ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 13ο ENOXIKO
ΑΡΙΘΜΟΣ 360/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Αλέξανδρο Ζιάκα, Πρόεδρο Εφετών Ελένη Λευθεριώτου, Εφέτη, Γλυκερία Λουΐζα Ιωαννίδου και από την Γραμματέα Έλενα Πάίλα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10.10.2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΕΦΕΣΗ
Του Εκκαλούντος: …., κατοίκου Αθηνών, οδός ... αρ. .., συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….» και τον δ.τ. «... ΑΕ», πρώην εδρεύουσα στον …. Αττικής, … και ΑΦΜ …. της ΔΌΎ Μεγάλων Επιχειρήσεων, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, ανακάλεσε την υποβληθείσα -κατ’ άρθρον 242 ΚΠοΛΔ- δήλωση, κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε то …. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ.
Των Εφεσίβλητων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία “... ΣΟΥΠΕΡ МАРКЕТ ΑΕΕ”, με το διακριτικό τίτλο “... Α.Ε.”, με ΑΦΜ … Δ.Ο.Y Μεγάλων Επιχειρήσεων, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2) ... ... του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ΒΙ.ΠΕ.Θ, με ΑΦΜ .../ΔΟΥ ...Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Γεωργίας Κουφάκη, δια της οποίας είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό, κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε то ... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ.
ΑΝΤΕΦΕΣΗ
Του Αντεκκαλούντος: ... ... του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ΒΙ.ΠΕ.Θ., με ΑΦΜ .../ΔΟΥ ...Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Γεωργίας Κουφάκη, δια της οποίας είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό, κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε то.... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ.
Του Αντεφεσίβλητου: …, κατοίκου Αθηνών, οδός ... αρ. 42, συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ….» και τον δ.τ. «... ΑΕ», πρώην εδρεύουσα στον …. Αττικής, … και ΑΦΜ …. της Δ.ΟΎ Μεγάλων Επιχειρήσεων, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, ανακάλεσε την υποβληθείσα -κατ’ άρθρον 242 ΚΠοΛΔ- δήλωση, κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε то …. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ.
Ο ενάγων (και ήδη εκκαλών και αντεφεσίβλητος) άσκησε κατά της εταιρείας με την επωνυμία «... …» (ήδη πρώτης εφεσίβλητης) και του ... ... (ήδη δεύτερου εφεσίβλητου και αντεκκαλούντος) την από 2.7.2013 αγωγή με αντικείμενο την ανάκληση πτωχευτικής δικαιοπραξίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../2.7.2013). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 639/2019 μη οριστική απόφασή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης. Η αγωγή επανήλθε προς συζήτηση με την από 10.10.2019 κλήσή του ενάγοντος/ήδη εκκαλούντος και αντεφεσίβλητου (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. .../ 17.10.2019), ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 27η.11.2019 και μετ' αναβολή η 18η.3.2020. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η αγωγή δεν συζητήθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας της πανδημίας Covid-19, μεταφέρθηκε δε στη δικάσιμο της 3ης.9.2020, οπότε συζητήθηκε και εκδόθηκε η 43/2022 απόφασή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία, αφού εκδικάσθηκε η αγωγή ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιβλήθηκε σε βάρος των εναγομένων/εφεσιβλήτων μέρος των δικαστικών εξόδων. Κατά της απόφασης αυτής: 1 ) Ο ενάγων και ήδη εκκαλών και αντεφεσίβλητος άσκησε την από 12.12.2023 έφεσή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά των ως άνω εναγομένων/εφεσιβλήτων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. .../13.12.2023), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. .../13.12.2023) και 2) Ο δεύτερος των εναγομένων και ήδη δεύτερος των εφεσιβλήτων και αντεκκαλών άσκησε την από 9.9.2024 αντέφεσή του κατά του ως άνω ενάγοντος/εκκαλούντος/αντεφεσίβλητου, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. .../9.9.2024), αμφότερες δε προσδιορίσθηκαν να συζητηθούν στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και εγγράφηκαν στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση, οπότε η έφεση και η αντέφεσή συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο (αρ.πιν. … και …), η πρώτη των εφεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι λοιποί διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν, να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις, που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Παραδεκτά συνεισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο (άρθρα 741 και 19 ΚΠολΔ, ως το τελευταίο άρθρο ίσχυε κατά την άσκηση των εφέσεων και όπως ισχύει ήδη υπό την ταυτόσημη διάταξη του εδ. β του άρθρου 19 ΚΠολΔ, ήτοι μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 7 του ν. 5134/2024): 1) Η από 12.12.2023 έφεσή του εκκαλούντος/αντεφεσίβλητου κατά των ως άνω εφεσιβλήτων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. .../13.12.2023) και 2) Η από 9.9.2024 αντέφεσή του δευτέρου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. .../9.9.2024), αμφότερες των οποίων στρέφονται κατά της 43/2022 απόφασής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), που εκδόθηκε επί της από 2.7.2013 αγωγής του εκκαλούντος/αντεφεσίβλητου κατά των ήδη εφεσιβλήτων (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../ 2.7.2013). Με την εκκαλουμένη δε απόφαση, που είχε ως αντικείμενο την ανάκληση ως επιζήμιας, κατά τα άρθρα 41 επ. του ν. 3588/2007, της από 15.11.2020 σύμβασης πώλησης, που είχε καταρτισθεί μεταξύ των εφεσιβλήτων και αφού εκδικάσθηκε η αγωγή ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έγινε εν μέρει δεκτή (η αγωγή) ως ουσιαστικά βάσιμη, ανακλήθηκε μερικώς η από 15.11.2010 σύμβαση πώλησης και υποχρεώθηκε ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών να αναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία τμήμα του συνόλου των κινητών, που είχε αποτελέσει αντικείμενο της σύμβασης, συνολικής αξίας 90.500 ευρώ, για την περίπτωση δε που ήθελε διαπιστωθεί, ότι η αυτούσια αναμεταβίβαση δεν είναι εφικτή, υποχρεώθηκε να καταβάλει στο σύνδικο της πτωχεύσεως το ισάξιο των ανωτέρω κινητών ποσού 90.500 ευρώ σε χρήμα, ενώ επιβλήθηκε σε βάρος των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων μέρος των δικαστικών εξόδων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ως άνω έφεση και η αντέφεσή πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, ενόψει και του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της αντέφεσης (άρθρα 741, 246 και 524 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ΕφΑθ 2184/2021, ΕφΑθ 2703/2021 ΤΝΠ Ισοκράτης) κατά την ίδια, ως και πρωτοδίκως, ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και δη ερήμην η έφεση ως προς την απολιπόμενη κατά τη συζήτησή της πρώτη εφεσίβλητη (πτωχή) αλλά σαν ήταν και αυτή παρούσα (άρθρα 754 και 764 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης (βλ. την …..2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), αντιμωλία δε κατά τα λοιπά τόσο ως προς την έφεση όσο και ως προς την αντέφεσή των λοιπών διαδίκων. Σημειώνεται συναφώς, ότι δεν κρίνεται αναγκαίο να διαταχθεί κλήτευση της πρώτης εφεσίβλητης για τη συζήτηση της αντέφεσης, λαμβανομένης υπόψη της παρακολουθηματικής της φύσεως σε σχέση με την έφεση, του χαρακτήρα της ως ιδιαίτερου ένδικου βοηθήματος άμυνας του εφεσίβλητου (Ολ.ΑΠ 180/1979), του ότι η πτωχή δεν ήταν αντίδικος του αντεκκαλούντος στην πρωτοβάθμια δίκη (πρβλ. ΑΠ 457/2020 δημοσιευμένη σε sakkoulason.gr), ενώ και από το άρθρο 748 παρ. 2 ΚΠολΔ -που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω κατ' άρθρον 760 εδ. α του ίδιου Κώδικα- προκύπτει δυνατότητα και όχι υποχρέωση του Δικαστηρίου να διατάξει την κλήτευση της, δοθέντος ότι εξασφαλίζεται στην πρώτη εφεσίβλητη το δικαίωμα πρόσθετης παρέμβασης στη σχετική δίκη με την κλήτευση της από τον εκκαλούντα.
Εξάλλου, τόσο η από 12.12.2023 έφεσή του εκκαλούντος/ αντεφεσίβλητου όσο και η από 9.9.2024 αντέφεσή του δεύτερου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος, ασκήθηκαν κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 741, 748, 760 εδ. α', 761, 762, 495 παρ. 1, 2, 3 περ. Α. υποπερ. Γ, 500, 511, 513 παρ. 1 β, 518 παρ. 2, 522, 523 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, 55 του ν. 3588/2007 και 61 παρ. 1, 2 και 4 του ν. 4194/2013 και ειδικότερα: 1) Η έφεση ασκήθηκε δια της καταθέσεως ιδιαιτέρου δικογράφου στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../13.12.2023), μετά του ... γραμματίου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α, του …. ηλεκτρονικού παράβολου της Γ.Γ.Π.Σ, ποσού 150 ευρώ και της από 12.12.2023 απόδειξης καταβολής αυτού της Τράπεζας …. Bank, εντός της -κατ' άρθρον 518 παρ. 2 ΚΠολΔ- διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, που εκκίνησε από τη δημοσίευσή της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 31.1.2022, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης και 2) η αντέφεσή ασκήθηκε δια της καταθέσεως αυτοτελούς δικογράφου στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. .../9.9.2024), που επιδόθηκε στον εκκαλούντα/αντεφεσίβλητο στις 13.9.2024, ήτοι 15 και πλέον ημέρες πριν τη συζήτηση, ως η προθεσμία αυτή ορίσθηκε κατά την κατάθεση της αντέφεσης (βλ. ορισμό σχετικής προθεσμίας κοινοποίησης στην .../2024 έκθεση κατάθεσης, σε συνδυασμό με την …. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….). Προσέτι, καθόσον η έφεση και η αντέφεση ασκήθηκαν αντιστοίχως από τους εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό, ήτοι αφενός εκκαλούντα, σύνδικο της πτώχευσης και αφετέρου τον αντεκκαλούντα, πλήττεται δε η εκκαλουμένη απόφαση και ζητείται η εξαφάνισή της καθο μέρος βλάπτεται έκαστος, για τους λόγους, που εκτίθενται στην έφεση και στην αντέφεση -ανάγονται δε και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων- και ειδικότερα: ι) δια της έφεσης πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση τόσο κατά το μέρος, που απορρίφθηκε η αγωγή ανάκλησης της από 15.11.2010 σύμβασης πωλήσεως, όσο και κατά το μέρος, που έγινε δεκτή, διότι με την εκκαλουμένη απόφαση διατάχθηκε η αναμεταβίβαση μέρους των πωληθέντων κινητών, χωρίς να προσδιορίζεται ποιά είναι τα επιμέρους κινητά, που πρέπει να επαναμεταβιβασθούν, ώστε να μην είναι δεκτική εκτέλεσης η απόφαση και ιι) δια της αντέφεσης πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθο ανακλήθηκε η ίδια σύμβαση πωλήσεως, ήτοι το ίδιο κεφάλαιο, που πλήττεται με την έφεση, δεδομένου ότι η όλη αγωγική αξίωση είναι ενιαία, πηγάζει από την ίδια επακριβώς δικαιοπραξία και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, με συνέπεια τυχόν διαφορετική κρίση του δικαστηρίου επί του νομίμου και βάσιμου της αντέφεσης να επηρεάζει και τα κεφάλαια, που έχουν εκκληθεί με την έφεση (πρβλ. ΑΠ 411/2021, ΑΠ 316/2015 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΑΠ 151/1976, ΝοΒ 1976.693, ΜονΕφΠειρ 371/2016,376/2016 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΕφΔυτΜακ 62/2011 Αρμ 2012.1082, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, 1993, παρ. 617, σελ. 199). Πρέπει, επομένως, έφεση και αντέφεση να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το βάσιμο των λόγων τους.
Ο εκκαλών/αντεφεσίβλητος, υπό την ιδιότητα του ως σύνδικος της πτωχεύσεως εξέθετε στην από 2.7.2013 αγωγή του κατά των εφεσιβλήτων, ήτοι κατά της εταιρείας με την επωνυμία «... …» (πρώτης εφεσίβλητης) και του ... ... (δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη αντεκκαλούντος) ότι η ως άνω εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την 802/2.8.2011 απόφασή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ορίσθηκε δε η 30η-6-2010 ως ημέρα παύσεως πληρωμών, ενώ με την 458/30.3.2012 απόφασή του ίδιου δικαστηρίου διορίσθηκε ο ίδιος ως σύνδικος της πτωχής σε αντικατάσταση του προηγούμενου συνδίκου, που είχε παραιτηθεί. Ότι η κηρυχθείσα σε πτώχευση πρώτη εφεσίβλητη, μετά την παύση των πληρωμών και εντός της ύποπτης περιόδου είχε συνάψει με το δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα το από 15.11.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, δυνάμει του οποίου πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε σε αυτόν, κατά κυριότητα, όλα τα κινητά πράγματα, που αποτελούσαν τον πάγιο εξοπλισμό του επί της οδού ... 11, στη Θεσσαλονίκη, καταστήματος της αντί συνολικού τιμήματος εκ ποσού 110.511,63 ευρώ, που εξοφλήθηκε εν μέρει δια συμψηφισμού ανταπαίτησης του δεύτερου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος εκ ποσού 90.500 ευρώ και εν μέρει με την υπόσχεση μελλοντικής προμήθειας της πτωχής με ποσότητα μελιού αξίας 20.011,63 ευρώ, υπό τους λοιπούς ειδικότερους όρους, που εκτίθενται στην αγωγή, στην οποία επισυνάπτεται αυτούσια η σύμβαση πώλησης. Ότι με τον τρόπο αυτό η πτωχή ελάττωσε την περιουσία της ευνοώντας επιλεκτικά το συγκεκριμένο πιστωτή της και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο και αντεκκαλούντα σε βάρος άλλων πιστωτών. Ότι αμφότεροι οι συμβληθέντες (και ήδη εφεσίβλητοι) γνώριζαν, πως η πρώτη εφεσίβλητη βρισκόταν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης σε κατάσταση παύσης πληρωμών, ως επίσης γνώριζαν ότι η πράξη αυτή ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών, λόγω της επιλεκτικής ικανοποίησης του συγκεκριμένου πιστωτή και της ανεπάρκειας της λοιπής περιουσίας της προς ικανοποίηση των πιστωτών. Με το ιστορικό αυτό ζητούσε να ανακληθεί η δικαιοπραξία, που συνήφθη μεταξύ των εφεσιβλήτων, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, να υποχρεωθεί ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών να αναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία τα πωληθέντα κινητά άλλως, εάν είναι αδύνατη η αναμεταβίβασή τους, να καταβάλει στο ισόποσο της αξίας τους ως αποζημίωση, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητοι εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν ως αποζημίωση για την προκληθείσα βλάβη των πιστωτών το ποσό των 2.000 ευρώ, κατ' άρθρον 49 παρ. 3 ΠτωχΚ, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, και, τέλος, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των εφεσιβλήτων και υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην της πτωχής (ήδη πρώτης εφεσίβλητης) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και ειδικότερα δέχθηκε ως επιζήμια την από 15.11.2010 σύμβαση πώλησης κατά το ποσό των 90.500 ευρώ, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους του ισχυρισμούς του δεύτερου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος περί καταβολής ισοδύναμης παροχής και περί παραγραφής της αξίωσης, κατόπιν δε αυτών ανακάλεσε μερικώς και σε αντίστοιχη έκταση την από 15.11.2010 σύμβαση πώλησης και υποχρέωσε το δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα να επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία τμήμα του συνόλου των ανωτέρω κινητών πραγμάτων αξίας 90.500 ευρώ, άλλως -για την περίπτωση που η επαναμεταβίβαση δεν είναι εφικτή- τον υποχρέωσε να καταβάλει στον σύνδικο ως αποζημίωση υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας το ποσό των 90.500 ευρώ, επέβαλε δε σε βάρος των εφεσίβλητων και υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας μέρος των δικαστικών εξόδων, το ύψος των οποίων όρισε στο ποσό των 300 ευρώ.
[I]. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του νόμου 3588/2007 (εφεξής ΠτωχΚ), ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού, ως προς τις οποίες, αν είναι, βέβαια, εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ/Α/240/22-12-2016), καθώς επίσης εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες, που παραμένουν εκκρεμείς και μετά την κατάργηση του ν. 4416/2016, σύμφωνα με το άρθρο 265 παρ. 1 του νόμου αυτού (ν. 4738/2020 -ΑΠ 528/2022 δημ. στην ιστοσελίδα του ΑΠ), η πτωχευτική περιουσία, περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας, που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης. Περιουσία είναι μόνον το σύνολο της ενεργητικής περιουσίας, με την έννοια του συνόλου των περιουσιακών δικαιωμάτων του οφειλέτη, δηλαδή εκείνων των δικαιωμάτων, που έχουν χρηματική αξία. Λόγω της αρχής της καθολικότητας, περιουσία είναι εκείνη, που βρίσκεται τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή ή κατά την διατύπωση του άρθρου «οπουδήποτε και αν βρίσκεται». Έτσι στην περιουσία περιλαμβάνεται και η επιχείρηση του πτωχεύσαντος. Επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου), αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά, στην οποία δραστηριοποιείται (πελατεία, φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες), το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα. Έτσι η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στην βάση μίας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άυλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άυλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία, από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία σήμα, διακριτικά γνωρίσματα, δικαιώματα επί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, λογισμικό, όπως και οι πραγματικές σχέσεις της επιχείρησης, κατάλογοι πελατών, πηγές προμήθειας, οργάνωση δικτύου, μηχανοργάνωση, διακριτικά γνωρίσματα, ακόμη και οι διοικητικές άδειες λειτουργίας της επιχείρησης, με όλα αυτά τα στοιχεία να αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας (Ολ ΑΠ 7/2009, ΑΠ 533/2021 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). [II]. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 41 του ΠτωχΚ "πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων", ήτοι των άρθρων 42 έως και 51 του ΠτωχΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανάκλησης είναι: α) η κήρυξη της πτώχευσης, β) η διενέργεια "πράξεων" από τον οφειλέτη. Η "πράξη" πρέπει να νοηθεί με ευρύτητα, ώστε να περιλάβει κάθε ενέργεια (συνειδητή πάντως και ηθελημένη), παραγωγική έννομων αποτελεσμάτων. Τέτοιες πράξεις είναι ενοχικές ή εμπράγματες δικαιοπραξίες, οιονεί δικαιοπραξίες, πράξεις και παραλείψεις δικονομικής φύσης κ.λπ. Αλλά και μη δικονομικές παραλείψεις δεν αποκλείεται να αποτελούν αντικείμενο ανάκλησης, αν οδηγούν σε μείωση της περιουσίας ή σε μη επαύξησή της, π.χ. η παράλειψη καταγγελίας επιζήμιας σύμβασης ή η παράλειψη ακύρωσης δικαιοπραξίας. Ως "πράξεις" μπορούν να νοηθούν και σιωπηρές δηλώσεις βούλησης, πολυμερείς δικαιοπραξίες, ο συμψηφισμός, η μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης, παραίτηση από το δικαίωμα, υλικές πράξεις που έχουν έννομες συνέπειες κ.λπ., γ) οι "πράξεις" να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παύσης των πληρωμών και της κήρυξης της πτώχευσης, δ) η επαγωγή ζημίας στους πιστωτές εξαιτίας της πράξης που διενεργήθηκε. Ως ζημία των πιστωτών που δικαιολογεί την πτωχευτική ανάκληση θεωρείται η βλάβη της ομάδας των πιστωτών. Τέτοια δεν εννοείται η άμεση βλάβη είτε του συνόλου είτε των επιμέρους πιστωτών, διότι η "πράξη" δεν βλάπτει άμεσα αυτούς, αλλά την πτωχευτική περιουσία, από την οποία αναμένουν να ικανοποιηθούν, της οποίας, ωστόσο, παρά την πτωχευτική απαλλοτρίωση, δεν είναι κύριοι. Βλάπτονται, όμως, έμμεσα, καθόσον από την ασύμφορη συναλλαγή ή την, κατά προτίμηση, καταβολή χρέους κ.λπ. μειώνεται το πτωχευτικό μέρισμα που προσδοκούν να λάβουν και αυτή η ζημία εννοείται και όχι η ευθεία βλάβη των πιστωτών. Έτσι, τέτοια, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, βλάβη θα υπάρχει όταν η ικανοποίηση των πιστωτών υπέστη περιορισμό, βλάβη, διακινδύνευση ή έγινε δυσχερέστερη ή χρονικά μετακινήθηκε σε βάρος τους, όπως όταν ελαττώθηκε η πτωχευτική περιουσία (π.χ. μεταβίβαση πράγματος λόγω δωρεάς ή με χαμηλό τίμημα ή με πίστωση του τιμήματος, αν ο αγοραστής είναι αφερέγγυος) ή κατέστη δυσχερέστερη η πρόσβαση των πιστωτών στα στοιχεία που την αποτελούν. Δεν απαιτείται η επέλευση κάποιας συγκεκριμένης ζημίας, αλλά αρκεί να επέρχεται γενική περιουσιακή βλάβη, που είτε δημιουργεί είτε επιτείνει την υπάρχουσα αφερεγγυότητα. Για να ανευρεθεί η ζημία θα συγκριθούν οι προοπτικές ικανοποίησης των πιστωτών με και χωρίς την "πράξη". Η ζημία θα κριθεί αντικειμενικά και, συνεπώς, δεν απαιτείται να είναι ηθελημένη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 44, όπου ο δόλος πρέπει να κατατείνει στη ζημία και ε) ο προσδιορισμός της "πράξης" και της ζημίας με οικονομικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, για να επιτευχθούν ο σκοπός και η αποτελεσματικότητα του νόμου, τόσο η "πράξη" όσο και ζημία, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, θα ανιχνεύονται περισσότερο με οικονομικά παρά με νομικά κριτήρια, γιατί σημασία δεν έχει τόσο ο νομικός χαρακτηρισμός, όσο η δυνατότητα της "πράξης" να επιφέρει τη ζημία που ο νόμος θέλει να αποτρέψει. [III]. Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 42 ΠτωχΚ απαριθμούνται περιοριστικά ως επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ορισμένες πράξεις του οφειλέτη, των οποίων η ανάκληση είναι υποχρεωτική από μόνο το λόγο ότι αυτές διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, διότι έχουν τα χαρακτηριστικά "ανώμαλης" συναλλαγής (δωρεάς ή αφύσικης καταβολής χρέους), αν ληφθεί υπόψη ότι διενεργούνται μετά την παύση των πληρωμών του οφειλέτη. Οι πράξεις αυτές είναι: α) οι δωρεές και οι χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή, β) η πληρωμή μη ληξιπρόθεσμων χρεών, γ) η "ανώμαλη" πληρωμή ληξιπρόθεσμων χρεών και δ) η σύσταση εμπράγματης ή ενοχικής ασφάλειας προς εξασφάλιση προγενέστερης οφειλής ή νέας σε αντικατάσταση προγενέστερης. Οι πράξεις που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 42 ΠτωχΚ ανακαλούνται, όπως προεκτέθηκε, από μόνο το γεγονός ότι διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο και, επομένως, το δικαστήριο ερευνά μόνο το χρόνο κατά τον οποίο διενεργήθηκε η "πράξη" χωρίς να ασκούν επιρροή άλλα γεγονότα, όπως ο δόλος του οφειλέτη, η καλή πίστη ή η ζημία της ομάδας των πιστωτών, αφού όλες οι πράξεις του άρθρου 42 ΠτωχΚ λογίζονται, και μάλιστα, κατά την ορθότερη άποψη, αμάχητα, ότι είναι επιζήμιες. Το υποχρεωτικό της ανάκλησης ισχύει τόσο για τον σύνδικο, που έχει καθήκον να ζητήσει την ανάκληση των πράξεων αυτών, όσο και για το δικαστήριο, που δεν έχει περιθώρια, αν η "πράξη" έλαβε χώρα κατά την ύποπτη περίοδο, να μην ανακαλέσει (ΑΠ 618/2020, ΑΠ 876/2017 δημ. στην ιστοσελίδα του Α.Π. και σε ΤΝΠ Νόμος, Λ. Κοτσίρης Πτωχευτικό Δίκαιο, 10π έκδοση 2017, σ. 445). Με τη διάταξη, επομένως, αυτή του άρθρου 42 του ΠτωχΚ πλήττεται κάθε ανώμαλη πληρωμή ληξιπρόθεσμου χρηματικού χρέους, δηλαδή, κάθε πληρωμή, που έγινε από τον πτωχεύσαντα μέσα στην ύποπτη περίοδο, με τρόπο, που δεν ανταποκρίνεται στον συμφωνηθέντα. Ως ανώμαλη ή «με άλλο τρόπο», πληρωμή νοείται κάθε παροχή μη οφειλομένου αντικειμένου ή παροχή με τρόπο μη συμφωνηθέντα ή συνηθισμένο στις συναλλαγές, π.χ. με δόση αντί καταβολής, με συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό στην ύποπτη περίοδο, με παροχή άλλων πραγμάτων κ.λπ (ΑΠ 66/2013 ΕΕμπΔ 2013.706, ΑΠ 386/1997 ΕλλΔνη 1997.1847, ΑΠ 1669/1995 ΔΕΕ 1996.375, ΑΠ 1144/1976 ΝοΒ 1977.531, Σ. Ψυχομάνης, Πτωχευτικό Δίκαιο, 10η έκδ., 2022, σ. 449-450, υποσ. 789, ο ίδιος σε Πτωχευτικό Δίκαιο και δίκαιο ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 8η έκδοση, 2019, σ. 365 - 366, Λ. Κοτσίρης, Πτωχευτικό Δίκαιο, 7η έκδοση, 2008, σελ. 399). Ο συμβατικός ή εκούσιος συμψηφισμός, συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μίας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019 δημ. στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 419 ΑΚ, για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής, συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης. Με την αποδοχή της δόσης από το δανειστή συνάπτεται επαχθής εκποιητική σύμβαση, που περιλαμβάνει την συμφωνία, περί του ότι η ενοχή θα αποσβεσθεί με την καταβολή άλλης, αντί της οφειλομένης παροχής, η οποία σύμβαση και εκτελείται ταυτοχρόνως με την παράδοση του αντί καταβολής διδομένου (ΑΠ 66/2013 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Ωστόσο, από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα, που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, συνάγεται ότι, όταν ο οφειλέτης, σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής, αναλαμβάνει νέα υποχρέωση για άλλη διαφορετική παροχή, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της βούλησης των μερών, αν οι συμβαλλόμενοι, την ανάληψη της νέας αυτής υποχρέωσης, ήθελαν "αντί καταβολής», δηλαδή σε αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλόμενης ή / "χάριν καταβολής" και προς το σκοπό της μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλόμενης. Με την πρώτη έννοια, μόλις γίνει ανάληψη της νέας υποχρέωσης, η αρχική αυτοδικαίως αποσβήνεται, αυτή δε η σύμβαση συμπίπτει με την ανανέωση (άρθρο 436 ΑΚ), για το κύρος της οποίας (σύμβασης ανανέωσης ενοχής) απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής με τη σύσταση νέας, ο οποίος (σκοπός) δεν εικάζεται, αλλά πρέπει να γίνεται επίκλησή του και να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο αυτόν. Με τη δεύτερη έννοια αντίθετα, ενώ σώζεται η αρχική υποχρέωση, γεννιέται προσθέτως και νέα, ούτως ώστε ο δανειστής έχει παράλληλα δύο απαιτήσεις. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απόσβεση της αρχικής ενοχής επέρχεται με την πραγματική εκπλήρωση της υποσχεθείσας νέας παροχής (πρβλ. σκ. σε ΑΠ 134/2023, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 840/2015 δημ. στην ιστοσελίδα Α.Π.). [IV]. Εξ άλλου, στη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 ΠτωχΚ, κατά την οποία "κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του, που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διάρκεια της πράξης γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του και η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών", αναφέρονται, κατά τρόπο γενικό και ενδεικτικό, σε αντίθεση με εκείνες του άρθρου 42 ΠτωχΚ ("πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης"), οι πράξεις "δυνητικής ανάκλησης", δηλαδή αυτές που δεν είναι υποχρεωτικά, ανακλητές. Σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο αυτό, οι προϋποθέσεις για τη δυνητική ανάκληση είναι: 1) Η ύπαρξη αμφοτεροβαρούς πράξης ή πληρωμής ληξιπρόθεσμου χρέους. Σε ανάκληση υπόκεινται όχι μόνο οι εκούσιες πληρωμές του μετέπειτα πτωχού αλλά και αυτές που επιβάλλονται με δικαστική απόφαση, καθώς και οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως προεκτέθηκε. 2) Η διενέργεια της ανακλητέας πράξης μέσα στην ύποπτη περίοδο. 3) Η γνώση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου ή του πιστωτή που εξοφλείται της παύσης των πληρωμών του οφειλέτη. Σε αντίθεση με τις πράξεις του άρθρου 42, οι τελευταίοι πρέπει να γνωρίζουν (όχι απλώς να οφείλουν να γνωρίζουν), κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης και, ειδικότερα, το αργότερο κατά το χρόνο επέλευσης των έννομων συνεπειών της, ότι ο οφειλέτης, κατά τη διάρκεια αυτής, βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παύσης των πληρωμών, χωρίς να απαιτείται και γνώση της συγκεκριμένης βλάβης των πιστωτών. Η γνώση αυτή θα πρέπει να είναι αντικειμενική, προσωπική και ακριβής. Αντικειμενική είναι η γνώση, όταν αναφέρεται στο γεγονός της παύσης των πληρωμών, όπως η έννοια προσδιορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του ΠτωχΚ, προσωπική, όταν συντρέχει στο πρόσωπο του ίδιου του τρίτου και, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, στο πρόσωπο του νόμιμου εκπροσώπου του και ακριβής, όταν ο τρίτος γνωρίζει όλα εκείνα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την παύση των πληρωμών, 4) Ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξης, όπως αναλύθηκε παραπάνω (υπό II), με τη διαφοροποίηση ότι εδώ ο σύνδικος πρέπει να αποδείξει τη ζημία και ε) ο προσδιορισμός της "πράξης" και της ζημίας, που συνδέονται αιτιωδώς και κρίνονται με οικονομικά κριτήρια, ως και ανωτέρω εκτέθηκε (ΑΠ 984/2018, ΑΠ 602/2018 ΑΠ 876/2017 δημ. σε ιστοσελίδα ΑΠ, ΕφΑΘ 4182/2024, αδημ.). Εάν οι δυνατότητες ικανοποίησης των πιστωτών θα ήταν καλύτερες χωρίς την μεσολάβηση της εξεταζόμενης πράξης, κατά κανόνα με τη διαπίστωση του ζημιογόνου χαρακτήρα αυτής (πράξης), διαπιστώνεται συγχρόνως και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου. Κατά την εκτίμηση αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν έμμεσα οφέλη, που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη συναλλαγή με τη συνδρομή και άλλων γεγονότων και τα οποία θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν τη ζημία. Τέτοια έμμεσα οφέλη δεν μπορούν ούτε να εμποδίσουν την άσκηση του δικαιώματος πτωχευτικής ανάκλησης, ούτε να περιορίσουν το περιεχόμενο και την έκταση της ανακλητικής αξίωσης. Το βάρος απόδειξης του επιζήμιου χαρακτήρα της πράξης φέρει εδώ ο σύνδικος, ο οποίος αρκεί να αποδείξει το αντικειμενικά επιζήμιο αυτής, χωρίς να υποχρεούται επιπλέον να αποδείξει, ότι δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση των πιστωτών μέσω άλλων πτωχευτικών ανακλήσεων (ΑΠ 164/2021 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). [V]. Ειδικώς, στο άρθρο 44 του ΠτΚ, υπό τον τίτλο «Δόλια βλάβη των πιστωτών», προβλέπεται ότι «πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν την τελευταία πενταετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης, με δόλο αυτού να ζημιώσει τους πιστωτές του ή να ωφελήσει ορισμένους σε βάρος άλλων, ανακαλούνται, εάν ο τρίτος, με τον οποίο συμβλήθηκε, κατά το χρόνο της διενέργειας της Πράξης, γνώριζε το δόλο του οφειλέτη», ενώ στο άρθρο 45 του ίδιου Κώδικα, υπό τον τίτλο «Εξαιρούμενες πράξεις», ορίζεται ότι «δεν ανακαλούνται: α) ... δ) παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλλόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά”. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτουν, πλην άλλων και τα εξής: Με το άρθρο 44 επεκτείνεται η πτωχευτική ανάκληση και σε δόλιες πράξεις του πτωχεύσαντα, που διενεργήθηκαν εντός της τελευταίας, πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, πενταετίας, ανεξάρτητα από τα χρονικά όρια της ύποπτης περιόδου. Με τον τρόπο αυτό της ανακλήσεως επιδιώκεται η επαναφορά της περιουσίας του πτωχεύσαντα στην κατάσταση, που θα έπρεπε να είναι, χωρίς, δηλαδή, τις συνέπειες των προβλεπόμενων στο νόμο επιζήμιων για την ομάδα «ανακλητών» πράξεών του. Ειδικότερα, η ρύθμιση του άρθρου 44 επεκτείνει χρονικά τη λειτουργία της πτωχευτικής ανάκλησης για πράξεις που έγιναν πέρα από την ύποπτη περίοδο, με το σκεπτικό ότι δεν δικαιολογείται προστασία πιστωτών, που γνώριζαν την δόλια πρόθεση του οφειλέτη να ζημιώσει με τη συγκεκριμένη πράξη τους πιστωτές του. Η επέκταση αυτή, ενόψει της ανασφάλειας των συναλλαγών που μπορεί να προκληθεί και λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, απαιτεί δόλο, του οφειλέτη για βλάβη των πιστωτών του, εάν κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης υπάρχει και θετική γνώση του τρίτου, με τον οποίο συμβλήθηκε, αυτού του δόλου. Ως προς την ανάκληση αυτών των πράξεων δεν προβλέπεται τεκμήριο γνώσης δόλου, αλλά απαιτείται απόδειξή της. Αφετηρία της πενταετίας για την ανάκληση αυτή είναι η ημέρα κήρυξης της πτώχευσης. Έτσι, προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 44 ΠτΚ, αποδεικνυόμενες από το σύνδικο, είναι: α) πράξη του πτωχεύσαντα οφειλέτη, η οποία έχει δυσμενή επίδραση στην κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας. Πράξη, για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης, νοείται κάθε μορφής νόμιμη ενέργεια του οφειλέτη με ευρεία έννοια. Πρόκειται για πράξεις, που παράγουν έννομες συνέπειες, έτσι ώστε να μπορούν να μεταβάλουν την περιουσία του οφειλέτη σε βάρος των πιστωτών. Οι πράξεις μπορεί να είναι θετικές, όπως ενοχικές ή εμπράγματες δικαιοπραξίες, καθώς και αρνητικές πράξεις παράλειψης, όταν έχουν γίνει εν γνώσει και με βούληση, προκειμένου να παραχθούν έννομες συνέπειες, β) Διενέργεια της Πράξης από τον πτωχεύσαντα, μέσα στην τελευταία πενταετία, πριν από την κήρυξη της πτώχευσής του. γ) Δόλος του πτωχεύσαντα οφειλέτη αναφερόμενος είτε στην πρόκληση ζημίας των πιστωτών του, είτε στην ωφέλεια μερικών μόνον εξ αυτών, σε βάρος των υπολοίπων. Ο δόλος δε αυτός του οφειλέτη θα πρέπει να αναφέρεται στη βλάβη των πιστωτών γενικά, χωρίς να είναι απαραίτητο η τελικά προκληθείσα βλάβη να ταυτίζεται, από πλευράς έκτασης, περιεχομένου ή ζημιωθέντος πιστωτή ή πιστωτών, με εκείνη, που προέβλεπε ο οφειλέτης. Επί πράξεως επωφελούς για ορισμένους πιστωτές, ο δόλος κατευθύνεται πρωταρχικά όχι στην ωφέλεια ορισμένων, αλλά στη βλάβη των αξιώσεων των υπόλοιπων πιστωτών, καθόσον η προνομιακή μεταχείριση κάποιων πιστωτών μόνο τότε έχει σημασία, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει και αποδέχεται την μέσω αυτής πρόκληση βλάβης στους υπόλοιπους πιστωτές. Ωσαύτως, ο σκοπός βλάβης των πιστωτών δεν απαιτείται να είναι ο μοναδικός σκοπός του οφειλέτη, αλλά αρκεί να συγκαταλέγεται στα κίνητρα της δράσης του. δ) Γνώση του τρίτου, κατά τη διενέργεια της πράξης, ότι ο οφειλέτης έχει τον ανωτέρω δόλο. Η γνώση αυτή πρέπει να είναι θετική, μη αρκούσης υπαίτιας άγνοιας και αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ενώ ο τρίτος δεν απαιτείται να επιδιώκει ο ίδιος τη ζημία των πιστωτών του οφειλέτη, αλλά να γνωρίζει το δόλο του τελευταίου κατά τη διενέργεια της πράξης, η δε μεταγενέστερη γνώση του είναι νομικά αδιάφορη. Η διαπίστωση της γνώσης του τρίτου ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση των δικαστηρίων της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά, ε) Επέλευση ζημίας στους πιστωτές του οφειλέτη. Μία περαιτέρω αυτονόητη, (αντικειμενική), προϋπόθεση, εκτός βεβαίως από την κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, είναι η πρόκληση βλάβης σε βάρος των πτωχευτικών πιστωτών, όπως ορίζεται στη γενικής ισχύος διάταξη του άρθρου 41 ΠτΚ, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 876/2017 δημ. στην ιστοσελίδα А.Π.). [VI] Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 στ. α' ΠτωχΚ, «δεν ανακαλούνται» οι συνήθεις πράξεις της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του πτωχεύσαντα, οι οποίες διενεργήθηκαν κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων -άλλως, τρεχουσών- συναλλαγών του, όπως, για παράδειγμα, οι αγορές ή οι πωλήσεις εμπορευμάτων από καταστήματα ένδυσης, υποδημάτων, τροφίμων κ.λπ., οι πληρωμές μισθών σε εργαζομένους, η καταβολή οφειλομένων φόρων κ.ο.κ (Σ. Ψυχομάνης, Πτωχευτικό δίκαιο και Δίκαιο ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 6η έκδ., 2016, σ. 371, αρ. 1329, 1328 = sakkoulas-online). Η συγκεκριμένη διάταξη, σκοπό έχει να θωρακίσει την ομαλότητα των πράξεων της επιχειρηματικής καθημερινότητας του οφειλέτη, και όχι να διαφυλάξει τα αποτελέσματα της προτιμησιακής εξόφλησης ενός πιστωτή (πρβλ. σκεπτικό σε ΑΠ 1636/2022 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Περαιτέρω, από την εφαρμογή του δικαίου της πτωχευτικής ανάκλησης εξαιρείται, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 45 στοιχ. δ' ΠτωχΚ, κάθε παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλλόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά, έτσι ώστε να μη συντρέχει βλάβη της ομάδας. Η ratio της διάταξης αυτής συνίσταται στο ότι τέτοιες συναλλαγές θα πρέπει να εξαιρεθούν της πτωχευτικής ανάκλησης, καθόσον δεν θίγουν την περιουσία του οφειλέτη καθ’ ύψος, αλλά απλώς οδηγούν σε μία αναδιάρθρωση του ενεργητικού. Σε κάθε όμως περίπτωση και χωρίς την ως άνω ειδική πρόβλεψη οι συναλλαγές αυτές δε θα ήταν ανακλητέες, λόγω του ότι θα εξέλιπε το στοιχείο του επιζήμιου, που αποτελεί γενική προϋπόθεση της πτωχευτικής ανάκλησης, όπως προαναφέρθηκε. Παρόλα αυτά, ο νομοθέτης θέλησε να τυποποιήσει την ως άνω εξαίρεση συνδέοντας την με ορισμένες αντικειμενικά ελέγξιμες προϋποθέσεις, ούτως ώστε να αποφεύγεται η προσφυγή σε αμφίβολης έκβασης αξιολογήσεις. Έτσι, αποφεύγεται ο πλήρης αποκλεισμός του οφειλέτη από τις συναλλαγές κατά τη διάρκεια της αφερεγγυότητας, καθώς εάν δεν υπήρχε η ειδική αυτή εξαίρεση, δεν θα μπορούσε να συνάπτει ούτε συναλλαγές μη πλήττουσες την αξία της περιουσίας του. Ειδικότερα, όσον αφορά τις κατ’ ιδίαν προϋποθέσεις της εξαίρεσης αυτής, πρέπει να εκτεθούν τα ακόλουθα: Η «παροχή» του οφειλέτη μπορεί να έχει οποιαδήποτε μορφή, θα πρέπει δε να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της περιουσίας του, οπότε «παροχές» κατά την έννοια του νόμου συνιστούν κατ’ εξοχήν οι διαθέσεις. Η αντιπαροχή του αντισυμβαλλομένου του οφειλέτη θα πρέπει να συνίσταται, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, σε μετρητά και να συνδέεται λειτουργικά με την παροχή του τελευταίου (οφειλέτη), πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν η ανταλλαγή των παροχών αποτελεί το αντικείμενο σχετικής συμφωνίας μεταξύ τους και όχι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του καθενός από αυτούς. Όπως καθίσταται εμφανές, η ανωτέρω συμφωνία για την ανταλλαγή των παροχών θα έχει κατά κανόνα τη μορφή της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, καθώς η παροχή και η αντιπαροχή βρίσκονται σε ανταλλακτική σχέση, δηλαδή η καθεμία λειτουργεί ως αντιστάθμισμα της άλλης, και σε αλληλεξάρτηση, με την έννοια ότι είναι ενταγμένες σε μία ενιαία σύμβαση, χωρίς να αποκλείονται και πιο χαλαρές συμβατικές σχέσεις. Παράλληλα, οι εκατέρωθεν παροχές θα πρέπει να τελούν σε συνάφεια μεταξύ τους, ιδίως χρονική («άμεσα»). Τούτο διότι από τη λέξη «άμεσα» συνάγεται, ότι μεταξύ παροχής και αντιπαροχής θα πρέπει να υπάρχει στενός χρονικός σύνδεσμος, προκειμένου να αποκλεισθεί η συμβατική παροχή πίστωσης, η οποία και αίρει την αμεσότητα της ανταλλαγής των παροχών. Επιπλέον, η αντιπαροχή θα πρέπει, σύμφωνα με τη διατύπωση του νόμου, να είναι «ισοδύναμη», (δηλαδή ισάξια), προς την παροχή του οφειλέτη, στη δε Αιτιολογική Έκθεση της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, επί του άρθρου 45, γίνεται λόγος για «οικονομικώς ισοδύναμο αντάλλαγμα, έτσι ώστε να μη συντρέχει βλάβη της ομάδας». Ο όρος «σε μετρητά» αναφέρεται στην ισοδύναμη αντιπαροχή του αντισυμβαλλομένου του οφειλέτη, η οποία πρέπει να καταβάλλεται στον τελευταίο άμεσα και σε μετρητά. Ενόψει όμως των σύγχρονων οικονομικών πρακτικών, η αντιπαροχή αυτή μπορεί να καταβληθεί στον οφειλέτη και με λογιστικό χρήμα, όπως είναι η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, η οποία, για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 45 στοιχ. δ' ΠτωχΚ., εξομοιώνεται με την πληρωμή σε μετρητά. Αντίθετα, δεν εξομοιώνεται με τέτοια πληρωμή σε μετρητά, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο συμψηφισμός της αντιπαροχής, που πραγματοποιείται με σχετικές εγγραφές στα λογιστικά βιβλία των συμβαλλομένων, χωρίς δηλαδή την καταβολή χρημάτων στο ταμείο του οφειλέτη από τον αντισυμβαλλόμενό του καθώς επίσης η κάλυψη αυτής (αντιπαροχής), με τραπεζικές επιταγές, αφού μόνη η παράδοση τούτων (επιταγών), που αποτελούν όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή σε μετρητά, πριν την πραγματική είσπραξή τους, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 421 ΑΚ, θεωρείται ότι γίνεται χάριν καταβολής (ΑΠ 164/2021 δημ. στην ιστοσελίδα του ΑΠ), τούτο δε ισχύει εν γένει επί υπόσχεσης χάριν καταβολής, αφού σε τέτοιες περιπτώσεις συμφωνείται μελλοντική καταβολή (πρβλ. ΑΠ 1491/2017 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Συνακόλουθα, η σχετική αμφοτεροβαρής σύμβαση, της οποίας η αντιπαροχή διακανονίστηκε με τους προαναφερόμενους τρόπους, (συμψηφισμό με αντίστοιχες εγγραφές στα λογιστικά βιβλία των συμβαλλομένων ή με παράδοση τραπεζικών επιταγών ή με υπόσχεση χάριν καταβολής), ως μη εμπίπτουσα στις εξαιρούμενες και μη ανακλητές πράξεις της ως άνω ρύθμισης, θα υπόκειται σε ανάκληση, αναλόγως των περιστάσεων, με βάση τα άρθρα 43 και 44 ΠτωχΚ. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και ο μη επιζήμιος χαρακτήρας της πράξης δεν τίθεται σαφώς ως αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 45, εντούτοις το πτωχευτικό δικαστήριο, στο πλαίσιο ελέγχου του ισοδύναμου/ισάξιου της αντιπαροχής, ελέγχει εμμέσως κατά πόσον η πράξη, λόγω του ύψους του ανταλλάγματος, που καταβλήθηκε σε μετρητά, πλήττει ή όχι την αξία της περιουσίας του οφειλέτη και ως εκ τούτου είναι επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών, υπό την έννοια ότι επηρεάζει δυσμενώς τη θέση τους και τις δυνατότητες ικανοποίησής τους (ΑΠ 164/2021 δημ. στην ιστοσελίδα АП). [VII]. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 του ως άνω νόμου «Οι πράξεις που έγιναν στην ύποπτη περίοδο ανακαλούνται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου», ενώ, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του ίδιου νόμου «Όποιος με ανακαλούμενη πράξη απέκτησε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, υποχρεούται να το επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία. Εάν η αυτούσια επαναμεταβίβαση δεν είναι δυνατή, η υποχρέωση ρυθμίζεται από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφαρμοζόμενες αναλόγως» (ΑΠ 444/2024, ΑΠ 984/2018, δημ. σε ιστοσελίδα ΑΠ). Εκ της διάταξης αυτής συνάγεται ότι η πτωχευτική ανάκληση δεν είναι διαπλαστικό δικαίωμα, όπως η ακυρωσία του αστικού δικαίου, ούτε έχει εμπράγματη ή αποχωριστική ενέργεια, αλλά αποτελεί πραγμάτωση ενοχικής αξίωσης προς απόδοση (βλ. υπό το πρϊσχύσαν δίκαιο-ΑΠ 533/2003 ΕΕμπΔ 2003/688). Λόγω της ενοχικής φύσης του δικαιώματος, εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί ενοχικών αξιώσεων, όπως λ.χ. οι σχετικές με την απόσβεση των ενοχών (άρθρα 416 επ. ΑΚ), την υπερημερία οφειλέτη και δανειστή (άρθρα 340, 349 ΑΚ) κτλ (Λ.Κοτσίρης, Πτωχευτικό Δίκαιο, 10η έκδοση 2017.437). Εξάλλου η ανάκληση μπορεί να αποφασισθεί (και άρα να ζητηθεί) μόνο για ολόκληρη την πράξη και όχι μόνο για ένα μέρος της, εκτός αν η πράξη είναι σύνθετη, απαρτιζόμενη από περισσότερα από χωριστά και αυτοτελή μέρη, οπότε είναι εφικτή η μερική ανάκληση (ΑΠ 164/2021 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα, αν ανακληθεί δικαιοπραξία ή πράξη, σύμφωνα με τα άρθρα 42 και 43 του Πτωχ.Κ., κατ' αποδοχή σχετικής αίτησης του συνδίκου, ανατρέπονται αναδρομικά τα αποτελέσματα της και αυτός που είχε αποκτήσει περιουσιακό στοιχείο με την ανακληθείσα δικαιοπραξία ή πράξη υποχρεούται πλέον να το επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία, ακόμη και αν τούτο δεν διατάσσεται από την εκδοθείσα περί ανάκλησης απόφαση (διότι π.χ. δεν περιλήφθηκε τέτοιο αίτημα στο δικόγραφο του συνδίκου), δοθέντος ότι η δημιουργία ενοχικής αξίωσης για επαναμεταβίβαση επέρχεται εκ του νόμου, που την προβλέπει ρητά, ως συνέπεια της περί ανάκλησης απόφασης. Πρόκειται για τη δημιουργία νόμιμης ενοχικής υποχρέωσης που βαρύνει αυτόν, που συμβλήθηκε με τον πτωχό, η ανάκληση δε ενεργεί μόνο μεταξύ των μερών της ενοχικής σχέσης, δηλαδή μεταξύ του συνδίκου και του καθ' ου η ανάκληση, προς το συμφέρον της ομάδας των πιστωτών. Προκειμένου να επιτύχει την επαναμεταβίβαση ο σύνδικος, εάν δεν συμμορφώνεται οικειοθελώς ο τρίτος, μπορεί να ασκήσει εναντίον του τις αγωγές για εκπλήρωση της ενοχής, για καταδίκη σε δήλωση βούλησης κ.λπ., κατά τις γενικές διατάξεις. Αν, όμως, η αυτούσια «επαναμεταβίβαση» δεν είναι πλέον δυνατή, η υποχρέωση αποκατάστασης της αξίας του ρυθμίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, εφαρμοζόμενες αναλόγως, χωρίς να μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, η αξίωση σε αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά μόνον η έκταση της καθορίζεται κατά τις διατάξεις του (ΕφΘεσ 977/2016 Αρμ. 2017.1350 επ.). Τοπεριουσιακό στοιχείο, στο οποίο αφορά η πτωχευτική ανάκληση, θεωρείται
αναδρομικά, ότι δεν έχει εκφύγει υπεγγυητικά της πτωχευτικής περιουσίας και ως αξία και αντικείμενο ευθύνης εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα της (ΑΠ 618/2020 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ και σε ΤΝΠ Νόμος). Κατά δε το άρθρο 50 παρ. 1 του ΠτωχΚ, εάν με την ανακαλούμενη παροχή είχε εξοφληθεί η απαίτηση, με την επαναμεταβίβαση της παροχής η απαίτηση επανέρχεται σε ισχύ (Γ. Σωτηρόπουλος, Πτωχευτικός αποχωρισμός, πτωχευτική διεκδίκηση, πτωχευτική ανάκληση, ΕπισκΕΔ 3/2008.669). Η τελευταία αυτή διάταξη ενεργοποιείται, εφόσον η εκ μέρους του οφειλέτη καταβολή είχε ως συνέπεια την απόσβεση της σχετικής απαίτησης και η ανακαλούμενη πράξη ήταν πράξη εκπλήρωσης ενοχικής υποχρέωσης. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η απαίτηση του καθού αναβιώνει ως είχε (ως προς το ποσό, τις τυχόν εγγυήσεις ή ασφάλειες κ.λπ.) τη στιγμή της ανακληθείσας εξόφλησής της (Α. Λαμπριανίδου, Η νομική φύση, η άσκηση και οι έννομες συνέπειες της πτωχευτικής ανάκλησης, ΕπισκΕΔ 3-4/2016.327). Σε περίπτωση ανάκλησης αμφοτεροβαρούς πράξης ο αντισυμβαλλόμενος, εφόσον επιστρέφει την παροχή, έχει αξίωση στην αντιπαροχή του ως ομαδικός πιστωτής, εάν η αντιπαροχή εξακολουθεί να διατηρεί την ταυτότητά της στην πτωχευτική περιουσία ή η τελευταία αυξήθηκε κατά την αξία της αντιπαροχής, άλλως ικανοποιείται ως πτωχευτικός πιστωτής (άρθρ. 50 παρ. 2 ΠτωχΚ). Με τις ρυθμίσεις αυτές επιδιώκεται η αποτροπή του πλουτισμού της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία θα επερχόταν, εάν επιστρεφόταν η παροχή και δεν αναβίωνε η απαίτηση του αντισυμβαλλομένου του οφειλέτη (Γ. Σωτηρόπουλος, Πτωχευτικός αποχωρισμός, πτωχευτική διεκδίκηση, πτωχευτική ανάκληση, Επισκόπηση Εμπορικού Δικαίου 3, 2008). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 525 § 3 ΚΠολΔ, η οποία εισάγει ρύθμιση, που αποκλίνει από εκείνη της § 2, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η υποβολή με τις προτάσεις αίτησης για παρεπόμενες απαιτήσεις, όπως οι τόκοι, οι οποίες όμως γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση (πρβλ. ΑΠ 971/1998 ΕλλΔνη 1999.278, ΑΠ 150/1984 ΕΕργΔ 44.258, ΕφΠειρ 329/1997 ΕλλΔνη 1997.1660, ΕφΑθ 6983/1990 ΕλλΔνη 1991.1630, ΕφΑθ 6967/1982 Αρμ 38.813, Κεραμέας-Κονδύλης-Νικας Ερμ.ΚΠολΔ τ.Ι εκδ. 2000, σελ. 526 υπό 4, Σαμουήλ Σ. Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ 2009 § 672 β).
Από το σύνολο των εγγράφων, που νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται εν γένει υπόψη στο πλαίσιο της αρχής της ελεύθερης απόδειξης και του ανακριτικού συστήματος, που διέπει τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 744 και 759 παρ.3 ΚΠολΔ) -κατ' άρθρον 759 παρ. 3 ΚΠολΔ- τόσο προς άμεση απόδειξη, όσο και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις ομολογίες των διαδίκων, όπου ειδικότερα και συγκεκριμένα διαλαμβάνεται στη συνέχεια και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...» και τον διακριτικό τίτλο «... Α.Ε.» συνεστήθη το έτος 1997 με έδρα τον Δήμο Αττικής και σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό της: α) την αγορά και την πώληση ειδών διατροφής και λοιπών ειδών υπεραγορών (σούπερ μάρκετ), τόσο λιανικώς όσο και χονδρικώς, β) τις εισαγωγές και εξαγωγές των ανωτέρω ειδών, γ) τον εφοδιασμό καταστημάτων λιανικής πωλήσεως και την αποθήκευση των ειδών αυτών σε αποθηκευτικούς χώρους της εταιρείας για λογαριασμό ομοειδών εταιρειών, δ) ... θ) την παραγωγή και τυποποίηση ειδών υπεραγορών. Από το έτος 2008 η ως άνω εταιρεία, που ήταν εισηγμένη στη αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (με ότι συνεπάγεται αυτό ως προς την υποχρέωση δημοσιεύσεων και ενημέρωσης του επενδυτικού κοινού για την πορεία των οικονομικών της μεγεθών), άρχισε να εμφανίζει οικονομικά προβλήματα. Το γεγονός αυτό αποτυπώθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της αφενός με την πτώση του ετήσιου κύκλου των εργασιών της από το ποσό των 614.400.000 ευρώ κατά την εταιρική χρήση του έτους αυτού στο ποσό των 572.700.000 ευρώ κατά την αμέσως επόμενη εταιρική χρήση του έτους 2009 και ακολούθως στο ποσό των 105.900.000 ευρώ κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 2010, έναντι 129.800.000 ευρώ κατά το πρώτο τρίμηνο του προηγουμένου έτους (2009) και αφετέρου με την πτώση της κερδοφορίας της από το ποσό των 121.500.000 ευρώ κατά την εταιρική χρήση του έτους 2008 στο ποσό των 113.500.00 ευρώ κατά την αμέσως επόμενη χρήση του έτους 2009. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2010, όπως εμφαινόταν στο ισοζύγιο του μηνός αυτού, οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις της προς τρίτους ανερχόταν στο υπέρογκο ποσό των 213.909.658,09 ευρώ, ενώ τα ταμειακά της διαθέσιμα δεν ξεπερνούσαν το ποσό ων 1.217.417 ευρώ. Για την αντιμετώπιση της ανωτέρω ραγδαίας επιδείνωσης των οικονομικών μεγεθών της η πρώτη εφεσίβλητη προχώρησε κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2010 στη σταδιακή παραχώρηση του κύκλου εργασιών της δραστηριότητας χονδρικής πώλησης της μητρικής της εταιρίας στην κατά ποσοστό 99,71% θυγατρική της εταιρία «...ΑΕΒΕ», με σκοπό το διαχωρισμό του τομέα χονδρικής από τον τομέα λιανικής πώλησης. Στις 7.7.2010, ανακοίνωσε ότι η θυγατρική της εταιρία «…. ΑΕΒΕ» που εξειδικευόταν στο χονδρεμπόριο, προέβη σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, στην οποία αυτή (πρώτη εφεσίβλητη) δεν συμμετείχε, αλλά πώλησε τα δικαιώματα προτίμησης στην εταιρία «... ΑΕ» αντί συνολικού τιμήματος 10.280.000 ευρώ, με σκοπό την ενίσχυση της ρευστότητας της και την επικέντρωση των δραστηριοτήτων της στον τομέα της λιανικής πώλησης, με αποτέλεσμα το ποσοστό συμμετοχής της να κατέλθει στο 27% περίπου. Επιπλέον, στις 8.7.2010 ανακοίνωσε ότι πώλησε και τη συμμετοχή της στην προαναφερόμενη θυγατρική εταιρεία προς την εταιρεία «... Α.Ε» αντί τιμήματος 4.520.000 ευρώ, όπως προκύπτει από τις από 7.7.2010 και 8.7.2010 ανακοινώσεις στην ιστοσελίδα του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Παρά ταύτα και δη παρά την είσπραξη των ως άνω ποσών και παρά την προσπάθεια για ρύθμιση ληξιπροθέσμων οφειλών της προς ορισμένους πιστωτές της και την εξασφάλισή τους με εμπράγματες ασφάλειες κατά το πρώτο εξάμηνο του 2010 δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της. Ο ενοποιημένος κύκλος των εργασιών της κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2010 ανήλθε στο συνολικό ποσό των 193.200.000 ευρώ έναντι 277.200.000 ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του αμέσως προηγούμενου έτους 2009, σημειώνοντας πτώση κατά 30,3%, ενώ τα αποτελέσματα προ φόρων, χρηματοδοτικών και επενδυτικών αποτελεσμάτων και συνολικών αποσβέσεων (EBITDA) διαμορφώθηκαν κατά το πρώτο αυτό εξάμηνο του έτους 2010 σε ζημίες ύψους 65.600.000 ευρώ έναντι κερδών ύψους 3.200.000 ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του αμέσως προηγουμένου έτους 2009. Επιπρόσθετα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της ανήλθαν στις 16.7.2010 στο συνολικό ποσό των 20.600.000 ευρώ, από το οποίο μόλις το επιμέρους ποσό των 2.430.000 ευρώ είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά τη διάρκεια του μηνός Μαΐου 2010, ενώ κατά τη διάρκεια του αμέσως επομένου μηνός Ιουνίου 2010 και μέχρι το τέλος αυτού, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές εκτινάχθηκαν στο συνολικό ύψος των 13.770.000 ευρώ. Περαιτέρω, λόγω των ήδη ληξιπρόθεσμων και μη καταβληθέντων οφειλών της κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2010, εκδόθηκαν σε βάρος της, κατά το χρονικό διάστημα από 5.7.2010 έως 6.9.2010, δεκαεννέα (19) διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν των ανωτέρω εξελίξεων στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του έτους 2010 και διαβλέποντας τη γενικευμένη και μόνιμη οικονομική αδυναμία της να εξυπηρετήσει περί τα τέλη Ιουνίου 2010 τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά χρέη της, η ως άνω πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία, επικαλούμενη επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης, εξαιτίας της μείωσης της κατανάλωσης και της αυστηροποίησης της πιστωτικής πολιτικής των τραπεζών και των προμηθευτών, λόγω της οικονομικής ύφεσης, υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26.07.2010 αίτηση υπαγωγής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 επ. του ν. 3588/2007 (αρ.κατ…..), ενσωματώνοντας σ’ αυτήν το σχέδιο, που -κατά τους ισχυρισμούς της- είχε καταστρώσει για την οικονομική ανάκαμψή της και συνίστατο στην πρόβλεψη συγκεκριμένων πηγών χρηματοδότησης και τρόπων ανάπτυξης της, όχι με τη συρρίκνωση και εκποίηση των καταστημάτων της και της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αλλά αντίθετα με την περαιτέρω ανάπτυξη και λειτουργία νέων καταστημάτων και τη συνέχιση της ανακαίνισης των ήδη υπαρχόντων. Επί της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε η 1022/01.11.2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και ορίστηκε μεσολαβητής ο …., οικονομολόγος - αναλυτής, προκειμένου να γνωμοδοτήσει, εντός δύο μηνών από την επίδοση σ’ αυτόν της απόφασης, για το εάν μπορεί να επιτευχθεί και με ποιο τρόπο συνδιαλλαγή. Η επίδοση της απόφασης στον ως άνω μεσολαβητή έλαβε χώρα στις 7.2.2011, η δε δημοσίευσή της στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων στις …. (αρ. φύλ. ….). Ο ως άνω μεσολαβητής, μετά από την ανάληψη των καθηκόντων του, από τον έλεγχο των εμπορικών βιβλίων της πρώτης εφεσίβλητης, διαπίστωσε ότι στις 31.3.2011 οι συνολικές οφειλές της ανέρχονταν σε 220.571.200,46 ευρώ, αναλυόμενου του ποσού σε 27.772.072,31 ευρώ προς το ΙΚΑ, 25.926.973,33 ευρώ προς το Δημόσιο, 40.811.092,51 ευρώ δανειακές υποχρεώσεις (Leasing), 100.052.040,16 ευρώ πληρωτέες επιταγές, 26.009.022,14 ευρώ ανοικτά υπόλοιπα προμηθευτών. Ως εκ του όγκου των οφειλών της εταιρίας η μοναδική πρόταση, την οποία απηύθυνε προς τους πιστωτές, ήταν η δραματική περικοπή των απαιτήσεών τους (κατά κύριο λόγο σε ποσοστό 80 έως και 90%) και η τμηματική και σε βάθος χρόνου (60 ισόποσες μηνιαίες δόσεις) αποπληρωμή του υπολοίπου. Στην πρόταση αυτή ανταποκρίθηκαν θετικά πιστωτές με απαιτήσεις συνολικού ύψους 13.825.030,40 ευρώ, ήτοι ποσοστό μόλις 6,2% του συνόλου των προαναφερόμενων χρεών, σύμφωνα με την από 8.4.2011 έκθεση - αίτηση του παραπάνω μεσολαβητή. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι τα χρέη της πρώτης εφεσίβλητης ανέρχονταν στο προαναφερόμενο ποσό παρά την -εν τω μεταξύ- εκποίηση πληθώρας καταστημάτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων της και την επιλεκτική μερική ικανοποίηση ορισμένων πιστωτών της, με το προϊόν των εν λόγω εκποιήσεων. Κατόπιν αυτού, ο μεσολαβητής προέβη στη διαπίστωση, ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί το απαιτούμενο ελάχιστο ποσοστό για τη σύναψη συμφωνίας συνδιαλλαγής και ως εκ τούτου υπέβαλε ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου την από 8.54.2011 έκθεση- αίτησή του για την περάτωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής (αρ.κατ. ….2011) . Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 534/19.05.2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία τέθηκε τέλος στη διαδικασία συνδιαλλαγής και στην αποστολή του μεσολαβητή και διατάχθηκε η απόδοση σ’ αυτόν, ως αμοιβής, του ποσού των 5.000 ευρώ, για τις ως άνω ενέργειές του. Εν τω μεταξύ, ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εφεσίβλητης, …., είχε υποβάλει ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου την από 13.04.2011 αίτηση - δήλωση παύσης πληρωμών (αρ.κατ…...2011). Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 802/2.8.2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία κηρύχθηκε η πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε ως χρόνος παύσης πληρωμών η 30η.6.2010. Περίληψη της απόφασης αυτής δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Ν., στις 5.9.2011. Με την ίδια ως άνω απόφαση ορίστηκε προσωρινός σύνδικος της πτώχευσης ο ... ..., Δικηγόρος Αθηνών, κατόπιν δε παραιτήσεως του προαναφερόμενου ορίστηκε νέος σύνδικος, αρχικά με την 181/16.2.2012 απόφασή του ίδιου Δικαστηρίου ο ... ..., Δικηγόρος Αθηνών και στη συνέχεια, με την …. απόφαση ο …., επίσης Δικηγόρος Αθηνών και νυν εκκαλών, ο οποίος αποδέχθηκε το διορισμό του. Στην πτώχευση αναγγέλθηκαν 1.095 πιστωτές, εκ των οποίων 914 εργαζόμενοι με ύψος απαιτήσεων 25.661.052,15 ευρώ, 5 δικηγόροι με απαιτήσεις 430.178,65 ευρώ, 3 φορείς κοινωνικής ασφάλισης με απαιτήσεις 31.666.454,49 ευρώ, 7 αγρότες - αγροτικοί συνεταιρισμοί με απαιτήσεις 886.794,02 ευρώ, 4 Δήμοι και το Ελληνικό Δημόσιο με απαιτήσεις 32.651.402,27 ευρώ, 8 ενέγγυοι πιστωτές με απαιτήσεις 30.032.124,58 ευρώ και 154 ανέγγυοι πιστωτές με απαιτήσεις 111.434.770,64 ευρώ, ήτοι το σύνολο αναγγελθεισών απαιτήσεων ανήλθε στο ποσό των 232.762.778,80 ευρώ. Περαιτέρω, ως αποδεικνύεται από την ως άνω ημερομηνία παύσης πληρωμών (30.6.2010) και εφεξής και κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών και έως τα μέσα Απριλίου 2011, η πρώτη εφεσίβλητη, όχι μόνο δεν ανέπτυξε το σχέδιο οικονομικής ανασυγκρότησής της, με το οποίο είχε επιτύχει να υπαχθεί στη διαδικασία συνδιαλλαγής, κατόπιν της προαναφερόμενης αίτησής της με καταστρωμένο σχέδιο τετραετίας και πρόβλεψη συγκεκριμένων πηγών χρηματοδότησης και τρόπων ανάπτυξης της εταιρίας, όχι με τη συρρίκνωση και εκποίηση των καταστημάτων της και της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αλλά αντίθετα με την περαιτέρω ανάπτυξη και λειτουργία νέων καταστημάτων και τη συνέχιση της ανακαίνισης των ήδη υπαρχόντων, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αλλά, αντίθετα, άρχισε να προβαίνει άτακτα και χωρίς κανένα σχέδιο σε πλήθος μεταβιβάσεων του πάγιου εξοπλισμού καταστημάτων της και στην πραγματικότητα των ίδιων των επιχειρηματικών μονάδων (καταστημάτων), μέσω των οποίων δραστηριοποιούνταν στο λιανικό εμπόριο, σε άλλες επιχειρήσεις και δη είτε σε ανταγωνίστριες εταιρείες εκμετάλλευσης πολυκαταστημάτων τροφίμων (supermarket) είτε σε φυσικά πρόσωπα, δανειστές της. Με το τίμημα των μεταβιβάσεων αυτών είτε πληρώνονταν επιλεκτικά οι εργαζόμενοι των καταστημάτων αυτών, που προσλαμβάνονταν στη συνέχεια από την εκάστοτε αγοράστρια, μέρος των οφειλών προς το Δημόσιο και το ΙΚΑ, ως προς τους οποίους ήταν αναγκαίο να είναι ενήμερη, προκειμένου να προβαίνει στις πωλήσεις, μισθώματα και πάγια έξοδα των καταστημάτων αυτών, ώστε να συνεχίσουν εκεί οι αγοράστριες την εμπορική δραστηριότητα, καθώς επίσης πληρώνονταν επιλεκτικά ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ορισμένους πιστωτές της, είτε μεταβίβαζε πάγιο εξοπλισμό καταστημάτων της επιλεκτικά σε ορισμένους πιστωτές της, με συμψηφισμό του τιμήματος με τις ληξιπρόθεσμες ανταπαιτήσεις τους (όπως εν μέρει στην προκειμένη περίπτωση, ως κατωτέρω εκτίθεται), ενώ επίσης μεταβίβαζε επιλεκτικά σε πιστωτές της και τα ευρισκόμενα σε καλή κατάσταση οχήματα (Ι.Χ., Ι.Χ.Φ., κλαρκ κ.λ.π.) ιδιοκτησίας της, προκειμένου να συμψηφίσει οφειλές της προς αυτούς, κρατώντας στην ιδιοκτησία της απαξιωμένα οχήματα. Επιπρόσθετα, κατά το ίδιο διάστημα προέβαινε σε δηλώσεις αναγνώρισης χρέους έναντι επιλεκτικά συγκεκριμένων δανειστών της, παραχωρώντας παράλληλα και προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητά της για την εξασφάλιση αυτών. Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών της ήταν ότι κατά το διάστημα, που της είχε δοθεί με την κατάθεση της αίτησης συνδιαλλαγής, η πρώτη εφεσίβλητη, όχι μόνο δεν ανέπτυξε επιχειρηματική δραστηριότητα, προς ευδοκίμηση του πλάνου διάσωσής της, αλλά μεταβίβασε επιλεκτικά σε δανειστές της σημαντικό μέρος της περιουσίας της, αποξενώθηκε και εκποίησε 101 περίπου καταστήματα λιανικής πώλησης, έκλεισε 27 καταστήματα και της απέμειναν, προ της κατάθεσης από την ίδια αίτησης πτώχευσης, μόλις 31 καταστήματα (βλ. τις 631/2018, 206/2018, 207/2018, 211/2018, 212/2018, 632/2018, 179/2019, 50/2019, 51/2019, 53/2019, 225/2019, 348/2019, 514/2019, 515/2019, 638/2019, 703/2019, 720/2019, 751/2019, 752/2019, 753/2019, 754/2019, 755/2019, 804/2019, 867/2019, 868/2019, 869/2019, 870/2019, 873/2019, 16/2020, 18/2020, 74/2020, 75/2020, 76/2020, 77/2020, 140/2020, 155/2020, 156/2020, 179/2020, 365/2020, 366/2020, 367/2020, 368/2020, 407/2020, 408/2020, 468/2020, 469/2020, 548/2020, 13/2021, 14/2021, 15/2021, 16/2021, 17/2021, 29/2021, 31/2021, 32/2021, 33/2021, 34/2021, 73/2021, 74/2021, 262/2021, 263/2021, 461/2021, 462/2021, 1/2023 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις 6156/2022, 6573/2022 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών). Οι προηγουμένως περιγραφόμενες ενέργειες ασφαλώς δεν εντάσσονταν στην υλοποίηση σχεδίου οικονομικής ανάπτυξης, αναδιοργάνωσης και διάσωσης της πρώτης εφεσίβλητης, αφού εκ των πραγμάτων τα εναπομείναντα καταστήματα ασφαλώς δε θα μπορούσαν να την ανασυγκροτήσουν, ώστε να ανταπεξέλθει στα υπέρογκα χρέη της. Η μη ένταξη των ανωτέρω ενεργειών στην υλοποίηση του σχεδίου αναδιοργάνωσης αποδεικνύεται και από το ότι ουδεμία ανάμειξη ή συναίνεση του μεσολαβητή, που ανέλαβε καθήκοντα δυνάμει της με αριθμό 1022/01.11.2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, υπήρξε για την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης εφεσίβλητης, ως γίνεται δεκτό και κατωτέρω, ανάμιξη και συναίνεση, που δε θα μπορούσαν να υπάρχουν ως εκ του χρόνου, που ανέλαβε ο τελευταίος τα καθήκοντα του. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η πρώτη εφεσίβλητη βρισκόταν σε κατάσταση παύσης πληρωμών στις 30.06.2010, αφού αδυνατούσε να εκπληρώσει τα ληξιπρόθεσμα, δηλαδή εκκαθαρισμένα και άμεσα απαιτητά, χρηματικά χρέη της, δεδομένου ότι η αδυναμία της αυτή είχε το χαρακτήρα της μονιμότητας, δηλαδή δεν οφειλόταν σε πρόσκαιρη οικονομική στενότητα και της γενικότητας, αφού κατά την αντίληψη των συναλλαγών η προπεριγραφόμενη κατάσταση της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της ήταν ο κανόνας. Τα παραπάνω διαπιστώνει εν πολλοίς και το Εφετείο Αθηνών στην 4664/2020 τελεσίδικη απόφασή του, που εκδόθηκε επί εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της 752/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), που εκδόθηκε επί της ανακοπής και των πρόσθετων παρεμβάσεων, τις οποίες άσκησαν πιστωτές και συναλλαχθέντες εντός της «ύποπτης περιόδου» με την πρώτη εφεσίβλητη, με αίτημα τη μεταβολή του χρόνου παύσης πληρωμών της σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της 30.10.2010. Η κρίση αυτή -περί του χρόνου παύσης των πληρωμών- ενισχύεται, ιδίως, από τα εξής: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 30.06.2010 μέχρι 17.07.2010 έληξαν και παρέμειναν ανεξόφλητες τραπεζικές επιταγές συνολικού ύψους 11.451.570,05 ευρώ, ποσό δυσανάλογο για ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα, όπως αυτό κατά το οποίο έληγαν οι εν λόγω επιταγές, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού κύκλου εργασιών και του συνολικού ύψους των χρεών της εν συνεχεία κηρυχθείσας σε πτώχευση πρώτης εφεσίβλητης προς τρίτους πιστωτές της- β) Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της πρώτης εφεσίβλητης ανήλθαν στις 16.07.2010 στο συνολικό ποσό των 20.600.000,00 ευρώ, από το οποίο μόλις το επιμέρους ποσό των 2.430.000,00 ευρώ είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά τη διάρκεια του μηνός Μαΐου 2010, ενώ κατά τη διάρκεια του αμέσως επόμενου μηνός Ιουνίου 2010 και μέχρι το τέλος αυτού κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ύψους 13.770.000,00 ευρώ' γ) Κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα της ως άνω ήδη ορισθείσας ημερομηνίας παύσης πληρωμών (30.6.2010) παραχωρήθηκαν από την εν συνεχεία πτωχεύσασα σωρηδόν προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητά της για την εξασφάλιση χρεών συγκεκριμένων πιστωτών, συμπεριφορά που καταδεικνύει, αφενός πρόθεση επιλεκτικής ικανοποίησης ορισμένων πιστωτών σε βάρος της πλειοψηφίας αυτών, και αφετέρου πρόθεση αποξένωσης της πτωχεύσασας από την περιουσία της, μέσω της επιβάρυνσης αυτής με εμπράγματες ασφάλειες, της μεταβίβασης επιλεκτικά των καταστημάτων της και της συνακόλουθης μείωσης της αξίας της· δ) Κατά το χρονικό διάστημα από τις 30.06.2010 και εξής πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση του πάγιου εξοπλισμού πλέον των εκατό καταστημάτων της πτωχεύσασας, με το προϊόν των οποίων ικανοποιήθηκαν μερικά και επιλεκτικά συγκεκριμένοι πιστωτές, και συγκεκριμένα οι εργαζόμενοι των πωληθέντων καταστημάτων, που θα συνέχιζαν την εργασία τους στα καταστήματα αυτά με τους νέους ιδιοκτήτες, καθώς και οι λειτουργικές δαπάνες και λοιπές υποχρεώσεις των εν λόγω πωληθέντων καταστημάτων, όπου οι αγοραστές συνέχισαν για δικό τους λογαριασμό την λειτουργία τους, καθώς και συμψηφισμοί ληξιπρόθεσμων χρεών της πτωχεύσασας με μεταβιβάσεις πάγιου εξοπλισμού καταστημάτων προς συγκεκριμένους πιστωτές και συμβάσεις άφεσης χρέους, που καταρτίστηκαν κατά το ίδιο διάστημα, γεγονότα που καταδεικνύουν αφενός παντελή έλλειψη ρευστότητας και αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων της πτωχεύσασας από ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης και αφετέρου πρόθεση επιλεκτικής ικανοποίησης ορισμένων πιστωτών σε βάρος της πλειοψηφίας αυτών ε) Την υπολειτουργία των καταστημάτων της ήδη πτωχεύσασας πρώτης εφεσίβλητης από τον Ιούλιο 2010 και εφεξής έως και τον Οκτώβριο του 2010, οπότε και άρχισε η ταχύρρυθμη εκποίησή τους. Συγκεκριμένα, από τον Ιούλιο του 2010 και εντεύθεν επήλθε ουσιαστικά νέκρωση της επιχειρηματικής δράσης της και αθεράπευτος κλονισμός της πίστης της, καθόσον ουδεμία επιχειρηματική δραστηριότητα και σχέδιο αναδιοργάνωσης ανέπτυξε, τα καταστήματα της υπολειτουργούσαν, και αυτό μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2010, με τα προϊόντα που είχαν στα ράφια τους και αυτά που είχαν απομείνει στις αποθήκες της. Η συντριπτική πλειοψηφία των σημαντικών προμηθευτών από τον Ιούλιο του έτους 2010 σταμάτησε πλέον, να την προμηθεύει προϊόντα ή να συναλλάσσεται μαζί της, καθόσον, αφενός δεν εξοφλούσε τις οφειλές της, και αφετέρου δεν την εμπιστεύονταν πλέον. Μόνο η εταιρία με την επωνυμία «….», η οποία είχε κατορθώσει επιλεκτικά να εξασφαλιστεί για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της, συνέχιζε να την προμηθεύει με προϊόντα, και μάλιστα μόνο μέχρι τον Οκτώβριο του 2010, οπότε και αυτή έκτοτε σταμάτησε τις συναλλαγές μαζί της, καθώς, επίσης, η εταιρεία με την επωνυμία «…..Ε.» συνέχιζε να την προμηθεύει με προϊόντα άμεσης κατανάλωσης, η οποία, ομοίως, έτυχε επιλεκτικής μεταχείρισης. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορούν να οδηγήσουν οι καταβολές στις οποίες προέβη η πρώτη εφεσίβλητη κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2010 και ειδικότερα: α) Το ότι μετά την ορισθείσα ως ημερομηνία παύσης των πληρωμών (30.6.2010) κατέβαλε στις 16.8.2010 το ποσό των 50.000,00 ευρώ (πρώτη δόση ρύθμισης) στην εταιρία με την επωνυμία «….»· β) το ότι κατά το χρονικό διάστημα από 6.7.2010 μέχρι 7.10.2010 κατέβαλε το συνολικό ποσό των 500,00 ευρώ, περίπου, στην εταιρία με την επωνυμία «…. Α.Ε.»· γ) το ότι κατά το τετράμηνο διάστημα από το μήνα Ιούλιο έως και το μήνα Οκτώβριο 2010 κατέβαλε το συνολικό ποσό των 401.021,82 ευρώ στην εταιρεία με την επωνυμία «….», ενώ κατά το συνολικό διάστημα από 1.7.2010 μέχρι 30.04.2011 κατέβαλε στην τελευταία αυτή εταιρία το συνολικό ποσό των 448.685,31 ευρώ' δ) το ότι κατά το ίδιο ως άνω επίμαχο διάστημα από 30.06.2010 έως και 30.10.2010 κατέβαλε στο Ελληνικό Δημόσιο την 1.7.2010 το ποσό των 2.850,47 ευρώ, σε μερική εξόφληση προστίμου συνολικού ύψους 8.000,00 ευρώ, στις 19.07.2010 το ποσό των 14.087,68 ευρώ, σε μερική εξόφληση οφειλόμενου Φ.Π.Α έτους 2009, συνολικού ύψους 1.033.209,16 ευρώ, στις 30.07.2010 το ποσό των 57.705,36 ευρώ, σε μερική εξόφληση Φ.Α.Π. νομικών προσώπων, συνολικού ύψους 82.461,95 ευρώ και στις 10.9.2010 το ποσό των 393,38 ευρώ, σε μερική εξόφληση προστίμου συνολικού ύψους 1.600,00 ευρώ’ ε) το ότι κατέβαλε στην υπάλληλό της ... κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2010 το συνολικό ποσό των 1.797,03 ευρώ, στ) το ότι κατέβαλε προς το ΙΚΑ, στις 12.7.2010 το ποσό των 491.053,70 ευρώ, ως 1η δόση μετά από απόφαση για ρύθμιση συνολικής οφειλής 17.677.533 ευρώ, στις 16.8.2010 το ποσό των 1.306,50 ευρώ (ΟΑΕΔ), στις 16.8.2010 τα ποσά των 354.80*3,78 και 400,00 ευρώ για 1 η δόση νέας ρύθμισης των παραπάνω οφειλών, στις 31.8.2010 το ποσό των 700.000,00 ευρώ και στις 19.8.2010 το ποσό των 5.205,13 ευρώ' ζ) το ότι κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 2.9.2010 έως 22.12.2010 το συνολικό ποσό των 876.074,40 ευρώ, προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 06.12.2010 έως 26.4.2011 το συνολικό ποσό των 842.783,16 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, που αφορούσαν τις μεταβιβάσεις των περιουσιακών της στοιχείων, στις 18.1.2011 το συνολικό ποσό των 1.254.869,90 προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, στις 10.5.2011 συμψηφίστηκε οφειλή της στη Δ.Ο.Υ. Γαλατσίου ποσού 1.077.835,00 ευρώ, στις 1.6.2011 συμψηφίστηκε οφειλή της στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά ποσού 118.037,72 ευρώ και την ίδια ημέρα κατέβαλε στην ίδια Δ.Ο.Υ ποσό 8.228,00 ευρώ’ και η) το ότι κατά το χρονικό διάστημα από 20.10.2010 μέχρι 14.4.2011 κατέβαλε ποσά συνολικού ύψους 583.760,11 ευρώ προς την τράπεζα «….». Τούτο, καθόσον οι παραπάνω πληρωμές ασφαλώς και δεν αρκούν για να κριθεί ότι στην πραγματικότητα δεν βρισκόταν στις 30.6.2010 σε κατάσταση παύσης πληρωμών, αφού, πλέον των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, οι ως άνω πραγματοποιηθείσες κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από 30.6.2010 και εφεξής πληρωμές, που κατά το πλείστον κάλυπταν λειτουργικές δαπάνες, εξυπηρέτησαν ένα πολύ μικρό μέρος των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, που η πρώτη εφεσίβλητη είχε δημιουργήσει, σε σχέση με το προαναφερόμενο συνολικό μέγεθος τους, τη στιγμή, μάλιστα, που οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της είχαν ανέλθει, στις 16.7.2010 στο συνολικό ποσό των 20.600.000,00 ευρώ, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ενώ αυτές που έλαβαν χώρα μετά τον Οκτώβριο του 2010, έγιναν με χρήματα από την προαναφερόμενη εκποίηση των περιουσιακών της στοιχείων. Το γεγονός ότι οι παραπάνω πληρωμές αντιστοιχούσαν σε ελάχιστο ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών της πρώτης εφεσίβλητης και του συνολικού ύψους των χρεών της προς πιστωτές της καταδεικνύεται, ακόμη περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ότι οι οφειλές αυτής προς τους προμηθευτές της ανέρχονταν στις 14.6.2011 στο συνολικό ποσό των 119.636.501,71 ευρώ, από το οποίο το επιμέρους ποσό των 24.766.317,40 ευρώ αντιστοιχούσε στο ανοιχτό υπόλοιπο ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων πιστωτών και το υπόλοιπο επιμέρους ποσό των 94.870.184,31 ευρώ αντιστοιχούσε σε ανοιχτό υπόλοιπο από επιταγές. Συνεπώς οι πληρωμές που έγιναν από την πρώτη εφεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2010 έως και τις αρχές Φεβρουάριου του έτους 2010 και αφορούσαν ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τους εργαζομένους της, προς δημόσιους φορείς και προς κάποιους προμηθευτές, ήταν επιλεκτικές και πραγματοποιήθηκαν με το προϊόν των ως άνω άτακτων και χωρίς σχέδιο εκποιήσεων των περιουσιακών της στοιχείων, και όχι από χρήματα προερχόμενα από τη συνέχιση της συνήθους εμπορικής της δραστηριότητας. Έγιναν, λοιπόν, προκειμένου να τακτοποιηθούν οφειλές της από τα πωλούμενα καταστήματα, με ειδικό σχέδιο εκ μέρους της ώστε να προχωρήσουν οι εκποιήσεις αυτών, γεγονότα, που καταδεικνύουν την έλλειψη ρευστότητας της και τη νέκρωση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι μεταξύ των πιστωτών, που είχαν ληξιπρόθεσμες αξιώσεις από τη συνεργασία τους με την πρώτη εφεσίβλητη συγκαταλέγεται ο δεύτερος εφεσίβλητος/ αντεκκαλών. Ο τελευταίος, που εκμεταλλεύεται επιχείρηση επεξεργασίας, τυποποίησης και εμπορίας μελιού και τροφίμων στη Γ Ζώνη ΒΙΠΕΘ Σίνδου Θεσσαλονίκης, διατηρούσε συνεργασία με την πρώτη εφεσίβλητη και ήδη πτωχή από το έτος 2000. Στο πλαίσιο αυτό τυποποιούσε για λογαριασμό της μέλι και γλυκίσματα του κουταλιού με την ετικέτα “...”, που αποτελούσε προϊόν ιδιωτικής ετικέτας της πρώτης εφεσίβλητης (Brand Label), διετέλεσε δε επί μία δεκαετία αποκλειστικός προμηθευτής όλου του δικτύου των καταστημάτων της. Στις 15.11.2020, εντός της ύποπτης περιόδου και μετά την περιέλευση της πρώτης εφεσίβλητης σε κατάσταση παύσης των πληρωμών κατά τα προαναφερόμενα-μεταξύ πολλών άλλων ιδιωτικών συμφωνητικών, που καταρτίσθηκαν με έτερους πιστωτές- καταρτίσθηκε μεταξύ της ως άνω πρώτης εφεσίβλητης και ήδη πτωχής εταιρείας, ως “πωλήτριας”, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο του διοικητικού της Συμβουλίου και Διευθύνοντα Σύμβουλό της ... ... και του δεύτερου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος, ... ... του ..., ως “αγοραστή” το επίδικο από 15.11.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με αυτό το ιδιωτικό συμφωνητικό η πρώτη εφεσίβλητη συμφώνησε την πώληση και μεταβίβαση σε αυτόν όλου του πάγιου εξοπλισμού του καταστήματος της επί της οδού ... 11, στη Θεσσαλονίκη και ειδικότερα συμφώνησε όπως του μεταβιβάσει (επί λέξει) «... όλα τα κινητά πράγματα, τα οποία αποτελούν τον πάγιο εξοπλισμό, του επί της οδού ... 11, στην Θεσσαλονίκη, καταστήματος σούπερ μάρκετ τροφίμων ...... . Όλα τα προαναφερόμενα κινητά πράγματα της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της, η πωλήτρια πωλεί, μεταβιβάζει και παραδίδει σήμερα με το παρόν στον αγοραστή, υπό τους ακολούθως αναφερόμενους όρους: 1) Το τίμημα της πώλησης των εν λόγω κινητών πραγμάτων, συμφωνείται στο ποσό των εκατόν δέκα χιλιάδων πεντακοσίων έντεκα ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (110.511,63 €), το οποίο κρίνεται από τα μέρη, ως δίκαιο, εύλογο και ανταποκρινόμενο στην αγοραστική αξία των πωλούμενων πραγμάτων. 2) Το τίμημα της ανωτέρω πώλησης θα καταβληθεί ως εξής: α) ποσό 90.500,00 ευρώ δια συμψηφισμού με την απαίτηση του αγοραστή κατά της πωλήτριας, που προκύπτει από τις παρακάτω επιταγές της Τράπεζας …, τις οποίες η πωλήτρια είχε εκδώσει και παραδώσει στον αγοραστή, προς κάλυψη οφειλής της από αγορές προϊόντων παραγωγής του αγοραστή, ήτοι τις υπ' αριθμ.: …. και ποσού 30.000,00 €, 30.000,00 € και 30.500,00 € η κάθε μία αντίστοιχα. Οι ανωτέρω επιταγές παρεδόθησαν σήμερα στην πωλήτρια, η οποία δηλώνει ότι τις παρέλαβε και β) ποσό 20.011,63 ευρώ, μετά του Φ.Π.Α., θα καταβληθεί στην πωλήτρια με τα παρακάτω εμπορεύματα ίσης αξίας, τα οποία θα προμηθεύσει η αγοράστρια, μέχρι την 30-11-2010. Ήτοι: …. 238 κιβώτια των 15 τεμαχίων έκαστο, αξίας 20.011,63 €, ... 4) Συμφωνείται ότι ο αγοραστής θα υπεισέλθει στην θέση της μισθώτριας του ακινήτου, αντί της πωλήτριας, είτε συνεχίζοντας την μισθωτική σχέση που διατηρούσε η πωλήτρια με τον εκμισθωτή, είτε συνάπτοντας, νέα, με τους δικούς της όρους, που θα προκύψουν κατόπιν έγγραφης σύμβασης με τον εκμισθωτή, ούτως ώστε από /2010, λύεται η μισθωτική σχέση της πωλήτριας με τον εκμισθωτή και υπόχρεη καταβολής του μισθώματος έκτοτε καθίσταται ο αγοραστής. 5) Επίσης συμφωνείται, ότι ο αγοραστής θα υπεισέλθει στη θέση της πωλήτριας, ως εργοδότης των εργαζομένων, στο ανωτέρω κατάστημα του σούπερ μάρκετ ... και από /2010, καθίσταται ο ίδιος υπόχρεος ως εργοδότης, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εργαζομένων, καθώς και της αποζημίωσης αυτών σε περίπτωση απολύσεως των, με τον όρο ότι όλες οι μισθολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις που αφορούν την πωλήτρια, ως εργοδότρια των κατωτέρω αναφερομένων υπαλλήλων (ενδεικτικά: τακτικές αποδοχές, επιδόματα Πάσχα, αναλογία επιδομάτων Χριστουγέννων, λοιπά επιδόματα, απόδοση Φ.Μ.Υ. κτλ), μέχρι και σήμερα έχουν πλήρως εξοφληθεί. Τα ανωτέρω αφορούν αποκλειστικά το προσωπικό του άνω καταστήματος σούπερ μάρκετ ..., που βρίσκεται στο άνω κατάστημα....». Εκ των ανωτέρω σαφώς αποδεικνύεται, ότι τα μέρη συμφώνησαν στην πώληση αντί συνολικού τιμήματος εκ ποσού 110.511,63 ευρώ και στη μεταβίβαση στον δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα όχι μόνον της κυριότητας των κινητών, που αποτελούσαν τον πάγιο εξοπλισμό του ως άνω καταστήματος, αλλά της εν γένει λειτουργούσας εντός αυτού επιχειρηματικής μονάδας, τούτης νοούμενης ως ένα σύνολο νομικών και πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της πελατείας, της φήμης, της θέσης του καταστήματος και τις συναπτόμενες με αυτά αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες. Το ότι η πώληση και μεταβίβαση αφορούσε στο συγκεκριμένο κατάστημα ως επιχειρηματική μονάδα, επιβεβαιώνεται πλήρως από τους ειδικότερους όρους της ως άνω συμφωνίας: ι) περί υποκατάστασης της μισθώτριας από τον δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα στη σύμβαση μισθώσεως του καταστήματος άλλως την κατάρτιση νέας μισθώσεως προς τούτο με παράλληλη λύση της προϋφιστάμενης συμβάσεως, ιι) περί υποκαταστάσεως της ήδη πτωχής εταιρείας από το δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα, ως εργοδότη στις συμβάσεις εργασίας των απασχολούμενων στο συγκεκριμένο κατάστημα εργαζομένων, αφού σε εκτέλεση της συμφωνίας η πωλήτρια θα αποξενωνόταν πλήρως από κάθε ουσιώδες δικαίωμα επί και εκ του καταστήματος και ουδέν θα απέμενε σε αυτή εκ της επιχειρηματικής του λειτουργίας. Εντός αυτού του πλαισίου η παράδοση και μεταβίβαση της κυριότητας των μεν κινητών πραγμάτων (παγίου εξοπλισμού), ως εκποιητική δικαιοπραξία (1034 ΑΚ), συμφωνήθηκε να λάβει και έλαβε χώρα αυθημερόν με την ίδια σύμβαση και με συμφωνία για μακρά χειρί παράδοση τους, η δε μεταβίβαση των άυλης αξίας δικαιωμάτων της -κατ' ανάλογη- εφαρμογή των διατάξεων περί εκχώρησης (470 ΑΚ). Η ανωτέρω από 15.11.2010 σύμβαση είναι κατά την νομική της φύση και ως ευχερώς συνάγεται από το περιεχόμενο της, μικτή σύμβαση με ενοχικό και διαθετικό χαρακτήρα και δη περιέχουσα: Α) Ενοχική υποσχετική σύμβαση πωλήσεως, με πρόσθετες συμβάσεις ι) (ανώνυμης) ιδιόρρυθμης ενοχικής σύμβασης μεταβίβασης των ενοχικών συμβάσεων ως συνόλου και ιι) σύμβασης ελευθερώσεως (καθ'ο συνομολογήθηκε ότι από την πρώτη εφεσίβλητη ότι δεν υπήρχαν χρέη προς τους εργαζομένους-πρβλ. ΑΠ 1230/2010 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ), με προεξάρχοντα τον χαρακτήρα της πωλήσεως. Είχε δε ως αντικείμενο της την όλη επιχειρηματική μονάδα, μετά των ανηκόντων σε αυτήν κινητών πραγμάτων και άυλων στοιχείων, που επιτεύχθηκε με συμφωνία διαδοχής στις εν γένει έννομες σχέσεις της συγκεκριμένης επιχειρηματικής μονάδας (361 ΑΚ-πρβλ. ΑΠ 1245/2010 ΧρΙΔ 2011/513) και θα επερχόταν ως προς μεν τις συμβάσεις εργασίας αμέσως (άρθρο 4 παρ. 1 του πδ. 178/2002), ως προς δε τη σύμβαση μισθώσεως του καταστήματος από την πλήρωση τις καταχρηστικής αίρεσης (αίρεσης δικαίου-conditiones juries) της εν συνεχεία -ρητής ή σιωπηρής- συναίνεσης από την εκμισθώτρια του ακινήτου, εντός του οποίου στεγαζόταν το κατάστημα ( ΑΠ 775/2020, ΑΠ 33/2014, ΑΠ 561/2010, ΑΠ 1400/2008 δημ. στην ιστοσελίδα του Α.Π.) και Β) Εκποιητικές/διαθετικές συμβάσεις μεταβίβασης των λοιπών στοιχείων της, που επιτεύχθηκε ως προς μεν τα κατ' ιδίαν κινητά πράγματα (πάγιος εξοπλισμός) με μεταβίβαση της κυριότητας τους με μακρά χειρί παράδοση (976 και 1034 ΑΚ), ως προς δε τα λοιπά εν γένει άυλα δικαιώματα και σχέσεις κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί εκχώρησης (470 ΑΚ), όπως ήδη προαναφέρθηκε. Συνοδευόταν δε η ανωτέρω συμφωνία με επιπρόσθετες συμφωνίες, που αφορούσαν στον τρόπο εξόφλησης του τιμήματος, το οποίο ειδικότερα, συμφωνήθηκε να εξοφληθεί: ι) κατά μεν το ποσό των 90.500 ευρώ με συμβατικό συμψηφισμό, ήτοι κατόπιν ρητής συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων με συμψηφισμό μέρους του τιμήματος εκ ποσού 90.500 ευρώ με ισόποση ενοχική ανταπαίτηση του δεύτερου εφεσίβλητου κατά της πτωχής, προς εξασφάλιση της οποίας είχαν εκδοθεί από την πτωχή οι 168676, 168677 και 169729 επιταγές της τράπεζας ... συνολικού ύψους 90.500 ευρώ (30.000+30.000+30.500 ευρώ) και οι οποίες (επιταγές) επεστράφησαν αυθημερόν στην πωλήτρια, ιι) κατά δε το υπόλοιπο ποσό τιμήματος εκ ποσού 20.011,63 ευρώ, με υπόσχεση χάριν καταβολής (421 ΑΚ), ήτοι με μερική πίστωση του τιμήματος, δεδομένης και της σαφούς περί τούτου δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων για πίστωση του τιμήματος μέχρι την καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (βλ. σχ. όρο 2.β. “ ...β) ποσό 20.011,63 ευρώ, μετά του ΦΠΑ, θα καταβληθεί στην πωλήτρια με τα παρακάτω εμπορεύματα ίσης αξίας, τα οποία θα προμηθεύσει η αγοράστρια μέχρι την 30.11.2020”), καθόσον ο δεύτερος εφεσίβλητος ανέλαβε ρητά την υποχρέωση να προμηθεύσει την πρώτη εφεσίβλητη μελλοντικά και δη έως το τέλος του ίδιου μήνα (30.11.2020) με 238 κιβώτια μελιού των 15 τμχ. έκαστο. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι η έκδοση των τιμολογίων πώλησης του πάγιου εξοπλισμού από την ήδη πτωχή εταιρεία έλαβε χώρα μόλις στις 28.12.2010 (βλ. τα......28.12.2010 τιμολόγια πώλησης) και μάλιστα μία μόλις μέρα πριν πωληθεί περαιτέρω ο πάγιος εξοπλισμός (και η όλη επιχειρηματική μονάδα) από τον δεύτερο εφεσίβλητο στην εταιρεία … και Σια ΟΕ, ως και κατωτέρω αναφέρεται. Υπό τις παραδοχές αυτές και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η από 15.11.2010 σύμβαση, κατά τον όρο αυτής με τον οποίο συμφωνήθηκε η εξόφληση μέρους του τιμήματος εκ ποσού 90.500 ευρώ δια συμβατικού συμψηφισμού, συνιστά “πράξη”, που εμπίπτει στις υποχρεωτικά ανακλητέες δικαιοπραξίες του άρθρου 42 ΠτωχΚ, από μόνο το λόγο ότι συμφωνήθηκε και διενεργήθηκε μέσα στην ύποπτη περίοδο, ήτοι μετά την προρρηθείσα παύση των πληρωμών, διότι προδήλως έχει τα χαρακτηριστικά "ανώμαλης" συναλλαγής (αφύσικης καταβολής χρέους). Επομένως, δεν ασκούν επιρροή ως προς τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής της “πράξης” γεγονότα, όπως ο δόλος του οφειλέτη, η καλή πίστη αυτού ή η ζημία της ομάδας των πιστωτών, αφού όλες οι πράξεις του άρθρου 42 ΠτωχΚ λογίζονται, και μάλιστα, κατά την ορθότερη άποψη, αμάχητα, ότι είναι επιζήμιες, απορριπτομένων εντεύθεν ως αλυσιτελών των συναφών ισχυρισμών του δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη αντεκκαλούντος. Κατά τα λοιπά, δηλαδή καθ'ο αφορά στην όλη αμφοτεροβαρή μικτή σύμβαση (με κυρίαρχο το χαρακτήρα της πώλησης) και στον παρεπόμενο αυτής όρο για την εξόφληση μέρους του τιμήματος ποσού 20.011,63 ευρώ, με υπόσχεση χάριν καταβολής, οι εν λόγω “πράξεις” είναι δυνητικά ανακλητέες κατά τα άρθρα 41 και 43 ΠτωχΚ, σύμφωνα με τα επίσης αναλυτικά εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη. Ο δεύτερος εφεσίβλητος, με τις προτάσεις του και με την αντέφεσή του, αρνείται ότι η πρώτη εφεσίβλητη είχε περιέλθει σε κατάσταση παύσης των πληρωμών και σε κάθε περίπτωση ότι ο ίδιος γνώριζε το γεγονός αυτό. Αντεπάγεται δε ειδικότερα, ότι ενήργησε καλόπιστα και χωρίς να έχει πρόθεση να βλάψει τους λοιπούς πιστωτές ή την πτωχευτική περιουσία, λαμβανομένου υπόψη και του ότι προ ολίγων ημερών είχε εκδοθεί η 1022/1.11.2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η πρώτη εφεσίβλητη δεν είχε περιέλθει σε παύση πληρωμών, που αποτελούσε προϋπόθεση για την υπαγωγή της στη διαδικασία συνδιαλλαγής του τότε ισχύοντος ΠτωχΚ (άρθρα 99 επ). Επιπρόσθετα, αμφισβητώντας το επιζήμιο της σύμβασης και ιδίως τη γνώση του ως προς το επιζήμιο της σύμβασης (στοιχεία η απόδειξη των οποίων βαρύνει αποδεικτικά τον εκκαλούντα σύνδικο) υποστηρίζει, ότι η σύναψη του επίμαχου συμφωνητικού έλαβε χώρα ηρτημένης της ως άνω διαδικασίας συνδιαλλαγής και εξυπηρετούσε την ανάγκη εξυγίανσης και αναδιοργάνωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης εκκαλούσας, καθόσον ήταν απαραίτητη η αναδιάρθωση των καταστημάτων της, η ανεύρεση ρευστότητας και η μείωση των λειτουργικών της εξόδων, που επιτεύχθηκε με την εκποίηση και το κλείσιμο ζημιογόνων καταστημάτων, ως το επίδικο. Επί των ανωτέρω λεκτέα τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν ουδόλως προκύπτει ότι το συγκεκριμένο κατάστημα ήταν ζημιογόνο. Το αντίθετο συνάγεται από το ίδιο το συμφωνητικό, που αναφέρει ρητά ότι δεν υπήρχαν κατά το χρόνο μεταβίβασης ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των εργαζομένων. Επιπλέον, το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε στις 15.11.2010, ήτοι σε χρονικό σημείο, κατά το οποίο είχε μεν ανοίξει η διαδικασία συνδιαλλαγής, δια της 1022/1.11.2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πριν όμως ο διορισθείς μεσολαβητής αναλάβει τα καθήκοντα του και χωρίς τη συμμετοχή του. Ειδικότερα -όπως έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω- η πρώτη εφεσίβλητη, δεν ανέπτυξε το σχέδιο της συνδιαλλαγής, που είχε υποβάλει στο Δικαστήριο και προέβλεπε την περαιτέρω ανάπτυξη και λειτουργία νέων καταστημάτων και τη συνέχιση της ανακαίνισης των ήδη υπαρχόντων. Αντίθετα, προέβη άτακτα και χωρίς κανένα σχέδιο σε πλήθος μεταβιβάσεων του πάγιου εξοπλισμού καταστημάτων της και στην πραγματικότητα των ίδιων των επιχειρηματικών μονάδων, μέσω των οποίων ασκούσε την εμπορία, σε άλλες επιχειρήσεις, ως εν προκειμένω, χωρίς μάλιστα να εισπράττει το τίμημα σε μετρητά ή εισπράττοντας ελάχιστο ποσό εκ του τιμήματος σε μετρητά. Περαιτέρω, το γεγονός της περιέλευσης της πρώτης εφεσίβλητης σε καθεστώς παύσεως των πληρωμών ήδη από 30.6.2010, αποδεικνύεται αναμφίβολα, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη γίνει δεκτά ανωτέρω. Αλλά και η γνώση του δεύτερου/εφεσίβλητου για την -υφιστάμενη ήδη κατά τη σύναψη της συμβάσεως- παύση πληρωμών προκύπτει ευχερώς από μόνη την κατάρτιση του ως άνω από 15.11.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού. Ειδικότερα, είναι πρόδηλο, ότι εάν η πρώτη εφεσίβλητη, δεν τελούσε ήδη σε κατάσταση παύσης πληρωμών κατά το χρόνο κατάρτισης του ένδικου ιδιωτικού συμφωνητικού, δε θα είχε περιέλθει στη δυσχερή θέση να εκποιήσει με την ένδικη, σύμβαση την επιχειρηματική της δραστηριότητα, που συνδεόταν με το ως άνω κατάστημα, αποξενούμενη έτσι από τα ίδια τα μέσα άσκησης της εμπορίας της, αποδεχόμενη να μη λάβει ούτε ελάχιστο μέρος του τιμήματος σε μετρητά, παρά μόνο υπόσχεση για μελλοντική προμήθεια ποσότητας μελιού. Αντίστοιχα και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο πρώτος εφεσίβλητος δε θα είχε λόγο, να συμφωνήσει να αποκτήσει την ως άνω επιχειρηματική μονάδα και δη συμψηφίζοντας ολόκληρη την ανταπαίτηση του, χωρίς ουδέν να λάβει σε μετρητά, αν δεν ήταν πρόδηλο ότι κινδύνευε άμεσα και καίρια να μην την εισπράξει καθόλου. Ούτε άλλωστε συνέτρεχε κάποιος άλλος λόγος για τον οποίο ο δεύτερος εφεσίβλητος επιδίωξε να αναλάβει την αντίστοιχη επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού ήταν άλλο το αντικείμενο της δικής του επιχειρηματικής δραστηριότητας (ως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω) και δεν ενέπιπτε στα ενδιαφέροντα του η επέκταση του στον κλάδο της λιανικής πώλησης τροφίμων και συναφών ειδών. Η τελευταία αυτή διαπίστωση επιβεβαιώνεται πλήρως, από το ότι στις 29.12.2010 -ήτοι σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο μετά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης- πώλησε και μεταβίβασε περαιτέρω την όλη επιχειρηματική μονάδα (μετά του πάγιου εξοπλισμού της) στην εταιρεία …. & ΣΙΑ ΟΕ (βλ. σχ. το από 29.12.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του Ν...., ως πωλητή και της εταιρίας …. ΟΕ, ως αγοραστή, σε συνδυασμό τα 12827, 12828, 12829, 12830,12831/29.12.2010 τιμολόγια δελτία αποστολής του πάγιου εξοπλισμού, εκ των οποίων προκύπτει η μεταπώληση και μεταβίβαση της όλης επιχειρηματικής δραστηριότητας στο επί της οδού ... 11 κατάστημα, μία ημέρα μετά την έκδοση των 11339, 11340, 11341, 11342, 11343/28.12.2010 τιμολογίων πώλησης του πάγιου εξοπλισμού από την μετέπειτα πτωχή προς τον ίδιο) αντί του ποσού των 80.009,19 ευρώ, ήτοι με ζημία του, όπως συνομολογεί και ο ίδιος (βλ. σελ. 11 των προτάσεων του πρώτου εφεσίβλητου επί της έφεσης). Επιπρόσθετα, το γεγονός της οικονομικής πτώσης της πρώτης εφεσίβλητης ήταν ήδη ευρύτατα γνωστό από ανακοινώσεις της ιδίας (ως εισηγμένης στο ΧΑΑ εταιρείας), από την πορεία των δημοσιευμένων οικονομικών της μεγεθών, από την ευρεία κοινολόγηση στον οικείο κλάδο -μετά του οποίου συναλλασσόταν ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών- του γεγονότος της παύσης των πληρωμών της και από την επελθούσα ήδη υπολειτουργία των καταστημάτων της. Είναι χαρακτηριστικό, ότι, ενώ ο ετήσιος κύκλος εργασιών (τζίρος) του δεύτερου εφεσίβλητου από πωλήσεις προς την πρώτη εφεσίβλητη είχε ανέλθει κατά το έτος 2008 στο ποσό των 648.315,92 ευρώ και παρέμεινε περίπου σταθερός το έτος 2009 ανερχόμενος στο ποσό των 636.710,99 ευρώ, υποχώρησε ραγδαία το έτος 2010 και υποπολλαπλασιάσθηκε διαμορφούμενος στο συνολικό ποσό των 210.066,95 ευρώ, για ολόκληρο το έτος 2010, ως συνομολογείται από τον δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα (βλ. δικόγραφο αντέφεσης σελ. 7 πρώτη παράγραφος). Μάλιστα, στον εν λόγω κύκλο εργασιών/πωλήσεων του έτους 2010 περιλαμβάνονταν και οι πωλήσεις του πρώτου εξαμήνου του ίδιου έτους, κατά το οποίο δεν είχε χωρήσει ακόμη η παύση των πληρωμών ούτε υπολειτουργούσαν τα καταστήματα της πρώτης εφεσίβλητης. Τούτο αποτελεί ένα, αντικειμενικό στοιχείο, που αποκλείεται να διέφυγε της γνώσης του δεύτερου εφεσίβλητου, καθώς ενέπιπτε στον κύκλο της δικής του επιχειρηματικής δραστηριότητας. Επιβεβαιώνει δε την ελαχιστοποίηση των πωλήσεων του προς την πτωχή και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, αναδεικνύοντας την εκ μέρους του γνώση της παύσης των πληρωμών και την προσπάθεια περιορισμού της οικονομικής έκθεσής του, έναντι της πρόδηλης αδυναμίας αυτής να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της. Αποδεικνύεται, επομένως, εξ όλων των ανωτέρω, ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της ανωτέρω αμφοτεροβαρούς πράξης (μικτής σύμβασης πώλησης/μεταβίβασης), δηλαδή στις 15.10.2010, ο δεύτερος εφεσίβλητος γνώριζε προσωπικά, με ακρίβεια και έχοντας στη διάθεση του απτά και αντικειμενικά στοιχεία, ότι η πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία αδυνατούσε να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις της κατά τρόπο γενικό και μόνιμο και ότι τελούσε αντικειμενικά σε κατάσταση γενικευμένης παύσης πληρωμών προς τους δανειστές της (μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο ίδιος). Παρά ταύτα με πρόθεση, ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών προέταξε την προνομιακή ικανοποίηση των δικών του ανέγγυων απαιτήσεων, επιδιώκοντας τη σύναψη της ανωτέρω σύμβασης, διότι η σύμβαση αυτή ήταν επωφελής για τον ίδιο, αφενός διότι αποκτούσε την κυριότητα του πάγιου εξοπλισμού και της όλης επιχειρηματικής δραστηριότητας στο επίδικο κατάστημα, χωρίς να καταβάλει κανένα μέρος του τιμήματος σε μετρητά, την οποία (επιχειρηματική δραστηριότητα) θα μπορούσε να μεταπωλήσει αποκερδαίνοντας το τίμημα της μεταπώλησης ή έστω μειώνοντας τη ζημία του (όπως και έπραξε σε πολύ σύντομο χρόνο) και αφετέρου διότι ήταν πρόδηλο, ότι ως ανέγγυος πιστωτής, δεδομένης της εξαιρετικά κακής οικονομικής κατάστασης της πρώτης εφεσίβλητης δε θα υπήρχε καμία προοπτική ικανοποίησης της αξίωσης του από την πτωχευτική περιουσία, ήτοι μετά την διαφαινόμενη ήδη από τότε πιθανότητα κήρυξης της πρώτης εφεσίβλητης σε κατάσταση πτώχευσης. Ως προς δε τον (αρνητικό) ισχυρισμό του δεύτερου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος ότι η ένδικη σύμβαση δεν είναι επιζήμια για τους λοιπούς πιστωτές και την πτωχευτική περιουσία, τουλάχιστον για το ποσό των 20.511,63 ευρώ, καθόσον προμήθευσε την πρώτη εφεσίβλητη με ίσης αξίας ποσότητα τυποποιημένου μελιού, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται, ότι η πρώτη εφεσίβλητη πριν την κήρυξη της σε πτώχευση προέβη συστηματικά σε επιλεκτικές πληρωμές και ωφέλησε συγκεκριμένους ανέγγυους πιστωτές της (μεταξύ των οποίων και τον δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα), χωρίς η υπολειπόμενη πτωχευτική περιουσία της να επαρκεί για την εξόφληση των υπολοίπων. Συγκεκριμένα, μετά την κήρυξη της πτώχευσης διαπιστώθηκε, ότι η περιουσία της πρώτης εφεσίβλητης είχε περιορισθεί σε κινητά πράγματα, δηλαδή σε μικρά και μεσαία φορτηγά, μεγάλα φορτηγά και επιβατικά αυτοκίνητα, συνολικής αξίας 283.750 ευρώ, καθώς επίσης σε ακίνητα, ευρισκόμενα σε διάφορες περιοχές της χώρας, των οποίων η συνολική αξία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 22.783.777,68 ευρώ. Η ανωτέρω περιουσία είναι πρόδηλο, ότι δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του συνόλου των αναγγελθέντων πιστωτών, το ύψος των απαιτήσεων των οποίων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 232.762.776,80 ευρώ, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη γίνει δεκτά. Μάλιστα οι απαιτήσεις των γενικώς και ειδικώς προνομιούχων πιστωτών (εργαζόμενοι, δικηγόροι, φορείς κοινωνικής ασφάλισης, Δήμοι και Δημόσιο) υπερκαλύπτουν από μόνες τους την πτωχευτική περιουσία, με τρόπο ώστε να δημιουργείται βεβαιότητα, ως προς το ότι οι ανέγγυοι πιστωτές δε θα τύχουν πτωχευτικού μερίσματος. Το στοιχείο αυτό από μόνο του, ήτοι η επιλεκτική ικανοποίηση του δεύτερου εφεσίβλητου εις βάρος όλων των υπόλοιπων πιστωτών, οι απαιτήσεις του οποίου δε θα είχαν κανένα προνόμιο στην πτώχευση, επαρκεί για την κατάφαση της προϋπόθεσης ύπαρξης ζημιάς εκ της όλης αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Αποδεικνύεται όμως και δη επιπροσθέτως, ότι η μεταβίβαση της κυριότητας του ως άνω πάγιου εξοπλισμού (και της όλης επιχειρηματικής δραστηριότητας στο συγκεκριμένο κατάστημα), έγινε εν γνώσει των συμβαλλομένων στο επίδικο συμφωνητικό μερών, του ότι τοιουτοτρόπως επέρχεται μείωση της συνολικής πτωχευτικής περιουσίας και έτσι ζημιώνεται η εν γένει ομάδα των πιστωτών. Πιο συγκεκριμένα, κατά το διάστημα της ύποπτης περιόδου η πρώτη εφεσίβλητη ακολούθησε αθέμιτη τακτική και σε άλλα καταστήματα της με αποτέλεσμα να μεταβιβάσει επιλεκτικά σε δανειστές της (όπως ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών) σημαντικότατο μέρος της περιουσίας της εκποιώντας συνολικά 101 καταστήματα λιανικής πώλησης. Συνεπώς, η επίδικη συναλλαγή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχεδιασμό συστηματικής διάλυσης του δικτύου των καταστημάτων της με τρόπο ζημιογόνο για τους πιστωτές της πτώχευσης, καθώς υπήρξε ελάχιστη έως καθόλου εισροή μετρητών χρημάτων στα ταμεία της και στην πτωχευτική περιουσία, αφού άλλοτε παραδόθηκαν επιταγές προς εξόφληση του τιμήματος, άλλοτε το τίμημα εξοφλήθηκε με συμψηφισμό (ως εν προκειμένω), άλλοτε με δόση αντί καταβολής, άλλοτε εχώρησε υπόσχεση χάριν πληρωμής (έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, υπόσχεση μελλοντικής παράδοσης εμπορευμάτων ως εν προκειμένω). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ουδέν αξιόλογο ποσό τιμήματος σε μετρητά εισήλθε ούτε και ανευρέθηκε στην πτωχευτική περιουσία. Συνεπώς πέραν των προαναφερθέντων -που αφορούν στο επιζήμιο της σύμβασης λόγω της επιλεκτικής πληρωμής του συγκεκριμένου πιστωτή- ιδιαιτέρως ζημιογόνα για τους πτωχευτικούς πιστωτές ήταν η -με τον τρόπο αυτό- ματαίωση της εν γένει δυνατότητας εκποίησης από το σύνδικο του δικτύου των καταστημάτων της μετέπειτα πτωχής, ως συνόλου και δη σε στρατηγικό επενδυτή ή έστω της πώλησης αυτών ως αυτοτελών επιχειρηματικών μονάδων, με ζημία επί του συνολικού ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία μειώθηκε δραματικά. Τούτα δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο του 3105/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και την από 30.4.2024 συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. ..., Οικονομολόγου, διορισθέντος δικαστικού πραγματογνώμονα στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας δυνάμει του 3839/2023 βουλεύματος του ίδιου ως άνω Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, καθώς τα συμπεράσματα αυτών, στηρίζονται στην συναγωγή της ζημίας της πρώτης εφεσίβλητης από τις πωλήσεις εξοπλισμού των καταστημάτων της σε σχέση με τις δαπάνες λειτουργίας τους, ενώ δεν γίνεται καμία συσχέτιση αυτών με τη δυνατότητα πώλησης των καταστημάτων ως δικτύου, εκ της οποίας απέρρεε αποτιμητή σε χρήμα, πρόσθετη αξία ενεργητικού. Ούτε άλλωστε γίνεται συσχέτιση με την επιλεκτική εξόφληση απαιτήσεων ορισμένων ανέγγυων πιστωτών (όπως ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών) σε βάρος όλων των άλλων πιστωτών, προνομιούχων και μη, ούτε καν γίνεται αναφορά στην καθυστέρηση ικανοποίησης των εν γένει πιστωτών, που έχει ήδη επέλθει και από τις πολυετείς δικαστικές διενέξεις, κατόπιν αγωγών που έχουν ασκηθεί προς ανάκληση των επιζήμιων πτωχευτικών πράξεων, πλείστες των οποίων εξακολουθούν να εκκρεμοδικούν. Επιπρόσθετα, ο δεύτερος εφεσίβλητος/ αντεκκαλών υποστηρίζει ότι το ανωτέρω συμφωνηθέν τίμημα υπερέβαινε την αγοραία αξία των μεταβιβασθέντων παγίων κατά το χρόνο μεταβίβασης κατά 30.000 ευρώ. Ωστόσο, όλα τα τιμολόγια, που εκδόθηκαν, αφορούσαν μόνον στον εξοπλισμό, ο οποίος ήταν ήδη μεταχειρισμένος. Εξ αυτού αποδεικνύεται, ότι δεν υπολογίσθηκε ούτε εκτιμήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη η επιπρόσθετη αξία των άυλων δικαιωμάτων, πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων της επιχειρηματικής μονάδας, που συμμεταβιβάσθηκαν μετά του εξοπλισμού, όπως βασίμως επάγεται ο εκκαλών. Το ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών εκποίησε τον ίδιο ως άνω εξοπλισμό στις 29.12.2010 αντί ποσού 80.009,19 ευρώ στην εταιρεία …. ΟΕ, δεν ανατρέπει αυτό το συμπέρασμα, αφού η διαμόρφωση του τιμήματος σε αυτό το ύψος οφείλεται, στο ότι δεν επιθυμούσε να δραστηριοποιηθεί αναλαμβάνοντας τη λειτουργία της αντίστοιχης επιχειρηματικής μονάδας, που είχε μόλις αποκτήσει. Για το λόγο αυτό προτίμησε, να προβεί βεβιασμένα στην μεταπώληση του καταστήματος, ως επιχειρηματικής μονάδας, αποδεχόμενος τη σχετική ζημία (βλ. το από 29.12.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του Ν...., ως πωλητή και της εταιρίας …. ΟΕ, ως αγοραστή, σε συνδυασμό τα 12827, 12828, 12829, 12830,12831/29.12.20110 τιμολόγια δελτία αποστολής του πάγιου εξοπλισμού), καθώς ήταν κλάσμα της ζημίας, την οποία θα είχε υποστεί, εάν ανέμενε την ικανοποίηση του ως ανέγγυος πιστωτής στην πτωχευτική διαδικασία. Ο προρρηθείς επιζήμιος χαρακτήρας της ένδικης αμφοτεροβαρούς σύμβασης πώλησης και του όρου αυτής για μερική εξόφληση με υπόσχεση χάριν πληρωμής δεν ανατρέπεται ούτε από την τυχόν ανάκληση της ανωτέρω συμβάσεως (ως και άλλων αντίστοιχων, που έχουν καταρτισθεί με έτερους πιστωτές) ως επιζήμιας, αφού τούτο γίνεται μετά παρέλευση μίας και πλέον δεκαετίας από την κήρυξη της πτωχεύσεως, διότι η ικανοποίηση των πιστωτών θα πραγματοποιηθεί αφενός μετά μακρό χρόνο, δηλαδή με σοβαρή καθυστέρηση, αφετέρου στο πλαίσιο της συλλογικής ικανοποίησης των εχόντων γενικό και ειδικό προνόμιο πιστωτών και, ως εκ τούτου, ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα με δυσμενέστερους όρους, που εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση των πιστωτών, σε αντίθεση με την εν προκειμένω επιλεκτική ικανοποίησή του εκτός της διαδικασίας συλλογικής ικανοποίησης. Εξ όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η ένδικη πώληση δεν εξυπηρετούσε σκοπούς εξυγίανσης, αναδιοργάνωσης ή επίτευξης ρευστότητας της πρώτης εφεσίβλητης. Αντιθέτως, εδραία σχηματίζεται πεποίθηση περί του ότι η ένδικη πώληση και η συνακόλουθη μεταβίβαση του πάγιου εξοπλισμού και της ως άνω επιχειρηματικής μονάδας επί της οδού ... αρ. 11, στη Θεσσαλονίκη, αντί συνολικού τιμήματος εκ ποσού 110.511,63 ευρώ, έγιναν εν γνώσει αμφοτέρων των αντισυμβαλλομένων, ότι με τον τρόπο αυτό επέρχεται μείωση της περιουσίας της πρώτης εφεσίβλητης και ότι ζημιώνεται η ομάδα των πιστωτών, με σκοπό να ευνοηθεί ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών. Όλα τα ανωτέρω ισχύουν προδήλως τόσο ως προς την όλη αμφοτεροβαρή από 15.11.2010 σύμβαση, όσο και ως προς τον επιμέρους όρο πίστωσης μέρους του τιμήματος εκ ποσού 20.511,63 ευρώ και με την ανάληψη υποχρέωσης εξόφλησης του με υπόσχεση χάριν καταβολής, ήτοι δια της προμήθειας της πρώτης εφεσίβλητης έως 30.11.2010 με 238 κιβώτια μελιού των 15 τμχ. έκαστο, συνολικής αξίας 20.011,63 ευρώ, αντί της καταβολής μέρους έστω του τιμήματος σε μετρητά. Ακόμη, ως προς τον τελευταίο αυτό όρο, ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών παραδεκτά προβάλλει με την αντέφεσή του και επαναφέρει με τις προτάσεις του, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης (άρθρα 240 και 527 ΚΠολΔ), τον προβληθέντα και πρωτοδίκως ισχυρισμό του, ότι η σύναψη του επίμαχου συμφωνητικού συνιστούσε συνηθισμένη πράξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας της μετέπειτα πτωχής, ιδίως κατά το ανωτέρω σκέλος της (που αφορούσε στην υπόσχεση χάριν καταβολής των κιβωτίων μελιού), διότι διενεργήθηκε σε κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών, προς εξυπηρέτηση του δικτύου των καταστημάτων της πρώτης εφεσίβλητης, ενόψει και των εορτών των Χριστουγέννων, οπότε οι πωλήσεις του συγκεκριμένου είδους είναι αυξημένες και μάλιστα ότι το προϊόν το διέθεσε με ιδιαίτερα μεγάλη έκπτωση. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος συνιστά καταχρηστική ένσταση διακωλυτική του δικαιώματος του συνδίκου της πτωχεύσεως για ανάκληση της της ένδικης δικαιοπραξίας, ερείδεται στο άρθρο 45 περ. α' ΠτωχΚ, είναι ορισμένος και νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του. Συναφώς, η ένδικη πώληση, και σύμφωνα με όσα έχουν ήδη γίνει δεκτά ανωτέρω, δεν αφορούσε μόνο στην εκποίηση του πάγιου εξοπλισμού του συγκεκριμένου καταστήματος της για σκοπούς εξυπηρέτησης της δραστηριότητας της δεύτερης εφεσίβλητης (όπως λ.χ. για την ανανέωση του εξοπλισμού ή στο πλαίσιο ανακαίνισης του καταστήματος). Συνιστούσε πώληση και μεταβίβαση της όλης συνδεόμενης με το συγκεκριμένο κατάστημα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Υπό καμία δε λογική ή επιχειρηματικό σχεδίασμά είναι δυνατόν να γίνει δεκτό, ότι η ένδικη αμφοτεροβαρής σύμβαση πώλησης και ο όρος της υπόσχεσης χάριν πληρωμής, θα μπορούσε να ενταχθεί στα πλαίσια της συνήθους επαγγελματικής δραστηριότητας της ήδη πτωχής, που -υπό κανονικές συνθήκες- συνίστατο στην λιανική πώληση προϊόντων και όχι στην πώληση των ίδιων των καταστημάτων, δηλαδή των μέσων της εμπορίας της, αντί κιβωτίων μελιού. Αντίθετα, είναι απολύτως ασυνήθης στο εμπόριο η πώληση ολόκληρης επιχειρηματικής μονάδας (εν προκειμένω του συγκεκριμένου καταστήματος), με μόνον σκοπό το τίμημα να εξοφληθεί εν μέρει με συμψηφισμό και εν μέρει με ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του αγοραστή προμήθειας στην πωλήτρια 238 κιβωτίων μελιού των 15τμχ έκαστο, συνολικής αξίας 20.011,63 ευρώ περίπου. Η τελευταία αυτή παροχή, άλλωστε, δεν είναι ίσης αξίας και επιχειρηματικής προοπτικής με την πωληθείσα εν λειτουργία επιχειρηματική μονάδα, ώστε να γίνει δεκτό ότι είναι λογικό και συνηθισμένο να πωληθεί ολόκληρη επιχείρηση για την προμήθεια ενός εμπορεύματος. Πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί να γίνει λόγος περί εξυπηρέτησης της συνήθους εμπορικής δραστηριότητας της ήδη πτωχής στην προκειμένη περίπτωση, όπου η υποχρέωση αυτή εκπληρώθηκε με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί και ανώφελη, ήτοι μετά την πάροδο των ολόκληρης της περιόδου των Χριστουγέννων και δύο μόλις μέρες πριν την Πρωτοχρονιά του 2010 (βλ. το Α/12832/29.12.2010 τιμολόγιο δελτίο αποστολής), ενώ αφορούσε στην προμήθεια ενός και μόνο είδους, που δεν εξυπηρετούσε τις πραγματικές ανάγκες της πρώτης εφεσίβλητης, που διατηρούσε πολυκαταστήματα λιανικής πώλησης εν γένει τροφίμων (όχι μόνον ενός είδους), λαμβανομένου υπόψη του κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και εκτέλεσης της προμήθειας, τα καταστήματα της (όσα της είχαν απομείνει) υπολειτουργούσαν, ενώ εκ του εκδοθέντος τιμολογίου προκύπτει ακόμη ότι δεν υπήρξε έκπτωση για τα παραδοθέντα κιβώτια μελιού (βλ. σχ. το Α/12832/29.12.2010 τιμολόγιο δελτίο αποστολής, όπου ένδειξη έκπτωσης 0,00%). Ενόψει των ανωτέρω, ουδόλως εξυπηρετήθηκε με τον όρο της υπόσχεσης χάριν καταβολής (και την όλη αμφοτεροβαρή σύμβαση) ο σκοπός της ως άνω διάταξης, που αποβλέπει να θωρακίσει την ομαλότητα των πράξεων της επιχειρηματικής καθημερινότητας του οφειλέτη, και όχι να διαφυλάξει τα αποτελέσματα της προτιμησιακής εξόφλησης ενός πιστωτή, οι ένδικες δε ως άνω πράξεις ήταν όλως ασυνήθεις πράξεις συνέχισης της εμπορίας. Απορριπτέος τυγχάνει, επομένως, ο ανωτέρω ισχυρισμός ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, ως και ο αντίστοιχος λόγος της αντέφεσης. Περαιτέρω ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών παραδεκτά, ήτοι με λόγο της αντέφεσής του, ως επίσης με τις προτάσεις του επί της έφεσης και ως υπεράσπιση έναντι αυτής (240 και 527 ΚΠολΔ), επαναφέρει τον προβληθέντα και πρωτοδίκως ισχυρισμό του, ότι η ένδικη σύμβαση πώλησης και ιδίως ο όρος περί υπόσχεσης χάριν καταβολής δεν συνιστά ανακλητέα πράξη, διότι αντισταθμίζεται από την καταβολή ισοδύναμης παροχής, τουλάχιστον ως προς το ποσό των 20.011,73 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά καταχρηστική ένσταση διακωλυτική της ένδικης αξίωσης περί καταβολής ισοδύναμης παροχής, είναι ορισμένος και νόμιμος, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 45 περ. δ’ ΠτωχΚ, πλην όμως τυγχάνει επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε προεχόντως, διότι δεν πληρούται η προϋπόθεση της καταβολής ισοδύναμης αντιπαροχής σε μετρητά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα νομική σκέψη, αφού ολόκληρο το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί και καταβλήθηκε κατά το μείζον μεν μέρος με συμψηφισμό, κατά δε το λοιπό με την ανάληψη υπόσχεσης χάριν καταβολής, η οποία ήταν εκπληρωτέα δια της προμήθειας στην πτωχή ποσότητας μελιού, ώστε ουδέν ποσό σε μετρητά εισέρρευσε στα ταμεία της ήδη πτωχής. Τούτων λεχθέντων, δεν συντρέχει για το τελευταίο αυτό μέρος της αντιπαροχής (που αφορούσε στην προμήθεια μελιού), ούτε η αναγκαία για τη διαπίστωση της συνδρομής της εξαίρεσης του άρθρου 45 περ. δ' ΠτωχΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, προϋπόθεση της αμεσότητας της καταβολής της αντιπαροχής εκ μέρους του δεύτερου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος, δεδομένου ότι η ανάληψη της σχετικής υποσχέσεως χάριν πληρωμής αφορούσε στην προμήθεια του μελιού έως τα τέλη του ίδιου μήνα (Νοεμβρίου 2010), μετά 15 δηλαδή ημέρες, εκτελέσθηκε δε τελικά μετά πάροδο ενός και πλέον μηνός. Ακόμη, με τις προτάσεις του ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών, επαναφέρει παραδεκτά, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης (240 ΚΠολΔ) την προβληθείσα και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, ισχυριζόμενος ότι έχει παρέλθει η ενιαύσια προθεσμία παραγραφής, που τάσσει το άρθρο 51 ΠτωχΚ για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και η οποία εκκινεί από το διορισμό του σις 2.4.2012. Επί του ισχυρισμού αυτού, ο οποίος συνιστά γνήσια ένσταση αυτοτελής ανατρεπτική του επίδικου δικαιώματος, ερειδόμενη στο παραπάνω άρθρο 51 ΠτωχΚ, λεκτέα τα ακόλουθα: Ο σύνδικος της πτώχευσης της πρώτης εφεσίβλητης ανέλαβε καθήκοντα συνδίκου στις 2.4.2012, με την 458/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδεχόμενος τον ... ..., που είχε διορισθεί σύνδικος, με την υπ’ αριθμ. 802/2.8.2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (μετά τον ... ... είχε διορισθεί ως σύνδικος ο ... ..., ο οποίος όμως παραιτήθηκε πριν αναλάβει καθήκοντα και αντικαταστάθηκε από τον νυν σύνδικο της πτώχευσης). Είναι πρόδηλο ότι κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, τόσο οι αρχικά διορισθέντες σύνδικοι όσο και ο νυν σύνδικος, δεν μπορούσαν να έχουν γνώση της οικονομικής κατάστασης της πτωχής και των πάγιων περιουσιακών της στοιχείων κατά την ημέρα κήρυξης της πτωχεύσεως, καθώς δεν τους είχαν ακόμη παραδοθεί τα βιβλία και στοιχεία της πτωχεύσασας εταιρείας, δεν είχαν απογραφεί τα μεταβιβασθέντα πάγια της, η εταιρεία δεν είχε συντάξει και δημοσιεύσει οικονομικές καταστάσεις για τη χρήση του έτους 2010, ενώ και το μηχανογραφικό κέντρο της πτωχής είχε καταστραφεί, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να ανακτηθούν αυτά τα στοιχεία από τα ηλεκτρονικώς τηρούμενα αρχεία της (βλ. σχετ. την υπ’ αριθμ. …. έκθεση αποσφράγισης - απογραφής - επανασφράγισης της περιουσίας της πτωχής και την από 6.9.2011 επιστολή του αρχικού συνδίκου). Επομένως ο νυν σύνδικος (και οι προηγηθέντες αυτού) μετά την ανάληψη των καθηκόντων του έως και τον Μάιο του έτους 2012, δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η πτωχεύσασα είχε προβεί σε μεταβιβάσεις της περιουσίας της κατά την ύποπτη περίοδο (εξοπλισμού καταστημάτων, άυλης εμπορικής αξίας των καταστημάτων και οχημάτων της), χωρίς να εισπράττει αντάλλαγμα, αλλά είτε για να εξοφλήσει απαιτήσεις των αποκτώντων, είτε για να εξοφλήσει απαιτήσεις άλλων δανειστών. Στις 23.5.2013 ο Εισηγητής της πτώχευσης παρέλαβε την από 20.5.2013 ανώνυμη επιστολή με την οποία ο συντάκτης της, του ζητούσε να ελέγξει τις μεταβιβάσεις των καταστημάτων, στις οποίες είχε προβεί η πρώτη εφεσίβλητη κατά την ύποπτη περίοδο και να προχωρήσει στην ανάκληση τους. Αιτήσεις, με το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα, εγχείρισαν, επίσης, στις 28.5.2013 στον Εισηγητή της πτώχευσης η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…» και στις 29.5.2013 στον νυν σύνδικο ο …. (βλ. σχετ. την ως άνω ανώνυμη επιστολή που έλαβε αριθμ. πρωτ. …. και τις αιτήσεις που έλαβαν αριθμ. πρωτ. …. και …. αντιστοίχως). Ο σύνδικος της πτώχευσης έλαβε αμέσως γνώση των ως άνω αιτήσεων, ενώ -όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 29.5.2013 επιστολής του …- είχε ενημερωθεί ήδη προφορικώς από αυτόν για τις εκποιήσεις των καταστημάτων και του εξοπλισμού της πρώτης εφεσίβλητης ενόψει της εκδικάσεως ενώπιον του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 17ης.5.2013 ποινικής υποθέσεως με κατηγορούμενους τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου για τις αξιόποινες πράξεις της δόλιας χρεοκοπίας και της καταδολιεύσεως δανειστών. Με βάση τα ανωτέρω, μόνον μετά την προφορική ενημέρωση του από τον …. ο νυν σύνδικος της πτώχευσης έλαβε για πρώτη φορά γνώση για τις μεταβιβάσεις της πρώτης εφεσίβλητης κατά την ύποπτη περίοδο και συνεπώς η παραγραφή της αξιώσεως του να ζητήσει, υπό την ιδιότητα του συνδίκου, την ανάκληση των ως άνω πράξεων ξεκίνησε στις αρχές Μαΐου του έτους 2013 και συμπληρωνόταν στις 2.8.2013, ήτοι μετά την παρέλευση δύο ετών από την κήρυξη της πτώχευσης. Ο ισχυρισμός του δεύτερου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος ότι ο σύνδικος της πτώχευσης γνώριζε για τις επίδικες μεταβιβάσεις κατά τον χρόνο, που καταρτίσθηκαν, λόγω των δημοσιευμάτων του ημερήσιου τύπου για τις εκποιήσεις καταστημάτων στις οποίες προέβαινε η πρώτη εφεσίβλητη αλλά και τις ανακοινώσεις της τελευταίας προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, στο οποίο ήταν εισηγμένη, δεν επιβεβαιώνεται. Αντίθετα, αποδεικνύεται από το νυν σύνδικο της πτώχευσης, ότι δεν είχε καμία σχέση με την πρώτη εφεσίβλητη πριν τον διορισμό του, δεν παρακολουθούσε την πορεία της, ούτε τις συμβάσεις, που κατήρτιζε, ώστε να γνωρίζει κάτι περί της επίδικης σύμβασης, ούτε άλλωστε είχε πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία της πτωχής -όπως προαναφέρθηκε- ώστε να μπορεί να διαπιστώσει, αν είχαν καταρτισθεί ανακλητέες συμβάσεις κατά την ύποπτη περίοδο. Εντός της ανωτέρω χρονικής περιόδου, ήτοι πριν την συμπλήρωση της παραγραφής του άρθρου 51 του ΠτωχΚ στις 2.8.2013, ο σύνδικος της πτώχευσης, αφού έλαβε άδεια από τον Εισηγητή της πτώχευσης δυνάμει της υπ’ αριθ. 1506/10.6.2003 διάταξης του τελευταίου, άσκησε την ένδικη από 2.7.2013 αγωγή (ΓΑΚ/ΕΑΚ ...) επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, την οποία (αγωγή) επέδωσε στη μεν πρώτη εφεσίβλητη στις 10.7.2013 (βλ. την …. έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….) και στο δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα στις 15.7.2013 (βλ. την …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ….), διακόπτοντας την παραγραφή πριν την συμπλήρωση της. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και καθόσον αποδεικνύεται ότι η ένδικη από 15.11.2010 αμφοτεροβαρής σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης του παγίου εξοπλισμού της πρώτης εφεσίβλητης στο δεύτερο εφεσίβλητο, ως και οι επιμέρους συμφωνίες περί εξόφλησης του τιμήματος εν μέρει με συμβατικό συμψηφισμό και εν μέρει με υπόσχεση χάριν καταβολής ι) καταρτίσθηκαν εντός του χρόνου παύσεως των πληρωμών, ήτοι εντός του ύποπτου χρόνου προ της κηρύξεως της πτωχεύσεως, ιι) ότι η αμφοτεροβαρής σύμβαση και ο όρος μερικής εξόφλησης του τιμήματος με υπόσχεση χάριν καταβολής, ήταν πράξεις επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών, για τους λόγους που αναπτύσσονται ανωτέρω, ιιι) ότι ο όρος περί συμβατικού συμψηφισμού μέρους του οφειλομένου τιμήματος εκ ποσού των 90.500 ευρώ, είναι κατ' αμάχητο τεκμήριο επιζήμιος, συνιστά δε άτακτη, ήτοι ανώμαλη καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών της πρώτης εφεσίβλητης στην ύποπτη περίοδο και μάλιστα επιλεκτική μεταχείρισή του συγκεκριμένου δεύτερου εφεσίβλητου πιστωτή της σε βάρος ετέρων πιστωτών και της πτωχευτικής περιουσίας ως συνόλου και ιν) ότι οι συμβαλλόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι ενήργησαν με επίγνωση τόσο του επιζήμιου χαρακτήρα των ως άνω πράξεων, όσο και του ότι η πρώτη εφεσίβλητη τελούσε ήδη σε κατάσταση παύσης πληρωμών, έχοντας ως σκοπό την επιλεκτική ικανοποίηση του δεύτερου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος πιστωτή της, νόμιμος και βάσιμος συντρέχει λόγος ανακλήσεως. Περαιτέρω δε, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εκκαλών δεν προσδιορίζει την υπέρτερη εμπορική αξία της όλης επιχειρηματικής μονάδας, που μεταβιβάσθηκε, ζητεί δε με την αγωγή του κυρίως μεν την αυτούσια αναμεταβίβαση στην πτωχευτική περιουσία του πωληθέντος και μεταβιβασθέντος πάγιου εξοπλισμού από δεύτερο εφεσίβλητο/ αντεκκαλούντα άλλως επί αδυναμίας αυτούσιας εκτέλεσης, την καταβολή αποζημίωσης εκ ποσού 110.511,63 ευρώ, ενώ αποδεικνύεται, ότι η αυτούσια ικανοποίηση, ήτοι η επαναμεταβίβαση του πάγιου εξοπλισμού και της όλης επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν είναι δυνατή, αφού ο δεύτερος εφεσίβλητος μεταβίβασε, ήδη πριν από την άσκηση της αγωγής, τον ως άνω πάγιο εξοπλισμό σε τρίτο, ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών βαρύνεται πλέον με την υποχρέωση να καταβάλλει στην πτωχευτική περιουσία, ως αποζημίωση (όχι ως αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό) χρηματικό ποσό ίσης αξίας με τον πωληθέντα πάγιο εξοπλισμό, ως είχε κατά το χρόνο κηρύξεως της πτωχεύσεως, αξία που κρίνεται, ότι δεν είχε απομειωθεί έως την κήρυξη της πτωχεύσεως ενόψει και του μικρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την κατάρτιση της σύμβασης έως την κήρυξη της πτωχεύσεως. Συνακόλουθα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την εκκαλουμένη 43/2022 απόφασή του έκρινε εν μέρει διαφορετικά και ειδικότερα έκρινε ότι η σύμβαση είναι μερικώς ανακλητέα ως επιζήμια, ανακάλεσε αυτή κατά το ποσό των 90.500 ευρώ και υποχρέωσε τον δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα σε αυτούσια επαναμεταβίβαση μέρους του εξοπλισμού αξίας 90.500 ευρώ, για δε την περίπτωση που η αυτούσια επαναμεταβίβαση δεν είναι εφικτή υποχρέωσε το δεύτερο εφεσίβλητο σε καταβολή του ίδιου ποσού, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι καθ’ο έκρινε ότι ήταν δυνατή η αυτούσια επαναμεταβίβαση, ως επίσης έσφαλε καθ’ο απέρριψε την αγωγή. Επομένως συντρέχει νόμιμος και βάσιμος λόγος εξαφανίσεώς της εκκαλουμένης αποφάσεως σε αντίστοιχη έκταση, καθώς επίσης για το ενιαίο του τίτλου εκτελέσεως κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε αποζημίωση ποσού 90.500 ευρώ (ΤρΕφΑθ 1168/2021, ΕφΑΘ1759/2013, ΕφΠειρ 141/2012, ΕφΠειρ 580/2012 ΤΝΠ Νόμος), αλλά και ως προς το αναγκαίως συνεχόμενο κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, προς το σκοπό ενιαίου καθορισμού τους (ΕφΠειρ 701/2012,ΕφΔωδ 305/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 277/2005 ΔΕΕ 2005, 68).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει οι συνεκδικασθείσες εφέση και αντέφεση να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως: 1) Να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντέφεση, να διαταχθεί όμως η επιστροφή στο αντεκκαλούντα του … ηλεκτρονικού παράβολου της ΓΓΠΣ, ποσού 150, που κατατέθηκε από αυτόν μετά της αντέφεσής του, διότι καταβλήθηκε ως εκ περισσού, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν προβλέπει την καταβολή παράβολου επί ασκήσεως αντεφέσεως. Ακόμη, κατόπιν συναφούς αιτήματος, θα πρέπει να καταδικασθεί ο δεύτερος εφεσίβλητος/αντεκκαλών στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος/ αντεφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας λόγω της ήττας του, αφού η αντέφεση του απορρίφθηκε (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ), ως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό και 2) Να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί κατά παραδοχή αυτής η εκκαλουμένη 43/2022 απόφασή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), κατά την έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της (πλην δηλαδή του κονδυλίου εκ ποσού 2.000 ευρώ, που απορρίφθηκε σιγή και του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, για τα οποία δεν προσβάλλεται η εκκαλουμένη απόφαση με λόγο έφεσης). Περαιτέρω, αφού διακρατηθεί και αναδικασθεί η αγωγή από αυτό το Δικαστήριο, η οποία (αγωγή) είναι ορισμένη -καθόσον διαλαμβάνεται και αναπτύσσεται σε αυτή, αναλυτικά και με παράθεση ικανών αριθμητικών στοιχείων, η ανεπάρκεια της πτωχευτικής περιουσίας προς ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του εναντίου ισχυρισμών του δεύτερου εφεσίβλητου- και είναι νόμιμη (στην έκταση που χώρησε η εξαφάνιση), ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 41, 42 περ.γ, 43, 44, 49 παρ. 1 ΠτωχΚ και 904 επ, 908 επ. ΑΚ, όπως επίσης είναι ορισμένη και εν μέρει νόμιμη, κατά τα άρθρα 904, 910 και 346 ΑΚ, ως προς το επικουρικό αίτημα αυτής για τοκοφορία της ένδικης ενοχικής αξίωσης για τον χρόνο μετά την τελευταία συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έλαβε χώρα στις 3.9.2020, ήτοι από 4.9.2020 (άρθρα 240, 241 ΚΠολΔ), το οποίο αίτημα ως παρεπόμενο και μη αυτοτελές, παραδεκτά υποβάλλεται με τις προτάσεις, σωρευόμενο και στο δικόγραφο της ένδικης έφεσης (άρθρα 283, 285 και 525 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ για τον προγενέστερο χρόνο το αίτημα αυτό τυγχάνει απορριπτέο ως απαράδεκτο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη. Προσέτι, θα πρέπει (η αγωγή) να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, απορριπτομένων των περί του εναντίου αυτοτελών ισχυρισμών του δεύτερου εφεσίβλητου/αντεκκαλούντος, για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά στο σκεπτικό της απόφασης και: ι) Να ανακληθεί καθ' ολοκληρίαν το από 15.11.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης και του δεύτερου των εφεσιβλήτων, ήτοι συμπεριλαμβανομένων και των επιμέρους όρων αυτού περί εξόφλησης του τιμήματος εν μέρει με συμβατικό συμψηφισμό αναταπαίτησης ποσού 90.500 ευρώ και εν μέρει με υπόσχεση χάριν καταβολής για ποσό 20.011,63 ευρώ και ιι) Να υποχρεωθεί ο δεύτερος εφεσίβλητος να καταβάλει στο σύνδικό της πτωχεύσεως, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 100.511,63 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από 4.9.2020. Ακόμη, πρέπει να ορισθεί το προκαταβλητέο παράβολο (άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά αυτής της αποφάσεως από την πρώτη εφεσίβλητη, ενώ -κατ' άρθρον 495 παρ. 4 ΚΠολΔ πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στο σύνδικο υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας του καταβληθέντος από αυτόν … ηλεκτρονικού παράβολου της Γ.Γ.Π.Σ, ποσού 150 ευρώ, διότι η έφεσή του έγινε δεκτή. Τέλος, κατόπιν συναφών αιτημάτων, μέρος των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εφεσιβλήτων, μετά από κατανομή αυτών ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας ενός έκαστου των διαδίκων (άρθρα 176, 178, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζοντας: ι) Ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την από 12.12.2023 έφεσή του εκκαλούντος/ αντεφεσίβλητου, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. .../13.12.2013) και 2) Αντιμωλία των διαδίκων την από 9.9.2024 αντέφεσή του αντεκκαλούντος/δευτέρου των εφεσιβλήτων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. .../9.9.2024), οι οποίες στρέφονται κατά της 43/2022 απόφασής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας).
Ορίζει παράβολο ερημοδικίας εκ ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά αυτής της απόφασης από την πρώτη εφεσίβλητη.
Δέχεται τυπικά την αντέφεσή και απορρίπτει αυτή κατ' ουσίαν.
Διατάσσει την απόδοση του …. ηλεκτρονικού παράβολου, ποσού 150 ευρώ στον δεύτερο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα.
Καταδικάζει τον πρώτο εφεσίβλητο/αντεκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος/αντεφεσίβλητου ως προς την αντέφεσή, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την απόδοση του …. ηλεκτρονικού παράβολου της Γ.Γ.Π.Σ, ποσού 150 ευρώ στον εκκαλούντα/αντεφεσίβλητο σύνδικο, υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας.
Εξαφανίζει την 43/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.
Κρατεί και αναδικάζει την από 2.7.2013 αγωγή του εκκαλούντος/αντεφεσίβλητου κατά των εφεσίβλητων (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../2.7.2013), στην έκταση που χώρησε η εξαφάνιση.
Απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα.
Δέχεται την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Ανακαλεί στο σύνολο του το από 15.11.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης και του δεύτερου των εφεσιβλήτων για τη πώληση και μεταβίβαση από την πρώτη στον δεύτερο των κινητών πραγμάτων, που αποτελούσαν τον πάγιο εξοπλισμό του ευρισκόμενου στην επί της οδού ... 11, στη Θεσσαλονίκη, καταστήματος της αντί τιμήματος ποσού 100.511,63 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των επιμέρους όρων αυτού ι) περί συμψηφισμού μέρους του τιμήματος εκ ποσού 90.500 ευρώ με ανταπαίτηση του δεύτερου των εφεσιβλήτων και ιιι) περί υπόσχεσης χάριν καταβολής του λοιπού τιμήματος, με την προμήθεια 238 κιβωτίων των 15 τεμαχίων “ΜΕΛΙ ….” αξίας 20.011,63 ευρώ.
Υποχρεώνει το δεύτερο εφεσίβλητο να καταβάλει στο σύνδικο της πτωχεύσεως, ως αποζημίωση υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας, το συνολικό ποσό των εκατό χιλιάδων πεντακοσίων έντεκα ευρώ και εξήντα τριών (100.511,63) λεπτών, νομιμότοκα από 4.9.2020.
Καταδικάζει τους εφεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2024 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις …
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ