ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

15° ΤΜΗΜΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3702/2025

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντία Αγγελάκη του Πλαστήρα, Πρόεδρο Εφετών, Αναστασία Παρούση, Εφέτη, Ουρανία- Αικατερίνη Κώτσιου, Εφέτη-Εισηγήτρια, που ορίστηκαν από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελένη Λιάσκου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 05 Δεκεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Ανώνυμη Εταιρεία ……….», νομίμως εκπροσωπούμενης από τον ειδικό διαχειριστή, ως τελούσας σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, που εδρεύει στο …………, επί της οδού …….., αριθμός ……., με Α.Φ.Μ. ………., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Ζωγραφάκη (Α.Μ. Δ.Σ. Αθηνών ……..) της δικηγορικής εταιρείας «…………», βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των εφεσίβλητων: 1) εταιρείας με την επωνυμία «……………..», νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στη ………….(………….), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεοδώρου Ζέρβα

(Α.Μ. Δ.Σ. Θεσσαλονίκης …….. ) της δικηγορικής εταιρείας «…………..», βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) εταιρείας με την επωνυμία «……….» νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στη ………. (επί της οδού ………….), 3) ………, κατοίκου ………., επί της οδού …………. και 4) ……, κατοίκου ………., επί της οδού ………., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ειρήνης Κοντονάσιου (Α.Μ. Δ.Σ. Αθηνών ………), της δικηγορικής εταιρείας «……….. Δικηγορική Εταιρεία», βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ήδη εκκαλούσα-ενάγουσα με την, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά των ήδη εφεσίβλητων, από 19-07-2018 (αριθ. εκθ. κατ. ………/20-07-2018) αγωγή της και για τους λόγους που περιέχονται σε αυτή ζήτησε τα αναφερόμενα στο αιτητικό της. Επίσης η πρώτη εφεσίβλητη, με την, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου και κατά της ήδη εκκαλούσας, από 31-07-2018 (αριθ. εκθ. κατ. ………/01-08-2018) αγωγή της και για τους λόγους που περιέχονται σε αυτή ζήτησε τα αναφερόμενα στο αιτητικό της. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 2399/2021 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή της πρώτης εφεσίβλητης και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της εκκαλούσας.

Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως, η εκκαλούσα άσκησε την από 20-06-2022 (αριθμ. εκθ. κατ. ………./21-06-2022 στο εκδόν δικαστήριο) έφεση, απευθυνόμενη προς το Δικαστήριο τούτο και, για τους λόγους που περιέχονται σε αυτή, ζήτησε τα αναφερόμενα στο αιτητικό της. Επί της εφέσεως αυτής (που έλαβε αριθμό πράξεως προσδιορισμού δικασίμου ………/28-06-2022 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τούτο) ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 07-12-2023, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως πιο πάνω σημειώνεται.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά παρέδωσαν στην αρμόδια γραμματέα στις 04-12-2024 τις από 04-12-2024 δηλώσεις τους κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν τις υπό την αυτή ημερομηνία (04-12-2024) έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20-06-2022 (αριθμ. εκθ. κατ. ………./21-06- 2022) έφεση της εν μέρει ηττηθείσας πρωτοδίκως ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Ανώνυμη Εταιρεία ………» κατά της υπ’ αριθμόν 2399/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 επ., 511, επ., 513 επ. 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι α) οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε, άλλωστε, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και από τη δημοσίευσή της (20-09-2021) μέχρι την άσκηση της εφέσεως, δια της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (21-06-2022) δεν παρήλθε διετία και β) για το παραδεκτό της, η εκκαλούσα, κατά την άσκησή της, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως της αρμοδίου γραμματέως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 Αγ ΚΠολΔ παράβολο ύψους 150 ευρώ (υπ’ αριθμ. ………… ε-παράβολο). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, με την από 19-07-2018 (αριθμ. εκθ. Κατ. ......../20-07-2018) αγωγή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγόμενων, εξέθετε ότι ως δραστηριοποιούμενη στην παραγωγή σιδηρονικελίου, διατηρώντας μεταλλουργικό εργοστάσιο, υπάγεται στην έννοια της ρυπογόνου εγκατάστασης κατά την ΚΥΑ 181478/965/26-09-2017 και ως εκ τούτου της αποδίδεται ετησίως ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπών αερίου (ΕΠΑε), οφείλοντας να αποδώσει στο Μητρώο Ρύπων 813.806 γενικά δικαιώματα ρύπων έως τις 30-04-2018. Ότι με τη μεσολάβηση της δεύτερης εναγόμενης, εδρεύουσας στη Βουλγαρία εταιρείας, συνήφθη μεταξύ της ιδίας (ενάγουσας) και της πρώτης εναγόμενης, εδρεύουσας στην Πολωνία εταιρείας, σύμβαση πώλησης, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα παρέδωσε στην πρώτη εναγόμενη 800.000 ΕuAs, έναντι καταβληθέντος στην ίδια τιμήματος 6.320.000 ευρώ, καθώς και σύμβαση επαναγοράς των δικαιωμάτων αυτών, βάσει της οποίας η πρώτη εναγόμενη θα της μεταβίβαζε αρχικά ποσότητα 420.000 ΕuAs έναντι τιμήματος 3.339.000 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα πράγματι της κατέβαλε, καθώς και τμηματικά ποσότητα 380.000 ΕuAs έως το τέλος του έτους 2018. Ισχυριζόμενη, δε, ότι παρά την ανωτέρω συμφωνία και την καταβολή από την ενάγουσα του ως άνω τιμήματος, η πρώτη εναγόμενη προέβη στη μεταβίβαση μόνο 20.000 ΕuAs, ενώ για τα λοιπά δικαιώματα ισχυρίστηκε ότι αδυνατεί να εκτελέσει τη μεταβίβαση αυτή, καθόσον λόγω αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου στην Πολωνία, στερούταν της απαιτούμενης άδειας για να προβεί σε τέτοια ενέργεια, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (άρθρα 223, 294, 295 ΚΠολΔ), δι’ αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής α) να αναγνωριστεί ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, κατόπιν άρσης της νομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης, υποχρεούνται να της αποδώσουν ποσότητα 400.000 EUAs, λόγω περιέλευσής τους σε υπερημερία για την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής τους, επ’ απειλή ποινών έμμεσης εκτέλεσης (χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης) σε βάρος της τρίτης και τέταρτου των εναγομένων νομίμων εκπροσώπων τους, β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των δύο πρώτων εναγόμενων εταιρειών, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, να της μεταβιβάσουν ποσότητα 380.000 EUAs, έναντι συνολικού τιμήματος 3.021.000 ευρώ, με τμηματικές μηνιαίες μεταβιβάσεις έως 31-12-2018, επ’ απειλή ποινών έμμεσης εκτέλεσης (χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης) κατά της τρίτης και τέταρτου των εναγομένων νομίμων εκπροσώπων τους, γ) άλλως επικουρικώς να αναγνωριστεί η υποχρέωση των δύο πρώτων εναγόμενων εταιρειών να της καταβάλουν τη διαφορά μεταξύ του ποσού του τιμήματος που η ενάγουσα θα κατέβαλε αν η σύμβαση εκπληρωνόταν προσηκόντως και αυτού που θα υποχρεούταν να καταβάλει για την απόκτηση 380.000 δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, αν αγόραζε αυτά εντός τριών ημερών από την όχληση ή τη δήλη ημέρα καταβολής αντίστοιχα, όπως αυτή προκύπτει από τη μέση χρηματιστηριακή τιμή της εν λόγω ημέρας πλέον επιτοκίου Euribor + 3%, πλέον εξόδων στα οποία θα υποβληθεί ή θα μπορούσε να υποβληθεί για την απόκτηση της ίδιας ποσότητας δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων και του ποσού των 4.750 ευρώ καθώς και του ποσού των 2.375 ευρώ ανά συναλλαγή ως αμοιβή μεσίτη, δ) άλλως επικουρικώς να αναγνωριστεί η υποχρέωση των δύο πρώτων εναγόμενων εταιρειών, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, λόγω της υπαίτιας αδυναμίας τους για την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής τους, να της καταβάλουν το ποσό των 11.411.400 ευρώ, ως αποζημίωση για το κόστος κτήσης από την ενάγουσα ποσότητας 780.000 ΕuAs, με βάση την αξία εκάστου δικαιώματος κατά την 11-05-2018, καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να της καταβάλουν ποσό 2.839.000 ευρώ και να υποχρεωθούν να της καταβάλουν το ποσό των 3.339.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο καταβληθέν από την ενάγουσα τίμημα για την ποσότητα των 420.000 ΕuAs, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αγωγικές εξειδικεύσεις, ε) άλλως επικουρικώς, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το ποσό των 500.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να της καταβάλουν το ποσό των 10.340.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτών, συνιστάμενη σε ψευδείς παραστάσεις περί της δυνατότητάς τους μεταβίβασης των δικαιωμάτων αερίων ρύπων, καθώς και ποσό 3.339.000 ευρώ που αντιστοιχεί στο καταβληθέν τίμημα, αλλά και ποσό 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία μη εκτέλεσης της σύμβασης, άλλως από την επίδοση της αγωγής, με απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος της τρίτης και του τέταρτου των εναγομένων, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης, στ) άλλως επικουρικώς να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ένδικων συμβάσεων πώλησης και επαναγοράς των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων και ζ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των δύο πρώτων εναγόμενων, ευθυνόμενων εις ολόκληρων, να της αποδώσουν ποσότητα 800.000 ΕίΙΑε, επ’ απειλή ποινών έμμεσης εκτέλεσης (χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση) άλλως να αναγνωριστεί η υποχρέωση καταβολής σε αυτή ποσού 8.840.010,60 ευρώ Κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την επέλευση του πλουτισμού, καταδικαζομένων ταυτόχρονα των εναγόμενων στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της. Επί της αγωγής αυτής, που συνεκδικάσθηκε με την από 31-07-2018 (αριθμ. εκθ. κατ...../01-08-2018) αγωγή της πρώτης εναγόμενης κατά της ενάγουσας, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμό 2399/2021 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή της πρώτης εναγόμενης και έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της ενάγουσας, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης να της καταβάλει το ποσό των 5.424.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, απορρίπτοντας όμως την αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση και τους λόγους που διαλαμβάνονται σε αυτή η ενάγουσα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή της, ώστε να γίνει αυτή καθ’ ολοκληρίαν δεκτή.

Σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αν το πρόσωπο, στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σε αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση ενώ κατά το άρθρο 136 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου κώδικα η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε για τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 131 έως 134, μόλις παραδοθεί το έγγραφο στις αρχές ή τα πρόσωπα, που αναφέρονται εκεί ανεξάρτητα από τον χρόνο της αποστολής και παραλαβής του ... Οι ανωτέρω διατάξεις, περί πλασματικής επίδοσης δικογράφων σε πρόσωπα διαμένοντα στην αλλοδαπή, συνεχίζουν να εφαρμόζονται, στο βαθμό που δεν ορίζεται διαφορετικά, στην κρινόμενη κάθε φορά περίπτωση, από διεθνείς συμβάσεις, που έχει συνάψει και επικυρώσει με νόμο η Ελλάδα, οι οποίες έχουν την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερισχύουν έτσι των κοινών νόμων. Με τον Ν. 1354/1983 κυρώθηκε η από 15/11/1965 Σύμβαση της Χάγης «για την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις». Η διεθνής αυτή σύμβαση, που αποτελεί συγκερασμό των αντιλήψεων για την προτίμηση της πραγματικής ή της πλασματικής επίδοσης, δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκη δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε το δικόγραφο από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στη σύμβαση αυτή τρόπο, ώστε να θεμελιώνεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία, σύμφωνα με την από 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18.9.1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3,5 και 6 της εν λόγω συμβάσεως, την οποία έχουν κυρώσει η Βουλγαρία και η Πολωνία, όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος, η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται, είτε σύμφωνα με τους οριζομένους από τη νομοθεσία του κράτους, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση τύπους, είτε σύμφωνα με τον ειδικό τύπο, που ζητεί ο αϊτών, υπό την προϋπόθεση να μην είναι ασυμβίβαστος με την νομοθεσία του κράτους τούτου και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο. Επομένως, κατά τις διατάξεις της παραπάνω διεθνούς συμβάσεως, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέστηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, γεγονός το οποίο, προκειμένου επί επιδόσεως, σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση, προκύπτει από την προσκομιδή της ως είρηται βεβαιώσεως της αρμόδιας αρχής, το αρμόδιο κάθε φορά δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ενώ για τον υπολογισμό της ισχύουσας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση προπαρασκευαστικής προθεσμίας για τους διαμένοντες στο εξωτερικό λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της πραγματικής περιελεύσεως του δικογράφου σε εκείνον που αφορά η επίδοση και δεν έχει σημασία το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επιδίδεται το έγγραφο αυτό στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στα οποία περιλαμβάνονται και η Βουλγαρία και η Πολωνία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραλήπτες, διαβιβάζονται απευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενον κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επιδόσεως ή κοινοποιήσεως, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε την διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση, βάσει του παρόντος κανονισμού, και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής..., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο, προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί. Κατά δε το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από την διαβίβαση της πράξεως έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κανονισμού, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 8, η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης μιας πράξης, βάσει του άρθρου 7, είναι η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής (παρ. 1). Όταν όμως, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία που καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού (παρ. 2). Σκοπός των άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) του άρθρου 9, είναι να καθορισθούν κριτήρια ως προς την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης, η οποία έχει νομικές συνέπειες (εκκρεμοδικία, έναρξη ή διακοπή παραγραφής), για αυτό είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια στιγμή παρήχθησαν. Έτσι, η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης είναι εκείνη, κατά την οποία πράγματι αυτή έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους παραλαβής και σκοπός της είναι να προστατευθούν τα δικαιώματα του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 αντίθετα επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος (ενάγοντος), ο οποίος μπορεί να έχει συμφέρον να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Για αυτό κρίθηκε σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να του επιτραπεί να υποστηρίζει τα δικαιώματά του στηριζόμενος σε μια ημερομηνία που ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει, αντί να εξαρτάται από ένα γεγονός (όπως είναι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης σε άλλο κράτος μέλος), για το οποίο δεν έχει άμεση επιρροή, αφού αυτό μπορεί να λάβει χώρα μετά την καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Έτσι, για τη συντέλεση της επιχειρούμενης επίδοσης, επί προπαρασκευαστικής προθεσμίας απαιτείται πραγματική περιέλευση του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, ενώ, αντίθετα, επί προθεσμίας ενεργείας, αρκεί η πλασματική επίδοσή του στον Εισαγγελέα. Άλλωστε, και η διατύπωση ’’επίδοση ή κοινοποίηση εντός τακτής προθεσμίας” παραπέμπει ευθέως στην έννοια των προθεσμιών ενεργείας. Εξάλλου, με το Ν. 4335/2015 τροποποιήθηκαν (μεταξύ άλλων) και διατάξεις του ΚΠολΔ που αναφέρονται στην τακτική διαδικασία στην πρωτοβάθμια δίκη με σκοπό, όπως αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, να επιταχυνθεί η διαδικασία έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης με αντικατάσταση της μέχρι την εισαγωγή του νόμου αυτού εν μέρει προφορικής τακτικής διαδικασίας με μία κατ’ αρχήν έγγραφη διαδικασία, η οποία εξελίσσεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις και τους περιεχομένους σε αυτές ισχυρισμούς των διαδίκων και τυπική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ενώ μόνο αν το δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση δεν έχει διασαφηνιστεί αρκετά, ώστε να εκδοθεί επί της ουσίας απόφαση και υφίσταται λόγος εξέτασης μαρτύρων, τότε με απλή πράξη του προέδρου επί πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή της υπόθεσης επί μονομελούς πρωτοδικείου ή ειρηνοδικείου διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο για την εξέταση μαρτύρων. Έτσι κατά τις τροποποιηθείσες με τον ανωτέρω νόμο διατάξεις των άρθρων 237, 238 ΚΠολΔ, που ορίζουν το πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 215, 254, 260, 271 επ. ΚΠολΔ, που τροποποιήθηκαν ώστε να εναρμονιστούν με την νέα διαδικασία, όλες δε, κατά την διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 του Ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1/1/2016 αγωγές, διαμορφώνεται η εξέλιξη της έγγραφης διεξαγωγής της δίκης στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά προθεσμιών, που δημιουργούν επί μέρους στάδια προόδου της δίκης, ενώ εισάγεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και η ανάκληση της αγωγής, εάν αυτή δεν προωθείται. Ειδικότερα στο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 237 η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομόδικους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, αν δε η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, στο άρθρο 237 ΚΠολΔ ορίζεται ότι μέσα σε προθεσμία 100 ημερών ή 130 ημερών αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται σε αυτές (παρ. 1), ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθεται μέσα στις επόμενες 15 ημέρες από την λήξη της ανωτέρω προθεσμίας της παρ. 1, οπότε κλείνει και ο φάκελος της δικογραφίας (παρ. 2), ότι μέσα σε 15 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου ορίζεται ο δικαστής και για τις υποθέσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου η σύνθεση του δικαστηρίου και ο εισηγητής καθώς και η ημέρα και ώρα συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε δικάσιμο που ορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από 30 ημέρες από την παρέλευση της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατά την οποία δικάσιμο η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (παρ. 3), ενώ τέλος στο άρθρο 238 ΚΠολΔ ορίζεται ότι οι παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις, ανακοινώσεις δίκης και ανταγωγές στην περίπτωση του άρθρου 237 κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε 60 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής, η δε προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά 30 ημέρες για όλους τους διαδίκους αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομόδικούς του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής. Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται σύντομες σχετικά προθεσμίες ενεργείας τόσο των διαδίκων όσο και του δικαστηρίου, ειδικά δε για την παράλειψη του ενάγοντος να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο εντός των προθεσμιών του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ επιβάλλεται ως κύρωση να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα. Η σοβαρή αυτή κύρωση, η οποία επιβλήθηκε για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, όταν εφαρμόζεται η τακτική διαδικασία, δημιουργεί ερμηνευτικό πρόβλημα για το ποιος είναι ο κρίσιμος χρόνος της επίδοσης της αγωγής για την εμπρόθεσμη ολοκλήρωση της άσκησής της, ιδίως όταν ο προς ον η επίδοση είναι κάτοικος χώρας είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπότε εφαρμόζεται ο ανωτέρω 1393/2007 Κανονισμός, είτε άλλης χώρας, που έχει κυρώσει την σύμβαση της Χάγης, οπότε εφαρμόζεται η Σύμβαση αυτή και ειδικότερα, εάν κρίσιμος είναι ο χρόνος της πλασματικής επίδοσης της αγωγής στον Εισαγγελέα κατά το άρθρο 134 παρ. 1 ΚΠολΔ ή ο χρόνος της πραγματικής επίδοσης στον παραλήπτη εναγόμενο, αφού το άρθρο 215 παρ. 2 δεν αναφέρει αν η επίδοση σε χώρα της αλλοδαπής πρέπει να είναι πραγματική ή αρκεί η πλασματική επίδοση των άρθρων 134 και 136 ΚΠολΔ. Ο νομοθέτης με το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ θέλησε να υποχρεώσει τον ενάγοντα να ενεργήσει την επίδοση της αγωγής σε πολύ σύντομη προθεσμία μετά την κατάθεσή της, προκειμένου, αφενός μεν να τηρηθούν οι ανωτέρω προθεσμίες που θεσπίζει το άρθρο 237 ΚΠολΔ, αφετέρου δε να δοθεί επαρκής χρόνος στον εναγόμενο να απαντήσει. Ο ενάγων τηρεί την οριζόμενη στο άρθρο 215 παρ. 2 προθεσμία ενεργείας για εναγόμενο κάτοικο αλλοδαπής με την επίδοση της αγωγής στον αρμόδιο εισαγγελέα και εκπληρώνει την σχετική υποχρέωσή του, αφού ο χρόνος της πραγματικής επίδοσης στον εναγόμενο εκφεύγει απολύτως από την σφαίρα επιρροής του, γιατί εξαρτάται από σειρά ενεργειών άλλων αρμοδίων προσώπων για την έγκυρη διαβίβαση της αγωγής στην χώρα κατοικίας του εναγόμενου και την έγκαιρη επίδοση σε αυτόν εντός της σύντομης προθεσμίας του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενέργειες τις οποίες δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να επηρεάσει. Με την επίδοση της αγωγής στον αρμόδιο εισαγγελέα ολοκληρώνεται η σύνθετη διαδικαστική πράξη της άσκησης της αγωγής, με την ενέργεια και των δύο επιμέρους διαδικαστικών πράξεων της καταθέσεως και της επιδόσεως αυτής και οριοθετειται κατά τρόπο οριστικό και επίσημο το αντικείμενο της δίκης. Η αντίθετη εκδοχή ότι εντός της προθεσμίας των 60 ημερών πρέπει να γίνει και η πραγματική επίδοση της αγωγής στον κάτοικο αλλοδαπής εναγόμενο, ως προς μεν τον κάτοικο χώρας της Ευρωπαϊκής ένωσης αντίκειται στο προαναφερθέν αυξημένης τυπικής ισχύος άρθρο 9 παρ. 2 του Κανονισμού, το οποίο δεν μπορεί να καταργηθεί με κοινό νόμο και επιβάλλει να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία, που καθορίζεται από το δίκαιο της Ελλάδας, όπου πρέπει να διενεργηθεί η επίδοση εντός της τακτής προθεσμίας των 60 ημερών του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως προς δε τον κάτοικο χώρας που έχει κυρώσει την Σύμβαση της Χάγης, στην οποία δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη με αυτή του άρθρου 9 παρ, 2 του Κανονισμού, έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα του, επίσης αυξημένης τυπικής ισχύος, άρθρου 15 της Σύμβασης, που επιβάλλει, κατά κανόνα, ως κύρωση την αναβολή της υπόθεσης, σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, όταν δεν προκύπτει η εμπρόθεσμη πραγματική επίδοση της αγωγής σε αυτόν. Σε κάθε δε περίπτωση η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή αντίκειται στο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης του άρθρου 6 παρ. 1 της έχουσας επίσης την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αφού κατά την στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων του ενάγοντας και του εναγόμενου επιβάλλει στον ενάγοντα, ο οποίος δεν έχει απολύτως κανένα έλεγχο της διαδικασίας ολοκλήρωσης της επίδοσης μετά την επίδοση της αγωγής στον Εισαγγελέα, την υπέρμετρα επαχθή και συνεπώς δυσανάλογη κύρωση για σφάλματα ή ολιγωρίες της αλλοδαπής αρχής, να θεωρηθεί η αγωγή του ως μη ασκηθείσα, εάν δεν γίνει και η πραγματική επίδοση στην αλλοδαπή χώρα εντός της συντομότατης και συνήθως μη επαρκούς προθεσμίας των 60 ημερών από την κατάθεση της αγωγής, εμποδίζοντας έτσι την πρόσβασή του στο δικαστήριο. Επομένως, αφού η διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν έχει καταργηθεί και το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως και το συναφές άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αφορά στην προθεσμία επίδοσης των εκεί αναφερομένων εισαγωγικών δίκης δικογράφων (χωρίς όμως εκεί να προβλέπεται ως κύρωση της εμπρόθεσμης επίδοσης αυτών, ότι θεωρούνται ως μη ασκηθέντα) δεν προσδιορίζουν ρητά το απαιτούμενο είδος επίδοσης αυτών στον γνωστής διαμονής κάτοικο αλλοδαπής εναγόμενο, κατά τελολογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην άμεση επίδοση των εισαγωγικών δίκης δικογράφων, ώστε να επιτευχθεί η έναρξη των προθεσμιών συζήτησης της νέας τακτικής διαδικασίας του άρθρου 237 ΚΠολΔ και η αποφυγή καθυστέρησης στην εκδίκαση των υποθέσεων και προκειμένου να αποφευχθεί η πρόσκρουση των διατάξεων αυτών στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 9 παρ. 2 του 1393/2007 Κανονισμού, 15 της Σύμβασης της Χάγης και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ως επίδοση της αγωγής στο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ και ως επίδοση των εκεί αναφερομένων εισαγωγικών της δίκης δικογράφων στο άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ στον γνωστής διαμονής κάτοικο χώρας του εξωτερικού εναγόμενο, για την εφαρμογή των προθεσμιών ενεργείας του ενάγοντος των 60 και 90 ημερών αντιστοίχως, νοείται η πλασματική επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατά το άρθρο 134 παρ. 1 ΚΠολΔ και όχι η πραγματική επίδοση στην κατοικία του εναγόμενου στην χώρα διαμονής του (ΑΠ 1181/2022, ΤρΝομΠλ Νόμος). Εν προκειμένω, η πρώτη, τρίτη και τέταρτη των εναγόμενων ισχυρίζονται ότι η ασκηθείσα σε βάρος τους αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ανυπόστατη, διότι δεν έλαβε χώρα πραγματική επίδοση αυτής, ως απαιτείται από την Σύμβαση της Χάγης και τον με αριθμό 1348/2000 Κανονισμό του Συμβουλίου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ως επίδοση της αγωγής στο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ στον γνωστής διαμονής κάτοικο χώρας του εξωτερικού εναγόμενο, όπως εν προκειμένω, για την εφαρμογή των προθεσμιών ενεργείας του ενάγοντας των 60 ημερών, νοείται η πλασματική επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατά το άρθρο 134 παρ. 1 ΚΠολΔ και όχι η πραγματική επίδοση στην κατοικία του εναγόμενου στην χώρα διαμονής του, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας. Η επίδοση, δε, της υπό κρίση αγωγής έλαβε χώρα νομότυπα και εμπρόθεσμα με επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμόν ...../21-09-2018, ..../21-09-2018 και .....-09- 2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Σ........., ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 60 ημερών από την κατάθεση της αγωγής στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 20-07-2018, όπως προκύπτει από την σχετική πράξη κατάθεσης της αρμόδιας γραμματέως.

Η ένδικη αγωγή, που αφορά σε υπόθεση με στοιχεία αλλοδαπότητας, καθόσον άπαντες οι εναγόμενοι έχουν την έδρα τους και την κατοικία τους αντίστοιχα, σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Πολωνία και Βουλγαρία), ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον για την εκδίκαση αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του με αριθμό 1215/2012 Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12-12-2012 (Κανονισμός Βρυξέλλες Ια), όπως κρίθηκε με την εκκαλουμένη, απορριπτομένης της προβληθείσας ένστασης περί έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας της δεύτερης, τρίτης και τετάρτου των εναγόμενων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς σε κάθε περίπτωση να προβάλλεται η έλλειψη αυτή (περί διεθνούς δικαιοδοσίας) ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με σχετικό λόγο έφεσης, εφόσον δεν δύναται να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως, ως μη εμπίπτουσα στις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 ΚΠολΔ, εξαιρέσεις (βλ. σχετ. περί υποβολής λόγου εφέσεως ως προς την κατά τόπο αρμοδιότητα Σ. Πανταζόπουλος σε Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, ΕρμΚΠολΔ 2, άρθρο 522, αρ. 11, Κ. Οικονόμου, ΗΈφεση, άρθρο 522, αρ. 25). Ειδικότερα, ως προς την πρώτη εναγόμενη, κατά τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό, που δεν αμφισβητείται από αυτή και σχετικά με την ενδοσυμβατική βάση της αγωγής, στις έγγραφες ένδικες συμβάσεις περιλήφθηκε ρητός όρος περί αρμοδιότητας των Ελληνικών Δικαστηρίων για οποιαδήποτε διαφορά προκόψει από αυτές, κατ’ άρθρο 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1215/2012. Στα αντικειμενικά όρια αυτής της συμφωνίας παρέκτασης εμπίπτουν οι αξιώσεις της ενάγουσας έναντι της πρώτης εναγόμενης και από τις κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενες βάσεις της αδικοπραξίας και του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως συνδεόμενες στενά με τα βιοτικά περιστατικά της παραβάσεως της συμβάσεως, προκειμένου μάλιστα να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες, εάν οι υποθέσεις κρίνονταν χωριστά. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη εναγόμενη, παρασταθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, υφιστάμενης ως εκ τούτου σιωπηρής παρέκτασης της διεθνούς δικαιοδοσίας αυτών (Στ. Καπακτσή σε Π. Αρβανιτάκης-Ευαγγ. Βασιλακάκης, Κανονισμός 1215/2012 Κανονισμός Βρυξέλλες Ια, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, άρθρο 25, αρ. 20 και άρθρο 26, αρ. 1, Αθ. Πανταζόπουλος, Οι συμφωνίες παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας επί αστικών-εμπορικών διαφορών, παρ. 6, σελ. 280-281). Ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και κατά την ενδοσυμβατική βάση της αγωγής, θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 ΚΠολΔ και 7 παρ. 1 του Κανονισμού 1215/2012, καθόσον κατά την άποψη που δέχεται ως ορθότερη το παρόν δικαστήριο, η δωσιδικία της σύμβασης θεμελιώνει διεθνή δωσιδικία και για την εξέταση του ζητήματος, κατά πόσο οι συμβατικές υποχρεώσεις, υπό το πρίσμα της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, δεσμεύουν και θεμελιώνουν ευθύνη τρίτων προσώπων, τυπικώς μη συμβαλλόμενων στην επίμαχη σύμβαση. Εν προκειμένω δε, η δωσιδικία των ελληνικών δικαστηρίων θεμελιώνεται κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του Κανονισμού εκ του τόπου που έπρεπε να εκπληρωθεί η συμβατική οφειλή, ήτοι η απόδοση στο λογαριασμό της ενάγουσας στο Ελληνικό Τμήμα του Συστήματος Δικαιωμάτων Εκπομπής των ένδικων δικαιωμάτων εκπομπών αλλά και η αποζημίωση που αντικαθιστά την αρχική παροχή (Π. Αρβανιτάκης σε Π. Αρβανιτάκης-Ευαγγ. Βασιλακάκης, Κανονισμός 1215/2012 Κανονισμός Βρυξέλλες Ια, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, άρθρο 7, αρ. 33). Ως προς την αγωγική βάση της αδικοπραξίας, θεμελιώνεται διεθνής δωσιδικία των ελληνικών δικαστηρίων για τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης συνεπεία άρσης της νομικής αυτοτέλειας (Ρ. Γιοβαννόπουλος, Διασυνοριακά ζητήματα άρσης της αυτοτέλειας κεφαλαιουχικών εμπορικών εταιρειών, στοιχ. Γ και Δ, sakkoulas on-line), ως εκ του τόπου επελεύσεως της ζημίας, που είναι η Ελλάδα (Αθήνα) καθόσον μειώθηκε η περιουσία της ενάγουσας συνεπεία της μη απόδοσης στο λογαριασμό της των δικαιωμάτων εκπομπών και συνακόλουθα της επιβολής κυρώσεων ελλείψει του απαιτούμενου αριθμού δικαιωμάτων εκπομπών (I. Δεληκωστόπουλος, σε Π. Αρβανιτάκης-Ευαγγ. Βασιλακάκης, Κανονισμός 1215/2012 Κανονισμός Βρυξέλλες Ια, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, άρθρο 7, αρ. 96-97). Ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης περί υφιστάμενης μεταξύ της ιδίας και της ενάγουσας ρήτρας παρέκτασης υπέρ της δικαιοδοσίας των βουλγαρικών δικαστηρίων βάσει της από 16-07-2014 σύμβασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού, η παρέκταση είναι επιτρεπτή για διαφορές που έχουν προκόψει ή θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, έχοντας ως σκοπό της ρύθμισης την αποτροπή αιφνιδιασμών για τους διαδίκους, στοιχείο που περιορίζει το εύρος της ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας (Αθ. Πανταζόπουλος, Οι συμφωνίες παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας επί αστικών-εμπορικών διαφορών, παρ. 6, σελ, 229), εν προκειμένω, δε οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας φέρονται απορρέουσες από άλλη σύμβαση. Περαιτέρω, βάσει του με αριθμό 593/2008 Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17-06-2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I) και του με αριθμό 864/2007 Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11-07-2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ), εφαρμοστέο εν προκειμένω είναι το ελληνικό δίκαιο. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη εναγόμενη το ελληνικό δίκαιο είναι εφαρμοστέο ως το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη (άρθρο 14 του ΕΚ 864/2007 και άρθρα 3 και 12 του ΕΚ 593/2008) τόσο για την συμβατική όσο και για την αδικοπρακτική ευθύνη αυτής, αλλά και για την ευθύνη κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω ακυρότητας των συμβάσεων, αλλά και ως το δίκαιο της χώρας στην οποία επήλθε η ζημία, που εν προκειμένω είναι η Ελλάδα (άρθρο 4 παρ. 1 του ΕΚ 864/2007) ως προς την στηριζόμενη σε αδικοπραξία βάση, καθώς και του δικαίου της χώρας που διέπει την συμβατική σχέση ως προς τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως απορρέουσας από την σύμβαση που εμφανίζει στενό σύνδεσμό με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε κάθε δε, περίπτωση, διότι από το σύνολο των περιστάσεων, συνάγεται σαφώς ότι η εξωσυμβατική ενοχή συνδέεται προδήλως στενότερα με την Ελλάδα (άρθρο 10 του ΕΚ. 864/2007). Ως προς την τρίτη και τέταρτο των εναγόμενων και την στηριζόμενη σε αδικοπραξία βάση της αγωγής κατά αυτών, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του ΕΚ 864/2007. Ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, κατά την άποψη που δέχεται ως ορθή το παρόν δικαστήριο, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο, τόσο ως προς την συμβατική όσο και ως προς την αδικοπρακτική βάση της αγωγής, ως το δίκαιο που είναι εφαρμοστέο επί των αξιώσεων κατά της εταιρείας, στην ικανοποίηση εκάστης των οποίων κατατείνει η άρση της αυτοτέλειας, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω για κάθε μία από αυτές (αξιώσεις) (Ρ. Γιοβαννόπουλος, Διασυνοριακά ζητήματα άρσης της αυτοτέλειας κεφαλαιουχικών εμπορικών εταιρειών, στοιχ. Γ και Δ, sakkoulas on line).

Στο Πρωτόκολλο του Κιότο (άρθρο 17) αλλά και στην κοινοτική οδηγία 2003/87, που ενσωμάτωσε το σχετικό μηχανισμό του Πρωτοκόλλου στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, θεσπίζεται, μεταξύ άλλων, σύστημα εμπορεύσιμων δικαιωμάτων εκπομπών, που αποτελεί το κατεξοχήν οικονομικό εργαλείο για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς παρουσιάζει το μεγαλύτερο βαθμό συμβατότητας με τους μηχανισμούς της αγοράς σε αντίθεση με άλλα οικονομικά εργαλεία (όπως περιβαλλοντικοί φόροι και επιδοτήσεις). Το εργαλείο αυτό διέπεται από την αρχή του καθορισμού της επιτρεπόμενης ποσότητας ρύπανσης, με την έννοια ότι το κράτος προσδιορίζει το συνολικό επίπεδο των επιτρεπόμενων εκπομπών και χορηγεί άδειες δικαιωμάτων εκπομπών σε συγκεκριμένες κατηγορίες ρυπογόνων επιχειρήσεων, έτσι ώστε το σύνολο των δικαιωμάτων εκπομπών, που περιλαμβάνουν οι άδειες αυτές, να αποτελεί το συνολικό άθροισμα της ήδη προσδιορισμένης συνολικής επιτρεπτής ποσότητας εκπομπών. Ο τρόπος καθορισμού της επιτρεπόμενης ποσότητας εκπομπών, αποτελεί το κριτήριο, ώστε να διακρίνει κανείς δύο διαφορετικές εκδοχές του εργαλείου των εμπορεύσιμων δικαιωμάτων εκπομπών. Στην πρώτη εκδοχή, το προσδιοριζόμενο ποσοστό ρύπανσης που θα διανεμηθεί μέσω αδειών δικαιωμάτων εκπομπών, είναι μόνο το ποσοστό των εκπομπών, που καθορίζονται ως εμπορεύσιμες, αφού έχει ήδη επιτευχθεί η τήρηση ενός συγκεκριμένου ορίου εκπομπών από τις επιχειρήσεις, που θα συμμετάσχουν στο σύστημα. Ειδικότερα, η χορήγηση κάθε άδειας εμπορεύσιμων δικαιωμάτων εκπομπών προϋποθέτει την προέγκριση από τη σχετική αρμόδια υπηρεσία, η οποία θα πρέπει να διαπιστώσει την τήρηση ενός συγκεκριμένου ορίου εκπομπών από την εν λόγω επιχείρηση και στη συνέχεια να εξετάσει τη δυνατότητα χορήγησης ορισμένων επιπλέον δικαιωμάτων εκπομπών ως εμπορεύσιμων. Η δεύτερη εκδοχή του εργαλείου των αδειών εμπορεύσιμων δικαιωμάτων εκπομπών, που είναι συνηθέστερη, προϋποθέτει τον ορισμό μιας οροφής ρύπανσης, δηλαδή μιας συνολικής ποσότητας επιτρεπόμενων εκπομπών. Στη συνολική αυτή ποσότητα εκπομπών αντιστοιχούν συγκεκριμένα δικαιώματα ρύπανσης, τα οποία διανέμονται με τη μορφή εμπορεύσιμων αδειών ρύπων στις επιχειρήσεις, που συμμετέχουν στο σύστημα. Οι ιδιοκτήτες των βιομηχανιών εγκαταστάσεων θα πρέπει συνεπώς να διαθέτουν μια άδεια, που θα περιλαμβάνει αριθμό δικαιωμάτων ίσο με το σύνολο των επιτρεπόμενων εκπομπών τους στο πλαίσιο λειτουργίας του συστήματος. Βασικός στόχος της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 αυτής, είναι η μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα με οικονομικά αποδοτικό τρόπο μέσω της χρήσης του μηχανισμού της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών. Από τη συστηματική ερμηνεία των διατάξεων της κοινοτικής οδηγίας 2003/87/ΕΚ, προκύπτει ότι η οργάνωση του συστήματος αγοράς των εμπορεύσιμων δικαιωμάτων εκπομπών επαφίεται πλήρως στον ιδιωτικό τομέα. Πιο συγκεκριμένα, δεν θεσπίζονται κανενός είδους περιορισμοί αναφορικά με το ποιος θα επιτρέπεται να αγοράζει δικαιώματα εκπομπών. Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν θεσπίζονται ειδικές ρυθμίσεις για τις προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες θα λαμβάνουν χώρα αγοραπωλησίες δικαιωμάτων εκπομπών, με συνέπεια κάθε μορφή διμερών συναλλαγών μεταξύ δύο συμμετεχόντων μερών, είτε συναλλαγών που διενεργούνται από τρίτα μέρη (brokers) ή ακόμα και αγορές παραγώγων (option markets) να είναι επιτρεπτές, στο βαθμό που τηρούν τις προϋποθέσεις της ισχύουσας χρηματοοικονομικής νομοθεσίας (Β. Καραγεώργου, Το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων των εκπομπών ως εργαλείο κλιματικής πολιτικής και η εφαρμογή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Οδηγίας 2003/87/ΕΚ, σε sakkoulas on-line).

Από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσια συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα 1) υπ’ αριθμόν ……../07-12-2018 ένορκη βεβαίωση του ……… ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ………., που λήφθηκε επιμελεία αυτής (ενάγουσας) μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της- πρώτης εναγόμενης, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν ……./04-12-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ……….. προς τον κατ’ άρθρο 143 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο …….. (σημειωτέου ότι έλαβε χώρα κλήση μόνο της πρώτης εναγόμενης καθόσον αφορούσε στην άμυνα της ενάγουσας υπό την ιδιότητά της ως εναγόμενης σε εναντίον της αγωγή της πρώτης εναγόμενης) και 2) υπ’ αριθμόν ……../27-12-2018 ένορκη βεβαίωση της ………, ενώπιον της συμβολαιογράφου …….. ……….., που λήφθηκε επιμελεία αυτής (ενάγουσας) μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της (εναγόμενων), όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν ……./20-12-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ………. προς τον κατ’ άρθρο 143 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο ………. της πρώτης εναγόμενης, από τις υπ’ αριθμούς ………., …………. και …………./20-12-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …………, προς τον κατ’ άρθρο 143 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των εναγόμενων ………. (οι οποίοι αμφισβήτησαν την ιδιότητα του εν λόγω δικηγόρου ως πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά το χρόνο επίδοσης της κλήσης για τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, πλην όμως από την εκκαλουμένη προκύπτει ότι ο δικηγόρος εκπροσώπησε τους εναγόμενους, δυνάμει των από 31-10-2018 και 01-11-2018 εξουσιοδοτήσεων, ήτοι προγενέστερων της επίδοσης της κλήσης, χωρίς να αμφισβητείται η εγκυρότητα αυτών), κατά τη λήψη της οποίας δεν παραστάθηκαν οι εναγόμενοι και από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα [μεταξύ των οποίων και των ξενόγλωσσων που συνοδεύονται από επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα (άρθρο 454 ΚΠολΔ)], είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένων των προσκομιζόμενων μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμόν ……./31-10-2018 ένορκης βεβαίωσης του ………., ληφθείσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., υπ’ αριθμόν ……../01-11-2018 ένορκης βεβαίωσης του ………. ληφθείσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ……. και υπ’ αριθμόν ……./04-10-2018 ένορκης βεβαίωσης του ……….., ληφθείσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... που λήφθηκαν στο πλαίσιο έτερης δίκης (ασφαλιστικών μέτρων) μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 736/2016, ΤρΝομΠλ Νόμος), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ’ αριθμόν 181478/965/26-09-2017 Κοινή Υπουργική Απόφαση των υπουργών Οικονομίας, Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης και Ενέργειας και Περιβάλλοντος, Υποδομών και Ενέργειας και Μεταφορών τροποποιήθηκε και κωδικοποιήΟηκε η υπ’ αριθμόν Η.Π. 54409/2632/2004 κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2003/87 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13-10-2003 σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής, οι εγκαταστάσεις, οι οποίες εκπέμπουν αέρια θερμοκηπίου πρέπει να διαθέτουν άδεια εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, που επανεξετάζεται από την αρμόδια αρχή κάθε πέντε έτη και επίσης κατανέμονται τα δικαιώματα για τις ποσότητες ΌΟ2, που επιτρέπεται να εκπέμπουν οι ρυπογόνες εγκαταστάσεις (ως δικαίωμα ορίζεται το δικαίωμα εκπομπών ενός τόνου ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα). Κατά την ίδια ΚΥΑ κάθε εγκατάσταση που υπάγεται στις ρυθμίσεις της, οφείλει εντός τεσσάρων (4) μηνών από το τέλος κάθε έτους αναφοράς (δηλαδή στις 30 Απριλίου εκάστου έτους) να αποδώσει δικαιώματα εκπομπών ίσα με τις ετήσιες συνολικές επαληθευμένες εκπομπές της εγκατάστασης και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προβλέπεται η επιβολή κυρώσεων και προστίμων. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ, τα δικαιώματα εκπομπής είναι ανταλλάξιμα, άυλα, διαπραγματεύσιμα και μεταβιβάζονται μέσω του «Μητρώου Ρύπων», που έχει συσταθεί με τον υπ’ αριθμόν 389/2013 Κανονισμό της Επιτροπής και στο οποίο υφίσταται λογαριασμοί για τα δικαιώματα εκπομπής ρύπων, που κατέχονται ή μεταβιβάζονται από κάθε πρόσωπο. Στο πλαίσιο αυτό και δεδομένου ότι τα δικαιώματα, τα οποία κατανέμονται κάθε έτος στις σταθερές ρυπογόνες εγκαταστάσεις, δεν καλύπτουν το σύνολο των εκπομπών της εγκατάστασης, οι δραστηριότητες υποχρεώνονται, προκειμένου να συμμορφωθούν με την ως άνω υποχρέωσή τους, να παραδώσουν την προβλεπόμενη ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπών, είτε να αγοράζουν πρόσθετα δικαιώματα εκπομπών διαθέσιμα προς πώληση στο Μητρώο, είτε να επενδύουν σε αντιρρυπαντικές τεχνολογίες, ώστε να επιτυγχάνεται η μείωση των εκπομπών τους. Η ενάγουσα είναι ανώνυμη εταιρεία, δραστηριοποιούμενη, μεταξύ άλλων, στην παραγωγή σιδηρονικελίου, διαθέτοντας τρία μεταλλεία και ένα μεταλλουργικό εργοστάσιο στη Λάρυμνα Φθιώτιδας, υπαγόμενη ως εκ τούτου στην έννοια της ρυπογόνας εγκατάστασης και συνακόλουθα στις διατάξεις της ΚΥΑ 181478/965/26- 09-2017, βάσει της οποίας της αποδίδεται ετησίως ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Αντίστοιχα, για το έτος 2017 όφειλε η ενάγουσα, κατά το ως άνω νομοθετικό πλαίσιο, να αποδώσει στο οικείο Μητρώο Ρύπων 813.806 δικαιώματα εκπομπής αερίων ρύπων (EUAs). Οι δύο πρώτες εναγόμενες, είναι εταιρείες του ιδίου ομίλου εταιρειών και συγκεκριμένα η πρώτη αυτών, που εδρεύει στη Βαρσοβία Πολωνίας, είναι θυγατρική εταιρεία της δεύτερης αυτών, που εδρεύει στη Σόφια Βουλγαρίας και δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων και στην εμπορία προϊόντων άνθρακα και εκπομπών αερίων άνθρακα με τη μορφή της επιχείρησης πρακτορείας, αναπτύσσοντας σχετική δραστηριότητα μεσολάβησης στο χώρο της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής αερίων ρύπων σε αρκετές χώρες της Ευρώπης. Η τρίτη εναγόμενη είναι η νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης εταιρείας και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης αυτών, εκπροσωπώντας από κοινού με τον τέταρτο εναγόμενο, που είναι αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και τη δεύτερη εναγόμενη. Μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, νομίμως εκπροσωπούμενων, συνήφθη στις 02 Μαρτίου 2018 «Σύμβαση Πλαίσιο για τις ευρωπαϊκές άδειες εκπομπών spot εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών, τρίτης φάσης του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης», με την οποία καθορίσθηκαν οι γενικοί όροι συνεργασίας των συμβαλλόμενων μερών στον τομέα της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής αερίων ρύπων (όροι σύναψης των επιμέρους συμβάσεων πώλησης και αγοράς, διαδικασία τιμολόγησης, εκπροσώπηση των εταιρειών, ρήτρα εμπιστευτικότητας, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία, πρότυπα συμβάσεων, ορισμοί εννοιών) και έλαβε αριθμό αναφοράς ...../04-03-2018. Το ποσό προμήθειας της πρώτης εναγόμενης συμφωνήθηκε σε 0.05 ευρώ ανά ΕuAs ενώ συμφωνήθηκε επίσης και καταβολή εγγύησης επαναγοράς ποσού δύο (2) ευρώ ανά Ε15Α. Ακολούθως, καταρτίστηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων (ενάγουσας και πρώτης εναγόμενης) η από 02 Μαρτίου 2018 με αριθμό αναφοράς 2018-03-009 ενιαία σύμβαση εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής (αερίων ρύπων) για το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει έως τις 05 Μαρτίου 2018 στην πρώτη εναγόμενη αριθμό 800.000 δικαιωμάτων εκπομπής αερίων ρύπων, έναντι τιμήματος 9,90 ευρώ ανά Ε15Α και συνολικού τιμήματος 7.920.000 ευρώ, ενώ καταρτίστηκε και η από 02 Μαρτίου 2018 με αριθμό αναφοράς 2018-03- 009 σύμβαση, δυνάμει της οποίας η πρώτη εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει έως τις 02 Απριλίου 2018 στην ενάγουσα ποσότητα 800.000 δικαιωμάτων εκπομπής με τίμημα 9,95 ευρώ ανά ΕuAs. Η σύμβαση πώλησης ποσότητας 800.000 ΕuAs από την ενάγουσα προς την πρώτη εναγόμενη εκτελέστηκε προσηκόντως από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, όπως συνομολογείται από αυτά, εκδόθηκε, δε, το με αριθμό ..../07-03-2018 τιμολόγιο για την πώληση αυτή, ενώ η πρώτη εναγόμενη αγοράστρια εταιρεία κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 6.320.000 ευρώ, με πίστωση στο λογαριασμό της τελευταίας, σε πλήρη εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος. Ακολούθως καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλόμενων η από 15 Απριλίου 2018 σύμβαση (τιτλοφορούμενη ως Παράρτημα I στην ενιαία εμπορική συμφωνία αδειών εκπομπών για το σύστημα εμπορίας εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με αριθμό αναφοράς 2018-03-009), με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση πώλησης των 800.000 ΕuAs από την πρώτη εναγόμενη στην ενάγουσα, καθώς είχε παρέλθει ο συμφωνηθείς χρόνος εκπλήρωσης αυτής για αμφότερα τα μέρη. Ειδικότερα, με την τροποποιητική αυτή σύμβαση, όπως αναγράφεται στο κείμενο αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να υπογράψουν το παράρτημα αυτό προκειμένου να διασφαλίσουν τους όρους μιας συναλλαγής που βασίζεται στη λήξασα συμφωνία με τροποποιημένους όρους σχετικά με τον όγκο και την ημερομηνία παράδοσης και συγκεκριμένα η πρώτη εναγόμενη, ως πωλήτρια, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει μέχρι τις 27-04-2018 στην ενάγουσα 420.000 δικαιώματα ΕuAs, παραμένοντας σε ισχύ οι λοιποί όροι της σύμβασης. Το τίμημα που αντιστοιχούσε στην ποσότητα αυτή των ΕuAs ανερχόταν στο ποσό των 4.179.000 ευρώ, ήτοι σε 9,95 ευρώ ανά ΕuAs, την καταβολή του οποίου ανέλαβε η ενάγουσα. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα και από το κείμενο των συμβάσεων προκύπτει ότι στις 02 Μαρτίου 2018 συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης δύο χωριστές συμβάσεις πώλησης, η κάθε μία με το ανωτέρω περιεχόμενο. Η σύναψη της από 02-03-2018 σύμβασης πώλησης των 800.000 ΕuAs από την πρώτη εναγόμενη στην ενάγουσα, δεν φέρει το χαρακτήρα συμφώνου εξώνησης, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 565 ΑΚ, καθόσον δεν πρόκειται για απλή παροχή δικαιώματος στην ενάγουσα, ως αρχικής πωλήτριας, επαναγοράς και ανάληψης των πωληθέντων δικαιωμάτων από αυτή εντός ορισμένης προθεσμίας, του οποίου δικαιώματος και των αντίστοιχων υποχρεώσεων της πρώτης εναγόμενης ως πωλήτριας η γέννηση θα συντελούταν από την περιέλευση στην αγοράστρια πρώτη εναγόμενη της μονομερούς, άτυπης κατ’ αρχήν, δήλωσης της πωλήτριας ενάγουσας περί εξώνησης, ως ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος (Καραμπατζός σε Απ. Γεωργιάδης, Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, 2η έκδοση, τόμος 1, άρθρο 565, αρ. 1). Η εν λόγω σύμβαση φέρει χαρακτήρα αυτοτελούς σύμβασης πώλησης, η οποία μάλιστα αφορά σε ποσότητα 420.000 ΕuAs, αφού με την τροποποιητική σύμβαση ορίσθηκε ρητά, ως αμέσως ανωτέρω εκτέθηκε, ότι αυτή τροποποιήθηκε και ως προς τον όγκο των προς πώληση δικαιωμάτων και όχι μόνο ως προς την ημερομηνία παράδοσης. Για την υπόλοιπη ποσότητα των 380.000 δικαιωμάτων εκπομπής, που αποτέλεσαν αντικείμενο πώλησης της αρχικής σύμβασης, δεν προκύπτει ότι συνήφθη συγκεκριμένη σύμβαση πώλησης αυτών και δη πώλησης και μεταβίβασης αυτών από την πρώτη εναγόμενη στην ενάγουσα τμηματικά, σε μηνιαίες ισόποσες δόσεις με αντίστοιχη καταβολή του τιμήματος. Τούτο, δεν αναιρείται από περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των εκπροσώπων των συμβαλλόμενων μερών, καθόσον ναι μεν η ενάγουσα είχε εκφράσει, δια των προστηθέντων της, την πρόθεσή της να προβεί στην αγορά περισσότερων δικαιωμάτων εκπομπής (πλέον των 420.000) μετά το τέλος του μηνός Απριλίου του έτους 2018 με μηνιαίες καταβολές, ωστόσο δεν ακολούθησε ρητή και σαφής αποδοχή της πρότασης αυτής από την πρώτη εναγόμενη, ούτε οριστικοποιήθηκε τελική συμφωνία μεταξύ τους ως προς τις συγκεκριμένες ημερομηνίες μεταβίβασης, ούτε η τιμή για τις εν λόγω πωλήσεις, αντιθέτως, δε, η αρμόδια για τις σχετικές επικοινωνίες και συμφωνίες υπάλληλος της ενάγουσας, ενημέρωσε την εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης ότι δεν υφίστατο έως τότε έγκριση του διοικητικού συμβουλίου αυτής (ενάγουσας) ως αγοράστριας για τις περαιτέρω αγορές δικαιωμάτων και τις σχετικές καταβολές, έγκριση, η οποία δεν δύναται να θεωρηθεί ως τυπική έλλειψη, όπως ισχυρίζεται αβασίμως η ενάγουσα. Άλλωστε η αρχική σύμβαση αφορούσε σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπής εντός του μηνός Απριλίου του έτους 2018 και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που επικαλείται η ενάγουσα και στα οποία αναφέρεται καταβολή του τιμήματος σε δύο επιμέρους καταβολές, αναφέρονται επίσης σε αγορά δικαιωμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 16 έως 20 Απριλίου 2018 (και όχι μέχρι το τέλος του έτους 2018 με μηνιαίες καταβολές), αφορούν δε στο στάδιο πριν την υπογραφή του τελικού τροποιητικού παραρτήματος, στο οποίο δεν συμπεριλήφθηκε όρος αναφορικά με την αγορά των 380.000 ΕuAs. Άλλωστε και στο από 17-04-20218 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης προς την .......... γίνεται ρητά αναφορά σε διαχωρισμό του όγκου των δικαιωμάτων και την προετοιμασία δύο παραρτημάτων εκ των οποίων το πρώτο θα αφορούσε στην πώληση των 420.000 ΕuAs με πληρωμή έως τις 20-04-2018 και παράδοση έως τις 25- 04-2018 και το δεύτερο στην πώληση 380.000 ΕuAs, με την τήρηση της εγγύησης και της παράδοσης έως τις 21 Δεκεμβρίου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι για την πώληση των 420.000 ΕuAs εκδόθηκε το υπ’ αριθμόν ………./17-04-2018 τιμολόγιο και στις 24-04-2018 καταβλήθηκε από την ενάγουσα στην πρώτη εναγόμενη το τίμημα της πώλησης αυτών, ήτοι ποσό 3.339.000 ευρώ (που αντιστοιχούσε στο συμφωνηθέν τίμημα, αφαιρουμένου του ποσού της εγγύησης που είχε ήδη παρακρατηθεί κατά την αρχική πώληση). Ωστόσο η πρώτη εναγόμενη δεν μεταβίβασε στις 27 Απριλίου 2018 τα 420.000 δικαιώματα εκπομπής αερίων ρύπων, ως υποχρεούταν από την σχετική σύμβαση, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας αλλά και την νέα προθεσμία (08-05-2018) που τάχθηκε σε αυτή από την τελευταία δια του από 03-05-2018 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για την εκπλήρωση της σύμβασης. Η πρώτη εναγόμενη, δια της νομίμου εκπροσώπου της, τρίτης εναγόμενης, ζήτησε από την ενάγουσα πίστωση χρόνου και τροποποίηση της ένδικης σύμβασης, ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει την υποχρέωση της, πρόταση που όμως δεν έγινε δεκτή από την ενάγουσα. Κατόπιν τούτου στις 10 Μάϊου 2018 η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στο λογαριασμό της ενάγουσας ποσότητα 20.000 ΕuAs, ενώ στις 11 Μαΐου 2018 ενημέρωσε την ενάγουσα ότι αδυνατεί να προβεί στη μεταβίβαση των υπολοίπων δικαιωμάτων λόγω αλλαγής στη νομοθεσία της Πολωνίας, βάσει της οποίας απαιτούταν πλέον άδεια για τη διενέργεια τέτοιων συναλλαγών, την οποία η ίδια δεν κατείχε. Ειδικότερα, δυνάμει της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ (ΜΙΡΠΖ) Π), τα δικαιώματα εκπομπής αέριων ρύπων εντάχθηκαν στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων και οι συναλλαγές που αφορούν στη μεταβίβασή τους υπήχθησαν στις διατάξεις που ισχύουν για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Η οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 4514/2018, που δημοσιεύθηκε στις 30-01-2018 και σύμφωνα με το άρθρο 128 ισχύει αναδρομικά από 03-01-2018 (πλην συγκεκριμένων διατάξεών του), ενώ με το άρθρο 4 παρ. 15 σε συνδυασμό με το Τμήμα Γ’ του Παραρτήματος I περ. 11 του νόμου αυτού, στα χρηματοπιστωτικά μέσα περιλαμβάνονται και τα δικαιώματα εκπομπής και συνεπώς οι προϋποθέσεις που ο νόμος αυτός θεσπίζει καταλαμβάνει και την παροχή υπηρεσιών και διενέργεια συναλλαγών με αντικείμενο τα δικαιώματα εκπομπής αερίων από εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Στη Βουλγαρία η ίδια ως άνω οδηγία ενσωματώθηκε και άρχισε να ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από τις 16-02-2018. Στην Πολωνία, στις 01-03-2018 ψηφίστηκε από το πρώτο τμήμα του Πολωνικού Κοινοβουλίου και στις 15-03-2018 από το δεύτερο τμήμα και στις 06-04-2018 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Πολωνικής Δημοκρατίας στο τεύχος 685, η τροποποιητική πράξη επί του νομοθετήματος «Νόμος περί συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων και ορισμένων άλλων νόμων της 29ης Ιουλίου 2005», με την οποία η ως άνω οδηγία εισήχθη στο πολωνικό δίκαιο και σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα εκπομπής υπάγονται στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων (άρθρο 2 παρ. 1 περ. ι) και για την κατ’ επάγγελμα διενέργεια συναλλαγών που αφορούν σε αυτά απαιτείται η χορήγηση άδειας από την πολωνική αρχή εποπτείας χρηματοπιστωτικών θεμάτων. Η έναρξη της ισχύος του νόμου ορίσθηκε στις 21-04-2018. Η πρώτη εναγόμενη δεν κατείχε τέτοια άδεια, ούτε είχε τις προϋποθέσεις για τη λάβει, καθόσον μάλιστα, έπρεπε, πλέον άλλων ενεργειών, να προβεί σε σημαντική αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πρώτη εναγόμενη δεν είχε κατά το χρόνο που όφειλε να εκπληρώσει την παροχή της προς την ενάγουσα, ήτοι στις 27-04-2018, τη δυνατότητα να πράξει τούτο, διότι πλέον κατά το πολωνικό δίκαιο δεν επιτρεπόταν σε αυτή να διενεργεί νομίμως συναλλαγές με αντικείμενο δικαίωμα εκπομπής αερίων ρύπων, ως στερούμενη της σχετικής αδείας. Συνεπώς, εφόσον δεν πρόκειται για εταιρεία που της απονέμονται δικαιώματα εκπομπής ως ρυπογόνου εγκατάστασης αλλά μέχρι τον ως άνω χρόνο δραστηριοποιούταν στην αγορά δικαιωμάτων εκπομπής ως μεσίτρια-επιχείρηση πρακτόρευσης, η εκπλήρωση της παροχής, ήτοι της μεταβίβασης των υπολοίπων 400.000 ΕΙΙΑε προς την ενάγουσα κατέστη αδύνατη. Η αδυναμία αυτή επήλθε μετά την σύναψη των ένδικων συμβάσεων μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, ήτοι μετά τις 15-04-2018, οπότε τροποποιήθηκε η ένδικη σύμβαση πώλησης, δεδομένου ότι η ισχύς του νόμου στο πολωνικό δίκαιο που απαιτούσε πλέον άδεια για τη διενέργεια συναλλαγών, όπως η συμφωνηθείσα, άρχισε να ισχύει από 21-04-2018 και όχι από την ημερομηνία δημοσίευσής του, μέχρι δε την έναρξη ισχύος του, νόμιμα η πρώτη εναγόμενη διενεργούσε τις σχετικές συναλλαγές, χωρίς να απαιτείται άδεια κατά το πολωνικό δίκαιο. Ούτε, εξάλλου, ήταν αδύνατη η παροχή ήδη από την έναρξη ισχύος του Ν. 4514/2018, καθώς ο νόμος αυτός αφορά στις εταιρείες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα, είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, είτε μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων, ενώ η πρώτη εναγόμενη δεν είχε τέτοια εγκατάσταση στην Ελλάδα, το δε, γεγονός ότι η ενάγουσα έχει την έδρα στην Ελλάδα δεν είναι κρίσιμο για την υπαγωγή της εταιρείας που παρέχει την υπηρεσία στις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον αυτές δεν παρέχονται από το υποκατάστημα ή αντιπρόσωπο της εν λόγω εταιρείας στην Ελλάδα. Ως εκ τούτου το αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της πρώτης εναγόμενης να αποδώσει στην ενάγουσα την ποσότητα των 780.000 ΕuAs είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού ως προς τα 380.000 ΕuAs δεν συνήφθη σχετική σύμβαση πώλησης και ως προς τα 400.000 ΕuAs διότι η παροχή έχει καταστεί αδύνατη και δεν πρόκειται για υπερημερία της πρώτης εναγόμενης. Ωστόσο, η πρώτη εναγόμενη υπέχει υποχρέωση αποζημίωσης της ενάγουσας, διότι η αδυναμία παροχής δεν είναι ανυπαίτια, αλλά οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγόμενης υπαιτίως, και δη από αμέλεια, δεν μερίμνησαν για την απόκτηση της σχετικής άδειας για τη διενέργεια των συναλλαγών που είχαν αναλάβει την υποχρέωση να διενεργήσουν με τις ένδικες συμβάσεις. Ειδικότερα, το γεγονός της ψήφισης και της έναρξης ισχύος του πολωνικού νόμου δεν ήταν τυχαίο και αιφνιδιαστικό αλλά αναμενόμενο γεγονός, καθόσον η σχετική οδηγία ίσχυε ήδη από το έτος 2014 και όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν υποχρέωση να την ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο. Μάλιστα, από την μεταξύ των εν λόγω διαδίκων αλληλογραφία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προκύπτει ότι οι εκπρόσωποι των συμβαλλόμενων εταιρειών τελούσαν σε γνώση της επικείμενης νομοθετικής αλλαγής και ενσωμάτωσης της οδηγίας στο δίκαιο της Βουλγαρίας και της Πολωνίας και των συνεπειών αυτής (ενσωμάτωσης) ως προς τις συμφωνηθείσες με τις ένδικες συμβάσεις συναλλαγές και ως εκ τούτου η πρώτη εναγόμενη όφειλε να είναι εγκαίρως ενήμερη για τη νομοθετική μεταβολή. Συγκεκριμένα, η πρώτη εναγόμενη δια των νομίμων εκπροσώπων της όφειλε ήδη από τις 01-03-2018 να γνωρίζει την ψήφιση του σχετικού νόμου και να επιμεληθεί της λήψης της αναγκαίας άδειας, εφόσον μετά την ψήφισή του συμβλήθηκε στις ένδικες συμβάσεις που αφορούσαν σε δικαιώματα εκπομπής αερίων ρύπων και μάλιστα συμφώνησε να εκπληρώσει την σύμβαση πώλησης (επαναγοράς) σε χρόνο μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, άλλως αν δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει την κατάλληλη άδεια, να απέχει από την τροποποίηση της σύμβασης και να ενημερώσει την ενάγουσα ότι μετά τις 21-04-2018 δεν θα ήταν δυνατή η εκπλήρωση της σύμβασης. Η μη απόκτηση της εκ του νόμου αναγκαίας άδειας ή η μη σύναψη συνεργασίας με μεσίτη ή άλλο πρόσωπο, που να κατέχει την απαραίτητη άδεια, είναι ζητήματα αναγόμενα στον έλεγχο και στην κυριαρχική δράση της πρώτης εναγόμενης, η οποία μπορούσε να αποφύγει την επέλευση της αδυναμίας παροχής αν είχε ενημερωθεί εγκαίρως και είχε μεριμνήσει για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων, για να πληροί της προϋποθέσεις (είτε λαμβάνοντας την αναγκαία άδεια, είτε με τη σύναψη συνεργασίας με τρίτο πρόσωπο που θα ήταν σε θέση να εκτελέσει τη σχετική συναλλαγή), ώστε να αποφευχθεί η κατάσταση αδυναμίας εκπλήρωσης. Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη δεν ενημέρωσε εγκαίρως την ενάγουσα για την επέλευση της αδυναμίας, ήτοι δεν της γνωστοποίησε τη νομοθετική μεταβολή, αμέσως μετά την επέλευση αυτής, παρά το ότι όφειλε να τη γνωρίζει άμεσα, αλλά εισέπραξε το σχετικό τίμημα και μόνο κατόπιν οχλήσεων της ενάγουσας και την παρέλευση δεκατεσσάρων περίπου ημερών από την συμφωνηθείσα ημερομηνία εκπλήρωσης, ενημέρωσε αυτή (στις 11-05-2018), επικαλούμενη την καθυστέρηση ενημέρωσης περί τούτου των εκπροσώπων της. Η καθυστέρηση στην ενημέρωσή της για το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε στην Πολωνία και τη νομοθετική μεταβολή, δεν είναι εύλογη και δικαιολογημένη αλλά οφείλεται, ως ήδη εκτέθηκε, σε αμέλεια των εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης. Τούτο, διότι, η πρώτη εναγόμενη, ως πωλήτρια εταιρεία, όφειλε να έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την άμεση ενημέρωσή της για την συγκεκριμένη νομοθετική μεταβολή, που αφορούσε στο αντικείμενο της δράστηριότητάς της, επηρέαζε άμεσα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει και ήταν αναμενόμενη, αφού, ως ήδη εκτέθηκε ήταν ήδη γνωστό ότι επέκειτο η ενσωμάτωση της Οδηγίας MIFID II στο εθνικό δίκαιο της Πολωνίας. Είχε, δε, τη δυνατότητα της άμεσης ενημέρωσης καθώς διέθετε το κατάλληλο προς τούτο προσωπικό και οι σχετικές πληροφορίες για την συγκεκριμένη νομοθετική μεταβολή ήταν προσιτές στους ενδιαφερομένους, ειδικά μάλιστα στην πρώτη εναγόμενη, που δραστηριοποιούταν στο πλαίσιο της άμεσα επηρεαζόμενης από τη νομοθετική μεταβολή αυτή αγοράς. Εξάλλου, μεταξύ της ψήφισης του νόμου και της έναρξης ισχύος του μεσολάβησε εύλογο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός μηνός, επαρκές για την ενημέρωση της πρώτης εναγόμενης, αν οι εκπρόσωποι αυτής επεδείκνυαν τη δέουσα σύνεση και προσοχή, που όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν δεδομένων των ως άνω περιγραφόμενων συνθηκών. Συνεπώς, συντρέχει αμέλεια στο πρόσωπο των εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης αναφορικά με την ανωτέρω περιγραφόμενη αδυναμία εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσής της και ως εκ τούτου αυτή υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης προς την ενάγουσα, που αντιστοιχεί στο διαφέρον εκπληρώσεως (θετικό διαφέρον της σύμβασης) και συγκεκριμένα στην αξία των ένδικων δικαιωμάτων εκπομπής κατά το χρόνο που όφειλε να εκπληρωθεί η παροχή (αφού η ημερομηνία επελεύσεως της αδυναμίας εκπληρώσεως προηγείται της ημερομηνίας εκπληρώσεως), ήτοι στις 27- 04-2018 και όχι κατά την ημερομηνία που γνωστοποιήθηκε η αδυναμία από την πρώτη εναγόμενη. Ακολούθως, η νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 336 και 380 ΑΚ ένσταση της πρώτης εναγόμενης, περί ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η αξία κάθε δικαιώματος εκπομπής αερίων ρύπων ανερχόταν στις 27-04-2018 σε 13,56 ευρώ και συνεπώς η συνολική αξία των 400.000 δικαιωμάτων εκπομπής, τα οποία η πρώτη εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην ενάγουσα, ανερχόταν στο ποσό των 5.424.000 (400.000 EUAs X 13,56 ευρώ) ευρώ, ποσό που θα έπρεπε η ενάγουσα να καταβάλει σε σύμβαση κάλυψης προκειμένου να αποκτήσει τον ίδιο αριθμό δικαιωμάτων εκπομπής. Ως προς τα 380.000 EUAs, η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωσης, καθόσον, ως ήδη εκτέθηκε και έγινε δεκτό ανωτέρω, η αρχικά συναφθείσα σύμβαση πώλησης έληξε χωρίς εκπλήρωση αυτής, χωρίς όμως υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης, αλλά κατόπιν αιτήματος της ενάγουσας για τροποποίηση της σύμβασης, η οποία και έλαβε χώρα, τόσο ως προς τον αριθμό των δικαιωμάτων («όγκο» ως αναφέρεται στη σχετική μετάφραση) όσο και ως προς το χρόνο παράδοσης αυτών και συνεπώς αυτά δεν κατέστησαν αντικείμενο της τροποποιητικής συμφωνίας. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης στην καταβολή προς την ενάγουσα του ποσού των 5.424.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Σημειώνεται ότι το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής δεν μεταβιβάζεται κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λόγω μη ασκηθείσας εφέσεως από την ηττηθείσα ως προς τούτο εναγόμενη, η οποία δεν επαναφέρει την πρωτοδίκως προταθείσα και απορριφθείσα ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ, χωρίς να αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις της και στην απορριφθείσα σχετική αρνητική αναγνωριστική αγωγή της κατά της ενάγουσας (Κ. Οικονόμου, Η Έφεση, άρθρο 524, αρ. 16 και 17). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι η πρώτη εναγόμενη είναι εταιρεία ιδρυθείσα κατά το πολωνικό δίκαιο, που εδρεύει στη Βαρσοβία, ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με τη δεύτερη εναγόμενη και είναι θυγατρική αυτής. Ειδικότερα, ιδρύθηκε το έτος 2012 και είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων ρύπων, όμοιο με της δεύτερης εναγόμενης, η οποία είναι επίσης εταιρεία συσταθείσα κατά το βουλγαρικό δίκαιο και εδρεύει στη........., με αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την εμπορική αντιπροσώπευση και διαμεσολάβηση, την αγορά και πώληση αγαθών και εμπορευμάτων. Η δεύτερη εναγόμενη είχε ως αντικείμενο δράστηριοποίησής της και την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αέριων ρύπων μέχρι τις 16-02-2018, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι αυτή χρησιμοποιεί το νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγόμενης κατά κατάχρηση, ήτοι αντίθετα στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό της έννοιας του νομικού προσώπου, ούτε ότι χρησιμοποίησε αυτό καταχρηστικά κατά την σύναψη και λειτουργία των ένδικων συμβάσεων. Ειδικότερα, η κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρεία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρείες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. Στο χώρο μάλιστα των ομίλων επιχειρήσεων, οι συνθήκες αδιαφάνειας ως προς τη δομή και τη δράση τους συναξιολογείται ως επιμέρους κριτήριο, προς το σκοπό άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Εξάλλου, υποκεφαλαιοδότηση συντρέχει όταν τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας δεν επαρκούν για να ικανοποιήσουν τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν μέσα από το είδος και την έκταση της επιδιωκόμενης και πραγματικής επιχειρηματικής της δραστηριότητάς, αφού ληφθούν υπόψη και οι υπάρχουσες μέθοδοι χρηματοδότησης της εταιρείας και οι ανάγκες αυτής δεν μπορούν επίσης να καλυφθούν με πιστώσεις τρίτων και η εταιρεία χρηματοδοτείται με εμφανώς μικρότερο ποσό από τους μετόχους της, ιδίως τον κυρίαρχο μέτοχο, ο οποίος και διαμορφώνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Από το γεγονός ότι στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων, η μητρική εταιρεία αποτελεί τον κύριο ή αποκλειστικό μέτοχο της θυγατρικής εταιρείας, δεν προκύπτει αυτόματα υποχρέωση της μητρικής εταιρείας να χρηματοδοτεί συνεχώς και χωρίς κανέναν περιορισμό τη θυγατρική εταιρεία, ώστε η τελευταία να παραμένει εσαεί βιώσιμη. Για την προσφυγή στην άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει η ανεπαρκής χρηματοδότηση να συνιστά συμπεριφορά κακόπιστης πρόκλησης βλάβης προς τους θιγέντες εταιρικούς δανειστές. Εν προκειμένω, το γεγονός ότι μεταξύ της πρώτης εναγόμενης, θυγατρικής εταιρείας και της δεύτερης αυτών, μητρικής εταιρείας υπάρχει κοινό συμφέρον και παρόμοιο αντικείμενο δράστηριοποίησης, καθώς και το ότι μεταξύ των εταιρειών αυτών συνάπτονται συμφωνίες στο πλαίσιο ανάπτυξης της δραστηριότητάς τους και ότι οι εκπρόσωποι της μίας εξ αυτών είναι εταίροι ή μέλη του διοικητικού συμβουλίου της έτερης, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει κατάχρηση του νομικού προσώπου της πρώτης εναγόμενης, αφού τούτου συνιστά συνήθη πρακτική στη λειτουργία της αγοράς. Κατάχρηση του νομικού προσώπου δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί ούτε από το γεγονός ότι η τρίτη εναγόμενη, εκπρόσωπος της πρώτης αυτών, διατηρεί το γραφείο της στην έδρα της δεύτερης εναγόμενης, όπου και λαμβάνει την αλληλογραφία που αφορά στην πρώτη εναγόμενη, καθόσον η εν λόγω εναγόμενη είναι βουλγαρικής υπηκοότητας, κάτοικος Βουλγαρίας και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης εναγόμενης. Επιπλέον, δεν αποδείχτηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη είναι η μοναδική ή έχουσα την πλειοψηφία εταίρος της πρώτης εναγόμενης, ούτε ότι η χρηματοδότηση της πρώτης εναγόμενης προέρχεται αποκλειστικά από τη δεύτερη εναγόμενη ή ότι είναι υποχρηματοδοτούμενη. Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη έχει συνάψει αυτοτελώς σύμβαση με λογιστική εταιρεία για την εξυπηρέτηση των αντίστοιχων αναγκών της (βλ. την από 22-11-2017 σύμβαση μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της λογιστικής εταιρείας «ΤΡΑ-ΕΠΕ»), έχει μισθώσει εγκαταστάσεις στην Βαρσοβία, όπου είναι και η έδρα της (βλ. τις από 18-11-2014, 01-10-2015, 18-10-2016 και 27-06-2017 συμβάσεις μίσθωσης), απασχολεί δικό της προσωπικό (βλ. τις προσκομιζόμενες συμβάσεις εργασίας και καταστάσεις μισθοδοσίας) και έχει δικό της πελατολόγιο, έχοντας συνάψει συμβάσεις με πολωνικές αλλά και αλλοδαπές εταιρείες στον τομέα της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής αερίων ρύπων. Παρουσιάζει, επίσης σημαντικό κύκλο εργασιών, δημοσιεύει τις αναγκαίες οικονομικές καταστάσεις, χωρίς να εμφανίζει ζημίες ή έλλειψη κεφαλαίων, αλλά ούτε και οφειλές προς τρίτους. Αμφότερες οι πρώτη και δεύτερη των εναγομένων διατηρούν λογαριασμούς στην Εμπορική Τράπεζα της ......., πλην όμως η πρώτη εναγόμενη διατηρεί τους λογαριασμούς υπό την επωνυμία της, χωρίς να είναι συνδικαιούχος σε αυτούς η δεύτερη εναγόμενη και δεν εμφανίζονται ως ενιαία εταιρεία. Από τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν προκύπτει ότι υφίσταται σύγχυση των περιουσιών των δύο εταιρειών, ούτε χρησιμοποίηση από τη δεύτερη εναγόμενη μητρική εταιρεία της περιουσίας της πρώτης εναγόμενης θυγατρικής εταιρείας για τις δικές της (της μητρικής) δραστηριότητες ή αντιστρόφως, ούτε ότι επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των δανειστών της έτερης εταιρείας, ούτε ότι η μητρική εταιρεία συναλλάχθηκε υπό την επωνυμία της θυγατρικής για δικό της (της μητρικής) όφελος, καθώς τα δικαιώματα μεταβιβάστηκαν σε λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης και το τίμημα καταβλήθηκε από αυτή, ενώ και το τίμημα της δεύτερης πώλησης (επαναγοράς) καταβλήθηκε σε λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης. Κατά κύριο, όμως, λόγο, όπως προκύπτει από το από 22-01-2018 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της τρίτης εναγόμενης …….., προς την ενεργούσα για λογαριασμό της ενάγουσας .........., η πρώτη θέτει το ζήτημα της ενσωμάτωσης της Οδηγίας MIFIDII και το αν έχει αυτή ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο, ενημερώνοντας αφενός ότι δεν έχει τεθεί σε ισχύ στη ........., αλλά και ότι και μετά την εφαρμογή της οι συναλλαγές σε άνθρακα θα γίνονται μέσω αδειοδοτημένου μεσίτη, με τον οποίο έχουν συμφωνία προς εκτέλεση. Ενημερώνει, δε, με το ίδιο μήνυμα ότι οι ίδιοι θα συντονίσουν την όλη συμφωνία και η ενάγουσα θα λάβει μετρητά από την πώληση spot από τους ίδιους και η ενάγουσα θα καταβάλει το κόστος του δικαιώματος προαίρεσης στο μεσίτη, που θα είναι ο υπογράφων την σύμβαση. Στις 13-02-2018 η τρίτη εναγόμενη σε σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ζητά από την ............. να συνομιλήσουν τηλεφωνικά για τις αλλαγές και τις συνέπειες της οδηγίας MIFID II και στις 21-02-2018 σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τη ………., εκφράζει τη χαρά της για την επιβεβαίωση της κατάρτισης της σύμβασης επαναγοράς, αναφέροντας ότι μπορούν να παρατείνουν την περίοδο για την επαναγορά μέχρι τα τέλη Απριλίου εάν η ενάγουσα το επιθυμεί, σε σχέση με την προθεσμία συμμόρφωσης και στο ίδιο μήνυμα αναφέρει ότι μπορούν να κάνουν την συναλλαγή μέσω της θυγατρικής τους στην Πολωνία, στέλνοντας τον αριθμό μητρώου, έτσι ώστε να τον προσθέσει η ενάγουσα ως αξιόπιστο το συντομότερο δυνατό. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η τρίτη εναγόμενη θέτει το ζήτημα της ενσωμάτωσης της οδηγίας, προτείνοντας αρχικά τη διενέργεια της συναλλαγής μέσω αδειοδοτημένου μεσίτη, ενώ τελικά συμφωνήθηκε η συναλλαγή να γίνει με την πρώτη εναγόμενη, προδήλως για να αποφευχθεί ενδεχόμενο κώλυμα διενέργειας της συναλλαγής από τη δεύτερη εναγόμενη, λόγω της επικείμενης ενσωμάτωσης της οδηγίας στο εθνικό (βουλγαρικό) δίκαιο. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει ότι η σύναψη των ένδικων συμβάσεων έλαβε χώρα μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, κατά κατάχρηση της λειτουργίας του εταιρικού θεσμού, προκειμένου να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης και για την καταστρατήγηση του νόμου αλλά ούτε και για να προκαλέσει με δόλο ζημία στην ενάγουσα (ΑΠ 311/2024, ΤρΝομΠλ Νόμος), αλλά αντιθέτως, η σύναψη της σύμβασης με τη θυγατρική της δεύτερης εναγόμενης εταιρεία (πρώτη εναγόμενη), προτάθηκε και έγινε αποδεκτή για την εξυπηρέτηση της σύμβασης και για την αποφυγή παράβασης των επικείμενων αλλαγών με την ενσωμάτωση της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο της ........, ενώ ήδη είχε αρχικά προταθεί και η λύση της διενέργειας της συναλλαγής μέσω αδειοδοτημένου μεσίτη. Εκ των ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται κατάχρηση της λειτουργίας του εταιρικού θεσμού της πρώτης εναγόμενης και συνακόλουθα δεν συντρέχει περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης εναγόμενης με περαιτέρω συνέπεια να μην επεκτείνεται η ευθύνη της πρώτης εναγόμενης και στη δεύτερη αυτών, απορριπτομένης της αγωγής ως προς αυτή (δεύτερη εναγόμενη) ως ουσιαστικά αβάσιμης, κατά την αγωγική βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι η τρίτη και τέταρτος των εναγόμενων παρέστησαν στους νόμιμους εκπροσώπους της ενάγουσας ψευδή γεγονότα ως αληθή, ούτε ότι απέκρυψαν γεγονότα τα οποία όφειλαν να αποκαλύψουν. Ειδικότερα, ως προς τον τέταρτο των εναγόμενων, δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανάμειξή του στις διαπραγματεύσεις, συνεννοήσεις και εν γένει στην επικοινωνία για την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων. Όλες οι επικοινωνίες έλαβαν χώρα μεταξύ της τρίτης εναγόμενης, που ήταν κατά το χρόνο εκείνο νόμιμη εκπρόσωπος μόνο της πρώτης εναγόμενης και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης εναγόμενης και των εκπροσώπων και υπαλλήλων της ενάγουσας. Κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης- πλαίσιο αλλά και των ένδικων συμβάσεων πώλησης και επαναγοράς, ως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, το ζήτημα της ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών της Πολωνίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας της Οδηγίας ΜΙFID II, συζητήθηκε ως κρίσιμο ζήτημα για την επίτευξη της συμφωνίας και αναφορικά με την επιλογή του αντισυμβαλλόμενου της ενάγουσας για τις συναλλαγές, στις οποίες αυτή επιθυμούσε να προβεί, αφού είχε καταστεί γνωστό ότι η δεύτερη εναγόμενη δεν θα μπορούσε, ελλείψει σχετικής κατά νόμο άδειας, να προβεί στις εν λόγω συναλλαγές, εφόσον αναμενόταν σε σύντομο χρόνο η ενσωμάτωση της εν λόγω Οδηγίας στο βουλγαρικό δίκαιο. Για το λόγο αυτό, άλλωστε δεν καταρτίσθηκε η ένδικη σύμβαση με τη δεύτερη εναγόμενη αλλά επελέγη η πρώτη εναγόμενη πολωνική εταιρεία για τη σύναψη της σύμβασης, επειδή τα μέρη ανέμεναν να καθυστερήσει η ενσωμάτωση της Οδηγίας στο πολωνικό δίκαιο σε σχέση με το βουλγαρικό δίκαιο και δεν οφειλόταν η εν λόγω επιλογή σε ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της τρίτης εναγόμενης. Άλλωστε η ενάγουσα, μετά από προτροπή της τρίτης εναγόμενης, προέβη σε σχετική έρευνα για τα ισχύοντα τόσο στο ελληνικό δίκαιο όσο και στο δίκαιο των άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έλαβε συμβουλή αναφορικά με τους περιορισμούς, που θα έθετε η ενσωμάτωση της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εκάστου κράτους αναφορικά με τη δυνατότητα των εταιρειών να διενεργούν τις ένδικες συναλλαγές. Η δε, δήλωση της πρώτης εναγόμενης στην ένδικη σύμβαση (δια των νομίμων εκπροσώπων της) ότι έχει την τεχνική δυνατότητα να εκτελέσει την συμφωνηθείσα συναλλαγή δεν έχει την έννοια ότι η εταιρεία κατείχε σχετική άδεια (η οποία εξάλλου δεν προβλεπόταν κατά το πολωνικό δίκαιο στο οποίο υπαγόταν για τις υπηρεσίες που παρείχε), αλλά η σχετική διαβεβαίωση αναφερόταν στη δυνατότητα της εταιρείας να κατέχει λογαριασμό στο «Μητρώο Εκπομπών Αερίων», που να έχει εγκριθεί ως αξιόπιστος λογαριασμός του λειτουργικού λογαριασμού της ενάγουσας, τον οποίο δεν αμφισβητείται ότι κατείχε κατά τη σύναψη των συμβάσεων, αφού άλλωστε η πρώτη εναγόμενη καταχωρήθηκε από την ενάγουσα ως αξιόπιστη προμηθευτής στο εν λόγω Μητρώο και εκτελέστηκε προσηκόντως η πρώτη χρονικά σύμβαση πώλησης. Περαιτέρω, η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από την πρώτη εναγόμενη στην ενάγουσα, δεν απαγορευόταν κατά το χρόνο σύναψης των ένδικων συμβάσεων, καθώς δεν υπαγόταν αυτή στις διατάξεις του Ν. 4514/2018, αφού δεν παρείχε τις υπηρεσίες αυτές μέσω υποκαταστήματος της ή αντιπροσώπου της με έδρα την Ελλάδα, ως ορίζεται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού στο άρθρο 2 παρ. 1 και 2. Ούτε αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι έδρασαν από κοινού έχοντας εξ αρχής σκοπό να μην εκτελέσουν την σύμβαση πώλησης των ένδικων δικαιωμάτων στην ενάγουσα, αλλά αντίθετα η συνεργασία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών στο πρώτο σκέλος της μεταξύ τους συμφωνίας αναφορικά με την πώληση εκ μέρους της ενάγουσας των ένδικων δικαιωμάτων εκτελέστηκε προσηκόντως και καταβλήθηκε το συμφωνηθέν για την πώληση τίμημα, ενώ η πρώτη εναγόμενη κατάφερε να μεταβιβάσει ποσότητα 20.000 ΕuAs, έστω και εκπρόθεσμα. Επίσης, η αρχικά συμφωνηθείσα ημερομηνία εκπλήρωσης της αναληφθείσας από την πρώτη εναγόμενη υποχρέωσης πώλησης και μεταβίβασης των δικαιωμάτων εκπομπής αερίων ρύπων ήταν προγενέστερη της νομοθετικής μεταβολής και η τροποποίηση αυτής έλαβε χώρα με πρωτοβουλία της ενάγουσας. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι επεδίωξαν την καθυστέρηση στην εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής τους, ώστε να καταληφθεί η σύμβαση από τη νομοθετική μεταβολή και να προβάλουν το γεγονός αυτό ως δικαιολογία, για εκ των προτέρων ληφθείσα απόφασή τους για μη εκτέλεση της σύμβασης, αφού άλλωστε αποτέλεσε περιεχόμενο της συμφωνίας ότι η πρώτη εναγόμενη θα μεταβίβαζε τα δικαιώματα περαιτέρω και θα τα αγόραζε από τη δευτερογενή αγορά, ώστε να τα μεταβιβάσει εν συνεχεία στην ενάγουσα. Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί ούτε το αδίκημα της υπεξαίρεσης των ένδικων δικαιωμάτων από την πρώτη εναγόμενη, αφού αυτά δεν παραδόθηκαν μόνο κατά το δικαίωμα της κατοχής από την ενάγουσα, αλλά μεταβιβάστηκαν σε αυτή κατά το δικαίωμα της κυριότητας, απορριπτομένης της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης ως προς την κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενη βάση περί αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγόμενων. Απορριπτέα, ως μη νόμιμη είναι η αγωγή και κατά την κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενη βάση αυτής, περί απόδοσης του πλουτισμού της πρώτης εναγόμενης (είτε αυτούσια είτε της αξίας των δικαιωμάτων εκπομπής αερίων ρύπων) ως αδικαιολόγητου, λόγω ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων για την πώληση και επαναγορά των δικαιωμάτων εκπομπής αερίων ρύπων, ως απαγορευμένων να διενεργηθούν από την πρώτη εναγόμενη δυνάμει του Ν. 4514/2018. Τούτο, διότι το πεδίο εφαρμογής του τεθέντος σε ισχύ στις 30-01-2018 Ν. 4514/2018 (ΦΕΚ Α18), με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2014/65/ΕΕ, δεν καταλάμβανε την πρώτη εναγόμενη και τις ένδικες συμβάσεις μόνο εκ του λόγου ότι η μία εκ των συμβαλλομένων-ενάγουσα έχει την έδρα της στην Ελλάδα, εφόσον η παρέχουσα την υπηρεσία πρώτη εναγόμενη δεν είχε εγκατάσταση στην Ελλάδα, ούτε διατηρούσε υποκατάστημα στην Ελλάδα, αλλά ούτε παρείχε υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω συνδεδεμένου αντιπροσώπου της. Σε κάθε περίπτωση ο Ν. 4514/2018, για την περίπτωση παράβασής του, προβλέπει την επιβολή διοικητικών και ποινικών κυρώσεων σε βάρος των διαχειριστών του νομικού προσώπου που προβαίνει σε παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα, χωρίς όμως να διαλαμβάνεται πρόβλεψη για ακυρότητα των συναφθεισών κατά παράβασή του συμβάσεων, λαμβανομένου υπόψη του ότι η καθεαυτή συμφωνηθείσα παροχή (μεταβίβαση δικαιωμάτων εκπομπής αερίων ρύπων) δεν αντίκειται στο νόμο. Επιπλέον, η πρώτη εναγόμενη κατά το χρόνο σύναψης των ένδικων συμβάσεων διενεργούσε νόμιμα συναλλαγές με το συγκεκριμένο αντικείμενο, αφού στην Πολωνία, όπου έχει και την έδρα της, δεν απαιτούταν άδεια προς τούτο, δεδομένου ότι τα δικαιώματα εκπομπής ρύπων δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων κατά το δίκαιο της Πολωνίας (Νικολόπουλος σε Απ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, 2η έκδοση, τόμος I, άρθρο 174, Ιωαν. Κατράς, Αγωγές, Αιτήσεις και Ενστάσεις Γενικών Αρχών Αστικού Κώδικα, παρ. 35, αρ. 6). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμη και να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη, κατά την αγωγική βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης (περί υπαίτιας αδυναμίας παροχής) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.424.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Εφόσον η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε, όμοια με τα παραπάνω και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη, έστω και με εν μέρει διαφορετική και συνοπτική αιτιολογία αλλά και σιωπηρά, η οποία αντικαθίσταται και συμπληρώνεται δια της παρούσας αντίστοιχα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης (δεύτερος, τρίτος και τέταρτος) που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντας άλλου λόγου εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της και, λόγω της ολικής ήττας της εκκαλούσας, να διαταχθεί να εισαχθεί το, κατατεθέν από αυτήν, κατά την άσκηση της εφέσεώς της, παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της υπ’ αριθμόν 2399/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου της εφέσεως στο δημόσιο ταμείο.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στις 22-5-2025 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 9/7/2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]