ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 15°

ΑΡΙΘΜΟΣ 3469/2025

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντία Αγγελάκη, Πρόεδρο Εφετών, Αναστασία Παρούση Εφέτη-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Κουλούρη Εφέτη και από τη Γραμματέα Ελένη Λιάσκου .

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

I. Της καλούσας -εφεσίβλητης-κυρίως παρεμβαίνουσας: Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΦΜ ....), ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται στη συγκεκριμένη περίπτωση και από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Τσάκα, δικαστική πληρεξούσια του ΝΣΚ με ….

Των καθ’ ων η κλήση: Α) Εκκαλούσας-αιτούσας-καθ’ ης οι κύριες παρεμβάσεις-υπέρ ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις : 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…» με διακριτικό τίτλο «... ΕΠΕ» η οποία εδρεύει στο … Αττικής, οδός …. αρ. .., ΑΡ.ΓΕ.ΜΗ. …, με ΑΦ.Μ. …,νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστου Μαρκόπουλου (…). Β) Εφεσίβλητων-κυρίως παρεμβαινόντων: 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία « Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (е-ЕФКА), όπως μετονομάστηκε από «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), εδρεύοντος στην Αθήνα (οδός Αμερικής αρ. 12) και νομίμως εκπροσωπούμενου, ως οιονεί καθολικού διαδόχου από 1/1/2017 του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών»(Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του ... (…) και 3) Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «...» με ΓΕΜΗ … και Α.Φ.Μ. …., νόμιμα εκπροσωπούμενης, με έδρα τη …. Αττικής, …., την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ιωάννα Αντωνοπούλου (….), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚπολΔ) και προκατέθεσε προτάσεις.

II. Των προσθέτως υπέρ της εκκαλούσας- αιτούσας παρεμβαινόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και με διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.Β.Ε.» που εδρεύει στο …. Αττικής, οδός …., ΑΦΜ …, ΑΡ.Γ.Ε.ΜΗ …. νομίμως εκπροσωπούμενης, 2) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…. Ε.Ε.» που εδρεύει στο …. Λαμίας, ΤΚ …., …., ΑΦΜ …, ΑΡ.Γ.Ε.ΜΗ …. νομίμως εκπροσωπούμενης, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», και με διακριτικό τίτλο «…. S.A» η οποία εδρεύει στα …. Βοιωτίας (….) ΑΦΜ …, ΑΡ.Γ.Ε.ΜΗ …. νομίμως εκπροσωπούμενης και 4) Μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία «…» και με διακριτικό τίτλο «…. ΙΚΕ» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός … αρ. ..., ΑΦΜ …., ΑΡ.Γ.Ε.ΜΗ …. νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα- Μαρία Κλουκινιώτη (….) και κατέθεσαν προτάσεις, 5) ... ... του ..., κατοίκου Αθηνών, οδός … αρ. ..., με Α.Φ.Μ. …, 6) ... ... του ..., κατοίκου ... Αττικής, οδός …, με Α.Φ.Μ. …, 7) …, κατοίκου … Αττικής, οδός …, με Α.Φ.Μ. …, 8) ... ... του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός …. αρ.. με Α.Φ.Μ. …., 9) ... ... του ..., κατοίκου Αθηνών, οδός … αρ. .. με Α.Φ.Μ. …., 10) ... ... του ..., κατοίκου ... Αττικής, οδός ... αρ. ..., με Α.Φ.Μ. .... 11) ... ... του ..., κατοίκου ... Αττικής, οδός …. αρ.... με Α.Φ.Μ. …., 12) ... ... του ..., κατοίκου Αθηνών, οδός … αρ.... με Α.Φ.Μ. …., 13) ... ... του ..., κατοίκου Αθηνών, οδός … αρ....με Α.Φ.Μ. …., 14) ... ... του ..., κατοίκου ... Αττικής, οδός … με Α.Φ.Μ. …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Τζανή (...) και κατέθεσαν προτάσεις.

Η πρώτη των καθ’ ων η κλήση, αιτούσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16/4/2018 (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../ 17.4.2018) αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης το Ελληνικό Δημόσιο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ..., το ΝΠΔΔ με την επωνυμία « Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (е-ЕФКА), όπως μετονομάστηκε από «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... …» και τον διακριτικό τίτλο «...» άσκησαν προφορικά ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου κύριες παρεμβάσεις ζητώντας την απόρριψη της αίτησης. Επίσης ασκήθηκαν προφορικά υπέρ της αιτούσας πρόσθετες παρεμβάσεις από δεκαπέντε εργαζόμενους, 1) ... ... του ... 2) ... ... του ..., 3) ... ... του ..., 4) ... ... του ..., 5) ... ... του ..., 6) ... ... του ..., 7) ... (...) ... (...) του … (…), 8) ...του …, 9) ... ... του ..., 10) ... ... του ..., 11) ... ... του ..., 12) ... ... του ..., 13) ... ... του ..., 14) ... ... του ... και 15) ... ... του … καθώς και από τις εταιρείες με την επωνυμίες 1) «...» και με διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.Β.Ε.», 2) «...Ε.Ε.», 3) «...», και με διακριτικό τίτλο «...S.A» και 4) «...ΙΚΕ» και με διακριτικό τίτλο «...ΙΚΕ». Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την αίτηση, τις κύριες παρεμβάσεις και τις πρόσθετες παρεμβάσεις, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εξέδωσε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 864/2019 οριστική απόφαση με την οποία έκανε δεκτές τις κύριες παρεμβάσεις και απέρριψε την αίτηση και τις πρόσθετες παρεμβάσεις. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 28/11/2019 έφεση προς το Δικαστήριο τούτο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με ΓΑΚ/ΕΑΚ .../29.11.2019 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με ΓΑΚ/ΕΑΚ .../29.11.2019 για την αρχική δικάσιμο της 19/11/2020 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 16/9/2021. Κατά τη δικάσιμο αυτή άσκησαν προφορικώς πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της εκκαλούσας οι εταιρείες με την επωνυμίες «...», 2) η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «...Ε.Ε.», 3) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «......» και 4) η Μονοπρόσωπη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία με την επωνυμία «...ΙΚΕ» καθώς και οι 1) ... ... του ... 2) ... ... του ..., 3) ... ... του ..., 4) ... ... του ..., 5) ... ... του ..., 6) ... ... του ..., 7) ... ... του ..., 8) ... ... του ..., 9) ... ... του ... και 10) ... ... του .... Το Δικαστήριο τούτο με την υπ’ αριθμ. 4998/2021 μη οριστική απόφαση συνεκδίκασε την έφεση και τις προφορικώς ασκηθείσες κύριες και πρόσθετες παρεμβάσεις και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή τους.

Με την από 14/11/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../2023) κλήση της καλούσας-πρώτης εφεσίβλητης νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 28/11/2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../29.11.2019) έφεση της πρώτης των καθ’ ων η κλήση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ήδη εκκαλούσας, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 4998/2021 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου.

Κατά την συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ασκήθηκαν εκ νέου προφορικά πρόσθετες υπέρ της εκκαλούσας παρεμβάσεις, χωρίς προδικασία, με προφορική δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και περιελήφθη και στις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από τους ανωτέρω αναφερόμενους προσθέτως παρεμβαίνοντες.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος της τρίτης καθ’ ης η κλήση-εφεσίβλητης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των λοιπών διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Με την από 14/11/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../2023) κλήση της καλούσας- πρώτης εφεσίβλητης νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 28/11/2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../29.11.2019) έφεση της πρώτης των καθ’ ων η κλήση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ήδη εκκαλούσας, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 4998/2021 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, κατόπιν της κλήτευσης των ί) ... (...) ... (...) του ... (…), 2) ...... του …, 3) ... ... του ..., 4) ... ... του ..., και 5) ... ... του ... (βλ. την υπ’ αριθμ. ….2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ... ...), οι οποίοι άσκησαν στον πρώτο βαθμό πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αιτούσας και δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.

Η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από εκείνην που έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται, κατά κανόνα, αντιδικία (είναι, όμως, δυνατό να υπάρξουν και στη διαδικασία αυτή περισσότεροι διάδικοι και με αντιτιθέμενα συμφέροντα και κατά συνέπεια να διεξαχθεί η δίκη κατ’ αντιδικία) και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα. Τα πρόσωπα, τα οποία μετέχουν στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ονομάζονται μεν «διάδικοι», όμως στην ουσία πρόκειται περί «ενδιαφερομένων» θετικά ή αρνητικά ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασισθεί και αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης. Έτσι, η έννοια του διαδίκου που προσδιορίζεται τόσο με το τυπικό όσο και με το ουσιαστικό κριτήριο, προσλαμβάνεται στην εκούσια δικαιοδοσία με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: α) με την υποβολή αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας β) με την κλήτευση τρίτων στη διαδικασία, κατόπιν διαταγής του αρμόδιου Δικαστηρίου (άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ γ) με την προσεπίκληση τρίτων κατόπιν πρωτοβουλίας του διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ δ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης και ε) με την άσκηση τριτανακοπής (άρθρα 773, 583 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 1103/2005, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 305/2005, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 211/2016, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 292/2009, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 παρ. 3, 753 παρ. 1 και 752 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν χωρίς να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη. Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχει η, κατά το άρθρο 69 του ίδιου Κώδικα, διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο. Στη δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κύρια παρέμβαση (ΑΠ 208/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 148/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4238/2010, ΔΕΕ 2011, 312, ΕφΑΘ 4749/2009, ΕλλΔικ 2009, 1489). Επομένως, από τις διατάξεις των άρθρων 79 και 80 ΚΠολΔ, με τις οποίες προσδιορίζεται η έννοια της κύριας και της πρόσθετης παρέμβασης, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς το σύνολο των διατάξεων της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκύπτει ότι αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση εκείνου που κίνησε τη διαδικασία, πρόκειται για άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, ενώ αν αυτός αντιδικεί με τον αιτούντα, είτε ζητώντας μόνο την απόρριψη της αίτησης, δίχως την υποβολή νέου αυτοτελούς αιτήματος, είτε ζητώντας, εκτός από την απόρριψη της αίτησης και την παραδοχή νέου, αυτοτελούς, αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 148/2014, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1076/2002, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑνατολΚρητ 228/2023, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 102/2023, ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 76/2022, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 84/2020, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με την παράγραφο 2 εδ. α του άρθρου 111 ΚΠολΔ, καμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική προστασία δε μπορεί να εισαχθεί στο δικαστήριο χωρίς να τηρηθεί προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίζει το θεμελιώδες δικονομικό αξίωμα της τήρησης προδικασίας, προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που καθορίζονται στο νόμο, η συζήτηση οποιοσδήποτε αίτησης από το δικαστήριο, αν δεν έχει επιδοθεί το οικείο έγγραφο στον αντίδικο του αιτούντος, εκτός αν εκείνος παρίσταται και δεν αντιλέγει. Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της εφέσεως κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας «αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α ΚΠολΔ), το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την έφεση κατά αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η έφεση κατά αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, πρέπει μεν να απευθύνεται καθ’ όλων εκείνων που έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς όμως να δημιουργείται απαράδεκτο εάν δεν απευθυνθεί εναντίον όλων, αφού το Εφετείο μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, επομένως και του διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο. Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 760 του ίδιου Κώδικα, δεν καταλαμβάνει μόνο τους τρίτους που δεν κατέστησαν διάδικοι στη δίκη, αλλά και τους διαδίκους που έλαβαν μέρος σε αυτήν και κατά των οποίων δεν στρέφεται η έφεση (ΟλΑΠ 6/1999, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1477/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1881/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 589/2001, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 491/1999, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 516 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στην πρωτοβάθμια η οποία απερρίφθη, αν δεν άσκησε ο ίδιος έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, μπορεί να ασκήσει και πάλι ενώπιον του Εφετείου πρόσθετη παρέμβαση προς υποστήριξη της εφέσεως του διαδίκου υπέρ του οποίου είχε παρέμβει πρωτοδίκως, ως προς τους προβαλλομένους με την εν λόγω έφεση λόγους ( ΑΠ 1511/2017 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ με την εκεί παραπομπή σε ΑΠ 338/1973 ΝοΒ 21. 1170).

Η υπό κρίση, από 28-11-2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../29.11.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως και προσδιορισμού ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου .../29-11-2019), έφεση της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, η οποία βάλλει κατά της υπ’ αριθμ. 864/26.11.2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αντιμωλία των διαδίκων α) επί της από 16-4-2018 (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../2018) αίτησης της ήδη εκκαλούσας β) επί των κυρίων παρεμβάσεων, που ασκήθηκαν με προφορικές δηλώσεις που καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιελήφθησαν και στις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν στο ίδιο Δικαστήριο, από ι) το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπούμενο από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημόσιων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ..., ιι) το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (е-ЕФКА)» και ιιι) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ...» ήδη εφεσίβλητων και γ) επί των προσθέτων παρεμβάσεων, που επίσης ασκήθηκαν με προφορικές δηλώσεις που καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιελήφθησαν και στις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν στο ίδιο Δικαστήριο, στους οποίους επιδόθηκε η παρούσα κλήση, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 72 παρ. 13 του ίδιου Νόμου), έχει, δε, ασκηθεί νομοτύπως, με κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 29-11-2019, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../29-11-2019 πράξη καταθέσεως ενδίκου μέσου του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 495 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως, εντός της, κατ’ άρθρον 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, η οποία έλαβε χώρα στις 26-11-2019 (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516, 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 741, 761, 762 του ίδιου Κώδικα, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν μετά την 1-1-2016, κατά τα ρητώς οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 2 N. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του N. 4334/2015 [A' 80]» και εφαρμόζονται στην κρινομένη έφεση ως εκ του χρόνου ασκήσεως αυτής μετά την προαναφερομένη ημερομηνία), καθόσον δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Εξάλλου, για το παραδεκτό της έφεσης έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο παράβολο, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. …/2020 ηλεκτρονικό παράβολο με την απόδειξη καταβολής αυτού). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.

Στην υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα εξέθετε ότι αποτελεί εταιρεία εμπορίας χαρτιού ήδη από το έτος 2006 και ότι βρίσκεται σε επαπειλούμενη οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της, χωρίς όμως να έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης των πληρωμών της. Περαιτέρω, η αιτούσα, αφού περιέγραφε στην αίτησή της αναλυτικά την επιχείρηση, το μέγεθος και την οικονομική της σημασία, το προσωπικό που απασχολεί, την οικονομική κατάσταση αυτής, με παράθεση των πιο πρόσφατων οικονομικών της στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και των οφειλών της προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, τα αίτια της οικονομικής της αδυναμίας, τα προτεινόμενα μέτρα αντιμετώπισης της κατάστασης αυτής, καθώς και τα οικονομοτεχνικά δεδομένα και τις προοπτικές της σχετικής αγοράς, στην οποία αυτή δραστηριοποιείται, ισχυρίστηκε ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές της επιτεύχθηκε η σύναψη και υπογραφή, με την πλειοψηφία αυτών, οι οποίοι εκπροσωπούν το 62,67% των συνολικών οφειλών της, συμφωνίας περί της εξυγίανσής της, τους όρους της οποίας παραθέτει στο υπό κρίση δικόγραφο.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ζητούσε να επικυρωθεί η κατά τα ως άνω συναφθείσα από 13/4/2018 συμφωνία εξυγίανσης και να διαταχθεί η δημοσίευση της εκδοθησόμενης απόφασης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων. Η παραπάνω αίτηση συνεκδικάσθηκε στις 31/10/2018 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις ασκηθείσες ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κύριες παρεμβάσεις, τις οποίες άσκησαν οι 1 ) Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (е-ЕФКА), όπως μετονομάστηκε από «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), οιονεί καθολικός διάδοχος του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών»(Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) και 3) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ….» και τις πρόσθετες υπέρ της αιτούσας παρεμβάσεις τις οποίες άσκησαν δεκαπέντε εργαζόμενοι αυτής καθώς και οι εταιρείες με την επωνυμίες 1) «...», 2) «...Ε.Ε.», 3) «......»και 4) «...ΙΚΕ» κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 864/2019 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν η αίτηση και οι πρόσθετες παρεμβάσεις ως ουσία αβάσιμες, ενώ έγιναν δεκτές οι κύριες παρεμβάσεις (πλην των παρεπόμενων αιτημάτων της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα), με την ειδικότερη αιτιολογία ότι με την συμφωνία εξυγίανσης παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των μη συμβληθέντων στη συμφωνία εξυγίανσης πιστωτών της αιτούσας Ελληνικού Δημοσίου και ΕΦΚΑ. Κατά της απόφασης αυτής, η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα παραπονείται με την υπό κρίση έφεσή της για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη η ένδικη αίτησή της και να διαταχθεί η άμεση επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης της εκκαλούσας εταιρίας.

Εξάλλου, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με προφορικές δηλώσεις που καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και περιελήφθησαν και στις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αυτό άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις οι: 1) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...» και με διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.Β.Ε.», 2) Ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «...Ε.Ε.», 3) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...», και με διακριτικό τίτλο «...S.A», 4) Μονοπρόσωπη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία με την επωνυμία «… ΙΚΕ» και με διακριτικό τίτλο «...IKE», 5) ... ... του ..., 6) ... ... του ..., 7) ... ... του ...,8) ... ... του ..., 9) ... ... του ..., 10) ... ... του ..., 11 ) ... ... του ...,12) ... ... του ...,13) ... ... του ... και 14) ... ... του .... Οι ανωτέρω είχαν ασκήσει πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της αιτούσας και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι οποίες απορρίφθηκαν ενώ δεν άσκησαν οι ίδιοι έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Ως εκ τούτου σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας παραδεκτά ασκούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού πρόσθετες παρεμβάσεις προς υποστήριξη της εφέσεως της αιτούσας υπέρ της οποίας είχαν παρέμβει πρωτοδίκως, ως προς τους προβαλλομένους με την εν λόγω έφεση λόγους, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας και του παρακολουθηματικού χαρακτήρα των προσθέτων παρεμβάσεων ως προς την έφεση η και του ότι η εκδίκασή τους υπάγεται στην ίδια διαδικασία, επιταχύνεται μέσω της συνεκδίκασης η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 741, 31 παρ.1 και 285 του ΚΠολΔ).

Με το N. 4013/2011 καταργήθηκε η διαδικασία της συνδιαλλαγής που προέβλεπε μέχρι τότε ο N. 3588/2007 («Πτωχευτικός Κώδικας», στο εξής «ΠτΚ») και προβλέφθηκε η διαδικασία της εξυγίανσης. Οι διατάξεις περί εξυγίανσης που εισήχθησαν στον ΠτΚ με το N. 4013/2011, όπως αυτές ίσχυαν στη συνέχεια μετά και την αντικατάστασή τους με τους N. 4446/2016 και 4491/2017 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση-ενώ οι σχετικές με την εξυγίανση διατάξεις του μεταγενέστερου N. 4738/2020, που κατάργησε το N. 3588/2007, εφαρμόζονται σε διαδικασίες εξυγίανσης που εκκινούν από 1-3- 2021 (άρθρο 263 παρ. 1 και 308 N. 4738/2020, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 83 N. 4764/2020 και 38 N. 4818/2021, βλ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδοση 2021, σελ. 108)-ορίζουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 99. Διαδικασία εξυγίανσης: «1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1, το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του κατά τρόπο γενικό, δύναται να αιτείται την επικύρωση της συνυποβαλλόμενης συμφωνίας εξυγίανσης που προβλέπεται στο άρθρο 100. Το πρόσωπο του προηγούμενου εδαφίου δύναται να υποβάλει την ως άνω αίτηση και όταν δεν συντρέχει παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης, αν κατά την κρίση του δικαστηρίου υφίσταται απλώς πιθανότητα αφερεγγυότητάς του, η οποία δύναται να αρθεί με τη διαδικασία αυτή. 2. Η διαδικασία εξυγίανσης αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία, που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με την επικύρωση της συμφωνίας που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο, χωρίς να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών. Η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών παραβλάπτεται, αν προβλέπεται ότι οι μη συμβαλλόμενοι στη συμφωνία πιστωτές θα βρεθούν σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτή στην οποία θα βρίσκονταν με βάση το όγδοο κεφάλαιο του παρόντος Κώδικα. Για την εκτίμηση της οικονομικής θέσης των πιστωτών λαμβάνονται υπόψη τα ποσά και τυχόν άλλα ανταλλάγματα που θα λάβουν και οι όροι αποπληρωμής των ποσών αυτών. 3. Αν ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών, με την αίτηση για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης του παρόντος κεφαλαίου πρέπει να συνυποβάλλεται με το ίδιο δικόγραφο αίτηση για την κήρυξη πτώχευσης κατά το άρθρο 5 παράγραφος 2...». Άρθρο 100. Απαιτούμενη πλειοψηφία πιστωτών: «1. Προκειμένου να επικυρωθεί συμφωνία εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 106β, θα πρέπει να έχει συναφθεί από τον οφειλέτη και από πιστωτές του που εκπροσωπούν το εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου των απαιτήσεων στο οποίο περιλαμβάνεται το σαράντα τοις εκατό (40%) των τυχόν εμπραγμάτως ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων απαιτήσεων. Η επικύρωση συμφωνίας, η οποία έχει συναφθεί μόνον από πιστωτές, που συγκεντρώνουν το ποσοστό του παραπάνω εδαφίου, χωρίς τη σύμπραξη του οφειλέτη, είναι δυνατή εφόσον ο οφειλέτης βρίσκεται, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, σε παύση πληρωμών. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3 έως 5 του άρθρου 99. 2. Τα ποσοστά της παραγράφου 1 υπολογίζονται με βάση κατάσταση πιστωτών που επισυνάπτεται στη συμφωνία εξυγίανσης. Η ημερομηνία που φέρει η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να είναι προγενέστερη των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της συμφωνίας στο δικαστήριο. Στην κατάσταση των πιστωτών πρέπει να συμπεριλαμβάνονται όλοι οι πιστωτές, ανεξαρτήτως γενικών ή ειδικών προνομίων, οι απαιτήσεις των οποίων υπήρχαν κατά την ημερομηνία του προηγούμενου εδαφίου, έστω και αν δεν είναι ληξιπρόθεσμες. Πιστωτές θεωρούνται επίσης και όσοι έχουν απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από την ημερομηνία του πρώτου εδαφίου μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων. Δεν λαμβάνονται υπόψη πιστωτές που δεν θίγονται από τη συμφωνία εξυγίανσης κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 116 παράγραφος 3. 3. Στην περίπτωση της συμφωνίας του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, οι απαιτήσεις των πιστωτών που περιλαμβάνονται στην κατάσταση της παραγράφου 2 θα πρέπει να προκύπτουν από τα βιβλία του οφειλέτη ή να έχουν αναγνωριστεί ή να έχουν πιθανολογηθεί με απόφαση δικαστηρίου οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας, ακόμη και με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Στην περίπτωση της συμφωνίας του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1, η κατάσταση των πιστωτών της παραγράφου 2 συντάσσεται με βάση τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη, εφόσον υπάρχουν ή τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη ή τα βιβλία και στοιχεία των συμβαλλόμενων πιστωτών ή αποφάσεις δικαστηρίων οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων που εκδίδονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων». Άρθρο 101. Σύμπραξη συνέλευσης μετόχων ή εταίρων-Σύμπραξη τρίτων: «1. Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και κατά τις οικείες διατάξεις απαιτείται για την εκπλήρωση ορισμένων όρων της συμφωνίας εξυγίανσης απόφαση της συνέλευσης των μετόχων ή των εταίρων, η απόφαση αυτή δύναται είτε να λαμβάνεται μετά την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης είτε να τίθεται στη συμφωνία εξυγίανσης ως αναβλητική αίρεση για τη θέση της σε ισχύ. 2. Όταν ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωμών, το πτωχευτικό δικαστήριο με την απόφασή του που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης κατά το άρθρο 106β δύναται να διορίσει ειδικό εντολοδόχο, κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 106β, με την εξουσία να ασκήσει το δικαίωμα παράστασης και ψήφου εκείνων των μετόχων ή εταίρων του οφειλέτη που δεν συμπράττουν στη λήψη της απόφασης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, και υπό τον όρο της μη σύμπραξής τους, εφόσον, επιπλέον των οριζομένων στο άρθρο 106β, πιθανολογεί ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης του οφειλέτη κατά το Κεφάλαιο όγδοο, οι μέτοχοι ή οι εταίροι δεν θα λάβουν μέρος στο προϊόν της εκκαθάρισης...3..4. Στην περίπτωση που για την εκπλήρωση ορισμένων όρων της συμφωνίας απαιτείται η σύμπραξη τρίτων προσώπων που δεν συμβάλλονται, αυτή είτε παρέχεται με σχετική δήλωση τούτων σε έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και συνοδεύει τη συμφωνία είτε τίθεται ως αναβλητική αίρεση στη συμφωνία για τη θέση της σε ισχύ». Άρθρο 103. Περιεχόμενο της συμφωνίας εξυγίανσης: 1. Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να έχει ως αντικείμενο οποιαδήποτε ρύθμιση του ενεργητικού και του παθητικού του οφειλέτη και ιδίως: α) Τη μεταβολή των όρων των υποχρεώσεων του οφειλέτη. Η μεταβολή αυτή δύναται ενδεικτικά να συνίσταται στην μεταβολή του χρόνου εκπλήρωσης των απαιτήσεων, περιλαμβανόμενης της τροποποίησης των όρων υπό τους οποίους δύναται να ζητηθεί η πρόωρη αποπληρωμή τους, στην μεταβολή του επιτοκίου, στην αντικατάσταση της υποχρέωσης καταβολής επιτοκίου με την υποχρέωση καταβολής μέρους των κερδών, στην αντικατάσταση απαιτήσεων με μετατρέψιμες ή μη ομολογίες έκδοσης του οφειλέτη ή στην υποχρέωση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών να δεχθούν την εναλλαγή υποθηκικής ή ενεχυρικής τάξης υπέρ νέων πιστωτών του οφειλέτη. Δεν θίγονται οι πιστώσεις που είναι εξασφαλισμένες με συμφωνία χρηματοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του N. 3301/2004, στο μέτρο που ικανοποιούνται από την ασφάλεια αυτή, εκτός αν συμφωνήσει διαφορετικά ο ασφαλειολήπτης. β) Την κεφαλαιοποίηση υποχρεώσεων του οφειλέτη με την έκδοση μετοχών κάθε είδους ή κατά περίπτωση εταιρικών μεριδίων. Πριν από την κεφαλαιοποίηση δύναται να λαμβάνει χώρα μείωση του μετοχικού κεφαλαίου για την απόσβεση ζημιών σε κάθε περίπτωση ή αν οι μετοχές του οφειλέτη είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης για τον σχηματισμό αποθεματικού. Στην τελευταία περίπτωση δεν απαιτείται να πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 4 παρ. 4α του N. 2190/1920 περί σχέσης χρηματιστηριακής προς την ονομαστική αξία, γ) Τη ρύθμιση των σχέσεων των πιστωτών μεταξύ τους μετά από την επικύρωση συμφωνίας είτε υπό την ιδιότητά τους ως πιστωτών είτε σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης, υπό την ιδιότητά τους ως μετόχων ή εταίρων. Ενδεικτικά η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να προβλέπει ότι μία κατηγορία πιστωτών δε δύναται να ζητήσει την αποπληρωμή των απαιτήσεων προς αυτή πριν από την πλήρη ικανοποίηση μιας άλλης, να ρυθμίζει θέματα διοίκησης της επιχείρησης του οφειλέτη μετά την κεφαλαιοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών, να ρυθμίζει θέματα σε σχέση με την μεταβίβαση των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων που θα προκόψουν από την κεφαλαιοποίηση, δ) Τη μείωση των απαιτήσεων έναντι του οφειλέτη, ε) Την εκποίηση επιμέρους περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στ) Την ανάθεση της διαχείρισης της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο με βάση οποιαδήποτε έννομη σχέση, ζ) Τη μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο ή σε εταιρία των πιστωτών κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 106δ, η) Την αναστολή των ατομικών και συλλογικών διώξεων των πιστωτών για κάποιο διάστημα μετά την επικύρωση της συμφωνίας. Η αναστολή αυτή δεν θα δεσμεύει τους μη συμβαλλόμενους πιστωτές μετά την επικύρωση της συμφωνίας. Η αναστολή αυτή δε θα δεσμεύσει τους μη συμβαλλόμενους πιστωτές για διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες από την επικύρωση της συμφωνίας, θ) Το διορισμό προσώπου που θα επιβλέπει την εκτέλεση των όρων της συμφωνίας εξυγίανσης ασκώντας τις εξουσίες που του δίνονται κατά τους όρους της συμφωνίας εξυγίανσης, ι) Την καταβολή συμπληρωματικών ποσών προς εξόφληση απαιτήσεων σε περίπτωση βελτίωσης της οικονομικής θέσης του οφειλέτη. Η συμφωνία θα πρέπει να ορίζει με ακρίβεια τις προϋποθέσεις καταβολής των ποσών αυτών....3. Η μη τήρηση της συμφωνίας εξυγίανσης από τον οφειλέτη δύναται να τίθεται ως διαλυτική αίρεση της συμφωνίας εξυγίανσης ή ως λόγος καταγγελίας της. 4. Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να τελεί και υπό άλλες αιρέσεις αναβλητικές ή διαλυτικές, όπως ενδεικτικά την τροποποίηση ή καταγγελία εκκρεμών αμφοτεροβαρών συμβάσεων, οι όροι των οποίων είναι επαχθείς για την επιχείρηση του οφειλέτη. Σε περίπτωση αναβλητικής αίρεσης θα πρέπει να προβλέπεται ο χρόνος εντός του οποίου θα πρέπει να πληρωθεί η αίρεση, μη δυνάμενος να υπερβεί τους εννέα (9) μήνες από την επικύρωση, και να ρυθμίζονται προσωρινά οι υποχρεώσεις του οφειλέτη στο μέτρο που κρίνεται αναγκαίο για την αποφυγή της παύσης πληρωμών του οφειλέτη όσο εκκρεμεί η αίρεση. 5. Η ισχύς της συμφωνίας εξυγίανσης τελεί υπό την προϋπόθεση της επικύρωσής της από το πτωχευτικό δικαστήριο, εκτός αν κατά τη βούληση των συμβαλλομένων το σύνολο ή μέρος των όρων της ισχύουν μεταξύ τους και χωρίς την επικύρωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου. 6. Η συμφωνία εξυγίανσης συνάπτεται με ιδιωτικό έγγραφο, εκτός αν οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με αυτή απαιτούν τη σύνταξη δημοσίου εγγράφου. Στην τελευταία περίπτωση το συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να αναπληρωθεί με δηλώσεις ενώπιον του δικαστηρίου. 7. Η συμφωνία εξυγίανσης συνοδεύεται υποχρεωτικά από επιχειρηματικό σχέδιο με χρονική διάρκεια ίση με αυτή της συμφωνίας, το οποίο εγκρίνεται από τους συμβαλλόμενους κατ’ άρθρο 100». Άρθρο 106Β. Επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης: «1. Το πτωχευτικό δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης, εφόσον έχει υπογράφει από τον οφειλέτη και από την απαιτούμενη κατά την παρ. 1 του άρθρου 100 πλειοψηφία του συνόλου των πιστωτών, ή μόνον από πιστωτές του που συγκεντρώνουν την ανωτέρω πλειοψηφία. 2. Το πτωχευτικό δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης όταν, επιπλέον των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πληρούνται σωρευτικά και τα ακόλουθα: α. Πιθανολογείται ότι κατόπιν της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης η επιχείρηση του οφειλέτη θα καταστεί βιώσιμη, β. Πιθανολογείται ότι η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών δεν παραβλάπτεται κατά την έννοια του άρθρου 99 παράγραφος 2. γ. Η συμφωνία εξυγίανσης δεν είναι αποτέλεσμα δόλου ή άλλης αθέμιτης πράξης ή κακόπιστης συμπεριφοράς του οφειλέτη, πιστωτή ή τρίτου, και δεν παραβιάζει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ιδίως του δικαίου του ανταγωνισμού, δ. Η συμφωνία εξυγίανσης αντιμετωπίζει με βάση την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης τους πιστωτές, που βρίσκονται στην ίδια θέση. Αποκλίσεις από την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης μεταξύ των πιστωτών επιτρέπονται για σπουδαίο επιχειρηματικό ή κοινωνικό λόγο που εκτίθεται ειδικά στην απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου ή αν ο θιγόμενος πιστωτής συναινεί στην απόκλιση. Ενδεικτικά, δύνανται να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης απαιτήσεις πελατών της επιχείρησης του οφειλέτη, η μη ικανοποίηση των οποίων βλάπτει ουσιωδώς τη φήμη της ή τη συνέχιση της επιχείρησης, απαιτήσεις, η εξόφληση των οποίων είναι αναγκαία για τη διατροφή του πιστωτή και της οικογένειας του, καθώς και εργατικές απαιτήσεις.. 4. Αν με την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν αίρεται η παύση πληρωμών που τυχόν υφίσταται, το πτωχευτικό δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης και, αν εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης, κηρύσσει την πτώχευση του οφειλέτη. Αν δεν εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης, αλλά το δικαστήριο διαπιστώσει την παύση των πληρωμών, η απόφαση απόρριψης της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης κοινοποιείται με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου στον εισαγγελέα πρωτοδικών για να κρίνει κατά πόσο θα υποβάλει αίτηση πτώχευσης κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1. 5. Το πτωχευτικό δικαστήριο δύναται σε περίπτωση που δεν του έχουν προσκομιστεί όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν το βάσιμο της αίτησης ή που διαπιστώνει ότι η συμφωνία εξυγίανσης δεν πρέπει να επικυρωθεί, αντί της απόρριψης της αίτησης να τάξει προθεσμία για την προσκόμιση εγγράφων, την παροχή διευκρινίσεων ή την τροποποίηση της συμφωνίας εξυγίανσης. Τα έγγραφα, οι διευκρινίσεις ή η τροποποίηση πρέπει να υποβληθούν εντός της προθεσμίας που τάσσει το δικαστήριο και δεν δύναται να υπερβαίνει το δεκαήμερο. 6. Με την απόφαση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης ή και με μεταγενέστερη απόφαση, το δικαστήριο, μετά από αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή του, δύναται να ορίσει πρόσωπο από το Μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας, που θα καταρτιστεί κατά τις διατάξεις του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος, ως ειδικό εντολοδόχο, για τη διενέργεια ειδικών πράξεων, τις οποίες ορίζει το δικαστήριο, ιδίως για τη διαφύλαξη της περιουσίας του οφειλέτη, τη διενέργεια ειδικών διαχειριστικών πράξεων, τη διενέργεια των πράξεων των παραγράφων 2 και3 του άρθρου 101 ή την επίβλεψη της εκτέλεσης της συμφωνίας εξυγίανσης. Η απόφαση ορίζει τις πράξεις στις οποίες δύναται να προβαίνει ο ειδικός εντολοδόχος και τη διάρκεια της εντολής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια της συμφωνίας εξυγίανσης. 7. Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης ή που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσής της δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο της παραγράφου 2 του άρθρου 105 με επιμέλεια του οφειλέτη ή πιστωτών...». Άρθρο 106γ. Αποτελέσματα της επικύρωσης: «1. Από την επικύρωσή της, η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτή, ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία εξυγίανσης. Δε δεσμεύονται πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων γεννήθηκαν μετά την έκδοση της απόφασης που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης. 2. Τα δικαιώματα των πιστωτών κατά των εγγυητών και συνοφειλετών εις ολόκληρον του οφειλέτη, καθώς και τα υφιστάμενα δικαιώματα τους σε περιουσιακά αντικείμενα τρίτων, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση κατά του οφειλέτη, εκτός αν δεν συναινεί ο πιστωτής. Κατ’ εξαίρεση, όταν ο εξασφαλιζόμένος πιστωτής δεν συναινεί, η ευθύνη του εγγυητή περιορίζεται όταν ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο συνδεδεμένο με τον οφειλέτη, υπό την έννοια ότι είναι σύζυγοι, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δεύτερου βαθμού. Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από εγγυητή ή συνοφειλέτη εις ολόκληρον, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι των τελευταίων, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής, με τον ίδιο τρόπο που ευθύνεται κατά τη συμφωνία έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτούς. Οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ πιστωτικών ιδρυμάτων διατηρούν την ισχύ τους και περιορίζονται, εφόσον συναινεί ο πιστωτής, στο ύψος των απαιτήσεων υπέρ των οποίων χορηγήθηκαν, όπως αυτές ρυθμίζονται με τη συμφωνία. Η παραγραφή των δικαιωμάτων των πιστωτών κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως εγγυητή, καθώς και η τυχόν οριζόμενη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις προθεσμία υποβολής αιτημάτων κατάπτωσης, αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης επικύρωσης και για όσο χρονικό διάστημα η συμφωνία είναι σε ισχύ, τα δε εκκρεμή αιτήματα κατάπτωσης θεωρούνται ως μηδέποτε υποβληθέντα. Αν δεν τηρηθεί η συμφωνία εξυγίανσης από τον οφειλέτη, το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται μόνο για την καταβολή του αντίστοιχου εγγυημένου ποσοστού του ανεξόφλητου κεφαλαίου. 3. Με την επικύρωση της συμφωνίας:., γ) Οι ρυθμιζόμενες με τη συμφωνία εξυγίανσης οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης καθίστανται ενήμερες υπό τον όρο τήρησης της συμφωνίας εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να χορηγούν τις αντίστοιχες βεβαιώσεις ενημερότητας, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στη συμφωνία εξυγίανσης..5. Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτήν υποχρεώσεις, εφόσον από τη συμφωνία προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής». Άρθρο 106δ. Μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη: «1. Όταν κατά τη συμφωνία εξυγίανσης ή με σύμβαση που καταρτίζεται σε εκτέλεση της τελευταίας μεταβιβάζεται το σύνολο ή μέρος της επιχείρησης του οφειλέτη, μεταβιβάζονται στον αποκτώντα το ενεργητικό της επιχείρησης ή του μέρους της και ενδεχομένως, στο μέτρο που προβλέπεται στη συμφωνία, μέρος των υποχρεώσεων, ενώ οι λοιπές υποχρεώσεις κατά περίπτωση εξοφλούνται από το τίμημα της πώλησης της επιχείρησης ή του μέρους της, διαγράφονται, ή στην περίπτωση μεταβίβασης μέρους της επιχείρησης παραμένουν ως υποχρεώσεις του οφειλέτη ή κεφαλαιοποιούνται. Ως προς τη μεταβίβαση των εκκρεμών συμβατικών σχέσεων εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 33. Ως προς τη μεταβίβαση διοικητικών αδειών εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 141 παράγραφος 3. Για τη σύμβαση μεταβίβασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 133 και 134. 2. Η μεταβίβαση της επιχείρησης ή μέρους της, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μπορεί να γίνει είτε σε τρίτο είτε σε εταιρία που συνιστάται από τους πιστωτές, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο είτε σε άλλη εταιρία, υφιστάμενη ή νεοϊδρυόμενη, υπό τη μορφή εισφοράς εις είδος, τηρουμένων των προϋποθέσεων των άρθρων 9 και 9α του κ.ν. 2190/1920..». Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 106β παρ. 1, 2 ΠτΚ, για την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης απαιτείται κατ’ αρχάς μία γενική προϋπόθεση (παρ. 1) και, συγκεκριμένα, η συμφωνία να είναι υπογεγραμμένη είτε από τον οφειλέτη και την απαραίτητη κατά το άρθρ. 100 παρ. 1 πλειοψηφία των πιστωτών, που εκπροσωπούν το εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου των απαιτήσεων στο οποίο περιλαμβάνεται το σαράντα τοις εκατό (40%) των τυχόν εμπραγμάτως ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων απαιτήσεων, είτε από μόνη την ως άνω πλειοψηφία των πιστωτών. Περαιτέρω, απαιτούνται σωρευτικώς οι ακόλουθες ειδικές προϋποθέσεις (παρ. 2): α) πιθανολογείται ότι κατόπιν της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης η επιχείρηση του οφειλέτη θα καταστεί βιώσιμη β) πιθανολογείται ότι η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών δεν παραβλάπτεται κατά την έννοια του άρθρου 99 παράγραφος 2 γ) η συμφωνία εξυγίανσης δεν είναι αποτέλεσμα δόλου ή άλλης αθέμιτης πράξης ή κακόπιστης συμπεριφοράς του οφειλέτη, πιστωτή ή τρίτου και δεν παραβιάζει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ιδίως του δικαίου του ανταγωνισμού δ) η συμφωνία εξυγίανσης αντιμετωπίζει με βάση την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης τους πιστωτές, που βρίσκονται στην ίδια θέση. Αποκλίσεις από την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης μεταξύ των πιστωτών επιτρέπονται για σπουδαίο επιχειρηματικό ή κοινωνικό λόγο που εκτίθεται ειδικά στην απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου ή αν ο θιγόμενος πιστωτής συναινεί στην απόκλιση. Ενδεικτικά, δύνανται να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης απαιτήσεις πελατών της επιχείρησης του οφειλέτη, η μη ικανοποίηση των οποίων βλάπτει ουσιωδώς τη φήμη της ή τη συνέχιση της επιχείρησης, απαιτήσεις, η εξόφληση των οποίων είναι αναγκαία για τη διατροφή του πιστωτή και της οικογένειας του, καθώς και εργατικές απαιτήσεις. Η προϋπόθεση δ' απαιτεί (όπως επίσης και η προϋπόθεση γ') δικανική πεποίθηση και όχι απλή πιθανολόγηση (βλ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδοση 2017, σελ. 116) και τη συνδρομή αυτής οφείλει να διαπιστώσει το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Για τα ανωτέρω ζητήματα, η κατά το άρθρο 104 παρ. 3-6 του ΠτΚ έκθεση του εμπειρογνώμονα-η οποία συνοδεύει απαραιτήτως την αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης που συνάπτεται από τον οφειλέτη και τους πιστωτές του και στην οποία (έκθεση) εκτίθεται η γνώμη του εμπειρογνώμονα και για τη συνδρομή των προϋποθέσεων επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης του άρθρ. 106β ΠτΚ-αποτελεί βασικό οδηγό. Εξάλλου, στην εισηγητική έκθεση του Ν. 4446/2016 ορίζεται, όσον αφορά το άρθρο 106δ ΠτΚ που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 11 του ίδιου Νόμου, ότι αυτό επαναλαμβάνει στα βασικά της σημεία την προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 106Θ, για τη μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη στο πλαίσιο της εξυγίανσης. Το άρθρο 106Θ είχε προστεθεί με το άρθρο 12 N. 4013/2011, στην δε εισηγητική έκθεση του Νόμου εκείνου ορίζονταν σχετικώς τα ακόλουθα: «....Ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας εξυγίανσης δίνεται ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στα μέρη με ενδεικτική αναφορά διαφόρων μέτρων από τα πιο ήπια (π.χ. απλή παράταση του χρόνου αποπληρωμής υποχρεώσεων) μέχρι τα πιο δραστικά (π.χ. κεφαλαιοποίηση των χρεών ή και μεταβίβαση της επιχείρησης), ώστε να καλύπτονται κατά το δυνατό όλες οι περιπτώσεις ανάλογα με την έκταση του προβλήματος της επιχείρησης. Η ανάγκη της διάσωσης της επιχείρησης δεν έρχεται σε σύγκρουση, αλλά αντίθετα συμπλέει με τα συμφέροντα των πιστωτών, αφού κατά κανόνα οι πιστωτές θα ικανοποιηθούν περισσότερο από μια λειτουργούσα επιχείρηση, από ό,τι θα ικανοποιούνταν από την αναγκαστική πώληση των περιουσιακών της στοιχείων. Στις λίγες περιπτώσεις που η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων είναι ευνοϊκότερη για τους πιστωτές από τη διάσωση της επιχείρησης θα πρόκειται για επιχειρήσεις μεσοπρόθεσμα μη βιώσιμες, η απόπειρα διάσωσης των οποίων δεν είναι κοινωνικά και οικονομικά επωφελής, αφού είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Για τον λόγο αυτόν τίθεται ως κριτήριο της διαδικασίας εξυγίανσης το να μη παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών. Με τον τρόπο αυτό και οι νέες διατάξεις εναρμονίζονται με τον σκοπό του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως εξαγγέλλεται στο άρθρο 1 τούτου. Η διάσωση της επιχείρησης δεν σημαίνει αναγκαία και τη διάσωση του φορέα της, του επιχειρηματία. Αυτό θα ήταν αντίθετο με την οικονομική λογική, αφού στην περίπτωση της επιτυχίας της επιχείρησης ο επιχειρηματίας καρπώνεται τα κέρδη και, συνεπώς, πρέπει κατά κύριο λόγο να υφίσταται από την άλλη πλευρά τις οικονομικές συνέπειες της αποτυχίας. Και κοινωνικά, όμως, μπορεί να είναι άδικη η διάσωση του επιχειρηματία σε βάρος των πιστωτών, που συχνά είναι περισσότερο άξιοι προστασίας (π.χ. εργαζόμενοι, προμηθευτές, ασφαλιστικά ταμεία κλπ.). Είναι λοιπόν ενδεχόμενο η διάσωση της επιχείρησης να συνεπάγεται την απώλεια του ελέγχου της από τον επιχειρηματία, όπως θα συμβαίνει όταν η διάσωση θα γίνεται με μεταβίβαση της επιχείρησης ή (ενδεχομένως) με κεφαλαιοποίηση χρεών. Ο νομοθέτης δεν επιδιώκει να ρυθμίσει σε ποιο βαθμό θα επέρχεται απώλεια της επιχείρησης για τον επιχειρηματία, αφήνοντας τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών να καθορίσουν τα αποτελέσματα αυτά. Ωστόσο για την αποφυγή καταχρηστικής συμπεριφοράς από τους μετόχους ή εταίρους του οφειλέτη επιτρέπει υπό προϋποθέσεις στο πτωχευτικό δικαστήριο να παρέμβει και να τους εξαναγκάσει να συμπράξουν στη διάσωση της επιχείρησης». Περαιτέρω, στη διαδικασία της εξυγίανσης δεν απαιτείται συναίνεση των εταίρων ή μετόχων για τη σύναψη ή επικύρωση της συμφωνίας και άρα οι τελευταίοι δεν είναι αναγκαία συμβαλλόμενοι στη συμφωνία, παρά μόνο αν εμφανίζονται ως τρίτοι και πρόκειται να ληφθούν μέτρα εταιρικού δικαίου. Για την υπογραφή της συμφωνίας εξυγίανσης από την οφειλέτρια ανώνυμη εταιρία και την υποβολή της προς επικύρωση στο Δικαστήριο αρκεί η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής και δεν απαιτείται και απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, πέραν του ότι, ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι απαιτείτο τέτοια απόφαση (της Γ.Σ.), η έλλειψη της τελευταίας θα ενεργούσε εσωτερικά για την οφειλέτρια εταιρία και δεν θα επηρέαζε το κύρος της συμφωνίας εξυγίανσης.

Ειδικές διατάξεις του άρθρ. 101 ΠτΚ ρυθμίζουν την περίπτωση που για την υλοποίηση συγκεκριμένων ρητρών της συμφωνίας απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων ή της συνέλευσης των εταίρων της οφειλέτριας εταιρίας. Πρόκειται ιδίως για μέτρα εταιρικού δικαίου που απαιτούν σύγκληση και απόφαση γενικής συνέλευσης της οφειλέτριας εταιρείας (π.χ. τροποποιήσεις του καταστατικού, μετατροπή εταιρίας, συγχώνευση, σύναψη διαχείρισης της εταιρείας από άλλη, κλπ). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απόφαση των εταίρων μπορεί να έχει ληφθεί ήδη πριν τη συμφωνία, άλλως είτε λαμβάνεται μετά την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης (και εννοείται μέχρι τη συζήτηση της αίτησης) είτε τίθεται στη συμφωνία εξυγίανσης ως αναβλητική αίρεση για τη θέση της σε ισχύ (άρθρο 101 παρ. 4 ΠτΚ). Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 106γ παρ. 1 ΠτΚ, που ορίζει ότι η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει, από την επικύρωσή της, το σύνολο των πιστωτών οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτή, ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία εξυγίανσης, αρκεί να πρόκειται για απαιτήσεις που γεννήθηκαν μέχρι την έκδοση της απόφασης που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης, συνάγεται ότι οι προβλέψεις της συμφωνίας εξυγίανσης δεσμεύουν και άγνωστους ακόμα πιστωτές, που εμφανίζονται μεταγενέστερα, πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις αναγνωρίζονται μετά την επικύρωση, πιστωτές που θα μπορούσαν να μεταβάλουν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, πιστωτές με εργατικές απαιτήσεις, ή απαιτήσεις από αδικοπραξία, αρκεί οι σχετικές απαιτήσεις να γεννήθηκαν, έστω και αν δεν είναι ληξιπρόθεσμες, μέχρι την έκδοση της απόφασης που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης. Συνακολούθως, για τη δέσμευση των πιστωτών δεν είναι κρίσιμο αν εκείνοι αναφέρονται ονομαστικώς και αν οι απαιτήσεις τους περιγράφονται ορθώς στην κατάσταση των πιστωτών που επισυνάπτεται, κατά το άρθρο 100 παρ. 2 του ΠτΚ, στην αίτηση για την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης. Ούτε το δικαστήριο, κατά την εξέταση της αίτησης επικύρωσης, τρέπεται σε δικαστήριο διακρίβωσης απαιτήσεων. Η κατάσταση των πιστωτών συντάσσεται με βάση συγκεκριμένα δεδομένα-οι απαιτήσεις των πιστωτών πρέπει να προκύπτουν από τα βιβλία του οφειλέτη ή να έχουν αναγνωρισθεί ή να έχουν πιθανολογηθεί με απόφαση δικαστηρίου οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας, ακόμη και με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 100 παρ. 3 του ΠτΚ)-και ο σκοπός αυτής έγκειται στο να καταδεικνύονται, με ασφαλή και γρήγορο τρόπο και με βάση την πιο πρόσφατη εικόνα του παθητικού της επιχείρησης, οι έχοντες το δικαίωμα να συμβληθούν πιστωτές και να καθίσταται δυνατός ο υπολογισμός του ποσοστού των απαιτήσεών τους για τη διακρίβωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας. Τέλος, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, έχει την εξουσία να απορρίψει ή να επικυρώσει τη συμφωνία εξυγίανσης ως έχει, όχι και να την τροποποιήσει ή να την επικυρώσει μερικώς (βλ. για όλα τα ανωτέρω, ΕφΑθ ΕφΑθ 5059/2022, NOMOS, ΕφΑΘ 6407/2022, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3847/2021, ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 115/2019, ΝΟΜΟΣ).

Από την επανεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που προσκομίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, ιδίως, από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα (ΟλΑΠ 848/1981, ΝοΒ 30, 441, ΟλΑΠ 8/1987, ΝοΒ 1988, 75, ΑΠ 187/2010, NOMOS, ΑΠ 1697/2010, NOMOS, ΕφΑθ 6407/2022, NOMOS), για ορισμένα από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς, όμως, να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 211/2006, ΝοΒ 54, 849, ΑΠ 1659/2005, ΔΕΕ 2006, 173) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ , βλ. ΑΠ 60/2008, NOMOS, ΑΠ 1201/2007, NOMOS), τη μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη από την αιτούσα και ήδη εκκαλούσα υπ’ αριθμ. …-2019 ένορκη βεβαίωση του …., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατά την πρωτοβάθμια δίκη, εντός της προθεσμίας της προσθήκης των προτάσεων, μετά από σχετική γνωστοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας με προφορική δήλωση που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία-με την επισήμανση ότι στην προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας καθιερώνεται το ανακριτικό σύστημα, κατά τα άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ και, έτσι, το πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαιτέρως γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, ενώ δύναται, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης, να λάβει υπόψη του ακόμα και άκυρα ή ανυπόστατα ή εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ ή μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, όπως, λ.χ., ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν χωρίς την κλήτευση του αντιδίκου-βλ. ΑΠ 779/2020, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 769/2015, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 528/2017, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑΘ 5059/2022, NOMOS), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα, εταιρεία περιορισμένη ευθύνης με το διακριτικό τίτλο «... ΕΠΕ» συστάθηκε το έτος 2006 και συνεπώς έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα κατά το τυπικό σύστημα (άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3190/1955). Σύμφωνα με το Καταστατικό της έχει ως σκοπό 1) την εμπορία απορρυπαντικών ειδών ατομικής υγιεινής προϊόντων χάρτου, ψιλικών, καλλυντικών, πλαστικών, ειδών καθαριότητας και συναφών ειδών, 2) την πώληση χονδρική και λιανική, όλων των ανωτέρω και ενδεικτικά αναφερόμενων ειδών, 3) την ίδρυση εντός της ελληνικής επικράτειας, καθώς και στην αλλοδαπή υποκαταστημάτων της εταιρείας και 4) τη συμμετοχή σε άλλες επιχειρήσεις και εταιρείες ομοειδείς ή μη. Το εταιρικό της κεφάλαιο ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 81.000 ευρώ, το οποίο διαιρείται σε 2.700 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ έκαστου, εκ των οποίων τα 2.683 εξ αυτών ανήκουν στην ... ... και τα υπόλοιπα 27 στον ... ..., ο οποίος έχει οριστεί και νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής. Η έδρα της εταιρείας βρίσκεται στο ... Αττικής σε μισθωμένο ακίνητο, όπου στεγάζονται οι οικονομικές της υπηρεσίες και η κεντρική διοίκηση, ενώ διατηρεί και δίκτυο τριών μισθωμένων υποκαταστημάτων λιανικής και χονδρικής πώλησης προς επαγγελματίες, τα οποία βρίσκονται στην περιοχή του... και του .... Η αιτούσα απασχολεί μόνιμα 16 εργαζόμενους, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους εργάζονται στον τομέα διάθεσης (πωλητές). Ως επιχείρηση διαθέτει εμπειρία στο αντικείμενο της, υπερσύγχρονη μονάδα αποθήκευσης, πλούσια γκάμα προϊόντων και ποιότητα πωλούμενών εμπορευμάτων, ευελιξία τροφοδοσίας, μεγάλη πελατειακή βάση και καλή εξυπηρέτηση πελατών. Ωστόσο, λόγω της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, που έπληξε τη Χώρα και της σημαντικής μείωσης των οικογενειακών εισοδημάτων, ο κλάδος των προϊόντων χαρτιού από το έτος 2014 και μετέπειτα ξεκίνησε να πλήττεται έστω και σε μικρότερο ποσοστό συγκριτικά με άλλες αγορές. Επιπλέον, η αιτούσα παρουσιάζει έλλειψη στην στελέχωσή της, κυρίως όσον αφορά στο τμήμα της οικονομικής της διεύθυνσης, ενώ μεγάλο μέρος του κύκλου εργασιών της πραγματοποιείται από μικρό αριθμό επιχειρήσεων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα επίσημα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας παρατηρείται αύξηση των υποχρεώσεων αυτής, από το ποσό του 1.043.093,16 ευρώ για το έτος 2015 στο ποσό των 2.122.632,97 ευρώ για το έτος 2016 και στο ποσό των 2.866.892,85 ευρώ για το έτος 2017. Επιπλέον ο κύκλος εργασιών (τζίρος) της εταιρείας βαίνει μειούμενος καθώς το έτος 2015 ανερχόταν στο ποσό των 2.261.023,55 ευρώ, το έτος 2016 στο ποσό των 2.209.345,16, το έτος 2017 στο ποσό του 1.991.775,09 ευρώ και τον Ιανουάριο του έτους 2018 στο ποσό των 157.660,89 ευρώ, ενώ το καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων διαμορφώνεται στο ποσό των 37.698,62 ευρώ για το έτος 2014, στο ποσό των 24.793,32 ευρώ για το έτος 2015, στο ποσό των 22.473,49 ευρώ για το έτος 2016 και στο ποσό των - 31.474,89 ευρώ για το έτος 2017, δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις της εταιρείας παρουσιάζονται αυξημένες το 2017 εξαιτίας της αύξησης των επισφαλειών, που δέχθηκε ύψους 860.000 ευρώ και των φορολογικών υποχρεώσεων της, που προέκυψαν μετά από τακτικό φορολογικό έλεγχο χρήσεων 2011 έως 2015. Μάλιστα, όπως εμφαίνεται στο σχετικό πίνακα, όπου απεικονίζεται η κατάσταση της χρηματοοικονομικής της θέσης για τα έτη 2014 έως 2017 και ο οποίος (πίνακας) ομοίως περιλαμβάνεται στην ως άνω έκθεση εμπειρογνώμονα, η οικονομική θέση της εν λόγω επιχείρησης είχε ήδη αρχίσει να πλήττεται από το έτος 2015, καθώς έκτοτε παρατηρείται μεγάλη αύξηση τόσο των απαιτήσεων της (προφανώς πελάτες), όσο και των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεών της (κυρίως προμηθευτές). Συγκεκριμένα, οι απαιτήσεις της προκύπτει ότι ανέρχονταν το έτος 2014 στο ποσό των 284.876 ευρώ, το έτος 2015 στο ποσό του 1.133.196,10 ευρώ, το έτος 2016 στο ποσό του 1.922.382,56 ευρώ και το έτος 2017 στο ποσό των 2.168.183,34 ευρώ, ενώ οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της ανέρχονταν το έτος 2014 στο ποσό των 246.536,85 ευρώ, το έτος 2015 στο ποσό του 1.043.093,16 ευρώ, το έτος 2016 στο ποσό του 2.122.632,97 ευρώ και το έτος 2017 στο ποσό των 2.866.892,85 ευρώ, γεγονός, που σε συνδυασμό με την αρνητική καθαρή θέση της εταιρείας κατά το έτος 2017 καταδεικνύει ότι η αιτούσα, εξαιτίας των προαναφερόμενων παραμέτρων και συνθηκών της οικείας αγοράς, βρίσκεται σε επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών της κατά τρόπο γενικό, δίχως να έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, αφού συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, ενώ εξακολουθεί να καλύπτει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της προς τους εργαζομένους της και τις τράπεζες, από τις οποίες έχει χρηματοδοτηθεί. Η μικρή δε αύξηση της κερδοφορίας της, που παρατηρείται κατά τον πρώτο μήνα του έτους 2018 είναι μεν ενθαρρυντική, χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να καταδεικνύει ότι η εταιρεία έχει ξεπεράσει τα οικονομικά της προβλήματα, δεδομένου ότι οι συνολικές βραχυπρόθεσμες και μακρυπρόθεσμες υποχρεώσεις της ουδόλως μπορούν να καλυφθούν από τα ταμειακά της διαθέσιμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με την προσκομισθείσα ως άνω έκθεση του εμπειρογνώμονα ... ..., οι απαιτήσεις σε βάρος της αιτούσας εταιρίας διαμορφώνονταν, κατά την 31-1-2018 ( ημερομηνία που δεν απέχει πλέον των τριών μηνών από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης για την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης) στο συνολικό ποσό των 2.868.154,72 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε οφειλές προς ανέγγυους πιστωτές. Στο ανωτέρω ποσό περιλαμβάνονται οφειλές: α) σε προμηθευτές ύψους 1.652.580,69 ευρώ, β) γραμμάτια ύψους 291.182,03 ευρώ, γ) επιταγές ποσού 293.773,74 ευρώ, δ) δάνεια προς τράπεζες ύψους 106.175,62 ευρώ, ε) αποδοχές προσωπικού ύψους 35.578,21 ευρώ, στ) σε πιστωτές διάφορους ποσού 9.752,34 ευρώ, ζ) προς το Ελληνικό Δημόσιο ύψους 401.779,25 ευρώ, η) προς Ασφαλιστικούς Οργανισμούς ύψους 77.332,84 ευρώ. Από τις ανωτέρω οφειλές οι οφειλές προς γενικούς προνομιούχους πιστωτές (Ελληνικό Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία και εργαζόμενους) ανέρχονταν κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία στο συνολικό ποσό των 514.690 ευρώ, ενώ δεν υπάρχουν ενέγγυοι (εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο) πιστωτές της αιτούσας. Για την αντιμετώπιση της πρόσκαιρης οικονομικής της αδυναμίας, τη χρηματοδότηση του οικονομικού της ελλείμματος και τη σταδιακή έξοδο από το υπάρχον οικονομικό αδιέξοδο και επομένως την εξυγίανση και την ανάπτυξή της, η αιτούσα έχει εκπονήσει το επίδικο επιχειρηματικό σχέδιο, το οποίο έχει εγκριθεί από τους συμβαλλόμενους πιστωτές της ( άρθρο 103παρ.7 ΠτΚ). Στο εν λόγω επιχειρηματικό σχέδιο προβλέπεται η ρύθμιση των υφιστάμενων οφειλών της, η αξιοποίηση της δυναμικότητας των καταστημάτων λιανικής της εταιρείας, δεδομένης της στρατηγικής γεωγραφικής θέσης τους, η επέκταση του δικτύου λιανικής με παράλληλη ανάπτυξη των πωλήσεων χονδρικής προς επαγγελματίες, η είσοδος σε νέες αγορές λόγω των επικαλούμενων στρατηγικών συμφωνιών της με την προμηθεύτριά της εταιρεία ...ΑΕ και την αλλοδαπή εταιρεία ..., καθώς και ο περιορισμός των μη απαραίτητων δαπανών. Οι προτάσεις του επιχειρηματικού σχεδίου συνοδεύονται και από οικονομοτεχνικές εκτιμήσεις του Εμπειρογνώμονα ορκωτού λογιστή -ελεγκτή ... ..., ο οποίος στην Έκθεσή του (σελ.95) αναφέρει ότι «εφόσον εφαρμοστεί το σχέδιο εξυγίανσης η Επιχείρηση θα καταστεί βιώσιμη, όπως περιγράφεται και από τις εδώ εκτιθέμενες βασικές παραδοχές του επιχειρηματικού σχεδίου, οι οποίες κρίνονται αναμενόμενες με βάση τα σημερινά δεδομένα». Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην από 13-4-2018 υποβληθείσα προς επικύρωση συμφωνία εξυγίανσης συμβλήθηκαν α) ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι η ... ... του ..., ο ... ... του ..., ο ... του ... και η ...... του ... με την ιδιότητά τους ως εγγυητές και β) ως πιστωτές οι προμηθεύτριες-εταιρείες:1) «......» και με το διακριτικό τίτλο «...ΑΒΕΕ» για συνολική απαίτησή της, ύψους 249.808,39 ευρώ, που εκπροσωπεί ποσοστό 8,71% επί του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, η οποία απαίτηση απορρέει από ανεξόφλητα τιμολόγια επί πιστώσει, καθώς και από ανεξόφλητες επιταγές, 2) «...» και με το διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.Β.Ε.» για συνολική απαίτησή της, ύψους 294.862,13 ευρώ, που εκπροσωπεί ποσοστό 10,28% επί του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, η οποία απαίτηση απορρέει από ανεξόφλητα τιμολόγια επί πιστώσει και από απλήρωτες και σφραγισμένες επιταγές, 3) «...& ΣΙΑΕ.Ε.» για συνολική απαίτησή της, ύψους 380.222 ευρώ, που εκπροσωπεί ποσοστό 13,26% επί του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, η οποία απαίτηση απορρέει από ανεξόφλητα τιμολόγια επί πιστώσει, 4) «...», και με διακριτικό τίτλο «... S.A» για συνολική απαίτηση της, ύψους 181.325 ευρώ, που εκπροσωπεί ποσοστό 6,32% επί του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, η οποία απαίτηση απορρέει από ανεξόφλητα τιμολόγια επί πιστώσει, 5) «...ΙΚΕ» και με το διακριτικό τίτλο «...ΙΚΕ» για συνολική απαίτησή της, ύψους 29.213,17 ευρώ, που εκπροσωπεί ποσοστό 1,02% επί του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, η οποία απαίτηση απορρέει από ανεξόφλητα τιμολόγια επί πιστώσει, 6) η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «...LTD», που εδρεύει στο Λονδίνο Αγγλίας για συνολική απαίτησή της, ύψους 186.373,57 ευρώ, που εκπροσωπεί ποσοστό 6,50% επί του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, η οποία απαίτηση απορρέει από ανεξόφλητα τιμολόγια επί πιστώσει, 7) η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «...», που εδρεύει στην Ινδονησία για συνολική απαίτησή της, ύψους 286.299,23 ευρώ, που εκπροσωπεί ποσοστό 9,98% επί του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, η οποία απαίτηση απορρέει από ανεξόφλητα τιμολόγια επί πιστώσει και ανεξόφλητες υποσχετικές και 8) η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «… LTD», που εδρεύει στο Hong Kong για συνολική απαίτησή της, ύψους 189.286,39 ευρώ, που εκπροσωπεί ποσοστό 6,60% επί του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, η οποία απαίτηση απορρέει από ανεξόφλητα τιμολόγια επί πιστώσει. Επομένως, οι συμβαλλόμενοι πιστωτές συγκεντρώνουν σε χρόνο που δεν προηγείται περισσότερο από τρεις (3) μήνες της ημερομηνίας υποβολής της εν λόγω συμφωνίας στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 100 παρ. 2 εδ. β' ΠτΚ), ποσοστό 62,67% επί του συνόλου των πιστωτών της αιτούσας εταιρείας. Σημειωτέον ότι οι απαιτήσεις των εργαζομένων και της … Α.Ε. συνολικού ποσού 141.753,83 ευρώ (35.578,21 ευρώ+ 106.175,62 ευρώ) δεν θίγονται από την εν λόγω συμφωνία, διότι αυτές θα εξοφληθούν στο ολόκληρο. Αναφορικά δε με τις οφειλές της αιτούσας προς το Ελληνικό Δημόσιο, η ρύθμιση των οποίων αποτελεί περιεχόμενο της συμφωνίας (σελ. 13 - 15, όρος 5), περιλαμβάνει και τους οφειλόμενους προς το Δημόσιο παρακρατηθέντες από την αιτούσα φόρους. Με βάση τα ανωτέρω ως προς την τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων για την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης, που έχει συναφθεί μεταξύ της οφειλέτριας εταιρίας και των συναινούντων πιστωτών της, διαπιστώνεται ότι πληρούνται τα απαιτούμενα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10ό β παρ.Ι και 100 παρ.1 ΠτΚ ποσοστά (60% του συνόλου των απαιτήσεων) καθόσον οι συναινούντες πιστωτές εκπροσωπούν ποσοστό 62,67% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος της αιτούσας. Ακολούθως, όσον αφορά το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας εξυγίανσης, προς επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης, την εξασφάλιση της λειτουργίας της επιχείρησης και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, συμφωνήθηκε ο χρονικός διακανονισμός της καταβολής των οφειλομένων ποσών και η διαγραφή μέρους των χρεών. Ειδικότερα: Α) Ως προς τους συμβαλλόμενους στη συμφωνία εξυγίανσης πιστωτές οι απαιτήσεις τους ρυθμίζονται κατά κύριο λόγο ως ακολούθως: Συμφωνείται να διαγράφει ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) της συνολικής οφειλής εκάστης εξ αυτών. Η εξόφληση του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού μετά την ανωτέρω διαγραφή, ήτοι αυτή των 124.904,20 ευρώ, των 147.431,06 ευρώ, των 190.111 ευρώ, των 90.662,50 ευρώ, των 14.606,58 ευρώ, των 93.186,79 ευρώ, των 143.149,62 ευρώ και των 94.643,20 ευρώ αντίστοιχα, θα γίνει σε δέκα (10) έτη από την επικύρωση της συμφωνίας σε 120 μηνιαίες δόσεις, εκάστη καταβολή θα πραγματοποιείται την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα, αρχής γενομένης της πρώτης καταβολής σε ένα (1) μήνα από την επικύρωση της συμφωνίας. Η οφειλή θα εκτοκίζεται από την ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας με μηδενικό επιτόκιο (0,00%), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Β) Ως προς τους μη συμβαλλόμενους πιστωτές η εν λόγω συμφωνία προβλέπει ότι: 1) Οι οφειλές προς τους εργαζόμενους της εταιρείας, ποσού κατά την 31/1/2018 35.578,21 ευρώ θα αποπληρωθούν σε ποσοστό 100% εφάπαξ, χωρίς την επιβολή τόκων, προσαυξήσεων και τυχόν λοιπών επιβαρύνσεων, εντός είκοσι (20) εργασίμων ημερών από την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης, 2) Οι κατά την 31/01/2018 εμφαινόμενες στο ισοζύγιο υποχρεώσεις της εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσού 401.779,25 ευρώ θα εξοφληθούν μόνον κατά το μέρος του βασικού χρέους/κεφαλαίου της οφειλής στο σύνολο τους (100%), λόγω της προνομιακής τους θέσης, πλην τόκων, προστίμων, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων που διαγράφονται σε ποσοστό 100%. Με την επιφύλαξη των όσων ειδικότερα ορίζονται στη συμφωνία, οι υποχρεώσεις της εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο, που θα δημιουργηθούν από την 31/01/2018 και μέχρι την έκδοση της παρούσας, θα εξοφληθούν με τον ανωτέρω τρόπο. Το κατά την 31/01/2018 σύνολο του μη διαγραφομένου βασικού χρέους/κεφαλαίου της ως άνω οφειλής ως και το σύνολο του μη διαγραφομένου βασικού χρέους/κεφαλαίου της οφειλής της εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο από την 31/01/2018 και έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ρυθμίζεται, διακανονίζεται και αποπληρώνεται σε ενενήντα έξι (96) άτοκες ισόποσες μηνιαίες δόσεις, χωρίς σε αυτές να επιβάλλονται τόκοι, προσαυξήσεις ή εν γένει επιβαρύνσεις, καθ' ο χρόνο τηρείται η ρύθμιση της συμφωνίας. Οι υποχρεώσεις δε που θα δημιουργηθούν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης και μέχρι και την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εξυγίανσης θα ρυθμισθούν σε ενενήντα έξι (96) άτοκες ισόποσες μηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εξυγίανσης. Οφειλές που τυχόν προκύψουν, καταλογιστούν, βεβαιωθούν στην εταιρεία από παρελθόντες, τρέχοντες ή/και μελλοντικούς φορολογικούς ελέγχους και αφορούν, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά σε καταλογισμό οιωνδήποτε φόρων, τελών ή εισφορών υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ τρίτων, φόρου εισοδήματος, παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων, φόρου προστιθέμενης αξίας, τελών χαρτοσήμου, φόρου κεφαλαίου ή περιουσίας, έκτακτης εισφοράς καθώς και σε καταλογισμό προστίμου ή κύρωσης για παράβαση διατάξεων του Κ.Β.Σ., ΚΦΑΣ και του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ή του N. 2523/1997 («Ποινολόγιο», όπως το «Ποινολόγιο» κάθε φορά ισχύει) με οποιονδήποτε τρόπο και εάν καταλογίζονται ή εισπράττονται καθώς και τυχόν προστίμων, προσαυξήσεων, τόκων και λοιπών σχετικών επιβαρύνσεων, και οι οποίοι φόροι/ ή και πρόστιμα αφορούν σε οιαδήποτε παρελθούσα διαχειριστική χρήση ή/και σε οιοδήποτε χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της παρούσας και για οιεσδήποτε αιτίες (ενδεικτικά εκκαθαρίσεις και δικαστικές αποφάσεις), οποτεδήποτε και αν προκύψουν, καταλογιστούν, βεβαιωθούν και ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο τυχόν έχει αρχίσει η ελεγκτική διαδικασία, θα καταβάλλονται ως ανωτέρω. 3) Οι υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους Οργανισμούς/Φορείς Κύριας ή Επικουρικής Ασφάλισης και ως αυτές αποτυπώνονται στο ισοζύγιο με ημερομηνία 31/01/2018 ποσού 77.332,84 ευρώ θα εξοφληθούν μόνον κατά το μέρος του βασικού χρέους/κεφαλαίου της οφειλής στο σύνολό της (100%), λόγω της προνομιακής τους θέσης, πλην τόκων, προστίμων, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων που διαγράφονται σε ποσοστό 100%. Οι υποχρεώσεις της εταιρείας προς έκαστο και όλους τους Οργανισμούς Κύριας ή Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίες θα δημιουργηθούν από την 31/01/2018 και μέχρι την έκδοση της παρούσας, και ως αυτές θα αποτυπώνονται στις σχετικές βεβαιώσεις οφελών προς τους Οργανισμούς αυτούς, θα εξοφληθούν με τον ανωτέρω τρόπο. Συμφωνείται ότι το ανωτέρω συνολικό ποσό βασικού χρέους/κεφαλαίου της οφειλής υποχρέωσης και οφειλής προς έκαστο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Κύριας ή Επικουρικής) την 31/01/2018 και από την 31/01/2018 και έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης ρυθμίζεται, διακανονίζεται και αποπληρώνεται σε ενενήντα έξι (96) άτοκες ισόποσες μηνιαίες δόσεις, χωρίς σε αυτές να επιβάλλονται τόκοι, προσαυξήσεις ή εν γένει επιβαρύνσεις, καθ' ο χρόνο τηρείται η ρύθμιση της υπό επικύρωση συμφωνίας. Οι υποχρεώσεις της εταιρείας, που θα δημιουργηθούν από την έκδοση της παρούσας απόφασης και μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εξυγίανσης θα ρυθμισθούν σε ενενήντα έξι (96) άτοκες ισόποσες μηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εξυγίανσης. Εί πρώτη δόση για κάθε φορέα κοινωνικής ασφάλισης θα καταβληθεί εντός είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εξυγίανσης και έκαστη των επόμενων δόσεων την τελευταία ημέρα έκαστου επόμενου ημερολογιακού μήνα. Οφειλές που τυχόν προκύψουν/ καταλογιστούν/ βεβαιωθούν στην εταιρεία από παρελθόντες, τρέχοντες ή/και μελλοντικούς ελέγχους ασφαλιστικών φορέων και αφορούν, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, σε καταλογισμό οιωνδήποτε ασφαλιστικών εισφορών με οποιονδήποτε τρόπο και αν καταλογίζονται ή εισπράττονται καθώς και τυχόν προστίμων, προσαυξήσεων, τόκων και λοιπών σχετικών επιβαρύνσεων, και οι οποίες ασφαλιστικές εισφορές αφορούν σε οιαδήποτε παρελθούσα διαχειριστική χρήση ή/και σε οιοδήποτε χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της παρούσας και για οιεσδήποτε αιτίες, οποτεδήποτε και αν προκύψουν/ καταλογιστούν/ βεβαιωθούν και ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο τυχόν έχει αρχίσει η ελεγκτική διαδικασία, θα καταβάλλονται όπως ανωτέρω ορίζεται. 4) Οι υποχρεώσεις της αιτούσας προς την …. ΑΕ από διμερείς συμβάσεις, την 31/01/2018, ανέρχονται συνολικά σε ποσό εκατόν, έξι χιλιάδες εκατόν εβδομήντα πέντε ευρώ και εξήντα δυο λεπτά (106.175,62), το οποίο ποσό η αιτούσα δηλώνει (και βεβαιώνει για την αλήθεια της δήλωσής της) και αναγνωρίζει ως ορθό, ακριβές και πραγματικά οφειλόμενο από αυτήν και προκύπτει από την υπ' αριθμόν .../04-06- 2015 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με την οποία η …. Α.Ε. χορήγησε πίστωση στην αιτούσα μέχρι του ποσού των εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ (180.000,00), με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη σύμβαση και τις πρόσθετες αυτής πράξεις. Μάλιστα, την εκπλήρωση των όρων της ανωτέρω συμβάσεως και την ολοσχερή και εμπρόθεσμη εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτησή της εγγυήθηκαν οι ... ... του ..., ... ... του ... και ...... του .... Προς εξασφάλιση δε της ως άνω απαίτησης και δυνάμει της υπ' αριθμ. 2284Σ/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έχει εγγραφεί την 16/06/2015 προσημείωση υποθήκης υπέρ της …ΑΕ, ποσού 180.000,00 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων προς εξασφάλιση κάθε απαιτήσεως της Τράπεζας, που πηγάζει από την ως άνω σύμβαση πιστώσεως α) στο υπό στοιχεία ΚΙ κατάστημα του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 124,70 τ.μ. και β) στο υπό στοιχεία ΤΙ διαμέρισμα του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 104,80 τ.μ.. Οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, βρίσκονται σε πολυκατοικία στο Δήμο Αθηναίων, επί της οδού ... (πρώην ...) αρ. 15, ιδιοκτησίας των ... ..., ... ... και … .... Αναφορικά με τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς την …. ΑΕ, συνολικού ύψους 106.175,62 ευρώ την 31/01/2018, αυτές συμφωνούνται να παραμείνουν αναλλοίωτες και ανεπηρέαστες από την ανωτέρω συμφωνία και το σχέδιο εξυγίανσης, ούτως ώστε να μην επηρεαστεί ούτε το μηνιαίο ποσό της καταβολής της αιτούσας προς την Τράπεζα, ούτε το ποσοστό του επιτοκίου που ρυθμίζει την σύμβαση, ούτε τον χρόνο και τον τρόπο αποπληρωμής αλλά ούτε και εν γένει τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες της ανωτέρω σύμβασης. 5) Οι υποχρεώσεις της αιτούσας προς ανέγγυους και μη συμβαλλόμενους πιστωτές (οποιασδήποτε κατηγορίας), οι οποίες κατά τις 31-1-2018 ανέρχονταν στο ποσό των 449.868,92 ευρώ θα αποπληρωθούν σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20,00%) επί του συνόλου της απαίτησής τους, το δε ποσό αυτό θα το εισπράξουν σε δέκα (10) έτη από την επικύρωση της συμφωνίας από το παρόν Δικαστήριο. Η εξόφληση θα γίνει σε εκατόν είκοσι άτοκες (120) μηνιαίες δόσεις, έκαστη καταβολή θα πραγματοποιείται την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα, αρχής γενομένης της πρώτης καταβολής σε ένα (1) μήνα από την επικύρωση της παρούσας συμφωνίας από το παρόν Δικαστήριο. Η οφειλή θα εκτοκίζεται από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας με μηδενικό επιτόκιο (0,00%), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Οποιαδήποτε άλλη απαίτηση πέραν του ποσού αυτού, όπως αυτό συμφωνείται, ότι περιορίζεται στο προαναφερόμενο ποσοστό, αποσβένεται και διαγράφεται. Απαιτήσεις αφανών πιστωτών της εταιρείας, οι οποίες είχαν γεννηθεί στις 31/01/2018 ή γεννηθούν κατά την ενδιάμεση περίοδο αλλά δεν εμφανίζονται στα βιβλία της, θα παραμένουν ως υποχρέωση της εταιρείας, θα διαγράφονται κατά ποσοστό 97,5% και θα καταβάλλονται εφάπαξ εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την εμφάνισή τους. Περαιτέρω, στην υπό επικύρωση συμφωνία εξυγίανσης προβλέπονται και τα εξής: Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, έκαστος και όλοι οι Οργανισμοί και Εταιρείες Κοινής Ωφέλειας, θα εξοφληθούν πλήρως και ολοσχερώς εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εξυγίανσης. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει επιβάλει κατάσχεση εις χείρας τρίτων και δη επί των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας υποχρεούται να άρει τις κατασχέσεις αυτές, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εξυγίανσης. Κατά την εξόφληση οιασδήποτε οικονομικής υποχρέωσης που περιλαμβάνεται στο Παθητικό, ο εν λόγω προμηθευτής/πιστωτής υποχρεούται να δηλώνει εγγράφως ότι δεν έχει εκχωρήσει την σχετική οικονομική απαίτησή του κατά της εταιρείας. Σε αντίθετη περίπτωση, οι απαιτήσεις του Παθητικού, οι οποίες κατά δήλωση του προμηθευτή/πιστωτή έχουν εκχωρηθεί σε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, θα καταβάλλονται στον υπέρ ου η εκχώρηση, μετά την απομείωση τους υπό τον όρο προσκομίσεως από αυτόν της σχετικής συμβάσεως εκχωρήσεως. Εντός δέκα (10) Εργασίμων Ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εξυγίανσης το Ελληνικό Δημόσιο, οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί, Κύριας ή Επικουρικής Ασφάλισης, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι Οργανισμοί και Εταιρείες Κοινής Ωφέλειας (ενδεικτικά ΔΕΗ, ΔΕΔΔΗΕ, ΔΕΣΜΗΕ, ΑΑΓΗΕ, ΔΕΠΑ, ΔΕΣΦΑ, OTE, ΕΥΔΑΠ, λοιποί οργανισμοί και εταιρείες ύδρευσης, αποχέτευσης) αλλά και κάθε και όλοι οι ανάλογοι ιδιωτικοί πάροχοι υποχρεούνται να προβούν σε άρση των οποιοσδήποτε φύσεως δεσμεύσεων, επιβληθεισών συντηρητικών ή αναγκαστικών κατασχέσεων που έχουν επιβάλει για την απαίτησή τους, εις χείρας τρίτων. Προμηθευτές/πιστωτές που έχουν στην κατοχή τους επιταγές ή/και γραμμάτια ή/και συναλλαγματικές ή/και έχουν προβεί σε πράξεις δικαστικής επιδίωξης της απαίτησής τους τόσο κατά της εταιρείας όσο και κατά των εκ τρίτου συμβαλλομένων στην συμφωνία εξυγίανσης (έκδοση διαταγών πληρωμής, έκδοση δικαστικών αποφάσεων, κατάθεση αγωγής, ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων), κατόπιν της απομείωσης των σχετικών απαιτήσεών τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπό επικύρωση συμφωνία και κατά το χρόνο εξόφλησης και υπογραφής της σχετικής πράξης εξόφλησης, υποχρεούνται να παραδίδουν τα σώματα των επιταγών ή/και γραμματίων ή/και συναλλαγματικών ή/και τα απόγραφα των Διαταγών Πληρωμής και παράλληλα υποχρεούνται να παραιτούνται των σχετικών δικογράφων και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τους που απορρέουν από οιαδήποτε αιτία. Εάν οιοσδήποτε προμηθευτής/πιστωτής, ο οποίος δεν συμβάλλεται στην υπό επικύρωση συμφωνία αλλά καταλαμβάνεται από αυτήν, αρνηθεί να εισπράξει το τελικό και κατόπιν της απομείωσης οφειλόμενο σε αυτόν ποσό, η εταιρεία θα δύναται να προσφέρει το ποσό αυτό με δικαστικό επιμελητή και εφόσον και πάλι αρνηθεί ο εν λόγω προμηθευτής/πιστωτής να εισπράξει, η εταιρεία θα δύναται να προβεί σε παρακατάθεση αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με την οποία παρακατάθεση θα εξοφλείται πλήρως η σχετική υποχρέωσή της έναντι του μη συμβαλλόμενου στη συμφωνία εξυγίανσης και μη συμφωνούντος στην είσπραξη αυτού πιστωτή. Η ολοκλήρωση της εξυγίανσης και η υλοποίηση των προβλεπόμενων στην σχετική συμφωνία ρυθμίσεων αποπληρωμής και απομειώσεων εξαρτώνται από την επικύρωση από το παρόν Δικαστήριο της συμφωνίας. Σε περίπτωση μη πλήρωσης της ανωτέρω αιρέσεως, η συμφωνία, καθώς και όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν και γενικά οι έννομες συνέπειές της δεν επέρχονται και ουδεμία απαίτηση, αξίωση ή δικαίωμα δύναται να εγερθεί έναντι οιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους για οιοδήποτε λόγο, έκαστος δε πιστωτής δικαιούται να αξιώσει τις απαιτήσεις του με κάθε νόμιμο μέσο, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ως είχαν κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας, πλέον τόκων και εξόδων μέχρι εξοφλήσεως. Κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εξυγίανσης θα συνταχθεί Ισοζύγιο το οποίο θα ελεγχθεί και πιστοποιηθεί από Ορκωτό Ελεγκτή της αιτούσας και θα συμπεριλάβει το σύνολο των διαφοροποιήσεων που έχουν προκόψει έως την ολοκλήρωση της εξυγίανσης. Για όσο διάστημα ισχύει η συμφωνία και τηρούνται οι ανωτέρω συμφωνίες και ρυθμίσεις, οι πιστωτές θα απέχουν από τη δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων τους κατά της εταιρείας, ενώ συμφωνείται η αναστολή των ατομικών διώξεων του συνόλου των πιστωτών αναφορικά με απαιτήσεις κατά της αιτούσας για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης (κατά το άρθρο 103 παρ. 1 περ. η' ΠτΚ). Σε περίπτωση κατά την οποία η εταιρεία καταστεί υπερήμερη ως προς τρεις συνεχόμενες (3) μηνιαίες δόσεις (σε περίπτωση κατά την οποία προβλέπεται αποπληρωμή σε δόσεις) ή/και για διάστημα πλέον των τεσσάρων (4) μηνών από την σχετική ημερομηνία καταβολής (σε περίπτωση κατά την οποία δεν προβλέπεται αποπληρωμή σε δόσεις, αλλά δήλη ημερομηνία εφάπαξ καταβολής), ρητά συμφωνείται ότι η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να καταγγελθεί κατόπιν προηγούμενης εξώδικης όχλησης και εφόσον εντός ενός (1) μηνός από αυτήν η εταιρεία δεν ικανοποιήσει την σχετική υποχρέωση της προς τον καταγγέλλοντα πιστωτή, οπότε και πλέον επέρχονται τα αποτελέσματα της καταγγελίας. Κατά τα λοιπά, τα αποτελέσματα της καταγγελίας δεν ανατρέπουν την συμφωνία ούτε αναβιώνουν τις αρχικές απαιτήσεις, οι οποίες σε κάθε περίπτωση παραμένουν απομειωμένες και θα επέρχονται αποκλειστικά και μόνο ως προς τον εν λόγω καταγγέλλοντα. Σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος αυτό υποχρεούται, όπως εντός πέντε (5) ημερών από την καταγγελία, να ενημερώσει εγγράφως έκαστο από τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη χορηγώντας ταυτόχρονα σ' αυτούς επίσημα αντίγραφα των εγγράφων που αποδεικνύουν τους λόγους καταγγελίας της συμφωνίας. Οι πιστωτές διατηρούν όσα δικαιώματα έχουν αποκτήσει κατά την ενδιάμεση περίοδο και μεταγενέστερα μέχρι τη λήξη ισχύος της συμφωνίας καθ' οποιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, η αιτούσα αναγνωρίζει πλήρη αποδεικτική δύναμη σε αποσπάσματα ή αντίγραφα των εμπορικών βιβλίων των πιστωτών, καθώς και των σε τακτά χρονικά διαστήματα, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, αποστελλομένων μερίδων του καθολικού Ισοζυγίου που εμφανίζουν την κίνηση του λογαριασμού, προς απόδειξη των από την υπό επικύρωση σύμβαση απαιτήσεων των πιστωτών εναντίον της εταιρείας και κάθε οφειλής αυτής προς τους πιστωτές για κάθε ποσό, επιτρεπόμενης, όμως ανταπόδειξης. Το ίδιο ισχύει και για τον/τους λογαριασμό/ους που θα τηρούν οι πιστωτές μετά από τυχόν καθ' οιονδήποτε τρόπο ανατροπή των αποτελεσμάτων της συμφωνίας εξυγίανσης, επιτρεπόμενης όμως ανταπόδειξης. Οι συμβαλλόμενοι πιστωτές δεν θα κινηθούν δικαστικά (ο όρος συνιστά δικονομική συμφωνία και δεν επέχει θέση άφεσης χρέους ή απαλλαγής ευθυνών καθ’ οιονδήποτε τρόπο) κατά των εγγυητών, αναφορικά με οποιαδήποτε απαίτηση διατηρούν έναντι τους, απορρέουσα αποκλειστικά και μόνον από την παροχή εγγύησης υπέρ της εταιρείας. Διευκρινίζεται ότι η ανωτέρω δικονομική συμφωνία αποχής από την δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων κατά των εγγυητών επ' ουδενί αφορά έτερες απαιτήσεις των πιστωτών κατά των εγγυητών από οιαδήποτε άλλη αιτία. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται ανωτέρω τα αποτελέσματα της συμφωνίας εξυγίανσης ως προς τον περιορισμό των απαιτήσεων ενός έκαστου πιστωτή, συμβαλλόμενου ή μη, συμφωνείται ότι ισχύουν και όσον αφορά τους εγγυητές προς καταβολή έναντι των συμβαλλομένων ή μη συμβαλλομένων ακόμη και όσον αφορά τους φόρους εισοδήματος, τους επιρριπτόμενους και τους παρακρατούμενους φόρους (ενδεικτικά αναφερόμενους) καθώς και την τυχούσα ευθύνη τους προς αποζημίωση από αδικοπραξία ή/και ηθική βλάβη.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας εξασφαλίζουν τη σταθερή επιχειρηματική πορεία της αιτούσας αφού βάσιμα πιθανολογείται κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι η εταιρεία θα επιστρέφει σταδιακά στην κερδοφορία και θα εξυγιανθεί, οι εργαζόμενοι θα συνεχίσουν να απασχολούνται, οι λοιποί πιστωτές θα εξακολουθούν να εισπράττουν από τη λειτουργία της επιχείρησης και θα τακτοποιηθούν τόσο οι μακροπρόθεσμες όσο και οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της, το δε Ελληνικό Δημόσιο θα συνεχίσει να εισπράττει άμεσους και έμμεσους φόρους από μια οικονομικά ενεργή επιχείρηση. Εξάλλου, η προηγούμενη ανάπτυξη της αιτούσας, το καλό όνομα που διατηρεί στην αγορά, το εξειδικευμένο προσωπικό αλλά και οι πολύ καλές σχέσεις με τους προμηθευτές και τους πελάτες της σηματοδοτούν την εν γένει δυναμική της στο χώρο και πιθανολογείται ότι σε ένα κατ’ ελάχιστον ευνοϊκότερο οικονομικά κλίμα θα επανέλθει στην κατηγορία των υγιών επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα θα διατηρήσει τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας, ενδεχομένως δε να δημιουργήσει και νέες και θα συμβάλλει και η ίδια στην ανάπτυξη του οικονομικού περιβάλλοντος στο οποίο δραστηριοποιείται. Αντιθέτως, η προοπτική πτώχευσης της αιτούσας και η βίαιη εκποίηση των περιουσιακών της στοιχείων θα έχει επαχθείς συνέπειες τόσο για την ίδια όσο και για τους συναλλασσόμενους μαζί της αλλά και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο διότι α) η Εταιρεία θα παύσει να υφίσταται χωρίς καμία πιθανότητα επαναπροσδιορισμού του ρόλου της στην αγορά, β) θα αδρανοποιηθεί μία επιχείρηση που έχει αναπτύξει σημαντική εμπορική δραστηριότητα, γ) οι πιστωτές της θα εισπράξουν μέρος των απαιτήσεών τους και δεν θα μπορούν να διεκδικήσουν στο μέλλον το υπόλοιπο αυτών, δ) οι απασχολούμενοι σε αυτήν θα απωλέσουν τις θέσεις εργασίας τους και θα οδηγηθούν στην ανεργία, με συνεπακόλουθο να περιέλθουν οι ίδιοι και οι οικογένειες τους σε δεινή οικονομική κατάσταση, ε) το Δημόσιο θα στερηθεί τους φόρους (άμεσους και έμμεσους) που θα κατέβαλε η αιτούσα και θα επιβαρυνθεί με το κόστος επιδότησης των ανέργων, στ) οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης θα στερηθούν την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ζ) θα μειωθεί η κατανάλωση και η) η κατάρρευση της εταιρείας θα συμπαρασύρει σε οικονομικό αδιέξοδο συνεργαζόμενες επιχειρήσεις-προμηθευτές της. Εξάλλου, η ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, με βάση την αξία τους, κατά την 31/1/2018 θα αποφέρει το ποσό των 841.076,79 ευρώ, ενώ δια του προτεινόμενου σχεδίου αναδιάρθρωσης και την εφαρμογή της συμφωνίας εξυγίανσης θα εξασφαλιστεί η αποπληρωμή υποχρεώσεων κατά την 31/1/2018 ύψους 1.536.757,20 ευρώ. Συνεπώς στην πρώτη περίπτωση (βίαιη εκποίηση) οι πιστωτές θα ικανοποιηθούν συνολικά κατά το ποσό των 841.076,79 ευρώ και συνεπώς, δεδομένου ότι οι συνολικές οφειλές της αιτούσας ανέρχονται στο ποσό των 2.868.154,72 ευρώ, θα επέλθει ζημία τους ποσού 2.027.077,93 ευρώ, ενώ στη δεύτερη περίπτωση (επικύρωση της συμφωνίας) θα ικανοποιηθούν συνολικά κατά το ποσό του 1.536.757,20 ευρώ και η ζημία τους θα περιοριστεί στο ποσό του 1.331.397,52 ευρώ. Επίσης πιθανολογείται ότι με το επιχειρηματικό σχέδιο και τη βάσει αυτού συμφωνία εξυγίανσης θα υπάρξουν σταδιακά θετικές ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες, κυρίως λόγω της αύξησης και μετέπειτα σταθεροποίησης των όγκων πωλήσεων και της λειτουργικής κερδοφορίας, οι οποίες σε σωρευτικό επίπεδο θα ανέλθουν την περίοδο 2018-2028 στο ποσό του 1.920.000, 25 ευρώ, δεδομένου μάλιστα ότι η εταιρεία σύμφωνα με το επιχειρηματικό σχέδιο δεν εμφανίζει χρηματοδοτικές ανάγκες σε καμία περίοδο εφαρμογής αυτού καθώς οι ταμειακές ροές που προκύπτουν από τις λειτουργικές της δραστηριότητες υπερκαλύπτουν τις κεφαλαιουχικές και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της. Με βάση τα ανωτέρω το Δικαστήριο τούτο πιθανολογεί ότι με την υλοποίηση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών της αιτούσας με την έννοια του άρθρου 99 παρ.2 ΠτΚ, καθόσον με την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης οι πιστωτές της θα ικανοποιηθούν κατά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με την περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσίας της μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης ή πτωχευτικής διαδικασίας. Εξάλλου, σε περίπτωση βίαιης εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, αυτά θα εκποιηθούν σε πολύ χαμηλές τιμές, με αποτέλεσμα να ικανοποιηθεί μέρος μόνο των απαιτήσεων των πιστωτών της οι οποίοι, εφόσον η εταιρεία δεν θα επαναδραστηριοποιηθεί δεν θα μπορούν μελλοντικά να διεκδικήσουν το υπόλοιπο των απαιτήσεών τους, ενώ οι εργαζόμενοι της εταιρείας θα απωλέσουν οριστικά τις θέσεις εργασίας τους και θα οδηγηθούν στην ανεργία. Ειδικότερα, όσον αφορά τους μη συμβαλλόμενους στη συμφωνία εξυγίανσης της αιτούσας Ελληνικό Δημόσιο και ΕΦΚΑ για τους οποίους προβλέπεται η πλήρης ικανοποίηση των προς αυτούς οφειλών κατά το χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας πλέον του ποσού φόρου ή εισφορών προκόψει από 31/1/2018 και εντεύθεν μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης δεν παραβιάζεται η αρχή της συλλογικής ικανοποίησης λόγω του ότι η συμφωνία εξυγίανσης προβλέπει τη διαγραφή των προσαυξήσεων, τελών, προστίμων και λοιπών επιβαρύνσεων που στο μεσοδιάστημα ενδέχεται να προκόψουν και χρόνο αποπληρωμής σε 96 άτοκες δόσεις. Οι όροι αυτοί δεν παραβιάζουν την αρχή της συλλογικής ικανοποίησης και τούτο διότι α) ήδη με το άρθρο 15 του Ν.4469/2017 για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, νόμος που σκοπό έχει τη στήριξη και αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν προβλήματα οικονομικής στενότητας και κινείται στο ίδιο πνεύμα με τη δυνατότητα εξυγίανσης των επιχειρήσεων που προβλέπεται στον Πτωχευτικό Κώδικα, προβλέπεται δυνατότητα διαγραφής όχι μόνο τόκων και προσαυξήσεων αλλά και κεφαλαίου για χρέη προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση με τη συμφωνία εξυγίανσης προβλέπεται η αποπληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές ότι προέχει και προκρίνεται από το νομοθέτη η βιωσιμότητα μιας επιχείρησης, με στόχο την επανένταξή της ως μιας μελλοντικά υγιούς επιχείρησης στην οικονομία της Χώρας ώστε να υποχωρούν ακόμα και οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, β) ο ίδιος ο νομοθέτης με το νεότερο Ν.4611/2019 (άρθρ.2παρ.2, 4παρ.2, 98παρ.1περ.Γδ και παρ.4) προβλέπει την ολική διαγραφή ή την κατά περίπτωση έκπτωση των τόκων, προσαυξήσεων, προστίμων και λοιπών επιβαρύνσεων, γ) η προβλεπόμενη στην ένδικη συμφωνία δεκαετής διάρκεια αποπληρωμής των οφειλών στο Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι παραβιάζει την αρχή της συλλογικής ικανοποίησης, αφού από τον ίδιο το νομοθέτη προβλέπεται ήδη (Ν.4611/2019), η αποπληρωμή χρεών στο Ελληνικό Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς σε 100 ή 120 δόσεις, ακριβώς με σκοπό τη διάσωση της επιχείρησης του οφειλέτη και όχι τον αφανισμό της. Άλλωστε και στην περίπτωση συλλογικής ικανοποίησης η καταβολή του πλειστηριάσματος δεν είναι άμεση, γιατί συνηθέστερα ακολουθούν χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες προσβολής του πίνακα κατάταξης και μόνο μετά το τέλος αυτών των δικών καταβάλλεται το ανάλογο ποσό του πλειστηριάσματος, δ) μέχρι την ολοκλήρωση της βίαιης εκποίησης η αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας θα έχει απομειωθεί, ώστε να παρίσταται πιθανό να επιτευχθεί πλειστηρίασμα μικρότερο από το ως άνω αναφερόμενο και να μην καλυφθούν οι απαιτήσεις των κυρίως παρεμβαινόντων, όπως προβλέπεται να καλυφθούν με τη συμφωνία εξυγίανσης, ε) με τη διαδικασία της εξυγίανσης επιδιώκεται πρωτίστως η διάσωση των βιώσιμων επιχειρήσεων και των παραγωγικών πόρων (ανθρωπίνων και μη) παράλληλα προς την εξισορρόπηση των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων οφειλέτη και πιστωτών, προς επίτευξη δε αυτού του σκοπού συσταθμίζεται και συναξιολογείται το ωφέλιμο αποτέλεσμα που θα προκύψει για την εθνική οικονομία από τη διατήρηση ή επαναφορά σε λειτουργία της επιχείρησης, τόσο από πλευράς συμβολής στο συνολικό παραγωγικό αποτέλεσμα της Χώρας όσο και από πλευράς απασχόλησης εργατικού δυναμικού. Ο δικαιολογητικός λόγος της εισαγωγής του θεσμού της διαδικασίας εξυγίανσης και ο σκοπός που επιδιώκεται με τις οικείες νομοθετικές διατάξεις συνίσταται στη διάσωση των εταιρειών εκείνων που, λόγω της οικονομικής κρίσης, βρέθηκαν σε δυσμενή οικονομική κατάσταση, με την παροχή σε αυτές μιας δεύτερης ευκαιρίας ώστε να καταφέρουν να ορθοποδήσουν προς όφελος όλων, ήτοι της ίδιας της εταιρείας, των εργαζομένων, των πιστωτών της αλλά και της οικονομίας γενικότερα. Περαιτέρω, κατόπιν στάθμισης και αξιολόγησης της συμφωνίας σε αυτό το πλαίσιο προκρίνεται η επικύρωσή της, διότι η εφαρμογή της συμφωνίας θα επιτρέψει στην αιτούσα να εξακολουθήσει τη λειτουργία της, οι εργαζόμενοι θα συνεχίσουν να απασχολούνται, οι λοιποί πιστωτές θα εξακολουθούν να εισπράττουν από τη λειτουργία της επιχείρησης και θα ικανοποιηθούν κατά μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με την περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσία της, μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης ή πτωχευτικής διαδικασίας, το δε Ελληνικό Δημόσιο θα συνεχίσει να εισπράττει άμεσους και έμμεσους φόρους από μία ενεργή οικονομική μονάδα. Αντιθέτως, σε περίπτωση βίαιης εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας θα υπάρξουν καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για την ίδια την εταιρεία αλλά τόσο για τους συναλλασσόμενους με αυτήν όσο και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, καθόσον η εταιρεία θα παύσει να υφίσταται, χωρίς πιθανότητα επαναπροσδιορισμού του ρόλου της στην αγορά, οι πιστωτές της θα λάβουν συνολικά ελάχιστο μέρος των απαιτήσεων τους με συνέπεια να αντιμετωπίσουν και αυτοί έλλειψη ρευστότητας ενώ οι εργαζόμενοι της εταιρείας θα οδηγηθούν στην ανεργία. Εξάλλου, οι κυρίως παρεμβαίνοντες ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση ασκείται καταχρηστικά διότι η αιτούσα παρουσιάζει ανοδική πορεία, δεδομένου ότι το έτος 2018 σημειώθηκε αύξηση της κερδοφορίας της, ενώ ο κύκλος εργασιών της είναι κατά πολύ μεγαλύτερος από τις οφειλές της προς αυτές. Ωστόσο από την ανωτέρω οικονομική κατάσταση της αιτούσας ουδόλως συνεπάγεται ότι η τελευταία δεν αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας και κάλυψης των τρεχουσών και ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών. Ειδικότερα, η επισφαλής αυτή οικονομική θέση της αιτούσας απεικονίζεται στους προσκομιζόμενους ισολογισμούς της, όπου οι εμφαινόμενες συνολικές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις της ουδόλως μπορούν να καλυφθούν από τα ταμειακά της διαθέσιμα. Μάλιστα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο με αριθμό πρωτ. … έγγραφο της ΔΥΟ ..., οι οφειλές της έναντι του Ελληνικού Δημοσίου είχαν ανέλθει στις 17/11/2020 στο ποσό του 1.173.871,72 ευρώ, εκ των οποίων οι ληξιπρόθεσμες ανέρχονταν στο ποσό του 1.139.821,20 ευρώ, αποτελούμενων από κεφάλαιο 944.072,30 ευρώ και προσαυξήσεις και τέλη στα ποσά των 195.703,30 ευρώ και 45,60 ευρώ αντίστοιχα, οφειλές οι οποίες καταδεικνύουν την επισφαλή οικονομική θέση της αιτούσας, καθώς η τελευταία ενώ προέβη σε ρυθμίσεις μερικών εκ των οφειλών της προς το Ελληνικό Δημόσιο, τις οποίες τηρούσε στο παρελθόν αδυνατεί πλέον να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της τόσο προς το Ελληνικό Δημόσιο όσο και προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Περαιτέρω, στην ανωτέρω δυσμενή οικονομική κατάσταση της αιτούσας συνέβαλε και το γεγονός ότι η τρίτη κυρίως παρεμβαίνουσα εταιρεία το έτος 2015 μετέβαλε μονομερώς τον τρόπο της μεταξύ τους συνεργασίας, με μηδενισμό της πίστωσης και άμεση απαίτηση εξόφλησης του οφειλόμενου σε αυτήν ποσού ύψους 500.000 ευρώ, το οποίο υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν πιστούμενο ποσό. Μάλιστα προς μερική εξόφληση της ανωτέρω εταιρείας, η αιτούσα έλαβε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δάνειο ποσού 150.000 ευρώ, ποσό το οποίο κατέβαλε στην κυρίως παρεμβαίνουσα- προμηθεύτρια εταιρεία μειώνοντας με τον τρόπο αυτό το μεταξύ τους υπόλοιπο στις 350.000 ευρώ. Επομένως, όλα τα ανωτέρω είχαν ως αποτέλεσμα την αιφνίδια αλλαγή στην ταμειακή ροή της αιτούσας και συνέβαλαν στην επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της και στον τρόπο λειτουργίας της με αποτέλεσμα η τελευταία να ευρίσκεται σε επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών της υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό δίχως όμως να έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των κυρίως παρεμβαινόντων Ελληνικού Δημοσίου και ΕΦΚΑ ότι η συμπεριφορά της αιτούσας είναι αθέμιτη και καταχρηστική για το λόγο ότι η αιτούσα έχει ασκήσει α) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11/12/2015 αίτηση περί ανοίγματος διαδικασίας εξυγίανσης, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. 4121/2018 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους της κατά της υπ’ αριθμ. 792/2017 πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, β) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6/12/2017 αίτηση λήψης προληπτικών μέτρων, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 3631/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, γ) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την παρούσα από 16/4/2018 αίτηση άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, επί της οποίες εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 864/2019 απόφαση, δ) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αίτηση λήψης προληπτικών μέτρων η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 1473/2019 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, ε) ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 2/12//2019 αίτηση προληπτικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3633/2020 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα τη διόγκωση των οφειλών αυτής έναντι των κυρίως παρεμβαίνοντων τυγχάνουν νομικά αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι διότι τα επικαλούμενα από τους εν λόγω διαδίκους περιστατικά δεν θεμελιώνουν υπέρβαση και μάλιστα προφανή, των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της αιτούσας οφειλέτιδος (άρθρο 281 ΑΚ), αλλά ενάσκηση νόμιμου και θεμιτού δικαιώματος της αιτούσας. Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις-τόσο η γενική του άρθρου 100 παρ. 1 ΠτΚ, όσο και οι ειδικές του άρθρου 106β παρ. 2 ΠτΚ-για την επικύρωση της από 16-4-2018 συμφωνίας εξυγίανσης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αίτηση της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας και τις πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της αιτούσας και δέχθηκε τις κύριες παρεμβάσεις, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε σχετικοί λόγοι έφεσης της αιτούσας-εκκαλούσας εταιρίας πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

Κατά συνέπεια τόσο η κρινόμενη έφεση όσο και οι ασκηθείσες, στο παρόν Δικαστήριο πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να συνεκδικασθεί η αίτηση με τις κύριες και τις πρόσθετες παρεμβάσεις που ασκήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εν συνεχεία, δε, πρέπει η αίτηση και οι πρόσθετες παρεμβάσεις να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και κατ’ ουσίαν και να απορριφθούν οι κύριες παρεμβάσεις. Συνακολούθως, πρέπει να επικυρωθεί η από 16-4-2018 συμφωνία εξυγίανσης της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η αμελλητί δημοσίευση περίληψης της παρούσας απόφασης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων- Τομέας Ασφάλισης Νομικών (ΕΤΑΑ-ΤΑΝ) και στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, με επιμέλεια της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι στο διατακτικό της παρούσας δε θα περιληφθεί διάταξη για τις ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις (που ασκήθηκαν στο πρωτοβάθμιο και στο παρόν Δικαστήριο), καθότι πρόκειται για διαμορφωτικές διαδικαστικές πράξεις, μη ενέχουσες αίτημα περί παροχής δικαστικής προστασίας. Τέλος, σημειώνεται ότι δε θα περιληφθεί στο διατακτικό της παρούσας διάταξη περί επιβολής σε βάρος των ηττηθέντων διαδίκων των δικαστικών εξόδων υπέρ της εκκαλούσας και των προσθέτως παρεμβαινόντων, αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω έλλειψης υποβολής σχετικού προς τούτο αιτήματος (άρθρο 106 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 28/11/2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/.../29.11.2019 και αριθμό εκθέσεως καταθέσεως και προσδιορισμού ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ .../2019) έφεση, με τις πρόσθετες παρεμβάσεις που ασκήθηκαν χωρίς την τήρηση προδικασίας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από τις εταιρείες με τις επωνυμίες 1)«...», 2) «...Ε.Ε.», 3) «......» και 4) «…. ΙΚΕ» καθώς και τους 1) ... ... του ... 2) ... ... του ..., 3) ... ... του ..., 4) ... ... του ..., 5) ... ... του ..., 6) ... ... του ..., 7) ... ... του ..., 8) ... ... του ..., 9) ... ... του ... και 10) ... ... του ....

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 864/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα.

Κρατεί την υπόθεση και συνεκδικάζει την από 16-4-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2018 αίτηση της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας και τις κύριες και πρόσθετες παρεμβάσεις που ασκήθηκαν χωρίς προδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Απορρίπτει τις κύριες παρεμβάσεις.

Δέχεται την αίτηση.

Επικυρώνει την από 16-4-2018 συμφωνία εξυγίανσης της αιτούσας.

Διατάσσει την αμελλητί δημοσίευση περίληψης της παρούσας απόφασης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων-Τομέας Ασφάλισης Νομικών (ΕΤΑΑ-ΤΑΝ) και στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, με επιμέλεια της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3. 7 /6/2025.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

 

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις …

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ