ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 15ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 3950/2025

 

Αποτελούμενο από την Δικαστή Παναγιώτα-Ειρήνη Σίδερη, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Μαρία Αναγνωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 20η Μαρτίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑ: Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία» και το διακριτικό τίτλο «...» που εδρεύει στην Αθήνα (…) με ΑΦΜ …., Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών (Γ.Ε.ΜΗ., με αριθμό ….), νόμιμα εκπροσωπούμενη, ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ... Χρηματοδοτικές Μισθώσεις Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία» και το διακριτικό τίτλο «... ... Leasing», λόγω κοινής διασπάσεως της τελευταίας και μεταβιβάσεως, ύστερα από λύση της χωρίς να τεθεί σε εκκαθάριση, μέρους της περιουσίας της, των δικαιωμάτων, απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Τράπεζα (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 55, παρ. 4 και 59-74 του ν. 4601/2019- Ανακοινώσεις για καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ υπ'αριθμ….. και …..2020), η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Λαζάρου.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΙ: 1) Τελούσα σε πτώχευση Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...» και τον δ.τ «... ΑΕ», η οποία εδρεύει κατά το καταστατικό της στον Πειραιά, (οδός …), η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την σύνδικο της πτώχευσης …. ..., παρισταμένης αυτοπροσώπως υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρος, 2) …., κάτοικος …. Πειραιά (οδός ….), ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αριστέας Χριστινάκη.

Οι εφεσίβλητοι με την από 08.06.2015 ανακοπή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (γακ/ακδ:.../2015), ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε, αντιμολία των διαδίκων, την 196/2022 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε την ανακοπή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η καθ'ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, με την από 31.3.2022 (γακ/εακ κατάθεσης: .../2022 και γακ/εακ προσδιορισμού: .../2022) έφεση, δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας ορίσθηκε αρχικά η 7-12-2023 και μετά από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, οπότε και εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε αντιμολία των διαδίκων.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν ως ανωτέρω και ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα στις προτάσεις τους, τις οποίες προκατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

I. Η υπό κρίση από 31.3.2022 (γακ/εακ κατάθεσης .../2022 και γακ/εακ προσδιορισμού .../2022) έφεση κατά της 196/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την από 08.06.2015 ανακοπή των εφεσιβλήτων κατά της καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας και έκανε αυτήν δεκτή, ακυρώνοντας την ..../2015 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης και δεν έχει παρέλθει διετία από την δημοσίευση (12.1.2022) έως την κατάθεσή της (12.4.2022) στην γραμματεία του εκδόσαντος αυτή δικαστηρίου, ενώ έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το μνημονευόμενο …./2022 e-παράβολο στην έκθεση κατάθεσης) (άρθ. 495, 511,513, 516, 517, 518 § 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της.

II. Με την από 08.06.2015 ανακοπή, οι ανακόπτοντες και νυν εφεσίβλητοι ζήτησαν, για τους αναφερόμενους στο δικόγραφό της λόγους, την ακύρωση της ..../2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην καθής η ανακοπή και νυν εκκαλούσα, το ποσό των 459.395,04€ πλέον τόκων και εξόδων, από απαίτηση της τελευταίας, απορρέουσας από σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού εξέτασε την ανακοπή, την έκανε δεκτή στο σύνολό της, ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και επέβαλε σε βάρος της καθ'ης η ανακοπή, την δικαστική δαπάνη των ανακυπτόντων, εκ ποσού 10.500,00€. Ακολούθως και με την υπό κρίση έφεση, η καθ'ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, παραπονείται κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίας η ένδικη ανακοπή, ως και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στην εν γένει δικαστική της δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

III.і) Κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται, όμως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό, αν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015). Ως νέα αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά απαραδέκτως, όπως λχ εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του ((АП ΑΠ 1017/2022 τνπ Nomos).

ii) Περαιτέρω, όταν με το λόγο της ανακοπής αμφισβητείται η ύπαρξη ή το ύψος της απαιτήσεως, ο λόγος αυτός έχει αρνητικό χαρακτήρα, αφού ο καθ' ου η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, έχει το υποκειμενικό βάρος, κατά το γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την απόδειξη με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ποσού της απαιτήσεως του (ΑΠ 1861/2011 Νόμος). Είναι δε επιτρεπτή η συμφωνία με την οποία η οφειλή του πιστούχου στην πιστώτρια τράπεζα, που θα προκόψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 925/2006 Νόμος). Με την εν λόγω συμφωνία προσδίδεται άνευ ετέρου σε ιδιωτικά έγγραφα πλήρη αποδεικτική ισχύ, την οποία διαφορετικά θα είχαν μόνο υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 448 ΚΠολΔ ελλείψει των οποίων θα περιέπιπταν σε απλά δικαστικά τεκμήρια (339 ΚΠολΔ), πλην όμως δεν αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης, καθώς ο δανειολήπτης διατηρεί το δικαίωμα ανταπόδειξης, ακόμα και αν συμφωνηθεί το αντίθετο (ΑΠ 430/2005 Νόμος). Η δε ανταπόδειξη αντιδιαστέλλεται εννοιολογικά από την κύρια απόδειξη, δηλαδή από την αποδεικτική διαδικασία που διεξάγει ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης (βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία Ερμηνεία των άρθρων, σελ. 1568) και συνίσταται κατά περιεχόμενο στη δικονομική δυνατότητα του αντιδίκου να καταρρίψει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιούνται από τον φέροντα το βάρος της κύριας απόδειξης διάδικο, καταδεικνύοντας την αναξιοπιστία τούτων, είτε καθ' αυτά είτε με την επίκληση και προσκόμιση ίδιων αποδεικτικών μέσων (βλ. Νικολόπουλο, Δίκαιο Αποδείξεως, B’ έκδοση, σελ. 151), χωρίς να χρειάζεται να πείσει το Δικαστή για την ανακρίβεια των αποδεικτέων ισχυρισμών παρά μόνο να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς την αλήθεια τους, οπότε και θα απορριφθεί η εκκρεμής αίτηση ως αβάσιμη, αφού τον κίνδυνο αμφιβολίας ως προς τη συνδρομή των γεγονότων στα οποία στηρίζεται η επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια φέρει ο έχων το κύριο βάρος απόδειξης και όχι ο αντίδικος του που διεξάγει την ανταπόδειξη. Επομένως, το εν λόγω δικονομικό δικαίωμα αντιδιαστέλλεται και ως προς την απόδειξη του αντιθέτου, που καθιερώνει το άρθρο 338 παρ. 2 ΚΠολΔ ως προς τα νόμιμα τεκμήρια, οπότε και ο αντίδικος του αιτούντος φέρει το βάρος της κύριας απόδειξης του αντιθέτου εκείνου που τεκμαίρει ο νόμος, της δημιουργίας δηλαδή πλήρους δικανικής πεποίθησης και όχι απλώς αμφιβολίας. Εκ των ως άνω προκύπτει ότι δεν υφίσταται βάρος παρά μόνο δικαίωμα ανταπόδειξης. Τα ως άνω σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη δυνατότητα ανταποδείξεως ισχύουν και ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των δικονομικών κανόνων δικαίου, κάθε δε διάδικος φέρει το βάρος αποδείξεως των γεγονότων τα οποία στηρίζουν τα δικονομικά αιτήματα του.

iii) Προκειμένου να εκδοθεί η διαταγή πληρωμής απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων του άρθρου 623 ΚΠολΔ και των αρνητικών προϋποθέσεων του άρθρου 624 ΚΠολΔ. Αν ο λόγος ανακοπής στηρίζεται στην αμφισβήτηση των ως άνω προϋποθέσεων τότε ο δανειστής έχει υποχρέωση να αποδείξει τη συνδρομή τους, διότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι απαραίτητες για την επέλευση της επιδιωκόμενης διά της σχετικής αιτήσεώς του έννομης συνέπειας, ήτοι της έκδοσης έγκυρης διαταγής πληρωμής. Στην περίπτωση κατά την οποία κατόπιν άσκησης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ διαπιστωθεί ότι, δεν συνέτρεχε μία εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων, η διαταγή πληρωμής θα ακυρωθεί διότι θα έχει αποδειχθεί ότι η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε ήταν δικονομικά ουσία αβάσιμη. Αν κατά ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος του ο οφειλέτης αμφισβητήσει με λόγο ανακοπής το εκκαθαρισμένο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, δεν απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη, καθώς, όπως προεκτέθηκε, το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει ο δανειστής. Ο ανακόπτων προκειμένου να ευδοκιμήσει η ανακοπή του δεν χρειάζεται να αποδείξει ούτε ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη, ότι δηλαδή το ποσό της δεν είναι ορισμένο, αρκεί μόνο αμφισβητώντας την αρνητική αυτή προϋπόθεση στα πλαίσια της ανταποδεικτικής του ευχέρειας να δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τη συνδρομή της και περαιτέρω να μην επιτύχει ο καθ’ ου η ανακοπή να άρει τη σχετική αμφιβολία παρότι φέρει τον κίνδυνο της ως έχων το υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξής της (βλ. αντί πολλών: ΜΕφΛαρ 80/2020, τνπ Nomos, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία και τη νμλ).

IV) Στην προκειμένη περίπτωση η καθ'ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της, ισχυρίζεται ότι, η εκκαλουμένη εσφαλμένα, κατά κακή ερμηνεία του νόμου, αλλά και εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού έκρινε ότι, δεν προσκομίστηκαν πρωτότυπα αποσπάσματα από τα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσας για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.

Από την παραδεκτή στο στάδιο αυτό επισκόπηση της από 16.2.2015 αίτησης της εκκαλούσας προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, προκύπτουν τα ακόλουθα:

α) Στην σελίδα (7) και στην παράγραφο (III) αναφέρεται επί λέξει: “Ο Μισθωτής συμφώνησε ότι η Εκμισθώτρια δικαιούται, προς απόδειξη των πάσης φύσεως οφειλών του Μισθωτή, οι οποίες απορρέουν από την Ενιαία Σύμβαση, όπως απαιτήσεις από μισθώματα, φόρους και λοιπά έξοδα και δαπάνες που βαρύνουν τον μισθωτή, καθώς και αποζημιώσεις οφειλόμενες με βάση ρήτρα της Ενιαίας Συμβάσεως και πάσης φύσεως τόκους, περιλαμβανόμενων τόκων επί τόκων (συνοπτικά «Χρέος»), να τηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς στα βιβλία της, στους οποίους θα καταχωρίζονται: στη μεν στήλη χρέωσης τα ποσά του Χρέους, στη δε στήλη πίστωσης οι καταβολές του Μισθωτή με τη σειρά καταλογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 7 της ως άνω σύμβασης Χρηματοδοτικής Μισθώσεως (Γενικοί Όροι).

Τα αντίγραφα του ανωτέρω λογαριασμού που τηρεί η Εκμισθώτρια για την εξυπηρέτηση της Ενιαίας Σύμβασης ή τα αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της Εκμισθώτριας, που εμφανίζουν τις συναλλαγές που αφορούν την Ενιαία Σύμβαση, τα οποία εκδίδονται από την Εκμισθώτρια ή εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό της, αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της Εκμισθώτριας κατά του Μισθωτή και του Εγγυητή και έγγραφα κατάλληλα για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Τα αντίγραφα αυτά συνομολογήθηκε ότι είτε θα εξάγονται ως φωτοαντίγραφα είτε θα αναπαράγονται με μηχανογραφική μέθοδο κατ' αποτύπωση των δεδομένων του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Εκμισθώτριας είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο συνηθίζει στις συναλλαγές της η Εκμισθώτρια, του Μισθωτή και του Εγγυητή, παραιτουμένου από κάθε δικαίωμα αμφισβητήσεώς τους. ”

β) Στην σελίδα (8) και στην παράγραφο (IV) αναφέρεται επί λέξει: “ Έτσι, σύμφωνα με την Ενιαία Σύμβαση Χρηματοδοτικής Μίσθωσης όπως αυτή τροποποιήθηκε, την άνω λήξη της Σύμβασης (με την λήξη του εκάστοτε παραρτήματος) και τα από 14/1/2015 πρωτότυπα αποσπάσματα ε ζην μένα. από τα μηγανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία της εταιρίας μας, τα οποία περιλαμβάνουν την χρεοπιστωτική καρτέλα του ως άνω πελάτη νόμιμα υπογεγραμμένα από τους αρμόδιους υπαλλήλους της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της .../2015 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτουν τα ακόλουθα:

α) Στην σελίδα (8) και στην παράγραφο (IV) αναφέρεται επί λέξει: «Έτσι, σύμφωνα με και τα από 14/1/2015 πρωτότυπα αποσπάσματα εξηγμένα από τα μηχανογραφικούς τηρούμενα εμπορικά βιβλία της αιτούσας, τα οποία περιλαμβάνουν την χρεωπιστωτική καρτέλα του ως άνω πελάτη και τον συνημμένο σε αυτή πίνακα οφειλών, νόμιμα υπογεγραμμένα από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Οικονομικής Διεύθυνσης και της Διεύθυνσης Παρακολούθησης Απαιτήσεων......

Ακολούθως, ως μνημονεύει η εκκαλουμένη και δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα-καθ'ης η ανακοπή, αλλά και όπως αποδεικνύεται από την επισκόπηση της από 16/2/2015 αίτησης για την έκδοση της ..../2015 διαταγής πληρωμής (βλ. σχετ VII της εκκαλούσας), στις 19/10/2016 παρελήφθησαν από την αιτούσα-καθ'ης η ανακοπή τα συναφή σχετικά. Επομένως και εφόσον με την από 08.06.2015 ανακοπή τους οι εφεσίβλητοι αμφισβήτησαν την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και ισχυρίστηκαν ότι, τα προσκομιζόμενα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ'ης η ανακοπή ήταν αντίγραφα μη φέροντα την απαιτούμενη επικύρωση και όχι πρωτότυπα, η τελευταία (καθ'ης η ανακοπή) είχε το δικονομικό βάρος απόδειξης αυτής της διαδικαστικής προϋπόθεσης, στα πλαίσια της δίκης της ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη. Πλην όμως και όπως αποδεικνύεται από τις από 5/10/2021 προτάσεις της καθ'ης η ανακοπή-εκκαλούσας, αυτή ουδόλως προσκόμισε και επικαλέστηκε κατά την ανωτέρω δίκη τα απαιτούμενα «από 14/1/2015 πρωτότυπα αποσπάσματα εξηγμένα από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία της», μη αρκούντος, για την νομότυπη απόδειξη της απαίτησής της, του επισυναπτόμενου στην ένδικη διαταγή πληρωμής, πίνακα οφειλών. Περαιτέρω η κατά τα ανωτέρω παράλειψη της καθ'ης η ανακοπή -εκκαλούσας να προσκομίσει τα απαιτούμενα έγγραφα προς απόδειξη της απαιτήσεώς της στην δίκη της ανακοπής, οφείλεται σε βαριά αμέλεια της, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την επ’ αυτών υπάρχουσα ημερομηνία εκτύπωσης, υπήρχαν στην κατοχή της ήδη από τις 14/1/2015 (και ώρα 09:22:44) και επομένως απαραδέκτως προσκομίζονται αυτά για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, δέχθηκε τον σχετικό λόγο της ανακοπής ως βάσιμο και ακολούθως δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ..../2015 διαταγή πληρωμής, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας με τον λόγο της ένδικης εφέσεως, δέον όπως απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ν. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπαρχόντων άλλων λόγων προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στην ουσία της και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495παρ.3γ του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που κατέθεσε η εκκαλούσα κατά την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, θα επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 του ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμολία των διαδίκων την από 31.3.2022 έφεση κατά της 196/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή του …./2022 e-παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας, τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ για έκαστο εξ αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στην Αθήνα την ….2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ