ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 37904/2025

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Γαλίδη, Πρωτόδικη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, κατόπιν κλήρωσης, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Σεπτεμβρίου 2025, για να δικάσει την από 04-08-2025 και με αριθμό κατάθεσης …./2025 αίτηση περί αναστολής εκτέλεσης μεταξύ :

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : Εταιρίας με την επωνυμία «….ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ» και τον διακριτικό τίτλο «…. ΙΚΕ», τα γραφεία της οποίας βρίσκονται σε υπό μεταφορά έδρα επί της οδού …. αριθ. .. στα … και που τυπικά εδρεύει επί της οδού …. αριθ. … στην … όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Πολυξένης Μιχαηλίδου (Α.Μ. Δ.Σ. Αθηνών ….), που κατάθεσε έγγραφο σημείωμα και το υπ' αριθ…./2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1) …, με Α.Φ.Μ. … και 2) …. του …., με Α.Φ.Μ. …, αμφοτέρων κατοίκων

, επί της οδού .., οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Σοφίας Κουτρότσιου (Α.Μ. Δ.Σ. Θεσσαλονίκης ….), που κατάθεσε έγγραφο σημείωμα και το υπ’ αριθ. …./2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Θ.

Για τη συζήτηση της παραπάνω αίτησης ορίστηκε δικάσιμος η ημερομηνία που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα και οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως προαναφέρεται. Οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων, κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της, ζητά να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθ. …/2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την από 16-7-2025 επιταγή προς πληρωμή, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της υπ’ αριθ. κατάθεσης …2025 ανακοπής κατ' άρθρα 632 και 933 ΚΠολΔ, που άσκησε κατά της διαταγής αυτής, καθώς και κατά του από 29-7-2025 κατασχετηρίου εγγράφου επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτων με εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής και να αρθεί η κατάσχεση, καθόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της και η εκτέλεση θα προκαλέσει σ’ αυτήν ανεπανόρθωτη βλάβη. Τέλος ζητά να καταδικασθούν οι καθ’ ων στα δικαστικά της έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση αρμόδια και παραδεκτά φέρεται για εκδίκαση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 632§3, 938§1 και 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 632§3 και 938§1 ΚΠολΔ, εκτός από α) το αίτημα περί άρσης της κατάσχεσης των τραπεζικών λογαριασμών της αιτούσας, το οποίο είναι απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, καθώς προσκρούει στον κανόνα του άρθρου 692§4 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση και β) το αίτημα περί καταδίκης των καθ’ ων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αιτούσας, το οποίο είναι απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο ΚωδΔικ (Ν. 4194/2013), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 4236/2014 (ФЕК A 33/11-2-2014), στην περίπτωση αναστολής εκτέλεσης, όπως εν προκειμένω, τα δικαστικά έξοδα επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος. Πρέπει συνεπώς η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα …., που εξετάστηκε με επιμέλεια της αιτούσας στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τους ισχυρισμούς αυτών, όπως τους ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο άλλα και με τα έγγραφα σημειώματα που κατέθεσαν οι πληρεξούσιες δικηγόροι τους και γενικά από την όλη συζήτηση της υπόθεσης πιθανολογήθηκαν, κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Κατόπιν αίτησης των καθ’ ων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. …/2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αιτούσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στους καθ’ ων, σε έκαστον κατά το ήμισυ, το ποσό των 8.132,60 €, για καθυστερούμενα μισθώματα μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2025, με τον νόμιμο τόκο για κάθε μηνιαίο μίσθωμα από την πέμπτη ημέρα εκάστου μηνός και μέχρι εξοφλήσεως, καθώς και δικαστική δαπάνη ποσού 435 €, ως οφειλή της απορρέουσα από το με ημερομηνία 5-7-2022 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, με το οποίο οι καθ’ ων εκμίσθωσαν στην αιτούσα ένα ισόγειο κατάστημα μετά του εξοπλισμού του επί της οδού … αριθ. … στην …. Ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με την από 16-7-2025 επιταγή προς εκτέλεση επέδωσαν οι καθ’ ων στην αιτούσα στις 17-7-2025 για το συνολικό ποσό των 9.492,76 €. Ακολούθως, οι καθ’ ων επέβαλαν αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτων και ειδικότερα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρεί η αιτούσα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., στην Alpha Τράπεζα Α.Ε., στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. και στην Τράπεζα Eurobank Α.Ε., την οποία κοινοποίησαν σε αυτές στις 30-7- 2025 και στην αιτούσα στις 31-7-2025. Εν συνεχεία η αιτούσα άσκησε σε βάρος των καθ’ ων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 4-8-2025 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ../4-8-2025 ανακοπή, ζητώντας, για τους αναφερόμενους λόγους, την ακύρωση της άνω διαταγής πληρωμής και της από 16-7-2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου πρώτου εκτελεστού αυτής, την ακύρωση του από 29-6-2025 κατασχετηρίου και την άρση της κατάσχεσης, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 26-9- 2025. Η ανακοπή αυτή επιδόθηκε στους καθ’ ων στις 5-8-2025 και επομένως πιθανολογείται ότι ασκήθηκε αρμοδίως και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί και για την πληρωμή οφειλόμενων μισθωμάτων παρελθόντος χρόνου, που συνίστανται σε ορισμένο χρηματικό ποσό, με βάση το μισθωτήριο συμβόλαιο, εφόσον από αυτό που φέρει την υπογραφή και του μισθωτή προκύπτει η μισθωτική σχέση, η διάρκειά της, η παράδοση της χρήσης του μισθίου στο μισθωτή, το μίσθωμα και τα οφειλόμενα μισθώματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, ανάγονται στο χρόνο διάρκειας της μίσθωσης. Και ναι μεν ο μισθωτής οφείλει το μίσθωμα, με την προϋπόθεση ότι παραχωρήθηκε σ’ αυτόν η συμφωνημένη χρήση, όμως, για την έκδοση διαταγής πληρωμής προς καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων, αρκεί η προαπόδειξη με το μισθωτήριο της παράδοσης του μισθίου κατά την έναρξη της μίσθωσης και δεν απαιτείται επιπλέον η απόδειξη με το ίδιο μισθωτήριο ή με άλλο ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο, της παραχώρησης του μισθίου ειδικά για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούν τα οφειλόμενα μισθώματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση της διαταγής πληρωμής, κατά το οποίο τεκμαίρεται ότι συνεχίζεται η χρήση. Επίσης, δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής προς πληρωμή μισθωμάτων η προαπόδειξη με ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο και της μη καταβολής των μισθωμάτων αυτών, αλλά αρκεί ότι τα μισθώματα ανάγονται στο χρόνο διάρκειας της μίσθωσης και είναι ληξιπρόθεσμα (βλ. Εφ Αθ 7303/2000, ΕλλΔνη 43.227 και εκεί περαιτέρω παραπομπές σε βιβλιογραφία και νομολογία). Βεβαίως ο καθ' ου η διαταγή πληρωμής μπορεί να προβάλει διάφορους ισχυρισμούς (εξόφληση του μισθώματος λήξη της μίσθωσης με καταγγελία ή με αντίθετη συμφωνία κλπ), βάσει των οποίων δεν οφείλει το μίσθωμα, η δυνατότητα, όμως αμφισβήτησης δεν εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής, αλλά δίδει στον υπόχρεο το δικαίωμα άσκησης ανακοπής κατά την επί της οποίας δίκη θα κριθεί η βασιμότητά τους (βλ. ΑΠ 1408/1987 ΕΕΝ 1988.755).

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής η αιτούσα ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής πάσχει ακυρότητας, καθώς οι απαιτήσεις που περιέχει είναι μη νόμιμες και βασίζονται σε ελλιπή έγγραφα, επικαλούμενη ότι τα επιδικασθέντα μισθώματα δεν τα οφείλει στους καθ’ ων, διότι με την από 16-1-2025 εξώδικη δήλωση της, που οι καθ’ ων την απέκρυψαν από τον Δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, κατήγγειλε την υφιστάμενη επαγγελματική μίσθωση και είχε προειδοποιήσει τους καθ’ ων ότι θα αποχωρήσει από το μίσθιο λόγω οικονομικής δυσπραγίας, όπως και έπραξε ήδη τον Απρίλιο του 2025, με αποτέλεσμα έκτοτε να μην οφείλει μισθώματα, το δε μίσθωμα του μηνός Μαρτίου 2025 καλύπτεται ολοσχερώς από την καταβολή της εγγύησης στην αρχή της μίσθωσης. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί στο σύνολο του. Ειδικότερα, η επίκληση της παράλειψης προσκόμισης από τους καθ' ων της από 16-1-2025 εξώδικης δήλωσης της αιτούσας περί καταγγελίας της μίσθωσης, δεν επιφέρει την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η δε προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής περιλαμβάνει το σύνολο των απαραίτητων στοιχείων για την έκδοση της με βάση το ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που προσκομίστηκε από τους καθ’ ων και έλαβε υπόψη του ο Δικαστής που την εξέδωσε. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι κακώς εκδόθηκε σε βάρος της η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, καθότι δεν υφίσταται κατ' αυτής απαίτηση εκ μισθωμάτων των καθ’ ων εκμισθωτών, δεδομένου ότι η μεταξύ τους καταρτισθείσα μισθωτική σύμβαση είχε λυθεί διά καταγγελίας ένεκα σπουδαίου λόγου, πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει στην ουσία του. Πιο συγκεκριμένα πιθανολογήθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη στις 5-7-2022 σύμβαση μίσθωσης, με την οποία οι καθ’ ων εκμίσθωσαν στην αιτούσα ένα ισόγειο κατάστημα, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών … αριθ… και … αριθ.. στην…, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.398,60 € (για το πρώτο μισθωτικό έτος), συμπεριλαμβανομένου του χαρτοσήμου 3,6%, το οποίο μετά τις αναπροσαρμογές του διαμορφώθηκε σε 1.605,80 € για την χρονική περίοδο από 30-06-2024 έως 29-06-2025 και σε 1.709,50 € για την χρονική περίοδο από 30-06-2025 έως 29-06- 2026. Για την πιο πάνω μίσθωση συντάχθηκε και το με ημερομηνία 5-7-2022 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που υπογράφηκε από τους ως άνω συμβαλλόμενους και υποβλήθηκε σχετική δήλωση μίσθωσης στην ΑΑΔΕ. Κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, η διάρκεια της ως άνω μισθώσεως καθορίστηκε σε εννέα (9) χρόνια, ήτοι από 29-06- 2022 μέχρι 30-06-2031, το δε μίσθιο κατάστημα θα χρησιμοποιείτο από την αιτούσα ως εμπορικό κατάστημα χονδρεμπορίου τεντοποιίας και λιανεμπορίου αθλητικού ρουχισμού. Οι ανωτέρω εκμισθωτές παρέδωσαν στην αιτούσα μισθώτρια το ως άνω μίσθιο κατάστημα στις 29-06-2022. Για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης η μισθώτρια κατέβαλε εγγύηση ποσού 5.250€. Τα μισθώματα καταβάλλονταν από την αιτούσα μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2025, όπως συνομολογείται από τα μέρη. Στη συνέχεια, στις 03-02-2025 επιδόθηκε στους καθ’ ων η από 16-1-2025 εξώδικη καταγγελία μίσθωσης - δήλωση πρόωρης λήξης επαγγελματικής μίσθωσης, με την οποία η αιτούσα κατήγγειλε τη μεταξύ τους μισθωτική σύμβαση, επικαλούμενη ως λόγο τα εξής : «δεδομένων των εμπορικών συνθηκών της επιχείρησης μας και καθώς εδώ και πολλούς μήνες υπάρχει τεράστια ύφεση στην εμπορική κίνηση στο κατάστημα μας, είμαστε υποχρεωμένοι να αποχωρήσουμε από το μίσθιο». Ο λόγος όμως αυτός της καταγγελίας (ως λόγος ανωτέρας βίας) είναι παντελώς αόριστος, αφού αναφέρεται γενικόλογα σε ύφεση στην εμπορική κίνηση του καταστήματος χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση και πιθανολογείται ότι δεν επέφερε τη λύση της μισθωτικής σύμβασης. Συνεπώς, μη επελθούσης της λύσης της μισθωτικής συμβάσεως, η αιτούσα μισθώτρια, ακόμα και αν εμποδίζεται στη χρήση του ως άνω μισθίου ή δεν θέλει να κάνει χρήση αυτού, υποχρεούται στην καταβολή του οφειλόμενου προς τους καθ’ ων - εκμισθωτές μισθώματος και καλώς εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής για οφειλόμενα μισθώματα έως τον Ιούλιο του 2025 (βλ. ΑΠ 617/2000, ΜΠρΠατρ 169/2022 αμφότερες δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όσον αφορά τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι το μίσθωμα του Μαρτίου του 2025 καλύπτεται από την εγγύηση, πιθανολογείται ότι αυτός θα απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, καθώς το ποσό που καταβλήθηκε ως εγγύηση πιθανολογείται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ως ποινική ρήτρα υπέρ των καθ’ ων για τον ενδεχόμενο μη πιστής τήρησης των συμφωνηθέντων από την αιτούσα, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του σχετικού υπ’ αριθ. 10 όρου του από 5-7-2022 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, σύμφωνα με τον οποίο «Για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της παρούσας μισθώσεως η μισθώτρια καταθέτει σήμερα στα χέρια της εκμισθώτριας ως εγγύηση για την τήρηση και την καλή εκτέλεση της παρούσας συμβάσεως το ποσό των 5.250,00 €. Το ποσό αυτό θα παραμείνει στα χέρια της εκμισθώτριας άτοκα μέχρι την λήξη της μίσθωσης και θα της επιστραφεί άτοκα μετά την εμπρόθεσμη αποχώρηση της μισθώτριας από το μίσθιο και την ακριβή εκπλήρωση όλων των όρων του παρόντος, μη συμψηφιζόμενης σε οποιαδήποτε περίπτωση της εγγύησης αυτής με μισθώματα ή άλλους λογαριασμούς δαπανών του μισθίου».

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος την ανακοπής που φέρει τον τίτλο «μη ύπαρξη νόμιμης και εκκαθαρισμένης οφειλής» πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως αόριστος, καθώς στο περιεχόμενο του περιλαμβάνονται μόνο οι καταβολές που έκανε η αιτούσα μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2025, χωρίς να εξηγείται καθόλου για ποιον λόγο υποστηρίζει η αιτούσα ότι η οφειλή δεν είναι νόμιμη και εκκαθαρισμένη.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι οι καθ’ ων άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμά τους, σε πλήρη δυσαναλογία δικαιωμάτων και αξίωσης και εκτέλεσαν ένα μη νόμιμο εκτελεστό τίτλο, με μοναδικό σκοπό την προσπόριση στους ίδιους μη νόμιμου περιουσιακού οφέλους. Ο λόγος αυτός, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί στο σύνολό του. Κατά το σκέλος με το οποίο η αιτούσα ισχυρίζεται ότι οι καθ' ων προέβησαν στην εκτέλεση ενός μη νόμιμου εκτελεστού τίτλου, ο λόγος πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον με αυτόν η αιτούσα δεν αποδέχεται το δικαίωμα των καθ' ων για έκδοση διαταγής πληρωμής και επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της και, επομένως, δεν νοείται προσβολή αυτού του δικαιώματός τους με ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία προϋποθέτει υπαρκτό δικαίωμα (βλ. ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 36.1531, ΑΠ 1405/2009, ΑΠ 151/2009 αμφότερες δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά το σκέλος του δε που αναφέρεται σε πλήρη δυσαναλογία δικαιωμάτων και αξίωσης, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί επίσης ως μη νόμιμος, καθώς η αιτούσα δεν επικαλείται ότι η αξίωση των καθ’ ων είναι δυνατό να ικανοποιηθεί με άλλο μέσο ασυγκρίτως ηπιότερο για αυτήν, όπως με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων της, ούτε ότι επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε περισσότερα περιουσιακά της στοιχεία από τα απολύτως αναγκαία. Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατά την παραπάνω διάταξη, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει το δικαίωμα από την σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και, μάλιστα, προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (βλ. ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 1472/2004, ΕφΑΘ 535/2018, ΕφΘεσ 473/2017, ΕφΔυτΜακ 26/2007 όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 5283/2022 δημ. στη sakkoulas- online.gr ΜΠρΘεσ 10452/2020, ΜΠρΘεσ 13146/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, αφού με την ανακοπή δεν προβάλλεται άλλος λόγος, πιθανολογείται ότι αυτή θα απορριφθεί στο σύνολό της. Συνακόλουθα, αφού αναγκαία προϋπόθεση για την αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής είναι και η πιθανολόγηση ευδοκίμησης ενός τουλάχιστον λόγου της ασκηθείσας κατ’ αυτής ανακοπής, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων η αίτηση πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αιτούσας, κατ’ άρθρο 84 παρ. 2 εδ. γ' Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), ενόψει και της υποβολής σχετικού αιτήματος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των καθ’ ων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στις 12 Σεπτεμβρίου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στη Θεσσαλονίκη, στο ακροατήριό του, και σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, με την παρουσία και της Γραμματέως αυθημερόν.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]