, πρώην ιπτάμενος χειριστής, αρχικά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.» και, ακολούθως, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.», του οποίου η σύμβαση καταγγέλθηκε μετά από την θέση της τελευταίας ανώνυμης εταιρίας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, σύμφωνα με το άρθρο 14Α του ν. 3429/2005) ζητά να εξαφανιστεί η 4461/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος 24ου), κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ως αβάσιμη η με ημερομηνία κατάθεσης 28.12.2012 αγωγή του κατά του ήδη εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι καθόσον αφορούσε στο χρονικό διάστημα από 31.10.2009 έως 28.12.2012. Με την αγωγή του, ο ήδη εκκαλών είχε ζητήσει (όπως το αίτημά του μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και περιορίστηκε τελικώς με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά την συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της 11ης.10.2018 και επαναλήφθηκε με το από 16.10.2018, νομότυπα κατατεθέν, στις 16.10.2018, υπόμνημα), να αναγνωριστεί η υποχρέωση του ήδη εφεσίβλητου να καταβάλει σε αυτόν, ευθέως εκ του νόμου, νομιμοτόκως, υπολογιζόμενου του τόκου με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από 29.12.2012 (επίδοση στις 28.12.2012, βλ. την .../28.12.2012 έκθεση επίδοσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας) και μέχρι την πλήρη εξόφληση, το συνολικό χρηματικό ποσό των 174.043,44 ευρώ. Το ποσό αυτό αφορά στην (κατά τους υπολογισμούς της αγωγής) ειδική κοινωνική ενίσχυση του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α του ν. 3717/2008, που προβλέφθηκε για τους ιπτάμενους χειριστές των αναφερόμενων στον νόμο αυτό εργοδοτών των οποίων οι συμβάσεις λύθηκαν ή καταγγέλθηκαν μετά από την θέση των εκεί αναφερόμενων εταιριών υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και, ενώ, κατά τα προβληθέντα με την αγωγή, ήταν καταβλητέα σε 72 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ποσού 2.417,27 ευρώ κάθε μία, από 31.10.2009 έως 31.10.2015 (έξι έτη), ουδέποτε καταβλήθηκε στον ήδη εκκαλούντα.
2. Επειδή, στο άρθρο 14Α του ν. 3429/2005 (Α΄ 314), το οποίο προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 3710/2008 (Α΄ 216), ορίζεται ότι : «1. Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά : α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920, και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. … 4. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση συνιστά πάντως σε κάθε περίπτωση, για τον εκκαθαριστή και μόνο, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως της επιχείρησης. Ο εκκαθαριστής διοικεί, διαχειρίζεται και εκπροσωπεί την επιχείρηση. Ο εκκαθαριστής μπορεί να αποφασίζει την άμεση διακοπή ή το σταδιακό περιορισμό ή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως και τη διατήρηση ή μη των πάσης φύσεως συμβάσεων της επιχείρησης. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση. Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται κατά τα ανωτέρω, πλην περιπτώσεων καταγγελίας συμβάσεως για τέλεση ποινικού αδικήματος ή συνεπεία τελέσεως σοβαρής παραβιάσεως συμβατικής υποχρεώσεως. …».
3. Επειδή, με τις επακολουθήσασες διατάξεις των άρθρων 2 έως 8 του ν. 3717/2008 (Α΄ 239/26.11.2008, ισχύς από 26.11.2008 κατά το άρθρο 16 του νόμου αυτού) θεσπίστηκε ένα πλέγμα ρυθμίσεων και μέτρων για την οικονομική ενίσχυση, την μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζόμενων (τακτικού και εποχικού προσωπικού) στις ανώνυμες εταιρίες με την επωνυμία «Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.», «Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες A.E», «Ολυμπιακή Αεροπλοΐα A.E.» και «...HELLAS A.E.» (όπως η τελευταία εταιρία προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 της πράξης νομοθετικού περιεχομένου της 16ης.9.2009, Α΄ 181), των οποίων οι συμβάσεις εργασίας θα λύονταν μετά την θέση των εν λόγω εταιριών σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης στο πλαίσιο του σχεδίου αποκρατικοποίησης αυτών (βλ. ΣτΕ 223/2021, 2112/2014 Ολομ., 3504/2013 7μ.). Ειδικότερα, για τους πρώην ιπτάμενους χειριστές θεσπίστηκε η καταβολή, από το Ελληνικό Δημόσιο, εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης (όπως και για το λοιπό τακτικό προσωπικό και το εποχικό προσωπικό), το οποίο (εφάπαξ ποσό), κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση, προβλέφθηκε «ως αντιστάθμισμα του γεγονότος ότι οι εκκαθαριζόμενες εταιρίες δεν έχουν τα χρήματα για να καλύψουν τις αποζημιώσεις του προσωπικού τους, ενώ έχουν αποκτήσει την ευχέρεια να λύουν τις συμβάσεις αζημίως» (άρθρο 4), επίσης δε, προβλέφθηκε η χορήγηση ειδικής επιδότησης ανεργίας από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού – Ο.Α.Ε.Δ. - (καλυπτόμενης επίσης από τον κρατικό προϋπολογισμό) μέχρι την ανάληψη νέας εργασίας ή την μεταφορά τους σε προσωποπαγείς θέσεις της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας – Υ.Π.Α. - ή την συμπλήρωση των οριζόμενων στις ασφαλιστικές διατάξεις του ίδιου νόμου προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και, κατ΄ ανώτατο όριο, έως 12 μήνες (άρθρο 3). Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του ανωτέρω νόμου, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τον ν. 3783/2009 (Α΄ 136), προβλέφθηκε η μεταφορά των ιπτάμενων χειριστών σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις της ειδικότητας του «χειριστή αεροσκαφών» στην Υ.Π.Α., εκτός αν ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε δήλωση, εντός δύο μηνών από την «κρίσιμη ημερομηνία» (ήτοι την ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης περί θέσης της εργοδότριας εταιρίας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά το άρθρο 14Α του ν. 3429/2005), περί του ότι δεν επιθυμούσε την μεταφορά αυτήν. Εξάλλου, στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την οποία οι πρώην ιπτάμενοι χειριστές δήλωναν ότι δεν επιθυμούσαν την μεταφορά τους στην Υ.Π.Α., υφίστατο - πέραν της ένταξής τους στο πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας, κατά το ως άνω άρθρο 3 του ν. 3717/2008 - η δυνατότητα συνταξιοδότησής τους και, συγκεκριμένα, η χορήγηση σε αυτούς πλήρους σύνταξης γήρατος, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, υπό τις ιδιαιτέρως ευνοϊκές προϋποθέσεις του άρθρου 2 του ίδιου ν. 3717/2008 (ήτοι με προσαύξηση κατά 50% του χρόνου πραγματικής ασφάλισης τόσο για την συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων συνταξιοδότησης όσο και για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης, κατά τις παρ. 3 και 5 του ανωτέρω άρθρου, με οικονομική επιβάρυνση, ομοίως, του κρατικού προϋπολογισμού). Επιπροσθέτως των ανωτέρω, προβλέφθηκε, ειδικά για τους (πρώην) ιπτάμενους χειριστές, με το άρθρο 6 παρ. 1 (περ. α΄ και β΄) του νόμου αυτού, η καταβολή από το Ελληνικό Δημόσιο ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, η οποία, κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση, θεσπίστηκε λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους και της δυσκολίας εύρεσης εργασίας στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο. Συγκεκριμένα, η ειδική κοινωνική ενίσχυση προβλέφθηκε στην μεν περ. α΄ της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 6 για τους απολυόμενους ιπτάμενους χειριστές, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και υποβάλλουν σχετική αίτηση εντός δωδεκαμήνου από την ως άνω «κρίσιμη ημερομηνία», ως προσαύξηση, κατ’ ουσίαν, της σύνταξής τους, στην δε περ. β΄ της ίδιας ως άνω παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου για τους απολυόμενους ιπτάμενους χειριστές, οι οποίοι δεν υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης, ως ειδική επιδότηση ανεργίας με παράταση κατ’ ουσίαν της χορηγηθείσας, κατά το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, (ετήσιας) ειδικής επιδότησης ανεργίας και, κατ ’ ανώτατο όριο, μέχρι τον 48ο μήνα από την λύση της σύμβασής τους. Σχετικά δε με την ενίσχυση της ως άνω περ. α΄, ορίστηκε ότι αυτή καταβάλλεται σε μηνιαίες δόσεις, οι οποίες προστίθενται και προσαυξάνουν το ποσό της σύνταξης έως το 75% των ισοδύναμων μηνιαίων αποδοχών προσαυξημένων κατά 1/6, καθώς και ότι η καταβολή των εν λόγω δόσεων, οι οποίες ανέρχονται συνολικά έως 72, αρχίζει από την υποβολή της σχετικής αίτησης, ενώ διακόπτεται κατά την συμπλήρωση εξαετίας από την «κρίσιμη ημερομηνία» ή με την ανάληψη εργασίας από τον δικαιούχο ή την υπέρβαση του 60ού έτους της ηλικίας του [ήτοι το όριο ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησης από την υπηρεσία, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 περ. β΄ του ν. 2602/1998 (Α΄ 83), βλ. ΣτΕ 1709/2017 7μ., 3435/2015 και ΣτΕ 1920 - 1925/2024 7μ., 797/2024 7μ., 223 - 231/2024 7μ.].
4. Επειδή, ακολούθως, σε συνέχεια των ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65/6.5.2010) και 4046/2012 «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (Α΄ 28/14.2.2012), που ψηφίστηκαν λόγω της, κατά τα κοινώς γνωστά, αρξάμενης από το έτος 2010 οικονομικής κρίσης, τέθηκε σε ισχύ ο ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016» (Α΄ 222/12.11.2012), ο οποίος όρισε, στην υποπαράγραφο ΙΑ.1., υπό τον τίτλο «Ρυθμίσεις θεμάτων Ο.Α.Ε.Δ.», της παραγράφου ΙΑ., υπό τον τίτλο «Ρυθμίσεις για τον Ο.Α.Ε.Δ. – Ασφαλιστικές και Συνταξιοδοτικές διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας», του άρθρου πρώτου, τα εξής : «Ι) Καταργούμενες διατάξεις που αφορούν σε ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισοδηματικές ενισχύσεις ανεργίας 1. Από 1.1.2013 καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις νόμων, όπως ισχύουν σήμερα κατά το μέρος που αφορούν σε ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισοδηματικές ενισχύσεις ανεργίας, καθώς (και) οι κανονιστικές και οι διοικητικές πράξεις, που εκδόθηκαν κατ΄ εξουσιοδότησή τους : - … - Το άρθρο 3 του ν. 3717/2008 …». Με την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν, από την 1.1.2013 και για τον εφεξής χρόνο, ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας, οι οποίες είχαν ήδη - πριν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης - προβλεφθεί και καταβάλλονταν, μέχρι την συμπλήρωση των προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και, κατ ’ ανώτατο όριο, το οριζόμενο στις εν λόγω διατάξεις χρονικό διάστημα, σε απολυθέντες μισθωτούς των απαριθμούμενων στις εν λόγω διατάξεις επιχειρήσεων. Μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και η ειδική επιδότηση ανεργίας για το τακτικό προσωπικό των αναφερθεισών στην σκέψη 3 της παρούσας ανώνυμων εταιριών κατά το αναφερθέν στην ίδια σκέψη της παρούσας άρθρο 3 του ν. 3717/2008. Η κατάργηση των εν λόγω ειδικών επιδοτήσεων ανεργίας, χωρίς να θίγεται το κατά τις γενικές διατάξεις σύστημα επιδότησης λόγω ανεργίας, εντάχθηκε σε ένα πλαίσιο ευρύτερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, κρίθηκε δε ως επιβεβλημένη, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία εισηγητική έκθεση, λόγω της οξείας και παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης της χώρας, αφού επιδιώχθηκε με αυτήν τόσο η αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης κάλυψης των οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και η βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης αυτής. Οι σκοποί αυτοί, αναγόμενοι αφενός στην μείωση των δαπανών του Κράτους, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διατήρηση βιώσιμης δημόσιας διοίκησης, αφετέρου στην αναμόρφωση του συστήματος των κρατικών οικονομικών ενισχύσεων για την στήριξη των άνεργων εν γένει και στον εξορθολογισμό της πολιτικής χορήγησης τέτοιων ενισχύσεων, αποτελούν επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος που, καταρχήν, δικαιολογούν την ως άνω κατάργησή τους (ΣτΕ 1920 - 1925/2024 7μ., 797/2024 7μ., 223 - 231/2024 7μ.).
5. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο πρώτο, παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.7. του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) ορίστηκε ότι : «Στο τέλος του εδαφίου 1 της υποπαραγράφου ΙΑ.1.Ι, της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222) προστίθεται εδάφιο ως εξής: “Καταργούνται επίσης από τότε που ίσχυσαν οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3717/2008 (Α' 239)”». Στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω ν. 4254/2014, που αφορά σε λήψη μέτρων στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012, επί της υποπαραγράφου Γ.7. αναφέρονται τα ακόλουθα : «Προφανώς εκ παραδρομής δεν καταργήθηκε, με τις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΑ.1.Ι, της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 … και το ποσό της ειδικής κοινωνικής (εισοδηματικής) ενίσχυσης του άρθρου 6 του ν. 3717/2008 που αφορούσε τους ιπτάμενους χειριστές. Για λόγους ισότητας και δικαιοσύνης επιβάλλεται κατάργηση και για την εν λόγω εισοδηματική ενίσχυση». Δεδομένου τούτου, η νέα καταργητική διάταξη του ν. 4254/2014, με την οποία ορίστηκε ρητά ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3717/2008 καταργούνται από τότε που ίσχυσαν, δεν ακολουθεί την ρύθμιση της διάταξης του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ., υποπαρ. ΙΑ.1. του ν. 4093/2012 (περί κατάργησης, δηλαδή, των ειδικών επιδοτήσεων ανεργίας από την 1.1.2013), στην οποία προστέθηκε, αλλά, κατά την σαφή διατύπωσή της, ενεργεί αναδρομικά, από την έναρξη ισχύος του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, ήτοι από 26.11.2008 (ΣτΕ 1920 - 1925/2024 7μ., 797/2024 7μ., 223 - 231/2024 7μ.).
6. Επειδή, με τις 1920 - 1925/2024 7μ., 797/2024 7μ. και 223 - 231/2024 7μ. αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν περαιτέρω τα εξής : Με τον ν. 4254/2014 θεσπίστηκαν μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρµογής του ν. 4046/2012, εισήχθησαν δε ρυθµίσεις για την διατήρηση και βελτίωση των επιτευγµάτων της οικονοµίας και την ολοκλήρωση των διαρθρωτικών µεταρρυθµίσεων. Μεταξύ των ρυθμίσεων αυτών περιλαμβάνεται και η αναδρομική κατάργηση της προνομιακού χαρακτήρα ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, την οποία ο νομοθέτης, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία αιτιολογική έκθεση, έκρινε επιβεβλημένη για λόγους ισότητας και δικαιοσύνης προς τους δικαιούχους των ειδικών επιδοτήσεων ανεργίας, οι οποίες καταργήθηκαν με τον ν. 4093/2012. Κατ’ ακολουθίαν, η αναδρομική κατάργηση της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 του ν. 3717/2008 υπαγορεύτηκε, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, από τους ίδιους επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος για τους οποίους καταργήθηκαν, με τον ν. 4093/2012 (από την 1.1.2013), οι αναφερόμενες σε αυτόν ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας. Ειδικότερα, οι ανωτέρω σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος, συναπτόμενοι με την οικονομική αδυναμία του κράτους και την ανάγκη περιστολής των δημόσιων δαπανών σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης, συνέτρεχαν, κατά τα κοινώς γνωστά, τόσο κατά τον χρόνο στον οποίο αναγόταν, βάσει των καταργηθεισών διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, η υποχρέωση καταβολής των δόσεων της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης στους πρώην ιπτάμενους χειριστές μετά την συνταξιοδότησή τους, όσο και κατά τον χρόνο θέσπισης των διατάξεων του ν. 4254/2014. Εξάλλου, η νομοθετική νέα αυτή ρύθμιση, η οποία είναι γενικού χαρακτήρα, θεσπίστηκε στο πλαίσιο ενός προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ενόψει και της διακοπής, με την υποπαρ. ΙΑ.1.Ι της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, της καταβολής των ειδικών επιδοτήσεων ανεργίας εργαζόμενων άλλων επιχειρήσεων, των οποίων επίσης είχαν λυθεί οι συμβάσεις εργασίας και με σκοπό να αποκατασταθεί η ανισορροπία που προκαλούσε η καταβολή των εν λόγω ειδικών οικονομικών ενισχύσεων και να επιτευχθεί ορθολογικότερη κατανομή των πεπερασμένων κρατικών πόρων με ενίσχυση των κοινωνικών προγραμμάτων στήριξης των «κοινών άνεργων» και των πιο ευάλωτων τμημάτων του πληθυσμού. Δεδομένου δε του επιδιωκόμενου, με τον νεότερο νόμο 4254/2014, πιο πάνω σκοπού, η νέα διάταξη, θεσπισθείσα με αναδρομική ισχύ, για την κατάργηση της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης - κοινωνική ενίσχυση, για την οποία υπήρχαν ενώπιον του σε πρώτο βαθμό δικάζοντος διοικητικού πρωτοδικείου εκκρεμείς δίκες - δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 του Συντάγματος), ούτε στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α., ν.δ. 53/1974, Α΄ 256). Επίσης, η θεσπισθείσα για τους απολυθέντες ιπτάμενους χειριστές ειδική κοινωνική ενίσχυση του άρθρου 6 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3717/2008, ως προσαύξηση, κατ’ ουσίαν, της σύνταξής τους για ορισμένο χρονικό διάστημα, διαφοροποιείται έναντι των ανωτέρω άλλων επιδοτήσεων, οι οποίες είχαν προβλεφθεί και καταβάλλονταν ως ειδικές εισοδηματικές ενισχύσεις λόγω ανεργίας σε πρώην εργαζόμενους των αναφερόμενων στις οικείες διατάξεις επιχειρήσεων (έως την συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης των εν λόγω εργαζόμενων και για το προβλεπόμενο στις εν λόγω διατάξεις χρονικό διάστημα), μεταξύ των οποίων, άλλωστε, περιλαμβανόταν και η κατ’ άρθρο 3 του ν. 3717/2008 ειδική επιδότηση ανεργίας για τους απολυθέντες εργαζόμενους του Ομίλου της Ολυμπιακής. Συνεπώς, οι ως άνω ειδικές εισοδηματικές ενισχύσεις, προβλεφθείσες, πάντως, για την αντιμετώπιση της ανεργίας και οι δικαιούχοι αυτών (απολυθέντες εργαζόμενοι των απαριθμούμενων στον ν. 4093/2012 επιχειρήσεων), οι οποίοι διέπονται από διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς σε σχέση με τους ήδη συνταξιούχους, δικαιούχους της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3717/2008, δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) από την μη εξομοίωση της έναρξης ισχύος της κατάργησης των προβλεπόμενων σε αυτούς ειδικών ενισχύσεων. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3717/2008, ορώμενη αυτοτελώς και σε συνδυασμό με τις ως άνω ασφαλιστικές και λοιπές προστατευτικές ρυθμίσεις του ίδιου νόμου, η προβλεπόμενη με αυτήν ειδική κοινωνική ενίσχυση αποτελεί κρατική παροχή, προνομιακού χαρακτήρα, επιπρόσθετη των λοιπών παροχών και ιδίως του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, η οποία θεσπίσθηκε αποκλειστικά υπέρ των απολυθέντων ιπτάμενων χειριστών, λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση και υπό διαφορετικές από τις μετέπειτα απρόβλεπτες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της χώρας. Με την αναδρομική κατάργηση, με την υποπαρ. Γ7 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, της εν λόγω ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης επήλθε μεν επέμβαση σε περιουσιακής φύσης δικαίωμα, ανεξαρτήτως του ότι η παροχή αυτή δεν συνδεόταν με προηγούμενη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Εντούτοις, η επέμβαση αυτή υπαγορεύθηκε από επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, συναπτόμενους με την άμεση ανάγκη για την λήψη μέτρων διάσωσης της οικονομίας σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης, αφού η καταβολή της εν λόγω ενίσχυσης, όπως και των λοιπών ως άνω παροχών του ν. 3717/2008, κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις, βάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση έλαβε χώρα στο πλαίσιο ενός προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ως μέτρο, το οποίο, λόγω της φύσης του, συνέβαλε αμέσως στην περιστολή των δημόσιων δαπανών. Επιπλέον, η αναδρομική κατάργηση της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, δεδομένου και του προνομιακού χαρακτήρα της οικονομικής αυτής παροχής, δεν έθεσε σε διακινδύνευση το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης των πρώην ιπτάμενων χειριστών που επέλεξαν την συνταξιοδότησή τους (και μάλιστα ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και με ιδιαιτέρως ευνοϊκές γι αυτούς προϋποθέσεις), όπως το επίπεδο αυτό προσδιορίζεται με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες, κατά τον κρίσιμο χρόνο. Με τα δεδομένα αυτά, η αναδρομική κατάργηση της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, υπό τις ανωτέρω όλως εξαιρετικές δημοσιονομικές συνθήκες της χώρας, δεν είναι προδήλως απρόσφορη ούτε δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό και δεν παραβιάζει την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος) ούτε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Ακόμη, η αναδρομική κατάργηση της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ C 202 της 7.6.2016), διότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εν λόγω Χάρτη, οι οποίες διέπουν τις δράσεις των κρατών μελών μόνο όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης και δεν αφορούν, συνεπώς, στην λήψη από το κράτος μέλος μέτρων αμιγώς εσωτερικής πολιτικής (ΣτΕ 1285 - 1286/2012 Ολομ.). Περαιτέρω, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου (απορρέουσα από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος), ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, δεν εμπόδιζε τον νομοθέτη να προβεί, λόγω της απρόβλεπτης μεταβολής των δημοσιονομικών συνθηκών της χώρας και του ιδιαιτέρως ευνοϊκού χαρακτήρα της επίμαχης ενίσχυσης, στην θέσπιση νέας ρύθμισης, με την αναδρομική κατάργηση της εν λόγω παροχής, για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, έστω και αν ορισμένοι εκ των πρώην ιπτάμενων χειριστών απέβλεψαν, μεταξύ άλλων, στην λήψη της παροχής αυτής, κατά την επιλογή της συνταξιοδότησής τους, αντί της μεταφοράς και εργασίας τους στην Υ.Π.Α. κατά την παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 3717/2008. Ούτε παραβιάζεται το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος περί προστασίας του δικαιώματος στην εργασία, καθώς δεν υπήρχε δέσμευση του νομοθέτη να θεσπίσει ειδική διάταξη για την δυνατότητα μεταφοράς και εργασίας των πρώην ιπτάμενων χειριστών στην Υ.Π.Α. και μάλιστα υπό τις αναφερθείσες συνθήκες οξείας δημοσιονομικής κρίσης και σε χρόνο κατά τον οποίο αυτοί είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί.
7. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Ο ήδη εκκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του, ως ιπτάμενος χειριστής, από 22.2.1989 έως 11.12.2003 στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.» και από 12.12.2003 μέχρι 15.12.2009 στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.» (σχ. η από 16.3.2010 υπεύθυνη δήλωση εργοδότη). Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 εκδόθηκε η 5714/2.10.2009 απόφαση του Εφετείου Αθήνας (2ου Πολιτικού Τμήματος), με την οποία η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.» υπήχθη στο προβλεπόμενο από το άρθρο αυτό καθεστώς ειδικής διαχείρισης, διορίστηκε δε, ως εκκαθαρίστρια εταιρία, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «.. Α.Ε. Διαχειρίσεως Ενεργητικού & Παθητικού». Ακολούθως, η ως άνω εκκαθαρίστρια εταιρία, κατ’ ενάσκηση του παρεχόμενου από τον νόμο δικαιώματός της, κατήγγειλε αζημίως την σύμβαση εργασίας του ήδη εκκαλούντος (βλ. σχετικά την από 15.12.2009 καταγγελία σύμβασης εργασίας) και του χορήγησε βεβαιώσεις σχετικά με το ύψος του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης για ιπτάμενους χειριστές του άρθρου 6 του ν. 3717/2008 που εδικαιούτο (σχ. η από 15.12.2009 βεβαίωση ισοδύναμων μηνιαίων αποδοχών και η από 17.12.2010 βεβαίωση περί του ύψους της μηνιαίας ισόποσης δόσης της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης). Ο εκκαλών, μετά από την από 29.9.2010 σχετική αίτηση του, έλαβε από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος, καταβλητέα από 24.9.2010, ώστε η περίπτωσή του να υπάγεται στην κατηγορία α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3717/2008. Ως εκ τούτου, υπέβαλε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους την ...30.12.2010 σχετική αίτησή του για την καταβολή (σε δόσεις) της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, η οποία, όμως, ουδέποτε καταβλήθηκε σε αυτόν.
8. Επειδή, με την με ημερομηνία κατάθεσης 28.12.2012 αγωγή του και το επ’ αυτής, από 16.10.2018, νομότυπα κατατεθέν υπόμνημα, ο ήδη εκκαλών ζήτησε τα αναφερόμενα αναλυτικώς στην σκέψη 1 της παρούσας απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η άρνηση των αρμόδιων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλουν την επίδικη ειδική κοινωνική ενίσχυση έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 6 του ν. 3717/2008. Περαιτέρω, ο ήδη εκκαλών προέβαλε (το πρώτον με το ως άνω υπόμνημα) ότι η αναδρομική κατάργηση της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης με τον μεταγενέστερο νόμο 4254/2014, παραβιάζει τα άρθρα : α) 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος περί των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος, καθώς, μετά από την θέσπιση της εν λόγω διάταξης, διαψεύστηκαν οι γεννημένες εύλογες προσδοκίες των ιπτάμενων χειριστών να εισπράξουν την εν λόγω ενίσχυση, με συνακόλουθη ανατροπή των βιοτικών τους συνθηκών, β) 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, καθώς επιρρίφθηκε στους ιπτάμενους χειριστές δυσανάλογο δημόσιο βάρος, κατόπιν της πλήρους αποστέρησής τους από το σχετικό δικαίωμά τους με ταυτόχρονη πρόκληση σε αυτούς εξοντωτικής οικονομικής βλάβης, γ) 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., περί προστασίας της ιδιοκτησίας, στην οποία περιλαμβάνονται και οι χρηματικές απαιτήσεις είτε είναι γεννημένες είτε η γέννησή τους αναμένεται με βεβαιότητα, όπως είναι η ένδικη απαίτηση, δ) 22 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος περί του συνταγματικώς κατοχυρωμένου κοινωνικού δικαιώματος της εργασίας, ε) 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων είναι επιτρεπτοί εφόσον παρίστανται επιβεβλημένοι προς διασφάλιση υπέρτερου γενικού συμφέροντος και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, δεν προέκυπτε η προσφορότητα και καταλληλότητα του ληφθέντος μέτρου προς επίτευξη του σκοπού γενικότερου συμφέροντος που η διάταξη φέρεται ότι εξυπηρετεί και στ) 26 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., επειδή η επίμαχη διάταξη (που θεσπίστηκε μετά από την άσκηση σχετικών αγωγών των ενδιαφερόμενων) κατέλαβε, εξαιτίας του αναδρομικού χαρακτήρα της, τις εκκρεμείς δίκες, περιορίζοντας την εξουσία δικαιοδοτικής κρίσης των αρμόδιων δικαστηρίων. Εξάλλου, το ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με την .../15.3.2018 έκθεση των απόψεών του, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης.
9. Επειδή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθέν, κατά τα άρθρα 71, 73 και 80 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, το αίτημα της αγωγής περί καταβολής της ένδικης ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης για το μετά από την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα, με την αιτιολογία ότι μέλλουσες απαιτήσεις δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο αγωγής. Κατά τα λοιπά απέρριψε ως αβάσιμο το εν λόγω ένδικο βοήθημα, με την αιτιολογία ότι συνεπεία της, κατά τα ανωτέρω, ex tunc κατάργησης της παροχής του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, δεν υφίσταται ευθεία εκ του νόμου αξίωση του ήδη εκκαλούντος για λήψη της ανωτέρω ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, ούτε, εξάλλου, η μη καταβολή της σε αυτόν συνιστά παράνομη παράλειψη των αρμόδιων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο βάσει των εξής ειδικότερων παραδοχών : α) η ειδική κοινωνική ενίσχυση είχε χορηγηθεί με την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, κάτω από συγκεκριμένες, διαφορετικές από τις μετέπειτα, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, για την (επιπλέον) ενίσχυση, την μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση μιας ειδικότερης κατηγορίας εργαζόμενων (των ιπτάμενων χειριστών, μεταξύ άλλων, της εταιρίας «Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.»), β) με το άρθρο πρώτο παρ. Γ΄ υποπαρ. 7 του ν. 4254/2014 καταργήθηκαν, από τότε που ίσχυσαν, οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, που προέβλεψαν την παροχή του ειδικού αυτού ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, γ) η αναδρομική κατάργηση δια της ανωτέρω νομοθετικής διάταξης της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης αποτελεί ρύθμιση, που ρυθμίζει κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό την χορήγηση μίας ενίσχυσης που θεσπίστηκε για μία ειδική κατηγορία εργαζόμενων, δίχως να συνιστά κοινωνικοασφαλιστική παροχή, ώστε να πλήττει τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση, δ) η ίδια δε αυτή καταργητική ρύθμιση αφενός μεν κείται εντός των συνταγματικών δεσμεύσεων του νομοθέτη, όταν ο τελευταίος προβαίνει σε αναδρομική μεταβολή νομοθετικής διάταξης, αφετέρου αποβλέπει τόσο στην αντιμετώπιση άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης αυτής, με την περιστολή δαπανών (σχ. η αιτιολογική έκθεση ν. 4093/2012), δηλαδή σε σκοπούς που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, χωρίς, περαιτέρω, να παρίσταται απρόσφορη ή μη αναγκαία για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών, ε) τούτων δε έπεται ότι η καταργητική αυτή ρύθμιση δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 17 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επίσης, δεδομένου και του επείγοντος χαρακτήρα της αλλά και των έκτακτων και απρόβλεπτων συνθηκών στο πλαίσιο των οποίων η ρύθμιση αυτή επιβλήθηκε, δεν αντίκειται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης ή στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής. Ήδη με την έφεσή του και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, ο εκκαλών ζητά να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως εσφαλμένη καθ΄ ο μέρος απορρίφθηκε η αγωγή του ως αβάσιμη (για το χρονικό διάστημα από 31.10.2009 έως 28.12.2012) επαναφέροντας και όλους τους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμούς του. Εξάλλου, το ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με το από 14.10.2025 νομότυπα κατατεθέν υπόμνημά του, ζητά την απόρριψη της έφεσης ως αβάσιμης και την επικύρωση της κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
10. Επειδή, ειδικότερα, με την έφεση, ο εκκαλών βάλλει κατά των αιτιολογιών της πρωτόδικης απόφασης με τις οποίες κρίθηκε σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. η αναδρομική κατάργηση της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 του ν. 3717/2008 και υποστηρίζει ότι η εν λόγω αναδρομική κατάργηση με τον μεταγενέστερο νόμο 4254/2014, παραβιάζει τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 17 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 5, 25 παρ. 1, 2, 4 και 26 του Συντάγματος, τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και τα άρθρα 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Περαιτέρω, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η αναδρομική κατάργηση της ένδικης παροχής είναι κατ’ αρχήν συμβατή με το Σύνταγμα και τις ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, δεν μπορεί η κατάργηση αυτή να ανατρέξει πριν την 1.1.2013. Τούτο διότι : α) ο νομοθέτης με τις αιτιολογικές εκθέσεις των ν. 4093/2012 και 4254/2014 αναγνώρισε ότι συνέτρεχαν λόγοι δημόσιου συμφέροντος κατά την 1.1.2013 και όχι σε προγενέστερο χρόνο και β) μολονότι με την υποπαρ. ΙΑ.1. της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και εισοδηματικές ενισχύσεις (μεταξύ αυτών και η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του ν. 3717/2008 ειδική επιδότηση ανεργίας) ειδικών κατηγοριών ανέργων από 1.1.2013, αντιθέτως, με το άρθρο πρώτο παρ. Γ υποπαρ. Γ.7. του ν. 4254/2014 καταργήθηκε η ένδικη – προβλεπόμενη στο άρθρο 6 του ν. 3717/2008 - ειδική κοινωνική ενίσχυση των ιπτάμενων χειριστών ήδη από τον χρόνο έναρξης ισχύος της τελευταίας τούτης διάταξης, ήτοι αναδρομικά, από 26.11.2008, η εν λόγω δε αναδρομική ρύθμιση συνιστά εξαιρετικά δυσμενή διάταξη σε βάρος των ιπτάμενων χειριστών, οι οποίοι, ενώ τελούν υπό τις αυτές συνθήκες με τις ειδικές κατηγορίες ανέργων της υποπαρ. ΙΑ.1. της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και ιδίως με αυτήν του λοιπού τακτικού προσωπικού του Ομίλου της Ολυμπιακής, εντούτοις δεν στερούνται το αντίστοιχο δικαίωμά τους από 1.1.2013, αλλά και για το παρελθόν, χωρίς μάλιστα να προβάλλεται από τον νομοθέτη αποχρών λόγος για την διαφορετική τους μεταχείριση, κατά προφανή παραβίαση της αρχής της ισότητας και για τον λόγο αυτόν.
11. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην σκέψη 6 της παρούσας, η αναδρομική από 26.11.2008 κατάργηση της ένδικης κρατικής παροχής κοινωνικού χαρακτήρα, με ιδιαιτέρως ευνοϊκό πρόσημο για τους ιπτάμενους χειριστές αεροσκαφών, οι οποίοι άσκησαν το δικαίωμα επιλογής υπέρ της συνταξιοδότησης τους και όχι υπέρ της μεταφοράς τους προς εργασία στην Υ.Π.Α., ενόψει της θέσης σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης της εργοδότριας αυτών αεροπορικής εταιρίας, όπως ο εκκαλών, υπαγορεύτηκε για λόγους επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, συναπτόμενους με την οικονομική αδυναμία του Κράτους και την ανάγκη περαιτέρω περιστολής των δημοσίων δαπανών σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης και στο πλαίσιο εφαρμογής ενός προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, με σκοπό την ορθολογικότερη κατανομή των πεπερασμένων κρατικών πόρων για την άσκηση της κοινωνικής πολιτικής. Οι ανωτέρω δε λόγοι δημοσίου συμφέροντος συνέτρεχαν ήδη κατά τον χρόνο στον οποίο αναγόταν η υποχρέωση καταβολής των δόσεων της εν λόγω οικονομικής παροχής στους πρώην ιπτάμενους χειριστές μετά την συνταξιοδότησή τους και όχι μόνο κατά τον χρόνο θέσπισης των διατάξεων του ν. 4254/2014. Επομένως, η καταργητική διάταξη της ένδικης παροχής δεν αντίκειται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε συνταγματική ή άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, ούτε στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου προς καταβολή των αιτηθέντων ποσών ευθέως, βάσει της διάταξης του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, ή ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., α.ν. 2783/1941, π.δ. 456/1984, Α΄ 164), ελλείψει παράνομης πράξης ή παράλειψης των οργάνων του, όπως ορθώς και νομίμως κρίθηκε πρωτοδίκως με την εκκαλούμενη απόφαση και βασίμως υποστηρίζει το εφεσίβλητο, απορριπτόμενων των αντιθέτως προβαλλόμενων ως αβασίμων.
12. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και εφόσον δεν προβάλλεται άλλη αιτίαση κατά της εκκαλουμένης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί η έφεση, να καταπέσει το καταβληθέν παράβολο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) και να απαλλαγεί ο εκκαλών από τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, κατ’ εκτίμηση των συντρεχουσών περιστάσεων (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε του αυτού Κώδικα).
Με τις σκέψεις αυτές
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Απαλλάσσει τον εκκαλούντα από τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου.2026 και δημοσιεύτηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 12 Φεβρουαρίου 2026 με την συμμετοχή του Γραμματέα Ιωάννη Ρήγα, λόγω μετακίνησης της Γραμματέως Μαρίας Βλάχου σε έτερο Τμήμα του Δικαστηρίου τούτου.
Η Πρόεδρος Η Εισηγήτρια
Θεοδοσία Κυζίλου Αρτεμησία Δαρατσιανού
Ο Γραμματέας
Ιωάννης Ρήγας