ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Α' ΕΝΟΧΙΚΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ 348/2026

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή, Μαρία Προσφιλίδου, Εφέτη, που όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μποροδήμου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 2 Μαΐου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ-ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: 1) …, 8) ….. που εκπροσωπήθηκαν, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., από την πληρεξούσια δικηγόρο Πανουσάκη Σωτηρία με Α.Μ. .... του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.

ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΕΣ: 1) Εκκαλούσα - Εναγόμενη- προσεπικαλούσα σε αναγκαστική παρέμβαση -παρεμπιπτόντως ενάγουσα -υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «...», που εδρεύει στο …. Θεσσαλονίκης-…. και εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ: …., που εκπροσωπήθηκε, βάσει ΔΗΛΩΣΕΩΣ του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χατζηνικολάου Νικόλαο με Α.Μ. … του Δ.Σ. …., 2) Καθ’ ης η προσεπίκληση - παρεμπιπτόντως εναγόμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα: Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία «…. Α.Ε.Γ.Α.», με ΑΦΜ …., που εδρεύει στην Αθήνα (….) κι εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε ΔΙΑ της πληρεξούσιας δικηγόρου Πηνελόπης Μπιζέρα με Α.Μ. … του Δ.Σ. …..

Οι εκκαλούντες-ενάγοντες άσκησαν την από 08-09-2021 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../04-10-2021 και ΕΑΚ: .../04-10-2021 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ζήτησαν τα όσα αναφέρονται σε αυτήν. Στα πλαίσια της εκκρεμοδικίας της αγωγής αυτής, η εφεσίβλητη-εναγομένη άσκησε τη με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../12-10-2021 και ΕΑΚ: .../12-10-2021 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώ με την με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../23-12-2021 και ΕΑΚ: .../23-12- 2021 πρόσθετη παρέμβαση της παρενέβη σχετικώς υπέρ της εφεσίβλητης- εναγομένης η άνω προσθέτως παρεμβαίνουσα ασφαλιστική εταιρεία. Επί των ως άνω δικογράφων εξεδόθη η με αριθμό 2775/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τακτική Διαδικασία) το οποίο απέρριψε στο σύνολό της την ως άνω κύρια αγωγή, έκανε δεκτή την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την ως άνω ανακοίνωση δίκης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες και με την από 04-04- 2023 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../06-04-2023 και ΕΑΚ: .../06-04-2023 (και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../06-04-2023 και ΕΑΚ: .../06-04- 2023 πράξεως προσδιορισμού δικασίμου στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης) έφεσή τους ζητούν να εξαφανιστεί αυτή και να γίνει δεκτή στο σύνολό της η κρινόμενη αγωγή. Η συζήτηση της έφεσης αυτής προσδιορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο στις 27-10-2023 και κατόπιν αναβολής της για τη δικάσιμο 18-10-2024. Παράλληλα, και για την περίπτωση ευδοκίμησης της κύριας έφεσης, η εναγομένη της αγωγής άσκησε κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης την από 13-10-2023 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../13-10-2023 και ΕΑΚ: .../13-10-2023 (και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../19-10-2023 και ΕΑΚ: .../19-10-2023 πράξεως προσδιορισμού δικασίμου στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης) επικουρική έφεσή της με την οποία ζητεί να εξαφανιστεί η ως άνω απόφαση κατά το μέρος που έκρινε και απέρριψε την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας και να γίνει στο σύνολό της δεκτή η αγωγή αυτή. Η συζήτηση της έφεσης αυτής προσδιορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο στις 27-10-2023 και κατόπιν αναβολής της για τη δικάσιμο 18-10-2024. Αφού δε αμφότερες οι υποθέσεις, συνεκφωνήθηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν εκδόθηκε από τον το παρόν Δικαστήριο η με αριθμό 1873/2024 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο τούτο κήρυξε απαράδεκτη η συζήτηση της από 04-04-2023 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../06-04-2023 και ΕΑΚ: .../06-04-2023 (και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../06-04-2023 και ΕΑΚ: .../06-04-2023 πράξεως προσδιορισμού δικασίμου στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης) κύριας έφεσης καθώς και της από 13-10-2023 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../13-10-2023 και ΕΑΚ: .../13-10-2023 (και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../19-10-2023 και ΕΑΚ: .../19-10-2023 πράξεως προσδιορισμού δικασίμου στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης) επικουρικής έφεσης για τους λόγους που αναφέρονται στην ως άνω απόφαση. Ήδη με την από 8-1-2025 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ΓΑΚ: ...-2025 ΕΑΚ: ...2025, κλήση τους οι εκκαλούντες φέρουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς περαιτέρω όχληση τις από 4-3-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023 (πράξη προσδιορισμού δικασίμου στο Εφετείο ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023), καθώς και η από 13/10/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023 (πράξη προσδιορισμού δικασίμου στο Εφετείο ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023) εφέσεις, οι οποίες εκδικάστηκαν στις 18/10/2024 και εκδόθηκε η με αριθμό 1873/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Α) που συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις και κήρυξε απαράδεκτη την συζήτησή τους, και ζητούν να ορισθεί νέα δικάσιμος για τη συζήτηση αυτών, προσδιορίστηκαν δε οι ως άνω υποθέσεις να συζητηθούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ των υποθέσεων όπως συνεκφωνήθηκαν, παραστάθηκαν όλοι οι διάδικοι που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την από 8-1-2025 ( με αριθμό έκθεσης καταθέσεως ΓΑΚ: ...-2025 ΕΑΚ: ...2025 ) οι ενάγοντες - εκκαλούντες επαναφέρουν προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς εκδίκαση τις από 4-3-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ: .../2023 και ΕΑΚ: .../2023 και ΕΑΚ: .../2023) καθώς και η από 13/10/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023 (πράξη προσδιορισμού δικασίμου στο Εφετείο ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023) εφέσεις κατά της με αριθμό 2775/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι οποίες εκδικάστηκαν στις 18/10/2024 και εκδόθηκε η με αριθμό 1873/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (τμήμα Α) που συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις και κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση τους. Οι υπό κρίση εφέσεις, ηττηθέντων στον πρώτο βαθμό διαδίκων, κατά της υπ’ αρ. 2775/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία επί της με ημερομηνία 8-9-2021 (αρ. καταθ. ΓΑΚ: .../2021 ΕΑΚ: .../4-10-2021) αγωγής των ήδη εκκαλούντων , έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, καθόσον το δικόγραφό της κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 6-4-2023 ( η κύρια έφεση) και στις 13-10-2023 ( η επικουρική έφεση ), αντίστοιχα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 7-9-2021, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρα 495, 498, 500, 511, 513, 516, 517, 518 § 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, οι εφέσεις αυτές ( κύρια και επικουρική ) να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω από ουσιαστική άποψη, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρα 532 και 533 § 1 ΚΠολΔ), με την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο κατά το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο.

Οι εκκαλούντες-ενάγοντες άσκησαν την από 08-09-2021 και με αριθ. έκθ. κατάθεσης ΓΑΚ: .../04-10-2021 και ΕΑΚ: .../04-10-2021 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ζήτησαν τα όσα αναφέρονται σε αυτήν. Στα πλαίσια της εκκρεμοδικίας της αγωγής αυτής, η εφεσίβλητη-εναγόμενη άσκησε τη με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../12-10-2021 και ΕΑΚ: .../12-10-2021 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώ με τη με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../23-12-2021 και ΕΑΚ: .../23-12-2021 πρόσθετη παρέμβαση της παρενέβη σχετικώς υπέρ της εφεσίβλητης- εναγόμενης η άνω προσθέτως παρεμβαίνουσα ασφαλιστική εταιρεία. Επί των ως άνω δικογράφων εξεδόθη η με αριθμό 2775/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τακτική Διαδικασία) το οποίο απέρριψε στο σύνολό της την ως άνω κύρια αγωγή, έκανε δεκτή την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την ως άνω ανακοίνωση δίκης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες και με την από 04-04- 2023 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../06-04-2023 και ΕΑΚ: .../06-04- 2023 (και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../06-04-2023 και ΕΑΚ: .../06-04- 2023 πράξεως προσδιορισμού δικασίμου στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης) έφεσή τους ζητούν να εξαφανιστεί αυτή και να γίνει δεκτή στο σύνολό της η κρινόμενη αγωγή. Η συζήτηση της έφεσης αυτής προσδιορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο στις 27-10-2023 και κατόπιν αναβολής της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Παράλληλα, και για την περίπτωση ευδοκίμησης της κύριας έφεσης, η εναγόμενη της αγωγής, άσκησε κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης την από 13-10-2023 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../13-10-2023 και ΕΑΚ: .../13-10-2023 (και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../19- 10-2023 και ΕΑΚ: .../19-10-2023 πράξεως προσδιορισμού δικασίμου στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης) επικουρική έφεσή της με την οποία ζητεί να εξαφανιστεί η ως άνω απόφαση κατά το μέρος που έκρινε και απέρριψε την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας και να γίνει στο σύνολό της δεκτή η αγωγή αυτή. Παραπονούμενοι οι ως άνω κυρίως και επικουρικώς εκκαλούντες κατά την εκκαλούμενης απόφασης με τους διαλαμβανόμενους στις ως άνω εφέσεις λόγους αυτών, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του νόμου καθώς και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά από την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της επιλογής τους. Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παραλλήλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία [Ολ. ΑΠ 14/2015, ΑΠ 1281/2019, 1292/2018, ΑΠ 360/2018, ΑΠ 358/2018, ΑΠ 355/2018, ΕφΑθ 2501/2017, ΕΑ 4830/2012 ΝΟΜΟΣ], Από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868, 869 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στη συμφωνία περί διαιτησίας, η οποία διακρίνεται από τη βασική σύμβαση, από την οποία προέκυψε η διαφορά, μπορούν με συμφωνία να υπαχθούν οι αξιώσεις, που γεννώνται αμέσως από τη σύμβαση, είτε ανάγονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, είτε στην ερμηνεία των συμβάσεων. Δηλαδή, δύνανται τα μέρη να υπαγάγουν σε διαιτησία όλες τις υφιστάμενες και μελλοντικές τους διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες θα προκύψουν από ορισμένη έννομη σχέση, ενώ οι συμβαλλόμενοι έχουν την εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, εφόσον δηλαδή το αντικείμενο της διαφοράς είναι απαλλοτριωτό, ως κατ’ εξοχήν είναι και το αντικείμενο διαφοράς εξ ενοχικών δικαιωμάτων, αποκλεισμένης της διαιτησίας των έννομων σχέσεων, οι οποίες ενδιαφέρουν άμεσα τη δημόσια τάξη [βλ. ΑΠ 45/2013 ΕφΑΔ 2013. 463]. Συνεπώς, σε συμφωνία διαιτησίας υπάγονται όλες οι υφιστάμενες ή μελλοντικές διαφορές σε σχέση προς την ερμηνεία ή την εκτέλεση της σύμβασης στην οποία αναφέρεται η διαιτητική συμφωνία, οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτήν, το κύρος ή η ακυρότητα της σύμβασης και οι συνέπειες της ακυρότητας, η λύση και οι συνέπειες αυτής και γενικώς πάσα διαφορά η οποία αφορά απαιτήσεις ή υποχρεώσεις, οι οποίες έχουν σχέση με τη σύμβαση ή σχέσεις που αναφέρονται σε αυτήν σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου και αν στηρίζονται (ΑΠ 825/77 ΝοΒ 26. 673, ΑΠ 441/1982 ΝοΒ 31.46) όπως και απαιτήσεις αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας, οι οποίες συρρέουν με απαιτήσεις αποζημιώσεως από τη σύμβαση, καθ’ όσον και αυτές συνάπτονται με τη σύμβαση [ΑΠ 1281/2019, ΑΠ 543/2017, ΑΠ 539/2013, ΕφΠειρ 585/2020, ΕφΛαρ 170/2020 ΝΟΜΟΣ], Εφ Αθ 2526/2023 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Με τη συμφωνία περί διαιτησίας επί των μελλοντικών διαφορών μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία ορισμένες ή και όλες οι ιδιωτικού δικαίου διαφορές από ορισμένη έννομη σχέση, που μπορούν να γεννηθούν στο μέλλον, σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου και αν στηρίζονται. Και ναι μεν στην έγγραφη διαιτητική συμφωνία για τις μελλοντικές διαφορές πρέπει να αναφέρεται η ορισμένη έννομη σχέση από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές, δεν είναι όμως απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικά οι συγκεκριμένες διαφορές. Η συμφωνία διαιτησίας διατηρεί το κύρος της ακόμα και όταν η ρήτρα έχει διατυπωθεί με ευρύτητα, όπως και όταν οι συμβαλλόμενοι υπάγουν σε διαιτησία κάθε διαφορά που θα προκόψει από τη σύμβαση (ΑΠ 2292/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 338/2012 Δικογραφία 2012/692, ΜονΕφΘεσ 955/2023 Αρμ. 2024/814). Σε περίπτωση δε που το δικαστήριο διαπιστώσει κενό ή ασάφεια σχετικά με τις περιεχόμενες στη διαιτητική συμφωνία διαφορές οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να κρίνει, αν η συγκεκριμένη διαφορά έχει υπαχθεί στη διαιτησία (ΟλΑΠ 8/1996, ΑΠ 543/2017, ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, η κατά το άρθρο 867 ΚΠολΔ σύμβαση περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία είναι σύμβαση δικονομική (ΑΠ 1144/2017 ΤΝΠ Νόμος). Το δικαίωμα δε του διαδίκου να επικαλεστεί αυτή τη σύμβαση και να προτείνει την ένσταση περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία (άρθρ. 263 ΚΠολΔ), αποτελεί άσκηση δικονομικού δικαιώματος, η οποία δεν υπόκειται στον από το άρθρο 281 ΑΚ περιορισμό, στον οποίο υπόκειται η άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, σε περίπτωση προβολής ένστασης περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, ο κατ’ αντένσταση προβαλλόμενος ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης του παραπάνω δικονομικού δικαιώματος δεν είναι νόμιμος (ΑΠ 608/2022 ΤΝΠ Νόμος). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 263 και 264 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η υπαγωγή στη διαιτησία συνιστά ένσταση, η παραδεκτή προβολή της οποίας συνεπάγεται την παραπομπή της υπόθεσης στη διαιτησία. (Εφ Αθ 1472/ 2025, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος). Η συμφωνία διαιτησίας είναι έγκυρη ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με ευρύτητα, όπως στην περίπτωση που υπάγεται μ’ αυτή στη διαιτησία κάθε διαφορά που θα προκύψει από τη βασική σύμβαση. Η διαιτητική δίκη στηρίζεται στη διαιτητική συμφωνία, όχι μόνο κατά τα αντικειμενικά, αλλά και κατά τα υποκειμενικά της όρια (βλ. σχετ. ΑΠ 1679/2018). Τα υποκειμενικά όρια της διαιτητικής συμφωνίας δεν καθορίζονται στο νόμο. Από τη φύση της ως συναλλάγματος, η συμφωνία διαιτησίας δεν μπορεί παρά να αναπτύσσει σχετική ενέργεια, δεσμεύει μόνο τα πρόσωπα που την υπέγραψαν, καθώς και τα ταυτιζόμενα ουσιαστικά μ’ αυτά. Τρίτοι δεν δεσμεύονται, κατ’ αρχάς, από τη σχετική συμφωνία (βλ. σχετ. Γνωμοδότηση Ν. Νίκα, Καθηγητή Α.Π.Θ., Διαιτησία και κάμψη της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της θυγατρικής εταιρίας, Αρμ. 2018 σελ. 1050 (1052), Καργάδος, ΝοΒ 1977/1421, 1428), ακόμη και όταν εντάσσονται εις ολόκληρον (ΑΚ 480 επ) μ' ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη(Stein/Jonas/Schlosser, Kommentar zur ZPO, 2002, § 1029 αριθ. 33). Δεδομένου, όμως, ότι η διαιτητική συμφωνία αναπτύσσει και δικονομικές ενέργειες (αποκλείει τη φυσική δικαιοδοσία των κρατικών δικαστηρίων), η μέθεξη και των δικονομικών ρυθμίσεων αποτελεί, ενίοτε, αποφασιστικής σημασίας παράγοντα για τη χάραξη των υποκειμενικών ορίων της εμβέλειάς της (βλ. Ν. Νίκα, ό.π., Κουσούλη, Δίκαιο Διαιτησίας, 2006, § 5 αριθ. 42). Επομένως, καταλαμβάνονται από τα όρια αυτά, μεταξύ άλλων, οι τρίτοι, των οποίων οι έννομες θέσεις ταυτίζονται με την έννομη θέση των συμβληθέντων στη διαιτητική συμφωνία (βλ. σχετ. Ν. Νίκα, ό.π.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 § 1 του ως άνω N. 2735/1999, «το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκείται αγωγή σε υπόθεση για την οποία υπάρχει συμφωνία διαιτησίας, παραπέμπει την υπόθεση στη διαιτησία μετά από αίτηση ενός από τους διαδίκους, εφόσον αυτό υποβάλλεται κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, εκτός αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη, ανενεργός ή μη επιδεκτική εφαρμογής». Αντίστοιχα ορίζουν και οι διατάξεις των άρθρων 263 περ. β' και 264 εδ. α' του ΚΠολΔ, οι οποίες, ως δικονομικές, εφαρμόζονται σε κάθε διαιτησία με forum την Ελλάδα, δηλαδή ακόμη και όταν η όλη διαιτησία διέπεται από διατάξεις αλλοδαπού δικαίου, κατά την (πρώτη) συζήτηση της υπόθεσης προτείνεται, με ποινή διαφορετικά απαραδέκτου, η υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία, στην οποία, ακολούθως, το δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση, ενώ αν η διαιτησία συμφωνηθεί αργότερα, ορίζουν οι δικονομικές, επίσης, διατάξεις του άρθρου 870 του ΚΠολΔ ότι η υπαγωγή της υπόθεσης στη διαιτησία πρέπει να προτείνεται κατά τη συζήτηση, μετά τη συνομολογήση της συμφωνίας, διαφορετικά είναι και πάλι απαράδεκτη (ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 45/2013, ΑΠ 1032/2006, ΑΠ 1006/1999, ΑΠ 2040/84, ΕφΠειρ 585/2020, ΕφΑθ 669/2019, ΕφΠειρ 37/2010, ΕφΑθ 7195/2007 όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Παρέπεται εξ αυτών ότι η εν λόγω ένσταση, προτεινόμενη από τον εναγόμενο, πριν από κάθε απάντησή του για την ουσία της διαφοράς, πρέπει να είναι ορισμένη και σαφής, χωρίς όρους και αιρέσεις, η προσθήκη των οποίων δεν συμβιβάζεται άλλωστε με τον προεκτεθέντα χαρακτήρα και περιεχόμενό της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν έχει συμφωνηθεί η υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία και προταθεί κατά την πρώτη συζήτηση η σχετική ένσταση, το πολιτικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την υπόθεση και πρέπει να παραπέμψει αυτήν στη διαιτησία, δηλαδή να παραπέμψει εκεί όλη τη διαφορά και όχι μεμονωμένα στοιχεία αυτής (π.χ. την αγωγή, βλ. ΑΠ 45/2013 ό.π.). Τέλος, το τακτικό (πολιτειακό) δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί υπόθεση για την οποία έχει συμφωνηθεί διαιτησία και προτείνεται σ’ αυτό η σχετική ένσταση, οφείλει να εξετάσει παρεμπιπτόντως, αυτεπαγγέλτως ή κατ’ αντένσταση, το κύρος της σχετικής συμφωνίας και να αρνηθεί την παραπομπή της υπόθεσης στη διαιτησία, αν η διαιτητική συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργός ή ανεπίδεκτη εφαρμογής, αφού τότε δεν είναι επιτρεπτό, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 8 παρ. 1,20 παρ. 1,87 παρ. 1,94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του ΚΠολΔ, να στερηθεί της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 1219/2014 ό.π., ΕφΑΘ 3186/201 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). (ΕφΑΘ 157/2023 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ» Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατ’ την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από τα όργανα ή η πρόνοια της επιλογής τους. Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώνεται ως σχέση δύο παραλλήλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία (Ολ. ΑΠ 14/2015, ΑΠ 1281/2019, 1292/2018, ΑΠ 360/2018, ΑΠ 358/2018, ΑΠ 355/2018, ΕφΑΘ 2501/2017, ΕφΑΘ 4830/2012 όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 του ΚΠολΔ προϋποθέσεις (εφαρμοζομένων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 του ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ' άρθρο ... παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ (ΑΠ 1281/2019 δημοσιευμένη στην ΤΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ Αθ 157/2023 δημοσιευμένη στην ΤΠ ΝΟΜΟΣ.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσεπικαλούμενη παρεμπιπτόντως εναγόμενη προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…. Α.Ε.Γ.Α» με τις νομότυπες ως εμπρόθεσμα καταθέσεις πρωτόδικες προτάσεις της προέβαλε παραδεκτά την ένσταση περί υπαγωγής της υπόθεσης στη διαιτησία ειδικότερα ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι θα πρέπει να προσφύγουν στη διαιτησία για κάθε διαφωνία ως προς την αιτία, το ύψος της ζημίας και την ασφαλιστική κάλυψη, σύμφωνα με τον 14ο γενικό όρο του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, του οποίο αποδέχτηκαν αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι, ήτοι ότι σύμφωνα με του ως άνω 14ο γενικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ότι η έγερση της αγωγής στα πολιτικά δικαστήρια, συμφωνήθηκε ότι θα είναι απαράδεκτη μόνο πριν από την περάτωση της διαιτησίας και συνεπώς, αν δεν επιτευχθεί η εξωδικαστική επίλυση, κάθε διάδικος θα μπορεί να ζητήσει την επίλυσή της από τα αρμόδια δικαστήρια. Το οποίο συνιστά υποχρεωτική διαιτητική ρήτρα και η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου θα είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους και θα παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα νομική σκέψη. Ήδη δε επαναφέρουν με τις νομότυπα κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις τους την ως ένσταση περί υπαγωγή, της υπόθεσης, στη διαιτησία την οποία απέρριψε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ενόψει του ότι με τον ως άνω 14ο γενικό όρο του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ασφαλιστικής σύμβασης που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι αν μεταξύ της παρεμπιπτόντως εναγόμενης - ήδη δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας και του λήπτη της ασφάλισης προκύπτει διαφωνία ως προς το ύψος της ζημιάς ή την ασφαλιστική κάλυψη ή όχι η διαφορά θα επιλυθεί αποκλείστηκε η διαιτησία η οποία ρητά συνομολογείται με το παρόν ασφαλιστήριο συμβόλαιο αμφότερα δε τα μέρη αποδέχονται αυτήν η οποία διετάχθη στην Αθήνα κατά της διάταξης των άρθρων 867 κ. ε των ΚΠολΔ, πριν δε να περατωθεί η διαιτησία είναι απαράδεκτη η έγερση αγωγής από τον λήπτη της ασφάλισης κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για την πληρωμή της αποζημίωσης, η οποία αποτελεί έγκυρη δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των συμβαλόμενων στην ως άνω σύμβαση ασφάλισης.

Συνακόλουθα, η παραδεκτώς προβληθείσα πρωτόδικα από τους εκκαλούντες ένσταση υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία, η οποία επαναφέρεται νομότυπα με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της δεύτερης εφεσίβλητης (της κυρίας έφεσης) εφεσίβλητης (της επικουρικής έφεσης) παρεμπιπτόντως εναγόμενης - καθ’ ης η προσεπίκληση - προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμη ασφαλιστικής εταιρείας πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη διότι το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι ενόψει των ανωτέρω η διαιτησία ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση της ένδικης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, στερεί από το παρόν τακτικό δικαστήριο την εξουσία να την δικάσει, τουναντίον, πράττοντας τούτο, θα υπερέβαινε τη δικαιοδοσία του, καθώς η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη έχει διαμορφωθεί, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, ως σχέση δύο παραλλήλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση υπόθεση να παραπεμφθεί στη συμφωνηθείσα από τους διαδίκους διαιτησία. Τέλος, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 του Κ.Πολ.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις (Α) η από 04-04-2023 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../06-04-2023 και ΕΑΚ: .../06-04-2023 (και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../06-04-2023 και ΕΑΚ: .../06-04-2023 πράξεως προσδιορισμού δικασίμου στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης) έφεση των εναγόντων (εφεξής κύρια έφεση), καθώς και (Β) η από 13-10- 2023 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../13-10-2023 και ΕΑΚ: .../13-10- 2023 (και με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ: .../19-10-2023 και ΕΑΚ: .../19-10- 2023 πράξεως προσδιορισμού δικασίμου στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης) έφεση της εναγομένης (εφεξής επικουρική έφεση) κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 2775/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,

ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την υπό κρίση υπόθεση.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στη διαιτησία.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη στις …. 2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του εφετείου Θεσσαλονίκης σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ