Αριθμός 392/2026
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2025, με την εξής
σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Πρόεδρος, Σπυριδούλα Χρυσικοπούλου, Διομήδης
Κυριλλόπουλος, Κωνσταντίνος Κουσούλης, Μαρίνα Παπαδοπούλου, Χρήστος Ντουχάνης,
Δημήτριος Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Όλγα
Ζύγουρα, Βαρβάρα Ραφτοπούλου, Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Δημήτριος Μακρής, Σοφία
Βιτάλη, Αναστασία-Μαρία Παπαδημητρίου, Παναγιώτης Τσούκας, Κωνσταντίνα
Κονιδιτσιώτου, Ρωξάνη Γιαννουλάτου, Μαρλένα Τριπολιτσιώτη, Βασίλειος
Ανδρουλάκης, Σταυρούλα Κτιστάκη, Ευσταθία Σκούρα, Αικατερίνη Ρωξάνα, Ελένη
Γεωργούτσου, Γεωργία Ανδριοπούλου, Βασιλική Μόσχου, Σουλτάνα Κωνσταντίνου, Χριστιάνα
Μπολόφη, Οδυσσέας Σπαχής, Σύμβουλοι, Νικόλαος Μαρκόπουλος, Νικόλαος Σεκέρογλου,
Βασίλειος Γκέρτσος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Γεωργία
Ανδριοπούλου και Οδυσσέας Σπαχής καθώς και ο Πάρεδρος Βασίλειος Γκέρτσος
μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν.
3719/2008. Γραμματέας η Σταυρούλα Χάρου.
Για να δικάσει την από 16 Απριλίου 2024 αίτηση:
των: 1. σωματείου με την επωνυμία «Σύλλογος για την προστασία του Αγέννητου Παιδιού...», που εδρεύει στην ... Δήμου ... (ανώνυμη οδός ...), το οποίο παρέστη με τους δικηγόρους: α) Χαράλαμπο Άνδραλη (Α.Μ. ….. Δ.Σ. Πειραιώς) και β) Θεοφάνη Τσίμα (Α.Μ. …… Δ.Σ. Καβάλας), που τους διόρισε με πληρεξούσιο, 2. Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας με την επωνυμία «...», που εδρεύει στο ...ι Αττικής (...) και 3. σωματείου με την επωνυμία «....», που εδρεύει στη .. Θεσσαλονίκης (...), οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Χαράλαμπο Άνδραλη, που τον διόρισαν με πληρεξούσια,
κατά του Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με την Χρυσούλα Τσιαβού, Νομική Σύμβουλο του Κράτους,
και κατά της παρεμβαίνουσας Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που εδρεύει στην Αθήνα ...), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους: α) Ιωάννη Ιωαννίδη (Α.Μ. ……) και β) Αικατερίνη Τρίμμη (Α.Μ. ……..), που τους διόρισε με πληρεξούσιο.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 20 Ιουνίου 2024 πράξης της Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδ. α΄ και γ΄ (όπως ισχύει), 20 και 21 του π.δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. .../20.2.2024 απόφαση της Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ Β΄ .../21.2.2024) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Αναστασίας-Μαρίας Παπαδημητρίου.
Κατόπιν
το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους των αιτούντων, οι οποίοι ανέπτυξαν και
προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η
αίτηση, τους πληρεξουσίους της παρεμβαίνουσας Επιτροπής και την αντιπρόσωπο του
Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του
δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α΄
214), των Συμβούλων Δ. Μακρή και Χρ. Μπολόφη, τακτικών μελών της σύνθεσης, η
οποία εκδίκασε την υπό κρίση υπόθεση, έλαβαν μέρος αντ’ αυτών στη διάσκεψη, ως
τακτικά μέλη, οι Σύμβουλοι Γ. Ανδριοπούλου και Ο. Σπαχής, αναπληρωματικά,
αρχικώς, μέλη της σύνθεσης (βλ. 54/30.5.2025 πρακτικό διάσκεψης της
Ολομέλειας).
2. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (κωδικός ηλεκτρονικού παραβόλου .../16.4.2024).
3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισήχθη λόγω σπουδαιότητας στην Ολομέλεια με πράξη της Προέδρου του Δικαστηρίου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 14 παρ. 2 εδ. γ΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), ζητείται η ακύρωση της .../20.2.2024 απόφασης της Υπουργού Εσωτερικών, με τίτλο «Τροποποίηση της υπό στοιχεία Φ.131360/12476/ 08-05-2013 απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών “Καθορισμός του τύπου και του τρόπου τήρησης των ληξιαρχικών βιβλίων των Ληξιαρχείων” (Β΄ 1107), ως προς την αποτύπωση των στοιχείων γονέων και συζύγων επί των ληξιαρχικών πράξεων γέννησης και γάμου απαιτούμενες προσαρμογές στο Πληροφοριακό Σύστημα “Μητρώο Πολιτών” προσθήκη νέων προτύπων ληξιαρχικών πράξεων» (Β΄ .../21.2.2024). Η ως άνω υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 5089/2024 «Ισότητα στον πολιτικό γάμο, τροποποίηση του Αστικού Κώδικα [και] άλλες διατάξεις» (Α΄ 27), με αντικείμενο την προσαρμογή του περιεχομένου των ληξιαρχικών πράξεων στις διατάξεις του νέου αυτού νόμου.
4. Επειδή, με την εν λόγω αίτηση ακυρώσεως δεν προβάλλονται αυτοτελείς πλημμέλειες της ως άνω, ευθέως προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης, πλην παραδεκτώς αμφισβητείται η συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του ν. 5089/2024, με τις οποίες θεσπίζεται το πρώτον στην ελληνική έννομη τάξη η δυνατότητα σύναψης πολιτικού γάμου μεταξύ ομοφύλων, παρεχομένου σε αυτούς, κατά τα ισχύοντα περί εγγάμων ετεροφύλων, δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου τέκνου. Aμφισβητείται δηλαδή η συνταγματικότητα των ουσιαστικών ρυθμίσεων του νόμου, στις οποίες ερείδεται η εν λόγω απόφαση και για την υλοποίηση των οποίων είναι αναγκαία η εφαρμογή της (πρβλ. ΣΕ 3299/2014, 2565/2015, 2003-4/2018 7μ.).
5.
Επειδή, προς θεμελίωση εννόμου συμφέροντος, οι αιτούντες προβάλλουν ότι «με την
προσβαλλόμενη απόφαση και τον ν. 5089/2024 τροποποιείται πλήρως ο θεσμός της
οικογένειας, ώστε να περιλαμβάνει ζεύγη και γονείς του ίδιου φύλου, γεγονός που
έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τα ελληνικά χρηστά ήθη, όπως αυτά ορίζονται
στην ελληνορθόδοξη παράδοση», επικαλούνται δε το περιεχόμενο των καταστατικών
τους, σύμφωνα με τα οποία: (α) το πρώτο αιτούν σωματείο «Σύλλογος για την
προστασία του Αγέννητου Παιδιού η ..» έχει ως σκοπό τη στήριξη του θεσμού της
οικογένειας και του γάμου και την ενθάρρυνση της τεκνογονίας, καθώς και τη
διάδοση και εφαρμογή των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών στην οικογένεια, «που
αποτελεί το κύτταρο του κοινωνικού σώματος και την κατ’ οίκον εκκλησία», (β) η
δεύτερη αιτούσα, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία «..» σκοπούς έχει, μεταξύ
άλλων, την έκθεση της ορθόδοξης διδασκαλίας και προάσπιση της ορθόδοξης πίστης
«έναντι πάσης κακοδοξίας … και των νεοφανών αιρέσεων και ρευμάτων …» και τη
διαλεκτική αντιπαράθεση «προς θέσεις, ιδέας και πρακτικάς, αι οποίαι εναντιώνονται
εις την ορθόδοξον παράδοσιν», (γ) το τρίτο αιτούν σωματείο «...» σκοπό έχει την
προάσπιση και προβολή των πνευματικών αξιών «που συνθέτουν την ταυτότητα και
χαρακτηρίζουν την ιδιοπροσωπεία των χριστιανών ορθοδόξων Ελλήνων», στις οποίες
περιλαμβάνεται ο θεσμός της οικογένειας, που αποτελεί «το κύτταρο του
κοινωνικού σώματος» και την «κατ’ οίκον Εκκλησίαν». Ενόψει των ανωτέρω
καταστατικών σκοπών, οι οποίοι αφορούν, μεταξύ άλλων, στην προστασία των θεσμών
του γάμου και της οικογένειας υπό την παραδοσιακή, σύμφωνη προς τη Xριστιανική
Oρθόδοξη διδασκαλία μορφή αυτών, η οποία υπονομεύεται, κατά τους αιτούντες, από
την αναγνώριση δικαιώματος σύναψης γάμου σε ομοφύλους, η υπό κρίση αίτηση
ασκείται με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς από τους ομοδίκους αιτούντες.
.
6. Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνει προς αντίκρουση των προβαλλομένων λόγων περί
αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων του ν. 5089/2024 η Εθνική Επιτροπή για τα
Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Ε.Δ.Α.), η οποία ιδρύθηκε με τον ν. 1667/1998 (Α΄
81) ως ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας σε θέματα προστασίας των
δικαιωμάτων του ανθρώπου, ανασυστήθηκε με τον ν. 4780/2021 (Α΄ 30) και
αποτελεί, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 του νόμου αυτού, τον εθνικό θεσμό για τα
δικαιώματα του ανθρώπου, διαθέτει δε, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, νομική
προσωπικότητα και διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Η Ε.Ε.Δ.Α. προβάλλει,
προς θεμελίωση εννόμου συμφέροντος, ότι ήδη από το έτος 2004 είχε καταθέσει
δέσμη προτάσεων προς την Πολιτεία για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των
ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων και τη νομική αναγνώριση/κατοχύρωση των πραγματικών
συμβιωτικών σχέσεων μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, είχε υποβάλει γραπτές
προτάσεις κατά τη διαμόρφωση της Εθνικής Στρατηγικής για την ισότητα των
ΛΟΑΤΚΙ+ και είχε συνδράμει την Πολιτεία κατά την επεξεργασία του ν. 5089/2024,
καθώς και ότι ένα εκ των μελών της ορίζεται, κατά νόμον [βλ. άρθρο 11 παρ. 1
περ. β΄ του ν. 4780/2021, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν.
4606/2019 (Α΄ 57)], από κοινού από (α) το «Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών»,
(β) το «Φεστιβάλ Υπερηφάνειας Αθήνας Athens Pride», (γ) την «Ομοφυλοφιλική και
Λεσβιακή Κοινότητα Ελλάδας», (δ) την «COLOUR YOUTH Κοινότητα LGBTQ Νέων Αθήνας»
και (ε) τις «Οικογένειες Ουράνιο Τόξο».
7.
Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία
της αξίας του ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», στο άρθρο
4 παρ. 1 ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στο άρθρο 5 παρ. 1
ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να
συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν
προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά
ήθη», στο άρθρο 9 παρ. 1 εδάφιο β΄ ότι: «Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του
ατόμου είναι απαραβίαστη», στο άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 5 ότι: «1. Η οικογένεια,
ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η
μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2.
Πολύτεκνες οικογένειες … έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος. … 5. Ο
σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των
αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους», στο δε άρθρο 25 παρ. 1 ότι:
«Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και
η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. ...
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα
δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από
το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της
αναλογικότητας».
8. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί, με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1
και 5 παρ. 1 του Συντάγματος ο άνθρωπος αναγνωρίζεται ως υπέρτατη αξία, χάριν
της οποίας υφίσταται και οργανώνεται η έννομη τάξη, τα δε επί μέρους ατομικά
και κοινωνικά δικαιώματα θεσπίζονται για τη διασφάλιση της επί ίσοις όροις
ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας εκάστου και την απόλαυση των εννόμων
αγαθών που αντιστοιχούν στο περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών (ΣΕ 867/1988
Ολομ., 100/2017 Ολομ., ΣΕ 2003-4/2018 7μ. κ.ά.). Η συνταγματική προστασία της
ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και των επί μέρους ατομικών και
κοινωνικών δικαιωμάτων δεν κωλύει τον νομοθέτη ή την κανονιστικώς δρώσα
Διοίκηση να θεσπίζουν, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορισμούς που
δικαιολογούνται από λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, υπό την
προϋπόθεση, όμως, ότι οι εν λόγω περιορισμοί τελούν σε συνάφεια προς το
αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης δραστηριότητας, είναι πρόσφοροι
και αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος,
στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπουν και δεν παραβιάζουν την κατοχυρούμενη
από το ως άνω άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Με τη
διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 ορίζεται, εξάλλου, ότι η άσκηση του δικαιώματος
ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνική,
οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας περιορίζεται από την υποχρέωση τήρησης
του Συντάγματος και των νόμων, του σεβασμού των δικαιωμάτων των τρίτων και της
μη προσβολής των χρηστών ηθών, τα οποία εκφράζουν τις κρατούσες αντιλήψεις περί
κοινωνικής ηθικής εντός του νομικού μας πολιτισμού (ΣΕ 1319/2004, 2003-4/2018
7μ.). Η έννοια των χρηστών ηθών αποτελεί αόριστη νομική έννοια, την οποία
καλείται να συγκεκριμενοποιήσει ο δικαστής κατά ατομική περίπτωση, με κριτήριο
το περί δικαίου αίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως
σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 864/2014, 167/2015, 25, 38, 191, 462,
650/2016). Ο νομοθέτης συνεκτιμά τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικοηθικές
αντιλήψεις (χρηστά ήθη) ενόψει της θέσπισης ρυθμίσεων που άπτονται ζητημάτων
κοινωνικής ηθικής (πρβλ. ΣΕ 2422/1985), ο δε νόμος, ως έκφραση της βούλησης της
εσωτερικής έννομης τάξης, θεωρείται ότι αντανακλά τις ηθικές και κοινωνικές
αξίες του ελληνικού λαού τη δεδομένη στιγμή (πρβλ. ΑΠ 1428/2017).
9. Επειδή, το άρθρο 9 παρ. 1, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώνει το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, στον πυρήνα της οποίας ανήκει η ερωτική ζωή (ΣΕ 3545/2002 7μ., 554/2003 7μ., 1680/2007, 888/2008 7μ., 1735/2012, 2003-4/2018 7μ.) και ο σεξουαλικός προσανατολισμός εκάστου, ο οποίος, ως βασικό στοιχείο της προσωπικότητας και της ελευθερίας αυτοπροσδιορισμού του ατόμου, είναι, σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, απολύτως σεβαστός (πρβλ. ΣΕ 3490/2006 7μ., 4596/2014) και δεν επιτρέπεται να αποτελεί αιτία διακρίσεων από πλευράς της κρατικής εξουσίας (ΣΕ 2003-4/2018 7μ.).
10. Επειδή, με βάση τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 21 του Συντάγματος, προστατεύεται, ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και του απαραβίαστου της ιδιωτικής ζωής, το δικαίωμα εκάστου προς σύναψη γάμου με το πρόσωπο της επιλογής του (πρβλ. ΣΕ 867/1988 Ολομ., 485/1999 7μ., 1239/2007 7μ., 22/2009 7μ., 1636/2022), οι δε τιθέμενοι από τον νομοθέτη περιορισμοί δεν είναι επιτρεπτό να πλήττουν τον πυρήνα του εν λόγω δικαιώματος ή να συνιστούν έντονη επέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου ή προσβολή της προσωπικότητάς του (βλ. ανωτ. ΣΕ 867/1988 Ολομ., ΣΕ 2003-4/2018 7μ., πρβλ. ΑΠ 357/2000, 290/2005 ως προς το δικαίωμα λύσης του γάμου). Mε τις διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος ο γάμος και η οικογένεια έχουν αναχθεί σε συνταγματικώς προστατευόμενους θεσμούς (ΣΕ 550/1999 Ολομ., 3178/2010), απευθύνεται δε έντονη υπόδειξη στον νομοθέτη προς λήψη θετικών μέτρων για την προστασία των θεσμών αυτών (ΣΕ 2738/2010, 3998/2012), της μητρότητας (ΣΕ 2348/1991, 13/2015 7μ.) και της παιδικής ηλικίας (πρβλ. ΣΕ 2634/2015), καθώς επίσης, ειδικότερα, των πολυτέκνων, προς αντιμετώπιση και του δημογραφικού προβλήματος της Χώρας. Η εν λόγω συνταγματική διάταξη έχει κυρίως κατευθυντήριο χαρακτήρα, εναπόκειται δε στον κοινό νομοθέτη και, κατ’ εξουσιοδότησή του, στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση να προσδιορίσουν, με βάση τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, τις ειδικότερες μορφές και την έκταση της προστασίας του γάμου και της οικογένειας, μέσα στα όρια που διαγράφουν οι λοιπές συνταγματικές διατάξεις και αρχές (ΣΕ 4237/2005 7μ., 4091/2012 7μ., 3413/2013 7μ., 988/2014 Ολομ. κ.ά.). Δεν είναι, πάντως, συνταγματικά ανεκτή η λήψη οιουδήποτε νομοθετικού μέτρου εναντίον των ως άνω θεσμών, υπό την έννοια, ιδίως, της κατάργησης του θεσμού του γάμου ή της εισαγωγής ρυθμίσεων, που καθιστούν δυσμενέστερη τη θέση των εγγάμων ή/και γονέων λόγω των συγκεκριμένων αυτών ιδιοτήτων (ΣΕ 1154/1983 Ολομ., 4912/1987 Ολομ., 110/1989). Ο νομοθέτης δεν κωλύεται, ωστόσο, να τροποποιεί τις ρυθμίσεις περί των όρων σύστασης της οικογένειας (ΑΠ 2084/2009, 9/2016 Ολομ.) [ενός θεσμού, ο οποίος «από τη φύση του υφίσταται κατ’ ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου» (ΑΠ 1735/2006, 1541/2009, 528, 775/2011, 442/2017, 1194/2023) και υπόκειται σε εξέλιξη και αναπροσδιορισμούς (Μον ΕφΑθ 2435/2024)], αναγνωρίζοντας και προστατεύοντας και άλλες, εναλλακτικές προς τον γάμο, μορφές συμβίωσης υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι δεν τίθεται, ως εκ των εν λόγω ρυθμίσεων, σε υποδεέστερη θέση, από πλευράς προστασίας, ο θεσμός του γάμου. Περαιτέρω, η προστασία, κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην δια του γάμου ιδρυόμενη οικογένεια (ΣΕ 2003-4/2018 7μ.), αλλά αποβλέπει και σε άλλες μορφές οικογενειακής ζωής, που αποτελούν μέρος της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, όπως μονογονεϊκές οικογένειες ή οικογένειες ερειδόμενες στη σύναψη συμφώνου συμβίωσης ή και σε ελεύθερη ένωση των μερών (βλ. ΑΠ 1194/2023). Εξάλλου, από την κατοχυρούμενη με το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασία της παιδικής ηλικίας απορρέει η ειδικότερη αρχή της προστασίας του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού τόσο κατά τη θέσπιση νομοθετικών ρυθμίσεων όσο και κατά τη λήψη, από δικαστική ή άλλη κρατική αρχή, αποφάσεων, που αφορούν ή επηρεάζουν άμεσα την προσωπική κατάσταση ανηλίκων (πρβλ. ΣΕ 1636/2002, 4055-6/2008, 907/2011, 3634/2015, 200/2020, ΑΠ 896/2007, 907/2011, 537/2012, 1132/2017, Μον ΕφΑθ 2435/2024, ΕΣ 2076/2018).
11. Επειδή, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο ισχύουν τα εξής: (Ι) Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που υπoγράφηκε στη Ρώμη στις 4.11.1950 και κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) [αποδόθηκε δε στη δημοτική γλώσσα με το άρθρο πρώτο του π.δ. 76/2022 (Α΄ 205)], ορίζει στο άρθρο 8 ότι: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση αυτού του δικαιώματος, εκτός εάν η εν λόγω παρέμβαση προβλέπεται από τον νόμο και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων.», στο άρθρο 12 ότι: «Με τη συμπλήρωση ηλικίας γάμου, ο άνδρας και η γυναίκα έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν γάμο και να ιδρύουν οικογένεια, σύμφωνα προς τους εθνικούς νόμους που διέπουν την άσκηση αυτού του δικαιώματος.» και στο άρθρο 14 ότι: «Η απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών, που αναγνωρίζονται στην παρούσα Σύμβαση, πρέπει να εξασφαλιστεί χωρίς καμία διάκριση που να βασίζεται ιδίως στο φύλο, τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική προέλευση, τη συμμετοχή σε εθνική μειονότητα, την περιουσία, τη γέννηση ή κάθε άλλη κατάσταση». (ΙΙ) Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. στις 16.12.1966 και κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2462/1997 (Α΄ 25), ορίζει στο άρθρο 23 ότι: «1. Η οικογένεια είναι φυσικό και θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνίας, τα μέλη της [δε] απολαύουν την προστασία της κοινωνίας και του Κράτους. 2. Αναγνωρίζεται το δικαίωμα ανδρών και γυναικών σε ηλικία γάμου να παντρεύονται και να δημιουργούν οικογένεια. 3. Κανένας γάμος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την ελεύθερη και πλήρη συναίνεση των μελλοντικών συζύγων. 4. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων και των ευθυνών των συζύγων σε σχέση με το γάμο, κατά τον έγγαμο βίο και κατά τη λύση του γάμου. Σε περίπτωση λύσης του γάμου, λαμβάνονται μέτρα για την εξασφάλιση της απαραίτητης προστασίας των παιδιών.», στο άρθρο 24 ότι: «1. Κάθε παιδί, χωρίς διάκριση λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας ή γέννησης, έχει δικαίωμα, έναντι της οικογένειάς του, της κοινωνίας και του Κράτους στα μέτρα προστασίας που απαιτεί η θέση του ως ανηλίκου. 2. Κάθε παιδί πρέπει να εγγράφεται αμέσως μετά τη γέννησή του στο Ληξιαρχείο και να αποκτά όνομα. 3. Κάθε παιδί έχει δικαίωμα να αποκτά ιθαγένεια.» και στο άρθρο 26 ότι: «Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου. Ως προς αυτό το ζήτημα, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης.». (ΙΙΙ) Η κυρωθείσα με το άρθρο πρώτο του ν. 2101/1992 (Α΄ 192) Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού (Δ.Σ.Δ.Π.), η οποία υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1989 και τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα στις 10.6.1993 [βλ. σχετική από 16.9.1993 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών (ΦΕΚ Α´ 166)] αναφέρει στο προοίμιό της, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Έχοντας πεισθεί ότι η οικογένεια, όντας η θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας και το φυσικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και την ευημερία όλων των μελών της, και ιδιαίτερα των παιδιών, πρέπει να έχει την προστασία και την υποστήριξη που χρειάζεται για να μπορέσει να διαδραματίσει πληρέστερα το ρόλο της στην κοινότητα. Αναγνωρίζοντας ότι το παιδί, για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, πρέπει να μεγαλώνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, σ’ ένα κλίμα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης», ορίζει δε στο άρθρο 2 ότι: «1. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να σέβονται τα δικαιώματα, που αναφέρονται στην παρούσα Σύμβαση και να τα εγγυώνται σε κάθε παιδί που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, χωρίς καμία διάκριση φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων του παιδιού ή των γονέων του ή των νόμιμων εκπροσώπων του ή της εθνικής, εθνικιστικής ή κοινωνικής καταγωγής τους, της περιουσιακής τους κατάστασης, της ανικανότητάς τους, της γέννησής τους ή οποιασδήποτε άλλης κατάστασης. 2. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη παίρνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να προστατεύεται αποτελεσματικά το παιδί έναντι κάθε μορφής διάκρισης ή κύρωσης, βασισμένης στη νομική κατάσταση, στις δρα[σ]τηριότητες, στις εκφρασμένες απόψεις ή στις πεποιθήσεις των γονέων του, των νόμιμων εκπροσώπων του ή των μελών της οικογένειάς του». Στο άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης ορίζεται ότι: «Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές λαμβάνονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής προστασίας, είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού», ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου υποδεικνύεται στην πολιτεία να εξασφαλίζει στο παιδί την αναγκαία για την ευημερία του προστασία και φροντίδα, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων του, των επιτρόπων του ή των άλλων προσώπων που είναι νόμιμα υπεύθυνα γι’ αυτό, και να παίρνει για τον σκοπό αυτό όλα τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα, στο άρθρο 7 προβλέπεται ότι: «1. Το παιδί εγγράφεται στο ληξιαρχείο αμέσως μετά τη γέννησή του και έχει από εκείνη τη στιγμή το δικαίωμα ονόματος, το δικαίωμα να αποκτήσει ιθαγένεια και, στο μέτρο του δυνατού, το δικαίωμα να γνωρίζει τους γονείς του και να ανατραφεί από αυτούς. 2. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη μεριμνούν για τη θέση σε εφαρμογή αυτών των δικαιωμάτων, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους και με τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλουν οι ισχύουσες σ’ αυτό το πεδίο διεθνείς συνθήκες …», στο δε άρθρο 21 ότι: «Τα Συμβαλλόμενα κράτη που αναγνωρίζουν και/ή επιτρέπουν την υιοθεσία διασφαλίζουν ότι εκείνο που λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη στην προκειμένη περίπτωση είναι το συμφέρον του παιδιού ...». (IV) Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση «περί υιοθεσίας ανηλίκων», η οποία υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 24.4.1967 και κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1049/1980 (Α΄ 114), ορίζει στο άρθρο 8 ότι: «1. Η αρμοδία Αρχή δεν θέλει προβή εις την έκδοσιν αποφάσεως υιοθεσίας ειμή εφόσον πεισθή ότι η υιοθεσία θέλει αποβή προς όφελος του υιοθετουμένου. 2. Εις εκάστην περίπτωσιν, η αρμοδία Αρχή θέλει ιδιαιτέρως φροντίσει όπως η υιοθεσία αύτη παρέχη εις τον υιοθετούμενον σταθεράν και αρμονικήν εστίαν. ...», στο άρθρο 9 ότι: «1. Η αρμοδία Αρχή θέλει λάβει απόφασιν περί υιοθεσίας κατόπιν εμπεριστατωμένης ανακρίσεως εν σχέσει προς τον υιοθετούντα, το υιοθετούμενον παιδίον και την οικογένειάν του. 2. Η ανάκρισις δέον όπως, εν τω ιδιάζοντι εις εκάστην περίπτωσιν μέτρω, επεκταθή μεταξύ άλλων και επί των κάτωθι σημείων: (α) την προσωπικότητα, υγείαν και οικονομικά μέσα του υιοθετούντος, της οικογενειακής του ζωής, του τρόπου διαβιώσεως και της ικανότητός του προς επιμόρφωσιν του υιοθετουμένου, (β) τα κίνητρα της επιθυμίας του προς υιοθέτησιν του παιδίου, (γ) εις την περίπτωσιν αιτήσεως προς υιοθεσίαν μόνον του ενός των συζύγων, τους λόγους τους ωθήσαντας τον έτερον τούτων ίνα μη συμμετάσχη εις την αίτησιν υιοθεσίας, δ) την αμοιβαίαν καταλληλότητα μεταξύ υιοθετουμένου και υιοθετούντος, το χρονικόν διάστημα καθ’ ο το παιδίον παρέμεινεν υπό τας φροντίδας του υιοθετούντος, (ε) την προσωπικότητα και υγείαν του υιοθετουμένου και υπό τους ισχύοντας νομικούς περιορισμούς, τους προγόνους αυτού, (στ) τας απόψεις του υιοθετουμένου ως προς την προτεινόμενην υιοθεσίαν, (ζ) και την τυχόν διαφοράν θρησκεύματος μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου. 3. Η ανάκρισις αύτη δέον όπως ανατεθή εις πρόσωπον ή οργανισμόν ανεγνωρισμένον υπό του νόμου ή ειδικώς προς τούτο ανεγνωρισμένον παρά Δικαστικής ή Διοικητικής Αρχής. Η ανάκρισις δέον όπως, εν τω μέτρω του δυνατού, διεξαχθή υπό κοινωνικών λειτουργών εχόντων τα προς τούτο προσόντα, ως εκ της ειδικεύσεως ή πείρας αυτών. ...» και στην παρ. 1 του άρθρο 10 ότι: «Η υιοθεσία συνεπάγεται δια τον υιοθετούντα, ως προς τον υιοθετούμενον τα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις, ας υπέχει ο πατήρ ή η μήτηρ προς το νόμιμον τέκνον της». [Ακολούθησε η νέα Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την υιοθεσία των παιδιών του έτους 2008, η οποία δεν έχει ακόμη κυρωθεί από την Ελλάδα.] (V) Με το άρθρο πρώτο του ν. 3765/2009 (Α΄ 101) κυρώθηκε η «Σύμβαση για την προστασία των παιδιών και τη συνεργασία σχετικά με τη διακρατική υιοθεσία», που υπογράφηκε στη Χάγη στις 29.5.1993 και στην οποία έχουν μέχρι στιγμής προσχωρήσει άνω των εκατό (100) κρατών παγκοσμίως. Η Σύμβαση αυτή εφαρμόζεται όταν ένα παιδί, το οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του σε ένα συμβαλλόμενο κράτος («το κράτος προέλευσης») μετακινήθηκε, μετακινείται ή πρόκειται να μετακινηθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος («το κράτος υποδοχής»), είτε μετά την υιοθεσία του στο κράτος προέλευσης από συζύγους ή από ένα πρόσωπο με συνήθη διαμονή στο κράτος υποδοχής, είτε για τον σκοπό επίτευξης μιας τέτοιας υιοθεσίας στο κράτος υποδοχής ή στο κράτος προέλευσης (άρθρο 2 παρ. 1) και μόνο προκειμένου για υιοθεσίες, οι οποίες δημιουργούν μια διαρκή σχέση γονέα-παιδιού (άρθρο 2 παρ. 2). Η Σύμβαση έχει ως αντικείμενο, κατά το άρθρο 1 αυτής, (α) να καθιερώσει εγγυήσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι διακρατικές υιοθεσίες γίνονται για το συμφέρον του παιδιού και με σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματά του, όπως αυτά αναγνωρίζονται στο διεθνές δίκαιο, (β) να καθιερώσει ένα σύστημα συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, το οποίο να εξασφαλίζει ότι αυτές οι εγγυήσεις γίνονται σεβαστές και κατατείνουν στην παρεμπόδιση της αρπαγής, της πώλησης ή της παράνομης διακίνησης παιδιών, και γ) να εξασφαλίσει την αναγνώριση, στα συμβαλλόμενα κράτη, των υιοθεσιών που τελέστηκαν σύμφωνα με τη Σύμβαση. Σχετικά με την αναγνώριση των ως άνω υιοθεσιών, στο άρθρο 23 της Σύμβασης ορίζεται ότι: «(1) Υιοθεσία, για την οποία η αρμόδια αρχή Συμβαλλόμενου Κράτους παρέχει πιστοποίηση ότι έγινε σύμφωνα με τη Σύμβαση, αναγνωρίζεται ως νόμιμη στα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη. ... (2) Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος, κατά το χρόνο της υπογραφής, της επικύρωσης, της αποδοχής, της έγκρισης ή της προσχώρησης, γνωστοποιεί στο Θεματοφύλακα της Σύμβασης την ταυτότητα και τις λειτουργίες της Αρχής ή των Αρχών οι οποίες, σε αυτό το κράτος, είναι αρμόδιες να προβούν στην πιστοποίηση. Επίσης γνωστοποιεί στο Θεματοφύλακα της Σύμβασης οποιαδήποτε τροποποίηση στο διορισμό αυτών των αρχών» και στο άρθρο 24 ότι: «Οι αρμόδιες αρχές ενός Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να αρνηθούν την αναγνώριση μιας υιοθεσίας εφόσον αυτή είναι προδήλως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη αυτού, λαμβανομένου υπ’ όψη του συμφέροντος του παιδιού». Εξάλλου, στο άρθρο δεύτερο παρ. 6 του ως άνω ν. 3765/2009 ορίζεται ότι: «Η αναγνώριση από την Ελλάδα μιας υιοθεσίας που πραγματοποιήθηκε σε αλλοδαπό Συμβαλλόμενο Κράτος τελεί υπό τις προϋποθέσεις: α) ότι έχει παρασχεθεί η πιστοποίηση από την Αρμόδια Αρχή του Συμβαλλόμενου Κράτους ότι η υιοθεσία έγινε σύμφωνα με τη Σύμβαση και β) η υιοθεσία δεν είναι προδήλως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος του παιδιού».
12. Επειδή, καθ’ ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8, 12 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει διαμορφωθεί και εξελίσσεται συνεχώς η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) σχετικά με την έννοια και το περιεχόμενο των οικογενειακών σχέσεων και της οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα των προσώπων στον σεβασμό αυτής, την προοδευτική διεύρυνση της αναγνώρισης και προστασίας εναλλακτικών, σε σχέση με τον γάμο, σχέσεων συμβίωσης, την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και την αναγνώριση του δικαιώματος των συμβιούντων ομοφύλων στον σεβασμό και την προστασία της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής. Ειδικότερα: (I) Το Ε.Δ.Δ.Α. έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν διακρίνει μεταξύ «νόμιμης» και «φυσικής» οικογένειας και ότι η έννοια της προστατευόμενης, κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, οικογενειακής ζωής δεν περιορίζεται στις οικογένειες που βασίζονται στον γάμο, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες, de facto σχέσεις συμβίωσης και φροντίδας, οι οποίες δημιουργούν επίσης, κατά την κρίση του, οικογενειακούς δεσμούς. Την ύπαρξη οικογένειας ή οικογενειακών σχέσεων εξετάζει το Δικαστήριο κατά περίπτωση, ως πραγματικό ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη σειρά παραγόντων, όπως η συμβίωση και η αμοιβαία υποστήριξη, συναισθηματική ή/και υλική, των μερών, η διάρκεια και η σταθερότητα της σχέσης και η με οποιονδήποτε τρόπο έκφραση της δέσμευσης αυτών (όπως με την απόκτηση, από κοινού ή με άλλον τρόπο, παιδιών και την ανάληψη της κοινής ευθύνης της ανατροφής τους), η αναγνώριση ή/και η φροντίδα ανηλίκου από τον βιολογικό του γονέα, καθώς επίσης, γενικότερα, οι σχέσεις μακράς και συνεπούς φροντίδας ή/και οι στενοί προσωπικοί δεσμοί μεταξύ συγγενών εξ αίματος ή στα πλαίσια υιοθεσίας ή αναδοχής (βλ. αποφάσεις Μ. κατά Βελγίου της 13.6.1979, Χ. κατά Ελβετίας της 14.12.1979, J. & L. κατά Βελγίου της 14.5.1986, J. κ.ά. κατά Ιρλανδίας της 18.12.1986, O. κατά Σουηδίας της 24.3.1988, K. κατά Ολλανδίας της 27.10.1994, B. κατά Γαλλίας της 24.4.1996, X., Y. & Z. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 22.4.1997, B. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 8.1.2008 κ.ά.). (II) Το Δικαστήριο θεωρεί τον σεξουαλικό προσανατολισμό ως ένα από τα πλέον σύμφυτα με την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή του ατόμου στοιχεία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση D. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 22.10.1981, σκέψη 52) και, ως εκ τούτου, προστατευόμενο από το άρθρο 8 περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Ε.Σ.Δ.Α. περί απαγόρευσης των πάσης φύσεως διακρίσεων, απορρίπτει δε παγίως, ως αντίθετη προς τη Σύμβαση, οποιαδήποτε αρνητική διακριτική μεταχείριση οφειλόμενη αποκλειστικά στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 το Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σεξουαλικών σχέσεων μεταξύ συναινούντων ενηλίκων συνιστά παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή (βλ. ανωτ. απόφ. D. κατά Ηνωμένου Βασιλείου και αποφ. N. κατά Ιρλανδίας της 26.10.1988, Μ. κατά Κύπρου της 22.4.1993). Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η συναισθηματική και σεξουαλική σχέση δύο προσώπων του ιδίου φύλου που συζούν προστατεύεται από τις διατάξεις της Σύμβασης, ως εντασσόμενη στην έννοια της ιδιωτικής ζωής, που προστατεύει το άρθρο 8, όχι μόνον υπό την αρνητική έννοια του απαραβίαστου και της προστασίας αυτής από αυθαίρετες επεμβάσεις, αλλά και της λήψης, εκ μέρους των συμβαλλομένων κρατών, θετικών μέτρων για την εξασφάλιση του σεβασμού αυτής (βλ. αποφάσεις Χ. & Υ. κατά Ολλανδίας της 26.3.1985, H. κατά Φινλανδίας της 16.7.2014, O. κατά Ιταλίας της 21.7.2015 κ.ά.), στα πλαίσια μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων του ατόμου και του κοινωνικού συνόλου (βλ. απόφαση G. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 7.7.1989 κ.ά.). Διακρίσεις εις βάρος συμβιούντων ομοφύλων δεν είναι ανεκτές παρά μόνον εάν υπαγορεύονται «από λόγους ιδιαίτερα σοβαρούς» ή, κατ’ άλλη διατύπωση, «ιδιαίτερα στέρεους και πειστικούς», για την εξυπηρέτηση των οποίων πρέπει να είναι όχι μόνον πρόσφορες, αλλά και απολύτως αναγκαίες, τηρουμένης πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας, το δε περιθώριο εκτίμησης των συμβαλλομένων κρατών, προκειμένου περί διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, είναι, εν πάση περιπτώσει, περιορισμένο (βλ. ιδίως αποφάσεις K. κατά Αυστρίας της 24.7.2003 και K. κατά Πολωνίας της 2.6.2010, καθώς και μεταγενέστερες, όπως Β. κ.ά. κατά Ελλάδας της 7.11.2013 και Τ. και M. κατά Ιταλίας της 30.6.2016). Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αφαίρεση από διαζευγμένο γονέα της επιμέλειας του παιδιού του για λόγους βασιζόμενους αποκλειστικά ή κυρίως στον σεξουαλικό του προσανατολισμό συνιστά διακριτική μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. αποφ. S. d. S. M. κατά Πορτογαλίας της 21.12.1999 και Χ κατά Πολωνίας της 16.9.2021). (IΙΙ) Με την απόφαση S. και K. κατά Αυστρίας της 2.11.2010 το Δικαστήριο έκρινε το πρώτον ότι οι σταθερές de facto σχέσεις συμβίωσης ομοφύλων εντάσσονται στην έννοια όχι μόνον της ιδιωτικής, αλλά και της οικογενειακής ζωής, που προστατεύεται από το άρθρο 8 της Σύμβασης, με τη σκέψη ότι «τα ομόφυλα ζευγάρια είναι, όπως και τα ετερόφυλα, ικανά να δεσμευθούν στο πλαίσιο σταθερών σχέσεων». Επομένως, «βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη με αυτή ενός ετερόφυλου ζευγαριού ως προς την ανάγκη για νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσης τους», σκέψη που έκτοτε επαναλαμβάνεται παγίως στη νομολογία του (βλ. ενδεικτ. Β. κ.ά. κατά Ελλάδας της 7.11.2013, O. κ.ά. κατά Ιταλίας της 21.7.2015, Α. T. κατά Ισπανίας της 14.6.2016, Τ. και M. κατά Ιταλίας της 30.6.2016, F. κ.ά. κατά Ρωσίας της 17.1.2023). Το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε, με την εν λόγω απόφαση, θετική υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών, απορρέουσα από το άρθρο 12 της Σύμβασης ή από τα άρθρα 8 και 14 αυτής, προς θέσπιση γάμου υπέρ των ομόφυλων ζευγαριών, κρίνοντας ότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει κατ’ αρχήν στο περιθώριο εκτίμησης κάθε συμβαλλόμενου κράτους, έκρινε όμως ότι πρέπει να εξετάζεται ad hoc, σε κάθε περίπτωση αγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά πόσον η παρεχόμενη αναγνώριση και προστασία είναι ικανή να καλύψει βασικές ανάγκες των συμβιούντων μερών, θεμελιώδεις για τη λειτουργία μιας σταθερής συναισθηματικής σχέσης συμβίωσης (βλ. και αποφ. Β. κ.ά. κατά Ελλάδας, σκ. 81, H. κατά Φινλανδίας, σκ. 83, O. κ.ά. κατά Ιταλίας, σκ. 169, C. και C. κατά Γαλλίας της 9.9.2016, σκ. 49-51). Το Ε.Δ.Δ.Α. παρατήρησε, στην ίδια απόφαση, ότι η διατύπωση του άρθρου 12 της Σύμβασης, που αναφέρεται στο δικαίωμα σύναψης γάμου άνδρα και γυναίκας, πρέπει να θεωρηθεί ηθελημένη, λαμβανομένου υπόψιν και του ιστορικού πλαισίου, εντός του οποίου υιοθετήθηκε η Σύμβαση, καθόσον «κατά τη δεκαετία του 1950 ο γάμος ήταν σαφώς νοητός με την παραδοσιακή έννοια της ένωσης μεταξύ ατόμων διαφορετικού φύλου» (σκ. 55). Συνεκτιμώντας, όμως, ότι η αναφορά αυτή σκοπίμως παραλείφθηκε από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 9 του μεταγενέστερου Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. (σκ. 60), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ότι το δικαίωμα στον γάμο, που κατοχυρώνει το άρθρο 12 της Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει υποχρεωτικά να περιορίζεται σε πρόσωπα διαφορετικού φύλου, αλλά το εν λόγω ζήτημα εναπόκειται προς ρύθμιση στον εθνικό νομοθέτη (σκ. 61), κατέληξε δε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι εφόσον ο προσφάτως θεσπισθείς αυστριακός νόμος περί καταχώρισης συμφώνου συμβίωσης (Εingetragene Partnerschaft-Gesetz, με έναρξη ισχύος από 1.1.2010) παρείχε πλέον στα ομόφυλα ζευγάρια της χώρας τη δυνατότητα νομικής αναγνώρισης της σχέσης τους και προστασία ανάλογη, ως προς πολλά σημεία, με την παρεχόμενη με τις διατάξεις περί γάμου, δεν ετίθετο ζήτημα παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης. Αντιθέτως, στην υπόθεση O. κ.ά. κατά Ιταλίας το Δικαστήριο έκρινε ότι η παντελής έλλειψη δυνατότητας αναγνώρισης και προστασίας των σταθερών σχέσεων συμβίωσης ομοφύλων αντέκειτο στο άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. και κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση να λάβει τα κατάλληλα, γενικά ή και ατομικά μέτρα, προκειμένου να εκπληρώσει τις πηγάζουσες από το άρθρο 8 της Σύμβασης θετικές υποχρεώσεις της «προς εξασφάλιση του δικαιώματος των προσφευγόντων και άλλων, ευρισκομένων στην ίδια θέση, προσώπων στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής». (ΙV) Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., όπως ερμηνεύθηκε από το Ε.Δ.Δ.Α., η «προστασία της ηθικής» περιλαμβάνεται μεταξύ των νομίμων σκοπών, οι οποίοι δύνανται να δικαιολογήσουν, υπό την επιφύλαξη της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμούς στην κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου κατοχύρωση του σεβασμού και της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (βλ. ανωτέρω (II) αποφάσεις D. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, N. κατά Ιρλανδίας και Μ. κατά Κύπρου). Το δε περιθώριο εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος καλείται συχνά να σταθμίσει αντίθετα συμφέροντα ή δικαιώματα, θεωρείται κατ’ αρχήν ευρύτερο στις περιπτώσεις στις οποίες τίθενται ευαίσθητα ηθικά ή δεοντολογικά ζητήματα (βλ. σχετ. απόφαση Α, Β & C κατά Ιρλανδίας της 16.12.2010), ιδίως εάν η συναίνεση μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών επί των εν λόγω ζητημάτων εμφανίζεται περιορισμένη. Ωστόσο, με τις αποφάσεις B. κ.λπ. κατά Ρωσίας της 20.6.2017 και Sekmadienis Ltd κατά Λιθουανίας της 30.1.2018, το Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε αντίθετη προς τη Σύμβαση την επιβολή περιορισμών στην άσκηση της προστατευόμενης από το άρθρο 10 αυτής ελευθερίας της έκφρασης με το επιχείρημα της προσβολής των χρηστών ηθών και, ιδίως, των επικρατουσών στις εν λόγω χώρες αντιλήψεων σχετικά με τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι: (α) υφίσταται «σαφής ευρωπαϊκή συναίνεση» σχετικά με την αναγνώριση του δικαιώματος των ατόμων να αυτοπροσδιορίζονται ανοικτά ως ανήκοντα σε οποιαδήποτε σεξουαλική μειονότητα και να προάγουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους, καθώς και μια αυξανόμενη γενική τάση να ενταχθούν οι σχέσεις μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών στην έννοια της οικογενειακής ζωής και να τύχουν νομικής αναγνώρισης και προστασίας, (β) το Δικαστήριο έχει παγίως αρνηθεί να εγκρίνει πολιτικές και αποφάσεις που ενσωμάτωναν προκατάληψη εκ μέρους ετερόφυλης πλειοψηφίας κατά ομοφυλόφιλης μειονότητας, (γ) το κοινό αίσθημα μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση του Δικαστηρίου όσον αφορά ζητήματα απτόμενα της ηθικής, ωστόσο υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στο να λαμβάνονται υπόψη οι κρατούσες αντιλήψεις προκειμένου να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής των εγγυήσεων της Ε.Σ.Δ.Α. και στο να γίνεται επίκληση αυτών προκειμένου να περιοριστεί το πεδίο της ουσιαστικής προστασίας δικαιωμάτων, και (δ) «θα ήταν ασύμβατο προς τις υποκείμενες αξίες της Σύμβασης, αν η άσκηση των δικαιωμάτων της Σύμβασης από μία μειοψηφική ομάδα είχε εξαρτηθεί από την αποδοχή της από την πλειοψηφία». (V) Η σκέψη αυτή επαναλαμβάνεται και στην πρόσφατη απόφαση F. κ.ά. κατά Ρωσίας της 17.1.2023 ευρείας συνθέσεως (σκ. 218-219), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι: (α) η προστασία της παραδοσιακής οικογένειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απουσία οιασδήποτε μορφής αναγνώρισης και προστασίας των σχέσεων συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών, καθόσον ουδόλως προκύπτει ότι η εν λόγω αναγνώριση και προστασία θα μπορούσε, καθεαυτή, να βλάψει οικογένειες, που έχουν δημιουργηθεί με τον παραδοσιακό τρόπο ή να αποτρέψει τα ετερόφυλα ζευγάρια από τη σύναψη γάμου και τη δημιουργία οικογένειας με την έννοια που αντιστοιχεί στις πεποιθήσεις τους. Η δε αναγνώριση δικαιωμάτων υπέρ των ομόφυλων ζευγαριών δεν συνεπάγεται την αποδυνάμωση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται για άλλα άτομα ή ζευγάρια (σκ. 212), (β) η αξίωση των ομόφυλων συντρόφων για νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσης τους άπτεται ιδιαίτερα σημαντικών πτυχών της προσωπικής και κοινωνικής τους ταυτότητας και έχει γι’ αυτούς εγγενή αξία (σκ. 185 & 200), (γ) υπάρχει σαφής εξελισσόμενη τάση νομικής αναγνώρισης των ομόφυλων ζευγαριών, δοθέντος ότι «μια πλειοψηφία τριάντα κρατών–μερών έχουν νομοθετήσει προς τον σκοπό αυτό», είτε μέσω του θεσμού του γάμου [ο οποίος επιτρεπόταν τη δεδομένη στιγμή σε δεκαοκτώ (18) κράτη] είτε μέσω άλλων μορφών αναγνώρισης της ομόφυλης συμβίωσης [οι οποίες είχαν ήδη θεσπιστεί από άλλα δώδεκα (12) κράτη μέρη] (σκ. 175). Ως εκ τούτου, το περιθώριο εκτίμησης των κρατών μερών είναι σημαντικά περιορισμένο ως προς την αρχή, καθεαυτή, της αναγνώρισης και προστασίας των σχέσεων των ομόφυλων ζευγαριών (σκ. 187), (δ) τα κράτη μέρη έχουν ευρύτερο περιθώριο εκτίμησης ως προς τον καθορισμό της ακριβούς φύσεως του νομικού αυτού καθεστώτος, το οποίο δεν πρέπει να έχει υποχρεωτικά τη μορφή του γάμου, καθόσον διαθέτουν ευχέρεια επιλογής ως προς τη μορφή της αναγνώρισης και το περιεχόμενο της παρεχόμενης στα ομόφυλα ζευγάρια προστασίας, είναι, όμως, σημαντικό η προστασία αυτή να είναι επαρκής (σκ. 188-190), (ε) η ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των ομοφύλων συνδέεται με τα ιδεώδη και τις αξίες μιας δημοκρατικής κοινωνίας, ιδίως τον πλουραλισμό, την ανεκτικότητα και την ευρύτητα πνεύματος, στη διατήρηση και προαγωγή των οποίων στοχεύει η Ε.Σ.Δ.Α., με το πνεύμα δε αυτό πρέπει να ερμηνεύονται οι διατάξεις της (σκ. 178-180). Το Δικαστήριο κατέληξε δε ότι στην προς κρίση περίπτωση, ως εκ της παντελούς έλλειψης αναγνώρισης και προστασίας των σχέσεων συμβίωσης ομοφύλων, συνέτρεχε υπέρβαση του περιθωρίου εκτίμησης του κράτους-μέρους και παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. (VI) To Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η άρνηση των αρχών ενός κράτους μέρους να καταχωρίσουν γάμο μεταξύ ομοφύλων, που τελέστηκε σε άλλο κράτος μέρος αφορά εξίσου την ιδιωτική και την οικογενειακή ζωή των εμπλεκομένων και εμπίπτει, συνεπώς, στο άρθρο 8 παρ. 1 της Σύμβασης, καθώς και στο άρθρο 12 αυτής και ότι η άρνηση αναγνώρισης, με οποιονδήποτε τρόπο, της αστικής κατάστασης ομοφύλων, που συνήψαν γάμο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο άλλου κράτους μέρους, συνιστά υπέρβαση του περιθωρίου εκτίμησης των κρατών μερών και παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης (βλ. αποφ. Τ. και M. κατά Ιταλίας της 30.6.2016, O. κατά Ιταλίας της 14.12.2017, K. και B. κατά Βουλγαρίας της 5.9.2023, F. κ.ά. κατά Πολωνίας της 19.9.2024). (VII) Σχετικά με την αναγνώριση γονεϊκών σχέσεων ομοφύλων, η νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. εκκινεί από τη βασική σκέψη ότι από το άρθρο 8 της Σύμβασης δεν πηγάζει δικαίωμα προς ίδρυση οικογένειας ή δικαίωμα στην υιοθεσία (εφόσον τούτο δεν κατοχυρώνεται από το εθνικό δίκαιο), υπό την έννοια ότι το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, όπως κατοχυρώνεται από τη Σύμβαση, προϋποθέτει την ύπαρξη οικογένειας ή, κατ’ ελάχιστο, μιας σχέσης δυνάμενης να εξελιχθεί σε οικογενειακή όπως, μεταξύ άλλων, η σχέση που πηγάζει από μια έγκυρη υιοθεσία (βλ. απόφ. F. κατά Γαλλίας της 26.2.2002, Ε.Β. κατά Γαλλίας της 22.1.2008, P. και C. κατά Ιταλίας της 24.1.2017 ευρείας συνθέσεως κ.ά.). Ούτε, άλλωστε, κατοχυρώνεται δικαίωμα στην υιοθεσία, κατά τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., από τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού ή από τη Σύμβαση της Χάγης για τη διακρατική υιοθεσία (βλ. ανωτ. σκ. 11). Ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν αχθεί, κυρίως, (α) υποθέσεις αφορώσες στην απόρριψη αιτήματος υιοθεσίας από μεμονωμένα άτομα για λόγους αναγόμενους στον σεξουαλικό τους προσανατολισμό και (β) υποθέσεις σχετικές με απόρριψη αιτήματος υιοθεσίας του παιδιού του ενός ομόφυλου συντρόφου από τον άλλο. Με την απόφαση Ε.Β. κατά Γαλλίας της 22.1.2008, που αφορούσε στην απόρριψη αιτήματος υιοθεσίας από μεμονωμένο άτομο (γυναίκα που συζούσε με άλλη γυναίκα), το Ε.Δ.Δ.Α. απέστη από την αρχική, επιφυλακτική έναντι της υιοθεσίας ανηλίκων από ομοφυλόφιλα άτομα τοποθέτησή του, ανατρέποντας προηγούμενη νομολογία του (βλ. ανωτ. απόφ. F. κατά Γαλλίας) και έλαβε θέση ανάλογη προς εκείνη που είχε υιοθετήσει σε περιπτώσεις αφαίρεσης, από διαζευγμένο γονέα, της γονικής μέριμνας και επιμέλειας του ανήλικου παιδιού του για λόγους σχετιζόμενους με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό (βλ. ανωτ. ΙΙ, αποφ. S. d. S. M. κατά Πορτογαλίας και Χ κατά Πολωνίας). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον το γαλλικό δίκαιο επιτρέπει ρητώς την υιοθεσία από μεμονωμένα άτομα, η απόρριψη του συγκεκριμένου αιτήματος υιοθεσίας παρόλο που η αιτούσα διέθετε, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση, «αδιαμφισβήτητες προσωπικές ποιότητες και ικανότητα για την ανατροφή των παιδιών», συνιστούσε διάκριση μη αποδεκτή από τη Σύμβαση, δεδομένου ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός της αιτούσας «ήταν συνεχώς στο επίκεντρο της συζήτησης σε κάθε στάδιο της διοικητικής και ένδικης διαδικασίας», με αναφορές στην έλλειψη πατρικού προτύπου και στον τρόπο ζωής της αιτούσας. Επομένως, κατά το Ε.Δ.Δ.Α., συνέτρεξε εν προκειμένω, ως εκ της απόρριψης του αιτήματος της ανωτέρω, παραβίαση του άρθρου 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Περαιτέρω, σε περιπτώσεις απόρριψης αιτήματος υιοθεσίας του βιολογικού παιδιού του ενός εκ των ομοφύλων συντρόφων από τον άλλο, το Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει εάν συντρέχει διακριτική μεταχείριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού μη αποδεκτή από τη Σύμβαση, προβαίνει σε σύγκριση μεταξύ των ισχυόντων, στη συγκεκριμένη έννομη τάξη, αφενός για τα ετερόφυλα ζευγάρια και αφετέρου για τα ομόφυλα, που ευρίσκονται σε θέση συγκρίσιμη προς τα ετερόφυλα [έγγαμα, σε καταχωρισμένη συμβίωση ή σε ελεύθερη σχέση, αντιστοίχως]. Έτσι, στην υπόθεση G. και D. κατά Γαλλίας της 15.3.2012 το Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε ότι δεν συνιστούσε διακριτική μεταχείριση εις βάρος ομόφυλου ζευγαριού, το οποίο είχε συνάψει σύμφωνο συμβίωσης (PACS), η απόρριψη του αιτήματος υιοθεσίας του βιολογικού παιδιού της μιας συντρόφου από την άλλη, εφόσον τέτοιου είδους υιοθεσία δεν επιτρεπόταν τη δεδομένη στιγμή ούτε για τα ετερόφυλα ζευγάρια, που είχαν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, αλλά μόνο για τα έγγαμα (απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των αιτουσών περί έμμεσης διάκρισης λόγω της αδυναμίας αυτών να συνάψουν γάμο καθόσον δεν είχε ακόμη θεσμοθετηθεί στη Γαλλία ο γάμος για τα ομόφυλα ζευγάρια). Αντιθέτως, στην υπόθεση X κ.ά. κατά Αυστρίας της 19.2.2013, το Δικαστήριο έκρινε ότι συνιστούσε διακριτική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου 12, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης, εις βάρος άγαμου ομόφυλου ζευγαριού, ο έμμεσος αποκλεισμός, βάσει του άρθρου 182 παρ. 2 του αυστριακού αστικού κώδικα, της δυνατότητας υιοθεσίας του βιολογικού παιδιού της μιας συντρόφου από την άλλη, ενώ στην περίπτωση άγαμου ετερόφυλου ζευγαριού (προς το οποίο οι δύο αιτούσες τελούσαν σε συγκρίσιμη κατάσταση) ήταν κατά νόμον δυνατή η υιοθεσία του παιδιού του ενός συντρόφου από τον άλλο. Το Δικαστήριο έλαβε εν προκειμένω υπόψη, εκτός από την εν τοις πράγμασι οικογενειακή ζωή του εν λόγω ζευγαριού με το παιδί που ανέτρεφαν από κοινού και τη σημασία που είχε και για τους τρεις η έγκριση της επιδιωκόμενης υιοθεσίας (σκ. 146), το γεγονός ότι η αυστριακή κυβέρνηση δεν υπέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα, επιστημονικές μελέτες ή άλλα στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι τα ομόφυλα ζευγάρια δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν με τον κατάλληλο τρόπο στη φροντίδα ενός παιδιού (σκ. 142) ή ότι θα ήταν βλαπτικό για ένα ανήλικο παιδί να ανατραφεί από ένα ομόφυλο ζευγάρι και να έχει νομικά δύο μητέρες ή δύο πατέρες (σκ. 146), αλλά, αντιθέτως, παραδέχθηκε ότι, σε προσωπικό επίπεδο, τα ομόφυλα ζευγάρια μπορούν, θεωρητικά, να είναι εξίσου κατάλληλα ή ακατάλληλα, με τα ετερόφυλα, προς υιοθεσία ανηλίκου, συμπεριλαμβανομένης και της υιοθεσίας του βιολογικού παιδιού του ενός συντρόφου από τον άλλο (σκ. 112, 142, 146) και, συνεπώς, απέτυχε να αιτιολογήσει, με τρόπο στέρεο και πειστικό, γιατί ο αποκλεισμός της δυνατότητας υιοθεσίας του τέκνου του ενός συντρόφου από τον άλλο σε ένα ομόφυλο άγαμο ζευγάρι -ενώ αυτή η δυνατότητα υφίστατο, σύμφωνα με το αυστριακό δίκαιο, για ένα άγαμο ετερόφυλο ζευγάρι ήταν αναγκαίος για τη διαφύλαξη της παραδοσιακής οικογένειας και την προστασία των συμφερόντων του παιδιού (σκ. 151). Εξάλλου, στην πρόσφατη υπόθεση J.B. και E.M. κατά Νορβηγίας της 11.7.2023, που αφορούσε σε αφαίρεση της γονεϊκής ευθύνης από τους βιολογικούς γονείς και έγκριση της υιοθεσίας του παιδιού από ομόφυλο ζευγάρι, στο οποίο είχε προηγουμένως ανατεθεί η ανάδοχη φροντίδα του, το Ε.Δ.Δ.Α., λαμβάνοντας υπόψη ότι (α) το παιδί βρισκόταν σε ανάδοχη φροντίδα για σχεδόν έξι έτη (από την ηλικία των τεσσάρων μηνών) και (β) οι προσφεύγοντες βιολογικοί γονείς του είχαν, καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα, πολύ περιορισμένη επικοινωνία μαζί του και είχαν δείξει γι αυτό ελάχιστο ενδιαφέρον, δεν ζουν πλέον στη Νορβηγία και έχουν χωρίσει, έκρινε ότι το εθνικό δικαστήριο, σταθμίζοντας τα αντιτιθέμενα συμφέροντα (μεταξύ των οποίων και το ενδιαφέρον των γονέων να μην υιοθετηθεί το παιδί τους από ομόφυλο ζευγάρι), επικαλέστηκε λόγους τόσο πρόσφορους, όσο και επαρκείς, ικανούς να δικαιολογήσουν την επίδικη υιοθεσία, λόγω επιτακτικής ανάγκης, κατά την έννοια του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α., που αφορούσε στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και απέρριψε την προσφυγή των βιολογικών γονέων κατά της έγκρισης, από το εθνικό δικαστήριο, της υιοθεσίας του. (VIII) To Ε.Δ.Δ.Α. έχει αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στο βέλτιστο/υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και σε περιπτώσεις άρνησης αναγνώρισης, από τις αρχές κρατών που απαγορεύουν την προσφυγή στη μέθοδο της παρένθετης μητρότητας, γονεϊκών σχέσεων, που νομίμως δημιουργήθηκαν με τη μέθοδο αυτή σε άλλο κράτος, σύμφωνα με το ισχύον σε αυτό δίκαιο. Με την πρόσφατη απόφαση D.B. κ.ά. κατά Ελβετίας της 22.11.2022, που αφορούσε ομόφυλο ζευγάρι ανδρών, οι οποίοι είχαν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης και αναγνωρίστηκαν, με αμερικανική δικαστική απόφαση, γονείς τέκνου, που απέκτησε ο ένας εξ αυτών με παρένθετη μητρότητα στις Η.Π.Α., έκρινε ότι η άρνηση του ελβετικού ομοσπονδιακού δικαστηρίου να αναγνωρίσει τη σχέση του παιδιού με τον σύντροφο του βιολογικού του γονέα, ο οποίος (σύντροφος) επί διάστημα άνω των 7 ετών (μέχρις ότου επετράπη από την ελβετική νομοθεσία, από 1.1.2018, η υιοθεσία παιδιού του συντρόφου σε σύμφωνο συμβίωσης) δεν είχε τη δυνατότητα ούτε να το υιοθετήσει, συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος του παιδιού στον σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής κατά το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α., με τις σκέψεις ότι: (α) το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση κατά νόμο των προσώπων, τα οποία έχουν την ευθύνη της ανατροφής του, ικανοποιούν τις ανάγκες του και διασφαλίζουν την ευημερία του, καθώς και τη δυνατότητα να ζει και να αναπτύσσεται σε ένα σταθερό περιβάλλον και, ως εκ τούτου, το περιθώριο εκτίμησης των κρατών μερών περιορίζεται, όσον αφορά την ίδια την αρχή κατοχύρωσης και αναγνώρισης της γονεϊκής σχέσης, (β) το συμφέρον του παιδιού δεν μπορεί να εξαρτάται από μόνο τον σεξουαλικό προσανατολισμό των γονέων του, (γ) είναι σκόπιμο, από την άποψη της Ε.Σ.Δ.Α., να αγνοηθεί το βασικό επιχείρημα του ομοσπονδιακού δικαστηρίου περί αντίθεσης, κατά το ελβετικό δίκαιο, της παρένθετης μητρότητας στη δημόσια τάξη, καθώς και η, εκ του λόγου αυτού, «απαράδεκτη συμπεριφορά» των γονέων, προκειμένου να επιτραπεί η αναζήτηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το οποίο αποτελεί το υπέρτατο κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις (σκ. 85-86) [βλ. παρόμοιες σκέψεις και στις προγενέστερες αποφάσεις M. κατά Γαλλίας της 26.6.2014 (που αφορούσε άρνηση αναγνώρισης γονεϊκής σχέσης μεταξύ τέκνου γεννηθέντος με παρένθετη μητρότητα εκτός Γαλλίας, όπου επίσης δεν επιτρέπεται η χρήση της εν λόγω μεθόδου, και ετερόφυλου ζευγαριού, το οποίο είχε χρησιμοποιήσει για την απόκτησή του γενετικό υλικό του συζύγου) και Advisory Opinion της 10.4.2019 ευρείας συνθέσεως (σχετική με άρνηση αναγνώρισης γονεϊκής σχέσης μεταξύ τέκνων, γεννηθέντων με παρένθετη μητρότητα εκτός Γαλλίας -με γενετικό υλικό του προοριζόμενου ως πατέρα και τρίτης δότριας ωαρίωνκαι της προοριζόμενης ως μητέρας αυτών).
13. Επειδή, η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ, βλ. ΕΕ C 202 της 7.6.2016, σελ. 47) ορίζει στο άρθρο 10 ότι: «Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και των δράσεών της, η Ένωση επιδιώκει να καταπολεμήσει κάθε διάκριση λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού», στην παρ. 1 του άρθρου 19 (πρώην άρθρου 13 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ΣΕΚ) ότι: «Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων των Συνθηκών και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που παρέχουν στην Ένωση, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, και μετά την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μπορεί να αναλάβει δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού», στο άρθρο 20 (πρώην άρθρο 17 της ΣΕΚ) ότι: «1. Θεσπίζεται ιθαγένεια της Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια. 2. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες. Έχουν μεταξύ άλλων: α) το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, β) … Τα δικαιώματα αυτά ασκούνται υπό τους όρους και εντός των ορίων που ορίζονται από τις Συνθήκες και από τα μέτρα που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.», στη δε παρ. 1 του άρθρου 21 (πρώην άρθρου 18 της ΣΕΚ) ότι: «Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους». Το ζήτημα της ελεύθερης κυκλοφορίας υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ρυθμίζεται ήδη με την Oδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου «σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών...» (EE L 158, της 30.4.2004, σελ. 77), που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 106/2007 (Α΄ 135), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 139 παρ. 2 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80). Εξάλλου, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ, βλ. ενοποιημένη απόδοση: ΕΕ C 202 της 7.6.2016, σελ. 389), ο οποίος είναι νομικά δεσμευτικός, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 της από 13.12.2007 Συνθήκης της Λισσαβώνας (ν. 3671/2008, Α´ 129), ορίζει στο άρθρο 7 ότι: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του», στο άρθρο 9 ότι: «Το δικαίωμα γάμου και το δικαίωμα δημιουργίας οικογένειας διασφαλίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν την άσκησή τους», στην παρ. 1 του άρθρου 21 ότι: «Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.», στο άρθρο 24 ότι: «1. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. Τα παιδιά μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους. Η γνώμη τους σχετικά με ζητήματα που τα αφορούν λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά τους. 2. Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. 3. Κάθε παιδί έχει δικαίωμα να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απ’ ευθείας επαφές με τους δύο γονείς του, εκτός εάν τούτο είναι αντίθετο προς το συμφέρον του.», στο άρθρο 45 «Ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής» ότι: «1. Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών. 2. Η ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής μπορεί να χορηγείται, σύμφωνα με τις Συνθήκες, στους υπηκόους των τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους.» και στην παρ. 3 του άρθρου 52 «Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών» ότι: «Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία». Τέλος, η Οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27.11.2000 (EE L 303, της 2.12.2000, σελ. 16), που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη αρχικά με τον ν. 3304/2005 (Α΄ 16) και ακολούθως με τον ν. 4443/2016 (Α΄ 232), έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο 1 αυτής, τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων, μεταξύ άλλων, λόγω «γενετήσιου προσανατολισμού» [βλ. και άρθρο 1 του ν. 4443/2016, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 5089/2024: λόγω «σεξουαλικού προσανατολισμού»], στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη, ενώ κατά το άρθρο 2 αυτής, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1».
14. Επειδή, τα δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζοντας, κυρίως, τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, έχουν κρίνει, μεταξύ άλλων, ότι (α) νομοθεσία κράτους – μέλους που επιφυλάσσει πλεονεκτήματα στον τομέα των αμοιβών ή των συνθηκών εργασίας σε έγγαμους εργαζόμενους, ενώ η συγκεκριμένη έννομη τάξη προβλέπει γάμο μόνον μεταξύ ετεροφύλων, δημιουργεί άμεση δυσμενή διάκριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού εις βάρος των ομοφυλόφιλων εργαζομένων, που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης και, συνεπώς, τελούν σε συγκρίσιμη, σε σχέση με τους έγγαμους ετερόφυλους συναδέλφους τους, κατάσταση [βλ. απόφαση του Δ.Ε.Ε. της 12.12.2013, H., C-267/12, καθώς και προγενέστερες αποφάσεις της 1.4.2008, M., C-267/06 και της 10.5.2011, R., C-147/08] και (β) ότι η επέκταση του δικαιώματος των έγγαμων υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς λήψη επιδόματος στέγης και στους υπαλλήλους αυτής, οι οποίοι έχουν καταχωρισθεί ως σύντροφοι σταθερής σχέσης συμβίωσης, συμπεριλαμβανομένων και των συντρόφων ιδίου φύλου, εκφράζει την απαίτηση προστασίας και σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των υπαλλήλων της Ένωσης και εντάσσεται στη μέριμνα για την εφαρμογή της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων στον τομέα της απασχόλησης και για την ανάπτυξη μιας πολιτικής προσωπικού, που εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες για όλους, ανεξαρτήτως γενετήσιου προσανατολισμού ή οικογενειακής κατάστασης [βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ε.Ε. της 14.10.2010, W.., F-86/09, καθώς και της 6.5.2014, F., F-153/12]. Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ναι μεν η αρμοδιότητα σχετικά με τη ρύθμιση των θεμάτων προσωπικής κατάστασης -στην οποία υπάγονται οι σχετικοί με τον γάμο κανόνεςανήκει στα κράτη μέλη, οφείλουν, όμως, αυτά, κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας, να συμμορφώνονται προς το ενωσιακό δίκαιο και, ιδίως, προς τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελευθερία κάθε πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει στο έδαφος των κρατών μελών. Οι διατάξεις δε αυτές επιτάσσουν την αναγνώριση, από κάθε κράτος μέλος, των δικαιωμάτων εγκατάστασης και κυκλοφορίας που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από γάμο ομοφύλων που συνήφθη σε άλλο κράτος μέλος (μεταξύ δύο πολιτών της Ένωσης ή ενός πολίτη της Ένωσης και πολίτη τρίτου κράτους), τόσο για τους ίδιους τους συζύγους, όσο και για τα τέκνα τους, ανεξαρτήτως του εάν το εθνικό δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους αναγνωρίζει ή όχι τον γάμο μεταξύ ομοφύλων και γονεϊκές σχέσεις αυτών. Η υποχρέωση αναγνώρισης, για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης, οικογενειακών καταστάσεων που έχουν νομίμως διαμορφωθεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν ισοδυναμεί, πάντως, με εισαγωγή, εμμέσως, του γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου στην εσωτερική έννομη τάξη κράτους μέλους, που δεν επιτρέπει τη σύναψη αυτού, καθόσον το εν λόγω κράτος διαθέτει περιθώριο εκτίμησης ως προς την επιλογή του τρόπου αναγνώρισης ενός τέτοιου γάμου και της βάσει αυτού δημιουργηθείσης οικογενειακής κατάστασης (βλ. αποφάσεις της 5.6.2018, C. κ.ά., C-673/16, της 14.12.2021, P., C-490/20).
15. Επειδή, ο ν. 5089/2024 εγγράφεται σε μία σειρά νομοθετημάτων, τα οποία, απηχώντας την εξέλιξη των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και αντιλήψεων εντός και εκτός της Χώρας, έχουν επιφέρει, κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, σημαντικές τροποποιήσεις στο οικογενειακό δίκαιο, ιδίως ως προς τους όρους σύναψης γάμου, δημιουργίας οικογένειας και συγγενειακών σχέσεων και εν γένει λειτουργίας των εν λόγω θεσμών (βλ. ΣΕ 2003/2018 7μ., 230/2023 και ΑΠ 1159/2022, 1194/2023), προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ιδιωτικής αυτονομίας, της καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού και της ενίσχυσης της προστασίας του συμφέροντος του ανήλικου παιδιού.
16. Επειδή, πρώτη σημαντική μεταρρύθμιση αποτέλεσε η θέσπιση, με τον ν. 1250/1982 (Α΄ 46), του πολιτικού γάμου, ως εναλλακτικού τύπου τέλεσης γάμου, σε σχέση με τον μόνο προβλεπόμενο μέχρι τότε, στον Αστικό Κώδικα, θρησκευτικό. Κατά τα αναφερόμενα στην οικεία αιτιολογική έκθεση, «Η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 21 παρ. 1, να ενδιαφέρεται για την οικογένεια και το γάμο. Οφείλει επομένως να νομοθετεί για τα θέματα αυτά, ανεξάρτητα από την αθεΐα, την αθρησκεία ή τις οποιεσδήποτε θρησκευτικές πεποιθήσεις του κάθε πολίτη. Η καθιέρωση του πολιτικού γάμου προσαρμόζει το οικογενειακό δίκαιο στη συνταγματική τάξη και δίνει λύση στα αδιέξοδα που δημιουργεί η αποκλειστικότητα του θρησκευτικού γάμου». Ως προς την τέλεση του γάμου, ορίστηκε στο τροποποιηθέν άρθρο 1367 του ΑΚ ότι: «Ο γάμος τελείται είτε με τη σύγχρονη δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν σ’ αυτό (πολιτικός γάμος) είτε με ιερολογία από ιερέα της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος ή θρησκεύματος γνωστού στην Ελλάδα. Η δήλωση γίνεται δημόσια κατά πανηγυρικό τρόπο ενώπιον δύο μαρτύρων, προς το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας του τόπου όπου τελείται ο γάμος ή προς το νόμιμο αναπληρωτή τους, που είναι υποχρεωμένοι να συντάξουν αμέσως σχετική πράξη. Οι προϋποθέσεις της ιεροτελεστίας και κάθε θέμα σχετικό με αυτήν διέπονται από το τυπικό και τους κανόνες του δόγματος ή του θρησκεύματος σύμφωνα με το οποίο γίνεται η ιεροτελεστία, εφόσον δεν είναι αντίθετοι με τη δημόσια τάξη. Ο θρησκευτικός λειτουργός είναι υποχρεωμένος να συντάξει αμέσως σχετική πράξη. Η τέλεση πολιτικού γάμου δεν εμποδίζει την ιερολογία του ίδιου γάμου κατά τη θρησκεία και το δόγμα των συζύγων», στο δε άρθρο 1372 παρ. 2 ότι: «Γάμος που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθόλου ένας από τους τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 1367 είναι ανυπόστατος». Όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις, με τον ν. 1250/1982 καθιερώθηκαν, ως ισότιμοι και ισόκυροι, ο πολιτικός και ο θρησκευτικός τύπος τέλεσης του γάμου, κατ’ επιλογή των μελλονύμφων (ΑΠ 547/1990, 14/1989 Γνμδ ΕισΑΠ), ισχύει δηλαδή έκτοτε διαζευκτικό κατ’ αρχήν σύστημα τέλεσης γάμου. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και τα κωλύματα για τη σύναψη έγκυρου γάμου ρυθμίζονται από τον νομοθέτη (πρβλ. ΣΕ 3352/1971 Ολομ., 2635/1980 Ολομ.), κάθε δόγμα ή θρησκεία δύναται, όμως, να ορίζει, κατά τους δικούς του κανόνες, επιπλέον προϋποθέσεις και τον τρόπο τέλεσης (τελετουργικό) του γάμου, εφόσον, βεβαίως, οι κανόνες αυτοί δεν αντίκεινται στη δημόσια τάξη. Η εγκυρότητα, πάντως, τελεσθέντος γάμου κρίνεται αποκλειστικά από τα πολιτικά δικαστήρια κατά τις διατάξεις της Πολιτείας.
17. Επειδή, σκοπός του θεσπισθέντος στη συνέχεια ν. 1329/1983 (Α΄ 25) ήταν η συνολική μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου στο πνεύμα των συνταγματικών αρχών της ισότητας ανδρών και γυναικών, της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας και της προστασίας της παιδικής ηλικίας. Με τον νόμο αυτό αναμορφώθηκαν ριζικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα σχετικά με τον γάμο, την οικογένεια και τις σχέσεις μεταξύ των μελών της, με την καθιέρωση της ισότητας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συζύγων και της από κοινού ρύθμισης όλων των ζητημάτων του οικογενειακού βίου -περί των οποίων αποφάσιζε, κατά τα μέχρι τότε ισχύοντα, ο άνδρας, ως «κεφαλή του οίκου»-, την κατάργηση της προίκας, την αντικατάσταση της πατρικής εξουσίας από τη γονική μέριμνα, ασκουμένη επί ίσοις όροις και από τους δύο γονείς προς το συμφέρον του παιδιού, στο οποίο και αποδόθηκε προέχουσα σημασία, την ενίσχυση της θέσης των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου, τη θέσπιση του συναινετικού διαζυγίου και την καθιέρωση του αμάχητου τεκμηρίου ισχυρού κλονισμού του γάμου και άλλες ρυθμίσεις, στο πλαίσιο ενός γενικότερου εκσυγχρονισμού του οικογενειακού δικαίου σε συνάρτηση με τις αλλαγές των κοινωνικών συνθηκών και αντιλήψεων και σε διαλεκτική σχέση με τα λοιπά ευρωπαϊκά δίκαια.
18. Επειδή, με τον ν. 2447/1996 (Α΄ 278) επιχειρήθηκε η ενοποίηση όλων των περί υιοθεσίας ρυθμίσεων [οι οποίες ήταν κατακερματισμένες σε τρία νομοθετικά κείμενα, τον Αστικό Κώδικα, το ν.δ. 610/1970 (Α΄ 171) και την κυρωθείσα με τον ν. 1049/1980 (Α΄ 114) Ευρωπαϊκή Σύμβαση «περί υιοθεσίας ανηλίκων» (βλ. ανωτ. σκ. 11)], αντικαταστάθηκε το κεφάλαιο περί υιοθεσίας του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1542-1588) και προκρίθηκε, στο πνεύμα των περί υιοθεσίας διατάξεων της ως άνω Σύμβασης και των λοιπών ευρωπαϊκών νομοθεσιών, (α) η κατάργηση της υιοθεσίας ενηλίκων [που επιτρέπεται πλέον, κατ’ εξαίρεση, μόνο στην περίπτωση που ο υιοθετούμενος είναι συγγενής έως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί] και (β) η αναμόρφωση του νομικού καθεστώτος της υιοθεσίας ανηλίκων προς την κατεύθυνση, κυρίως, της ενίσχυσης της προστασίας του συμφέροντος του υιοθετουμένου. Οι ρυθμίσεις αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με σειρά μεταγενέστερων νόμων, με σημαντικότερο τον ν. 4538/2018 (Α΄ 85). Ειδικότερα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1561 του ΑΚ, «Με την υιοθεσία διακόπτεται κάθε δεσμός του ανήλικου με τη φυσική του οικογένεια, ... και ο ανήλικος εντάσσεται πλήρως στην οικογένεια του θετού γονέα του. Έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του ο ανήλικος έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο. ...», σύμφωνα δε με το άρθρο 1542 εδάφ. β΄ του ΑΚ, «… Η υιοθεσία πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του υιοθετουμένου». Προβλέπεται επίσης, στα άρθρα 1543-1544 του ΑΚ, ότι ο υιοθετών πρέπει (α) να είναι ικανός προς δικαιοπραξία, (β) να έχει συμπληρώσει τα τριάντα έτη και να μην έχει υπερβεί τα εξήντα και (γ) να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοκτώ, αλλά όχι περισσότερο από πενήντα έτη, ενώ, σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου, καθώς επίσης εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υιοθεσία και όταν υπάρχει μικρότερη διαφορά ηλικίας, αλλά όχι κάτω των δεκαπέντε ετών. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1545 του ΑΚ, «Δεν επιτρέπεται να υιοθετηθεί το ίδιο πρόσωπο ταυτόχρονα από περισσοτέρους, εκτός αν αυτοί είναι σύζυγοι. Επίσης δεν επιτρέπεται η υιοθεσία προσώπου, που είναι ήδη υιοθετημένο από άλλον, όσο διαρκεί η υιοθεσία, εκτός αν πρόκειται για διαδοχική υιοθεσία του ίδιου προσώπου και από το σύζυγο αυτού που υιοθέτησε πρώτος. Σε περίπτωση υιοθεσίας και από τους δύο συζύγους, οι προϋποθέσεις οι οποίες τάσσονται από τα άρθρα 1543 και 1544, αρκεί να συντρέχουν στο πρόσωπο μόνο του ενός». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, είναι επιτρεπτή (α) η υιοθεσία ανήλικου τέκνου από ένα πρόσωπο, άγαμο ή έγγαμο, εφόσον, στη δεύτερη περίπτωση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1546 ΑΚ, συναινεί στην υιοθεσία αυτή και ο σύζυγός του (μπορεί, όμως, κατ’ εξαίρεση το δικαστήριο να επιτρέψει, στις περιπτώσεις που ορίζει το ως άνω άρθρο, την υιοθεσία και χωρίς αυτή τη συναίνεση), και (β) η από κοινού υιοθεσία μόνον από συζύγους, είτε ταυτόχρονα είτε διαδοχικά όταν δηλ. υιοθετεί ο ένας σύζυγος το θετό τέκνο του άλλου. (γ) Στην ειδική περίπτωση της υιοθεσίας από τον ένα σύζυγο του φυσικού παιδιού του άλλου, που ρυθμίζει το άρθρο 1562 του ΑΚ, δεν διακόπτονται, κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 1561, οι δεσμοί του υιοθετούμενου με τον φυσικό του γονέα (τον άλλο σύζυγο) και τους συγγενείς του. Ως προς τη διαδικασία τέλεσης της υιοθεσίας, ορίζεται ότι (i) η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση του υποψήφιου θετού γονέα, ο οποίος συναινεί αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου (άρθρο 1549 ΑΚ), (ii) για την υιοθεσία συναινούν, εφόσον υπάρχουν, οι γονείς του υιοθετούμενου (άρθρο 1550 ΑΚ), (iii) η συναίνεση αυτή δεν επιτρέπεται να δοθεί προτού συμπληρωθούν τρεις μήνες από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 1551 ΑΚ), (iv) ενώπιον του δικαστηρίου συναινεί αυτοπροσώπως και ο ανήλικος που υιοθετείται, εφόσον έχει συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας του (εκτός αν βρίσκεται σε κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του), σε κάθε δε περίπτωση το δικαστήριο οφείλει, ανάλογα με την ωριμότητα του ανηλίκου, να ακούει και τη δική του γνώμη (άρθρo 1555 AK). Σύμφωνα με το άρθρο 1557 του ΑΚ, «Πριν από την τέλεση της υιοθεσίας διεξάγεται από την κοινωνική υπηρεσία ή άλλη υπηρεσία ή κοινωνική οργάνωση, αναγνωρισμένη ότι ειδικεύεται στις υιοθεσίες, επισταμένη κοινωνική έρευνα και κατατίθεται εμπρόθεσμα στο δικαστήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο νόμο, σχετική έκθεση για το αν, με βάση τα στοιχεία που προέκυψαν, η συγκεκριμένη υιοθεσία συμφέρει ή όχι τον υιοθετούμενο», το δε δικαστήριο «απαγγέλλει την υιοθεσία, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου και αφού διαπιστώσει, συνεκτιμώντας και την έκθεση του προηγούμενου άρθρου, ότι, εν όψει της προσωπικότητας, της υγείας και της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου που υιοθετεί και του υιοθετούμενου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους προσαρμογής, η υιοθεσία συμφέρει τον υιοθετούμενο» (άρθρο 1558 ΑΚ). Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 του ν. 2447/1996, όπως αυτό διαμορφώθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 24 του ν. 4704/2020 (Α΄ 133), «1. Η κοινωνική έρευνα που προβλέπεται από το άρθρο 1557 του Αστικού Κώδικα … θα πρέπει να αφορά κάθε θέμα που μπορεί να έχει σημασία για την υιοθεσία και ιδίως, την προσωπικότητα και την υγεία των ενδιαφερομένων, τα κίνητρα και την περιουσιακή κατάσταση του υποψηφίου θετού γονέα, την αμοιβαία ικανότητα προσαρμογής αυτού που υιοθετεί και εκείνου που υιοθετείται, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο μπορεί να διαγνω[σ]θεί αν η υιοθεσία θα αποβεί προς το συμφέρον του ανηλίκου. 2. ... 3. Η κοινωνική έρευνα διεξάγεται ύστερα από αίτηση του υποψηφίου θετού γονέα. Αμέσως μετά την υποβολή της αίτησης, η κοινωνική υπηρεσία ή οργάνωση ορίζει τα πιστοποιητικά που κρίνει απαραίτητα για τη διεξαγωγή της έρευνας και υποβάλλει την έκθεσή της απευθείας στο δικαστήριο, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι (6) μηνών από την υποβολή ή την επίδοση σ’ αυτήν της σχετικής αίτησης για συγκεκριμένο παιδί ... Η προθεσμία μπορεί να παρατείνεται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, επί τρεις (3) ακόμη μήνες. Μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση. Κατά την κοινωνική έρευνα θα πρέπει ανάλογα με την ωριμότητα του παιδιού και οπωσδήποτε μετά τη συμπλήρωση του δωδέκατου (12) έτους του, να ζητείται και η δική του γνώμη η οποία θα πρέπει να αναφέρεται στη σχετική έκθεση. ...» [για τη διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας και το αντικείμενό της, βλ. επίσης το άρθρο 2 του π.δ. 226/1999 (Α΄ 226), καθώς και το άρθρο 3 του ίδιου διατάγματος, όπου προβλέπεται, μετά την τελεσιδικία της απόφασης με την οποία τελέστηκε η υιοθεσία, η παρακολούθηση της προσαρμογής του παιδιού στο νέο περιβάλλον επί μία τριετία]. Με τον ν. 2447/1996 αναμορφώθηκε επίσης ο θεσμός της επιτροπείας και ενσωματώθηκε στον Αστικό Κώδικα η ρύθμιση του θεσμού της αναδοχής ανηλίκου [της ανάληψης, δηλαδή, της πραγματικής φροντίδας του προσώπου του ανηλίκου από τρίτο/ους, είτε μετά από συμφωνία με τους φυσικούς γονείς ή τον επίτροπό του είτε μετά από δικαστική απόφαση ή εισαγγελική διάταξη, η οποία ασκείται προσωρινά και συμπληρωματικά προς τη γονική μέριμνα ή την επιτροπεία, χωρίς να μεταβάλλονται, κατ’ αρχήν, οι έννομες σχέσεις μεταξύ του ανηλίκου και της φυσικής οικογένειας ή του επιτρόπου του], στο καθεστώς της οποίας επέφερε, στη συνέχεια, σημαντικές αλλαγές ο ν. 4538/2018 (βλ. κατωτ. σκ. 21).
19.
Επειδή, με τον ν. 3089/2002 «Ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή» (Α΄
327) ο νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τα εκτιθέμενα στην αιτιολογική έκθεση
του νόμου, ότι η «…αλματώδης ανάπτυξη των ιατρικών μεθόδων που υποβοηθούν την
ανθρώπινη αναπαραγωγή και η συνεχώς διευρυνόμενη εφαρμογή τους και στη χώρα μας
θέτουν κρίσιμα ηθικά, κοινωνικά και νομικά προβλήματα...», επεχείρησε (α) την
οριοθέτηση του βιοηθικού πλαισίου και των γενικών προϋποθέσεων προσφυγής στις
μεθόδους της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ι.υ.α.) και (β) τη ρύθμιση
των επιπτώσεων αυτής στο δίκαιο της συγγένειας και την κατοχύρωση των
δικαιωμάτων των παιδιών που γεννιούνται μέσω των εν λόγω μεθόδων [κεφάλαια
όγδοο (άρθρα 1455-1460) και ένατο (άρθρα 1461-1479), αντιστοίχως, του
οικογενειακού δικαίου]. Το νομοθετικό καθεστώς της προσφυγής στις μεθόδους της
ι.υ.α. συμπληρώθηκε με τον ν. 3305/2005 (Α΄ 17), με τον οποίο επιχειρήθηκε κυρίως
η ρύθμιση των τεχνικών και διαδικαστικών ζητημάτων που θέτει η χρήση των εν
λόγω μεθόδων, καθώς επίσης με τους μεταγενέστερους ν. 4272/2014 (Α΄ 145) και ν.
4958/2022 (Α΄ 142). Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, η ιατρική υποβοήθηση στην
ανθρώπινη αναπαραγωγή επιτρέπεται (α) για την αντιμετώπιση της αδυναμίας
απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο, (β) την αποφυγή της μετάδοσης στο τέκνο
σοβαρής ασθένειας και (γ) τη διατήρηση της γονιμότητας, ανεξάρτητα από την
ύπαρξη ιατρικής αναγκαιότητας (βλ. άρθρο 1455 ΑΚ), πρόσβαση δε σε αυτή έχουν,
με έγγραφη συναίνεσή τους, αφενός πρόσωπα διαφορετικού φύλου, που συνδέονται με
γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης ή τελούν σε ελεύθερη ένωση, αφετέρου η άγαμη
(μοναχική) γυναίκα (βλ. άρθρο 1456 ΑΚ). Προβλέφθηκαν, επίσης, με τον ν. 3089/2002,
οι ειδικότερες περιπτώσεις της μεταθανάτιας γονιμοποίησης μετά από δικαστική
άδεια (άρθρο 1457 ΑΚ), καθώς και της χρήσης «παρένθετης» κυοφόρου από γυναίκα,
η οποία «είναι ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει», μετά από έγγραφη συμφωνία και
δικαστική άδεια για τη μεταφορά, στο σώμα της κυοφόρου, ωαρίων προερχομένων
είτε από την προοριζόμενη ως μητέρα (που αιτήθηκε την άδεια) είτε από τρίτη
-άγνωστη στα πρόσωπα που κατήρτισαν τη συμφωνίαδότρια και γονιμοποιημένων με
γεννητικό υλικό είτε του συζύγου/συμβίου/συντρόφου της επίδοξης μητέρας είτε
τρίτου, ξένου προς την κυοφόρο, δότη (βλ. άρθρο 1458 ΑΚ και άρθρα 2 παρ. 1 περ.
β΄, 3 περ. 8-9, 4 και 13 του ν. 3305/2005). Στην περίπτωση αυτή, κατά τα
οριζόμενα στο άρθρο 1464 παρ. 1 του ΑΚ, «μητέρα του τέκνου τεκμαίρεται η
γυναίκα στην οποία δόθηκε η σχετική δικαστική άδεια», κατά παρέκκλιση από τον
κανόνα του άρθρου 1463 εδ. α΄ του ΑΚ, που ορίζει ότι «Η συγγένεια του προσώπου
με τη μητέρα του και τους συγγενείς της συνάγεται από τη γέννηση».
Αναδεικνύεται εν προκειμένω η επιρροή της χρήσης μεθόδων ιατρικώς
υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στη δημιουργία συγγενειακών σχέσεων, στις
περιπτώσεις, ιδίως, της συμμετοχής τρίτων προσώπων (δότη ή δότριας γεννητικού
υλικού ή και παρένθετης κυοφόρου) στην αναπαραγωγική διαδικασία: Η χρήση από τη
θεωρία του όρου «κοινωνικοσυναισθηματική συγγένεια» αναφέρεται σε περιπτώσεις
ίδρυσης γονεϊκής σχέσης με βάση όχι την καταγωγή, αλλά τη βούληση του προσώπου
που επιθυμεί το παιδί [και επεδίωξε, με την προσφυγή σε μέθοδο ι.υ.α., την
απόκτησή του], χωρίς να έχει βιολογικό σύνδεσμο μαζί του. Ως προς την πρόβλεψη
και ρύθμιση της προσφυγής στην αμφιλεγόμενη μέθοδο της παρένθετης μητρότητας [η
οποία απαγορεύεται ή «αγνοείται» από τις περισσότερες ευρωπαϊκές έννομες
τάξεις], η αιτιολογική έκθεση του ν. 3089/2002 επισημαίνει ότι «… μία πλήρης
νομοθετική απαγόρευση … που δεν θα μπορούσε βέβαια ... να επιβληθεί απόλυτα
στην πράξη … δεν θα ήταν το καλύτερο μέτρο, αφού, σε τελική ανάλυση, θα είχε ως
θύμα το πιο ανυπεράσπιστο από τα εμπλεκόμενα μέρη: το παιδί που θα γεννιόταν
από μια απαγορευμένη και, άρα, μη ρυθμιζόμενη ως προς τις συνέπειές της μέθοδο
...». Ο ν. 5089/2024 [όπως, εξάλλου, και ο ν. 4356/2015 περί συμφώνου συμβίωσης
ομοφύλων (βλ. κατωτ. σκ. 20)] δεν περιέχει καμία ρύθμιση σχετικά με δυνατότητα
προσφυγής των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών σε μεθόδους ι.υ.α., ενώ κατά τις
προπαρασκευαστικές εργασίες και συζητήσεις στη Βουλή για την ψήφιση του νόμου
επανειλημμένα τονίστηκε ότι σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν να τροποποιήσει το
πλαίσιο της ι.υ.α, «που λειτουργεί από το 2002 και απευθύνεται αποκλειστικά σε
γυναίκες με ιατρικό πρόβλημα» (βλ. πρακτικά της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας
Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών
Υποθέσεων και της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου και πρακτικά Ολομελείας της Βουλής, συνεδρίαση ϟΗ΄
της 14.2.2024, Εισηγήτρια της πλειοψηφίας σελ. 10308, 10346 και Συνεδρίαση ϟΘ΄
της 15.2.2024, σελ. 10443-10444). Εξάλλου, με το άρθρο 46 του πρόσφατου ν. 5197/2025 (Α΄ .../16.5.2025)
αφενός προστέθηκαν νέα εδάφια στο άρθρο 1458 του ΑΚ, οριζομένου ότι «Δεν
συνιστά ιατρική αδυναμία κυοφορίας κατά την έννοια του παρόντος η αδυναμία
κυοφορίας λόγω φύλου. Η δικαστική άδεια ισχύει μόλις η δικαστική απόφαση που
την παρέχει καταστεί αμετάκλητη» (παρ. 1), αφετέρου αντικαταστάθηκε εκ νέου το
άρθρο όγδοο του ν. 3089/2002 [όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο
17 του ν. 4272/2014) και επαναφέρθηκε σε ισχύ η αρχική ρύθμιση του ν.
3089/2002, η οποία έθετε ως προϋπόθεση τόσο η αιτούσα την άδεια προσφυγής στην
παρένθετη μητρότητα όσο και η κυοφόρος να έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα
(προς αποφυγή, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, του κινδύνου
καταστρατήγησης των τιθεμένων στον νόμο προϋποθέσεων).
20. Επειδή, με τον ν. 3719/2008 «Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί,
την κοινωνία και άλλες διατάξεις» (Α΄ 241) εισήχθη το πρώτον στην ελληνική
έννομη τάξη ο θεσμός του συμφώνου συμβίωσης, ως εναλλακτικής, σε σχέση με τον
γάμο, μορφής μόνιμης συμβίωσης ετεροφύλων προσώπων, με τη θέσπιση ενός νομικού
πλαισίου για τη ρύθμιση αυτής και την οριοθέτηση των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων
και δεσμεύσεων των συμβιούντων προσώπων. Κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική
αιτιολογική έκθεση, «Η συμβίωση προσώπων διαφορετικού φύλου χωρίς γάμο
εμφανίζεται στις σημερινές κοινωνίες με μεγαλύτερη συχνότητα απ’ ότι συνέβαινε
στο παρελθόν ... Παλαιότερα, τόσο η κοινωνική συνείδηση, όσο και ο νόμος
αποδοκίμαζαν την εξώγαμη συμβίωση. Αντίθετα, στις σημερινές κοινωνίες της
ανεκτικότητας και του σεβασμού στις ελεύθερες επιλογές, η εξώγαμη συμβίωση
αναγνωρίζεται ως διαφορετική, πιο χαλαρή, μορφή κοινής ζωής ...». Στην ίδια
έκθεση διαλαμβάνεται ότι οι ρυθμίσεις του ν. 3719/2008 έχουν ως αφετηρία την
αρχή ότι στην ελεύθερη συμβίωση επικρατεί η ελευθερία της βούλησης των προσώπων
και όχι ο θεσμικός χαρακτήρας, όπως συμβαίνει στον γάμο, ότι η ελεύθερη
συμβίωση που ρυθμίζεται με τον νόμο αυτό αποτελεί ένα καθεστώς διαφορετικό από
τον γάμο, μια εναλλακτική μορφή μόνιμης συμβίωσης και ότι με τον ν. 3719/2008 δεν
θίγεται, ούτε κλονίζεται στο ελάχιστο η αξία του γάμου ως θεσμού, ο οποίος
εξακολουθεί να ενδιαφέρει το ίδιο σοβαρά την πολιτεία και το κοινωνικό σύνολο.
Με τον ν. 4356/2015 «Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες
διατάξεις» (Α΄ 181), ο οποίος θεσπίστηκε μετά την καταδίκη της Χώρας από το
Ε.Δ.Δ.Α. (απόφ. Β. κ.ά. κατά Ελλάδας της 7.11.2013), ο νομοθέτης επεδίωξε,
σύμφωνα με τη σχετική αιτιολογική έκθεση, τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για
το σύμφωνο συμβίωσης προς δύο βασικές κατευθύνσεις: αφενός την επέκταση της
ισχύος του συμφώνου και στα ομόφυλα ζευγάρια, καθόσον «… η αναγκαιότητα της
νομικής, επίσημης αναγνώρισής τους προκύπτει από τις αρχές της ισότητας των
πολιτών και του σεβασμού της διαφορετικότητας, όπως αυτά προστατεύονται ήδη στο
ελληνικό Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ», αφετέρου την ενίσχυση των συνεπειών του
συμφώνου, με την αναγνώριση οικογενειακών δεσμών μεταξύ των μερών,
διατηρουμένων, ωστόσο, των τριών βασικών χαρακτηριστικών, που επεσήμαινε η
αιτιολογική έκθεση του ν. 3719/2008: (α) του αμιγώς συμβατικού τύπου κατάρτισης
του συμφώνου, (β) της δυνατότητας των μερών να ρυθμίσουν με μεγαλύτερη
ελευθερία, σε σχέση με τον γάμο, τις περιουσιακές τους σχέσεις και (γ) του
ελευθέρως και μονομερώς διαλυτού του συμφώνου, χωρίς παρέμβαση δικαστικής ή
άλλης αρχής. Οι διατάξεις του ν. 4356/2015 κρίθηκαν συνταγματικές με τις υπ’
αριθμ. 2003-4/2018 αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του Γ΄ Τμήματος του
Δικαστηρίου, με τις σκέψεις, μεταξύ άλλων, ότι (α) ο κοινός νομοθέτης δεν
κωλύεται από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος περί προστασίας
του γάμου και της οικογένειας να αναγνωρίζει εναλλακτικές προς τον γάμο μορφές
συμβίωσης και την δι’ αυτών ίδρυση οικογενειακών δεσμών, (β) η θέσπιση του
συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων και η αναγνώριση οικογενειακών δεσμών μεταξύ των
μερών του, με συνέπειες, ως προς τις σχέσεις και τα δικαιώματα αυτών, ανάλογες
προς τα ισχύοντα επί συζύγων, (i) δεν θίγουν τον συνταγματικώς προστατευόμενο
θεσμό του γάμου ή την δι’ αυτού ιδρυόμενη και συνταγματικώς προστατευόμενη
οικογένεια, (ii) δεν προσβάλλουν την Ορθόδοξη Χριστιανική Θρησκεία και την κατά
το Σύνταγμα θέση αυτής ως επικρατούσας, ούτε τον θεσμικό ρόλο της Εκκλησίας της
Ελλάδας ή τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ορθόδοξων Χριστιανών Ελλήνων
πολιτών, (iii) δεν θίγουν τις κρατούσες στη ... κοινωνικοηθικές αντιλήψεις
(χρηστά ήθη).
21. Επειδή, με τον ν. 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 85) τροποποιήθηκε το καθεστώς της υιοθεσίας (βλ. ανωτ. σκ. 18) και το καθεστώς της αναδοχής ανηλίκου. Ως προς το καθεστώς της υιοθεσίας, θεσπίστηκε με τον νόμο αυτό (άρθρα 20 επ.), νέα, πρόσθετη διοικητική διαδικασία, η οποία αφορά στο -προγενέστερο της υποβολής αίτησης για την τέλεση συγκεκριμένης υιοθεσίας στάδιο του κατ’ αρχήν ελέγχου της καταλληλότητας κάθε ενδιαφερόμενου να υιοθετήσει ανήλικο τέκνο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 20 του νόμου (όπως έχει περαιτέρω τροποποιηθεί) προβλέπει, στην παρ. 1, την τήρηση, από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Κ.Κ.Α.), Εθνικού Μητρώου Υποψηφίων Θετών Γονέων, «… στο οποίο καταχωρίζονται όλοι οι εγγεγραμμένοι στα επί μέρους Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων ... εφόσον ολοκλήρωσαν με επιτυχία τα προγράμματα επιμόρφωσης του άρθρου 24», στις δε παρ. 2 και 4 ότι: « 2. … Για την εγγραφή στα Ειδικά Μητρώα είναι απαραίτητα τα εξής: α. υποβολή αίτησης ενδιαφέροντος ενώπιον των αρμόδιων υπηρεσιών ... β. το ονοματεπώνυμο του υποψήφιου θετού γονέα, το επάγγελμα, η κατοικία και τα πλήρη δημογραφικά στοιχεία αυτού … καθώς και η κατάσταση της υγείας του, γ. η κοινωνική έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας στην οποία βεβαιώνεται η καταλληλότητα του συγκεκριμένου υποψηφίου. Σε περίπτωση αρνητικής έκβασης της κοινωνικής έρευνας, ο αιτών έχει το δικαίωμα υποβολής νέας αίτησης ενδιαφέροντος μετά την παρέλευση τριετίας από την υποβολή της προηγούμενης. 3. ... 4. Ο υποψήφιος θετός γονέας ο οποίος καταθέτει αίτηση υιοθεσίας σύμφωνα με το άρθρο 1549 Α.Κ., υποχρεούται εντός πέντε (5) ημερών από την κατάθεσή της, να την κοινοποιήσει στην αρμόδια κατά περίπτωση υπηρεσία … στην οποία έχει υποβάλει αίτηση ενδιαφέροντος. … Η αρμόδια υπηρεσία καταχωρεί την ανωτέρω αίτηση στο Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων και στο Ειδικό Μητρώο Ανηλίκων …» [το οποίο τηρείται επίσης από το Ε.Κ.Κ.Α. προς υποχρεωτική εγγραφή όλων των ανηλίκων «που τοποθετούνται σε μονάδες παιδικής προστασίας και φροντίδας ή πρόκειται να τοποθετηθούν σε ανάδοχο γονέα … ή πρόκειται να υιοθετηθούν» (άρθρο 5 του νόμου)]. Στο άρθρο 23 του ν. 4538/2018 ορίζεται επίσης ότι: «Σε περίπτωση θετικής έκβασης της κοινωνικής έρευνας, η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία εγγράφει τον υποψήφιο στο μητρώο που τηρεί … και διεξάγει το πρόγραμμα εκπαίδευσης του άρθρου 24. Μετά και την επιτυχή παρακολούθηση του προγράμματος εκπαίδευσης, η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία υποχρεούται να μεριμνά για την εγγραφή των ενδιαφερομένων στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων …», στη δε παράγραφο 2 του άρθρου 7 του ν. 2447/1996 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του ν. 4538/2018 και, ακολούθως, διαμορφώθηκε με το άρθρο 24 του ν. 4704/2020), ότι: «Προϋπόθεση για την παράδοση του παιδιού στους υποψήφιους θετούς γονείς είναι η εγγραφή τους στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων». Με τις ρυθμίσεις αυτές ο νομοθέτης επεδίωξε την ενίσχυση της προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος των προς υιοθεσία ανηλίκων, με τη διενέργεια σε δύο στάδια του ελέγχου της καταλληλότητας των υποψηφίων θετών γονέων από τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες: Σε πρώτο στάδιο, ενός γενικού ελέγχου καταλληλότητας, προκειμένου ο υποψήφιος θετός γονέας, αφού λάβει την προβλεπόμενη επιμόρφωση, να εγγραφεί στο οικείο μητρώο, αφετέρου, σε δεύτερο στάδιο, ειδικού ελέγχου καταλληλότητας, που διενεργείται σε σχέση με υποβληθέν, από ήδη εγγεγραμμένο στο οικείο μητρώο, αίτημα υιοθεσίας συγκεκριμένου ανηλίκου, αρχικώς από την κοινωνική υπηρεσία και τελικώς από το δικαστήριο, το οποίο καλείται, δικάζον κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, να εγκρίνει την τέλεση της υιοθεσίας. Εξάλλου, με το άρθρο 6 του εν λόγω νόμου προβλέφθηκε η σύσταση και τήρηση Εθνικού Μητρώου και επιμέρους Ειδικών Μητρώων Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων ανά φορέα εποπτείας, με την εγγραφή στα εν λόγω μητρώα να αποτελεί, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 8 του νόμου, προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του ανάδοχου γονέα. Με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 8 ορίστηκε ότι: «Κατάλληλοι για να γίνουν ανάδοχοι, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, είναι οικογένειες που αποτελούνται από συζύγους ή έχοντες συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, με ή χωρίς παιδιά, ή μεμονωμένα άτομα, άγαμα ή διαζευγμένα ή σε χηρεία, με ή χωρίς παιδιά, που μπορεί να είναι συγγενείς εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού με το ανήλικο τέκνο (συγγενική αναδοχή). Μεταξύ περισσοτέρων κατάλληλων υποψήφιων αναδόχων γονέων η επιλογή γίνεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου, υπό το πρίσμα και της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992 (Α΄ 192). Η συγγενική αναδοχή πρέπει να προτιμάται», επετράπη δηλαδή να γίνονται ανάδοχοι γονείς και τα έχοντα συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ζευγάρια, ετερόφυλα ή ομόφυλα (όπως προκύπτει και από τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή βλ. πρακτικά Ολομελείας της Βουλής, ιδίως συνεδρίαση ΡΙΒ΄ της 8.5.2018, σελ. 7300-7301 και 7313-7314 και συνεδρίαση ΡΙΓ΄ της 9.5.2018, σελ. 7396-7397 και 7399-7400). Η συνταγματικότητα των διατάξεων του νόμου αυτού δεν έχει αμφισβητηθεί ενώπιον του παρόντος ή άλλου δικαστηρίου.
22. Επειδή, ο ν. 5089/2024 «Ισότητα στον πολιτικό γάμο, τροποποίηση του Αστικού Κώδικα [και] άλλες διατάξεις» (Α΄ 27) ορίζει στο Κεφάλαιο Α΄, στο άρθρο 1, ως σκοπό αυτού, τη «διασφάλιση της αρχής της ισότητας, μέσω της επέκτασης της δυνατότητας σύναψης γάμου και σε πρόσωπα του ίδιου φύλου» και την «ενίσχυση της προστασίας από διακρίσεις, προς την κατεύθυνση της υλοποίησης της Εθνικής Στρατηγικής για την Ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου, αντικείμενο αυτού αποτελούν: «α) Η τροποποίηση του Αστικού Κώδικα, προκειμένου να αναγνωρισθεί η δυνατότητα σύναψης γάμου από πρόσωπα του ίδιου φύλου, β) οι αναγκαίες παρεμβάσεις στην εργατική νομοθεσία για την προστασία των ομόφυλων συζύγων και γονέων, γ) η διεύρυνση της προστασίας από διακρίσεις και δ) η ειδικότερη ρύθμιση σχέσεων με στοιχεία αλλοδαπότητας». Στο κεφάλαιο Β΄ του νόμου (άρθρα 3-5) περιέχονται οι ρυθμίσεις, με τις οποίες τροποποιούνται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί των όρων σύναψης γάμου, περί του επωνύμου των τέκνων και περί της σύνταξης και του περιεχομένου των ληξιαρχικών πράξεων. Ειδικότερα, με τη βασική διάταξη του άρθρου 3 ορίζεται, κατά τα πρότυπα της αντίστοιχης γαλλικής (Article 143 du Code civil) και γερμανικής ρύθμισης (§ 1353 Absatz 1 Satz 1 BGB), ότι στην παρ. 1 του άρθρου 1350 του Αστικού Κώδικα προστίθεται νέο πρώτο εδάφιο και η παράγραφος αυτή διαμορφώνεται ως εξής: «Ο γάμος συνάπτεται μεταξύ δύο προσώπων διαφορετικού ή ίδιου φύλου. Για τη σύναψη γάμου απαιτείται συμφωνία των μελλονύμφων. Οι σχετικές δηλώσεις γίνονται αυτοπροσώπως και χωρίς αίρεση ή προθεσμία». Στο νέο άρθρο 1350 του ΑΚ δεν ορίζεται μεν ρητώς ότι η δυνατότητα σύναψης γάμου μεταξύ ομοφύλων αφορά αποκλειστικά τον γάμο που τελείται με πολιτικό τύπο, τούτο όμως ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου (βλ. κατωτ. σκ. 23), τονίστηκε δε και στις συζητήσεις στη Βουλή κατά την ψήφιση αυτού. Η πρόβλεψη της επέκτασης μόνον του «πολιτικού γάμου» στα ομόφυλα ζευγάρια έχει την έννοια ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποχρεωθεί θρησκευτικός λειτουργός να τελέσει γάμο μεταξύ ομοφύλων, εφόσον ο γάμος αυτός είναι απαγορευμένος κατά τους κανόνες του οικείου δόγματος ή θρησκεύματος. Δεν εμποδίζεται, όμως, η τέλεση θρησκευτικού γάμου εφόσον κάποιο δόγμα ή θρήσκευμα αποδέχεται -ή αποδεχθεί στο μέλλοντον γάμο μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Εξάλλου, με το άρθρο 4 του νέου νόμου τροποποιείται, προς απάλειψη της διάκρισης λόγω φύλου κατά τον νομοθετικό ορισμό του επωνύμου των τέκνων, η προϊσχύουσα ρύθμιση του άρθρου 1505 του ΑΚ [σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση παράλειψης των γονέων να δηλώσουν προ του γάμου το επώνυμο των τέκνων τους, τα τέκνα ελάμβαναν ως επώνυμο το επώνυμο του πατέρα], ως εξής: «Οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους. Η δήλωση γίνεται πριν από το γάμο είτε σε συμβολαιογράφο είτε στον λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος. Ο λειτουργός οφείλει να ζητήσει τη σχετική δήλωση. Το οριζόμενο επώνυμο, κοινό για όλα τα τέκνα, μπορεί να είναι είτε το επώνυμο του ενός από τους γονείς είτε συνδυασμός των επωνύμων τους, που όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους … τα τέκνα έχουν σύνθετο επώνυμο, αποτελούμενο από το επώνυμο και των δύο γονέων τους. Πρώτο τίθεται το επώνυμο που προηγείται αλφαβητικά. Αν το επώνυμο του ενός ή και των δύο γονέων είναι σύνθετο, το επώνυμο των τέκνων σχηματίζεται με το πρώτο από τα δύο επώνυμα», ενώ με το άρθρο 5 εκσυγχρονίζονται οι παρωχημένες πλέον διατυπώσεις του άρθρου 21 του ν. 344/1976 (Α΄ 143) ως προς τους υπόχρεους προς δήλωση των γεννήσεων, με αντικατάσταση αυτού ως εξής: «1. Υπόχρεοι προς δήλωση των γεννήσεων είναι: α) Καθένας εκ των γονέων, β) ο/η ιατρός, γ) ο μαιευτής/η μαία και δ) οποιοσδήποτε παρευρισκόταν κατά τη διάρκεια του τοκετού. 2. Οι υπόχρεοι υπέχουν τη συγκεκριμένη υποχρέωση κατά τη σειρά αναφοράς της παρ. 1, η δε υποχρέωση των επομένων γεννάται μόνον εφόσον ο προηγουμένως αναφερθείς υπόχρεος δεν υπάρχει ή κωλύεται να δηλώσει τη γέννηση. 3. Η δήλωση μπορεί να γίνει και από αντιπρόσωπο καθενός εκ των γονέων, εφόσον αυτός είναι εφοδιασμένος με ειδική εντολή δυνάμει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου». Με το κεφάλαιο Γ΄ του νόμου (άρθρα 6-8) προσαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης και του υπαλληλικού δικαίου για τους ομόφυλους συζύγους και γονείς. Ειδικότερα, με το άρθρο 6 προβλέπεται η επέκταση προνομίων (αδειών μητρότητας και πατρότητας και άλλων διευκολύνσεων) και ειδικών παροχών σε ομόφυλους συζύγους και γονείς, με την προσθήκη διατάξεων στον Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου (π.δ. 80/2022, Α΄ 222) και στον ν. 5078/2023 (Α΄ 211), καθώς επίσης με την αναθεώρηση, προς την ίδια κατεύθυνση, των αντίστοιχων διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26) και του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α΄ 143), με επέκταση στους ομόφυλους συζύγους και γονείς, οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτών, των διευκολύνσεων του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 50 και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 53 του Υ.Κ. Στο άρθρο 7 του νέου νόμου προβλέπεται η προστασία από την απόλυση των ομόφυλων γονέων, με την προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 281 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου, στο δε άρθρο 8 η ευθεία ή ανάλογη εφαρμογή διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν σε αξιώσεις, παροχές και προνόμια των συζύγων και γονέων έναντι τρίτων ή έναντι του Δημοσίου, και στις περιπτώσεις προσώπων του ιδίου φύλου που έχουν τελέσει μεταξύ τους γάμο ή έχουν αποκτήσει κοινό παιδί (εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στα άρθρα 6 και 7 ή σε άλλο νομοθέτημα). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 9 (του κεφαλαίου Δ΄) του νόμου επεκτείνεται και σε άλλους -εκτός του οικογενειακού δικαίουτομείς η αρχή της απαγόρευσης κάθε είδους διάκρισης και, ειδικότερα, τροποποιούνται τα άρθρα 1 και 3 (παρ. 2 και 4) του ν. 4443/2016 (Α΄ 232) [με τον οποίο ενσωματώθηκαν στο εθνικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, οι Οδηγίες 2000/43/ΕΚ, 2000/78/ΕΚ και 2014/54/ΕΕ], ώστε να εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως (μεταξύ άλλων) «θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας, χαρακτηριστικών ή έκφρασης φύλου» στους τομείς της κοινωνικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης, των κοινωνικών παροχών και των φορολογικών διευκολύνσεων ή πλεονεκτημάτων, της εκπαίδευσης και της πρόσβασης στη διάθεση και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται (συναλλακτικά) στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγης.
23. Επειδή, με το κεφάλαιο Ε΄ του ν. 5089/2024 (άρθρα 10-11) ρυθμίζονται σχέσεις με στοιχεία αλλοδαπότητας. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 επιδιώκεται, κατά το πρότυπο του άρθρου 7 του ν. 1250/1982 (Α΄ 46), η υπό όρους αναγνώριση στην Ελλάδα γάμων προσώπων του ιδίου φύλου (Ελλήνων/Ελληνίδων) που τελέστηκαν στο εξωτερικό προ της θέσπισης του ν. 5089/2024, ως εξής: «Γάμοι Ελλήνων που τελέστηκαν στο εξωτερικό με πρόσωπα του ίδιου φύλου πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου τέλεσής τους θεωρούνται υποστατοί από τη στιγμή που έγιναν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εκτός αν: α) Έστω ένας από τους συζύγους τέλεσε στο μεταξύ νέο έγκυρο γάμο. β) Η ανυπαρξία του γάμου είχε ήδη αναγνωριστεί με αμετάκλητη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου. γ) O γάμος έχει λυθεί με οποιονδήποτε τρόπο ή ακυρωθεί. Αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων που έλυσαν ή ακύρωσαν γάμο θεωρούμενο ως ανυπόστατο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.», ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ρυθμίζεται η περίπτωση συνύπαρξης προϋπάρχοντος του ν. 5089/2024 γάμου ομοφύλων, που είχε τελεστεί στο εξωτερικό [και ήδη αναγνωρίζεται κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου αυτού] και συμφώνου συμβίωσης μεταξύ των ιδίων προσώπων, που είχε συναφθεί στη συνέχεια στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4356/2015, οριζομένου ότι: «Πρόσωπα του ίδιου φύλου που τέλεσαν γάμο στο εξωτερικό, ως προς τον οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, και στη συνέχεια σύναψαν σύμφωνο συμβίωσης του ν. 4356/2015 (Α΄ 185), μπορούν, εντός ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος, να λύσουν τον γάμο τους με διαζύγιο και να δηλώσουν τη λύση του γάμου τους στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωριστεί το σύμφωνο. Η δήλωση γίνεται από κοινού, αυτοπροσώπως και χωρίς αίρεση η προθεσμία. Σε αυτή την περίπτωση, το σύμφωνο συμβίωσης θεωρείται έγκυρο από τον χρόνο κατάρτισής του. Διαφορετικά το σύμφωνο θεωρείται ότι δεν καταρτίστηκε…». Με το άρθρο 11 του νόμου ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την αναγνώριση σχέσεων γονεϊκότητας που δημιουργήθηκαν στο εξωτερικό είτε με μεθόδους ι.υ.α. (παρ. 1) είτε με υιοθεσία (παρ. 2), με προέχοντα σκοπό την προστασία του βέλτιστου συμφέροντος των εμπλεκομένων ανηλίκων, σε συμφωνία προς το πνεύμα της σχετικής νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. (βλ. ανωτ. σκ. 12, VIII) και του Δ.Ε.Ε. (βλ. ανωτ. σκ. 14). Ειδικότερα, με την παρ. 1 ορίζεται ότι: «Σχέση γονέα ή γονέων και τέκνου που έχει καταχωριστεί σε δημόσια έγγραφα ή δικαστική απόφαση τρίτης χώρας αναγνωρίζεται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως του φύλου του ενός ή των δύο γονέων και της πρόβλεψης ή μη του τρόπου δημιουργίας της ως άνω σχέσης στο εσωτερικό δίκαιο. Αν η γονεϊκή σχέση του πρώτου εδαφίου βασίζεται σε δικαστική απόφαση, η απόφαση αναγνωρίζεται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων για την αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων. Δημόσια αρχή, δικαστήριο ή τρίτος δεν δύναται να αντιταχθεί στην αναγνώριση της ανωτέρω γονεϊκής σχέσης που έχει δημιουργηθεί στο εξωτερικό ή στις συνέπειες από την αναγνώριση αυτή για λόγους που ανάγονται στο φύλο του ενός ή των δύο γονέων και στην πρόβλεψη ή μη του τρόπου δημιουργίας της σχέσης στο εσωτερικό δίκαιο. Οι προξενικές αρχές και το Ειδικό Ληξιαρχείο υποχρεούνται σε καταχώριση πράξης αλλοδαπής δημόσιας αρχής που αποτυπώνει γονεϊκή σχέση που έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τους κανόνες της οικείας έννομης τάξης και με τήρηση των εκεί προβλεπομένων διατυπώσεων». Η διάταξη αυτή, παρά τη χρήση του παρακειμένου, καταλαμβάνει, κατά την ορθή έννοιά της, όχι μόνο γονεϊκές σχέσεις, που είχαν δημιουργηθεί στο εξωτερικό έως την έναρξη ισχύος του ν. 5089/2024, αλλά και γονεϊκές σχέσεις που θα δημιουργηθούν στο μέλλον (βλ. σχετ. και έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής), στοχεύει δε στην αντιμετώπιση του ζητήματος της εκ των υστέρων αναγνώρισης γονεϊκών σχέσεων, που έχουν δημιουργηθεί νομίμως στην αλλοδαπή με προσφυγή σε μέθοδο ι.υ.α., ανεξαρτήτως του φύλου του/ων γονέα/ων και του εάν και υπό ποίους όρους επιτρέπεται από την ελληνική νομοθεσία η προσφυγή στη χρησιμοποιηθείσα μέθοδο. Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ρυθμίζεται χωριστά η νομική μεταχείριση υιοθεσιών που έχουν τελεστεί στο εξωτερικό από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια σύμφωνα με το δίκαιο του οικείου αλλοδαπού κράτους, με παραπομπή στις ήδη ισχύουσες διατάξεις περί αναγνώρισης αλλοδαπών αποφάσεων από την ελληνική έννομη τάξη, ως εξής: «Ειδικά στην περίπτωση υιοθεσίας από συζύγους του ίδιου φύλου ή υιοθεσίας του παιδιού του ενός συζύγου από τον άλλο σύζυγο του ίδιου φύλου που έχει τελεστεί στο εξωτερικό κατά το δίκαιο του τόπου τέλεσής της, η υιοθεσία αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για την αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων, από τον χρόνο που έγινε, με την επιφύλαξη του άρθρου 23 του Αστικού Κώδικα». Κατά τη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων, για την αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας [μεταξύ των οποίων και οι αποφάσεις που εγκρίνουν τέλεση υιοθεσίας] εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 780 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία: «Με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου έχει στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, την ισχύ που της αναγνωρίζει το δίκαιο του κράτους του δικαστηρίου που την εξέδωσε, εφ’ όσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) αν η απόφαση εφάρμοσε τον ουσιαστικό νόμο που έπρεπε να εφαρμοστεί κατά το ελληνικό δίκαιο και εκδόθηκε από δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία κατά το δίκαιο της πολιτείας της οποίας τον ουσιαστικό νόμο εφάρμοσε και 2) αν δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αλλοδαπή απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε η τέλεση υιοθεσίας ισχύει στην ημεδαπή αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται, κατ’ αρχήν, καμία προηγούμενη διαδικασία αναγνώρισης (εκτός αν υπάρχει διεθνής σύμβαση που ορίζει διαφορετικά), οποιοδήποτε δε δικαστήριο ή αρχή, ενώπιον των οποίων ανακύπτει ως κύριο ή προδικαστικό το ζήτημα της ισχύος μιας τέτοιας απόφασης, οφείλει να ελέγχει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αξιώνει για την ισχύ της η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 780 ΚΠολΔ. Επειδή, όμως, είναι συχνά δυσχερής η διάγνωση της συνδρομής των ως άνω προϋποθέσεων, παρίσταται ανάγκη, κατά τη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων, δικαστικής διάγνωσης και διαπίστωσής τους, ώστε, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 905 παρ. 4 ΚΠολΔ [με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, που αφορά την προσωπική κατάσταση] να αναγνωρίζεται, όταν υφίσταται ανάγκη προς τούτο, από το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η ισχύς αλλοδαπής απόφασης περί υιοθεσίας (ή, γενικότερα, απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και αφορά την προσωπική κατάσταση), με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 780 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2008, 9/2016 Ολομ. κ.ά.). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 23 του ΑΚ -όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2447/1996 και του άρθρου 33 του ΑΚ συνάγεται ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου, με τον όρο ότι οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζονται αν η εφαρμογή τους προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη της Ελληνικής Πολιτείας. Δημόσια δε τάξη, υπό την αναφερομένη στο άρθρο 33 του ΑΚ έννοια, είναι το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων και αρχών, που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιϊκές, οικονομικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν την έννομη τάξη αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στον βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές (ΑΠ 6/1990 Ολομ., 17/1999 Ολομ., 17/2008 Ολομ., 11/2009 Ολομ., 9/2016 Ολομ., 1517/2023). Το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο δεν αξιολογεί, δηλαδή, το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο, ούτε τον ειδικότερο εφαρμοστέο αλλοδαπό κανόνα δικαίου κατά τρόπο απόλυτο, γενικό και αφηρημένο, αλλά εξετάζει μόνον κατά πόσον οι έννομες συνέπειες, οι οποίες θα παραχθούν στην ημεδαπή από την αλλοδαπή απόφαση, που εφάρμοσε τον κανόνα αυτό, επί των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της κάθε ειδικότερης περίπτωσης, γίνονται ή όχι ανεκτές από τον κρατούντα στη χώρα μας βιοτικό κοινωνικό ρυθμό (ΑΠ 2084/2009, 9/2016 Ολομ., 1517/2023). Σημειωτέον ότι μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 5089/2024 η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων αντιμετώπιζε αρνητικά, πλην μεμονωμένων εξαιρέσεων, τα αιτήματα περί αναγνώρισης της ισχύος αλλοδαπών αποφάσεων, που αφορούσαν σε γονεϊκές σχέσεις ομόφυλων ζευγαριών, δημιουργηθείσες στο εξωτερικό είτε μέσω παρένθετης μητρότητας ή άλλης μεθόδου ι.υ.α. είτε μέσω υιοθεσίας (βλ. Μον ΠρΑθ 2129/2011, Μον ΕφΑθ 503/2020, Μον ΠρΑθ 3054/2023, Μον ΕφΑθ 2204/2023). Η άρνηση αναγνώρισης της ισχύος των εν λόγω αλλοδαπών αποφάσεων στηριζόταν, κυρίως, στις σκέψεις ότι στην ελληνική έννομη τάξη «ως σύζυγοι νοούνται, υπό το καθεστώς του ισχύοντος Αστικού Κώδικα, μόνο πρόσωπα διαφορετικού φύλου … δεν αναγνωρίζεται, ακόμα, το δικαίωμα των ομοφύλων ζευγαριών στην από κοινού υιοθεσία ή την απόκτηση τέκνου, δια μεθόδων εξωσωματικής γονιμοποίησης. Η σύσταση αυτού του μοντέλου ομόφυλης οικογένειας … αποτελεί μια πραγματική κατάσταση αντίθετη, στην παρούσα φάση, με τις επικρατούσες αρχές και αντιλήψεις, που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία …». Συνεπώς, κατά τη νομολογία αυτή, «τίθεται ζήτημα αντίθεσης στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη...» από την αναγνώριση των εν λόγω γονεϊκών σχέσεων (βλ. ενδεικτ. απόφ. Μον ΠρΑθ 3054/2023). Προς την αντίθετη κατεύθυνση, με την .../2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίθηκε, κατόπιν συνεκτίμησης της σχετικής νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. και του Δ.Ε.Ε., ότι η άρνηση αναγνώρισης του δεδικασμένου που απέρρεε από απόφαση βρετανικού δικαστηρίου, με την οποία είχε ανατεθεί η επιμέλεια της ανήλικης κόρης ομόφυλου έγγαμου ζευγαριού γυναικών στη σύζυγο της βιολογικής της μητέρας και είχε δοθεί άδεια μετοίκησης της ανωτέρω μετά της ανήλικης στην Ελλάδα, με την αιτιολογία ότι «οι ομόφυλες γονείς της τέλεσαν νομίμως γάμο στην αλλοδαπή, θεσμό που αγνοεί προς το παρόν η εγχώρια έννομη τάξη» [όπως είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο], «θα αποτρέψει τελικώς να παράγει και στη χώρα μας τα έννομα αποτελέσματά της η ρητή άδεια του αλλοδαπού δικαστηρίου … γεγονός που … αντιστρατεύεται το πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου και είναι αποδοκιμαστέο από τη διεθνή και ελληνική έννομη τάξη … αφού θα εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος της ανήλικης εξαιτίας του γενετήσιου προσανατολισμού των γονέων της …», ενώ «η ελληνική κοινωνία τυγχάνει πλέον … αρκετά προοδευτική [ώστε] να φιλοξενήσει αρμονικά στους κόλπους της και να ανεχθεί την ύπαρξη και της ομόφυλης οικογένειας μετά τέκνων». Επομένως, «η υπό κρίση αλλοδαπή απόφαση δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη κατά τη διάταξη του άρθρου 33 του ΑΚ και τα χρηστά ήθη, ούτε είναι αντίθετη σε κυριαρχικές ηθικές αρχές και αντιλήψεις, που διέπουν στην παρούσα χρονική περίοδο τη ζωή και το βιοτικό ρυθμό της Ελλάδας, ούτε προκαλεί διαταραχή στην ελληνική έννομη τάξη ... αντίθετα η απόρριψη της υπό κρίση αίτησης καταλήγει στο, απολύτως αποδοκιμαστέο από την ελληνική δημόσια τάξη, αποτέλεσμα της καταπάτησης του αληθινού … συμφέροντος της ανήλικης κόρης των διαδίκων», η οποία, ήδη εγκατεστημένη από ετών στη Θεσσαλονίκη με την εκεί εργαζόμενη, ασκούσα την επιμέλεια αυτής εκκαλούσα, «… έχει δημιουργήσει σταθερό συγγενικό, κοινωνικό και υποστηρικτικό περιβάλλον». Με αντίστοιχο σκεπτικό αναγνωρίστηκε επίσης, με την .../2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (εκδοθείσα μετ’ αναίρεση της ως άνω .../2020 απόφασης του αυτού δικαστηρίου), η ισχύς αλλοδαπής απόφασης [δικαστηρίου της αμερικανικής Πολιτείας του Ντιλαγουέρ], με την οποία είχε εγκριθεί η από κοινού υιοθεσία ανήλικης από έγγαμο ομόφυλο ζευγάρι γυναικών. Το δικαστήριο αναφέρθηκε, εν προκειμένω, και στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 5089/2024 και επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι (α) «στην ημεδαπή έννομη τάξη το ενδιαφέρον σχετικά με τον θεσμό της υιοθεσίας έχει επικεντρωθεί στο συμφέρον του υιοθετουμένου και στην παροχή δυνατότητας σε αυτόν να μεγαλώσει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον με ανάπτυξη σχέσεων στοργής και αφοσίωσης», (β) «κεφαλαιώδους σημασίας αποτελεί η επαναπροσέγγιση της έννοιας της οικογένειας … προκειμένου να προσαρμοστεί στα επίκαιρα κοινωνικά δεδομένα και τις εξελίξεις που έχουν επέλθει στην παρεχόμενη προστασία σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο» και (γ) δεν έχει παρατηρηθεί, με βάση τα μέχρι σήμερα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα, «στατιστική απόκλιση μεταξύ παιδιών που μεγαλώνουν σε ομόφυλες οικογένειες και παιδιών που μεγαλώνουν σε ετερόφυλες οικογένειες, ως προς τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, την ακαδημαϊκή, την ψυχική, την κοινωνική τους ανάπτυξη». Έλαβε δε υπόψη ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το ανήλικο τέκνο «έχει διαμορφώσει σχέσεις με τους ομόφυλους γονείς του, που, εάν διαταραχθούν, θα θίξουν καίρια τον ψυχικό του κόσμο και την ομαλή ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη».
24. Επειδή, στο κεφάλαιο ΣΤ΄ του νέου νόμου (άρθρα 12-14) περιέχονται οι εξουσιοδοτικές, μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις. Ειδικότερα, το άρθρο 12 ορίζει ότι: «1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ρυθμίζονται όλα τα ζητήματα που αφορούν στην προσθήκη, αντικατάσταση ή περαιτέρω εξειδίκευση των στοιχείων των περιπτώσεων της παρ. 1 του άρθρου 22, του άρθρου 31 και του άρθρου 31Α του ν. 344/1976 (Α΄ 143) που απαιτούνται για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης της γέννησης, του γάμου και του συμφώνου συμβίωσης, αντίστοιχα, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του ν. 344/1976 σύμφωνα με τις προβλέψεις του παρόντος. Με όμοια απόφαση ρυθμίζονται τα θέματα κτήσης δημοτικότητας στις περιπτώσεις κοινού τέκνου ομόφυλων συζύγων, τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των ομόφυλων γονέων του, παράλειψης δήλωσης σχετικά με τον δήμο, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου 15 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α΄ 114) σύμφωνα με τις προβλέψεις του παρόντος. 2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μπορεί να προσαρμόζονται, όπου αυτό απαιτείται, οι κείμενες διατάξεις του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης, στις απαιτήσεις του άρθρου 8». Το άρθρο 13 περιέχει μεταβατική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στα πρόσωπα του ιδίου φύλου που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης του ν. 4356/2015 (Α΄ 185) να τελέσουν, εντός ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του νόμου, γάμο και να προβούν σε δήλωση στο ληξιαρχείο, στο οποίο έχει καταχωριστεί το σύμφωνο, ότι επιθυμούν να ισχύσει αναδρομικά ο γάμος τους από τον χρόνο τέλεσης του συμφώνου, ενώ με το άρθρο 14 καταργείται η παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4491/2017 (Α΄ 152) περί της προϋπόθεσης της αγαμίας για τη διόρθωση καταχωρισμένου φύλου. Τέλος, με το άρθρο 15 του Κεφαλαίου Ζ΄ του νόμου ορίζεται η έναρξη ισχύος αυτού.
25. Επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 5089/2024, «Η προβλεπόμενη επέκταση του δικαιώματος σύναψης γάμου … αποτελεί ένα αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της εμπέδωσης της ισότητας και της άρσης του κοινωνικού αποκλεισμού και των διακρίσεων σε βάρος των ομόφυλων ζευγαριών και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της δημιουργίας μιας κοινωνίας χωρίς διακρίσεις … Αυτονοήτως, το νομοσχέδιο αφορά στον πολιτικό γάμο, ως αντικείμενο ρύθμισης της κρατικής έννομης τάξης. Δεν παρεμβαίνει στη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ή άλλων δογμάτων ή θρησκειών γνωστών στην Ελλάδα … να καθορίσουν τις προϋποθέσεις της ιεροτελεστίας και κάθε θέμα σχετικό μ’ αυτήν σύμφωνα με το τυπικό και τους κανόνες του δόγματος ή θρησκεύματος ...». Αναφέρεται, επίσης, πως ο νομοθέτης λαμβάνει υπόψη ότι την «ισότητα στον γάμο» αναγνωρίζουν [κατά τον χρόνο εκπόνησης του νομοσχεδίου]: (α) τριάντα έξι (36) χώρες παγκοσμίως, (β) είκοσι έξι (26) από τις τριάντα οκτώ (38) χώρες μέλη του ΟΟΣΑ [Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελβετία, Εσθονία, Ηνωμένο Βασίλειο, Η.Π.Α., Ιρλανδία, Ισλανδία, Ισπανία, Καναδάς, Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Λουξεμβούργο, Μεξικό, Νέα Ζηλανδία, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Σουηδία, Φινλανδία, Χιλή] και (γ) δεκαπέντε (15) χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης [όλες, πλην της Μάλτας, μέλη του ΟΟΣΑ], καθώς και ότι η υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια ισχύει σε τριάντα εννέα (39) χώρες παγκοσμίως [εκ των οποίων οι δεκαέξι (16) είναι κράτη-μέλη της Ε.Ε.]. Kατά την αιτιολογική έκθεση, η σημαντική εξέλιξη του οικογενειακού δικαίου που επέρχεται με τον ν. 5089/2024, «ανταποκρινόμενη σε πιο σύγχρονες αξιολογήσεις της ελληνικής έννομης τάξης, εντάσσεται στο πλαίσιο της Ενωσιακής Στρατηγικής για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ στην ΕΕ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Βρυξέλλες, 2020), αλλά και της Εθνικής Στρατηγικής για την Ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ (Αθήνα, 2021). Για τη διαμόρφωση των σύγχρονων αντιλήψεων σε σχέση με την έννοια της οικογένειας, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης όπως και αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο ... αναγνώρισε ότι η σχέση ομόφυλου ζευγαριού εμπίπτει στην έννοια της οικογενειακής ζωής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, ενώ αμφότερα τα Δικαστήρια επιτάσσουν και την προστασία της σχέσης του κοινού παιδιού και με τους δύο γονείς του. Την αφετηρία για τη νομική αναγνώριση ομόφυλων συμβιωτικών σχέσεων στη χώρα μας αποτέλεσε ο ν. 4356/2015, ο οποίος παρέχει -συμπληρώνοντας το προηγούμενο καθεστώς του ν. 3719/2008τη δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια … Ωστόσο, το σύμφωνο συμβίωσης … αποτελεί έναν θεσμό οικογενειακού δικαίου εναλλακτικό προς τον γάμο, που δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον τελευταίο, όπως, εξάλλου, αποδεικνύει και η συνύπαρξη των δύο θεσμών, ως νομικών δυνατοτήτων, σήμερα, για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Παραμένει … το ζήτημα της δυνατότητας σύναψης του πολιτικού γάμου, ως σύμβασης του αστικού δικαίου ανεξαρτήτως του φύλου των μελλοντικών συζύγων, άρα και από τα ομόφυλα ζευγάρια, ως ειδική έκφανση της απαγόρευσης διακρίσεων με βάση το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό». Αναφέρεται, επίσης, ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση ... επιτάσσει, … δια της νομοθεσίας και της νομολογίας του Δικαστηρίου της, την αναγνώριση των δικαιωμάτων που απορρέουν, στο πλαίσιο του δικαίου της ΕΕ, από γάμους ομοφύλων που τελέστηκαν στο εξωτερικό, καθώς και την αναγνώριση των παιδιών με ομόφυλους γονείς», καθώς και ότι η θεσμοθέτηση της «ισότητας στον γάμο» δημιουργεί και ισότητα στα δικαιώματα των παιδιών ομόφυλων ζευγαριών που ήδη ζουν και ανατρέφονται από ομόφυλους γονείς, καθώς δίνεται η δυνατότητα «επίλυσης προβλημάτων που δημιουργούνται από τη μη αναγνώριση της συγγένειας των παιδιών αυτών με τον ένα γονέα τους, η οποία έχει ως συνέπεια να αποστερούνται μια σειρά δικαιωμάτων (γονική μέριμνα, διατροφή, κληρονομικό δικαίωμα) και να προσβάλλεται το δικαίωμά τους στην οικογενειακή ζωή». Διευκρινίζεται, τέλος, ότι ο ν. 5089/2024 δεν επεμβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 1542 επ. του Αστικού Κώδικα για την υιοθεσία, η εφαρμογή των οποίων αποτελεί «αυτόθροη και αυτονόητη συνέπεια της επέκτασης του γάμου και στα ομόφυλα ζευγάρια» και ότι με τον ίδιο νόμο επιχειρείται «η προστασία της οικογένειας που έχει ήδη συσταθεί σε χώρα του εξωτερικού και, ιδίως, των τέκνων που έχουν γεννηθεί και θεμελιώσει νομική σχέση με τον γονέα ή τους ομόφυλους γονείς τους, η οποία πρέπει να είναι σεβαστή για το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού».
26. Επειδή, κατ’ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 5089/2024 εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη .../20.2.2024 απόφαση της Υπουργού Εσωτερικών, με την οποία τροποποιείται η Φ.131360/.../8.5.2013 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών (Β΄ 1107) ως προς το Παράρτημα Ι και, ειδικότερα, ως προς την αποτύπωση των στοιχείων των συζύγων επί της ληξιαρχικής πράξης γάμου και των γονέων επί της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, στο Πληροφοριακό Σύστημα «Μητρώο Πολιτών» (παρ. 1). Αναλυτικότερα, με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση: (α) Προστίθενται νέα πρότυπα ληξιαρχικών πράξεων γέννησης και γάμου, καθώς και των αποσπασμάτων αυτών (παρ. 5), τα οποία διαμορφώνονται, σύμφωνα με το Παράρτημα Ι αυτής, ως εξής: (1) Οι ληξιαρχικές πράξεις γέννησης περιέχουν στα στοιχεία γονέων είτε τους όρους «Πατέρας» και «Μητέρα», είτε τους όρους «Μητέρα» και «Μητέρα», είτε τους όρους «Πατέρας» και «Πατέρας», αναλόγως του φύλου των γονέων του τέκνου, με αντίστοιχη πρόβλεψη και για τα αποσπάσματα αυτών [αποσπάσματα ληξιαρχικής πράξης γέννησης χωρίς ή με αναγραφή των στοιχείων βάφτισης], (2) οι ληξιαρχικές πράξεις γάμου περιέχουν στα στοιχεία των συζύγων είτε τους όρους «Άνδρας» και «Γυναίκα», είτε τους όρους «Γυναίκα» και «Γυναίκα» είτε τους όρους «Άνδρας» και «Άνδρας», αναλόγως του φύλου των συζύγων, με αντίστοιχη πρόβλεψη και για τα αποσπάσματα αυτών [αποσπάσματα ληξιαρχικής πράξης γάμου χωρίς ή με αναγραφή του θρησκεύματος]. (β) Ορίζεται ότι (1) τα ονοματεπωνυμικά πεδία ιδιότητας γονέα [ήτοι τα πεδία «Όνομα πατρός», «Επώνυμο πατρός», «Όνομα μητρός», «Επώνυμο μητρός» επί των ληξιαρχικών πράξεων γάμου και συμφώνου συμβίωσης και «Πατρώνυμο», «Μητρώνυμο» επί της ληξιαρχικής πράξης θανάτου] «είναι δυναμικά και προσαρμόζονται αναλόγως ώστε να αποτυπώνεται η αστική κατάσταση του φυσικού προσώπου» (παρ. 2), (2) τα επισυναπτόμενα υποδείγματα των ληξιαρχικών πράξεων γέννησης, γάμου και των αποσπασμάτων αυτών, όπως θα παράγονται από το Πληροφοριακό Σύστημα, είναι ενδεικτικά και (3) τα προαναφερόμενα πεδία της παρ. 2 «είναι δυναμικά και αμοιβαίως αποκλειόμενα» (παρ. 6). (γ) Απαλείφεται το πεδίο «Επώνυμο πατρός (μόνο μητέρα)» στα στοιχεία της ληξιαρχικής πράξης γέννησης στο Πληροφοριακό Σύστημα «Μητρώο Πολιτών» (παρ. 3). (δ) Δίνεται η δυνατότητα να περιλαμβάνονται στα στοιχεία της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, όπως αυτά παράγονται από το Πληροφοριακό Σύστημα «Μητρώο Πολιτών», «τα στοιχεία ενός μόνο γονέα ανεξαρτήτως φύλου, εφόσον αυτό προκύπτει από κάποια άλλη αρμόδια αρχή» (παρ. 4). (ε) Ορίζεται, τέλος, ότι τα υποδείγματα του Παραρτήματος Ι της προσβαλλόμενης αναρτώνται και στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών www.ypes.gr (παρ. 7).
27.
Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι (Α) με τις διατάξεις του ν.
5089/2024 παραβιάζεται το άρθρο 21 του Συντάγματος. Οι αιτούντες ισχυρίζονται,
ειδικότερα, ότι η συνταγματική αυτή διάταξη, η οποία καθιερώνει τη θεσμική
υποχρέωση του κράτους προς προστασία της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας
και της παιδικής ηλικίας και εντάσσει την οικογένεια στον σκοπό της συντήρησης
και προαγωγής του Έθνους, δεν δύναται να εννοεί άλλου είδους οικογένεια από εκείνη
που όρισε από αιώνες η φυσιολογία του ανθρώπινου σώματος, το οποίο αναπαράγεται
μόνο με την ένωση άνδρα και γυναίκας. Ως οικογένεια νοείται, κατά τους
αιτούντες, ομάδα ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς γάμου και
αίματος ή υιοθεσίας, αποτελούμενη από τον πατέρα, τη μητέρα και τα παιδιά και
ζώσα συνήθως υπό την αυτή στέγη, το δε ισχύον Σύνταγμα, αναφερόμενο στη
μητρότητα ως ουσιώδες στοιχείο της οικογένειας, δεν αφήνει περιθώρια για άλλες
ερμηνείες του όρου αυτού, ενώ η συνάρτηση της οικογένειας με το Έθνος
παραπέμπει στην ιστορικότητα της οικογένειας ως θεσμού σταθερής ένωσης άνδρα
και γυναίκας μέσα στην ελληνική παράδοση, αλλά και ως ενεργού κυττάρου για τη
διατήρηση των ηθικών και κοινωνικών αξιών του ελληνικού Έθνους και τη
δημογραφική και πολιτισμική επιβίωσή του μέσα από τη συμβολή της οικογένειας
στη γέννηση και υγιή και ομαλή ανάπτυξη παιδιών. Κατά τα προβαλλόμενα με την
υπό κρίση αίτηση, η οικογένεια, όπως την εννοεί το άρθρο 21 παρ. 1 του
Συντάγματος, ως σταθερό περιβάλλον ανατροφής παιδιών, οφείλει να αναπαράγει τα
κυρίαρχα πρότυπα ρόλων του πατέρα και της μητέρας και των σχέσεων των δύο
φύλων, τα οποία (πρότυπα) βοηθούν στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη και ομαλή
κοινωνική ένταξη των παιδιών, ο δε κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να μεταβάλει τα
θεμελιώδη αυτά χαρακτηριστικά του γάμου. Με βάση τα ανωτέρω, οι αιτούντες
υποστηρίζουν ότι δεν είναι επιτρεπτή, κατά το Σύνταγμα, η δια νόμου αναγνώριση
της δυνατότητας τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων, διότι τούτο αναιρεί τον κατά το
άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος σκοπό της προστασίας των θεσμών του γάμου και
της οικογένειας. Προβάλλεται επίσης ότι (Β) οι διατάξεις του ν. 5089/2024
παραβιάζουν το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος. Οι αιτούντες υποστηρίζουν,
ειδικότερα, ότι η παροχή σε (έγγαμα) ζευγάρια ομοφύλων της δυνατότητας να
υιοθετούν παιδιά και να αποτελούν κατά πλάσμα δικαίου τους δύο γονείς τους,
συνιστά ουσιώδη καταστρατήγηση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, καθώς
στερεί από τα παιδιά αυτά το δικαίωμα να ανατρέφονται σε οικογένεια με μητέρα
και πατέρα, λαμβάνοντας από τον καθένα όσα πολύτιμα προσφέρουν η μητρότητα και
η πατρότητα για τη ζωή και την ψυχοσωματική ανάπτυξή τους, όπως εάν
υιοθετούνταν από ετερόφυλες οικογένειες, δημιουργείται, δηλαδή, κατά τους
αιτούντες, δυσμενής διάκριση εις βάρος των παιδιών αυτών σε σχέση με τα παιδιά
που ανατρέφονται σε μία οικογένεια με πατρικό και μητρικό πρότυπο. Με την υπό
κρίση αίτηση δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένες διατάξεις του ν. 5089/2024.
Ενόψει, πάντως, των προβαλλομένων λόγων και του όλου περιεχομένου του
δικογράφου συνάγεται ότι το αντικείμενο της δίκης αφορά προεχόντως στη
συνταγματικότητα της βασικής διάταξης του άρθρου 3 του νόμου και, ειδικότερα,
στο κατά πόσον η θέσπιση της δυνατότητας σύναψης πολιτικού γάμου μεταξύ
ομοφύλων και το συνεπεία αυτής επιτρεπτό της υιοθεσίας και ανατροφής ανηλίκων
από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια προσβάλλουν την κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος
προστασία του γάμου και της οικογένειας και (καθ’ ερμηνεία του δικογράφου) της
παιδικής ηλικίας και την κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ισότητα μεταξύ των
παιδιών αυτών και εκείνων που ανατρέφονται από ετερόφυλους γονείς. Με τα
υποβληθέντα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εντός της δοθείσης από τον Πρόεδρο
του Δικαστηρίου προθεσμίας, υπομνήματα προβάλλεται ακόμη, προς επίρρωση των
ανωτέρω, ότι (α) ούτε οι διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α., ούτε η νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α.
επιβάλλουν τη θεσμοθέτηση γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, αλλά μόνον
εναλλακτικής μορφής αναγνώρισης και προστασίας των σταθερών ομόφυλων σχέσεων,
(β) η θέσπιση, με τον ν. 4356/2015, συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων κάλυπτε την ως
άνω απαίτηση και καθιστούσε περιττή τη ρύθμιση του ν. 5089/2024, η οποία
αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 12 της Ε.Σ.Δ.Α. και του άρθρου 23 παρ. 1
και 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα, που
κατοχυρώνουν το δικαίωμα ανδρών και γυναικών να συνέρχονται σε γάμο, (γ) ο
συντακτικός νομοθέτης του 1975, κατά την επεξεργασία και ψήφιση της διάταξης
του άρθρου 21 παρ. 1, είχε υπόψη του τον ορισμό του γάμου του Μ., κατά την
αντίληψη δε όλων των παρατάξεων στην Αναθεωρητική Βουλή ως γάμος νοείτο
αποκλειστικά ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων, (δ) ο νομοθέτης πρέπει να σέβεται τις
παραδόσεις και τα χρηστά ήθη του ελληνικού λαού. Γίνεται επίσης επίκληση της
.../2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αποφάνθηκε τελικώς περί του ανυποστάτου
γάμου μεταξύ ομοφύλων τελεσθέντος το 2008 από τον Δήμαρχο ..., καθώς και της
.../2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ότι η υιοθεσία ανηλίκου από
ομόφυλο ζευγάρι αντίκειται στη δημόσια τάξη (η οποία αναιρέθηκε, στη συνέχεια,
για τυπικούς λόγους, επηκολούθησε δε η .../2024 απόφαση του αυτού δικαστηρίου
προς την αντίθετη κατεύθυνση βλ. ανωτ. σκ. 23).
28. Επειδή, το Σύνταγμα προστατεύει τον γάμο ως βασικό στοιχείο έκφρασης και
ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου και οργάνωσης της κοινωνικής ζωής
(πρβλ. ΣΕ 867/1988 Ολομ.), κατοχυρώνοντας, κατά τα ήδη εκτεθέντα, (α) ατομικό
δικαίωμα σύναψης γάμου, υπό την έννοια της ελευθερίας εκάστου να συνάπτει γάμο
με το πρόσωπο της επιλογής του, (β) κοινωνικό δικαίωμα, που αντιστοιχεί στην
υποχρέωση της Πολιτείας να λαμβάνει θετικά μέτρα προς στήριξη και προστασία των
θεσμών του γάμου και της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας,
καθώς επίσης (γ) εγγύηση του γάμου ως πολιτειακού θεσμού, ο οποίος προσδίδει
μια ιδιαίτερη νομική ιδιότητα στα συνάπτοντα αυτόν πρόσωπα, δεδομένου ότι
αναλαμβάνουν μία δημοσίως διατυπούμενη, με υψηλό συμβολισμό, δέσμευση σε
ισόβια, κατ’ αρχήν, συμβίωση με αμοιβαία στοργή, αφοσίωση και πίστη, η οποία
ρυθμίζεται από κανόνες εν πολλοίς αναγκαστικού δικαίου και συνεπάγεται αμοιβαία
δικαιώματα και υποχρεώσεις των συζύγων εντός ενός κοινού
συζυγικού-οικογενειακού οίκου (πρβλ. ΣΕ 3013/2006 7μ., 833/2020, 1636/2022,
230/2023, Ε.Δ.Δ.Α. αποφ. Κ. κατά Ελλάδας της 10.2.2011, σκ. 64 & 70, G. και
D. κατά Γαλλίας της 15.3.2012, σκ. 68, Χ κ.ά. κατά Αυστρίας της 19.2.2013, σκ.
106 κ.ά.). Οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας, στενώς συνδεόμενοι με τις
μεταβολές των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και ηθικών αντιλήψεων, δεν παραμένουν
στατικοί και αναλλοίωτοι στη διαδρομή του χρόνου, αλλά υπόκεινται, σε συνάρτηση
προς τις ανωτέρω μεταβολές, σε εξέλιξη και αναπροσδιορισμούς [βλ. ανωτ. σκ. 10
και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, πρβλ. απόφ. O. της 26.6.2015 του Ανωτάτου
Δικαστηρίου των Η.Π.Α., σκ. ΙΙ Β: «H ιστορία του γάμου είναι συγχρόνως ιστορία
συνέχειας και αλλαγής»]. Η συνταγματική κατοχύρωση αυτών δεν κωλύει, συνεπώς,
τον κοινό νομοθέτη, στο πλαίσιο της ευρείας εξουσίας, που αντλεί από τη
δημοκρατική αρχή, να θεσπίζει, κατόπιν εκτίμησης των κοινωνικών εξελίξεων και
σε συνάρτηση με αυτές, τις κατά την κρίση του δέουσες τροποποιήσεις των κανόνων
που ρυθμίζουν τη σύναψη γάμου, δημιουργία οικογένειας και εν γένει λειτουργία
των εν λόγω θεσμών. Ο δε έλεγχος του ακυρωτικού δικαστή, ως έλεγχος ορίων, δεν
εκτείνεται επί της ορθότητας των ουσιαστικών εκτιμήσεων ή της σκοπιμότητας των
επιλογών του νομοθέτη, εφόσον, πάντως, αυτές ευρίσκονται εντός του πλαισίου,
που θέτει η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος, ερμηνευόμενη σε
συνδυασμό με τις λοιπές συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και
αρχές και σύμφωνα με το πνεύμα των εξελισσόμενων κοινωνικών συνθηκών και
αντιλήψεων εντός και εκτός της Χώρας (πρβλ. ΣΕ 986-8/2014 Ολομ., 1470/2016
Ολομ., 1087/2017 Ολομ., 719/2018 7μ., 464/2023 Ολομ., απόφ. 198/2012 του
Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ισπανίας, σκ. 11 και απόφ. της 17.5.2023 του
Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας, σκ. 22 & 49).
29. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία, κατά το μέρος που προβλέπει την προστασία του θεσμού του γάμου, της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, παραμένει αναλλοίωτη κατά περιεχόμενο από τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975 [ως παρ. 1 του άρθρου 21 του αρχικού κειμένου και ως εδάφιο α΄ της ίδιας παραγράφου μετά το Ψήφισμα της 25.11.2019 της Θ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 187)], ενόψει και του κατευθυντήριου χαρακτήρα της, δεν περιέχει ορισμό του γάμου, ούτε αναφέρεται στη διαφορά φύλου ως ουσιώδες στοιχείο και αναγκαία προϋπόθεση για τη σύναψη αυτού. Όπως προκύπτει από τις σχετικές συζητήσεις στην Αναθεωρητική Βουλή, τον συντακτικό νομοθέτη είχαν απασχολήσει άλλα ζητήματα (όπως η δυνατότητα σύναψης πολιτικού γάμου, η ισότητα των φύλων και η ενίσχυση της προστασίας των εκτός γάμου παιδιών) και όχι το ζήτημα της σύναψης γάμου μεταξύ ομοφύλων, προφανώς διότι, υπό τις τότε ισχύουσες κοινωνικές συνθήκες και αντιλήψεις δεν ετίθετο αυτό το ενδεχόμενο. Το αυτό ισχύει και ως προς τις περί γάμου διατάξεις του Αστικού Κώδικα [που τέθηκε αρχικώς σε ισχύ με τον Α.Ν. 2250/1940, τελικώς δε με το άρθρο 1 του ν.δ. 7/1946 (Α΄ 151)]. Η διαφορά φύλου των «μελλονύμφων» (άρθρο 1367 ΑΚ) θεωρείτο, πάντως, κατά την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία, αυτονόητη προϋπόθεση για τη σύναψη υποστατού γάμου, στο μέτρο που αφετηρία των ερμηνευτών του Αστικού Κώδικα, παλαιοτέρων και νεωτέρων, αποτελούσε ο ορισμός του γάμου του Μοδεστίνου, Ρωμαίου νομοδιδάσκαλου του 3ου μ.Χ. αιώνα, κατά τον οποίο «γάμος εστί ένωσις ανδρός και γυναικός και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία» (βλ. ΑΠ 1428/2017). Ο ορισμός αυτός υπογραμμίζει την ιστορική παράδοση του γάμου ως κοινωνικού πολιτειακού θεσμού και θρησκευτικού μυστηρίου, που διαμορφώθηκε με βάση τις αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές αντιλήψεις, εμπλουτισμένες από τη χριστιανική διδασκαλία και ενσωματώθηκε, στη συνέχεια, με τον διττό αυτό χαρακτήρα, στο θετό δίκαιο του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ωστόσο, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, σημαντικές νομοθετικές μεταρρυθμίσεις [βλ., ιδίως, θέσπιση του πολιτικού γάμου, καθιέρωση της ισονομίας των συζύγων και της προέχουσας θέσης του παιδιού μέσα στην οικογένεια και ενίσχυση της εν γένει προστασίας του συμφέροντος του ανηλίκου, θεσμοθέτηση της προσφυγής, υπό προϋποθέσεις, σε όλες τις μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης μεταξύ ετεροφύλων και, στη συνέχεια, ομοφύλων και αναγνώριση στα εν λόγω ζευγάρια δικαιώματος αναδοχής ανηλίκων] έχουν ήδη επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον χαρακτήρα και τη λειτουργία των θεσμών του γάμου και της οικογένειας και στο οικογενειακό δίκαιο γενικότερα, που αντανακλούν τη μεταβολή των κοινωνικών συνθηκών και ηθικών αντιλήψεων κατά την τελευταία πεντηκονταετία. H επέκταση, με τον ν. 5089/2024, του δικαιώματος σύναψης πολιτικού γάμου σε άτομα του ιδίου φύλου αποτελεί ένα ακόμη μεταρρυθμιστικό βήμα, που απηχεί τον εκσυγχρονισμό των αντιλήψεων σχετικά με τις ομοερωτικές σχέσεις στην πλειοψηφία των προηγμένων δημοκρατικών κοινωνιών εντός και εκτός Ευρώπης, προς την κατεύθυνση της ανεκτικότητας, της ευρύτητας πνεύματος και του πλουραλισμού (πρβλ. ανωτ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφ. F., σκ. 178-180). Η σταδιακή αποποινικοποίηση, από τη δεκαετία του 1950 και εξής, των ομοφυλοφιλικών πράξεων μεταξύ συναινούντων ενηλίκων και η διαγραφή της ομοφυλοφιλίας από τη διεθνή κατηγοριοποίηση ψυχικών νοσημάτων, με απόφαση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας της 17.5.1990, σε συνέχεια σχετικού αιτήματος (απόφ. 756/1981) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, αποτέλεσαν ιδιαίτερα σημαντικά βήματα προς την καταπολέμηση της ομοφοβίας και των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Καθοριστική υπήρξε, αναμφισβήτητα, η συμβολή της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. (βλ. ανωτ. σκ. 12), που απορρίπτει παγίως, ως αντίθετη προς τη Σύμβαση, οποιαδήποτε αρνητική διακριτική μεταχείριση οφειλόμενη αποκλειστικά στον σεξουαλικό προσανατολισμό, επεσήμανε δε, κατ’ επανάληψη, ότι ο εθνικός νομοθέτης, κατά την επιλογή των ληπτέων μέτρων προς προστασία της οικογένειας, οφείλει να λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη της κοινωνίας και τις μεταβολές που σημειώνονται στον τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων σχετικά με την προσωπική κατάσταση και τις προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων και, κυρίως, «...ότι δεν υπάρχει πλέον μόνο μία δυνατή κατεύθυνση ή μία δυνατή επιλογή όσον αφορά την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή» (βλ. αποφ. Kozak κατά Πολωνίας της 2.6.2010, σκ. 98, Χ κ.ά. κατά Αυστρίας της 19.2.2013, σκ. 139), του ενωσιακού δικαίου, πρωτογενούς και παράγωγου, όπως ερμηνεύθηκε από το Δ.Ε.Ε. και, γενικότερα, της δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης προς την κατεύθυνση αυτή [βλ. ενδεικτ. (α) Συστάσεις 924 (1981), 1470 & 1474 (2000) και Ψήφισμα 1728 (2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (APCE) και Σύσταση CM/Rec (2010) 5 της Επιτροπής Υπουργών των κρατών μελών σχετικά με τη λήψη μέτρων για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, καθώς και (β) Σχέδιo Δράσης με τίτλο «Ένωση ισότητας: Στρατηγική για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ 2020-2025», που υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 12.11.2020, για την ανάληψη στοχευμένων δράσεων σχετικά με την αντιμετώπιση των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού των ΛΟΑΤΚΙ, μεταξύ των οποίων και η προώθηση της αμοιβαίας αναγνώρισης της ιδιότητας του γονέα και των οικογενειακών σχέσεων ομοφύλων μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης], καθώς και του Ο.Η.Ε., στο πλαίσιο της μέριμνας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων [βλ. ενδεικτ. το πρώτο σχετικό Ψήφισμα 17/19 έτους 2011, με τίτλο «Ανθρώπινα δικαιώματα, σεξουαλικός προσανατολισμός και ταυτότητα φύλου»]. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 εμφανίζεται και εξαπλώνεται σταδιακά, στον ευρωπαϊκό χώρο, η θέσπιση εναλλακτικών προς τον γάμο μορφών καταχωρισμένης συμβίωσης, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση και ρύθμιση των σταθερών σχέσεων συμβίωσης ομοφύλων, στο πνεύμα της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. σχετικά με την προστασία, χωρίς διακρίσεις, του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Κατά την τελευταία εικοσιπενταετία, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στην αναγνώριση δικαιώματος σύναψης πολιτικού γάμου μεταξύ ομοφύλων και δικαιώματος των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών στην υιοθεσία [με πρώτη χώρα, παγκοσμίως, την Ολλανδία, το 2001]. Σήμερα, το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών στον γάμο έχει θεσπιστεί σε τριάντα εννέα (39) συνολικά χώρες του κόσμου, εκ των οποίων είκοσι δύο (22) στην Ευρώπη -δέκα έξι (16), ειδικότερα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση-, έντεκα (11) στην Αμερική, τρεις (3) στην Ασία, δύο (2) στην Ωκεανία και μία (1) στην Αφρική. Το δικαίωμα στην υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια αναγνωρίζεται, ως επί το πλείστον, συγχρόνως με το δικαίωμα στον γάμο ή ως αυτόθροη συνέπεια αυτού ή ερείδεται, σε άλλες περιπτώσεις, στη σύναψη συμφώνου συμβίωσης ή παρόμοιας καταχωρισμένης σχέσης ομοφύλων [όπως π.χ. στην περίπτωση της Κροατίας, που έχει θεσπίσει (μόνο) σύμφωνο συμβίωσης και δικαίωμα στην υιοθεσία υπέρ των ομόφυλων ζευγαριών]. Ιδιαίτερα σημαντική είναι, επίσης, η συμβολή, στην εν λόγω εξέλιξη, της νομολογίας ανωτάτων δικαστηρίων, εντός και εκτός Ευρώπης, με αποφάσεις που είτε επιβεβαιώνουν τη συνταγματικότητα διατάξεων νόμου, με τις οποίες αναγνωρίστηκε το πρώτον δικαίωμα σύναψης γάμου /και υιοθεσίας σε ομόφυλα ζευγάρια [βλ. ιδίως αποφάσεις (α) της 9.12.2004 (2004 CSC 79) του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά και (β) 121/8.4.2010 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πορτογαλίας, που επιβεβαίωσαν τη συνταγματικότητα νομοθετικής ρύθμισης, με την οποία αναγνωρίστηκε δικαίωμα σύναψης γάμου μεταξύ ομοφύλων, (γ) 198/6.11.2012 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ισπανίας και (δ) της 17.5.2013 (2013–669 DC) του Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας, που επιβεβαίωσαν τη συνταγματικότητα της δια νόμου θέσπισης δικαιώματος των ομόφυλων ζευγαριών στον γάμο και την υιοθεσία], είτε συνάγουν δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών στον γάμο ή στην υιοθεσία καθ’ ερμηνεία συνταγματικών διατάξεων και αρχών [βλ. ιδίως αποφάσεις (α) της 26.6.2015 O. κατά H. [(576 U.S. 644 (2015)] του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α., με την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών στον γάμο ως συνταγματικό δικαίωμα, που απορρέει από την 14η Τροπολογία και δεσμεύει όλες τις Πολιτείες, ανεξαρτήτως των οριζομένων στη νομοθεσία εκάστης, (β) της 14.6.2016 (PI. US 7/15) του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Τσεχίας, που έκρινε ότι διάταξη νόμου που αποκλείει ομόφυλα ζευγάρια, που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, από τη δυνατότητα υιοθεσίας παραβιάζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το δικαίωμα αυτών στην ιδιωτική ζωή, (γ) της 4.12.2017 (AUT–2017–3-003) του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Αυστρίας, με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές, ως αντικείμενες στην αρχή της ισότητας, διατάξεις νόμου που όριζαν ότι γάμος δύναται να συναφθεί μόνο μεταξύ ετεροφύλων, ενώ σύμφωνο συμβίωσης μόνο μεταξύ ομοφύλων, (δ) δύο αποφάσεων της 16.6.2022 (U-I-486/20 & Up-572/18) του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Σλοβενίας, με τις οποίες κρίθηκε ότι συνιστούσαν αντισυνταγματική διάκριση εις βάρος των ομόφυλων ζευγαριών διατάξεις νόμου που όριζαν, αντίστοιχα, ότι (i) γάμος δύναται να συναφθεί μόνο μεταξύ προσώπων διαφορετικού φύλου και (ii) ότι ομόφυλοι σύντροφοι που συμβιώνουν σε επίσημη αστική ένωση δεν έχουν δικαίωμα από κοινού υιοθεσίας παιδιού].
30. Επειδή, με τις επίδικες ρυθμίσεις του ν. 5089/2024 διευρύνεται ο κύκλος των προσώπων που δύνανται, εφόσον το επιθυμούν, να δεσμευθούν δημοσίως ενώπιον της Πολιτείας σε ισόβια, κατ’ αρχήν, συμβίωση με αμοιβαία στοργή, αφοσίωση και πίστη, κατά τους όρους του νόμου, ώστε να τύχουν της ειδικής αναγνώρισης και προστασίας που η έννομη τάξη επιφυλάσσει στους έγγαμους πολίτες και στον γάμο ως θεμελιώδη κοινωνικό θεσμό -συμπεριλαμβανομένης πλέον και μιας μειοψηφικής κατηγορίας πολιτών, οι οποίοι παρέμεναν, λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, αποκλεισμένοι από αυτόν-, χωρίς να τροποποιούνται, κατά τα λοιπά, οι κανόνες που διέπουν τη σύναψη, λειτουργία και λύση του γάμου ή να αναιρούνται τα ως άνω βασικά στοιχεία αυτού. Με την επέκταση, σε πρόσωπα του ιδίου φύλου, του δικαιώματος σύναψης πολιτικού γάμου, ο οποίος, ως σύμβαση του αστικού δικαίου και αμιγώς πολιτειακός θεσμός, απευθύνεται σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και πεποιθήσεων, δεν περιορίζεται ή επηρεάζεται, με οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα προσώπων διαφορετικού φύλου να συνάπτουν γάμο, πολιτικό ή θρησκευτικό (κατά τους όρους του οικείου δόγματος ή θρησκεύματος) και να δημιουργούν οικογένεια με την παραδοσιακή έννοια του όρου, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους (πρβλ. αποφ. Ε.Δ.Δ.Α. F. κ.ά. κατά Ρωσίας, σκ. 212, M. και M. κατά Ουκρανίας, σκ. 75, αποφ. 121/2010 Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πορτογαλίας, σκ. 25, απόφ. 198/2012 Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ισπανίας, σκ. 11), ούτε θίγονται οι κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας σχετικά με την τέλεση γάμου και δημιουργία οικογένειας, η τήρηση των οποίων εξακολουθεί να επαφίεται στην ελεύθερη συμμόρφωση των πιστών Χριστιανών Ορθόδοξων πολιτών (πρβλ. ΣΕ 2003-4/2018 7μ.). Εξάλλου, από την αναφορά του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος στην οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους δεν δύναται να συναχθεί ότι μόνον ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων και η δι’ αυτού δημιουργούμενη, με την απόκτηση κοινών βιολογικών τέκνων, οικογένεια είναι νοητοί ως θεσμοί προστατευόμενοι από την Πολιτεία, όπως υποστηρίζεται με την υπό κρίση αίτηση. Τούτο, διότι (α) η τεκνοποιία δεν αποτελεί υποχρεωτικό σκοπό του γάμου, η δε αναγνώριση και προστασία, που επιφυλάσσει το Σύνταγμα στον εν λόγω θεσμό, αφορά σε όλους τους έγγαμους πολίτες, ανεξαρτήτως δυνατότητας ή επιθυμίας να αποκτήσουν παιδιά (πρβλ. απόφ. 121/2010 Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πορτογαλίας, σκ. 22, απόφ. O. της 26.6.2015 του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α., σκ. ΙΙΙ), (β) η απόκτηση και ανατροφή παιδιών λαμβάνει χώρα εν τοις πράγμασι στο πλαίσιο και άλλων σχημάτων, εκτός της ιδρυόμενης με γάμο μεταξύ ετεροφύλων, οικογένειας (δεδομένων, μάλιστα, των δυνατοτήτων που παρέχoυν πλέον οι ιατρικές τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής), (γ) η συνταγματική προστασία της οικογένειας αφορά σε όλες τις μορφές οικογενειακής ζωής, που απαντώνται στη σύγχρονη κοινωνία, η δε προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας σε κάθε μητέρα και κάθε ανήλικο παιδί (βλ. και ανωτ. σκ. 10 & 12). Με τα δεδομένα αυτά, η επίδικη ρύθμιση του ν. 5089/2024 δεν αναιρεί τον συνταγματικό σκοπό της προστασίας του γάμου και της οικογένειας, ούτε αντιτίθεται εν γένει στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, αντιθέτως προς τα προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση. Περαιτέρω, αβασίμως υποστηρίζεται ότι η επίδικη ρύθμιση του ν. 5089/2024 αντίκειται στο άρθρο 12 της Ε.Σ.Δ.Α., που αναφέρεται (όπως και το άρθρο 23 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα) σε δικαίωμα σύναψης γάμου άνδρα και γυναίκας και ότι, εν πάση περιπτώσει, η θέσπιση, με τον ν. 4356/2015, του συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων κάλυπτε την υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη να θεσπίσει μια εναλλακτική προς τον γάμο μορφή αναγνώρισης και προστασίας των σταθερών ομόφυλων σχέσεων, καθιστώντας περιττή την παρούσα μεταρρύθμιση. Τούτο, διότι, όπως έχει σαφώς αποφανθεί το Ε.Δ.Δ.Α. (βλ. ανωτ. σκ. 12), το δικαίωμα στον γάμο, που κατοχυρώνει η διάταξη του άρθρου 12 [παρά την αναφορά σε δικαίωμα σύναψης γάμου άνδρα και γυναίκας, που συνδέεται με το ιστορικό πλαίσιο, εντός του οποίου υιοθετήθηκε η Σύμβαση και δεν επαναλήφθηκε, συνειδητά, στον μεταγενέστερο Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.], δεν πρέπει υποχρεωτικά να περιορίζεται σε πρόσωπα διαφορετικού φύλου, αλλά το ζήτημα εναπόκειται προς ρύθμιση στον εθνικό νομοθέτη (βλ. ανωτ. απόφ. Schalk & Kopf κατά Αυστρίας, σκ. 55, 60), ο οποίος διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς τον καθορισμό της ακριβούς φύσεως του νομικού καθεστώτος αναγνώρισης και προστασίας των σχέσεων των ομόφυλων ζευγαριών [που δεν πρέπει να έχει υποχρεωτικά τη μορφή του γάμου], υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η παρεχόμενη προστασία των εν λόγω σχέσεων είναι επαρκής (βλ. ανωτ. απόφ. F. κ.λπ. κατά Ρωσίας σκ. 187-190). Επομένως, η διάταξη του άρθρου 12 της Ε.Σ.Δ.Α. ούτε επιβάλλει, ούτε, βεβαίως, απαγορεύει τη θεσμοθέτηση γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Η δε θέσπιση, με τον ν. 4356/2015, του συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων ουδόλως εκώλυε τον νομοθέτη, στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειας που διαθέτει, να εισαγάγει την επίδικη ρύθμιση, δεδομένου ότι το σύμφωνο συμβίωσης διαφοροποιείται από τον θεσμό του γάμου, ως μία εναλλακτική μορφή καταχωρισμένης συμβίωσης, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, επιτρέπει σε μεγαλύτερο βαθμό, σε σχέση με τον γάμο, την διατήρηση της περιουσιακής αυτοτέλειας των μερών και δύναται ανά πάσα στιγμή να λυθεί μονομερώς, χωρίς την παρεμβολή δικαστηρίου ή άλλου πολιτειακού οργάνου. Άλλωστε, σύμφωνο συμβίωσης (ή παρόμοιας μορφής καταχωρισμένη συμβίωση) και γάμος προβλέπονται, ως παράλληλες δυνατότητες για ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια και σε άλλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις (βλ. π.χ. Γαλλία). Περαιτέρω, εάν ήθελε συναχθεί, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της αιτήσεως, σε συνδυασμό με τα υποβληθέντα υπομνήματα, ισχυρισμός περί αντίθεσης της επίδικης ρύθμισης προς τις κρατούσες κοινωνικοηθικές αντιλήψεις (χρηστά ήθη) του ελληνικού λαού, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τους αιτούντες, η σύναψη γάμου και δημιουργία οικογένειας νοούνται μόνον ως σύμφωνες με την Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία και παράδοση, παρατηρείται ότι η δεδομένη διαχρονική συμβολή της Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας στη διαμόρφωση των ηθικών αντιλήψεων του ελληνικού λαού δεν αναιρεί την εξέλιξη αυτών, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, υπό τη σύνθετη επίδραση περισσοτέρων παραγόντων (πρβλ. ΣΕ 2003-4/2018 7μ.), εν πάση δε περιπτώσει η συνεκτίμηση των κρατουσών στη Χώρα κοινωνικοηθικών αντιλήψεων ενόψει της θέσπισης ρυθμίσεων που άπτονται ζητημάτων κοινωνικής ηθικής ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη, την κρίση του οποίου δεν δύναται να υποκαταστήσει ο ασκών εν προκειμένω έλεγχο ορίων ακυρωτικός δικαστής (βλ. ανωτ. σκ. 28).
31. Επειδή, η αναγνώριση, υπέρ των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών, δικαιώματος από κοινού υιοθεσίας ανηλίκου τέκνου και δικαιώματος υιοθεσίας του νόμιμου τέκνου, βιολογικού ή θετού, του ενός συζύγου από τον άλλο αποτελεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 5089/2024 (βλ. ανωτ. σκ. 25) και τις σχετικές τοποθετήσεις της πλειοψηφίας κατά την ψήφιση του νόμου, αυτόθροη συνέπεια της αναγνώρισης, με το άρθρο 3 του ν. 5089/2024, δικαιώματος σύναψης γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Η ρύθμιση αυτή τελεί σε συμφωνία με το πνεύμα της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. (βλ. ανωτ. σκ. 12, VII & VIII), που θεωρεί μεν ότι από το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν πηγάζει δικαίωμα υιοθεσίας, εάν τούτο δεν κατοχυρώνεται από το εθνικό δίκαιο, πλην (α) έχει διαγνώσει παραβίαση του άρθρου 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. (i) στην περίπτωση απόρριψης αιτήματος υιοθεσίας από μεμονωμένο πρόσωπο -επιτρεπτής, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τους κανόνες της οικείας έννομης τάξηςγια λόγους εμμέσως, πλην σαφώς σχετιζόμενους με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του υποψήφιου θετού γονέα (βλ. ανωτ. απόφ. Ε.Β. κατά Γαλλίας της 22.1.2008), καθώς επίσης (ii) στην περίπτωση έννομης τάξης που αποκλείει κατά νόμον τη δυνατότητα υιοθεσίας του βιολογικού παιδιού του ενός ομόφυλου συντρόφου από τον άλλο ενώ τούτο είναι, αντιθέτως, επιτρεπτό προκειμένου περί ετερόφυλου ζευγαριού ευρισκόμενου σε αντίστοιχη έννομη κατάσταση (βλ. ανωτ. απόφ. Χ κ.ά. κατά Αυστρίας της 19.2.2013), (β) έχει τονίσει, σε παραπλήσια περίπτωση [άρνησης αναγνώρισης γονεϊκής σχέσης μεταξύ παιδιού αποκτηθέντος με μη επιτρεπόμενη, στο οικείο κράτος, μέθοδο ι.υ.α. και του ομόφυλου συντρόφου του βιολογικού του γονέα, o οποίος δεν είχε ούτε τη νομική δυνατότητα να το υιοθετήσει], ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση κατά νόμο των προσώπων, τα οποία έχουν την ευθύνη της ανατροφής του, ικανοποιούν τις ανάγκες του και διασφαλίζουν την ευημερία του, καθώς και τη δυνατότητα να ζει και να αναπτύσσεται σε ένα σταθερό περιβάλλον, το συμφέρον δε αυτό δεν μπορεί να εξαρτάται από μόνο τον σεξουαλικό προσανατολισμό των γονέων του (βλ. ανωτ. D.B. κ.ά. κατά Ελβετίας της 22.11.2022), ενώ (γ) έχει επικυρώσει απόφαση εθνικού δικαστηρίου περί αφαίρεσης της γονικής μέριμνας ανήλικου παιδιού από τους βιολογικούς του γονείς και έγκρισης της υιοθεσίας του από ομόφυλο ζευγάρι με αναφορά στις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού (βλ. ανωτ. J.B. & E.M. κατά Νορβηγίας της 11.7.2023). Συμβαδίζει, επίσης, η αναγνώριση αυτή με την εξέλιξη των αντιλήψεων και των νομοθετικών ρυθμίσεων σχετικά με την υιοθεσία στην πλειοψηφία των προηγμένων δημοκρατικών χωρών της Ευρώπης και εκτός αυτής, δεδομένου ότι η υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια είναι σήμερα επιτρεπτή σε τριάντα εννέα (39) χώρες παγκοσμίως, εκ των οποίων είκοσι τρεις (23) στην Ευρώπη και δεκαεπτά (17) στην Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. ανωτ. σκ. 29). Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η διαδικασία τέλεσης υιοθεσίας διέπεται από ένα σύνολο εγγυήσεων που αποβλέπουν στη διακρίβωση και προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, με την πρόβλεψη (α) διεξαγωγής έρευνας, από κατάλληλη κοινωνική υπηρεσία, σε δύο διακριτά στάδια [ένα πρώτο στάδιο ελέγχου της κατ’ αρχήν καταλληλότητας των υποψηφίων προς υιοθεσία και εγγραφής αυτών, μετά την προβλεπόμενη επιμόρφωση, στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Θετών Γονέων και ένα δεύτερο στάδιο ελέγχου καταλληλότητας του υποψηφίου θετού γονέα ενόψει της υποβολής αιτήματος για την τέλεση συγκεκριμένης υιοθεσίας] και, τελικώς, (β) ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, που απαγγέλλει την τέλεση της υιοθεσίας εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου και αφού διαπιστώσει, συνεκτιμώντας και την έκθεση της κοινωνικής έρευνας, ότι ενόψει της προσωπικότητας, της υγείας και της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου/ων που υιοθετεί/ούν και του υιοθετουμένου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους προσαρμογής, η υιοθεσία συμφέρει τον υιοθετούμενο (βλ. ανωτ. σκ. 18 & 21). Με τα δεδομένα αυτά, η αναγνώριση δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια [είτε από κοινού, είτε του νόμιμου παιδιού, βιολογικού ή θετού, του ενός συζύγου από τον άλλο], υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, που είχαν ήδη θεσπιστεί και ισχύουν για την υιοθεσία από έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το οποίο θεμιτώς αναζητείται και διακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές (κοινωνικές υπηρεσίες και, τελικώς, το αρμόδιο δικαστήριο) σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος υιοθεσίας, χωρίς αυτή να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού των υποψηφίων θετών γονέων (πρβλ. ανωτ. απόφ. ΕΔΔΑ Χ κ.ά. κατά Αυστρίας, σκ. 146 και απόφ. της 17.5.2013 του Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας, σκ. 52-55). Διαδικαστικές εγγυήσεις προβλέπονται επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 5089/2024, και ως προς τις υιοθεσίες που έχουν ήδη τελεσθεί από ομόφυλα ζευγάρια στο εξωτερικό, οι οποίες αναγνωρίζονται στην εσωτερική έννομη τάξη σύμφωνα με τις ισχύουσες για την αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων διατάξεις (βλ. ανωτ. σκ. 23), διασφαλιζομένου, με τον τρόπο αυτό, του συμφέροντος των εν λόγω ανηλίκων. Δεν απαιτείται εξάλλου, και δη κατά συνταγματική επιταγή, να μιμείται η υιοθεσία τη βιολογική σχέση του παιδιού με δύο ετερόφυλους γονείς, ούτως ώστε το υιοθετούμενο να ανατρέφεται από μητέρα και πατέρα, όπως υποστηρίζουν οι αιτούντες (πρβλ. ανωτ. απόφ. της 17.5.2013 του Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας, σκ. 51). Είναι, άλλωστε, παλαιόθεν επιτρεπτή -και υπό το προ του ν. 2447/1996 καθεστώςη υιοθεσία από ένα πρόσωπο, έγγαμο ή άγαμο, εφόσον εξυπηρετείται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το συμφέρον του ανηλίκου. Η υπό συνεχή εξέλιξη κοινωνική πραγματικότητα περιλαμβάνει, εξάλλου, διάφορα οικογενειακά σχήματα, εκτός της οικογένειας με δύο ετερόφυλους γονείς, όπως μονογονεϊκές οικογένειες (εξ επιλογής ή εν τοις πράγμασι, λόγω θανάτου ενός εκ των γονέων ή διαζυγίου και άσκησης της γονικής μέριμνας από τον ένα γονέα) ή οικογένειες αποτελούμενες από δύο ομόφυλους συντρόφους, σε σύμφωνο συμβίωσης ή ελεύθερη ένωση, και το βιολογικό τέκνο ενός εξ αυτών, το οποίο ανατρέφουν από κοινού κ.ά. Με τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εις βάρος των παιδιών που θα υιοθετηθούν από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια -κατόπιν κρίσης του αρμοδίου δικαστηρίου ότι δια της υιοθεσίας εξυπηρετείται το συμφέρον του ανηλίκου σε σχέση με τα ανατρεφόμενα από δύο ετερόφυλους γονείς και παραβίασης, εκ του λόγου αυτού, της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα.
32. Επειδή, με βάση τα ανωτέρω, η αναγνώριση του δικαιώματος σύναψης πολιτικού γάμου σε πρόσωπα του ιδίου φύλου, καθώς επίσης του δικαιώματος έγγαμων ομόφυλων ζευγαριών προς υιοθεσία ανηλίκου, κατά τους ήδη ισχύοντες περί εγγάμων ετεροφύλων κανόνες, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος περί προστασίας των θεσμών του γάμου και της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας. Τελεί σε συμφωνία προς τις συνταγματικές αρχές του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ισότητας ενώπιον του νόμου (άρθρα 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς επίσης προς τις προαναφερθείσες διατάξεις και αρχές της Ε.Σ.Δ.Α. και άλλων διεθνών συμβάσεων και του ενωσιακού δικαίου και απηχεί την εξέλιξη, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο των κοινωνικοηθικών αντιλήψεων σχετικά με τις ομοερωτικές σχέσεις, όσο και της αντιμετώπισης, από την έννομη τάξη, των σχέσεων συμβίωσης και γονεϊκότητας ομοφύλων στην πλειοψηφία των προηγμένων δημοκρατικών χωρών της Ευρώπης και, γενικότερα, του δυτικού κόσμου, προς την κατεύθυνση της άρσης του κοινωνικού αποκλεισμού και της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Η επιλογή δε αυτή του νομοθέτη, μη υπερβαίνουσα τα τιθέμενα από τις προαναφερθείσες υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις και αρχές όρια, δεν υπόκειται σε περαιτέρω έλεγχο από τον ακυρωτικό δικαστή.
33. Επειδή, οι Σύμβουλοι Επικρατείας Όλγα Ζύγουρα, Ρωξάνη Γιαννουλάτου, Σταυρούλα Κτιστάκη, Αικατερίνη Ρωξάνα, Ελένη Γεωργούτσου και Βασιλική Μόσχου υποστήριξαν την εξής άποψη: Το άρθρο 3 του ν. 5089/2024, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 1350 ΑΚ, αντίκειται, κατά το μέρος που προβλέπει τη δυνατότητα συνάψεως «γάμου» μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο θεσπίζεται υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για την προστασία του θεσμού του γάμου και της οικογενείας. Τούτο, διότι, κατά την γνώμη αυτή, ως «γάμος», κατά την έννοια της ως άνω συνταγματικής διατάξεως, νοείται ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων. Και ναι μεν η ερμηνεία των συνταγματικών εννοιών δεν είναι στατική στον χρόνο αλλά λαμβάνει υπόψη τις νομικές μεταβολές και την εξέλιξη των κοινωνικών αντιλήψεων. Δεν εξικνείται όμως έως του σημείου της πλήρους ανατροπής του νοηματικού πυρήνα των εννοιών, εις τρόπον ώστε να συμπεριλάβει φαινόμενα και πραγματικές καταστάσεις που, αν και γνωστά σε αυτόν, ουδόλως απασχόλησαν τον συντακτικό νομοθέτη. Εν προκειμένω, όπως συνάγεται και από τις σχετικές συζητήσεις, η Αναθεωρητική Βουλή, κατά τη θέσπιση της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος, έθεσε υπό την προστασία του Κράτους τον γάμο και την οικογένεια, αναγόμενη στην παραδοσιακή και οριζόμενη στον Αστικό Κώδικα έννοια του θεσμού, στην οποία δεν περιλαμβάνονται οι ομόφυλες ενώσεις. Ειδικότερα, ο όρος «γάμος» αποτελεί νομική έννοια με συγκεκριμένο περιεχόμενο, διαμορφωθείσα από μακρού στην νομική μας παράδοση, στηριζόμενη, όπως ανωτέρω εκτίθεται (σκ. 29) στον ορισμό του Ρωμαίου νομοδιδασκάλου Μοδεστίνου -σε χρόνο κατά τον οποίο, άλλωστε δεν ήταν άγνωστες άλλες μορφές συμβίωσης πχ μεταξύ ομοφύλων. Απηχεί δε τις εν γένει ηθικές αντιλήψεις, στις οποίες βασίζεται ο νομικός πολιτισμός του νέου Ελληνικού Κράτους και εντάσσεται στο πλαίσιο του νομικού και πολιτιστικού κεκτημένου. Εξ άλλου, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1, 21 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, των άρθρων 8, 12, 14 της Ε.Σ.Δ.Α., των παρατιθεμένων ανωτέρω στη σκέψη 11 διατάξεων διεθνών συμβάσεων και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, κατοχυρώνεται η ελευθερία συνάψεως γάμου και επιλογής συντρόφου, η προστασία του θεσμού της οικογενείας, στην έννοια της οποίας, όπως κατά τα ανωτέρω έχει νομολογηθεί (βλ. ανωτ. σκ. 12), περιλαμβάνονται και εναλλακτικές εν σχέσει προς τον γάμο μορφές σταθερής συμβιώσεως -στο πλαίσιο και της εξελίξεως των κοινωνικών αντιλήψεων και συνθηκών, καθώς και η απαγόρευση διακρίσεων, μεταξύ άλλων και για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού. Περαιτέρω, όπως γίνεται δεκτό από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. τις ανωτέρω μνημονευόμενες αποφάσεις Β. κατά Ελλάδος της 7-11-2013, Oliari κατά Ιταλίας της 21-7-2015, Fedotova κλπ κατά Ρωσίας της 17-1-2023), οι σταθερές de facto σχέσεις συμβιώσεως ομοφύλων εντάσσονται στο πλαίσιο προστασίας του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. και, ως προς την ανάγκη για νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσεώς, βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη με αυτή ενός ετεροφύλου ζευγαριού. Εν τούτοις, στο πλαίσιο της αρχής του περιθωρίου εκτιμήσεως, που αναγνωρίζεται, κατά το Ε.Δ.Δ.Α., τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, λαμβανομένων υπόψη των εν γένει πολιτιστικών και νομικών παραδόσεών τους και εν όψει των τιθεμένων ηθικών ζητημάτων, να διαμορφώνουν επαρκές επίπεδο προστασίας των ως άνω συμβιώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η προστασία αυτή είναι ικανή να καλύψει βασικές ανάγκες των συμβιούντων μερών, θεμελιώδεις για την λειτουργία μιας σταθερής σχέσεως συμβιώσεως. Ως προς την οργάνωση δε της προστασίας αυτής -υπό την ανωτέρω προϋπόθεσηκαι τον καθορισμό του ακριβούς καθεστώτος προστασίας, υφίσταται ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη και δεν επιβάλλεται, κατά τις ανωτέρω διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α., η ως άνω μορφή προστασίας να προσλαμβάνει τον χαρακτήρα «γάμου». Υπέρβαση του περιθωρίου εκτιμήσεως συντρέχει οσάκις δεν προβλέπεται τέτοια προστασία ή το προβλεπόμενο καθεστώς είναι ανεπαρκές. Υπό τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη: α) ότι, όπως ανωτέρω εκτίθεται, η κατά το Σύνταγμα έννοια του γάμου έχει στη χώρα μας δεδομένο ιστορικό, πολιτισμικό και νομικό περιεχόμενο, β) ότι ήδη παρείχετο επαρκής, ισοδύναμη με τον γάμο -και σύμφωνη με τις επιταγές των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και των διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α. και του Χάρτη προστασία των σταθερών συμβιώσεων ομοφύλων ζευγαριών μέσω του θεσπισθέντος συμφώνου συμβιώσεως, και, συνεπώς, δεν υφίστατο υποχρέωση εκ των ως άνω διεθνών κειμένων προς θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 3 του ν. 5089/2024 και γ) ότι, ως εκ των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του, συναπτομένων προς ηθικές, φυσιολογικές και δημογραφικές παραμέτρους, ο κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος προστατευόμενος γάμος (μεταξύ ετεροφύλων) δεν τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με τις ως άνω σταθερές και πραγματικές συμβιώσεις ομοφύλων, και, συνεπώς, ανακύπτει ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της ισότητος εκ της ομοίας νομικής μεταχειρίσεως των δύο αυτών καταστάσεων, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 5089/2024 αντίκεινται, κατά την γνώμη αυτή, προς το άρθρο 21 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Περαιτέρω, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Συντάγματος και 8 της Ε.Σ.Δ.Α., την Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού και την Σύμβαση της Χάγης για τις διακρατικές υιοθεσίες δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα στην υιοθεσία (βλ. ανωτ. σκέψη 12). Από τις διεθνείς αυτές Συνθήκες όμως και από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος επιβάλλεται η προστασία του παιδιού. Οι σχετικές δε με την υιοθεσία αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με γνώμονα αποκλειστικά το συμφέρον του παιδιού. Εν προκειμένω δεν προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη από τον νομοθέτη ειδικές και εμπεριστατωμένες μελέτες, εκτεινόμενες σε βάθος χρόνου, από τις οποίες να προκύπτει η μακροπρόθεσμη επίδραση στην διανοητική, ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη και εξέλιξη των παιδιών, από την διαβίωση σε οικογένεια ομοφύλων ατόμων και, κατά συνέπειαν, η ασφαλής ανάπτυξή τους στο πλαίσιο αυτό. Ως εκ τούτου, η κατά τα ανωτέρω συναγομένη από το άρθρο 12 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο του ν. 5089/2024 αναγνώριση της δυνατότητος υιοθεσίας και εν γένει αποκτήσεως κοινού τέκνου στο πλαίσιο των κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ως άνω νόμου ενώσεων ομοφύλων προσώπων, δεν τελεί σε αρμονία με τις ως άνω διατάξεις (άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 της Ε.Σ.Δ.Α., της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του παιδιού και της προαναφερθείσας Συμβάσεως της Χάγης). Για τους λόγους δε αυτούς, βασίμως, κατά την γνώμη αυτή, προβαλλομένους, η κρινομένη αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή.
34. Επειδή, με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, η αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, να γίνει δε δεκτή η παρέμβαση.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Δέχεται την παρέμβαση.
Επιβάλλει στους αιτούντες τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ και της παρεμβαίνουσας Ε.Ε.Δ.Α., που ανέρχεται σε εξακόσια σαράντα (640) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2025 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής Μαρτίου 2026.
Ο Πρόεδρος
Μιχαήλ Πικραμένος
Η Γραμματέας
Σταυρούλα Χάρου