ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α΄- ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 40/2026
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στα Χανιά στις 15 Μαΐου 2025, ημέρα Πέμπτη και ώρα 12.30΄, με δικαστή τον Εμμανουήλ Λενέτη, Εφέτη Δ.Δ., και γραμματέα την Στυλιανή Μπροκαλάκη, Δικαστική Υπάλληλο,
Για να δικάσει την ΑΒΕΜ ΔΕφΧαν ΕΦ …./2022 έφεση,
Του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), για τον οποίο (e-ΕΦΚΑ) παραστάθηκε, με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 εδαφ. στ' του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 - Α΄ 97, ΚΔΔ) ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Εμμανουήλ Χαριτάκης
Κατά της …., κατοίκου …. Κρήτης, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Αδαμαντίου Στεφανάκη, και
Κατά της 513/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Κατά τη συζήτηση ο διάδικος που εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση επιδιώκεται η εξαφάνιση της 513/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που, κατ’ αποδοχή της ΠΡ .../2019 προσφυγής της εφεσίβλητης, ακύρωσε τις ...και …. αποφάσεις της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του ...Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών ΕΦΚΑ Ηρακλείου, με τις οποίες είχαν απορριφθεί ενστάσεις της εφεσίβλητης κατά των ακόλουθων Πράξεων Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών (ΠΕΠΕΕ) και Προστίμου Ακαταχώριστων Εργαζομένων (ΠΕΠΑΕ), που εκδόθηκαν σε βάρος της από τα αρμόδια όργανα του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ .... Ειδικότερα, Α) με την πρώτη (1η) από τις αποφάσεις της ΤΔΕ (...) απορρίφθηκε ένσταση κατά α) της Μ ...ΠΕΕ, ποσού 6.319,93 ευρώ, β) της Μ ...ΠΕΠΕΕ, ποσού 1.896,00 ευρώ και γ) των Μ ...και Μ ...ΠΕΠΑΕ, ποσού 500 ευρώ η καθεμία, οι οποίες αφορούσαν την ..., ενώ Β) με τη δεύτερη (2η) απόφαση της ΤΔΕ (...) απορρίφθηκε ένσταση κατά α) της Μ ...ΠΕΕ, ποσού 55,07 ευρώ, β) της Μ ...ΠΕΠΕΕ, ποσού 16,52 ευρώ, και γ) της Μ ...ΠΕΠΑΕ, ποσού 500,00 ευρώ, που αφορούσαν τον ....
2. Επειδή, ενόψει του άρθρου 92 παρ. 2 ΚΔΔ, η εκκαλούμενη απόφαση είναι ανέκκλητη, καθ’ ό μέρος αφορά τις παραπάνω πράξεις που εκδόθηκαν για τον ... (Μ ...ΠΕΕ, Μ ...ΠΕΠΕΕ και Μ ...ΠΕΠΑΕ), δεδομένου ότι α) τόσο το αμφισβητούμενο με την έφεση χρηματικό ποσό της ΠΕΕ, όσο και το επιβληθέν με την ΠΕΠΑΕ πρόστιμο, δεν υπερβαίνουν (το καθένα τους) τις 5.000 ευρώ, που αποτελεί εν προκειμένω το όριο του εκκλητού και β) δεν προβάλλονται αυτοτελείς πλημμέλειες για την ΠΕΠΕΕ (ΣτΕ 24/2026, 22/2026). Εξάλλου, δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 92 παρ. 4 ΚΔΔ που επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση ανεξαρτήτως του ποσού της διαφοράς. Κατά τα λοιπά, η έφεση - για την οποία δεν απαιτείται, κατά νόμον, η καταβολή παραβόλου - ασκείται παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία.
3. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 26 παρ. 1, 9 και 11 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί, και των άρθρων 23 - 26 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ (ΑΥΕ 55575/1479/1965 - ...) συνάγονται τα ακόλουθα: Αν ο εργοδότης τηρεί προσηκόντως τα στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές και εν γένει τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις για την ασφάλιση του απασχολούμενου προσωπικού, τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ φέρουν το βάρος της απόδειξης ότι τα δεδομένα που προκύπτουν από τα τηρούμενα στοιχεία, είναι εικονικά. Αντιθέτως, εάν ο εργοδότης δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται από τις ανωτέρω διατάξεις για την απόδειξη του αριθμού των υπαγομένων στην ασφάλιση προσώπων, του είδους και του χρόνου της απασχολήσεως και του ύψους των αποδοχών, τότε τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ δύνανται να προσδιορίζουν τις καταβλητέες εισφορές με βάση τα στοιχεία της ασφαλιστικής σχέσης, τα οποία καθορίζουν κατά την κρίση τους (ΣτΕ 1963/2021). Η κρίση αυτή των οργάνων του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ πρέπει να συναχθεί με κάθε ενδεδειγμένο τρόπο και με κάθε νόμιμο και πρόσφορο, κατά περίπτωση, μέσο, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα εν συνεχεία τυχόν επιλαμβανόμενα διοικητικά δικαστήρια (ΣτΕ 4509/1996), τα οποία υποχρεούνται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 79 ΚΔΔ, να αποφανθούν με δική τους κρίση για την νομιμότητα της κρίσης των οργάνων του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, ενόψει των ισχυρισμών που προβάλλονται με την προσφυγή και των στοιχείων που προσκομίζονται προς απόδειξή τους (ΣτΕ 1963/2021). Ειδικά, δε, επί καταγγελίας εργαζομένου, δεν είναι επιτρεπτή η άνευ ετέρου αποδοχή των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος, αλλά απαιτείται η διενέργεια ελέγχου και η εξακρίβωση της απασχόλησής του με κάθε νόμιμο και πρόσφορο, κατά περίπτωση, μέσο, συνεκτιμωμένων και των εξηγήσεων του εργοδότη, καθώς και των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείται (πρβλ. ΣτΕ 4509/1996, 4221/1987).
4. Επειδή, με την εκκαλουμένη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: «8. […] H ..., με την ...καταγγελία [προς] το Τοπικό Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. Λ. ..., δήλωσε ότι απασχολήθηκε στην επιχείρηση της [εφεσίβλητης] […] (καφετέρια – σνακ μπαρ)] […] για 16 ημέρες τον 5ο/2009, για 30 ημέρες τον 6ο/2009, για 31 ημέρες τον 7ο/2009, για 31 ημέρες τον 8ο/2009, για 30 ημέρες τον 9ο/2009, για 9 ημέρες τον 10ο/2009, για 31 ημέρες τον 5ο/2010 και για 27 ημέρες τον 6ο/2010. Για την ακρίβεια του περιεχομένου της καταγγελίας της δήλωσε, στο σώμα αυτής, ότι γνωρίζουν σχετικώς οι ..., ... και ..., οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του διενεργήσαντος τον σχετικό έλεγχο υπαλλήλου του ως άνω Υποκαταστήματος, ..., τα εξής: α) η ..., με την …. κατάθεσή της, δήλωσε ότι απασχολήθηκε στην επιχείρηση της [εφεσίβλητης], κατά τη χρονική περίοδο από τον 5ο/2009 έως τον 6ο/2009, και ότι η καταγγέλλουσα εργαζόταν ήδη εκεί ως σερβιτόρα, ακόμα και μετά την αποχώρησή της ιδίας τον 6ο/2009, χωρίς κανένα ρεπό, β) ο ..., με την …. κατάθεσή του, δήλωσε ότι η καταγγέλλουσα απασχολήθηκε στο κατάστημα της [εφεσίβλητης], ως σερβιτόρα, κατά το χρονικό διάστημα από τον 5ο/2009 έως τον 10ο/2009, γεγονός που το γνωρίζει τόσο ως πελάτης που επισκεπτόταν επανειλημμένως το εν λόγω κατάστημα όσο και ως φίλος της καταγγέλλουσας, ενώ, κατέθεσε, περαιτέρω, ότι και τη χρονική περίοδο από τον 5ο/2010 έως τον 6ο/2010 η καταγγέλλουσα εργαζόταν για λογαριασμό της [εφεσίβλητης], κάτι που γνωρίζει αφενός διότι πήγαινε ως πελάτης εκεί, αφετέρου καθότι απασχολήθηκε και ο ίδιος στην επιχείρηση της [εφεσίβλητης], ως υπάλληλος παραλίας, από 4.6.2010 έως 8.6.2010, η δε καταγγέλλουσα, όπως δήλωσε, εργαζόταν ήδη εκεί, και μετά την αποχώρησή του, μέχρι τις 27.6.2010 και γ) η ..., με την …. κατάθεσή της, δήλωσε ότι ως φίλη της καταγγέλλουσας επισκεπτόταν συχνά την τελευταία, η οποία εργαζόταν ως σερβιτόρα στην επιχείρηση της [εφεσίβλητης], για το χρονικό διάστημα από τον 5ο/2009 έως τον 10ο/2009, με ωράριο από 20:00 έως 05:00, και για το χρονικό διάστημα από τον 5ο/2010 έως τον 6ο/2010, με ωράριο από 18:00 έως 04:00, καθημερινά και χωρίς ρεπό. Εξάλλου, η καταγγέλλουσα υπέβαλε ενώπιον του ανωτέρω υπαλλήλου την …. συμπληρωματική κατάθεσή της, ισχυριζόμενη ότι εργάστηκε στο κατάστημα της [εφεσίβλητης], με την ειδικότητα της σερβιτόρας, από 16.5.2009 έως 9.10.2009, κάθε ημέρα και χωρίς ρεπό, με ωράριο 20:00 έως 05:00, και από 1.5.2010 έως 27.6.2010, ομοίως κάθε ημέρα και χωρίς ρεπό, με ωράριο 18:00 έως 04:00, ενώ, κατέθεσε, επιπλέον, ότι εργαζόταν μαζί της η ..., στο μπαρ, και δυο άλλες εργαζόμενες, με ονόματα ... και ….. Στο πλαίσιο διερεύνησης του βασίμου της εν λόγω καταγγελίας, η [εφεσίβλητη] κλήθηκε, με το …. έγγραφο του ανωτέρω Υποκαταστήματος, να προσκομίσει στοιχεία σχετικά με την απασχόληση της καταγγέλλουσας. Ανταποκρινόμενη στην εν λόγω πρόσκληση, η [εφεσίβλητη] υπέβαλε το …. δελτίο εργατικής διαφοράς του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Ηρακλείου, στο οποίο αναγράφηκε ότι, ενόψει και της άρνησης της απασχόλησης της καταγγέλλουσας εκ μέρους της [εφεσίβλητης], η οικεία Υπηρεσία δεν κατέληξε, μετά την ακροαματική διαδικασία και ελλείψει στοιχείων, σε ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με την επίμαχη εργατική διαφορά. Κατόπιν συνεκτίμησης των όσων προπαρατέθηκαν (καταγγελία, μαρτυρικές καταθέσεις) και των τηρουμένων από την [εφεσίβλητη] στοιχείων, το ανωτέρω ελεγκτικό όργανο του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. . ... οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη καταγγελία ήταν αληθής και τα καταγγελλόμενα δι’ αυτής ακριβή (σχετ. η από 25.10.2010 έκθεση ελέγχου) και για τον λόγο αυτόν εκδόθηκαν σε βάρος της εφεσίβλητης οι [ένδικες καταλογιστικές πράξεις (Μ ...ΠΕΕ, Μ ...ΠΕΠΕΕ, Μ ...ΠΕΠΑΕ και Μ ...ΠΕΠΑΕ). Η εφεσίβλητη με την …. ένσταση που άσκησε κατ’ αυτών ενώπιον της αρμόδιας ΤΔΕ] προέβαλε […] [α] ότι εκμεταλλεύεται μια καφετέρια στο . ..., με παράλληλη εκμετάλλευση της παραλίας έμπροσθεν του εν λόγω καταστήματος, [β] ότι η καταγγέλλουσα ουδέποτε απασχολήθηκε στην επιχείρησή της και ότι απλώς διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, καθότι αυτή επισκεπτόταν επανειλημμένα το κατάστημα της και το κομμάτι της παραλίας που εκμεταλλευόταν, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι στην επιχείρησή της εργαζόταν η συμπατριώτισσα και φίλη της ..., […] [γ] ότι η καταγγέλλουσα την εμπιστευόταν συχνά ως πελάτισσα και για το λόγο αυτό της χορήγησε μια κάρτα για να χρησιμοποιεί δωρεάν τις ξαπλώστρες [και] [δ] ότι κατά την έναρξη της τουριστικής περιόδου το 2010 η καταγγέλλουσα της πρότεινε να συνεργαστούν επιχειρηματικά, πρόταση που δεν δέχτηκε, με αποτέλεσμα αυτή να την εκδικηθεί, προβαίνοντας στην επίμαχη καταγγελία περί δήθεν απασχόλησής αυτής στην επιχείρησή της. […] Κατά την εκδίκαση [της ένστασης] ενώπιον της Τ.Δ.Ε. […] παραστάθηκε η [εφεσίβλητη], η οποία επανέλαβε όσα είχε ισχυρισθεί με [την ένσταση], κατέθεσε δε, περαιτέρω, και σχετικό υπόμνημα, με το οποίο προέβαλε ότι για την ένδικη διαφορά είχε αθωωθεί στα ποινικά δικαστήρια, προσκομίζοντας, προς απόδειξη αυτού, ενώπιον της ανωτέρω Επιτροπής, α) απόσπασμα της.../4.12.2012 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, με την οποία κηρύχθηκε αθώα για την αξιόποινη πράξη του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 περί μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2010 έως 27.6.2010 και β) απόσπασμα της .../9.2.2012 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, με την οποία κηρύχθηκε αθώα για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών στο Ι.Κ.Α. και της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., χρονικού διαστήματος από 1.7.2009 έως 28.2.2010. Αντιθέτως, η καταγγέλλουσα, αν και είχε νομίμως κλητευθεί (βλ. σχ. το …. αποδεικτικό τοιχοκόλλησης του Δήμου ..., το οποίο συντάχθηκε κατόπιν ανεπιτυχούς αναζήτησής της στη δηλωθείσα στο σώμα της καταγγελίας διεύθυνση επί της οδού ... 2, στη ..., γεγονός, άλλωστε, που είχε οδηγήσει τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Επιτροπής σε αναβολή τρείς φορές), δεν παραστάθηκε ενώπιον της Επιτροπής. Ομοίως, δεν παρέστη ούτε ο .... Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η ως άνω Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψιν τα στοιχεία του φακέλου, μεταξύ των οποίων και τις ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις, τις εισηγήσεις του αρμόδιου ελεγκτικού οργάνου του [εκκαλούντος] περί απόρριψης των ενστάσεων, καθώς επίσης και τα όσα υποστήριξε προφορικά ενώπιον της η [εφεσίβλητη], με την […] [...συν. 82/2017 απόφαση, την απέρριψε […] καθότι ‘’δεν [πείσθηκε] από τους ισχυρισμούς της ενισταμένης’’. 9. […] με την κρινόμενη προσφυγή, η [εφεσίβλητη] […] υποστηρίζει ότι ουδέποτε απασχόλησε τόσο την ... όσο και τον ... στην επιχείρησή της και ότι μη νομίμως επιβλήθηκαν σε βάρος της οι ένδικες εισφορές και τα σχετικά πρόστιμα, βάσει αποκλειστικά και μόνο των δηλώσεών τους, το περιεχόμενο των οποίων δεν επιβεβαιώνεται από κανένα στοιχείο. Από την πλευρά του, ο [εκκαλών], με την …. έκθεση των απόψεών του, ζητεί την απόρριψη της υπό κρίση προσφυγής, εμμένοντας στη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων. 10. […] με τα δεδομένα αυτά […] το [δικαστήριο] λαμβάνει, κατ’ αρχάς, υπόψιν ότι σε περίπτωση μη τήρησης από τον εργοδότη των απαιτούμενων από την ασφαλιστική νομοθεσία στοιχείων, τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. οφείλουν να προσδιορίζουν τα στοιχεία ορισμένης ασφαλιστικής σχέσης με κάθε ενδεδειγμένο τρόπο και με κάθε πρόσφορο μέσο, χωρίς να αποδέχονται άνευ ετέρου το περιεχόμενο υποβληθεισών καταγγελιών, προβαίνοντας τα ίδια σε ουσιαστικό έλεγχο σχετικά με την ύπαρξη στοιχείων συνηγορούντων υπέρ της απασχόλησης, ώστε να δημιουργείται ασφαλής πεποίθηση για την παροχή της εργασίας. Εν προκειμένω, αναφορικά με τη φερόμενη απασχόληση της ... από την [εφεσίβλητη], το [δικαστήριο] λαμβάνει υπόψη ότι τα ασφαλιστικά όργανα του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ., για την κρίση τους περί παροχής εξαρτημένης εργασίας από αυτήν, ενόψει και της άρνησης από πλευράς [της εφεσίβλητης] περί απασχόλησης της ανωτέρω στην επιχείρησή της, στηρίχθηκαν αποκλειστικά στην ...καταγγελία που η ίδια είχε υποβάλει στο Τοπικό Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. Λ. ... καθώς επίσης και στις από 9.7.2010 μαρτυρικές καταθέσεις των, υποδεικνυόμενων από την καταγγέλλουσα, μαρτύρων ..., ... και .... Ωστόσο, μόνη η καταγγελία της ..., χωρίς αυτή να συνεπικουρείται από άλλα έγγραφα στοιχεία (αποδείξεις πληρωμής, βεβαιώσεις αποδοχών, εκκαθαριστικά σημειώματα, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για το ένδικο χρονικό διάστημα, ή έστω, οποιοδήποτε ιδιωτικό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η καταβολή αμοιβής κλπ.), δεν αρκεί για την απόδειξη της απασχόλησής της στην επιχείρηση της [εφεσίβλητης] κατά τα αναφερόμενα στην εν λόγω καταγγελία χρονικά διαστήματα, οι δε προσκομισθείσες μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες εδόθησαν ενώπιον του ως άνω ελεγκτικού οργάνου […] και είναι […] νόμιμα αποδεικτικά μέσα ενώπιον και του παρόντος [δικαστηρίου], εκτιμώμενες ελευθέρως, κατ’ άρθρο 148 του Κ.Δ.Δ., δεν παρίστανται, κατά την κρίση του τελευταίου, αρκούντως πειστικές. Και τούτο, διότι α) η μαρτυρία της ..., όπως εκτέθηκε στην όγδοη σκέψη, η οποία απασχολήθηκε κατά τον 5ο και 6ο/2009 στην [εφεσίβλητη] (βλ. σχετ. την υποσημείωση του διενεργούντος τον σχετικό έλεγχο υπαλλήλου του καθ’ ού επί της μαρτυρικής κατάθεσής της), περιέχει γενική και αόριστη αναφορά σε εργασία της καταγγέλλουσας για λογαριασμό της [εφεσίβλητης], χωρίς ειδικότερη αναφορά σε άλλα στοιχεία προσδιοριστικά της εν λόγω εργασιακής σχέσης (π.χ. ωράριο εργασίας, αποδοχές), ενώ, άλλωστε, βεβαιώνει γεγονότα που ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχώρησής της από το κατάστημα, β) η μαρτυρία της ... δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης της με την καταγγέλλουσα (φίλες), γ) η μαρτυρία του ... κρίνεται, ομοίως, μη αξιόπιστη, αφενός λόγω της επικαλούμενης φιλικής σχέσης που τους συνδέει και αφετέρου λόγω του εύλογου συμφέροντος του τελευταίου από την έκβαση της υπόθεσης, καθόσον τα ασφαλιστικά όργανα του [εκκαλούντος] συνήγαγαν ότι απασχολήθηκε και αυτός στην επιχείρηση της [εφεσίβλητης], έχοντας εκδώσει σχετικές πράξεις για την ασφαλιστική του τακτοποίηση. Εξάλλου, τα ελεγκτικά όργανα […] δεν έλεγξαν με κάθε ενδεδειγμένο τρόπο (επιτόπιο έλεγχο, πληροφορίες και μαρτυρίες από εργαζόμενους στην επιχείρηση, μαρτυρικές καταθέσεις γειτονικών επιχειρήσεων, γειτόνων, πελατών κλπ.) το περιεχόμενο της εν λόγω καταγγελίας και δεν προχώρησαν σε ουσιαστική έρευνα προς επιβεβαίωσή της, ούτε, συνέλεξαν στο πλαίσιο του ελέγχου της καταγγελίας οιοδήποτε άλλο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσουν την απασχόληση από την [εφεσίβλητη] της συγκεκριμένης εργαζόμενης και τους όρους αυτής (χρόνος, τόπος, ωράριο κλπ.) κατά τα επίμαχα χρονικά διαστήματα, αλλά, αντιθέτως, αρκέστηκαν αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο της καταγγελίας αυτής και στις ανωτέρω μη αξιόπιστες, κατά την κρίση του [δικαστηρίου], μαρτυρικές καταθέσεις. Ενόψει των ανωτέρω, το [δικαστήριο], λαμβάνοντας, επίσης, υπόψιν ότι η καταγγέλλουσα, μολονότι κλήθηκε, δεν εμφανίστηκε ενώπιον της ως άνω Επιτροπής προκειμένου να υποστηρίξει το περιεχόμενο της καταγγελίας της και συνεκτιμώντας, επιπρόσθετα, ελευθέρως τις .../4.12.2012 και.../9.2.2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, οι οποίες, ωστόσο, δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, προεχόντως, διότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ούτε εξάλλου προβάλλεται σχετικώς, ότι έχουν καταστεί αμετάκλητες, όπως απαιτείται, κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται, με βάση τα στοιχεία του φακέλου, η ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας της ... με την [εφεσίβλητη] για το [επίδικο] χρονικό διάστημα. [Εξάλλου], όσον αφορά στη φερόμενη απασχόληση του ... […] το [δικαστήριο] λαμβάνει υπόψη ότι ουδέποτε προσήλθε ενώπιον της Τ.Δ.Ε., ώστε να καταθέσει υπέρ της καταγγέλλουσας […] Κατόπιν όλων των ανωτέρω, εφόσον, κατά την κρίση του [δικαστηρίου], [ο εκκαλών] δεν απέδειξε, μολονότι έφερε το βάρος απόδειξης, την απασχόληση [… της] ... […] από την [εφεσίβλητη] […] για το κρίσιμο […] χρονικό διάστημα, μη νομίμως προέβη στην αποδοχή της σχετικής καταγγελίας και μη νομίμως εκδόθηκαν σε βάρος της [εφεσίβλητης] οι [ένδικες καταλογιστικές πράξεις]. Ως εκ τούτου, η ως άνω Τ.Δ.Ε., που […] έκρινε αντίθετα […] εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και εφάρμοσε πλημμελώς το νόμο, κατ’ αποδοχή της κρινόμενης προσφυγής ως βάσιμης. […]».
5. Επειδή, η παραπάνω κρίση της πρωτόδικης είναι νόμιμη, πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμα οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών προβάλλει ότι το πρωτόδικο εκτίμησε εσφαλμένα α) το γεγονός ότι η εφεσίβλητη, ανεξαρτήτως του ότι αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο, πάντως δεν είχε τηρήσει τα κατά νόμον ασφαλιστικά στοιχεία και β) τα όσα η ίδια υποστήριξε σχετικά με τα κίνητρα της καταγγέλλουσας, η οποία (καταγγέλλουσα) ήταν σε θέση να απασχολείται, έστω και αν δεν διέθετε άδεια εργασίας και αριθμό φορολογικού μητρώου, ενώ ως μη έχουσα, όπως και οι μάρτυρες, μόνιμη διαμονή, δεν ήταν σε θέση να παρασταθούν τόσο αυτή, όσο και οι μάρτυρες ενώπιον της ΤΔΕ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά τα ακόλουθα: Α) Σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην 3η σκέψη, δεν είναι επιτρεπτή η άνευ ετέρου αποδοχή των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος, αλλά απαιτείται η εξακρίβωση της απασχόλησής του με κάθε νόμιμο και πρόσφορο, κατά περίπτωση, μέσο, συνεκτιμωμένων και των εξηγήσεων του εργοδότη, καθώς και των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείται. Β) Εν προκειμένω, η καταγγελία της ... δεν επιβεβαιώνεται από αντικειμενικά στοιχεία, όπως, λ.χ. δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα (εκθέσεις ελέγχου διοικητικών αρχών αρμόδιων για τη λειτουργία του καταστήματος, δελτία παραγγελιών ή τιμολόγια προμηθευτών κ.ά.) από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητά της ως εργαζόμενης στο κατάστημα της εφεσίβλητης το κρίσιμο διάστημα, διότι ήταν παρούσα σε ελέγχους που διενήργησαν όργανα των παραπάνω δημοσίων υπηρεσιών ή διότι παρήγγειλε ή παρέλαβε εμπορεύματα των προμηθευτών του καταστήματος, προέβη σε πληρωμές κ.λπ. . Γ) Επίσης, δεν προκύπτει ότι η απασχόληση της καταγγέλλουσας ήταν αναγκαία για τη λειτουργία του καταστήματος, γιατί δεν επαρκούσε το προσωπικό ή γιατί δεν υπήρχαν άλλοι εργαζόμενοι με την ειδικότητα που επικαλέσθηκε (σερβιτόρος). Δ) Τα όσα κατέθεσαν στα ελεγκτικά όργανα η καταγγέλλουσα και οι τρείς (3) μάρτυρες (..., ... και ...) δεν κρίνονται αξιόπιστα, πρωτίστως διότι απέφυγαν να προσέλθουν στην ΤΔΕ, παρόλο που η παρουσία τους αυτή ήταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναγκαία, προκειμένου να εξετασθούν από τα μέλη της Επιτροπής, και μάλιστα κατ’ αντιπαράσταση με την εφεσίβλητη, και να εκτιμηθεί με τον τρόπο αυτό η αξιοπιστία τους, ενόψει και των όσων ισχυρίσθηκε η εφεσίβλητη για τα κίνητρα της καταγγέλλουσας και τις εν γένει συνθήκες υποβολής της καταγγελίας. Ε) Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα και οι μάρτυρες δεν διέθεταν, ως αλλοδαποί, σταθερή διαμονή, διότι με βάση το γεγονός ότι επρόκειτο να αναγνωρισθεί στην καταγγέλλουσα χρόνος ασφάλισης, τουλάχιστον η τελευταία, αν θεωρούσε βάσιμα τα όσα κατήγγειλε, θα μεριμνούσε, ώστε το Τοπικό Υποκατάστημα του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ να είναι σε θέση να επικοινωνήσει μαζί της, αλλά και με τους μάρτυρες. Σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει ότι η μη προσέλευση των ανωτέρω στην ΤΔΕ οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, εφόσον δεν αποδεικνύεται η απασχόληση της καταγγέλλουσας από την εφεσίβλητη κατά το επίμαχο διάστημα, μη νομίμως εκδόθηκαν σε βάρος της εφεσίβλητης οι ένδικες καταλογιστικές πράξεις.
6. Επειδή, κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση, να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το καταβληθέν παράβολο και, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί ο εκκαλών από τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το καταβληθέν παράβολο.
Απαλλάσσει τον εκκαλούντα από τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 30 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΛΕΝΕΤΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΜΠΡΟΚΑΛΑΚΗ