ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 35666/2025

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ευαγγελία Κατράνα, Πάρεδρο, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα Σταυρούλα Λογαρνίδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Δεκεμβρίου του έτους 2024, για να δικάσει τη με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης: ....../08.03.2024 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης: ...../08.03.2024 αίτηση με αντικείμενο τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου ανώνυμης εταιρείας, η οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση με τη με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης: ...../11.07.2024 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης: ...../11.07.2024 κλήση μετά από ματαίωση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) ........, κατοίκου ..... του Δήμου ....., με Α.Φ.Μ. .... και 2) ......., κατοίκου ....., με Α.Φ.Μ. ......, οι οποίοι αμφότεροι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης, Χρήστου Κούτρα (Α.Μ. Δ.Σ.Ξ.: .....), ο οποίος κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις.

ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ - ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «..... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με αριθμό Μ.Α.Ε. ..... και με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ...., η οποία εδρεύει στη .... του Δήμου ......, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 2) ....., κατοίκου ...., οδός ....., με Α.Φ.Μ. ....., με την ιδιότητα του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω εταιρείας, 3) ....., κατοίκου ....., οδός ....., με Α.Φ.Μ. ....., με την ιδιότητα του ως Αντιπροέδρου και Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω εταιρείας και 4) ......, κατοίκου ....., με Α.Φ.Μ. ...., με την ιδιότητα του ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι άπαντες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Γεωργίου Τετράδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ.: .....), ο οποίος κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις.

Οι καλούντες - αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 06.03.2024 αίτησή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης: ...../08.03.2024 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης: ...../08.03.2024 και προσδιορίστηκε για δικάσιμο της 16ης.05.2024, ότε και ματαιώθηκε. Ήδη η ως άνω αίτηση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 05.07.2024, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης: ..../11.07.2024 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης: ....../11.07.2024 κλήση, η οποία προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 19.09.2024, ότε και αναβλήθηκε αιτήσει των καθ’ ων η αίτηση συναινούντων των αιτούντων και προσδιορίσθηκε εκ νέου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό 3.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και στις νόμιμα κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Νόμιμα, δυνάμει της από 05.07.2024, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης: ...../11.07.2024 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης: ...../11.07.2024 κλήσης, επαναφέρεται προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, η από 06.03.2024 αίτηση των καλούντων-αιτούντων, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης: ..../08.03.2024 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης: ...../08.03.2024.

Η.α. Σύμφωνα με το άρθρο 142 του Ν. 4548/2018, που αντικατέστησε την παρόμοιας διατύπωσης και περιεχομένου προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 40 του ΚΝ 2190/1920 και ισχύει από 01.01.2019 (ΦΕΚ Α' 104/13.06.2018): «1. Δικαίωμα να ζητήσουν έκτακτο έλεγχο της εταιρείας από το δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχούν: α) Μέτοχοι της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν το ένα εικοστό (1/20) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου, (...) 2. Ο έλεγχος κατά την παράγραφο 1 διατάσσεται, αν πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση ελέγχου πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε τρία (3) έτη από την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της χρήσης, εντός της οποίας τελεστή καν οι καταγγελλόμενες πράξεις. 3. Μέτοχοι της εταιρείας, που εκπροσωπούν το ένα πέμπτο (1/5) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο τον έλεγχο της εταιρείας, εφόσον από την όλη πορεία αυτής, αλλά και με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις, καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση (....) 4. Το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι η εκπροσώπηση των αιτούντων μετόχων στο διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 79 ή 80, δεν δικαιολογεί την αίτηση των μετόχων με βάση το παρόν άρθρο». Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 143 του Ν. 4548/2018: «1. Το δικαστήριο αναθέτει τη διενέργεια του έκτακτου ελέγχου σε έναν τουλάχιστον ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία (...) 3. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του δικαστηρίου ορίζει και την αμοιβή των ελεγκτών, η οποία καταβάλλεται από τον αιτούντα μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Το δικαστήριο όμως μπορεί να επιρρίψει στην εταιρεία το σύνολο ή μέρος της αμοιβής των ελεγκτών ή να ορίσει ότι ο αϊτών θα την προκαταβάλει και θα την αναζητήσει από την εταιρεία. Η αμοιβή υπόκειται σε αναθεώρηση μετά τη διενέργεια του ελέγχου, με αίτηση του ελεγκτή ή του βαρυνόμενου με την καταβολή της. (...) 5. Το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για τη διενέργεια του ελέγχου, καθώς και να αντικαταστήσει τους ελεγκτές που διορίσθηκαν». Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 142 του Ν. 4548/2018, καθιερώνεται το δικαίωμα των μετόχων που αντιπροσωπεύουν τη μειοψηφία του 1/20 και του 1/5 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρείας, με τις ειδικότερες διακρίσεις που κατωτέρω εκτίθενται, να ζητήσουν από το αρμόδιο δικαστήριο της έδρας της εταιρείας να διαταχθεί ο έκτακτος έλεγχος της εταιρείας, δικαίωμα το οποίο αποβλέπει καταρχήν στη συγκέντρωση στοιχείων για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά εταιρικών οργάνων, στην αναζήτηση τυχόν ευθυνών τους, αλλά και γενικότερα στην ενημέρωση της γενικής συνέλευσης σχετικά με τον τρόπο άσκησης της διαχείρισης και η άσκηση του οποίου δεν εμποδίζεται από την έγκριση του ισολογισμού ή την απαλλαγή του διοικητικού συμβουλίου από την ευθύνη του με απόφαση στην οποία συμμετείχαν και οι αιτούντες. Ειδικότερα, προϋπόθεση ασκήσεως δικαιώματος ελέγχου από τη «μικρή μειοψηφία» (που αντιπροσωπεύει το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου) είναι η καταγγελία συγκεκριμένων πράξεων, από τις οποίες πιθανολογείται η παραβίαση διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, με σκοπό, κατά κύριο λόγο, την προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων προσώπων και ιδιαίτερα της μειοψηφίας των μετόχων. Ο έκτακτος έλεγχος, λοιπόν, της «μικρής μειοψηφίας» περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων (σχετικώς προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων), των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρείας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες. Η αξιούμενη πιθανολόγηση στην περίπτωση αυτή δεν έχει ως αντικείμενο τον νομικό χαρακτηρισμό των επικαλούμενων γεγονότων ως παράβασης. Ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται από το δικαστήριο κατά την υπαγωγική μέθοδο και δεν υπόκειται στην αξιολογική εκτίμηση του πιθανού, διότι αντικείμενο της πιθανολόγησης είναι μόνο πραγματικά γεγονότα. Αντίστοιχα, για την άσκηση του δικαιώματος ελέγχου που ζητείται από τη «μεγάλη μειοψηφία» (που αντιπροσωπεύει το 1/5 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου), δεν απαιτείται να γίνει επίκληση πράξης που πιθανολογεί παράβαση νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, αλλά αρκεί να προταθεί ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης «καθίσταται πιστευτόν εκ της όλης πορείας των εταιρικών υποθέσεων ότι η διοίκηση της εταιρίας δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διοίκηση». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δηλαδή, πρέπει να γίνεται επίκληση και απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν μη χρηστή και ασύνετη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων που αναφέρονται στις συναλλαγές της εταιρίας με τρίτους ή στη διοίκηση του νομικού προσώπου της (ΜΠρΠειρ 1208/2024, ΕΕμπΔ 4/2024, σχόλιο: Α. Σπυρίδωνος, 1008-1027, ΜΠρΘεσ 14583/2024, αδημ.). Ο έκτακτος έλεγχος, λοιπόν, της μεγάλης μειοψηφίας δεν περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι δεν περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων (σχετικώς προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων) των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρίας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες, αλλά είναι και έλεγχος σκοπιμότητας (συνέσεως), ήτοι επεκτείνεται στην εξακρίβωση του εάν οι διαχειριστικές πράξεις ωφελούν ή ζημιώνουν την εταιρία, δηλαδή εάν επαυξάνουν το ενεργητικό και τα κέρδη της ή όχι (ΑΠ 1484/2019, ΑΠ 1439/2015, ΕφΘεσ 2360/2019, ΕφΑθ 2197/2015, άπασες δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έλεγχος της ανώνυμης εταιρίας από τη «μικρή μειοψηφία» διατάσσεται, αν το δικαστήριο πιθανολογήσει ότι έχουν τελεστεί οι καταγγελλόμενες πράξεις που αποτελούν παράβαση του νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης. Αντίθετα, έλεγχος ανώνυμης εταιρείας από τη «μεγάλη μειοψηφία» διατάσσεται μόνο, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχθηκαν πλήρως τα περιστατικά που αφορούν τη μη χρηστή και μη συνετή διαχείριση, την κακή οικονομική πορεία της εταιρίας και την αιτιώδη σύνδεση της κακής πορείας με την κακή διοίκηση. Μόνη αρνητική προϋπόθεση του ελέγχου της «μεγάλης μειοψηφίας» είναι να μην εκπροσωπείται αυτή στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας δι’ εκπροσώπων της, πολλώ δε μάλλον να μην συμμετέχει κάποιο μέλος της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας. Η αρνητική αυτή προϋπόθεση δεν ισχύει για τον έλεγχο από τη «μικρή μειοψηφία», αφού ούτε από το γράμμα αλλά ούτε και από το πνεύμα του νόμου διαφαίνεται πρόθεση του νομοθέτη να επιβάλει τέτοια προϋπόθεση στην άσκηση του δικαιώματος ελέγχου της «μικρής μειοψηφίας». Δέον να σημειωθεί ότι η υποβολή της αίτησης για έκτακτο έλεγχο από τη «μικρή μειοψηφία», πρέπει να γίνει εντός τριετίας από τη χρονολογία έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων της χρήσης μέσα στην οποία τελέσθηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις, με την επισήμανση, ωστόσο, ότι όσο δεν λαμβάνεται (νόμιμη) απόφαση για έγκριση των οικονομικών καταστάσεων, η προθεσμία δεν εκκινεί και δεν εμποδίζεται η υποβολή της αίτησης (ΕφΘεσ 2401/1998 Αρμ 1998. 1496), Αντίθετα, η αξίωση για έκτακτο έλεγχο από τη «μεγάλη μειοψηφία», δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, με την επιφύλαξη της αποδυνάμωσης του σχετικού δικαιώματος, λόγω μακράς παρόδου χρόνου (βλ. ΕφΛαμ 10/2024, ΕφΠειρ 405/2024, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, για αναλυτική παράθεση των διαφορών αναφορικά με την υποβολή αίτησης για διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού έλεγχου από τη «μικρή μειοψηφία» και τη «μεγάλη μειοψηφία»).

ΙΙ.β. Ειδικότερα, αναφορικά με τις έννοιες της «χρηστής» και «συνετής» διαχείρισης, που αποτελούν κριτήρια και αξιολογούνται παράλληλα στα πλαίσια της έρευνας της βασιμότητας της αίτησης έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου, σημειώνονται τα ακόλουθα: Η διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας ασκείται αντίθετα προς τους κανόνες της χρηστής διοίκησης, κατά την έννοια του άρθρου 142 παρ. 3 εδ, α του Ν. 4548/2018, όχι μόνο όταν παραβιάζεται ειδική διάταξη του νόμου ή του καταστατικού ή απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, αλλά και όταν ασκείται κατά παράβαση των χρηστών ηθών, δηλαδή κατά παράβαση των περί ηθικής αντιλήψεων του μέσου χρηστού και συνετού ανθρώπου, οι οποίες έχουν καταστεί κρατούσες στην κοινωνία. Ενδεικτικά αναφέρεται στην επιστήμη και τη νομολογία ότι μη χρηστή θα πρέπει να θεωρηθεί η διαχείριση όταν γίνεται με πρόθεση ωφέλειας όχι του νομικού προσώπου της εταιρίας αλλά των διοικητών ή ορισμένων μετόχων ή τρίτων (ΜΠρΠειρ 1208/2024, ΕΕμπΔ 4/2024, σχόλιο: Α. Σπυρίδωνος, 1008-1027, όπου κρίθηκε ότι «προτάχθηκαν έναντι του εταιρικού συμφέροντος τα ατομικά συμφέροντα μελών της διοίκησης της εταιρείας και συγγενών αυτών»). Ακόμα, κατά την ορθότερη άποψη, το κριτήριο της σύνεσης για την αξιολόγηση της διοίκησης των εταιρικών υποθέσεων υπό το πρίσμα του άρθρου 142 παρ. 3 εδ. α' του Ν. 4548/2018 πρέπει πλέον να αναζητείται στην επιμέλεια που επιδεικνύει ο συνετός επιχειρηματίας (επιχ. από άρθρο 102 παρ. 2), Με άλλα λόγια, η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων ασκείται όπως επιβάλλει η συνετή διαχείριση, όταν η εν λόγω διοίκηση πραγματοποιείται με ενέργειες που συνιστούν εύλογη επιχειρηματική κρίση, χωρίς να εξετάζεται η σκοπιμότητα των επιλογών της διοίκησης, το οποίο θα διαρρήγνυε την αρχή της επιχειρηματικής κρίσης. Επομένως, ορθά υποστηρίζεται ότι ο έκτακτος έλεγχος της μεγάλης μειοψηφίας, παρά την ορολογία, που πάγια χρησιμοποιείται στην επιστήμη και τη νομολογία, δεν αποτελεί στην πραγματικότητα έλεγχο σκοπιμότητας της διαχείρισης, αλλά έλεγχο επιμέλειας. (Σ. Μούζουλας/Β. Αντωνόπουλος (-Γ. Παναγιωτοπούλου), Ανώνυμες εταιρίες, τόμ. 2, 2023, σ. 1083-1116,Β. Αντωνόπουλος/Λ. Γρηγοριάδης, Δίκαιο Κεφαλαιουχικών Εταιριών, τόμ. 1, 2022, σ. 405-420, X. Λιβαδά σε ΔΑΕ 2020, άρθρ. 142 αρ. 27- 29). Με βάση τις παραδοχές αυτές, μη χρηστές ή και μη συνετές πράξεις έχουν κριθεί, σύμφωνα με τη νομολογία, οι λογιστικές παραλείψεις, αλόγιστες και άσκοπες δαπάνες και εν γένει κακοδιοίκηση που οδηγεί την ΑΕ σε πτώχευση, η σύμμειξη λογαριασμών περισσότερων εταιριών, η μη σύγκληση ΓΣ, η μη σύνταξη ισολογισμών, η μη ενημέρωση μετόχου από το ΔΣ, η αύξηση του τραπεζικού δανεισμού, φορολογικές παραβάσεις, η διενέργεια μη σκόπιμων αγορών και πωλήσεων, πράξεις που ωφελούν κατά κύριο λόγο τα μέλη του ΔΣ και όχι την ΑΕ (ΕφΛαμ 10/2024, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑθ 2881/2021, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΟΟΑΙΕΧ). Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκειμένου να διαταχθεί έκτακτος έλεγχος της ΑΕ δυνάμει του άρθρου 142 παρ. 3, δεν είναι απαραίτητο και δεν αρκεί η μεγάλη μειοψηφία των μετόχων να επικαλεστεί και να αποδείξει ενέργεια ή παράλειψη η οποία, κατά την άποψή της, συνιστά παραβίαση του νόμου ή του καταστατικού ή απόφασης της ΓΣ. Ούτε, όμως, η επίκληση και η απόδειξη της κακής πορείας της ΑΕ (π.χ. χειροτέρευση ή στασιμότητα ή μη αναμενόμενη βελτίωση των οικονομικών δεικτών της εταιρίας, αύξηση ζημιών, μείωση κερδών) αρκούν για να διαταχθεί ένας τέτοιος έλεγχος (ΜΠρΘεσ 14583/2024, αδημ.). Όπως προκύπτει και από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 142 παρ. 3 εδ. α' («αλλά και με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις»), για να διαταχθεί ένας τέτοιος έλεγχος απαιτούνται η επίκληση και η απόδειξη συγκεκριμένων καταστάσεων, δεδομένων, περιστατικών ή πράξεων (ενεργειών ή παραλείψεων) που, σε συνδυασμό με την όλη πορεία της ΑΕ, καθιστούν πιστευτό ότι η διοίκηση της εταιρίας δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση. Για τη βασιμότητα της αίτησης του άρθρου 142 παρ. 3, μπορεί να αρκούν η επίκληση και η απόδειξη και μιας μόνο κατάστασης ή πράξης ή ενός μόνο δεδομένου ή περιστατικού, εφόσον η κατάσταση ή η πράξη αυτή ή το δεδομένο ή το περιστατικό αυτό, λόγω της σημασίας της/του και σε συνδυασμό με την όλη πορεία της ΑΕ, καθιστά πιστευτό ότι η διοίκηση της εταιρίας δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση. Έτσι, για να διαταχθεί έκτακτος έλεγχος της ΑΕ, δεν αρκεί η μη συνετή και χρηστή διοίκηση, αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι υπάρχει τάση χειροτέρευσης της κατάστασης της εταιρίας, είτε λόγω ύπαρξης ή μεγέθυνσης ζημιών είτε διότι τα κέρδη μειώνονται ή είναι μικρότερα από τα προσδόκιμα (ΕφΒορ. Αιγαίου 114/2022, ΕφΘεσ 2360/2019, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή, αναφορικά με την τελευταία περίπτωση, δέον είναι ο έλεγχος να επεκτείνεται και σε εταιρίες που εμφανίζουν μεν κέρδη, ωστόσο το ύψος αυτών δεν κατατείνει στη διαπίστωση ότι η διαχείριση είναι η προσήκουσα (ΕφΑιγ 29/2016 ΔΕΕ 2017. 211, ΜΠρΠειρ 1208/2024, ΕΕμπΔ 4/2024. 1008-1027). Ακόμα, πρέπει να αποδειχθεί ότι η κακή πορεία της εταιρίας οφείλεται στη μη χρηστή και συνετή διοίκηση, αξιολογώντας αν οι διαχειριστικές ενέργειες πραγματοποιούνται με καλή πίστη και επαρκείς πληροφορίες και αν στοχεύουν στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού.

ΙΙ.γ. Η αίτηση για τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου μπορεί να στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας αλλά και κατά των μελών της ελεγκτέας διοικήσεως, τα οποία ομοδικούν (άρθρο 74 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως συνυποκείμενα με εκείνη (διοίκηση) στον έλεγχο και ευθυνόμενα είτε εκ της εντολής είτε εκ του αδικήματος (ΑΠ 1484/2019, ΕφΘεσ 2360/2019, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Επίσης, κατά το άρθρο 142 παρ. 5 σε συνδυασμό με άρθρο 141 παρ. 12 του Ν. 4548/2018, οι αιτούντες τον έλεγχο μέτοχοι, οφείλουν να αποδείξουν στο Δικαστήριο, ότι κατέχουν τις μετοχές που τους δίνουν το δικαίωμα να ζητήσουν τον έλεγχο της εταιρίας. Αυτονόητο όμως είναι ότι, αν οι μετοχικοί τίτλοι δεν έχουν εκδοθεί από την εταιρία ή αν για κάποιο λόγο δεν βρίσκονται στην κατοχή των μετόχων, οι μέτοχοι βαρύνονται με την απόδειξη της μετοχικής τους ιδιότητας και του ποσοστού που κατέχουν με άλλο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, η απόδειξη μπορεί να γίνει και από εταιρικά έγγραφα (βιβλίο μετοχών), με μάρτυρες ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου (ΑΠ 1302/2017, ΑΠ 1439/2015, ΕφΑΘ 2197/2015, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ.α. Σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 6, 7 και 8 του Ν. 4548/2018, που αντικατέστησε την παρόμοιας διατύπωσης και περιεχομένου προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 39 παρ. 4 και 5 του ΚΝ 2190/1920 και ισχύει από 01.01.2019 (ΦΕΚ Α' 104/13.06.2018): «6. Ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε μετόχου, που υποβάλλεται στην εταιρεία πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη γενική συνέλευση, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να παρέχει στη γενική συνέλευση τις αιτούμενες συγκεκριμένες πληροφορίες για τις υποθέσεις της εταιρείας, στο μέτρο που αυτές είναι σχετικές με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Υποχρέωση παροχής πληροφοριών δεν υφίσταται, όταν οι σχετικές πληροφορίες διατίθενται ήδη στο διαδικτυακό τόπο της εταιρείας, ιδίως με τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων. Επίσης, με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να ανακοινώνει στη γενική συνέλευση, εφόσον είναι τακτική, τα ποσά που, κατά την τελευταία διετία, καταβλήθηκαν σε κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή τους διευθυντές της εταιρείας, καθώς και κάθε παροχή προς τα πρόσωπα αυτά από οποιαδήποτε αιτία ή σύμβαση της εταιρείας με αυτούς. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών για αποχρώντα ουσιώδη λόγο, ο οποίος αναγράφεται στα πρακτικά. Τέτοιος λόγος μπορεί να είναι, κατά τις περιστάσεις, η εκπροσώπηση των αιτούντων μετόχων στο διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 79 ή 80. Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να απαντήσει ενιαία σε αιτήσεις μετόχων με το ίδιο περιεχόμενο. 7. Ύστερα από αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα δέκατο (1/10) του καταβεβλημένου κεφαλαίου η οποία υποβάλλεται στην εταιρεία μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 6, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να παρέχει στη γενική συνέλευση πληροφορίες για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών για αποχρώντα ουσιώδη λόγο, ο οποίος αναγράφεται στα πρακτικά. Τέτοιος λόγος μπορεί να είναι, κατά τις περιστάσεις, η εκπροσώπηση των αιτούντων μετόχων στο διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 79 ή 80, εφόσον τα αντίστοιχα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν λάβει τη σχετική πληροφόρηση κατά τρόπο επαρκή. 8. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος, τυχόν αμφισβήτηση ως προς το βάσιμο ή μη της αιτιολογίας άρνησης εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου παροχής των πληροφοριών, επιλύεται από το δικαστήριο με απόφασή του, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Με την ίδια απόφαση το δικαστήριο υποχρεώνει και την εταιρεία να παράσχει τις πληροφορίες που αρνήθηκε. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα». Από τα ανωτέρω άρθρα προκύπτει ότι μέτοχοι που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 1/10 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση προς χορήγηση πληροφοριών για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας. Το δικαίωμα ασκείται με αίτηση, η οποία για αποδεικτικούς λόγος προτιμάται να είναι έγγραφη και να συνοδεύεται από τα αποδεικτικά της μετοχικής ιδιότητας των αιτούντων. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 7, σε αντίθεση με την παράγραφο 6, το αντικείμενο της αίτησης της μεγάλης πλειοψηφίας είναι ευρύτατο, καθώς περιλαμβάνει οποιαδήποτε πληροφορία αναφορικά με την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας, χωρίς αυτή να απαιτείται να είναι συγκεκριμένη ή να σχετίζεται με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη δικαιολογείται από τη σκέψη ότι η πορεία των εταιρικών υποθέσεων ή της περιουσιακής κατάστασης της εταιρίας αποτελεί ζήτημα, το οποίο συζητείται πάντα στο πλαίσιο μιας γενικής συνέλευσης ή/και προεξοφλεί την εξέλιξη οποιουδήποτε άλλου θέματος. Υποστηρίζεται όμως ότι η πλήρης έλλειψη συνάφειας, έστω και έμμεσης, με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, μπορεί να αποτελέσει λόγο άρνησης των αιτούμενων πληροφοριών. Σε περίπτωση που η υποβληθείσα αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το διοικητικό συμβούλιο είναι καταρχήν υποχρεωμένο να παράσχει στη γενική συνέλευση τις αιτούμενες από τους μετόχους πληροφορίες. Δικαίωμα άρνησης έχει μόνο για «αποχρώντα ουσιώδη λόγο», ο οποίος καταγράφεται στα πρακτικά. Ο αποχρών ουσιώδης λόγος συνιστά επομένως όριο στην υποχρέωση πληροφόρησης του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο, μόνο αυτό και όχι η γενική συνέλευση, δύναται να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών. Αποχρώντα ουσιώδη λόγο συνιστά και η προστασία των προσωπικών δεδομένων και της προσωπικότητας, καθώς και η τήρηση των διατάξεων που καθιερώνουν απόρρητο, ακόμα και όταν αυτό δεν σχετίζεται με την εταιρία (π.χ. τραπεζικό, φορολογικό) (Σ. Μοΰζουλας/Β. Αντωνόπουλος (-Γ. Παναγιωτοπούλου), Ανώνυμες εταιρίες, τόμ. 2, 2023, άρθρο 141, σ. 987-1081).

ΙΙΙ.β. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο μέτοχος δικαιούται πρόσβαση σε πληροφόρηση σε σχέση με τη λειτουργία της εταιρείας με στόχο τη λήψη ορθών αποφάσεων τόσο ως προς τη συμμετοχή του στη διαμόρφωση της πορείας της εταιρείας, όσο και ως προς την ίδια την παραμονή του σε αυτήν. Η χορήγηση στο μέτοχο διοικητικών δικαιωμάτων και ειδικά πρόσβασης σε αυξημένη εταιρική πληροφόρηση μπορεί να προκαλέσει δυσλειτουργίες στην ίδια την εταιρεία ή ακόμη και σοβαρούς κινδύνους γι’ αυτή, όπως π.χ. λόγω διαρροής επιχειρηματικών απορρήτων, ενόψει και του ότι τους μετόχους δεν βαρύνει υποχρέωση εχεμύθειας. Στις προσωπικές εταιρίες λόγω της σημασίας του προσώπου των εταίρων για τη λειτουργία τους, η οποία σημασία εκδηλώνεται σε διάφορες επιμέρους ρυθμίσεις με προεξάρχουσα τη ρύθμιση για την προσωπική ευθύνη των εταίρων για τα εταιρικά χρέη, αναγνωρίζονται εκτεταμένα διοικητικά δικαιώματα στους εταίρους, οι κίνδυνοι από την άσκηση των οποίων εξισορροπούνται από πλειάδα υποχρεώσεων και κυρίως από την υποχρέωση πίστης, που υπέχουν οι εταίροι τόσο έναντι της εταιρίας, όσο και έναντι των συνεταίρων τους. Στην ανώνυμη εταιρία ως ακραιφνή μορφή κεφαλαιουχικής εταιρίας απολυτοποιείται η διάκριση μεταξύ νομικού προσώπου και μέλους, καθώς ο μέτοχος πέραν της υποχρέωσης καταβολής της εισφοράς δεν αναλαμβάνει άλλες υποχρεώσεις (εκτός βεβαίως αν λόγω συνδρομής συγκεκριμένων περιστάσεων μπορεί να θεμελιωθεί υποχρέωση πίστης του μετόχου ή ευθύνη του για εταιρικά χρέη λόγω κάμψης της νομικής προσωπικότητας). Συνεπώς ο μέτοχος ως επενδυτής έχει ανάγκη μικρότερης προστασίας μέσω διοικητικών δικαιωμάτων σε σχέση με τον εταίρο προσωπικής εταιρίας. Επιπλέον για την ενημέρωση των μετόχων υφίσταται ένα σύστημα οργανωμένης πληροφόρησης (λογιστική δημοσιότητα, δημοσιότητα μέσω Γ.Ε.ΜΗ.), ιδίως εάν πρόκειται για εταιρεία με κινητές αξίες εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. Το γεγονός, ότι το συμφέρον της εταιρείας αποτελεί το υπερατομικευμένο συμφέρον των μετόχων δεν αναιρεί τους κινδύνους για την εταιρία από τη χορήγηση διοικητικών δικαιωμάτων στους μετόχους, καθώς τα διοικητικά δικαιώματα μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν εις βάρος του εταιρικού συμφέροντος προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων των μετόχων (βλ. Γ. Σωτηρόπουλος, Το ατομικό δικαίωμα πληροφόρησης του μετόχου, ΕΕμπΔ 1/2024. 1-29). Ένα φαινόμενο, που παρουσιάζεται συχνότατα σε ΓΣ, είναι το αίτημα μετόχων, που ασκούν το ατομικό δικαίωμα πληροφόρησης (ή και το δικαίωμα πληροφόρησης της μεγάλης μειοψηφίας, άρθρ. 141 παρ. 7 ν. 4548/2018), να προσκομισθούν στη ΓΣ έγγραφα, κατεξοχήν συμβάσεις της εταιρίας και λογιστικά βιβλία. Παραλλαγή του αιτήματος αποτελεί το αίτημα αναλυτικής ενημέρωσης της ΓΣ για συναλλαγές ή εν γένει οικονομικά γεγονότα (π.χ, ενημέρωση για την κίνηση λογιστικών λογαριασμών, για τους όρους συμβάσεων, για την κίνηση τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας), το οποίο για να ικανοποιηθεί θα πρέπει να προσκομισθούν έγγραφα ή εν πάση περιπτώσει η ικανοποίηση του οποίου ισοδυναμεί με παρουσίαση του πλήρους περιεχομένου εγγράφων. Συνήθως τέτοια αιτήματα υποβάλλονται στο πλαίσιο τακτικών ΓΣ, καθώς, όπως έχει αναφερθεί, τα θέματα της τακτικής ΓΣ και ιδιαίτερα η έγκριση των οικονομικών καταστάσεων και της συνολικής διαχείρισης προσφέρονται για την προσπάθεια απόκτησης πρόσβασης σε εταιρική πληροφόρηση. Το ζήτημα της νομιμότητας του αιτήματος προσκόμισης εγγράφων δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον τρόπο απάντησης εκ μέρους του ΔΣ επί αιτήματος πληροφόρησης: το ΔΣ μπορεί να τοποθετηθεί ενώπιον της ΓΣ είτε προφορικά μέσω του προέδρου του ή κάποιου μέλους του, που παρίσταται στη ΓΣ, είτε εγγράφως, και στις δύο πάντως περιπτώσεις θα πρέπει να έχει προηγηθεί συνεδρίαση του ΔΣ για να καθοριστεί το περιεχόμενο των απαντήσεων. Αντίθετα, αναφορικά με τη νομιμότητα του αιτήματος προσκόμισης εγγράφων έχει κριθεί ότι το δικαίωμα πληροφόρησης δεν καλύπτει τη χορήγηση εγγράφων (ΜΕφΘρακ 131/2023, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΟυΑΕΕΧ).

ΙΙΙ.γ. Αν ο μέτοχος που άσκησε το δικαίωμα του άρθρου 141 παρ. 6 εδ. α' του Ν. 4548/2018 αμφισβητεί τη βασιμότητα της αιτιολογίας για τη μη παροχή των πληροφοριών που ζήτησε βάσει της διάταξης αυτής, μπορεί να προσφύγει κατά της ανώνυμης εταιρείας στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της. Το τελευταίο, δικάζοντας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αποφαίνεται αν το Διοικητικό Συμβούλιο δικαιολογημένα αρνήθηκε την παροχή των εν λόγω πληροφοριών (άρθρο 141 παρ. 8 εδ. α' σε συνδυασμό με άρθρο 3 παρ. 1). Εξάλλου, κατά το άρθρο 137 παρ. 2 περ. α', είναι ακυρώσιμη η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που λήφθηκε χωρίς να έχουν παρασχεθεί οι οφειλόμενες πληροφορίες οι οποίες αφορούν το θέμα της ληφθείσας απόφασης και οι οποίες ζητήθηκαν υπό το πρίσμα του άρθρου 141. Συγκεκριμένα, μέτοχος που άσκησε το δικαίωμα πληροφόρησης και εκπροσωπεί το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου μπορεί να επιδιώξει, με την αγωγή του άρθρου 137 παρ. 3, την ακύρωση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης που λήφθηκε χωρίς να έχει ικανοποιηθεί το δικαίωμά του αυτό, είτε επειδή δεν παρασχέθηκαν οι ζητηθείσες πληροφορίες χωρίς αιτιολογία ή με αιτιολογία της οποίας τη βασιμότητα αμφισβητεί είτε επειδή του παρασχέθηκαν ελλιπείς ή αναληθείς πληροφορίες (άρθρα 137 παρ. 2 περ. α' και 137 παρ. 3 εδ. δ'). Η αγωγή για την ακύρωση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης για τον λόγο του άρθρου 137 παρ. 2 περ. α' είναι ανεξάρτητη από την αίτηση του άρθρου 141 παρ. 8. Ο μέτοχος μπορεί να επιλέξει οποιαδήποτε από τις δύο αυτές νομικές δυνατότητες ή και τις δύο με οποιαδήποτε σειρά, (βλ. Β. Αντωνόπουλο/Λ. Γρηγοριάδη, Δίκαιο Κεφαλαιουχικών Εταιριών, τόμ. 1, 2022, σ. 347-374).

IV.Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 του Ν. 4548/2018, η οποία αντιστοιχεί στο άρθρο 23α του προϊσχύσαντος ΚΝ 2190/1920: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που εκάστοτε διέπουν τις συναλλαγές πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων με πρόσωπα τα οποία έχουν ειδική σχέση με αυτά, καθώς και της παραγράφου 3 του άρθρου 51 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε συμβάσεων της εταιρείας με πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και η παροχή ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των προσώπων αυτών, χωρίς ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή, με τους όρους του άρθρου 100, της γενικής συνέλευσης των μετόχων. 2. Η απαγόρευση της παραγράφου 1 ισχύει για τα ακόλουθα πρόσωπα (συνδεδεμένα μέρη):... β) Ως προς τις λοιπές εταιρείες, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ελέγχουν την εταιρεία, τα στενά μέλη οικογένειας των προσώπων αυτών, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α’ του ν. 4308/2014, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους παραπάνω. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει την εταιρεία, αν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 του ν.4308/2014.... 3. Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει προκειμένου για: α) Πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τα πρόσωπα της παραγράφου 2. Ως τρέχουσες συναλλαγές νοούνται εκείνες, που είναι συνήθεις σε σχέση με τις εργασίες και το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ως προς το είδος και το μέγεθος τους και συνάπτονται με τους συνήθεις όρους της αγοράς. 5. Τεκμαίρεται ότι σύμβαση της εταιρείας με τα πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου δεν είναι συνήθης ως προς το μέγεθος της, αν η αξία της αποπμάται τουλάχιστον σε δέκα τοις εκατόν (10%) του ενεργητικού της εταιρείας, σύμφωνα με τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό και, αν τέτοιος δεν υπάρχει, σύμφωνα με ισολογισμό που συντάσσεται προς το σκοπό αυτό Επί εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η υπέρβαση του ποσοστού αυτού αποκλείει το χαρακτηρισμό της συναλλαγής ως τρέχουσας, κατά την έννοια της παραγράφου 3 περίπτωση α’ του παρόντος άρθρου. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσοτικού ορίου λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους αθροιστικά οι συναλλαγές που ολοκληρώθηκαν με το συνδεδεμένο μέρος ή άλλο πρόσωπο άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενο από αυτό, κατά το ίδιο οικονομικό έτος». Στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης περιλαμβάνονται και εκείνα τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο β' της παρ. 2 της διάταξης αυτής, ήτοι τα νομικά πρόσωπα πάσης μορφής, που ελέγχονται από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή από πρόσωπα που ελέγχουν την Ανώνυμη Εταιρεία ή από στενά μέλη της οικογένειας των παραπάνω (βλ. Γ. Σωτηρόπουλο- Ν. δερβεσό, σε ΔΑΕ 2020, άρθρ. 99 αρ. 75). Ακόμη, η παρ. 3 περ. α' εδ. α' του άρθρου 99 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 99 και κατ’επέκταση των άρθρων 100 και 101, τις «πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 2». Για το χαρακτηρισμό μίας συναλλαγής ως «τρέχουσας» απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των ακόλουθων κριτηρίων: (α) η υπαγωγή της συναλλαγής (αμέσως ή εμμέσως) στο αντικείμενο της εταιρικής δραστηριότητας, (β) η κατάρτιση αυτής στο πλαίσιο της συνήθους δραστηριότητας της εταιρείας, ιδίως σε σχέση με το ύψος και το μέγεθος της συναλλαγής και (γ) η κατάρτιση αυτής υπό όρους που δεν διαφοροποιούνται από εκείνους με τους οποίους η εταιρεία θα κατήρτιζε τη συγκεκριμένη συναλλαγή με ένα τρίτο, μη συνδεδεμένο μέρος (βλ. Σ. Μούζουλα/Β. Αντωνόπουλο (-Θ. Κατσά), Ανώνυμες εταιρίες, τόμ. 2, 2023, άρθρο 99, σ. 359-439). Κατά δε το άρθρο 187 παρ. 7 εδ. α' του ίδιου Νόμου, το εν λόγω άρθρο (μεταξύ άλλων) εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνάπτονται από την ημερομηνία του άρθρου 190 και μετά, ήτοι από την 01.01.2019 και έπειτα.

V.Ακόμη, με το άρθρο 109 του Ν. 4548/2018, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 24 του προϊσχύσαντος ΚΝ 2190/1920, ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία καταβολής αμοιβής σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας για τις υπηρεσίες τους (βλ. Ν. Βερβεσό- X. Λιβαδά σε ΔΑΕ 2020, άρθρ. 109 αρ. 1 και 2, Ψυχομάνη, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών 2020, σελ. 366 επ.’ Ρόκα Ν., Εμπορικές Εταιρίες, 2019, σελ. 308 επ., Σ. Μούζουλα/Β. Αντωνόπουλο (~Ε. Γραμμένου), Ανώνυμες εταιρίες, τόμ. 2, 2023, άρθρο 109, σ. 675-691, Μ. Νάζου, Συγκρούσεις συμφερόντων στις σχέσεις επιμέλειας ξένων υποθέσεων, 2024, σ. 275, ΑΠ 725/2022, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Κατά δε την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι «Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δικαιούνται να λάβουν αμοιβή ή άλλες παροχές, σύμφωνα με το νόμο και τα οριζόμενα στο καταστατικό και, κατά περίπτωση, την πολιτική αποδοχών της εταιρίας. Αμοιβή ή παροχή που χορηγείται σε μέλος του διοικητικού συμβουλίου και δεν ρυθμίζεται στον νόμο ή το καταστατικό βαρύνει την εταιρία μόνο αν εγκριθεί με ειδική απόφαση της γενικής συνέλευσης με την επιφύλαξη των οριζόμενων στα άρθρα 110 έως 112». Επίσης, στη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου ως άνω άρθρου προβλέπεται ότι η γενική συνέλευση μπορεί να επιτρέψει προκαταβολή αμοιβής για το χρονικό διάστημα μέχρι την επόμενη τακτική γενική συνέλευση. Η προκαταβολή της αμοιβής τελεί υπό την αίρεση της έγκρισής της από την επόμενη τακτική γενική συνέλευση. Οι διατάξεις του άρθρου 24 Ν. 2190/1920 και του ισχύοντος πλέον άρθρου 109 Ν. 4548/2018, οι οποίες είναι αναγκαστικού δικαίου, θεσπίσθηκαν ως μέσο ελέγχου και αποτροπής καταβολής υπέρογκων αμοιβών προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας και προστασίας των συμφερόντων της εταιρείας και των μετόχων. Έτσι, προβλέπεται στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου η παροχή ενδίκου βοηθήματος για τη μείωση της αμοιβής μέλους διοικητικού συμβουλίου, η οποία διατάσσεται από το δικαστήριο, εφόσον σωρευτικά: α) Η αμοιβή μέλους του διοικητικού συμβουλίου είναι κατά εύλογη κρίση υπέρογκη και β) αντιτάχθηκαν στην απόφαση αυτή μέτοχοι, οι οποίοι εκπροσωπούν το 1/10 του κεφαλαίου της εταιρείας. Η δε αίτηση ενώπιον του δικαστηρίου υποβάλλεται εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών, από την έγκριση της γενικής συνέλευσης των σχετικών αμοιβών των μελών του διοικητικού συμβουλίου, από μετόχους, που εκπροσωπούν το 1/20 του κεφαλαίου και αντιτάχθηκαν στη σχετική απόφαση (ΜΕφΘεσ 587/2023, ΕπισκΕΔ 4/2024, 624-629, ΜΠρΚατ 297/2022, Αρμ. 2022. 1440). Εξάλλου, κατά το άρθρο 187 παρ. 7 εδ. β' του ίδιου Νόμου, το εν λόγω άρθρο (μεταξύ άλλων) εφαρμόζεται στις αμοιβές που αντιστοιχούν στις χρήσεις που αρχίζουν μετά την 31.12.2018.

VI.Τέλος, τα άρθρα 158 έως και 161 του Ν. 4548/2018 ρυθμίζουν τη διανομή κερδών, την κράτηση για τακτικό αποθεματικό και την καταβολή του ελάχιστου μερίσματος, με βάση τα καθαρά κέρδη, τα οποία «είναι τα προκύπτοντα κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας». Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 και 2 του ως άνω νόμου, με τίτλο «Ελάχιστο μέρισμα», που αντιστοιχεί στη προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Α.Ν. 148/1967, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 45 του ΚΝ 2190/1920, ορίζεται ότι: «1. Το ελάχιστο μέρισμα υπολογίζεται επί των καθαρών κερδών, ύστερα από αφαίρεση της κράτησης για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού και των λοιπών πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν προέρχονται από πραγματοποιημένα κέρδη. 2. Το ελάχιστο μέρισμα ορίζεται σε ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των καθαρών κερδών μετά τις μειώσεις της παραγράφου 1 και καταβάλλεται σε μετρητά».

VII.Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή τους, όπως αυτή νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την προαναφερθείσα κλήση, οι καλούντες - αιτούντες εκθέτουν ότι τυγχάνουν μέτοχοι της πρώτης καθ’ ης η αίτηση ανώνυμης εταιρείας, εκπροσωπούντες ποσοστό 34,58% επί του συνολικά καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, ενώ δεν μετέχουν στη διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Ότι ο δεύτερος και ο τρίτος των καθ’ ων η αίτηση τυγχάνουν βασικοί μέτοχοι της εταιρείας και παράλληλα συμμετέχουν στη διοίκηση αυτής, ο μεν δεύτερος των καθ’ ων υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας και ο τρίτος των καθ’ ων υπό την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρος και Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, ενώ ο τέταρτος των καθ’ ων τυγχάνει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρείας. Ότι τουλάχιστον κατά τα διαχειριστικά έτη 2018, 2019, 2020, 2021 και 2022 η διοίκηση και η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται συνετά και χρηστά, διότι: 1) η διοίκηση της εταιρείας αρνείται συστηματικά να προσκομίσει στοιχεία αναφορικά με τις συμβάσεις που έχει συνάψει με εμπορικούς αντιπροσώπους στο εξωτερικό, στους οποίους καταβάλλονται ιδιαίτερα υψηλές προμήθειες, καθώς και αναφορικά με τα στοιχεία των εργαζομένων στην εταιρεία και του είδους της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας, ενώ αρνείται να χορηγήσει αιτηθέντα λογιστικά στοιχεία, 2) οι πράξεις της διοίκησης ωφελούν κατά κύριο λόγο τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και όχι την εταιρεία, καθώς η διοίκηση, η οποία ταυτίζεται με την μετοχική πλειοψηφία, εγκρίνει ιδιαίτερα υψηλές απολαβές για τα μέλη αυτής, δυσανάλογες της οικονομικής πορείας της εταιρείας, με αποτέλεσμα να εξαλείφονται τα περιθώρια κερδοφορίας της εταιρείας και απόδοσης κερδών στους μετόχους, 3) η διοίκηση της εταιρείας αρνείται, παρά τη κερδοφορία αυτής, να προβεί σε διανομή των κερδών πέραν του υποχρεωτικού εκ του νόμου ποσοστού 35%, επικαλούμενη λόγους επιχειρηματικής σκοπιμότητας και οικονομικής ενδυνάμωσης της εταιρείας, 4) η εταιρεία διατηρεί συναλλακτική δραστηριότητα με την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία «...... Ι.Κ.Ε.», εταίρος και διαχειριστής της οποίας τυγχάνει ο τρίτος των καθ’ ων η αίτηση, ο οποίος παράλληλα φέρει την ιδιότητα του Αντιπροέδρου και Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης καθ’ ης ανώνυμης εταιρείας, με αποτέλεσμα να πρόκειται για συνδεδεμένη εταιρεία κατά την έννοια του νόμου, η οποία συστήθηκε προκειμένου τα μέλη της διοίκησης να αποκομίζουν οφέλη από την παροχή υπηρεσιών προς την πρώτη καθ’ ης η αίτηση, 5) η έδρα της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «....... Ι.Κ.Ε.» βρίσκεται εντός των εγκαταστάσεων της πρώτης των καθ’ ων ανώνυμης εταιρείας, με αποτέλεσμα να ανακύπτει προβληματισμός σχετικά με τον επιμερισμό των δαπανών, καθώς και αδιαφανής σύμμειξη λογαριασμών μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών, 6) κατά το διαχειριστικό έτος 2018, παρά την αύξηση των πωλήσεων, υπήρξε αύξηση των επαναλαμβανόμενων δαπανών, ενώ παράλληλα η διοίκηση της εταιρείας δεν ανταποκρίθηκε στα αιτήματα πληροφόρησής τους, 7) κατά το διαχειριστικό έτος 2019, παρά την οριακή αύξηση των πωλήσεων, υπήρξε μείωση του επαναλαμβανόμενου αποτελέσματος χρήσης, οφειλόμενο κυρίως στην αύξηση των αμοιβών του Διοικητικού Συμβουλίου και του κόστους προσωπικού, 8) κατά το διαχειριστικό έτος 2020, παρά την αύξηση των πωλήσεων, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του κόστους ανάλωσης υλικών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν αμφιβολίες σχετικά με την ορθολογική χρήση των πρώτων υλών, καθώς και υπόνοιες για την πραγματοποίηση πωλήσεων χωρίς τιμολόγηση, 9) κατά το διαχειριστικό έτος 2021 παρατηρείται αύξηση των διάφορων εξόδων, με αποτέλεσμα η αποδοτικότητα των κεφαλαίων να είναι ισχνή σε σχέση με τον μέσο όρο αντίστοιχων επιχειρήσεων και 10) κατά το διαχειριστικό έτος 2022 η εταιρεία εμφάνισε ζημιογόνα αποτελέσματα ποσού 101.045,14 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι καλούντες - αιτούντες ζητούν, κατ’ ορθή εκτίμηση των αιτημάτων τους: (α) να διαταχθεί έκτακτος έλεγχος κατ’ άρθρο 142 παρ. 3 του Ν. 4548/2018, της πρώτης καθ’ ης η αίτηση ανώνυμης εταιρείας για τις διαχειριστικές χρήσεις από 01.01.2018 έως και 31.12.2023, (β) να διοριστούν δύο ορκωτοί ελεγκτές ή ελεγκτική εταιρεία που θα διεξάγουν τον έλεγχο εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών και στους οποίους να παρασχεθούν εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση τα ειδικότερα αναφερόμενα στην υπό κρίση αίτηση έγγραφα, (γ) να υποχρεωθούν οι καθ’ ων η αίτηση να ανεχθούν τη διενέργεια του ως άνω ελέγχου, με την απειλή, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους, χρηματικής ποινής ποσού 10.000 ευρώ για έκαστο εξ αυτών, (δ) να επιρριφθεί το σύνολο της αμοιβής των ελεγκτών που θα διορισθούν σε βάρος της ελεγχόμενης εταιρείας και (ε) να διαταχθούν τα λοιπά νόμιμα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση, για το παραδεκτό συζήτησης της οποίας οι καλούντες - αιτούντες προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως με τις προτάσεις τους τις από 27.02.2024 έγγραφες ενημερώσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου τους περί δυνατότητας επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση, κατ' άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο, δοθέντος ότι η έδρα της ανώνυμης εταιρείας για την οποία ζητείται η διενέργεια έκτακτου ελέγχου βρίσκεται εντός της περιφέρειας του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 739, 740 παρ. 1 εδ. α', 788 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 παρ. 1 και 142 παρ. 1 του Ν. 4548/2018), προκειμένου να εκδικασθεί κατά την προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 και 741 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι ορισμένη, πλην: (α) του αιτήματος διενέργειας έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου για το διαχειριστικό έτος από 01.01.2023 έως 31.12.2023, το οποίο, λόγω της πρόδηλης αοριστίας του, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, καθώς ουδέν πραγματικό περιστατικό περί μη χρηστής και συνετής διαχείρισης εκθέτουν οι καλούντες - αιτούντες στην υπό κρίση αίτησή τους αναφορικά με το ως άνω διαχειριστικό έτος, και (β) του αιτήματος να διαταχθούν τα λοιπά νόμιμα, το οποίο, λόγω επίσης της πρόδηλης αοριστίας του, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο. Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στις ανωτέρω μείζονες σκέψεις καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 142 (αντίστοιχη προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 40 του ΚΝ 2190/1920, αναφορικά με το διαχειριστικό έτος 2018), 143 και 190 του Ν. 4548/2018, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 746, 788 και 947 ΚΠολΔ, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των καθ’ ων η αίτηση, δοθέντος ότι η άσκηση της υπό κρίση αίτησης δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση των προβλεπόμενων από το νόμο ενδίκων βοηθημάτων για τις επιμέρους επικαλούμενες από τους αιτούντες πράξεις και παραλείψεις εκ μέρους της διοίκησης της εταιρείας. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

VIΙΙ.α. Το δικαίωμα της υποβολής αίτησης για διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου υπόκειται στον περιορισμό της μη καταχρηστικής άσκησής του, από τον έχοντα έννομο συμφέρον. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 10/2012, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της μη καταχρήσεως δικονομικών δυνατοτήτων, που εκφράζεται στο άρθρο 116 ΚΠολΔ, η άσκηση διαδικαστικών πράξεων είναι καταχρηστική όταν γίνεται κατά παράβαση των κανόνων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, προς παρέλκυση της δίκης και κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας. Η εκτροπή, κατά την άσκηση διαδικαστικών πράξεων, της αντικειμενικής συμπεριφοράς του διαδίκου από τα όρια που διαμορφώνει ο σκοπός των διατάξεων, με την ενσυνείδητη από μέρους του επιδίωξη σκοπών ξένων προς εκείνους στους οποίους αποβλέπει το γράμμα της διάταξης που αυτός επικαλείται, αντιτίθεται στις αρχές της καλής πίστης και συνιστά κατάχρηση δικονομικής δυνατότητας. Κατάχρηση δικονομικής δυνατότητας, συντρέχει κυρίως, όταν υφίσταται δυσαναλογία μέσου και σκοπού, υφίσταται δηλαδή, υπερβολική καταπίεση του οφειλέτη ή η επιχειρουμενη διαδικαστική πράξη κρίνεται αντικειμενικά απρόσφορη να επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η δυσαναλογία αυτή θα πρέπει να είναι αναμφισβήτητη, να προκαλείται δηλαδή, μεγάλη και έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα προκόψει από την άσκηση του δικαιώματος (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, ΚΠολΔ, εκδ. 2000, άρθρ. 116 ΚΠολΔ, αρ. 9, ΕφΠειρ 405/2024, ΕφΛαμ 10/2024, αμφότερες δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

VIIII.β. Στην προκειμένη περίπτωση, οι καθ’ ων η αίτηση με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους προβάλλουν αιτιολογημένη άρνηση των θεμελιωτικών της αίτησης περιστατικών, διατεινόμενοι ότι οι ιστορούμενες από τους αιτούντες διαχειριστικές πράξεις δεν συνιστούν μη χρηστή και μη συνετή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και, συνεπώς, δεν δικαιολογούν τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου, καθώς η πρώτη καθ' ης ανώνυμη εταιρεία παρουσιάζει κερδοφορία και αναπτυξιακή πορεία, ενώ η μικρή κάμψη των εργασιών της τα τελευταία έτη οφείλεται σε εξωγενείς γένι κευ μένους παράγοντες, όπως η οικονομική ύφεση, η πανδημία, ο πόλεμος, η ενεργειακή κρίση και η έντονη ανταγωνιστικότητα. Επικουρικά, οι καθ’ ων η αίτηση προβάλουν τον ισχυρισμό ότι οι αιτούντες με την άσκηση της υπό κρίση αίτησης παραβιάζουν την υποχρέωση πίστεως που υπέχουν έναντι της ανώνυμης εταιρείας, καθώς αποβλέπουν όχι στην άντληση πληροφοριών για την οικονομική της κατάσταση, την οποία και γνωρίζουν, αλλά στην άσκηση πίεσης, έτσι ώστε οι καθ’ ων η αίτηση να συναινέσουν στην εξαγορά των μετοχών των αιτούντων στο προταθέν από τους αυτούς τίμημα πώλησης. Επίσης, ισχυρίζονται ότι σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα των αιτούντων για έκτακτο διαχειριστικό έλεγχο για τις περιόδους 2018, 2019 και 2020 είναι ιδιαίτερα αποδυναμωμένο, λόγω της παρέλευσης ικανού χρόνου, χωρίς μάλιστα οι αιτούντες να έχουν προβεί για τις χρήσεις αυτές ή για τις επόμενες στην άσκηση οποιοσδήποτε δικονομικού δικαιώματος τους για την ακύρωση αποφάσεων των συλλογικών οργάνων της εταιρείας. Ο ισχυρισμός αυτός, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αίτησης, η οποία παραδεκτώς προβάλλεται, πλην όμως με το παραπάνω περιεχόμενο ο σχετικός ισχυρισμός είναι νομικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά περί άσκησης της ένδικης αιτήσεως ως μέσο πίεσης για την εξαγορά των μετοχών των αιτούντων από τους καθ’ ων η αίτηση στην προτεινόμενη από τους πρώτους τιμή πώλησης, και αληθή υποτιθέμενα, ούτε μόνα τους, αλλά ούτε και σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα ιστορούμενα περιστατικά, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο (Vlll.a.) νομική σκέψη, καθιστούν καταχρηστική, κατά την ανωτέρω έννοια, την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος των αιτούντων (ΕφΛαμ 10/2024, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 14583/2024, αδημ., ΜΠρΑΘ 1787/2023, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, μόνη η επικαλούμενη από τους καθ' ων η αίτηση μακροχρόνια αδράνεια των αιτούντων να ασκήσουν το δικαίωμά τους περί της διενέργειας εκτάκτου ελέγχου της εταιρείας για τα διαχειριστικά έτη 2018, 2019 και 2020 και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στους καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτους, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, τις οποίες, όμως, ουδόλως οι καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται. Σημειώνεται έτι περαιτέρω ότι το γεγονός της μη άσκησης εκ μέρους των αιτούντων των προβλεπόμενων από το νόμο ενδίκων βοηθημάτων για την ακύρωση αποφάσεων των συλλογικών οργάνων της εταιρείας, δεν δύναται να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αιτήσεως, δοθέντος μάλιστα ότι η άσκηση αυτής δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση λοιπών προβλεπόμενων από το νόμο ενδίκων βοηθημάτων.

IX. Από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο λόγω του ανακριτικού συστήματος που ισχύει στην προκείμενη διαδικασία, σύμφωνα με τα άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 1267/2023, ΑΠ 166/2022, ΑΠ 490/2021, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμόν ...../16.04.2010 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ...... και της υπ’ αριθμόν ...../30.04.2010 εγκριτικής απόφασης του Νομάρχη ....., συνεστήθη από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «............ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.» η πρώτη καθ’ ης η ένδικη αίτηση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «............ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και με τον διακριτικό τίτλο «..... Α.Β.Ε.Ε.», με αριθμό Μ.Α.Ε. ....... και με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ....., η οποία εδρεύει στην Δημοτική Κοινότητα .... της Δημοτικής Κοινότητας και Ενότητας .... του Δήμου ...... (βλ. το υπ’ αριθμόν ...../12.05.2010 ΦΕΚ τ.δ' ΑΕ & ΕΠΕ, που πρσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι καθ’ ων η αίτηση). Σκοποί της εταιρείας είναι, μεταξύ άλλων: 1. Η οργάνωση, λειτουργία και εκμετάλλευση βιοτεχνίας παραγωγής υφαντών ετικεττών και σημάτων - τυπωτών ετικεττών και ετικεττών και σημάτων από οποιαδήποτε άλλη ύλη. 2. Η εισαγωγή, εξαγωγή, οι ενδοκοινοτικές αποκτήσεις - παραδόσεις και η εμπορία χονδρικώς και λιανικώς των ανωτέρω ειδών, των πρώτων και βοηθητικών υλών αυτών, ως και παρεμφερών ειδών. 3. Η αντιπροσώπευση οίκων εσωτερικού και εξωτερικού, που έχουν σχέση με τα ανωτέρω και συναφή είδη. 4. Η συμμετοχή ή η συνεργασία με άλλες επιχειρήσεις οποιοσδήποτε μορφής ή τύπου, με το αυτό ή παρεμφερές αντικείμενο εργασιών, υφιστάμενες ήδη ή συσταθησόμενες στην Ελλάδα και το εξωτερικό (βλ. το άρθρο 3 του νέου καταστατικού της ως άνω εταιρείας, όπως αυτό καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. την 29η.12.2023, με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης ....., που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες). Κατά τη σύσταση της εταιρείας το μετοχικό της κεφάλαιο ορίσθηκε στο ποσό των 785.000,00 ευρώ, ενώ κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων κατά τα έτη 2016, 2017 και 2023, το μετοχικό της κεφάλαιο ανήλθε στο ποσό των 953.194,00 ευρώ ολοσχερώς καταβεβλήμενο και διηρημένο σε 953.194 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας ενός (1,00) ευρώ έκαστη (βλ. το άρθρο 5 του νέου καταστατικού της ως άνω εταιρείας). Το δε Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης καθ’ ης ανώνυμης εταιρείας ανασυγκροτήθηκε σε σώμα κατόπιν παραίτησης του ...... και αποτελείται κατά τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησης από: 1) τον δεύτερο των καθ’ ων η αίτηση, ......, υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ως άνω εταιρείας, στον οποίο ανατέθηκε η αποκλειστική εκπροσώπηση, δικαστική και εξώδικη, της εταιρείας, καθώς και η διαχείριση της εταιρικής της περιουσίας και των εταιρικών της υποθέσεων, 2) τον τρίτο των καθ’ ων, ....., υπό την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρο και Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας και 3) τον τέταρτο των καθ’ ων, ......., υπό την ιδιότητά του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. ....../01.02.2021 Ανακοίνωση του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου ....., που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες). Από δε το σύνολο των 953.194 ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας ενός (1,00) ευρώ έκαστη, για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί οριστικοί μετοχικοί τίτλοι, αλλά μόνον προσωρινοί, ο πρώτος αϊτών, ....... κατέχει 164.648 ονομαστικές μετοχές (αντί του εσφαλμένως αναφερόμενου στην υπό κρίση αίτηση αριθμού 164.848 μετοχών), ενώ ο δεύτερος αϊτών, ...... κατέχει 164.649 ονομαστικές μετοχές (αντί του εσφαλμένως αναφερόμενου στην υπό κρίση αίτηση αριθμού 164.849 μετοχών). Συνεπώς, οι αιτούντες εκπροσωπούν ποσοστό 34,54% επί του συνολικά καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας (329.297 ονομαστικές μετοχές έναντι του συνόλου των 953.194 ονομαστικών μετοχών), ήτοι ποσοστό μεγαλύτερο του 1/5 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Η δε μετοχική τους ιδιότητα κατά το ως άνω ποσοστό αποδεικνύεται από τα πρακτικά της τελευταίας Γενικής Συνέλευσης της 24πς.09.2024, που προσκομίζουν μετ1 επικλήσεως οι καθ’ ων η αίτηση, ενώ σε κάθε περίπτωση αυτή δεν αμφισβητείται από τους καθ’ ων, αλλά ούτε έχει αμφισβητηθεί ποτέ κατά το παρελθόν (άρθρα 261 σε συνδυασμό με 741 και 759 ΚΠολΔ και 141 παρ. 12 του Ν. 4548/2018). Σημειώνεται ότι στα πρακτικά της ως άνω Γενικής Συνέλευσης ρητά επισημαίνεται κάτωθι του πίνακα δικαιούμενων να συμμετάσχουν ότι από παραδρομή οι μετοχές των μετόχων ...... και ...... αναφέρθηκαν στο πρακτικό της από 09.09.2024 συνεδριάσεως ως 164.849 και 164.848, αντιστοίχως, ενώ το ορθό είναι 164.649 και 164.648, αντιστοίχως, γεγονός που προκύπτει από την άθροιση των αριθμών μετοχών που κατέχουν όλοι οι μέτοχοι (βλ. την 2η σελίδα των πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης της 24ης.09.2024). Το δε υπόλοιπο ποσοστό 65,46 % του συνολικά καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας εκπροσωπείται από: 1) τον δεύτερο των καθ’ ων, ......, ο οποίος κατέχει 311.949 ονομαστικές μετοχές, 2) τον τρίτο των καθ’ ων, ......, ο οποίος κατέχει 209.595 ονομαστικές μετοχές, 3) ...... (μη διάδικο στη παρούσα δίκη), ο οποίος κατέχει 62.260 ονομαστικές μετοχές και 4) την ..... (μη διάδικο στη παρούσα δίκη), η οποία κατέχει 40.093 ονομαστικές μετοχές. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η μετοχική σύνθεση της εταιρείας αποτελείται ουσιαστικά από τις οικογένειες .... και ..... Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι παρά την άσκηση του δικαιώματος πληροφόρησής τους, κατ' άρθρο 141 του Ν. 4548/2018, η διοίκηση της εταιρείας αρνείται σταθερά ενόψει της διενέργειας των ετήσιων τακτικών γενικών συνελεύσεων να τους προσκομίσει στοιχεία. Ειδικότερα, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η διοίκηση δεν τους έχει προσκομίσει στοιχεία σχετικά με τις συμβάσεις που έχει συνάψει η εταιρεία με εμπορικούς αντιπροσώπους στο εξωτερικό, τους ειδικότερους όρους των συμβάσεων αυτών και τους δικαιούχους των προμηθειών, σχετικά με τους εργαζόμενους στην εταιρεία και το είδος της παρεχόμενης εκ μέρους τους εργασίας, ενώ επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι η διοίκηση αρνείται να τους χορηγήσει στοιχεία σε λογιστικό βάθος, όπως ισοζύγια πρώτων και βοηθητικών υλών σε ποσότητες και αξίες με απογραφή έναρξης 1.1., αγορές και αναλώσεις της χρήσης και απογραφές λήξης 31.12, καθώς και ισοζύγια έτοιμων προϊόντων και ισοζύγια εμπορευμάτων με ποσότητες και αξίες με απογραφή έναρξης 1.1, αγορές και πωλήσεις της χρήσης και απογραφές λήξης 31.12. Επί των ανωτέρω αιτιάσεων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 19.08.2019 έγγραφης γνωστοποίησης, η οποία κοινοποιήθηκε στις 23.08.2019 στην πρώτη καθ’ ης η αίτηση ανώνυμη εταιρεία, οι αιτούντες γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στην ορισθείσα στις 04.09.2019 τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, ασκώντας παράλληλα το δικαίωμά τους για αναβολή του συνόλου των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης, αιτούμενοι να επαναπροσδιορισθεί η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης σε άλλη ημέρα και ώρα (βλ. την από 19.08.2019 εξώδικη γνωστοποίηση με συνημμένη την υπ’ αριθμόν ...../23.08.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ......). Ακολούθως, την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία (23.08.2019) κοινοποιήθηκε στην πρώτη καθ’ ης η αίτηση η από 19.08.2019 αίτηση των αιτούντων, δια της οποίας οι ανωτέρω αιτούνταν την χορήγηση στοιχείων για την ενημέρωσή τους ενόψει της τακτικής Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας, ασκώντας το δικαίωμα πληροφόρησης τους, κατ’ άρθρο 141 παρ. 6 και 7 του Ν. 4548/2018. Ειδικότερα, οι ανωτέρω αιτούνταν: 1) τη χορήγηση αντιγράφων των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων φορολογικού έτους 2018, των εκθέσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και των εκθέσεων των ελεγκτών της εταιρείας, 2) τη γνωστοποίηση των ποσών που καταβλήθηκαν κατά τα δύο (2) τελευταία έτη σε κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ή τους Διευθυντές της εταιρείας, όπως οποιαδήποτε καταβολή ή παροχή κάθε είδους, την αιτία αυτής και τη φύση που συνδέει τους λήπτες αυτής με την εταιρεία, 3) τη χορήγηση αντιγράφων των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ της πρώτης καθ' ης η αίτηση και της προμηθεύτριας εταιρείας με την επωνυμία «...... ΙΚΕ», καθώς και το σύνολο των πράξεων και των οικονομικών συναλλαγών που έχουν διενεργηθεί μεταξύ των ως άνω εταιρειών, 4) τη χορήγηση ισοζυγίου λογιστικής (ανοικτό και κλειστό) με κίνηση τη χρήση 2018, ημερολογίου γενικής λογιστικής 2018, ισοζυγίου εμπορικού προγράμματος για πελάτες και προμηθευτές με κίνηση τη χρήση 2018, ημερολογίου ή καρτελών του εμπορικού προγράμματος όλων των πελατών - προμηθευτών για τη χρήση 2018, μητρώου παγίων 2018, απογραφής στις 31.12.2018 των επιταγών εισπρακτέων, γραμματίων εισπρακτέων, αντιγράφων τραπεζικών εξτρέ όλων των λογαριασμών όψεως που εμφάνιζαν υπόλοιπο στις 31.12.2018, όπως και δανειακών λογαριασμών κατά την ίδια ημερομηνία, καθώς και μισθοδοτικών καταστάσεων 2018 ανά εργαζόμενο, 5) τη παροχή επιπρόσθετων πληροφοριών αναφορικά με το θέμα της ημερήσιας διάταξης περί χορήγησης άδειας σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τη συμμετοχή τους σε Διοικητικά Συμβούλια ή στη Διεύθυνση εταιρειών που επιδιώκουν όμοιους ή παρεμφερείς σκοπούς (βλ. την από 19.08.2019 εξώδικη γνωστοποίηση με συνημμένη την υπ’ αριθμόν ....../23.08.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ......). Σε απάντηση των ανωτέρω αιτημάτων τους, ο τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης καθ’ ης η αίτηση εταιρείας, ...... (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την από 27.08.2019 δήλωση της εταιρείας, με την οποία γνωστοποιούσε στους αιτούντες ότι: 1) ήταν αποδεκτό το αίτημά τους για αναβολή της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων για την 11η.09.2019, 2) προτίθενται να ανακοινώσουν τα ποσά που καταβλήθηκαν σε κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την τελευταία διετία, καθώς και κάθε παροχή προς τα πρόσωπα αυτά, προβαίνοντας στην ανακοίνωση αυτή είτε κατά τη διάρκεια των εργασιών της τακτικής Γενικής Συνέλευσης είτε και νωρίτερα με αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, 3) προτίθενται να παρέχουν κατά την τακτική Γενική Συνέλευση πληροφορίες για την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας και την πορεία των εταιρικών της υποθέσεων, 4) έχουν δώσει εντολή στο λογιστήριο της εταιρείας ώστε να τους παρουσιαστεί ευσύνοπτη απεικόνιση των συναλλαγών με την εταιρεία «...... ΙΚΕ», ενώ 5) τους παρείχαν τις επιπρόσθετες πληροφορίες που αιτήθηκαν αναφορικά με το θέμα της ημερήσιας διάταξης περί χορήγησης άδειας σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και συγκεκριμένα ότι η παροχή άδειας αφορά τον Αντιπρόεδρο της εταιρείας, ......., προκειμένου να συνεχίσει τη δραστηριότητα του ως εταίρος και διαχειριστής της εταιρείας «...... ΙΚΕ» (βλ. την από 27.08.2019 δήλωση της πρώτης καθ’ ης που απεστάλη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι καθ’ ων η αίτηση). Σημειώνεται δε ότι ο τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης καθ’ ης η αίτηση εταιρείας, ανταποκρινόμενος στο σχετικό αίτημα των αιτούντων, απέστειλε προς αυτούς με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της χρήσης 2018, καθώς και τις οικείες εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των ελεγκτών, παρέχοντάς τους πλήρη ενημέρωση ενόψει της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων (βλ. το από 28.03.2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με συνημμένες τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι καθ’ ων η αίτηση). Κατά τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης της 11ης.09.2019 οι αιτούντες διατύπωσαν με εμπεριστατωμένο και τεκμηριωμένο τρόπο την άποψή τους επί όλων των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης, τα οποία θέματα και καταψήφισαν. Επίσης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης της 11ης.09.2019, οι αιτούντες επισήμαναν ότι δεν τους χορηγήθηκαν όλα τα στοιχεία που αιτήθηκαν και συγκεκριμένα ότι δεν τους χορηγήθηκε για τη χρήση 2018 ισοζύγιο εμπορικού προγράμματος για πελάτες και προμηθευτές, ημερολόγιο ή καρτέλες του εμπορικού προγράμματος όλων των πελατών και των προμηθευτών, μητρώο παγίων, απογραφή στις 31.12.2018 των επιταγών εισπρακτέων και γραμματίων εισπρακτέων και των πληρωτέων επιταγών, καθώς και αντίγραφα τραπεζικών εξτρέ όλων των λογαριασμών όψεως και των δανειακών λογαριασμών. Ωστόσο, πριν την έναρξη της ψηφοφορίας έγινε συζήτηση και διάλογος μεταξύ των μετόχων αναφορικά με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, ενώ δόθηκαν και οι αναγκαίες διασαφηνίσεις και απαραίτητες εξηγήσεις, με αποτέλεσμα οι αιτούντες να μην αποστερηθούν το δικαίωμα πληροφόρησης και ενημέρωσής τους για τις εταιρικές υποθέσεις, καθώς, όπως αποδείχθηκε, οι ίδιοι ήταν σε θέση, βάσει της πληροφόρησης που είχαν ήδη λάβει είτε προφορικώς είτε εγγράφως, να προβούν σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και να διατυπώσουν την άποψή τους περί τα εταιρικά πεπραγμένα. Άλλωστε, όπως προελέχθη, οι ίδιοι είχαν ήδη λάβει προ της προγραμματισμένης Γενικής Συνέλευσης τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, την έκθεση διαχειρίσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και την έκθεση των ελεγκτών. Στο δε προσάρτημα (σημειώσεις) επί των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της 31ης Δεκεμβρίου 2018 υπάρχει: 1) πίνακας με αναλυτική ενημέρωση για τα ενσώματα και άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, την αξία κτήσεως αυτών, τις σωρευόμενες αποσβέσεις και απομειώσεις και την καθαρή λογιστική τους αξία τόσο για τη χρήση 2017 όσο και για τη χρήση 2018, 2) αναφορά στο ποσό των εισπρακτέων επιταγών καθώς και των επιταγών σε καθυστέρηση, 3) αναφορά του ποσού των χρηματικών διαθεσίμων με διάκριση αυτών που βρίσκονται στο ταμείο της εταιρείας και αυτών που βρίσκονται στους λογαριασμούς όψεως και 4) αναφορά του ποσού των πληρωτέων επιταγών, καθώς και των υποχρεώσεων προς τους προμηθευτές. Συνεπώς, οι αιτούντες έλαβαν ενόψει της Γενικής Συνέλευσης αναλυτική ενημέρωση και πληροφόρηση μέσω των χρηματοοικονομικών αυτών καταστάσεων. Εν συνεχεία, οι αιτούντες με την από 04.12.2019 εξώδικη αίτησή τους, η οποία κοινοποιήθηκε στην πρώτη καθ’ ης η αίτηση ανώνυμη εταιρεία, επανέλαβαν τις θέσεις που είχαν εκφράσει κατά τις εργασίες της Γενικής Συνέλευσης που είχε διεξαχθεί τρεις (3) μήνες πριν και εκφράζοντας την αδυναμία τους να εξάγουν μια συνολική και ουσιαστική εικόνα για την οικονομική πορεία της εταιρείας, αιτήθηκαν να τους επιτραπεί να προβούν σε πλήρη έλεγχο των οικονομικών και φορολογικών στοιχείων της εταιρείας για το χρονικό διάστημα από 01.01.2017 έως 30.09.2019 (βλ. την από 04.12.2019 εξώδικη αίτηση με δήλωση και επιφύλαξη δικαιωμάτων, με συνημμένη την υπ’ αριθμόν ...../09.12.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ......., που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες). Σε απάντηση του ανωτέρω αιτήματος απεστάλη από τη διοίκηση της πρώτης καθ’ ης ανώνυμης εταιρείας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η από 16.12.2019 δήλωση προς τους αιτούντες, δια της οποίας γινόταν αποδεκτό το αίτημα για διενέργεια οικονομικού ελέγχου, ενώ η διοίκηση εξέφραζε την πρόθεσή της να παράσχει στους αιτούντες πρόσβαση στα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας, παρουσία ορκωτού ελεγκτή και του λογιστή της εταιρείας εντός του Φεβρουάριου του έτους (βλ. την από 16.12.2019 δήλωση της εταιρείας που απεστάλη μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι καθ’ ων η αίτηση). Ωστόσο, ο έλεγχος αυτός δεν κατέστη δυνατός για λόγους που τα διάδικα μέρη δεν αναφέρουν. Ακολούθως, στις 27.08.2020 οι αιτούντες κοινοποίησαν στην καθ' ης ανώνυμη εταιρεία αφενός την από 25.08.2020 έγγραφη γνωστοποίησή τους με την οποία εξέφραζαν την πρόθεσή τους συμμετάσχουν στην προγραμματισμένη Γενική Συνέλευση της 9ης.09.2020, διορίζοντας τους αντιπροσώπους αυτών και αφετέρου την από ίδιας ημεροχρονολογίας αίτησή τους με την οποία ζητούσαν να τους παρασχεθούν στοιχεία και συγκεκριμένα: 1) να τους χορηγηθούν αντίγραφα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων φορολογικού έτους 2019, των εκθέσεων Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και των εκθέσεων των ελεγκτών της εταιρείας, 2) να τους γνωστοποιηθούν τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά τα δύο (2) τελευταία έτη σε κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ή στους Διευθυντές της εταιρείας, όπως οποιαδήποτε καταβολή ή παροχή κάθε είδους, την αιτία αυτής και τη φύση που συνδέει τους λήπτες αυτής με την εταιρεία, 3) να τους χορηγηθούν αντίγραφα των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ της πρώτης καθ’ ης η αίτηση και της προμηθεύτριας εταιρείας με την επωνυμία «......ΙΚΕ», καθώς και το σύνολο των πράξεων και των οικονομικών συναλλαγών που έχουν διενεργηθεί μεταξύ των ως άνω εταιρειών, 4) να τους χορηγηθεί ισοζύγιο λογιστικής (ανοικτό και κλειστό) με κίνηση τη χρήση 2019, ημερολόγιο γενικής λογιστικής 2019, ισοζύγιο εμπορικού προγράμματος για πελάτες και προμηθευτές με κίνηση τη χρήση 2019, ημερολόγιο ή καρτέλες του εμπορικού προγράμματος όλων των πελατών - προμηθευτών για τη χρήση 2019, μητρώο παγίων 2019, απογραφή στις 31.12.2019 των επιταγών εισπρακτέων, γραμματίων εισπρακτέων και πληρωτέων επιταγών, αντίγραφα τραπεζικών εξτρέ όλων των λογαριασμών όψεως που εμφάνιζαν υπόλοιπο στις 31.12.2019, όπως και δανειακών λογαριασμών κατά την ίδια ημερομηνία, καθώς και μισθοδοτικές καταστάσεις 2019 ανά εργαζόμενο. Τέλος, ζητούσαν επιπρόσθετες πληροφορίες αναφορικά με τα αίτια που επέβαλαν την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου πριν τη συμπλήρωση της θητείας του τότε υφιστάμενου (βλ. την από 25.08.2020 αίτηση, με συνημμένη την υπ’ αριθμόν ...../27.08.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ....., καθώς και την από 25.08.2020 έγγραφη γνωστοποίηση, με συνημμένη την υπ’ αριθμόν ...../27.08.2020 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, τις οποίες προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες). Ο δε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων την από 16.09.2020 εξώδικη δήλωση της εταιρείας, δια της οποίας δήλωναν ότι: 1) προτίθενται να ανακοινώσουν τα ποσά που καταβλήθηκαν σε κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την τελευταία διετία, καθώς και κάθε παροχής προς τα πρόσωπα αυτά, προβαίνοντας στην ανακοίνωση αυτή είτε κατά τη διάρκεια των εργασιών της τακτικής Γενικής Συνέλευσης είτε και νωρίτερα με αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και ότι τα ποσά αυτά είναι ήδη γνωστά στους αιτούντες από τα πρακτικά της προηγούμενης τακτικής Γενικής Συνέλευσης, καθώς και ότι 2) θα τους παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης πληροφόρηση σχετικά με τις συναλλαγές της πρώτης καθ’ ης με την εταιρεία «...... ΙΚΕ». Επίσης, στις 16.09.2020 απεστάλησαν στους αιτούντες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα στοιχεία που αυτοί αιτήθηκαν (βλ. την από 16.09.2020 δήλωση της πρώτης καθ’ ης με την αντίστοιχη αλληλογραφία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που προσκομίζουν οι καθ’ ων η αίτηση). Κατά δε τις εργασίες της τακτικής Γενικής Συνέλευσης της 23ης.09.2020, οι αιτούντες ουδόλως αναφέρθηκαν σε άρνηση της διοίκησης της εταιρείας να τους χορηγήσει τα αιτηθέντα από αυτούς ως άνω έγγραφα, ενώ διατύπωσαν αναλυτικά και εμπεριστατωμένα τις απόψεις τους επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης, τα οποία άπαντα και καταψήφισαν. Επίσης, ενόψει της προγραμματισμένης τακτικής Γενικής Συνέλευσης της 20ης. 10.2021, οι αιτούντες κοινοποίησαν στις 08.10.2021 προς την ανώνυμη εταιρεία την από 06.10.2021 αίτησή τους, με την οποία ζητούσαν: 1) να τους χορηγηθούν αντίγραφα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων φορολογικού έτους 2020, των εκθέσεων Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και των εκθέσεων των ελεγκτών της εταιρείας, 2) να τους γνωστοποιηθούν τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά το τελευταίο έτος σε κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ή στους Διευθυντές της εταιρείας, όπως οποιαδήποτε καταβολή ή παροχή κάθε είδους, την αιτία αυτής και τη φύση που συνδέει τους λήπτες αυτής με την εταιρεία, 3) να τους χορηγηθούν αντίγραφα των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ της πρώτης καθ’ ης η αίτηση και της προμηθεύτριας εταιρείας με την επωνυμία «..... IKE», καθώς και το σύνολο των πράξεων και των οικονομικών συναλλαγών που έχουν διενεργηθεί μεταξύ των ως άνω εταιρειών, 4) να τους χορηγηθεί ισοζύγιο λογιστικής (ανοικτό και κλειστό) με κίνηση τη χρήση 2020, ημερολόγιο γενικής λογιστικής 2020, ισοζύγιο εμπορικού προγράμματος για πελάτες και προμηθευτές με κίνηση τη χρήση 2020, ημερολόγιο ή καρτέλες του εμπορικού προγράμματος όλων των πελατών - προμηθευτών για τη χρήση 2020, μητρώο παγίων 2020, απογραφή στις 31.12.2020 των επιταγών εισπρακτέων, γραμματίων εισπρακτέων και πληρωτέων επιταγών, αντίγραφα τραπεζικών εξτρέ όλων των λογαριασμών όψεως που εμφάνιζαν υπόλοιπο στις 31.12.2020, όπως και δανειακών λογαριασμών κατά την ίδια ημερομηνία, καθώς και μισθοδοτικές καταστάσεις 2020 ανά εργαζόμενο (βλ. την από 06.10.2021 αίτηση, με συνημμένη την υπ’ αριθμόν ...../08.10.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ......, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες). Τα ανωτέρω στοιχεία απεστάλησαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους αιτούντες στις 13.10.2021 (βλ. την αλληλογραφία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 12.10.2021 και 13.10.2021 που προσκομίζουν οι καθ’ ων η αίτηση). Το γεγονός ότι οι αιτούντες έλαβαν προς πληροφόρηση και ενημέρωσή τους όλα τα στοιχεία που αιτήθηκαν αποδεικνύεται από την από 13.10.2021 αίτησή τους την οποία κοινοποίησαν στην καθ' ης ανώνυμη εταιρεία στις 15.10.2021 και στην οποία υποβάλλουν αναλυτικές παρατηρήσεις αναφορικά με τα ισοζύγια πελατών, το μητρώο παγίων και τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, παραθέτοντας ερωτήματα προ της ενάρξεως των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης (βλ. την από 13.10.2021 αίτηση, με συνημμένη την υπ’ αριθμόν ...../15.10.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ....., που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες). Κατά τις προγραμματισμένες Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων κατά τα έτη 2022 και 2023, οι αιτούντες έλαβαν πλήρη ενημέρωση και πληροφόρηση σχετικά με τα εταιρικά πεπραγμένα. Το δε γεγονός ότι η διοίκηση αρνείται να τους γνωστοποιήσει τα στοιχεία των εμπορικών αντιπροσώπων στους οποίους καταβάλλονται προμήθειες, καθώς και τα στοιχεία των εργαζομένων δεν παραβιάζει κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου το δικαίωμα πληροφόρησής τους, καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών επικαλούμενο αποχρώντα ουσιώδη λόγο, όπως εν προκειμένω συνιστά η προστασία των προσωπικών δεδομένων. Σημειώνεται ότι στις 05.02.2024 οι αιτούντες κοινοποίησαν στην καθ’ ης η αίτηση ανώνυμη εταιρεία εξώδικη αίτηση δια της οποίας αιτήθηκαν για δεύτερη φορά τη διενέργεια πλήρους ελέγχου των οικονομικών, λογιστικών και φορολογικών στοιχείων της εταιρείας (βλ. την από 02.02.2024 εξώδικη αίτηση, με συνημμένη την υπ' αριθμόν ...../05.02.2024 έκθεση επίδοσης του του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ....., που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες). Η δε καθ’ ης ανώνυμη εταιρεία δέχθηκε να παράσχει το σύνολο των αιτηθέντων στοιχείων, καταστάσεων και πληροφοριών, αρνούμενη, όμως τον επιτόπιο έλεγχο (βλ. την από 07.02.2024 εξώδικη απάντηση της εταιρείας που προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως από τους αιτούντες). Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ουδόλως παραβιάσθηκε το δικαίωμα των αιτούντων - μετόχων για πληροφόρηση, καθώς ενόψει κάθε προγραμματισμένης Γενικής Συνέλευσης, κατόπιν σχετικών αιτημάτων τους, η διοίκηση της εταιρείας μεριμνούσε ώστε να τους παρασχεθούν όλες οι απαιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία βάσει των οποίων οι ίδιοι ήταν σε θέση σε κάθε Γενική Συνέλευση να διατυπώσουν κατά τρόπο τεκμηριωμένο τις απόψεις τους επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης. Η δε ενημέρωση και πληροφόρηση των αιτούντων κατά τα ερευνώμενα διαχειριστικά έτη ήταν σε τέτοιο βαθμό εκτενής, ώστε οι ίδιοι να είναι σε θέση βάσει των στοιχείων αυτών να αναθέσουν σε ορκωτό ελεγκτή λογιστή την εκτέλεση προσυμφωνημένων διαδικασιών για τις χρήσεις 2019, 2020, 2021 και 2022. Ειδικότερα, στην ίδια την έκθεση του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ......, την οποία προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες, αναφέρεται ρητά ότι η εκτέλεση της εργασίας βασίστηκε στα στοιχεία που παρέδωσε η πρώτη καθ’ ης εταιρεία στους αιτούντες για τις χρήσεις 2019 και 2020 έως 2022 και συγκεκριμένα στα ανοικτά και κλειστά ισοζύγια λογιστικής και Γενικά Ημερολόγια, στα εμπορικά ισοζύγια πελατών - προμηθευτών, στα οποία υφίσταται απόκρυψη της επωνυμίας των συμβαλλόμενων, στις καρτέλες πελατών - προμηθευτών, στα οποία υφίσταται απόκρυψη της επωνυμίας των συμβαλλομένων, στην καρτέλα προμηθευτή ...... IKE, στα μητρώα παγίων, στα ληξιάρια επιταγών, στα αντίγραφα τραπεζικών λογαριασμών όψεως της 31.12.2022 των τηρούμενων λογαριασμών, στις ετήσιες μισθοδοτικές καταστάσεις, στις οποίες υφίσταται απόκρυψη του ονοματεπώνυμου των εργαζομένων, καθώς και στις μισθοδοτικές καταστάσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (βλ. σελίδα 4η της ως άνω έκθεσης). Η δε χορήγηση καρτελών πελατών - προμηθευτών και μισθοδοτικών καταστάσεων εργαζομένων με απόκρυψη της επωνυμίας των αντισυμβαλλομένων της εταιρείας και του ονοματεπώνυμου των εργαζομένων της εταιρείας, αντίστοιχα, καθώς και η άρνηση της διοίκησης να χορηγήσει τα στοιχεία τους στους αιτούντες, δεν παρίσταται, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι η διοίκηση επικαλείται την ύπαρξη αποχρώντος λόγου και δη αυτού της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση στους αιτούντες των επωνυμιών των προμηθευτών και των ονοματεπωνύμων των εργαζομένων δεν θα συνέβαλε ουσιαστικά στην ενάσκηση του δικαιώματος πληροφόρησης εκ μέρους τους, καθώς κρίσιμες για τους ανωτέρω τυγχάνουν οι λοιπές πληροφορίες, όπως τα ποσά που καταβάλλονται ως προμήθειες και το ύψος των καταβαλλόμενων μισθών στους εργαζομένους, στοιχεία τα οποία είχαν λάβει οι αιτούντες κατά τα διερευνώ μένα διαχειριστικά έτη. Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες είχαν ζητήσει να τους χορηγηθούν ισοζύγια πρώτων και βοηθητικών υλών σε ποσότητες και αξίες με απογραφή έναρξης 1.1., αγορές και αναλώσεις της χρήσης και απογραφές λήξης 31.12, καθώς και ισοζύγια έτοιμων προϊόντων και ισοζύγια εμπορευμάτων με ποσότητες και αξίες με απογραφή έναρξης 1.1, αγορές και πωλήσεις της χρήσης και απογραφές λήξης 31.12. Ενόψει των ανωτέρω προέκυψε ότι η πρώτη καθ’ ης ανώνυμη εταιρεία δεν παραβίασε το δικαίωμα πληροφόρησης των αιτούντων - μετόχων, αλλά, αντιθέτως, ενήργησε με διαφάνεια, χορηγώντας ενόψει έκαστης τακτικής Γενικής Συνέλευσης τις απαραίτητες πληροφορίες στους αιτούντες και παρέχοντας κατά τις εργασίες έκαστης Γενικής Συνέλευσης διευκρινήσεις και επεξηγήσεις αναφορικά με τα θέματα της κάθε ημερήσιας διάταξης. Ενδεικτικό της προθυμίας της διοίκησης της εταιρείας να παράσχει τις αιτούμενες από τους αιτούντες πληροφορίες αποτελεί το γεγονός ότι έκανε αποδεκτό αίτημα των τελευταίων για πλήρη οικονομικό έλεγχο της εταιρείας παρουσία ορκωτού ελεγκτή και του λογιστή της εταιρείας. Άλλωστε, οι αιτούντες κατά τη διάρκεια των διαχειριστικών ως άνω ετών, όπου επικαλούνται τη συστηματική άρνηση της διοίκησης για παροχή πληροφοριών, δεν αμφισβήτησαν τη βασιμότητα της αιτιολογίας για τη μη παροχή των πληροφοριών αυτών, προσφεύγοντας στο Δικαστήριο τούτο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 8, αλλά ούτε ζήτησαν με την αγωγή του άρθρου 137 παρ. 3, την ακύρωση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης που λήφθηκε χωρίς να έχει ικανοποιηθεί το δικαίωμά τους αυτό. Επίσης, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η μετοχική πλειοψηφία αρνείται σταθερά την συμμετοχή τους στη διοίκηση της εταιρείας ή στο διορισμό έστω προσώπου της επιλογής τους στη διοίκηση αυτής, γεγονός το οποίο συνιστά κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων τους, ως μετόχων που κατέχουν ποσοστό περίπου 34% επί του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός, στον οποίο οι αιτούντες επιδιώκουν να θεμελιώσουν τη μη συνετή και μη χρηστή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς για την διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου της εταιρείας απαιτείται η αναφορά σε περιστατικά και πράξεις που συνδέονται με την ίδια τη διαχείριση της εταιρείας. Επομένως, ενέργειες κατά την ίδρυση της εταιρίας, ή που σχετίζονται με τη διαδικασία εκλογής ή τη λειτουργία των οργάνων της εταιρίας, δεν αποτελούν αντικείμενο του ελέγχου της μεγάλης μειοψηφίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη καθ’ ης εταιρεία διατηρεί συναλλακτική δραστηριότητα με την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία με την επωνυμία «...... ΙΚΕ». Η ως άνω εταιρεία προέρχεται από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «....... Ο.Ε.», η οποία συ στήθηκε αρχικά το έτος 1992 μεταξύ των εταίρων ...... και ....... Το έτος 2006 εισήλθε στην ως άνω εταιρεία ο τρίτος των καθ’ ων η αίτηση ......., στον οποίο εκχωρήθηκε ποσοστό 50% του εταιρικού κεφαλαίου από τον αποχωρήσαντα ......, ενώ το έτος 2015 αποφασίσθηκε η μεταφορά της έδρας της εταιρείας στη Βιομηχανική Περιοχή ..... του Δήμου ...... και συγκεκριμένα εντός των εγκαταστάσεων της πρώτης καθ’ ης η αίτηση ανώνυμης εταιρείας. Ήδη σήμερα ο τρίτος των καθ’ ων η αίτηση ..... τυγχάνει εταίρος της ως άνω εταιρείας κατέχοντας 10.194 εταιρικά μερίδια που αντιστοιχούν στο 90% του εταιρικού κεφαλαίου, καθώς και διαχειριστής αυτής (βλ. το καταστατικό της εταιρείας με την επωνυμία «...... IKE», όπως έχει καταχωρηθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. με την με αριθ. πρωτ. ...../25.04.2024 Ανακοίνωση του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, το οποίο προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες). Ο ....... τυγχάνει παράλληλα και μέτοχος και Αντιπρόεδρος και Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης καθ’ ης ανώνυμης εταιρείας. Συνεπώς, η εταιρεία με την επωνυμία «...... ΙΚΕ» είναι συνδεδεμένο μέρος κατά την έννοια του στοιχ. β' της παρ. 2 του άρθρου 99 του Ν. 4548/2018, καθώς είναι νομικό πρόσωπο ελεγχόμενο από τον ......, ο οποίος παράλληλα τυγχάνει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης καθ’ ης ανώνυμης εταιρείας και συνεπώς οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής και στις προϋποθέσεις που τάσσει η διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1, η οποία προβλέπει την ακυρότητα των συμβάσεων αυτών, χωρίς ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Αναφορικά με τις καταρτισθείσες μεταξύ των δύο ως άνω εταιρειών συμβάσεις σημειώνεται ότι η εταιρεία «...... ΙΚΕ» δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στην επί κέρδει σχεδίαση και κατασκευή υφαντουργικών σχεδίων και οπλισμών .... και παρέχει στην πρώτη καθ’ ης η αίτηση ανώνυμη εταιρεία υπηρεσίες και συγκεκριμένα κατασκευάζει για λογαριασμό της τα υφαντούργικά σχέδια, τα οποία είναι απαραίτητα για να παραχθούν εκ μέρους της πρώτης καθ’ ης οι ετικέτες. Συνεπώς, οι συναλλαγές μεταξύ των ως άνω εταιρειών εμπίπτουν στο επιχειρηματικό αντικείμενο της εταιρικής δραστηριότητας της πρώτης καθ’ ης (πώληση υφαντουργικών σχεδίων για την βάσει αυτών παραγωγή υφαντουργικών ετικετών). Επίσης, οι ως άνω συναλλαγές παρουσιάζουν συνήθη χαρακτήρα, καθώς πρόκειται για συναλλαγές που συνάπτονται στα πλαίσιο της καθημερινής δραστηριότητας της πρώτης καθ’ ης, δοθέντος έτι περαιτέρω ότι η χρήση των υφαντουργικών σχεδίων αποτελεί προαπαιτούμενο, ήτοι τη βάση για την δημιουργία των ετικετών εκ μέρους αυτής. Ειδικότερα, οι συναλλαγές της πρώτης καθ’ ης με την εταιρεία «..... ΙΚΕ» ανέρχονταν: (α) κατά το διαχειριστικό έτος από 01.01.2020 έως 31.12.2020 στο συνολικό ποσό των 80.767,13 ευρώ, ενώ το σύνολο του ενεργητικού της εταιρείας κατά την ως άνω διαχειριστική περίοδο ανερχόταν στο ποσό των 2.018.325,40 ευρώ (βλ. τον ισολογισμό της 31ηζ. 12.2020 και την καρτέλα προμηθευτή της εταιρείας «..... ΙΚΕ» για το ως άνω διαχειριστικό έτος), (β) κατά το διαχειριστικό έτος από 01.01.2021 έως 31.12.2021 στο συνολικό ποσό των 99.408,10 ευρώ, ενώ το σύνολο του ενεργητικού της εταιρείας κατά την ως άνω διαχειριστική περίοδο ανερχόταν στο ποσό των 2.158.265,10 ευρώ (βλ. τον ισολογισμό της 31ης.12.2021 και την καρτέλα προμηθευτή της εταιρείας «..... ΙΚΕ» για το ως άνω διαχειριστικό έτος) και (γ) κατά το διαχειριστικό έτος από 01.01.2022 έως 31.12.2022 στο συνολικό ποσό των 84.846,91 ευρώ, ενώ το σύνολο του ενεργητικού της εταιρείας κατά την ως άνω διαχειριστική περίοδο ανερχόταν στο ποσό των 1.961.964,19 ευρώ (βλ. τον ισολογισμό της 31ης.12.2022 και την καρτέλα προμηθευτή της εταιρείας «...... ΙΚΕ» για το ως άνω διαχειριστικό έτος). Συνεπώς, το σύνολο των συναλλαγών της πρώτης καθ’ ης εταιρείας με το συνδεδεμένο μέρος, ήτοι την εταιρεία «..... ΙΚΕ», οι οποίες συνάφθηκαν εντός του ίδιου οικονομικού έτους, δεν υπερβαίνουν το 10% του ενεργητικού της εταιρείας, όπως αναλυτικά εκτίθεται ανωτέρω. Επιπροσθέτως, οι ως άνω συμβάσεις δεν αποδείχθηκε ότι συνήφθησαν με όρους που δεν είναι οι ειθισμένοι στις συναλλαγές, ήτοι που δεν είναι όμοιοι με τους όρους, υπό τους οποίους η εταιρεία καταρτίζει τις συγκεκριμένες συναλλαγές με τρίτους (πελάτες, προμηθευτές κτλ.). Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την έκθεση αντίκρουσης επιχειρημάτων που προσκομίζουν οι καθ’ ων η αίτηση, η εταιρεία «....... ΙΚΕ» διατηρεί σταθερή και πολυετή συναλλακτική δραστηριότητα με την πρώτη καθ’ ης εταιρεία, παρέχοντας προς την τελευταία σχέδια ετικέτας σε τιμή μονάδος (0,07 για τα πρωτότυπα και 0,04 για τα αντίγραφα), η οποία παρέμεινε σταθερή καθ’ όλα αυτά τα έτη της συνεργασίας τους. Τούτο δε ουδόλως αρνούνται οι αιτούντες, αλλά ούτε επικαλούνται ότι υφίστανται στην αγορά ευνοϊκότεροι όροι ή χαμηλότερες τιμές μονάδος για τη σύναψη παρόμοιων συμβάσεων αναφορικά με την συγκεκριμένη δραστηριότητα, ήτοι την κατασκευή υφαντουργικών σχεδίων, σε σύγκριση με τις υπηρεσίες που παρέχονται από την εταιρεία «..... ΙΚΕ» προς την πρώτη καθ’ ης. Ενόψει των ανωτέρω, πληρούνται τα κριτήρια που τάσσονται στη παρ. 3 περ. α' εδ. α' του άρθρου 99 και ως εκ τούτου οι συναλλαγές που συνήφθησαν μεταξύ της πρώτης καθ’ ης και της εταιρείας «..... ΙΚΕ» δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας και συνεπώς δεν απαιτείται ειδική άδεια. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία συναλλάσσεται με την πρώτη καθ’ ης με μοναδικό σκοπό την αποψίλωση των κερδών της καθώς παρέχει κανονικά τις υπηρεσίες της προς την τελευταία, υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για την παραγωγική της διαδικασία. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εταιρεία «..... ΙΚΕ» έχει την έδρα της στις εγκαταστάσεις της πρώτης καθ’ ης ήδη από το έτος 2015. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται σύμμειξη των λογαριασμών των δύο ως άνω εταιρειών, καθώς από τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας «..... ΙΚΕ» για τις χρήσεις 2020, 2021 και 2022 προκύπτει ότι η ίδια έχει καταχωρήσει ως παροχές σε εργαζόμενους το ποσό των 44721,22 ευρώ, με μέσο όρο απασχολούμενων για το διαχειριστικό έτος 2020 δύο (2) άτομα, το ποσό των 57.124,70 ευρώ, με μέσο όρο απασχολούμενων για το διαχειριστικό έτος 2021 δύο (2) άτομα και το ποσό των 66.146,33 ευρώ, με μέσο όρο απασχολούμενων για το διαχειριστικό έτος 2022 τρία (3) άτομα, ενώ έχει καταχωρήσει και αντίστοιχες δαπάνες για λοιπά έξοδα της εταιρείας (βλ. τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας όπως καταχωρήθηκαν στο Γ.Ε.ΜΗ., που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους αιτούντες). Πέραν τούτων από ουδέν αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε η πιθανή σύμμειξη λογαριασμών μεταξύ των δύο εταιρειών που επικαλούνται οι αιτούντες στην υπό κρίση αίτησή τους. Επιπροσθέτως, αναφορικά με τις αμοιβές που καταβλήθηκαν στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου υπό μορφή μηνιαίας αντιμισθίας και εξόδων παραστάσεως, κινήσεως και αποζημιώσεως για συμμετοχή σε συνεδριάσεις του σώματος κατά τα διερευνώμενα διαχειριστικά έτη 2018 έως 2022, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: 1) για το διαχειριστικό έτος 2018 εγκρίθηκε από τη τακτική Γενική Συνέλευση της 11ης.09.2019 για τον ..... αμοιβή ποσού 24.002,48 ευρώ (καθαρά) (μικτή αμοιβή ποσού 35.202 ευρώ), ενώ για τον ...... αμοιβή ποσού 24.000,75 ευρώ (καθαρά) (μικτή αμοιβή ποσού 35.622 ευρώ), 2) για το διαχειριστικό έτος 2019 εγκρίθηκε από τη τακτική Γενική Συνέλευση της 23ης.09.2020 για τον ..... αμοιβή ποσού 29.800,06 (καθαρά) (μικτή αμοιβή ποσού 58.465,04 ευρώ), ενώ για τον ...... αμοιβή ποσού 30.000 (καθαρά) (μικτή αμοιβή ποσού 59.091,92 ευρώ), 3) για το διαχειριστικό έτος 2020 εγκρίθηκε από τη τακτική Γενική Συνέλευση της 20πς. 10.2021 για τον ..... αμοιβή ποσού 17.500 ευρώ (καθαρά) (μικτή αμοιβή ποσού 28.505,56 ευρώ) και για τον ..... αμοιβή ποσού 17.500 ευρώ (καθαρά) (μικτή αμοιβή ποσού 28.866,65 ευρώ), 4) για το διαχειριστικό έτος 2021 εγκρίθηκε από τη τακτική Γενική Συνέλευση της 27ης. 10.2022 για τον .... αμοιβή ποσού 60.000 ευρώ (καθαρά) (μικτή αμοιβή ποσού 104.647,68 ευρώ) και 5) για το διαχειριστικό έτος 2022 εγκρίθηκε από τη τακτική Γενική Συνέλευση της 12ης.09.2023 για τον ..... αμοιβή ποσού 65.000 ευρώ (καθαρά) (μικτή αμοιβή ποσού 130.023,14 ευρώ). Ενόψει των ανωτέρω προκύπτει ότι καταβλήθηκε συνολικά ως καθαρή αμοιβή σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας υπολογιζόμενη σε δωδεκάμηνη βάση: 1) για το έτος 2018 συνολική μηνιαία αμοιβή ποσού 4.000 ευρώ (αμοιβή ποσού 2.000 ευρώ για τον ..... και αμοιβή ποσού 2.000 ευρώ για τον .....), 2) για το έτος 2019 συνολική μηνιαία αμοιβή ποσού 4.983 ευρώ (αμοιβή ποσού 2.483 ευρώ για τον ..... και αμοιβή ποσού 2.500 ευρώ για τον .....), 3) για το έτος 2020 συνολική μηνιαία αμοιβή ποσού 2.916 ευρώ (αμοιβή ποσού 1.458 ευρώ για τον ..... και αμοιβή ποσού 1.458 ευρώ για τον ......), 4) για το έτος 2021 συνολική μηνιαία αμοιβή ποσού 5.000 ευρώ και 5) για το έτος 2022 συνολική μηνιαία αμοιβή ποσού 5.416 ευρώ. Οι προαναφερόμενες καταβληθείσες αμοιβές εγκρίθηκαν νομότυπα, κατ' άρθρο 109 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 4548/2018, από τις εκάστοτε τακτικές Γενικές Συνελεύσεις κατά τα διαχειριστικά έτη 2018 έως και 2022, κατά τις εργασίες των οττοίων η έγκριση των αμοιβών του Διοικητικού Συμβουλίου τέθηκε ως ειδικό θέμα ημερήσιας διάταξης, με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο (V) μείζονα σκέψη (βλ. τα πρακτικά των τακτικών Γενικών Συνελεύσεων της εταιρείας για τα διαχειριστικά έτη 2018 έως και 2022). Επίσης, η έγκριση προκαταβολής αμοιβών για την επόμενη διαχειριστική περίοδο, η οποία τελούσε υπό την αίρεση της εγκρίσεως από την επόμενη τακτική γενική συνέλευση, είναι νομότυπη σύμφωνα με το άρθρο 109 παρ. 4 του Ν. 4548/2018. Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε παράβαση του νόμου σχετικά με τον τρόπο και τη διαδικασία εγκρίσεως των αμοιβών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Επιπρόσθετα, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά τα ερευνώμενα διαχειριστικά έτη, η πρώτη καθ’ ης ανώνυμη εταιρεία έχει καταβάλει μηνιαίως στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αμοιβές, οι οποίες κυμαίνονται από 2.916 ευρώ έως 5.416 ευρώ, ενώ σημειώνεται ότι από το υφιστάμενο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας ο ....., ο οποίος τυγχάνει Αντιπρόεδρος και Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος και ο ....., ο οποίος τυγχάνει μέλος, δεν λαμβάνουν αμοιβή. Το ύψος των καταβληθεισών αμοιβών δεν παρίσταται, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δυσθεώρητο και υπέρογκο, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες, καθώς η πρώτη καθ’ ης εταιρεία σταθερά όλα αυτά τα έτη προβαίνει στην καταβολή αμοιβών τέτοιους ύψους προς το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, λαμβανομένου υπόψη του κύκλου εργασιών της, καθώς και των αρμοδιοτήτων που αναλαμβάνει η διοίκησή της. Άλλωστε, ο δεύτερος των αιτούντων, ....., ο οποίος συμμετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας κατά το διαχειριστικό έτος 2011 υπό την ιδιότητα του Αντιπροέδρου, είχε συμφωνήσει με τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου στον καθορισμό μηνιαίων αμοιβών και δη ποσού 4.702,20 ευρώ για τον τότε Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο ..... (μη διάδικο), ποσού 2.351,09 ευρώ για τον ίδιο και ποσού 7.836,99 ευρώ για τον ......, ο οποίος τότε ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Μάλιστα κατά το ίδιο ως άνω διαχειριστικό έτος αποφασίστηκε ομόφωνα η αύξηση της αμοιβής του δεύτερου αιτούντος, ....., στο ποσό των 3.134,80 ευρώ, ενώ συνολικά το έτος 2011 καταβλήθηκαν ως αμοιβές για το Διοικητικό Συμβούλιο 125.391,92 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθ. 7.327/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι καθ’ ων η αίτηση). Ωστόσο, οι αιτούντες ουδόλως προέβαλαν κατά το έτος 2011 αιτιάσεις περί υπέρογκων αμοιβών του Διοικητικού Συμβουλίου, το ύψος των οποίων κατά τον χρόνο εκείνο κυμαινόταν σε παρόμοια επίπεδα με τις αντίστοιχα καταβληθείσες αμοιβές κατά τα διερευνώμενα διαχειριστικά έτη, ενώ, επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι έχουν ασκήσει το ένδικο βοήθημα που τους παρέχει ο νόμος στη παρ. 5 του άρθρου 109 του 4548/2018 για τη μείωση της αμοιβής μέλους διοικητικού συμβουλίου. Σε κάθε δε περίπτωση, η έγκριση των ως άνω αμοιβών για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας δεν συνιστά ένδειξη μη συνετής και χρηστής διοίκησης της εταιρείας. Αναφορικά με τη συνολική οικονομική πορεία της πρώτης καθ’ ης εταιρείας κατά τα διαχειριστικά έτη από 2018 έως και 2022 σημειώνεται ότι η ως άνω εταιρεία πραγματοποίησε ετήσιο κύκλο εργασιών: 1) για το έτος 2018 κύκλο εργασιών ύψους 2.226.852,71 ευρώ, ενώ τα κέρδη (αποτελέσματα μετά από φόρους) ανέρχονται στο ποσό των 46.224,47 ευρώ, 2) για το έτος 2019 κύκλο εργασιών ύψους 2.324.543,20 ευρώ, ενώ τα κέρδη (αποτελέσματα μετά από φόρους) ανέρχονται στο ποσό των 61.364,78 ευρώ, 3) για το έτος 2020 κύκλο εργασιών ύψους 2.391.229,74 ευρώ, ενώ τα κέρδη (αποτελέσματα μετά από φόρους) ανέρχονται στο ποσό των 99.795,26 ευρώ, 4) για το έτος 2021 κύκλο εργασιών ύψους 2.362.954,54 ευρώ, ενώ τα κέρδη (αποτελέσματα μετά από φόρους) ανέρχονται στο ποσό των 38.083,09 ευρώ και 5) για το έτος 2022 κύκλο εργασιών ύψους 2.262.476,82 ευρώ, ενώ τα κέρδη (αποτελέσματα μετά από φόρους) ανέρχονται στο ποσό των - 101.045,14 ευρώ, ήτοι παρουσίασε ζημία. Επίσης, η εταιρεία, πλην του διαχειριστικού έτους 2022, διανέμει σταθερά κέρδη στους μετόχους της και συγκεκριμένα: 1) το έτος 2018 διένειμε κέρδη ποσού 15.369,64 ευρώ, 2) το έτος 2019 διένειμε κέρδη ποσού 20.403,79 ευρώ, 3) το έτος 2020 διένειμε κέρδη ποσού 33.181,92 ευρώ, 4) το έτος 2021 διένειμε κέρδη ποσού 12.662,63 ευρώ, ενώ 5) το έτος 2022 δεν διένειμε κέρδη λόγω της ζημιογόνου περιόδου. Η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας καθ’ όλα τα ανωτέρω διαχειριστικά έτη να διανεμηθεί στους μετόχους το ελάχιστο κατά το νόμο μέρισμα, ήτοι το 35% επί των καθαρών κερδών και τα υπόλοιπα κέρδη να ενταχθούν στα χρηματικά διαθέσιμα της εταιρείας και στον κωδικό «κέρδη εις νέον» είναι σύννομη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 161 παρ. 1 και 2 του Ν. 4548/2018, το οποίο προβλέπει ότι το ελάχιστο μέρισμα ορίζεται σε ποσοστό 35% επί των καθαρών κερδών, ύστερα από αφαίρεση της κράτησης για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού και των λοιπών πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων. Η μη διανομή κερδών πέραν του ελάχιστου μερίσματος δεν αποτελεί ένδειξη μη χρηστής και μη συνετής διοίκησης, καθώς τα μη διανεμητέα κέρδη συνεχίζουν να αποτελούν περιουσία της εταιρείας και μεταφέρονται στην επόμενη διαχειριστική περίοδο αν δεν αναλωθούν για άλλους σκοπούς. Η μη διανομή του συνόλου των κερδών ανά διαχειριστική περίοδο παρίστατο αναγκαία προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι αντίξοες συνθήκες ρευστότητας και να ενδυναμωθεί οικονομικά η εταιρεία ενόψει του οξυμμένου ανταγωνισμού, της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, των δυσχερειών που προκάλεσε η πανδημία, των αυξημένων υποχρεώσεων της εταιρείας και της δυσχέρειας τραπεζικής δανειοδότησης, όπως έκριναν οι εκάστοτε Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων. Σε κάθε περίπτωση, η Γενική Συνέλευση είναι αρμόδια να αποφασίσει για τη διανομή των υπολοίπων κερδών στους μετόχους, καθώς και για τον τρόπο διανομής (με αύξηση του κεφαλαίου και δωρεάν διανομή των νέων μετοχών, με σχηματισμό αποθεματικού, με διάθεση των κερδών στους εργαζομένους) ή για την μεταφορά των κερδών εις νέον και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη χρηστή ή μη συνετή διαχείριση των εταιρικών πεπραγμένων εκ μέρους της διοίκησης, καθώς η διανομή των κερδών και ο τρόπος διανομής δεν συνιστά απόφαση της διοίκησης. Ειδικότερα κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2018 έως 31.12.2018 ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε σε σχέση με τη χρήση του 2017 κατά 200.000 ευρώ περίπου (κύκλος εργασιών ποσού 2.226.852,71 ευρώ για το έτος 2018 σε σύγκριση με τον κύκλο εργασιών ποσού 2.012.379,48 ευρώ για το έτος 2017). Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι παρά την αύξηση της κερδοφορίας της εταιρείας, αυξήθηκαν αδικαιολόγητα οι επαναλαμβανόμενες δαπάνες της εταιρείας και συγκεκριμένα η μισθοδοσία, οι αμοιβές τρίτων, οι παροχές τρίτων και τα διάφορα έξοδα κατά ποσοστό 21%-36%, καθώς και ότι η αύξηση των λειτουργικών αυτών δαπανών δεν επέφερε την αναμενόμενη αύξηση των κερδών προς τους μετόχους. Από τις εγκεκριμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις για την ως άνω διαχειριστική περίοδο προκύπτει ότι οι αμοιβές και τα έξοδα προσωπικού αυξήθηκαν από 533.747,17 ευρώ που ανέρχονταν το έτος 2017, σε 650.413,55 ευρώ, ήτοι αυξήθηκαν κατά 116.666 ευρώ, ενώ αυξήθηκαν και οι αμοιβές και έξοδα τρίτων από το ποσό των 167.615,37 ευρώ, στο ποσό των 228.809,05 ευρώ. Ωστόσο, οι ως άνω αυξήσεις σε αμοιβές και έξοδα προσωπικού και τρίτων αποτελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής επακόλουθο της αύξησης των πωλήσεων, η οποία κατέστησε αναγκαία την αύξηση του προσωπικού κατά τρία (3) άτομα, καθώς και την αύξηση των προμηθειών που αποδίδονται πάντοτε βάσει των πωλήσεων. Ουδόλως προέκυψε ότι η αύξηση αυτή στα «έξοδα σημαντικού ποσού ή ιδιαίτερης συχνότητας ή σημασίας», όπως αναφέρονται στις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, συνιστούν αποτέλεσμα μη συνετής ή μη χρηστής διοικήσεως. Για τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2019 έως 31.12.2019 η εταιρεία παρουσιάζει αύξηση των πωλήσεων κατά 97.690.49 ευρώ (πωλήσεις ποσού 2.324.543,20 ευρώ για το έτος 2019 έναντι ποσού 2.226.852,71 για το έτος 2018), ενώ και τα μικτά αποτελέσματα αυξήθηκαν σε σχέση με την προηγούμενη χρήση κατά 73.471,20 ευρώ. Η δε αύξηση των «εξόδων σημαντικού ποσού ή ιδιαίτερης συχνότητας ή σημασίας», όπως επικαλούνται οι αιτούντες, οφείλονται κυρίως στην αύξηση των αμοιβών και των εξόδων του προσωπικού κατά 146.429 ευρώ, ενώ σημειώνεται ότι το προσωπικό της εταιρείας αυξήθηκε από 31 σε 35 εργαζομένους κατά την ως άνω περίοδο. Η σταδιακή και σταθερή αύξηση της κερδοφορίας της εταιρείας παρατηρείται και κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2020 έως 31.12.2020, ότε η εταιρεία εμφάνισε αύξηση των πωλήσεων κατά 66.686 ευρώ (πωλήσεις ποσού 2.391.229,74 ευρώ για το έτος 2020 έναντι ποσού 2.324.543,20 για το έτος 2019). Ωστόσο, το μικτό αποτέλεσμα μειώθηκε κατά 8.761 ευρώ, γεγονός που οφείλεται στην αύξηση του κόστους ανάλωσης υλικών κατά περίπου 110.000 ευρώ σε σχέση με τη προηγούμενη χρήση (κόστος ανάλωσης ετοίμων προϊόντων 847.954,19 ευρώ για το 2020 έναντι 736.703,77 ευρώ για το 2019). Ωστόσο, τούτη η αύξηση στο κόστος ανάλωσης υλικών δεν προκύπτει ότι αποτελεί απόρροια μη συνετής και μη χρηστής διοίκησης, καθώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η αύξηση του κόστους των υλικών εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά κατά την εκάστοτε χρονική περίοδο, αλλά και από λοιπούς αστάθμητους παράγοντες. Ακόμη, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι υφίσταται περίπτωση μη τιμολόγησης των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων, αλλά ούτε προέκυψε η μη ορθολογική διαχείριση των πρώτων υλών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αιτούντες. Κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2021 έως 31.12.2021 ο κύκλος εργασιών της εταιρείας παρουσιάζει μια μικρή μείωση της τάξεως των 28.275,20 ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη χρήση (2.362.954,54 ευρώ κύκλος εργασιών ια το έτος 2021 έναντι 2.391.229,74 για το έτος 2020). Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι κατά την ως άνω διαχειριστική περίοδο επήλθε αύξηση στις αμοιβές τρίτων κατά 46.848,63 ευρώ (306.015,41 ευρώ για το έτος 2021 έναντι 259.166,78 ευρώ για το έτος 2020), ενώ επήλθε και αύξηση κατά 55.407 ευρώ στα διάφορα έξοδα (185.623,26 ευρώ για το έτος 2021 έναντι 130.216,19 ευρώ για το έτος 2020). Ωστόσο, όπως προκύπτει από την έκθεση αντίκρουσης επιχειρημάτων που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι καθ’ ων η αίτηση, η αύξηση στις αμοιβές τρίτων αφορά αύξηση κατά 11.668 ευρώ σε αμοιβές και έξοδα ελεγκτών, αύξηση κατά 21.901 ευρώ στις προμήθειες των πωλήσεων και αύξηση 15.827 ευρώ για λοιπές αμοιβές τρίτων, ενώ η αύξηση στο κονδύλι «διάφορα έξοδα» αφορά αύξηση κατά 26.372 ευρώ στα μεταφορικά έξοδα (έξοδα κίνησης- καυσίμων, έξοδα μεταφορά πωλήσεων και έξοδα μεταφοράς υλικών αγορών), αύξηση κατά 5.625,02 ευρώ στα έξοδα προώθησης εξαγωγών και αύξηση κατά 8.316,85 στα έξοδα ταξιδιών (βλ. την από 19.06.2024 έκθεση του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ......., που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι καθ’ ων η αίτηση). Τέλος, κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2022 έως 31.12.2022 η εταιρεία παρουσίασε ζημίες για πρώτη φορά μετά από τα έτη κερδοφορίας και συγκεκριμένα σημείωσε ζημίες ύψους 101.045,14 ευρώ (κύκλος εργασιών 2.262.476,82 ευρώ για το έτος 2022 έναντι 2.362.954,54 ευρώ για το έτος 2021), λόγω μείωσης των πωλήσεων. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν πρόκυψε ότι η ως άνω παρουσίαση ζημιών για το διαχειριστικό έτος 2022 συνδέεται αιτιωδώς με πράξεις μη συνετής και μη χρηστής διοίκησης εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Από την εν γένει αναλυθείσα οικονομική πορεία της προκύπτει ότι η πρώτη καθ’ ης η αίτηση ανώνυμη εταιρεία κατά τα διαχειριστικά έτη 2018 έως και 2022, μεσούσης της οικονομικής ύφεσης, της πανδημίας του κορονοιού και των αντίξοων συνθηκών ρευστότητας, μπόρεσε να διατηρήσει μια σταθεροποιητική πορεία με απόδοση κεφαλαίου ποσοστού 5%-11%, εμφανίζοντας και διανέμοντας κέρδη κατά τα έτη από 2018 έως και 2021, με μόνη εξαίρεση το έτος 2022 όπου εμφάνισε ζημίες. Ωστόσο, η ζημιογόνος αυτή περίοδος ήταν προσωρινή και δεν επεκτάθηκε και σε επόμενες διαχειριστικές περιόδους, καθώς ήδη κατά το διαχειριστικό έτος 2023 η εταιρεία ανέκαμψε οικονομικά εμφανίζοντας κέρδη μετά από φόρους ύψους 59.625,97 ευρώ (βλ. τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2023 έως 31.12.2023, που προσκομίζουν οι καθ’ ων η αίτηση). Το δε έτος 2022 η πρώτη καθ' ης ανώνυμη εταιρεία προέβη σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση αποθεματικού ποσού 23.188,44 ευρώ, γεγονός που συνέβαλε στην οικονομική της ενδυνάμωση (βλ. τα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της 12ης.09.2023, που προσκομίζονται από τα διάδικα μέρη). Επίσης, η εταιρεία έχει μηδενικό δανεισμό και υποχρεώσεις προς τρίτους, διαθέτει επαρκή ταμειακά διαθέσιμα για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της, ενώ κατά τα διαχειριστικά έτη 2018-2022 προέβη και σε σημαντική επένδυση σε εξοπλισμό από ίδια χρηματικά διαθέσιμα, γεγονότα που συνομολογούν και οι ίδιοι οι αιτούντες. Τούτο επιβεβαιώνει και η έκθεση ευρημάτων από την εκτέλεση προσυμφωνημένων διαδικασιών που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι αιτούντες, στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχει μια σημαντική συρρίκνωση των ταμειακών διαθεσίμων της εταιρείας από τη χρήση του έτους 2019 έως τη χρήση του έτους 2022 κατά 373.294,29 ευρώ, η οποία συνδέεται με μια σημαντική αύξηση στην αξία του πάγιου εξοπλισμού και των εξόδων πολυετούς απόσβεσης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 320.587,90 ευρώ (μετά αποσβέσεων). Σύμφωνα με τα πορίσματα της ως άνω έκθεσης που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι αιτούντες παρατηρείται ότι η μείωση των λειτουργικών εξόδων της εταιρείας (παρά την σημαντική επένδυση σε εξοπλισμό), δεν ακολουθείται από μείωση των δαπανών, αλλά από αύξηση αυτών σε βασικά κονδύλια όπως αναλώσεις, προμήθειες πωλήσεων, αμοιβές Διοικητικού Συμβουλίου και αποσβέσεις μηχανολογικού - λοιπού εξοπλισμού και εξόδων πολυετούς απόσβεσης. Ωστόσο, οι επενδύσεις που πραγματοποίησε η διοίκηση με ίδια χρηματικά διαθέσιμα της εταιρείας, ήτοι χωρίς να προβεί σε εξωτερικό δανεισμό, αλλά και με αποσβέσεις παλαιού μηχανολογικού εξοπλισμού που είχε εξαντλήσει την ωφέλιμη διάρκεια ζωής του, αποτελούν ενέργειες που εντάσσονται στα πλαίσια της εύλογης επιχειρηματικής κρίσης της διοίκησης της εταιρείας, χωρίς να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει τη σκοπιμότητα των επιλογών της διοίκησης, γεγονός που θα διαρρήγνυε την αρχή της επιχειρηματικής κρίσης, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο (ΙΙ.β.) μείζονα σκέψη της παρούσας. Το γεγονός ότι η πραγματοποίηση των ως άνω επενδύσεων σε μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό, που συνομολογούν και οι ίδιοι οι αιτούντες, δεν επέφερε τα προσδοκώμενα από τους τελευταίους αποτελέσματα, ήτοι την αντίστοιχη μείωση των δαπανών της εταιρείας, δεν κατέστη πιστευτό ότι οφείλεται, ήτοι ότι συνδέεται αιτιωδώς με πράξεις ή παραλείψεις της διοίκησης, οι οποίες συνιστούν μη χρηστή και μη συνετή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. Επιπρόσθετα, η πρώτη καθ’ ης εταιρεία είναι μια συνεχώς εξελισσόμενη εταιρεία, η οποία μπορεί να αποφέρει μακροπρόθεσμα αναπτυξιακά οφέλη, δοθέντος ότι έχει ενταχθεί στη Δράση 16721 «Έξυπνη Μεταποίηση» του «Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» («ΕΣΑΑ») «Ελλάδα 2.0.» για τον εκσυγχρονισμό και βελτίωση της ανθεκτικότητας κυρίων κλάδων οικονομίας της χώρας και αναγνωρίσθηκε ως δικαιούχος επιχορήγησης ποσού 321.983,28 ευρώ για τον εκσυγχρονισμό του μηχανολογικού της εξοπλισμού, γεγονός που θα συμβάλλει στην οικονομική της ενδυνάμωση και θα την καταστήσει πιο ανταγωνιστική στην αγορά (βλ. την με αριθμό πρωτ. ....../29.03.2024 με ΑΔΑ: ....... Απόφαση αποδοχής πρακτικών Επιτροπών Αξιολόγησης, ένταξης, έγκρισης χρηματοδότησης και απόρριψης προτάσεων που υποβλήθηκαν για τη Δράση 16721 «Έξυπνη Μεταποίηση» της Υφυπουργού Ανάπτυξης). Η δε ως άνω εταιρεία κρίθηκε ότι πληροί τις προϋποθέσεις ένταξης στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα, καθώς διαπιστώθηκε ότι είναι σε θέση να καλύψει το ποσοστό της ιδιωτικής της συμμετοχής, το οποίο υπολογίζεται στο ποσό των 166.253,67 ευρώ από ίδια χρηματικά διαθέσιμα, χωρίς να πρέπει να προσφύγει σε εξωτερικό δανεισμό (βλ.το Τεχνικό Παράρτημα της με κωδικό ..... πράξης της Δράσης «Έξυπνη Μεταποίηση» του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι καθ’ ων η αίτηση). Ενόψει όλων των ανωτέρω, και δη από την όλη πορεία της ως άνω εταιρείας, αλλά και με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις, δεν κατέστη πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων κατά ερευνώμενα διαχειριστικά έτη 2018, 2019, 2020, 2021 και 2022 δεν ασκήθηκε όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση, αλλά ούτε προέκυψε αφενός ότι η κερδοφορία της εταιρείας κατά τα έτη 2018 έως και 2021 θα μπορούσε να είναι υψηλότερη και η προοπτική ανάπτυξής της και ο ρυθμός αύξησης της κερδοφορίας της μεγαλύτερος και αφετέρου ότι η ζημιογόνα χρήση του 2022 συνδέεται αιτιωδώς με μη συνετή και μη χρηστή διοίκηση εκ μέρους του Διοικητικού της Συμβουλίου. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι συντρέχει λόγος για την διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου της πρώτης καθ’ ης η αίτηση ανώνυμης εταιρείας και ως εκ τούτου θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των νομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν, κατά το άρθρο 179 εδ. α’ ΚΠολΔ.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπό κρίση αίτηση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ το σύνολο των δικαστικών εξόδων μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 12/8/2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 19/8/2025 και θεωρήθηκε αυθημερόν και θεωρήθηκε αυθημερόν.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]