ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 36412/2025

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Ουρανία Καλατζαντωνάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ελευθερία Παρδάλη, Πρωτόδικη, Μαρία Τσέπη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια και την Γραμματέα Αλεξάνδρα Σαμψωνίδου

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 27η Σεπτεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……. Ο.Ε.», η οποία εδρεύει στο ….., οδός …. αρ. …., με ΑΦΜ ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ….., κατοίκου …., οδός ….., με Α.Φ.Μ. …., 3) ….., κατοίκου ….., οδός …., με ΑΦΜ …., 4) ….., κατοίκου …., οδός …., με ΑΦΜ …., 5) ….., κατοίκου ….., οδός …., με ΑΦΜ …., 6) …., κατοίκου ….., οδός ….., με ΑΦΜ …., 7) ….., κατοίκου …., οδός ….., με ΑΦΜ …., 8) ……, κατοίκου ….., οδός ….., με ΑΦΜ …., 9) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Ν…..Ο.Ε.», η οποία εδρεύει στο ….., οδός ……, με ΑΦΜ …… και εκπροσωπείται νόμιμα, 10) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……Ο.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «….. Ο.Ε.», η οποία εδρεύει στο ……, οδός ….., με ΑΦΜ …… και εκπροσωπείται νόμιμα ΚΑΙ 11) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…… Ο.Ε.», που παραστάθηκαν δια της δικαστικής τους πληρεξούσιας Σοφίας Κουτρότσιου του Ιωάννη, δικηγόρου και κατοίκου ….. (οδός …..), μέλος του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΑΜΔΣΘ …..) και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και το διακριτικό τίτλο «…..», που εδρεύει στο Δήμο ….. (με αριθμ. ΓΕΜΗ ….. και ΑΦΜ ….. της ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «….. » (…… ...), που εδρεύει στο …… Ιρλανδίας με αρ. μητρώου ……. και δ/νση 3 ….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …. Α.Ε.» με έδρα στην Αθήνα [ΑΦΜ …), στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …. Ανώνυμος Εταιρεία» που εδρεύει στην Αθήνα, Αμερικής 4, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με αριθ. ΓΕΜΗ … και ΑΦΜ …. ΔΟΥ ΦΑΕ …., κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από τα άρθρα 10 και 14 του ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευμένης σε περίληψη με αριθμό πρωτόκολλου ....../17-3- 2021 στον τόμο 12 και με αριθμό 52, στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών βιβλία του ν. 2844/2000, που παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια της δικαστικής της πληρεξούσιας, Α..., δικηγόρου και κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός .......), μέλος του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΑΜΔΣΘ …..) και κατέθεσε προτάσεις.

Οι ανακόπτοντες και ήδη καλούντες άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 15-9-2021 ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2021 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικώς κατά τη δικάσιμο της 11-3-2022, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 11ης-11-2022 και κατόπιν νέας αναβολής εκ του πινακίου για την δικάσιμο της 10ης-3-2023, οπότε και δεν εκφωνήθηκε. Η ως άνω ανακοπή φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση με την από 17-3-2023 κλήση των ανακοπτόντων και ήδη καλούντων, το δικόγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2023 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικώς κατά τη δικάσιμο της 22ας-9-2023, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8ης-3-2024 και κατόπιν νέας αναβολής εκ του πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με σκοπό την παραδοχή της και την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν επί της έδρας.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη από 17-3-2023 (αριθμ. έκθεσης κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2023) κλήση της καλούσας - καθ' ης η ανακοπή νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 15-9-2021 (αριθμ. έκθεσης κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2021) ανακοπή των καλούντων - ανακοπτόντων, η οποία δεν εκφωνήθηκε εκ του πινακίου κατά τη δικάσιμο της 10ης-3- 2023.

Με την υπό κρίση ανακοπή τους, οι ανακόπτοντες ζητούν, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στο δικόγραφο λόγους, την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ....../16-6-2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στη δικαιούχο της απαίτησης εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…… » εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 500.000 ευρώ, το οποίο αποτελεί μέρος της συνολικής απαίτησής της, για το οποίο ρητά επιφυλάχθηκε η καθ'ης ανακοπή, πλέον τόκων υπερημερίας, υπολογιζομένων με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, από 9-12-2020 μέχρι την πλήρη εξόφληση, με τον ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο, σύμφωνα με τη σύμβαση και τον νόμο, όπως και το ποσό των 10.500,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη, καθώς επίσης και να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης. Η κρινόμενη ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. ……/2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αρμοδίως εισάγεται για να δικασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 παρ. 2, 18, 632 παρ. 1, 584 ΚΠολΔ) και να συζητηθεί κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 632 παρ. 2 εδ. β’, 614 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους ανακόπτοντες την 10-8-2021 (βλ. τις υπ’ αριθμ. …., …., ……, …, ….., …., …., …..,’ ….. και ……. 10-8-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …….). Η δε κρινόμενη ανακοπή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 17-9-2021 και επιδόθηκε την 21-9-2019 στην δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής (βλ. την υπ’ αριθμ. …. 21-9-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ……., που προσκομίζεται από τους ανακόπτοντες). Συνεπώς, η ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ασκήθηκε εντός της ταχθείσας από το ίδιο άρθρο προθεσμίας των δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αφού στην προθεσμία αυτή δεν υπολογίζονται οι Κυριακές, οι λοιπές αργίες, καθώς και τα Σάββατα, που μεσολαβούν, τα οποία δεν θεωρούνται ως εργάσιμες ημέρες, καθώς επίσης και το διάστημα από 1-31 Αυγούστου, σύμφωνα με το άρθρ. 147 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, η ανακοπή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 § 2 και 3, στοιχ. γ', 630 στοιχ. γ' και 631 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί μόνον εκτελεστό τίτλο και δεν τυγχάνει δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη πλήρους αιτιολογικού, αρκεί πλην άλλων στοιχείων, να εμπεριέχει απλώς την αιτία της πληρωμής, ήτοι να προσδιορίζεται έστω και συνοπτικώς το είδος της δικαιοπραξίας από την οποία απορρέει η απαίτηση, δίχως να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την αιτία της πληρωμής και δεν απαιτείται να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συνιστούν την αιτία. Επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε βάσει οριστικού καταλοίπου από σύμβαση αλληλόχρεου ή ανοικτού λογαριασμού ή σύμβαση έκδοσης πιστωτικού δελτίου ή δανειακή σύμβαση, που καταρτίστηκε με τράπεζα, αρκεί να αναφέρεται συνοπτικώς ότι το διατασσόμενο χρηματικό ποσό τυγχάνει το χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του οφειλέτη, δίχως να απαιτείται η πλήρης αναφορά της κίνησης των χρεωπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού κίνησης της σύμβασης. Αντιστοίχως, στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής αρκεί να αναφέρεται η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, η συμφωνία περί αναγωγής των βιβλίων της τραπέζης σε έγγραφο αποδείξεως της απαίτησης και του ύψους αυτής, το οριστικό κλείσιμο ή η καταγγελία της σύμβασης και το ύψος του οριστικού καταλοίπου, καθώς και το απόσπασμα κίνησης του λογαριασμού από την έναρξη του ή από την τελευταία αναγνώριση έως το οριστικό κλείσιμο, δίχως να είναι ανάγκη να εμπεριέχονται στο περιεχόμενο της αίτησης τα επιμέρους κονδύλια χρεοπιστώσεων του λογαριασμού κίνησης, εφόσον αυτά εκτίθενται στο συνημμένο επί της αίτησης αντίγραφο ή απόσπασμα του λογαριασμού, ανεξαρτήτως του ότι ο αιτούμενος την έκδοση της διαταγής πληρωμής δύναται να επιδιώξει μέρος μόνον της χρηματικής απαίτησης ή μέρος μόνον των τόκων, δίχως να απαιτείται αιτιολογία για αυτή την επιλογή (ΑΠ 1512/2006, ΑΠ 192/2005, ΕλλΔ/νη 47.1650 και 458, ΕφΑΘ 415/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 854/2021 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η παράθεση όλων των χρεωπιστωτικών κονδυλίων του αλληλόχρεου λογαριασμού δεν είναι αναγκαία, όταν ο πιστούχος έχει αναγνωρίσει καθ' οιονδήποτε τρόπο το προσωρινό υπόλοιπο του λογαριασμού (ΕφΑΘ 415/2025 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και το άρθρο 47 παρ. 2 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 η τράπεζα δικαιούται να κλείσει τον αλληλόχρεο λογαριασμό οποτεδήποτε θελήσει. Σε περίπτωση δε, που κατά το περιοδικό ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού αναγνωρίστηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό υπόλοιπο, που προέκυψε από το περιοδικό κλείσιμο, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε και παράθεση στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού καταλοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο στην οποία αναφέρεται ούτε προσκομιδή εγγράφων για το προγενέστερο διάστημα, πλην της έγγραφης αναγνώρισης (ΑΠ 1281/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1437/2014, ΧρΙΔ 2015/211, ΑΠ 1850/2011, ΧρημΔικ 2012/269). Με αναγνώριση δε, του καταλοίπου κάποιας περιόδου ισοδυναμεί και η πλασματική αναγνώριση που επέρχεται σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας των διαδίκων μερών με την παρέλευση της προθεσμίας που θέτει η τράπεζα στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να προβάλει αντιρρήσεις κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου. Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία, ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού (βλ. ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 621/2018 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Αυτός δε, φέρει το βάρος απόδειξης των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012 ΝΟΜΟΣ), ενώ αν τέτοια συμφωνία συνοδεύεται και από τον επιπρόσθετο όρο ότι ο πιστούχος δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των αποσπασμάτων, τότε άκυρη είναι όχι ολόκληρη η συμφωνία αλλά μόνο ο συγκεκριμένος όρος (ΑΠ 370/2012, ΕΕμπΔ 2012/661, ΑΠ 909/2010, Αρμ 2011/1842]. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού της πίστωσης και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθ’ ου η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της απούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων και να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας, η απαίτηση δε. είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 368/2019 ο.π., ΑΠ 1349/2013 ΝΟΜΟΣ). Το χαρακτήρα τέλος σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, που κινείται με διαδοχικές αναλήψεις της πίστωσης από τον πιστούχο της τράπεζας και τμηματικές αποδόσεις αυτού, οπότε οφείλεται με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επιμέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων, που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο (ΑΠ 1227/2006, ΔΕΕ 2007/61, ΕφΑΘ 415/2025 ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 630 στοιχ. ε’ ΚΠολΔ η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην των άλλων στοιχείων, και το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί. Η αναφορά αυτή απαιτείται για το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και αποτελεί κατ’ άρθρο 916 ΚΠολΔ προϋπόθεση της εκτελεστότητας αυτής (ΑΠ 196/2020 ΝΟΜΟΣ).

Οι ανακόπτοντες με το πρώτο (α’) σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής τους, ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, διότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος είναι μη εκκαθαρισμένη. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι σύμφωνα με όσα προβλέφθηκαν με ρητό όρο της από 17-1-2005 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, τα οποία αναφέρονται στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και εκτίθενται ειδικότερα στο δικόγραφο της ανακοπής τους, το ύψος του επιτοκίου της σύμβασης προσδιορίστηκε όλως αορίστως, καθώς ο τρόπος καθορισμού του είναι εξαιρετικά δυσνόητος, ασαφής και πλήρως αόριστος. Ότι τούτο έχει ως αποτέλεσμα να είναι ουσιαστικά αδύνατος ο καθορισμός του επιτοκίου που εφαρμόσθηκε στη σύμβαση το χρονικό διάστημα από την 17-1-2005 έως την 27-10-2008, οπότε και συνήφθη πρόσθετη πράξη τροποποίησης τα σύμβασης πίστωσης, με την οποία τροποποιήθηκε ο όρος 2.1 περί υπολογισμού του επιτοκίου, γεγονός που καθιστά την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος ανεκκαθάριστη, αφού είναι αδύνατο να ευρεθεί το ύψος των τόκων που υπολογίστηκαν για την περίοδο από 17-1- 2005 έως 27-10-2008, βάσει του ανωτέρω αορίστως καθορισθέντος επιτοκίου, οι οποίοι εν συνεχεία κεφαλοποιήθηκαν και ανατοκίσθηκαν. Με αυτό το περιεχόμενο, ο λόγος αυτός της ανακοπής τυγχάνει νομικά αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη, για το εκκαθαρισμένο της απαίτησης δεν απαιτείται να αναφέρεται το ύψος του επιτοκίου που εφαρμόσθηκε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης πίστωσης, δοθέντος ότι δεν αποτελεί υποχρεωτικό περιεχόμενο ούτε της αίτησης ούτε της διαταγής πληρωμής, αλλά επαφίεται στον ανακόπτοντα να αμφισβητήσει συγκεκριμένο κονδύλια που τυχόν έχει εισαχθεί παρατύπως στον αλληλόχρεο λογαριασμό (που εν προκειμένω, σημειωτέον, οι ανακόπτοντες ουδόλως πράττουν), στην οποία αρκεί να αναφέρεται το ακριβές ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί και ότι το διατασσόμενο χρηματικό ποσό τυγχάνει το χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του οφειλέτη, δίχως να απαιτείται η πλήρης αναφορά της κίνησης των χρεοπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού κίνησης της σύμβασης, ούτε τα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν κατά καιρούς από την τράπεζα για τον υπολογισμό των τόκων, ούτε όμως απαιτείται η ανάλυση της ακριβούς προέλευσης του επιτασσόμενου ποσού, το πώς δηλαδή αυτό προέκυψε ως χρεωστικό υπόλοιπο, εφ’ όσον η ανάλυση αυτή προκύπτει από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος και ως ουσία αβάσιμος, καθώς όπως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και αποδεικνύεται και από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, η πιστούχος εταιρεία με την επωνυμία «….. Ο.Ε.» - πρώτη των ανακοπτόντων με τη με ημερομηνία 5-8-2016 επιστολή - σύμφωνο αναγνώρισης χρέους, που υπέγραψε δια του νομίμου εκπροσώπου της, αναγνώρισε ρητά και ανεπιφύλακτα τα υπόλοιπα του τηρούμενου στα πλαίσια της σύμβασης πίστωσης υπ' αριθμ. ….. και ενήμερου λογαριασμού που κινούνταν από την έναρξη της πίστωσης μέχρι την 30-06-2016, η δε αναγνώριση αυτή δεσμεύει βάσει ρητού όρου της σύμβασης και τους εγγυητές - λοιπούς ανακόπτοντες, με αποτέλεσμα να μην τίθεται κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη ζήτημα ανεκκαθάριστου της απαίτησης για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση του προσωρινού καταλοίπου του τηρηθέντος λογαριασμού, ενώ αναφορικά με τον υπ’ αριθμ. …….. ενήμερο λογαριασμό που κινήθηκε στο πλαίσιο της επίδικης πίστωσης, αυτός κινήθηκε από την 5-8-2016 και εντεύθεν, με πρώτη εγγραφή σ’ αυτόν την ημερομηνία αυτή, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των ανακοπτόντων. Εξάλλου, στην επίμαχη από 17-1-2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και συγκεκριμένα στον όρο 2 αυτής, ορίστηκε με τρόπο σαφή το επιτόκιο της πίστωσης και συγκεκριμένα ορίστηκε ότι: Η πίστωση συμφωνήθηκε έντοκη με ετήσιο επιτόκιο κυμαινόμενο, αποτελούμενο από το βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων της Τράπεζας (ή το Προνομιακό, που μπορεί να συμφωνείται μόνο αν η πίστωση έχει χορηγηθεί σε ευρώ), πλέον του Περιθωρίου, πλέον της εισφοράς του ν. 128/75 (0,6%). Το βασικό και το Προνομιακό Επιτόκιο Χορηγήσεων της Τράπεζας είναι αυτό που γνωστοποιείται κάθε φορά από την Τράπεζα και δημοσιεύεται στον Τύπο, του οποίου έλαβαν γνώση η πιστούχος και οι εγγυητές. Το περιθώριο είναι η ποσοστιαία προσαύξηση ή μείωση του Προνομιακού Επιτοκίου, που συμφωνήθηκε με τη σύμβαση να ανέρχεται σε 0,25%. Εφόσον η πίστωση ή τμήμα αυτής χορηγείται σε Ευρώ, συμφωνείται ότι θα ισχύει το Προνομιακό Επιτόκιο Χορηγήσεων (όρος 2.1). Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η αυξομείωση του βασικού ή Προνομιακού Επιτοκίου της Τράπεζας θα γίνεται για εύλογη αιτία, ανάλογα με τις συνθήκες της χρηματαγοράς και το κόστος του χρήματος για την Τράπεζα, και θα γνωστοποιείται στην πιστούχο με δημοσίευσή του στον Τύπο ή με άλλο πρόσφορο τρόπο, θα ισχύει δε από την ημερομηνία της δημοσίευσης αυτής. Επίσης η Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα, λαμβάνουσα υπόψη τα εκάστοτε οικονομικά στοιχεία της πιστούχου, την αποδοτικότητα της ευρύτερης μ' αυτήν συνεργασίας και το σύνολο των ληφθεισών εξασφαλίσεων, να αυξομειώνει το περιθώριο, με γνωστοποίηση της μεταβολής εγγράφως στην πιστούχο. Σε περίπτωση οποιοσδήποτε αλλαγής του Βασικού ή Προνομιακού Επιτοκίου ή του περιθωρίου, η πιστούχος έχει το δικαίωμα να μην την αποδεχθεί, οπότε θα πρέπει να ζητήσει εγγράφως το κλείσιμο του λογαριασμού και να εξοφλήσει στο σύνολό της την πίστωση, εντός διαστήματος ενός μηνός από την γνωστοποίηση κάθε παραπάνω αλλαγής. Διαφορετικά θα τεκμαίρεται ότι αποδέχθηκε το νέο επιτόκιο και το περιθώριο, η δε αποδοχή αυτή θα δεσμεύει και τους εγγυητές (όρος 2.2). Η καταβολή των τόκων συμφωνήθηκε να γίνεται ανά τρίμηνο, ήτοι την 31η Μαρτίου, 30η Ιουνίου, 30η Σεπτεμβρίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, όταν επέρχεται και το περιοδικό, ανά τρίμηνο, κλείσιμο του Λογαριασμού, σύμφωνα με τον όρο 6.1 της σύμβασης. Εάν κατά τις παραπάνω ημερομηνίες δεν καταβληθεί ο οφειλόμένος τόκος και τα έξοδα, ανεξάρτητα των λοιπών συνεπειών από την καθυστέρηση, τα σχετικά ποσά χρεώνονται στο λογαριασμό, κεφαλαιοποιούνται και ανατοκίζονται, έστω και αν από την τοιαύτη χρέωση παράγεται ποσό το οποίο υπερβαίνει την πίστωση. Η δε πιστούχος χρεώνεται για τα σε καθυστέρηση ποσά χωρίς άλλη όχληση και αυτοδίκαια, με τόκο υπολογιζόμενο με επιτόκιο υπερημερίας ανερχόμενο (σήμερα) σε 2,5 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από το εκάστοτε ισχύον συνολικό επιτόκιο, στους δε οφειλόμενους τόκους θα γίνεται ανατοκισμός όπως προβλέπεται κατά νόμο, δηλαδή σήμερα ανά εξάμηνο (όρος 2.4). Από τα ανωτέρω, προκύπτει, λοιπόν, εμφανώς το επιτόκιο της σύμβασης, το οποίο καθορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στην εν λόγω σύμβαση πίστωσης, αποτέλεσε αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης, ενώ το ποσοστό που εφαρμόστηκε κατά την έναρξη της σύμβασης, καθώς και η μεταβολή του, ήταν γνωστά στους ανακόπτοντες, όπως και ο τρόπος που καθορίστηκε η μεταβολή του συμφωνηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου, η οποία συνδέθηκε με αντικειμενικούς παράγοντες, όπως με κριτήριο τις συνθήκες της αγοράς, που δικαιολογούν τη συμβατική ρύθμιση της μονομερούς διαμόρφωσης του επιτοκίου από την τράπεζα (ΑΠ 919/2021, ΜΕφΑθ 3961/2022 ΝΟΜΟΣ) και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ανακόπτοντες θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

Περαιτέρω, οι ανακόπτοντες με το δεύτερο (β’) σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής τους, ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, διότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος είναι μη εκκαθαρισμένη. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι με την από 21-1-2009 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία μεταβλήθηκε το επιτόκιο της σύμβασης και δη η βάση υπολογισμού αυτού μόνο για μέρος της πίστωσης ύψους 800.000 ευρώ (από το συνολικό όριο πίστωσης των 3.650.000 ευρώ) από αυτήν του διατραπεζικού επιτοκίου Euribor σε αυτήν του προνομιακού επιτοκίου χορηγήσεων, ήτοι αυτού που γνωστοποιείται κάθε φορά από την Τράπεζα και δημοσιεύεται στον τύπο, καθώς και με την δεύτερη κατά σειρά από 21-1-2009 δεύτερη για την ίδια ημέρα πρόσθετη πράξη τροποποίησης της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία μεταβλήθηκε το επιτόκιο της σύμβασης και δη η βάση υπολογισμού αυτού μόνο για μέρος της πίστωσης ύψους 200.000 ευρώ (από το συνολικό όριο πίστωσης των 3.650.000 ευρώ) από αυτήν του διατραπεζικού επιτοκίου Euribor σε αυτήν του προνομιακού επιτοκίου χορηγήσεων, ήτοι αυτού που γνωστοποιείται κάθε φορά από την Τράπεζα και δημοσιεύεται στον τύπο. Ότι με τις τροποποιήσεις αυτές εφαρμόστηκε διπλό επιτόκιο, ήτοι ορισμένο ή τουλάχιστον οριστό για το τμήμα της πίστωσης στο οποίο ίσχυε το επιτόκιο Euribor και αόριστο και ακαθόριστο ως προς το τμήμα της πίστωσης (ύψους 1.000.000 ευρώ), για το οποίο εφαρμόσθηκε το προνομιακό επιτόκιο χορηγήσεων, ο καθορισμός του οποίου προβλέφθηκε ότι θα γινόταν από την Τράπεζα χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα κριτήρια, δείκτες υπολογισμού, ακριβή χρόνο, τρόπο και μεθοδολογία καθορισμού και με ευχέρεια της Τράπεζας να ανακοινώνει το ύψος του προνομιακού αυτού επιτοκίου με κάθε πρόσφορο μέσο χωρίς διασφάλιση ότι οι ανακοινώσεις θα ερχόταν σε γνώση των αντισυμβαλλομένων. Ότι έτσι από την 21-1-2009 έως την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης και το κλείσιμο των λογαριασμών της πίστωσης, το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε στην εν λόγω σύμβαση είναι αδύνατο να προσδιοριστεί επακριβώς και συνεπώς η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της ανακοπής κατά το ως άνω (β’) σκέλος του, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω στο αμέσως προηγούμενο υπό στοιχείο (α’) σκέλος, είναι απορριπτέο σε κάθε περίπτωση και ως αβάσιμο στην ουσία του. Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα με την υπ' αριθ. ....../27-10-2008 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της από 17-1-2005 σύμβασης πίστωσης τροποποιήθηκε αυτή (α) ως προς τη βάση υπολογισμού του επιτοκίου (όρος 2 παρ. 1 και 2) η οποία μεταβάλλεται από αυτή του βασικού/προνομιακού σε αυτή του Διατραπεζικού Επιτοκίου Euribor και (β) ως προς τη βάση υπολογισμού των τόκων υπερημερίας μετά το κλείσιμο του λογαριασμού της πίστωσης (όρος 15 παρ.2), ειδικότερα δε συμφωνήθηκαν τα εξής: (α) ως προς τον 2.1. όρο «η πίστωση (εφόσον εκφράζεται σε ευρώ) είναι έντοκη με ετήσιο επιτόκιο κυμαινόμενο, το οποίο υπολογιζόμενο σε έτος 360 ημερών αποτελείται από το Διατραπεζικό Επιτόκιο Euribor τρίμηνης διάρκειας πλέον περιθωρίου, ανερχόμενου σε 2,50% και της εισφοράς του Ν. 128/75 καθώς και κάθε άλλης επιβαλλόμενης από το Νόμο επιβάρυνσης. Ως Διατραπεζικό Επιτόκιο Euribor εννοείται το διατραπεζικό επιτόκιο euribor χρόνου ίσου με την περίοδο εκτοκισμού που συμφωνήθηκε, όπως αυτό καθορίζεται με βάση τον κανονισμό λειτουργίας EURIBOR 360 ημερών και δημοσιοποιείται εκάστοτε (σήμερα μέσω της ηλεκτρονικής οθόνης της εταιρίας TELERATE) την 11.00 μεσημβρινή ώρα Βρυξελλών, δύο εργάσιμες ημέρες πριν την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού στην οποία πρέπει να εφαρμοστεί. Το περιθώριο είναι η ποσοστιαία προσαύξηση ή μείωση του Διατραπεζικού Επιτοκίου Euribor τρίμηνης διάρκειας» και (β) ως προς τον 15.2. όρο «το οριστικό κατάλοιπο του ή των λογαριασμών της πίστωσης επιβαρύνεται, χωρίς όχληση του πιστούχου και αυτοδίκαια, με τόκους υπερημερίας που υπολογίζονται με το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας ανερχόμενο σήμερα σε 2,50% πάνω από το Βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων της Τράπεζας (πλέον του περιθωρίου και της εισφοράς του Ν.128/75) και τους επ’ αυτών τόκους ανατοκιζομένων, σύμφωνα με το νόμο και σήμερα ανά εξάμηνο. Το Βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων της Τράπεζας είναι αυτό που γνωστοποιείται κάθε φορά από την Τράπεζα, δημοσιεύεται στον τύπο και περιγράφεται με σαφήνεια στην παράγραφο 2 της αρχικής σύμβασης». Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. ....../21-1- 2009 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της σύμβασης πίστωσης, τροποποιήθηκε αυτή ως προς τη βάση υπολογισμού του επιτοκίου, η οποία μεταβλήθηκε μόνο για μέρος της πίστωσης ύψους 800.000 ευρώ (από το συνολικό όριο των 3.650.000 ευρώ), από αυτήν του Διατραπεζικού Επιτοκίου Euribor σε αυτήν του προνομιακού επιτοκίου χορηγήσεων (αυτό που γνωστοποιείται κάθε φορά από την Τράπεζα και δημοσιεύεται στον τύπο), με περιθώριο 0% και της εισφοράς του Ν. 128/75, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην πράξη αυτή. Ειδικότερα, ως ορίζεται ρητά στην άνω πρόσθετη πράξη. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. ....../21-1-2009 έτερη πρόσθετη πράξη τροποποίησης της σύμβασης πίστωσης, τροποποιήθηκε αυτή ως προς τη βάση υπολογισμού του επιτοκίου, η οποία μεταβλήθηκε μόνο για μέρος της πίστωσης ύψους 200.000 ευρώ (από το συνολικό όριο των 3.650.000 ευρώ), από αυτήν του Διατραπεζικού Επιτοκίου Euribor σε αυτήν του προνομιακού επιτοκίου χορηγήσεων (αυτό που γνωστοποιείται κάθε φορά από την Τράπεζα και δημοσιεύεται στον τύπο), με περιθώριο 0% και της εισφοράς του Ν.128/75, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα και στην πράξη αυτή. Ειδικότερα, ως ορίζεται ρητά σε αμφότερες τις άνω πρόσθετες πράξεις: «Για το ανωτέρω αναφερόμενο τμήμα της πίστωσης συμφωνείται ότι θα ισχύει το Προνομιακό Επιτόκιο Χορηγήσεων. Η αναπροσαρμογή του Βασικού ή Προνομιακού Επιτοκίου της Τράπεζας γίνεται με βάση τις μεταβολές του δείκτη Euribor μηνός, ώστε να αντανακλά τις συνθήκες της αγοράς. Η αναπροσαρμογή του Βασικού ή Προνομιακού Επιτοκίου της Τράπεζας μπορεί να διαφοροποιείται επιπλέον της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του δείκτη Euribor μηνός κατά το χρόνο της προηγούμενης αναπροσαρμογής του Βασικού ή Προνομιακού Επιτοκίου και το χρόνο της διενεργούμενης μεταβολής, σε ποσοστό που να μην υπερβαίνει αριθμητικώς το ±0,5, σύμφωνα με το ακόλουθο ενδεικτικό παράδειγμα Χρόνος προηγούμενης αναπροσαρμογής, EURIBOR μηνός 2,1% Βασικό Επιτόκιο Τράπεζας 6%. Χρόνος νέας αναπροσαρμογής, Euribor μηνός 2,88% Διαφορά +0,78%. Το Βασικό Επιτόκιο μπορεί να διαμορφωθεί από 6% + 0,5% + 0,78% =7,28% έως 6% - 0,5% +0,78%= 6,28%. Η αναπροσαρμογή του Βασικού ή Προνομιακού Επιτοκίου θα γνωστοποιείται στον πιστούχο με ανακοίνωση της Τράπεζας στον τύπο ή με άλλο πρόσφορο τρόπο, θα ισχύει δε από την ημερομηνία της ανακοίνωσης αυτής. Σε περίπτωση αναπροσαρμογής του Βασικού ή Προνομιακού επιτοκίου, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να μην την αποδεχθεί οπότε είναι υποχρεωμένος εντός διαστήματος ενός (1) μηνός από την κατά τα παραπάνω γνωστοποίηση της μεταβολής, να εξοφλήσει το υπόλοιπο της οφειλής. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή θεωρείται ότι αποδέχθηκε την αναπροσαρμογή». Από τα ανωτέρω, προκύπτει, λοιπόν, εμφανώς το επιτόκιο της σύμβασης, που είναι απολύτως ορισμένο, τόσο για το σύνολο της πίστωσης (EURIBOR), γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους αντίδικους, όσο για το μέρος της πίστωσης του 1.000.000 ευρώ (Προνομιακό Επιτόκιο Χορηγήσεων), ως αναλυτικώς ορίζονται στις ως άνω πρόσθετες πράξεις και αναφέρθηκε ανωτέρω, εκτέθηκε με απόλυτη σαφήνεια και σύμφωνα με τους κανόνες της διαφάνειας και της πλήρους ενημέρωσης των ανακοπτόντων, το οποίο καθορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στις εν λόγω πρόσθετες πράξεις, αποτέλεσε αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης, όπως επίσης και σαφής ήταν και ο τρόπος που καθορίστηκε η αναπροσαρμογή του, η οποία συνδέθηκε με αντικειμενικούς παράγοντες, όπως με κριτήριο τις συνθήκες της αγοράς, που δικαιολογούν τη συμβατική ρύθμιση της μονομερούς διαμόρφωσης του επιτοκίου από την τράπεζα, και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ανακόπτοντες τυγχάνουν απορριπτέα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από της καταχωρήσεώς τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων. Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλόμενων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλόμενων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή μόνο από τη μία (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός). Πάντως όμως η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές των συμβαλλόμενων μερών αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση ως αλληλόχρεος λογαριασμός. Έτσι, αν δεν συντρέχει η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση, μόνη η συμφωνία των συμβαλλόμενων δεν μπορεί να προσδώσει σε κάποια σύμβαση τον εν λόγω νομικό χαρακτήρα. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές. Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικώς με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ) χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία. Πάντως το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου. Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου. Το χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο. Αποτέλεσμα της εισόδου των εκατέρωθεν τυχόν απαιτήσεων και καταβολών στο λογαριασμό, κατά την κρατούσα στο ελληνικό δίκαιο άποψη, είναι ότι οι ως άνω απαιτήσεις δεν συμψηφίζονται ούτε ανανεώνονται αμέσως (δηλαδή δεν αποσβήνονται) αλλά καθίστανται απλά χρεοπιστωτικά κονδύλια και χάνουν έτσι τον διαθέσιμο και απαιτητό χαρακτήρα τους, δηλαδή την αυτοτέλειά τους, μη δυνάμενες εν πάση περιπτώσει ως εκ τούτου καθαυτές, ούτε να εκχωρηθούν (ΑΚ 466), ούτε να κατασχεθούν, ούτε να επιδιωχθούν μεμονωμένα δικαστικά. Αποσβήνονται δε κατά τα τυχόν διαδοχικά ή περιοδικά κλεισίματα του λογαριασμού ελλείψει δε τούτων, κατά το οριστικό κλείσιμο. Αποκλείεται ακόμα, η μεμονωμένη απόσβεση της απαίτησης, για οποιονδήποτε γενικό λόγο απόσβεσης των ενοχών. Το κατάλοιπο που προκύπτει από την εκκαθάριση, κατά το περιοδικό και το διαδοχικό κλείσιμο του λογαριασμού αποτελεί κονδύλι του λογαριασμού της νέας περιόδου ή μέχρι της εισόδου νέας απαίτησης ή καταβολής και τροποποιείται συνεχώς με νέες περιοδικές ή διαδοχικές εκκαθαρίσεις μέχρι του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού. Το υπόλοιπο συνιστά ενιαία απαίτηση, στην οποία συγχωνεύονται όλες οι επιμέρους απαιτήσεις και οι καταβολές, στο μέτρο της ποσοτικής τους διαμόρφωσης από τις διενεργούμενες εκκαθαρίσεις (ΕφΑθηνών 3487/2022 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με το άρθρο 630 ΚΠολΔ "η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή, ο οποίος εκδίδει τη διαταγή πληρωμής, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής πληρωμής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου, γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου, δ) την αιτία της πληρωμής, ε) το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, που πρέπει να καταβληθεί, στ) διαταγή πληρωμής, ζ) υπόμνηση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 636 και ζ) υπογραφή του δικαστή. Σε ότι αφορά το καταβλητέο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, αυτό είναι αναγκαίο για την πλήρωση της προϋπόθεσης για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο 916 ΚΠολΔ), καθόσον για να γίνει αυτή πρέπει να προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο το ποσόν και το ποιόν της παροχής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο, όπως κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ είναι και οι διαταγές πληρωμής, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει κατά ποσόν και ποιόν, ώστε ο οφειλέτης να τελεί σε γνώση της ποσότητας και της ποιότητας της απαίτησης, για την ικανοποίηση της οποίας μπορεί να γίνει εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 1048/2022, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1336/2006 ΝΟΜΟΣ). Τυχόν έλλειψη αυτού του στοιχείου συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου στο ως άνω άρθρο "δεν μπορεί να γίνει" είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (βλ. I. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Τόμος Α', άρθρο 916, σελ. 209· πρβλ. ΑΠ 1419/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 905/2011 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Αντίθετα, δεν απαιτείται η διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ’ αυτήν προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που τη συγκροτούν. Τέλος, ο δανειστής, ενόψει της διαθετικής αρχής που καθιερώνει το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, δεν εμποδίζεται να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής, όχι για ολόκληρη, αλλά για ένα μέρος μόνο της χρηματικής απαίτησης που έχει κατά του οφειλέτη ή για μέρος μόνο των οφειλόμενων τόκων, έστω και αν το έγγραφο που προσκομίζει αποδεικνύει ολόκληρη την απαίτηση και οφειλή τόκων αυτής για όλο το ποσό της ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από εκείνο που ζητά. Ο περιορισμός της αίτησης για μέρος μόνο της απαίτησής του ή για μέρος της παρεπόμενης απαίτησης τόκων, ο οποίος αποτελεί άσκηση δικονομικής ευχέρειας του δανειστή, δεν απαιτείται να αιτιολογείται (ΑΠ 206/2023, ΑΠ 1512/2006 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες, με το υπό στοιχείο βΓ σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής τους, ισχυρίζονται ότι από τα προσκομιζόμενα για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, δεν προσδιορίζεται επαρκώς η αιτία της πληρωμής, ήτοι δεν καθορίζονται με ακρίβεια οι κινήσεις και τα υπόλοιπα όλων των τηρηθέντων κατά τη διάρκεια ισχύος των δύο συμβάσεων (παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και χρεολυτικό δάνειο) λογαριασμών και δεν προσκομίστηκαν οι αναλυτικές κινήσεις αυτών, με αποτέλεσμα η επιδικασθείσα απαίτηση της καθ’ ης να είναι ανεκκαθάριστη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι παραδεκτός και νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 623 και 626 ΚΠολΔ, πρέπει δε να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Περαιτέρω, οι ανακόπτοντες με το β2 σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής τους, ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για χρεωστικά υπόλοιπα λογαριασμών δύο διαφορετικών και διακριτών μεταξύ τους δανειακών συμβάσεων, ήτοι της από 5-8-2016 σύμβασης χρεολυτικού δανείου και της από 17-1-2005 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων, εκθέτουν περαιτέρω ότι στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία διατάχθηκαν εις ολόκληρον να καταβάλουν 500.000 ευρώ εκ της συνολικής οφειλής τους ύψους 2.983.502,88 ευρώ (2.590.000 + 393.502,88 ευρώ), πλέον τόκων υπερημερίας, υπολογιζομένων με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, από 9-12-2020 μέχρι την πλήρη εξόφληση, με τον ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο, δεν γίνεται διάκριση των επιμέρους κονδυλίων από τα οποία συγκροτείται η επιδικασθείσα απαίτηση, δηλαδή ποιο τμήμα αυτής ανάγεται στην από 5-8-2016 σύμβασης χρεολυτικού δανείου και ποιο ανάγεται στην από 17-1-2005 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με αποτέλεσμα η επιδικασθείσα απαίτηση να μην είναι εκκαθαρισμένη και ως εκ τούτου τυγχάνει άκυρη και ακυρωτέα η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι παραδεκτός και νόμιμος, ερειδόμενος στις αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη διατάξεις, πρέπει δε να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Επιπλέον, με τον δεύτερο (υπό στοιχεία Β’ λόγο ανακοπής), οι ανακόπτοντες ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για χρεωστικά υπόλοιπα λογαριασμών δύο διαφορετικών και διακριτών μεταξύ τους δανειακών συμβάσεων, ήτοι της από 5-8-2016 σύμβασης χρεολυτικού δανείου και της από 17-1-2005 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων, εκθέτουν περαιτέρω ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως από τα προσκομιζόμενα για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα ούτε ότι μεταβιβάσθηκαν λόγω τιτλοποίησης στην δικαιούχο αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «…… » αμφότερες οι ως άνω συμβάσεις, βάσει των οποίων εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, ούτε ότι ανατέθηκε στην αιτούσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής και καθ'ης η ανακοπή η διαχείριση απαιτήσεων που απορρέουν από αμφότερες τις συμβάσεις για τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ενώ ουδόλως εξειδικεύονται τα επιμέρους ουσιώδη στοιχεία, που θα επέτρεπαν την ταυτοποίηση τους με τις προαναφερόμενες συμβάσεις και συνεπώς η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα λόγω μη απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ'ης η ανακοπή προς έκδοσή της. Ομοίως, ο λόγος αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 623 και 626 ΚΠολΔ και πρέπει ομοίως να εξεταστεί στην ουσία του, ενιαία εξεταζόμενος με τα υπό στοιχείο β1 και β2 σκέλη του πρώτου λόγου ανακοπής.

Από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 17-1- 2005 καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικής δικαιούχου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …… Α.Ε.» και της πρώτης ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…… Ο.Ε.» η υπ’ αριθμ. …../17-1-2005 σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η πρώτη, ως πιστώτρια, χορήγησε στη δεύτερη, ως πιστούχο, πίστωση μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν όρους, μεταξύ των οποίων και ότι η χρήση της πίστωσης γίνεται από τον πιστούχο (ενδεικτικά) δι απευθείας λήψεως χρημάτων, με υπογραφή σχετικών ενταλμάτων εκ μέρους του ή με απλή συμψηφιστική εγγραφή του ποσού στα βιβλία της τράπεζας ή, για ευκολία του, με χρήση του προσωπικού κωδικού αριθμού του λογαριασμού, με επιταγές που εκδίδει ο Πιστούχος επί της τράπεζας, με έγγραφη εντολή του για καταβολή σε τρίτους, με άνοιγμα ενεγγύων πιστώσεων, με προκαταβολή επί γραμματίων ή συναλλαγματικών ή επιταγών που έχουν την υπογραφή του ή φορτωτικών, με έκδοση εγγυητικών επιστολών ή με χορήγηση κάθε κατηγορίας και σκοπού χρηματοδοτήσεων ή δανείων (απλών, χρεολυτικών, τοκοχρεολυτικών) (όρος 1.2). Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να διαχωρίζει το λογαριασμό σε περισσότερους ή να συνενώνει περισσότερους λογαριασμούς σε έναν, σύμφωνα με τις λογιστικές μεθόδους της, αθροίζοντας ή συμψηφίζοντας τα υπόλοιπά τους (όρος 5) και ότι δικαιούται να φέρει σε χρέωση του λογαριασμού κάθε απαίτησή της από οποιαδήποτε αιτία (έστω και άσχετη προς την παραπάνω η σύμβαση), συμπεριλαμβανομένου του υπολοίπου άλλου ή άλλων λογαριασμών που έχουν κλείσει, των καταπτώσεων εγγυητικών επιστολών που χορηγήθηκαν στην πιστούχο, των καταλοίπων δανείων ή οφειλών από τη χρήση πιστωτικών καρτών ή από υπεραναλήψεις από λογαριασμούς καταθέσεων, καθώς και κάθε άλλο έξοδο που μπορεί να προέλθει από οποιαδήποτε συναλλαγή με την πιστούχο (όρος 8). Ακόμα, συμφωνήθηκε ότι τα αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα βιβλία της Τράπεζας που εμφανίζουν την κίνηση του ή των λογαριασμών της πίστωσης, από την έναρξή τους ή από την τελευταία αναγνώριση της Πιστούχου, αποτελούν πλήρη απόδειξη αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της Τράπεζας κατά της Πιστούχου και των Εγγυητών, ακόμη και μετά το κλείσιμο του λογαριασμού, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, επιτρεπόμενης όμως ανταπόδειξης (όρος 10). Επίσης, ρητά συμφωνήθηκε ότι η Τράπεζα δικαιούται κατά την κρίση της ανακαλεί οποτεδήποτε και μονομερώς την πίστωση και να κλείνει τον ή τους λογαριασμούς της, καθώς και να απαιτεί άμεσα την καταβολή του υπέρ αυτής οριστικού καταλοίπου, το οποίο καθίσταται άμεσα απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, επιβαρυνόμενο, χωρίς όχληση της πιστούχου και αυτοδίκαια, με τόκους υπερημερίας που υπολογίζονται με το ανωτέρω αναφερόμενο επιτόκιο υπερημερίας, και τους επ' αυτών τόκους ανατοκιζόμένους σύμφωνα με το νόμο, και σήμερα ανά εξάμηνο (όρος 15). Ακολούθως, στα πλαίσια λειτουργίας της ως άνω σύμβασης πίστωσης καταρτίστηκαν οι υπ1 αριθμ. …./6-4-2006, …/6-4-2006,…/6-4-2006, ..../6-4-2006, ...../6-4-2006, …./6-4-2006, …../6-4-2006, …./6-4-2006, …../6-4-2006, …./28-8-2008, …./28-8-2008, …./30-6-2009, …../21-10-2008, ……/21-10-2008, …./21-10-2008, ……/27-10-2008, ……/21/2009, …../21 -1-2009, …../8-9-2010, …../8-9-2010, …../14-8-2014, …../5-8-2016 και την από 5-8-2016 πρόσθετες αυτής πράξεις (μεταξύ των οποίων και αυξητικές του ορίου της πίστωσης διαδοχικά και έτσι τελικά το όριο της πιο πάνω πίστωσης ανήλθε σε 3.920.000 ευρώ) και συμβάσεις χορήγησης δανείου, που διαλαμβάνονται ειδικότερα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και στην ίδια τη διαταγή πληρωμής, τα ανωτέρω δε δεν αμφισβητούνται από τους ανακόπτοντες. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι μεταξύ αφενός της τράπεζας ….. Α.Ε. και αφετέρου της πρώτης των ανακοπτόντων ως πιστούχου και των λοιπών ανακοπτόντων ως εγγυητών υπογράφηκε η από 5-8-2016 πρόσθετη πράξη χορήγησης χρεολυτικού δανείου στο πλαίσιο της υπ’ αριθμ. ….. 17-1-2005 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με την οποία μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι στο πλαίσιο δυνατότητας χρήσης της πίστωσης με χορήγηση δανείου (όρος Γ της ως άνω πρόσθετης πράξης) η χορήγηση από την Τράπεζα στην Πιστούχο χρεολυτικού δανείου ποσού 2.590.000 ευρώ. Ότι ειδικότερα οι συμβαλλόμενοι συναποδέχθηκαν ότι η Τράπεζα με την υπ' αριθμ. ……/17-1-2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε αυτή με τις ανωτέρω αναφερόμενες πρόσθετες πράξεις και συμβάσεις, χορήγησε στην πιστούχο, υπό τους εκεί αναφερόμενους όρους και συμφωνίες, και με την εγγύηση των ως άνω αναφερομένων εγγυητών, πίστωση συνολικού ύψους 3.920.000 ευρώ (όρος Α1). Ότι μέσα στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η τράπεζα συνομολογεί με την πιστούχο τη χορήγηση σε αυτήν χρεολυτικού δανείου υπό τους όρους αυτής (όρος Α2), ότι το συνομολογούμενο με την πράξη αυτή δάνειο χορηγείται από την τράπεζα στην πιστούχο στο πλαίσιο της αναφερόμενης υπό Α1 σύμβασης πίστωσης, υπό το συνολικό όριο που αυτή προβλέπει ότι καλύπτεται από το σύνολο των υφιστάμενων σε ασφάλεια της εμπραγμάτων και ενοχικών εξασφαλίσεων. Όλοι οι όροι της υπό Α1 ανωτέρω αναφερόμενης σύμβασης πίστωσης, στο βαθμό που δεν αναιρούνται από τα ειδικώς δια αυτής της πράξης συνομολογούμενα, εξακολουθούν να δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη και για το με την πράξη αυτή χορηγούμενο τμήμα της πίστωσης (όρος Β1). Ότι ρητώς ορίστηκε ότι το ποσό του δανείου αυτού καθώς και οι έναντι αυτού καταβολές, που θα πραγματοποιούνταν από την οφειλέτιδα εταιρεία, σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση, δεν θα καταχωρούνταν στον αλληλόχρεο λογαριασμό, αλλά τηρούνται σε λογαριασμό δανείου στον οποίο θα εμφαίνεται το εκάστοτε οφειλόμενο κεφάλαιο και οφειλόμενοι τόκοι (όρος Β2). Ότι περαιτέρω συμφωνήθηκε, επίσης, ότι η τράπεζα θα έχει το δικαίωμα σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο καταγγελθεί το δάνειο, να εισάγει πλέον στον τηρούμενο λογαριασμό (για τη σύμβαση πίστωσης) ως χρεωστικό κονδύλια το κατά το χρόνο της καταγγελίας του δανείου εκάστοτε οφειλόμενο ποσό και να κλείσει ταυτόχρονα οριστικά και τους τηρούμενους αλληλόχρεους λογαριασμούς (όρος Β3), ενώ σε περίπτωση που η πιστούχος παραβεί οποιαδήποτε υποχρέωσή της από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις χρηματοδοτήσεις που έγιναν με βάση την εν λόγω σύμβαση, τότε θα καταγγέλλεται και η σύμβαση του δανείου και θα καθίσταται άμεσα απαιτητό και ληξιπρόθεσμο κάθε ποσό οφειλόμενο από την δανειακή σύμβαση, της Τράπεζας δικαιούμενης να ασκήσει τα δικαιώματά της, όπως προβλέπονται στον όρο Β3 (όρος Β4). Με την ως άνω πρόσθετη πράξη επίσης συμφωνήθηκε ότι ο σκοπός του δανείου είναι η αναδιάρθρωση από την οφειλέτιδα των οφειλών της που προκύπτουν από την υπ’ αριθμό ……/17-1-2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, το υπόλοιπο της οποίας τόσο η οφειλέτιδα όσο και οι εγγυητές της πράξης αυτής αναγνώρισαν ως ακριβές και σύμφωνα με τους όρους της ανωτέρω σύμβασης. Επίσης συμφωνήθηκε ότι για τη διευκόλυνση και μόνο της οφειλέτιδας για την αποπληρωμή της ανωτέρω οφειλής της, η τράπεζα θα προβεί απευθείας, δυνάμει σχετικής εντολής και εξουσιοδοτήσεως της οφειλέτιδας σε αποπληρωμή οφειλής, ήτοι ποσού 2.605.000 ευρώ προς μερική εξόφληση της απορρέουσας από την υπ1 αριθμό 1857587 σύμβαση οφειλής με αντίστοιχες πιστώσεις των οικείων λογαριασμών που τηρούνται στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης (όρος Γ 1.1). Μάλιστα, με τον όρο 2. της ανωτέρω δανειακής σύμβασης, συμφωνήθηκε από τα μέρη ότι το δάνειο χορηγείται με περίοδο χάριτος 5 ετών, κατά την οποία η οφειλέτιδα δεν θα καταβάλλει τόκους, ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνει σε μια δόση εφάπαξ στη λήξη του, ήτοι την 5-8-2021. Την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης και την τήρηση όλων των όρων των παραπάνω συμβάσεων (αρχικής, πρόσθετων, τροποποιητικών, χορήγησης τοκοχρεωλυτικού στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό) εγγυήθηκαν εγγράφως, συνυπογράφοντάς τις, υπέρ της πιστούχου - πρώτης ανακόπτουσας και έναντι της πιστώτριας, οι λοιποί δέκα των ανακοπτόντων ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι από την ένσταση δίζησης και τις ενστάσεις και τα δικαιώματα των άρθρων 853, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 του Αστικού Κώδικα. Η πιστούχος έκανε χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης, προς εξυπηρέτηση δε της σύμβασης ανοίχθηκαν και τηρήθηκαν λογαριασμοί και συγκεκριμένα οι εξής : Α) ο υπ' αριθ. ...... λογαριασμός χορηγήσεων, του οποίου το προσωρινό υπόλοιπο ανερχόταν την 30-6-2016 στο ποσό των 3.855,65 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου στο ποσό αυτό και κονδυλίου τόκων για το διάστημα από 1-4-2016 έως 30-6-2016, το δε προσωρινό υπόλοιπο αυτού αναγνώρισε η πρώτη των καθ' ων πιστούχος - πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, με την από 5-8-2016 επιστολή της δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεσμευτικά και για τους εγγυητές, ενώ ο λογαριασμός αυτός συνέχισε να κινείται από την 30-6-2016 μέχρι την 28-9-2016, οπότε και το προσωρινό υπόλοιπο αυτού ύψους 1.807,84 ευρώ μεταφέρθηκε στον υπ’ αριθμ. …… λογαριασμό παρακολούθησης που τηρείται στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων, ο οποίος λειτούργησε ως και την 8-12- 2020, οπότε και η σύμβαση πίστωσης καταγγέλθηκε και έκλεισε με οριστικό υπόλοιπο ύψους 393.502,88 ευρώ, το οποίο και μεταφέρθηκε όπως είχε δικαίωμα η καθ'ης με ρητό όρο της σύμβασης την 9-12-2020 στον υπ1 αριθμ. …… λογαριασμό καθυστέρησης με ισόποση εγγραφή, η κίνηση του οποίου επισυνάπτεται στην αίτηση και προσκομίστηκε κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και Β) ο υπ’ αριθ. .…. λογαριασμός χορηγήσεων, με πρώτη σε αυτόν εγγραφή την 5-8-2016 (ποσό 390.000 ευρώ ως εκταμίευση) ο οποίος κινήθηκε από την 5-8-2016 έως την 9-8-2019, οπότε και το προσωρινό υπόλοιπο αυτού ύψους 397.552,46 ευρώ μεταφέρθηκε την 9- 8-2019 στον υπ’ αριθμ. … λογαριασμό παρακολούθησης που τηρείται στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων, ο οποίος λειτούργησε ως και την 8-12-2020, οπότε και η σύμβαση πίστωσης καταγγέλθηκε και έκλεισε εν τελεί, όπως προαναφέρθηκε, με οριστικό υπόλοιπο ύψους 393.502,88 ευρώ, το οποίο και μεταφέρθηκε όπως είχε δικαίωμα η καθ'ης με ρητό όρο της σύμβασης την 9-12-2020 στον υπ' αριθμ. …… λογαριασμό καθυστέρησης με ισόποση εγγραφή. Αναφορικά δε με τον ως άνω υπ' αριθ. …. λογαριασμό που τηρήθηκε στα πλαίσια λειτουργίας της σύμβασης πίστωσης, εφόσον η πρώτη εγγραφή του, όπως και οι ίδιοι οι ανακόπτοντες αναφέρουν στην ανακοπή τους, έλαβε χώρα την 5-8-2016, με εκταμίευση του ποσού των 390.000 ευρώ, ορθώς επισυνάφθηκε στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και προσκομίστηκε για την έκδοσή της η κίνηση αυτού από την ημερομηνία αυτή που υπήρχε η πρώτη εγγραφή και εντεύθεν, παρά τον ισχυρισμό των ανακοπτόντων ότι έπρεπε να προσκομιστεί η κίνηση του ως άνω λογαριασμού από την έναρξη της σύμβασης πίστωσης την 17-1-2005, ενώ σε κάθε δε περίπτωση οι ανακόπτοντες την από 5-8-2016 αναγνώρισαν το υπόλοιπο εκ των τηρηθέντων αλληλόχρεων λογαριασμών της πίστωσης με πίστωσης και συνεπώς για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ορθώς προσκομίστηκαν οι κινήσεις των τηρούμενων λογαριασμών στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης πίστωσης από την τελευταία αναγνώριση της οφειλής που έλαβε χώρα την 5-8-2016 και εντεύθεν μέχρι την καταγγελία της σύμβασης και το κλείσιμο αυτών, όπως συμφωνήθηκε σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης. Επίσης στο πλαίσιο της από 5-8-2016 πρόσθετης πράξης χορήγησης τοκοχρεολυτικού δανείου στο πλαίσιο της ως επίδικης σύμβασης πίστωσης τηρήθηκε ο χωριστός υπ’ αριθμ. ....... λογαριασμός εξυπηρέτησης του δανείου στον οποίο είχαν μεταφερθεί τα χρεωστικά υπόλοιπα των τηρούμενων λογαριασμών της πίστωσης (υπ’ αριθμ. ……, …… και ….), ο οποίος ανοίχθηκε την 5-8-2016 και λειτούργησε μέχρι την 8-12-2020, ενώ το οριστικό υπόλοιπο αυτού ύψους 2.590.000 ευρώ μεταφέρθηκε, όπως είχε δικαίωμα η καθ'ης με ρητό όρο της σύμβασης, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, στον υπ’ αριθμ. …. λογαριασμό που τηρούνταν στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων, και εξυπηρετούσε αυτήν, οπότε και η σύμβαση πίστωσης την 8-12-2020 καταγγέλθηκε και έκλεισε οριστικά και ο τηρούμενος στα πλαίσια αυτής προαναφερόμενος υπ’ αριθμ. …. αλληλόχρεος λογαριασμός με οριστικό υπόλοιπο ύψους 2.590.000 ευρώ, το οποίο και μεταφέρθηκε όπως είχε δικαίωμα η καθ'ης με ρητό όρο της σύμβασης, την 9-12-2020, στον υπ’ αριθμ. …. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, η κίνηση του οποίου επισυνάπτεται στην αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και προσκομίστηκε κατά την έκδοσή της. Στο μεταξύ στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων του ν. 3156/2003, αποδεικνύεται ότι: α) δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο και τα άρθρα 10 και 14 ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. Πρωτ. ...../16-9- 2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο .... με αριθμό ..... την 16-09-2019, η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρο 10 § 14 Ν. 3156/2003, οι απαιτήσεις εκ της υπ αριθμ. 1857587 σύμβασης χορήγησης πίστωσης σε (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως αυτή τροποποιήθηκε, κατά της πιστούχου και των εγγυητών, μεταβιβάσθηκαν από την «Τράπεζα …. Α.Ε.» στην εδρεύουσα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…… COMPANY», όπως αναγράφεται στην από Σεπτέμβριο 2019 από 6997 έως 12998 λίστα μεταβίβασης του παραρτήματος με αριθμ. πρωτ. …../16,09.2019 καταχωρηθέντος στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο .... και αύξ. Αριθμ. ...... (σελ. 1 έως 12998), στην οποία έχουν καταχωρηθεί, με αύξοντα αριθμό 233.610 αριθμός σύμβασης …., τρέχον υπόλοιπο 3.030.948,00, τα στοιχεία της πιστούχου εταιρείας και των εγγυητών, καθώς και τα ΑΦΜ αυτών και οι διευθύνσεις τους, εκ της ανωτέρω δε καταχώρισης σαφώς προκύπτει ότι μεταβιβάσθηκε και η απαίτηση από την υπ’ αριθμ. …./17-1-2005 σύμβαση πίστωσης και τις ταυτάριθμες πρόσθετες πράξεις αυτής, βάσει των οποίων εκδόθηκε η υπ1 αριθμ. …../2021 διαταγή πληρωμής, β) δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης από το ελληνικό δίκαιο διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων διεπόμενης νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. Πρωτ. ....../16-9- 2019 Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο .... με αριθμό ..... την 16-09-2019, η αποκτώσα εταιρεία με την επωνυμία «….. COMPANY» ανέθεσε κατ’ άρθρο 10 § 14 Ν. 3156/2003 την είσπραξη και διαχείριση των πτλοποιούμενων απαιτήσεων αρχικά στην Τράπεζα ..... Α.Ε., και διαδοχικά στην εταιρεία με την επωνυμία «…… Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», της οποίας η επωνυμία ήδη τροποποιήθηκε σε «….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», καθώς την 05/11/2019 καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ), με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης ......, η με αριθμό ..../19- 01/11/2019 απόφασή του Αντιπεριφερειάρχη Κεντρικού Τομέα ....., με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση μεταξύ άλλων του άρθρων 1 του καταστατικού της ως άνω εταιρίας, ως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία αποτελεί εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου .../23-9-2019 περίληψη της τροποποίησης της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων ως προς το πρόσωπο της διαχειρίστριας, να καταχωρίζεται, στις 23-9-2019, στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ..... και με αύξοντα αριθμό ...... Δυνάμει της υπ’ αριθμ. πρωτ. …../30-12-2020 απόφασης του τμήματος Ασφαλιστικών ΑΕ και Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης εταιρειών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, εγκρίθηκε η Διάσπαση δι* απόσχισης κλάδου της Τραπεζικής Δραστηριότητας της «ΤΡΑΠΕΖΑ …. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με αριθμό ΓΕΜΗ ….. («ΔΙΑΣΠΩΜΕΝΗ») με σύσταση νέας εταιρείας - Πιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» («ΕΠΩΦΕΛΟΥΜΕΝΗ»), βάσει των διατάξεων του νόμου και η ανωτέρω εγκριτική απόφαση καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. στις μερίδες και των δύο εταιρειών (διασπώμενης και επωφελούμενης) με αριθμούς καταχώρησης .... και ...., όπως προκύπτει από τις με αρ. Πρωτ. ..../30-12-2020 και ...../30-12-2020 ανακοινώσεις καταχώρισης και δημοσίευσης στο Γ.Ε.Μ.Η. στοιχείων των δύο ανωτέρω εταιρειών αντίστοιχα. Συνεπεία της εν λόγω διάσπασης διά απόσχισης κλάδου η ΕΠΩΦΕΛΟΥΜΕΝΗ υποκαταστάθηκε δυνάμει καθολικής διαδοχής κατ' εφαρμογή του νόμου στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της διασπώμενης μεταξύ των οποίων και τα περιουσιακά στοιχεία, έννομες σχέσεις και εν γένει δικαιώματα που απορρέουν από την από 12-09-2019 σύμβαση πώλησης δια τιτλοποίησης. Στις 10-3-2021, η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "…… COMPANY" προέβη σε επανεκχώρηση προς την Τράπεζα ..... μέρους των μεταβιβασθεισών προς αυτήν, αρχικά, δυνάμει και σε εκτέλεση της αρχικής από 12-09-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από την ανωτέρω σύμβαση, όπως αναγράφεται στην από 10 Μαρτίου 2021 από 2580 έως 5239 λίστα μεταβίβασης του παραρτήματος με αριθμ. πρωτ. ...../10-3-2021 καταχωρηθέντος στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο .... και αύξ. Αριθμ. .... (σελ. από 1 έως 5239), στην οποία έχουν καταχωρηθεί, με αύξοντα αριθμό 83.313, αριθμός σύμβασης ..... τρέχον υπόλοιπο 2.984.990,00 ευρώ, τα στοιχεία της πιστόύχου εταιρείας και των εγγυητών, καθώς και τα ΑΦΜ αυτών και οι διευθύνσεις αυτών, εκ της ανωτέρω δε καταχώρισης σαφώς προκύπτει ότι μεταβιβάσθηκε και η απαίτηση από την υπι αριθμ. ....../17-1-2005 σύμβαση πίστωσης και τις ταυτάριθμες πρόσθετες πράξεις αυτής, βάσει των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...../2021 διαταγή πληρωμής, δημοσιευθείσας της σχετικής μεταβολής (επαναγοράς) της από 12-09-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ..../10-3-2021 στον τόμο ... και με αριθμό .... σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1088 του Ν.3156/2003. Δυνάμει της από 16.03,2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ της «Τράπεζα ...... Ανώνυμος Εταιρεία» και της εταιρείας με την επωνυμία «……. », που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του ν. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. ΑΚ, η Τράπεζα Πειραιώς μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία – δικαιούχο χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων ή/και πιστώσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από την ανωτέρω σύμβαση, όπως αναγράφεται στην από Μάρτιο 2021 από 93 έως 5924 λίστα μεταβίβασης του παραρτήματος με αριθμ. πρωτ. …./17.03.2021 από το καταχωρηθέν στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο .... και αύξ. Αριθμ. ..... (σελ. από 1 έως 5924), στην οποία έχουν καταχωρηθεί, με αύξοντα αριθμό 1.... ο αριθμός σύμβασης …… το τρέχον υπόλοιπο και μάλιστα και των δύο υπ’ αριθμ. ….. και ….. λογαριασμών της σύμβασης ύψους 395.047,88 ευρώ και 2.590.000 ευρώ αντίστοιχα, τα στοιχεία της πιστούχου εταιρείας και των εγγυητών, καθώς και τα ΑΦΜ αυτών, εκ της ανωτέρω δε καταχώρισης σαφώς προκύπτει ότι μεταβιβάσθηκε και η απαίτηση από την υπ’ αριθμ. …… σύμβαση πίστωσης και τις ταυτάριθμες πρόσθετες πράξεις αυτής, και τα κατάλοιπα των λογαριασμών οριστικής καθυστέρησης στα οποία μεταφέρθηκαν τα υπόλοιπα των αλληλόχρεων λογαριασμών μετά το κλείσιμό τους βάσει των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …../2021 διαταγή πληρωμής. Τέλος, με την από 16-3-2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 10 παρ. 14 και 16 ν, 3156/2003), που καταχωρήθηκε με αριθμό …../17-3-2021 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο .... και αριθμό ...., ανατέθηκε η διαχείριση των μεταβιβασθεισών στην εταιρεία «….» απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και της απορρέουσας από την υπ’ αριθμ. …../17-1-2005 σύμβαση πίστωσης και των πρόσθετων πράξεων αυτής, στην καθ’ ης. Συνεπεία των ανωτέρω η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…..» τυγχάνει ειδική διάδοχος δικαιούχος της απαίτησης, που επιδικάστηκε με την ως άνω διαταγή πληρωμής κα απορρέει από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως άλλωστε προκύπτει από τα καταχωρηθέντα στις προεκτιθέμενες λίστες μεταβίβασης απαιτήσεων των παραρτημάτων των ανωτέρων συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης, στις οποίες αναγράφεται ο αριθμός ... και τα λοιπά στοιχεία των ανακοπτόντων οφειλετών, αλλά κυρίως αναγράφονται τα στοιχεία των λογαριασμών οριστικής καθυστέρησης και τα υπόλοιπα αυτών, εκ των οποίων ταυτοποιείται η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής με την μετά βι βασθείσα στην εταιρεία με την επωνυμία «…… », τη διαχείριση της οποίας ανέλαβε η καθ* ης η «….. HELLAS», δηλαδή η απαίτηση εκ της σύμβασης πίστωσης και των χρεωστικών καταλοίπων που προέκυψαν κατά το κλείσιμο των τηρούμενων στα πλαίσια λειτουργίας των αλληλόχρεων λογαριασμών, απορριπτομένου του σχετικού λόγου ανακοπής ως αβάσιμου. Ήδη, η καθ’ ης η ανακοπή, με την από 4-1-2021 εξώδικη, που επιδόθηκε στην πιστούχο και τους εγγυητές, την 12-2-2021 και 17-2-2021, όπως διαλαμβάνουν και οι ίδιοι ανακόπτοντες στην ανακοπή τους, κατήγγειλε την αρχική σύμβαση πίστωσης και ενημέρωσε ότι για το κλείσιμο των λογαριασμών, όπως και έγινε την 8-12-2020. Περαιτέρω, με την από 27-5-2021 και με Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ……/2021 αίτησή της, η καθ’ ης, υπό την ως άνω ιδιότητά της, στην οποία διαλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, τα ανωτέρω, επισυνάπτονταν οι κινήσεις των προαναφερόμενων λογαριασμών και με την οποία η καθ’ ης περιόρισε το ποσό της ως άνω συνολικής απαίτησής της από το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο των τη ρού μενών λογαριασμών καθυστέρησης αλληλόχρεων λογαριασμών (με αριθμ. …. και …..) που τηρήθηκαν στα πλαίσια της ως άνω υπ’ αριθμ. ……/17-1-2005 σύμβασης πίστωσης και ανερχόταν κατά την 8-12- 2020 στο συνολικό ποσό των 2.983.050,67 ευρώ (393.502,88 ευρώ και 2.590.000 αντίστοιχα), στο ποσό των 500.000 ευρώ, επιφυλασσόμενη ρητώς για την αναζήτηση του υπολοίπου με κάθε νόμιμο μέσο, ζητούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής η οποία να επιδικάζει στη δικαιούχο αυτής την παραπάνω απαίτησή της περιορισμένα μόνο για το ποσό των 500.000 ευρώ, εντόκως από την 9-12-2020 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση με τον ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο. Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ...../2021 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκαν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον στην δικαιούχο της απαίτησης αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία ‘’….. ‘’ το ποσό των 500.000 ευρώ, εντόκως με το νόμιμο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας από 9-12-2020 μέχρι την εξόφληση, με ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο, καθώς και 10.500,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Στην ως άνω διαταγή πληρωμής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, κατά το κρίσιμο μέρος της α) ότι η καθ’ ης η ανακοπή με την αίτησή της ζητούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για απαίτηση προερχόμενη από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, μεταξύ των οποίων και της πρόσθετης αυτής πράξη χορήγησης δανείου που τηρήθηκε στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης πίστωσης, και συγκεκριμένα ζητούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για την απαίτησή της από το χρεωστικό υπόλοιπο που εμφάνιζαν οι ως άνω υπ’ αριθμ. …. και ….. λογαριασμοί που τηρήθηκαν στα πλαίσια της ως άνω υπ’ αριθμ. …../17-1-2005 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων και συμβάσεων, και οι οποίοι αλληλόχρεοι λογαριασμοί έκλεισαν οριστικά την 8-12-2020, με χρεωστικό κατάλοιπο ύψους 2.590.000 ευρώ και 393.502,88 ευρώ (και συνολικού ύψους 2.983.502,88 ευρώ) αντίστοιχα, τα οποία και μεταφέρθηκαν στους υπ’ αριθμ. ….. και ….. λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης αντίστοιχα με ισόποσες εγγραφές, οι κινήσεις των οποίων λογαριασμών προσκομίστηκαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, β) ότι την 8-12-2020, η πιστώτρια τράπεζα έκλεισε ταυτοχρόνως οριστικά τους τηρούμενους στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης υπ’ αριθμ. …. και …. αλληλόχρεους λογαριασμούς και το οριστικό χρεωστικό υπόλοιπο αυτών εις βάρος της πιστούχου και των εγγυητών ύψους 2.590.000 ευρώ και 393.502,88 αντίστοιχα (και συνολικού ύψους 2.983.502,88 ευρώ), μεταφέρθηκαν αντιστοίχους στους υττ’ αριθμ. αριθμ. ….. και …. λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης με ισόποση χρέωση αυτών με το ως άνω κατάλοιπό τους, η κίνηση των οποίων λογαριασμών επισυνάφθηκε στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και προσκομίστηκε κατά την έκδοσή της. Η συνολική οφειλή, επομένως, της πιστούχου και των εγγυητών από την ως άνω σύμβαση πίστωσης, ανέρχεται στο ποσό των 2.983.502,88 ευρώ και γ) ότι εξαιτίας της μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων των καθ'ών η διαταγή πληρωμής, μολονότι οχλήθηκαν επανειλημμένους, η τότε δικαιούχος της απαίτησης «…… COMPANY», έκλεισε τους ως άνω τηρηθέντες στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης λογαριασμούς, με χρεωστικό, εις βάρος της πρώτης των καθ’ων, υπόλοιπο ανερχόμενο (κατά το οριστικό κλείσιμο την 8-12-2020) στο συνολικό ποσό των (2.590.000 + 393.502,88 =) 2.983.502,88 € και ότι με την από 4-1-2021 εξώδικη όχληση-καταγγελία και πρόσκληση, που επιδόθηκε στους καθ'ων, γνωστοποιήθηκε στους καθ’ ων το οριστικό κλείσιμο της σύμβασης και το χρεωστικό κατάλοιπο αυτής κατά το χρόνο κλεισίματος των λογαριασμών, το οποίο καλούνταν να καταβάλλουν, ήτοι το ποσό των (2.590.000 + 393.502,88 -) 2.983.502,88 €, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ο καθένας, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από την επομένη του κλεισίματος των λογαριασμών, ήτοι την 9-12-2020 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με τον ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο, σύμφωνα με τη σύμβαση και το νόμο, και τις νόμιμες επιβαρύνσεις και έξοδα. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής προσκομίστηκαν όλοι οι τηρούμενοι λογαριασμοί από την τελευταία αναγνώριση των υπολοίπων την 5-8-2016 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης και το κλείσιμο των λογαριασμών, έτσι ώστε να αποδεικνύεται η εγγράφως η επιδικασθείσα απαίτηση, δοθέντος μάλιστα ότι βάσει ρητού όρου της σύμβασης τα αποσπάσματα των λογαριασμών αποτελούν πλήρη απόδειξη για την απαίτηση. Με βάση τα ανωτέρω, η αιτούσα ζητούσε υπό την παραπάνω ιδιότητά της να εκδοθεί διαταγή πληρωμής εις βάρος των καθ’ ων, η οποία να επιδικάζει την παραπάνω απαίτηση στην εταιρεία με την επωνυμία «…… ...» περιορισμένα, μόνο για το ποσό των 500.000,00 ευρώ, εντόκως από την 9-12-2020 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με τον ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο, επιφυλασσόμενη ρητά για την αναζήτηση του υπολοίπου με κάθε νόμιμο μέσο. Περαιτέρω, ενόψει και των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η διατασσόμενη δια της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 5.186/2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, καθόσον από τον εκτελεστό αυτό τίτλο προκύπτει κατά ποσόν και ποιόν. Εξάλλου, δεν έχει καταστεί ανεκκαθάριστη από τον γενόμενο από την καθ’ ης στην από 27-5-2021 αίτησή της για την έκδοσή του περιορισμό της απαίτησης από το συνολικό ποσό των 2.983.502,88 ευρώ σε αυτό των 500.000 ευρώ, αφού αυτός είναι καθόλα ορισμένος, δοθέντος ότι πρόκειται για μια συνολική οφειλή απορρέουσα από την ένδικη σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, προερχόμενη, κατά τα ανωτέρω, από τα χρεωστικά υπόλοιπα των προαναφερθέντων λογαριασμών, μάλιστα δε νομίμως προβλέφθηκε η μεταφορά στους τηρούμενους στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και η καταχώρηση σε αυτούς ως χρεωστικών κονδυλίων τους αλληλόχρεων λογαριασμών, τους οποίους είχε δικαίωμα να κλείσει οριστικά, αναζητώντας το κατάλοιπό τους, δεν απαρτίζεται από περισσότερα κονδύλια ούτε χωρίζεται σε επιμέρους απαιτητά κονδύλια, αλλά αντίθετα ένα ενιαίο σύνολο, προερχόμενο από τα χρεωστικά κατάλοιπα των τηρούμενων λογαριασμών της σύμβασης πίστωσης και επομένως δεν υπάρχουν διάφορα κονδύλια που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, αλλά μία ενιαία απαίτηση (ύψους 2.983.502,88 ευρώ που συνιστά το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο των τηρηθέντων λογαριασμών σε βάρος της πιστούχου από την υπ’ αριθμ. ……/17-1-2005 σύμβαση πίστωσης κατά την 8-12-2020). σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στις σχετική νομική σκέψη, δοθέντος και του ότι βάσει αυτής (της σύμβασης) προβλεπόταν ο εξάμηνος ανατοκισμός των οφειλόμενων τόκων, που τέτοιον αφορούν οι αναγραφόμενες σε αυτούς χρεώσεις, και η κεφαλαιοποίηση του οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση κλεισίματος λογαριασμών, όπως οι προγενέστεροι τηρούμενοι, η εν λόγω δε σύμβαση αποτελεί την μοναδική αιτία της πληρωμής, για την οποία ζητήθηκε και εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πίστωση ήταν μία και δη η συμφωνηθείσα δυνάμει της αρχικής σύμβασης και ότι στο πλαίσιο δυνατότητας χρήσης της πίστωσης με τη χορήγηση δανείου, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν στη χορήγηση του χρεολυτικού δανείου, που δεν συνιστά αυτοτελή σύμβαση, με σκοπό την αναδιάρθρωση της οφειλής τους από τη σύμβαση πίστωσης και την αποπληρωμή ποσού 2.605.000 ευρώ ως εξόφληση μέρους της απορρέουσας οφειλής τους από την ως άνω σύμβαση πίστωσης, συμφωνώντας επιπλέον στη δυνατότητα της Τράπεζας να μεταφέρει το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό στον τηρούμενο, στο πλαίσιο της σύμβασης του αλληλόχρεου, λογαριασμό (βλ. και σχετ. ΑΠ 529/2022 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, δεν απαιτούνταν για το ορισμένο του επιδικαζόμενου ποσού, ο προσδιορισμός των επιμέρους κονδυλίων στα οποία αναφερόταν ο περιορισμός, δηλαδή ποιο τμήμα της ανάγεται στη από 5-8-2016 σύμβαση χρεολυτικού δανείου και ποιο στην από 17-1-2005 σύμβαση παροχής πίστωσης, όπως εσφαλμένως διαλαμβάνουν οι ανακόπτοντες στον εξεταζόμενο λόγο ανακοπής τους, δοθέντος ότι η αιτία της πληρωμής, για την οποία ζητήθηκε και εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής είναι η σύμβαση πίστωσης, εκ της οποίας απορρέει η επιδικαζόμενη απαίτηση. Επομένως, το υπό στοιχείο β1 σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εξάλλου, η καθ’ ης η ανακοπή δεν εμποδιζόταν να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής για ένα μέρος μόνο της χρηματικής απαίτησης που είχε κατά των ανακοπτόντων από το συνολικό κατάλοιπο των ως άνω λογαριασμών, τηρηθέντων στα πλαίσια της σύμβασης πίστωσης, έστω και αν από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνυόταν ολόκληρη η απαίτηση, επιπλέον, δε, το αίτημα για επιδίκαση μέρους της αρχικής απαίτησης δεν θίγει την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ούτε και καθιστά αυτήν ανεκκαθάριστη. Συνεπώς, αμφότεροι οι εξεταζόμενοι λόγοι ανακοπής, ήτοι το σκέλος β1 και β2 του πρώτου λόγου ανακοπής και ο δεύτερος λόγος ανακοπής, τυγχάνουν στο σύνολό τους απορριπτέοι.

Οι ανακόπτοντες, με το γ’ σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής τους βάλλουν κατά του ύψους και του εκκαθαρισμένου της απαίτησης της καθ’ ης, επικαλούμενοι ότι αυτή περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις από τη μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/75 και τον ανατοκισμό της, που έλαβαν χώρα βάσει αδιαφανούς όρου, καθόσον από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίζονται δεν είναι δυνατόν ο διαχωρισμός των επί μέρους ποσών, αφενός μεν λόγω του είδους των εγγράφων, αφετέρου δε λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών του ανατοκισμού της εισφοράς στα ποσά του ανατοκισμού των τόκων και εξόδων με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού της οφειλής και της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός της ανακοπής τυγχάνει αόριστος, διότι δεν εκτίθεται ποιες είναι οι παράνομες χρεώσεις από την τράπεζα, ώστε να αφαιρεθούν αυτές από το συνολικό ποσό της απαίτησης, αλλά ανάγονται σε μία γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του τηρούμενου λογαριασμού. Όφειλαν, δε εν προκειμένω, οι ανακόπτοντες να παραθέσουν πότε και με ποιο τρόπο έλαβε χώρα η χρέωση της εισφοράς του ν. 128/75 και περαιτέρω ο ανατοκισμός αυτής, ήτοι με ποιον τρόπο χρεώθηκε και ανατοκίσθηκε η εισφορά, ποιο είναι το πράγματι οφειλόμενο ποσό και συνεπώς οι επιτρεπόμενοι και οφειλόμενοι τόκοι επ’ αυτού, από πότε και σε ποια κονδύλια εντοπίζεται η παράνομη χρέωση και ο ανατοκισμός της εισφοράς και ποιο είναι το τελικό ύψος του ποσού που έχει προελθεί από τις δήθεν παράνομες αυτές χρεώσεις. Ο ειδικότερος δε προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολο της (ΕφΑΘ 13/2024 ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, πέραν της αοριστίας του, ο ως άνω λόγος ανακοπής ως προς το συγκεκριμένο σκέλος του τυγχάνει απορριπτέος και ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου τραπεζικών δανείων, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας τράπεζας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής, αφού δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Η επιβολή δε, της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση - κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 669/2020, ΑΠ 3430/2012, ΕφΑΘ 13/2024 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω δε και ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/1975, και υπό την εκδοχή ότι έλαβε χώρα τέτοιος ανατοκισμός, είναι νόμιμος, αφού δεν πρόκειται για αξίωση ή οποιαδήποτε δαπάνη της πιστώτριας Τράπεζας, αλλά, σύμφωνα με τους άνω συμβατικούς όρους, για μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και ως εκ τούτου νόμιμα κεφαλαιοποιείται, εκτοκίζεται και ανατοκίζεται (ΕφΔυτΜακ 34/2019, ΜΕφΑΘ 105/2019, ΕφΘεσ. 2256/2018 ΝΟΜΟΣ). Συνακόλουθα, δεν τίθεται θέμα μη εκκαθαρισμένου του ύψους της απαίτησης, καθώς, εφόσον με ειδικό όρο της επίδικης σύμβασης πίστωσης, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, έγινε ειδική αναφορά για τη χρέωση των ανακοπτόντων και με την εισφορά του ν. 128/1975, αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη, αφού δε είναι επιτρεπτή η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/75, νομίμως έχουν συμπεριληφθεί τα σχετικά ποσά στην επιδικαζόμενη απαίτηση, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται η δυνατότητα απόδειξής της από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ακόμη και εάν δεν αποδεικνύεται από αυτά το ποσό της επιβάρυνσης με την εισφορά με διακριτό τρόπο.

Ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή- δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6- 2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005, ΝΟΜΟΣ). Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ’ αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α' 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν στις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δ1 σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη ανακοπή διαταγής είναι ακυρωτέα, διότι στην ένδικη σύμβαση περιέχεται όρος, σύμφωνα με τον οποίο υποχρεούνται να καταβάλλουν τόκο, υπολογιζόμενο με βάση έτος 360 ημέρες, ο οποίος είναι άκυρος ως καταχρηστικός, με αποτέλεσμα την υπερχρέωση της ένδικης οφειλής και την επιβάρυνση των ιδίων με τόκο, προσαυξημένο κατά 1,3889%. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος, καθώς δεν εκτίθεται για την πληρότητά του, πως ο όρος αυτός επέδρασε στη διαμόρφωση του οφειλόμενου ποσού, ούτε εκτίθεται κατά ποιο ποσό συγκεκριμένα επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας του όρου αυτού (βλ. και ΕφΛαμ. 5/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ. 1566/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ Αρμ 2010. 1829), ούτε όμως οι ανακόπτοντες προσδιορίζουν, όπως όφειλαν, το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκε με τον υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών σε σχέση με τον υπολογισμό με βάση έτος 365 ημερών, ώστε τα εν λόγω κονδύλια να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της απαίτησης, δεδομένου ότι αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της και, συνεπώς, για το ορισμένο του λόγου αυτού όφειλαν οι ανακόπτοντες επιπλέον να επικαλεστούν τα κονδύλια που χρεώθηκαν στο συνολικά οφειλόμενο ποσό λόγω των παράνομων επιβαρύνσεων, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής του συγκεκριμένου λόγου, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το υπερβάλλον ποσό των παρανόμων υπολογισμών, αφού είναι πρόδηλο ότι, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, εν προκειμένω, το σύνολο της βεβαιωθείσας δια της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής απαίτησης της καθ’ ης, αλλά μερικότερο κονδύλιο αυτής (βλ. σχετ. και ΑΠ 123/2023 ΝΟΜΟΣ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 333/2019, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία (- Μάζη), ΚΠολΔ2, άρθρο 951, σ. 341). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η δικαιοπάροχος της αντιδίκου Τράπεζας Πειραιώς προέβη στην καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης παροχής πίστωσης και της σύμβασης παροχής χρεολυτικού δανείου και στο κλείσιμο των τηρούμενων σε εξυπηρέτησή τους λογαριασμούς, όλως καταχρηστικώς και αναιτιολόγητα, προβαίνοντας σε εσπευσμένη αδικαιολόγητη καταγγελία, λόγω της πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας της πιστούχου εταιρείας, οφειλόμενης στην γενικότερη δυσμενή οικονομική συγκυρία λόγω της πανδημίας του covid19 και της εξ αυτής αναστολής κάθε οικοδομικής δραστηριότητας. Ότι παρόλο που η Τράπεζα τελούσε σε πλήρη γνώση της πρόσκαιρης οικονομικής της αδυναμίας της πιστούχου, η οποία παρακώλυσε κάθε προσπάθειά της να φανεί συνεπής στις ρυθμίσεις που συνομολόγησε με την δικαιοπάροχο της αντιδίκου, και δικαιολογούσαν την επίδειξη ανοχής εκ μέρους της μέχρι να καταστεί και πάλι ικανή να επιμεληθεί των υποθέσεών της, εντούτοις προέβη σε προδήλως καταχρηστική καταγγελία των συμβάσεων, μη σταθμίζοντας τα εύλογα συμφέροντα της πιστούχου καί των εγγυητών και χωρίς αυτή να αποκομίζει οποιοδήποτε πρόσθετο όφελος. Ότι η τράπεζα θα μπορούσε να εμμείνει στη σύμβαση και να αναμείνει για εύλογο χρονικό διάστημα την υπέρβαση του κωλύματος της πιστούχου και την αποκατάσταση της δυνατότητάς της να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της, χωρίς να κινδυνεύει να υποστεί κατά την πρόσθετη αυτή περίοδο χάριτος που όφειλε κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να παράσχει στην πιστόύχο οποιαδήποτε οικονομική ζημία, εφόσον η θέση έναντι της πιστούχου ήταν απολύτως κατοχυρωμένη, η δε απαίτησή της διασφαλίζονταν λόγω των καταπλεονεκτικών συμβατικών όρων τους, οποίους μονομερώς η Τράπεζα Πειραιώς επέβαλε, όπως την παροχή εγγυήσεων των εννέα συνυπόχρεων προσώπων - ανακοπτόντων. Ότι το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής απαίτησης της Τράπεζας, ήτοι το ποσό των 2.590.500 ευρώ από συνολική απαίτηση 2.983.502,88 ευρώ, προέρχεται από την από 5-8-2016 σύμβαση χορήγησης χρεολυτικού δανείου, το οποίο ποσό ήταν εξολοκλήρου καταβλητέο σε μία δόση και δη την 5-8-2021. Ότι η Τράπεζα πριν επέλθει η δήλη ημέρα πληρωμής του και προτού καν συμπληρωθεί η πενταετής προθεσμίας αποδόσεως του δανείου, και δη έξι μήνες πριν την λήξη της προθεσμίας εξόφλησής του, γνωστοποίησε στους ανακόπτοντες με εξώδικη δήλωσή της ότι έκλεισε τους λογαριασμούς και για τις δύο συμβάσεις, επικαλούμενη τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου από την σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και μόνον, της οποίας όμως το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν 393.502,88 ευρώ, ήτοι σαφώς μικρότερο σε σχέση με το συνολικό πιστωτικό όριο και με την απαίτηση από το χρεολυτικό δάνειο, την εξόφληση της οποίας όφειλε να αναμένει κατά τη δήλη ημέρα που είχε οριστεί. Ότι για τον λόγω αυτό είναι άκυρη λόγω καταχρηστικότητας η καταγγελία όσο και, συνακόλουθα, η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Με αυτό, ωστόσο, το περιεχόμενο, ο κρινόμενος λόγος θα πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμος, καθώς και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν από μόνα τους να καταδείξουν ότι η συμπεριφορά της καθ’ ης Τράπεζας υπερέβη, στην επίδικη περίπτωση και σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης, να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση τη δεδομένη χρονική στιγμή και να επιδιώξει την έκδοση του ως άνω εκτελεστού τίτλου το έτος 2021, να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Επιπλέον, μόνες οι επαχθείς συνέπειες που συνεπάγεται η καταγγελία για του ανακόπτοντες δεν καθιστούν την συμπεριφορά της Τράπεζας μη ανεκτή κατά το δίκαιο, κακόβουλη και κείμενη εκτός των ορίων που θέτουν τα χρηστά ήθη και η καλή πίστη, αφού η ανωτέρω επιλογή εντάσσεται στο δικαίωμα διαχείρισης της περιουσίας της. Άλλωστε οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται για ποιο λόγο η καθ’ής προέβη στην εν λόγω ενέργεια χωρίς συμφέρον προς τούτο, ώστε να αξιωθεί η θυσία του δικαιώματος της για την επιδίωξη ικανοποίησης της απαίτησής της, αφού είναι εύλογο το συμφέρον της από την καταγγελία της σύμβασης και ακολούθως την είσπραξη της προς αυτήν οφειλής των ανακοπτόντων. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της Τράπεζας επέφερε τυχόν βλάβη στους ανακόπτοντες, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λχ όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, να εισπράξει την απαίτηση του, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες, όπως και οι ίδιοι εκθέτουν στην ανακοπή, υπήρξαν ασυνεπείς ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων ως προς τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με το χρεωστικό υπόλοιπο κατά τον χρόνο της καταγγελίας να ανέρχεται σε 393.502,88 ευρώ, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνο αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που δεν προκύπτει από τα ιστορούμενα από τους ανακόπτοντες στο δικόγραφο της ανακοπής τους. Αντιθέτως, όπως και οι ίδιοι εκθέτουν στον λόγο της ανακοπής τους, είχαν ήδη σταματήσει να εκπληρώνουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, ευρισκόμενοι σε οικονομική αδυναμία, [η οποία (αδυναμία) σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά λόγο απαλλαγής τους από αυτήν (ΑΠ 1080/2001 και ΠΠρΑΘ 5479/2009 ΝΟΜΟΣ)], ενώ ουδόλως αναφέρουν πώς θα ανέκαμπταν με βεβαιότητα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (καθώς αναφέρεται ότι η καταγγελία επισυνέβη 6 μήνες νωρίτερα από τη λήξη πληρωμής του χρεολυτικού δανείου) από την πρόσκαιρη, κατά τους ίδιους, οικονομική αδυναμία τους, έτσι ώστε να είναι σε θέση, ενόψει μάλιστα και των δυσμενών συνθηκών που επικρατούν στον τομέα της δραστηριοποίησής τους (οικοδομική δραστηριότητα), να ανακάμψουν και να είναι συνεπείς στην εφάπαξ πληρωμή τόσο μεγάλου ποσού, πόσω δε μάλλον ουδόλως διαλαμβάνουν ότι θα εξοφλούσαν και μάλιστα με βεβαιότητα κατά την λήξη του την 5-8-2021 το ποσό των 2.590.000 ευρώ, για το οποίο είχαν ήδη από την σύναψή του την 5-8-2016 πενταετή προθεσμία απόδοσής του, λαμβανομένου υπόψη ότι ήδη το χρεωστικό σε βάρος τους υπόλοιπο εκ της σύμβασης πίστωσης ήταν 393.502,88 ευρώ. Προσέτι, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το δικαίωμα της Τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της, οι δε ανακόπτοντες δεν εισφέρουν, στην προκειμένη περίπτωση, πρόσθετα στοιχεία συμπεριφοράς της Τράπεζας, από τα οποία να προκύπτει ότι τους δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της για καταγγελία της σύμβασης και εξ αυτού του λόγου κλείσιμο των λογαριασμών.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει, η κρινόμενη ανακοπή να απορριφθεί στο σύνολό της και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ενώ τα δικαστικά έξοδα να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω δυσχέρειας ερμηνείας των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.

ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθμ……./2021 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ την 21-7-2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, την 29-8-2025.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]