ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 15ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 3438/2025

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Ευσεβεία Λιακοπούλου, Πρόεδρο Εφετών, Δήμητρα Μουχίμογλου, Εφέτη-Εισηγήτρια, Ελένη Γκορέζη, Εφέτη και από τη Γραμματέα Ελένη Λιάσκου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6-3-2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ - ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1] Της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...AG», που εδρεύει στην ... Γερμανίας, …., με γερμανικό Α.Φ.Μ.: ….., ενεργούσας διά του υποκαταστήματος της στο …. Ολλανδίας, οδός …., καταχωρημένο στο Ολλανδικό Εμπορικό Επιμελητήριο με αριθμ. ..., με ολλανδικό Α.Φ.Μ.: …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στερουμένης ελληνικού Α.Φ.Μ., 2] Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «...AG», που εδρεύει στη ... της Αυστρίας, …. με αριθμό εμπορικού μητρώου FN …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στερουμένης ελληνικού Α.Φ.Μ., 3] Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «...AG», που εδρεύει στη …. Ελβετίας, οδός …., με ελβετικό αριθμό μητρώου …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στερουμένης ελληνικού Α.Φ.Μ., καθολική διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της αλλοδαπής εταιρείας « …. AG», που εδρεύει στη …. Ελβετίας, οδός …., με ελβετικό αριθμό μητρώου …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στερουμένης ελληνικού Α.Φ.Μ., κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, 4] Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «...AG», που εδρεύει στο ... της Αυστρίας, ... …. 5, με αυστριακό Α.Φ.Μ.: …. και αριθμό εμπορικού μητρώου …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στερουμένης ελληνικού Α.Φ.Μ. και 5] Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «...ріс», που εδρεύει στο … του Ηνωμένου Βασιλείου, …., με αριθμό εμπορικού μητρώου ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στερουμένης ελληνικού Α.Φ.Μ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Αχιλλέα Χριστοδούλου [AM / … ….], συνεργάτη της Δικηγορικής Εταιρείας «А. & Κ. ΜΕΤΑΞΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ - ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα [οδός ….].

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…. Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «...» [Α.Φ.Μ.: ...], που εδρεύει στην ... Αττικής, …. - …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Νικόλαο Παναγόπουλο [AM / … …] και Δημήτριο Γραμμένο [AM / … ….], αμφότεροι κάτοικοι ... Αττικής, οδός …., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες, ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 31-5-2022 αγωγή τους, στρεφόμενη κατά της άνω εναγομένης και ήδη εφεσιβλήτου, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2022 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../31-5-2022. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 325/2024 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγουσες εταιρείες και ήδη εκκαλούσες άσκησαν στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, απευθυνόμενη στο παρόν, την ένδικη από 3-6-2024, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου .../.../3-6-2024 και προσδιορισμού .../18-6-2024 έφεσή τους, που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά που ορίσθηκε, με αριθμό πινακίου 28 και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλουσών ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις, που κατέθεσε, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εφεσίβλητης δεν εμφανίσθηκαν, αλλά παραστάθηκαν με δήλωσή τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσαν τις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

I. Η υπό κρίση, από 3-6-2024, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου .../.../3-6-2024 και προσδιορισμού .../18-6-2024 έφεση των πρωτοδίκως ηττηθεισών εναγουσών, κατά της υπ'αριθ. 325/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία (215 επ. ΚΠολΔ), επί της από 31-5-2022 [με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../31-5-2022] αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης προς τις εκκαλούσες έλαβε χώρα στις 17-4-2024 [βλ. την επισημείωση επίδοσης επί του σώματος της εκκαλουμένης απόφασης του δικαστικού επιμελητή, …., με ημερομηνία κοινοποίησης στις 17-4-2024] και η ένδικη έφεση ασκήθηκε στις 3-6-2024, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εκ του νόμου εξήντα ημερών προθεσμίας - εφόσον οι εκκαλούσες είναι αλλοδαπές εταιρείες, εδρεύουσες στο εξωτερικό - (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ. 1β', 516, 517, 518 παρ. 1, 520 του Κ.Πολ.Δ), όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με γενικό αριθμό .../3-6-2024 και ειδικό αριθμό .../3-6-2024 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Εισάγεται δε αρμόδια και παραδεκτά για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 498 και 19 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει, μετά την τροποποίησή του, με το άρθρο 4 παρ. 2 του N. 3994/2011), καθώς καταβλήθηκε από τις εκκαλούσες, κατά την κατάθεσή της, το προβλεπόμενο στην παρ. 3 υπό στοιχείο A γ) του άρθρου 495 ΚΠολΔ για την άσκηση ενδίκων μέσων παράβολο [όπως τα εδάφια της παρ.3 αντικαταστάθηκαν από την παρ.2 του άρθρου 35 του N. 4446/22-12-2016 - ФЕК A 240], ποσού 150 €. Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της, κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), μέσα στα όρια, που καθορίζονται από τους λόγους της (άρθρο 522 ΚΠολΔ).

II. ί) Κατά το άρθρο 1 §§ 1 και 7 του ν. 3156/2003 (που εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την κατάργησή του με τον ν. 4548/2018 για τα ομολογιακά δάνεια που εκδόθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή πριν την 1η.01.2019, σύμφωνα με τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 187 § 5, 189 στοιχ. γ' και 190 του ν. 4548/2018), "1. Ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρεία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους ορούς του δανείου.... Ί. Από τη λήξη του ομολογιακού δανείου ο ομολογιούχος ασκεί τα δικαιώματα του ατομικώς, εκτός εάν προβλέπουν διαφορετικά οι όροι του δανείου", κατά το άρθρο 3 § 1 του ίδιου νόμου "1. Η οργάνωση των ομολογιούχων ομολογιακού δανείου σε ομάδα είναι υποχρεωτική σε περίπτωση έκδοσης οποιουδήποτε είδους δανείου με άυλες ομολογίες, σε περίπτωση έκδοσης ομολογιακού δανείου των άρθρων 10 και 11 και σε κάθε περίπτωση έκδοσης ομολογιακού δανείου, που εξασφαλίζεται με εμπράγματες ασφάλειες. Σε κάθε άλλη περίπτωση έκδοσης ομολογιακού δανείου με ενσώματες ομολογίες, η οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδες είναι προαιρετική. Η ομάδα δεν έχει νομική προσωπικότητα", και κατά το άρθρο 4 §§ 1, 4 και 6 του ως άνω νόμου "1. Σε κάθε περίπτωση οργάνωσης των ομολογιούχων σε ομάδα, ορίζεται υποχρεωτικά από την εκδότρια Εκπρόσωπος των ομολογιούχων με έγγραφη σύμβαση.... 4. Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους έναντι της εκδότριας και των τρίτων και ενεργεί για την προάσπιση των συμφερόντων των ομολογιούχων σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, τους όρους του δανείου και τις αποφάσεις της συνέλευσης των ομολογιούχων.... 6. Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους δικαστικώς και εξωδίκως. Ειδικώς: (α)... (β) Ο Εκπρόσωπος των ομολογιούχων ασκεί, στο όνομά του, με μνεία της ιδιότητάς του και ότι ενεργεί για λογαριασμό της ομάδας των ομολογιούχων, χωρίς να απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση από τη Συνέλευση των ομολογιούχων, εκτός εάν τέτοια ειδική εξουσιοδότηση απαιτείται κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου ή της σύμβασης ορισμού του εκπροσώπου, τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικά και έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής ένδικης προστασίας, τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης, της αναγγελίας και επαλήθευσης των απαιτήσεων των ομολογιούχων σε πλειστηριασμούς, πτωχεύσεις, ειδικές ή δικαστικές εκκαθαρίσεις και τις δίκες που αφορούν την εκτέλεση ή την πτώχευση και κάθε άλλη διαδικασία αναγκαστικής ή συλλογικής εκτέλεσης." Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση οργάνωσης των ομολογιούχων σε ομάδα, όπως είναι υποχρεωτικό σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, της έκδοσης ομολογιακού δανείου που ασφαλίζεται με εμπράγματες ασφάλειες, ορίζεται υποχρεωτικά από την εκδότρια του δανείου εκπρόσωπος των ομολογιούχων με έγγραφη σύμβαση, ο οποίος ασκεί στο όνομά του, με μνεία της ιδιότητάς του και ότι ενεργεί για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικά ή έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής δικαστικής προστασίας, καθώς και τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Μετά τη λήξη του δανείου, παύει η ως άνω εξουσία του εκπροσώπου και ο ομολογιούχος ασκεί τα δικαιώματα του ατομικώς, εκτός αν προβλέπουν διαφορετικά οι όροι του δανείου. Για την άσκηση αγωγής εκ μέρους του εκπροσώπου ομολογιακού δανείου επιβάλλεται και αρκεί η επίκληση (μνεία) της ιδιότητάς του ως εκπροσώπου [ΑΠ 227/2024 ΝΟΜΟΣ]. Η κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 1. λήξη του ομολογιακού δανείου συμπίπτει είτε με την αρχικά ορισθείσα ημερομηνία εξόφλησης είτε με την ημερομηνία καταγγελίας ή άλλη δήλη μέρα πρόωρης λήξης του. Η δικαστική επιδίωξη της είσπραξης απαιτεί και την απόδειξη της επέλευσης του γεγονότος που προκάλεσε την άνευ ετέρου λήξη του δανείου [ΤρΕφΑΘ 1046/2024 ΝΟΜΟΣ].

ii) Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 27, 28, 30, 33, 34 και 42 του ν.δ. 3077/1954 "Περί Γενικών Αποθηκών", οι Γενικές Αποθήκες (Προνομιούχος Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος) έχουν ως σκοπό να αποδέχονται τη φύλαξη και συντήρηση των αποτιθέμενων σ’ αυτές εμπορευμάτων ή προϊόντων και να εκδίδουν υποχρεωτικά υπέρ των αποθετών ειδικούς εμπορεύσιμους τίτλους εις διαταγήν (αξιόγραφα), καλούμενα αποθετήρια και ενεχυρόγραφα, τα οποία παραδίδονται στον αποθέτη και μεταβιβάζονται εις διαταγήν ή "εις λευκόν", μαζί ή χωριστά και απολαμβάνουν όλων των εγγυήσεων και πλεονεκτημάτων που απονέμονται από το νόμο. Η οπισθογράφηση από τον αποθέτη και των δύο τμημάτων του τίτλου συνεπάγεται τη μεταβίβαση όλων των δικαιωμάτων του επ'αυτού, ενώ, εάν οπισθογραφηθεί και παραδοθεί από τον αποθέτη σε τρίτο πρόσωπο μόνο το ενεχυρόγραφο, στην περίπτωση που η οπισθογράφηση αυτή είναι η πρώτη, συνιστάται ενέχυρο υπέρ του κομιστή επί των αποθηκευμένων αντικειμένων για την εξασφάλιση χρηματικής απαιτήσεως (δανείου ή συμβάσεως πιστώσεως), το ποσό της οποίας σημειώνεται στην οπισθογράφηση και παρέχει στον κομιστή μόνο δικαίωμα ενεχύρου επί του αποθηκευθέντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι επακολουθεί μεταγραφή της οπισθογράφησης στο τηρούμενο από την εκδότρια του τίτλου ειδικό βιβλίο (άρθρο 31). Το εν λόγω ενέχυρο συνιστά ειδική μορφή νόμιμου ενεχύρου, δυνάμει του οποίου δεν γεννιέται συμβατική σχέση μεταξύ της ... και του ενεχυρούχου δανειστή, αλλά μόνο σχέση εκ του νόμου, βάσει της οποίας δικαιούται, σε περίπτωση μη εξόφλησης του χρέους του πιστωτή - αποθέτη, είτε να προβεί σε αναγκαστικό πλειστηριασμό του ενεχυρασμένου πράγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 45 επ. του άνω ν.δ. 3077/1954, είτε να ζητήσει αποζημίωση σε περίπτωση ζημίας του από πλημμελή ενέργεια ή αμέλεια των υπαλλήλων της ... ή από ελάττωμα της οικοδομής και των μηχανημάτων της [άρθρο 25 του ν.δ. 3077/1954], [ΤρΕφΑΘ 2166/2024 αδημ.- προσκομιζόμενη]. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 25 του ίδιου ν.δ. "Ο διαχειριζόμενος Γενικήν Αποθήκην υποχρεούται να αποδώση το αποθηκευθέν αυτούσιον, ως παρέλαβε τούτο" και "Οι ανάδοχοι Γενικών Αποθηκών υπέχουν ευθύνην έναντι παντός έχοντος νόμιμον δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων και υποχρεούνται εις αποζημίωσιν πάσης ζημίας, προελθούσης είτε εκ πλημμελούς ενεργείας ή αμελείας των υπαλλήλων και υπηρετών, είτε εξ ελαττώματος της οικοδομής και των μηχανημάτων των Αποθηκών. Απαλλάσσονται όμως πάσης ευθύνης ... δι’ ελλείψεις, ζημίας ή βλάβας, οφειλομένας μεταξύ άλλων εις την τύχην ή αιτίαν μη οφειλομένην εις υπαιτιότητα του αναδόχου ή των υπαλλήλων αυτού." Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι βασική υποχρέωση των αναδοχών των Γενικών Αποθηκών είναι η φύλαξη των αποθηκευμένων σ’ αυτές εμπορευμάτων και η απόδοσή τους αυτούσιων στον αποθέτη ή η εκποίησή τους με πλειστηριασμό. Η οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία αποδόσεως των αποθηκευμένων εμπορευμάτων και προϊόντων, η οποία μπορεί να οφείλεται σε κλοπή ή αφαίρεση αυτών, συνιστά περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρεώσεως προς απόδοση αυτών. Σε μία τέτοια περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως των εμπορευμάτων, το πταίσμα των αναδοχών των Γενικών Αποθηκών για τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους για απόδοση των αποθηκευμένων τεκμαίρεται, κατ’ άρθρο 335 ΑΚ, ενώ οι Γενικές Αποθήκες ως οφειλέτες, προκειμένου να απαλλαγούν από την ευθύνη τους, έχουν την υποχρέωση να επικαλεστούν και να αποδείξουν ότι η αδυναμία προς εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη (άρθρο 336 ΑΚ). Τέλος, κατά το άρθρο 1223 ΑΚ, το ενέχυρο εκτείνεται και στο οφειλόμενο για το πράγμα αντάλλαγμα ή ποσό αποζημίωσης, ιδίως σε περίπτωση καταστροφής του πράγματος. Επομένως, την αξίωση, έναντι των Γενικών Αποθηκών, προς αποζημίωση εξ αιτίας της αδυναμίας αποδόσεως των εμπορευμάτων έχει όχι μόνο ο αποθέτης, κύριος των πραγμάτων, αλλά και κάθε άλλος ο οποίος έχει "νόμιμον δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων" (άρθρο 25), άρα και ο δανειστής του αποθέτη, στον οποίο μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση το ενεχυρόγραφο, αφού με τον τρόπο αυτό συνεστήθη υπέρ αυτού ως κομιστή ενέχυρο επί των αποθηκευμένων αντικειμένων για την εξασφάλιση της χρηματικής απαιτήσεώς του. Γι’ αυτό, ο τελευταίος στην περί αποζημιώσεως αγωγή του πρέπει να διαλάβει, ώστε να είναι ορισμένη σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 1,118 αριθ. 4,216 ΚΠολΔ, πλην των λοιπών αναγκαίων στοιχείων, και όλα όσα θεμελιώνουν κατά τις -ειδικότερες των γενικών- διατάξεις του ν.δ. 3077/1954 νόμο την ιδιότητά του ως νόμιμου κομιστή του ενεχυρόγραφου και συγκεκριμένα ότι: α) το ενεχυρόγραφο μεταβιβάσθηκε προς αυτόν με οπισθογράφηση που χρονολογήθηκε (άρθρο 30 παρ. 1 και 2) και β) η ανωτέρω οπισθογράφηση μεταγράφηκε στα ειδικά βιβλία μεταγραφών που τηρεί ο διαχειριζόμενος τις Γενικές Αποθήκες (άρθρο 31 παρ. 2 και 3), διότι αν παραλειφθεί η μεταγραφή, ο κομιστής του ενεχυρόγραφου κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να αξιώσει επί των αποθηκευθέντων εμπορευμάτων (άρθρο 31 παρ. 8). Αυτά τα δύο είναι τα πρωτεύοντα και δικαιογόνα στοιχεία που οφείλει ο ενάγων να επικαλεσθεί και να αποδείξει για την κατά τους προαναφερόμενους κανόνες δικαίου θεμελίωση της ιδιότητάς του ως νόμιμου κομιστή του ενεχυρόγραφου [ΑΠ 664/2016, ΑΠ 1296/2010, ΤρΕφΘεσ 1909/2021 ΝΟΜΟΣ],

III. Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες, με την από 31-5-2022 [με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../31-5-2022] αγωγή τους, εξέθεσαν ότι στις 11-4-2014 συνήφθη πρόγραμμα ομολογιακού δανείου ανακυκλούμενης πίστωσης μεταξύ αφενός της πρώτης ενάγουσας «...AG», ενεργούσας διά του υποκαταστήματος της στο …. Ολλανδίας, της δεύτερης ενάγουσας «...AG», της τρίτης ενάγουσας «…..», της «...AG» [μη διαδίκου] και της «...Ltd» [μη διαδίκου] και αφετέρου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...Α.Ε.», δυνάμει του οποίου χορηγήθηκε στην τελευταία ανακυκλούμενη πίστωση, αρχικά μέχρι του ποσού των 75.000.000 €, κατόπιν δε τροποποίησης των όρων του ομολογιακού δανείου στις 13-10-2014 και στις 6-7-2016, προστέθηκαν νέοι ομολογιούχοι δανειστές και συγκεκριμένα η τέταρτη ενάγουσα, «...AG», η πέμπτη ενάγουσα, «...ріс», η «...AG» [μη διάδικος] και η «...» [μη διάδικος] και αυξήθηκε το πιστωτικό όριο. Ότι, βάσει του προγράμματος, που διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, πλην των όρων που προβλέπουν την οργάνωση των ομολογιούχων δανειστών σε ομάδα και τον διορισμό εκπροσώπου ομολογιούχων και εκπροσώπου εξασφαλίσεων, που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο [ν. 3156/2003], ορίστηκε εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών και εκπρόσωπος εξασφαλίσεων η 1η ενάγουσα, «...AG», ενεργούσας διά του υποκαταστήματος της στο Άμστερνταμ Ολλανδίας. Ότι, το ανωτέρω πρόγραμμα ομολογιακού δανείου περιλάμβανε δύο μέρη παροχής χρηματοδότησης / πίστωσης από τους ομολογιούχους δανειστές προς την πιστούχο «...Α.Ε.», το «... A'», συνολικού ποσού 124.000.000 €, στο οποίο, μεταξύ άλλων ομολογιούχων, η 1η ενάγουσα συμμετείχε με 17.500.000 €, η 2η ενάγουσα με 14.000.000 €, η 3η ενάγουσα με 5.250.000 €, η 4η ενάγουσα με 10.000.000 € και η 5η ενάγουσα με 15.000.000 € και το «... В'», συνολικού ποσού 25.000.000 €. Ότι, το ποσό χρηματοδότησης που χορηγήθηκε στην «...Α.Ε.» με το «... A'», εξασφαλίστηκε με οπισθογράφηση από την «...Α.Ε.» προς την «...AG», υπό την ανωτέρω ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών και εκπροσώπου εξασφαλίσεων, ενεχυρογράφων επί αποθηκευμένων ποσοτήτων καπνών της στα ιδιωτικά παραρτήματα της εναγομένης ... στη ... ... ... και στη .... Ότι, ειδικότερα, οι εγκαταστάσεις της πιστούχου εταιρείας «...Α.Ε.» στη ... ... ..., στη ... και στο 2° χλμ της οδού … - ..., δυνάμει των από 29-12-2000 και 11-4-2014 συμβάσεων μεταξύ αυτής [πιστούχου] και της εναγόμενης ... [που λειτουργεί ως Γενική Αποθήκη κατά το ΝΔ 3077/1954], αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά παραρτήματα της εναγομένης, όπου αποθηκεύθηκαν ποσότητες καπνού της πιστούχου, για τις οποίες εκδόθηκαν από την εναγομένη πενήντα πέντε [55] τίτλοι αποθήκευσης, το δεύτερο στέλεχος των οποίων [το ενεχυρόγραφο] οπισθογραφήθηκε από την πιστούχο στην «...AG», υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, με αποτέλεσμα τη σύσταση δικαιώματος ενεχύρου υπέρ των εναγουσών δανειστριών τραπεζών / ομολογιούχων επί αποθηκευμένων ποσοτήτων καπνού, κυριότητας της πιστούχου στις ανωτέρω εγκαταστάσεις [αποθήκες] της, η δε οπισθογράφηση των εν λόγω τίτλων [ως έκαστος εξ αυτών περιγράφεται αναλυτικά στην αγωγή] μεταγράφηκε νόμιμα στα ειδικά βιβλία που τηρεί η εναγομένη. Ότι, η συνολική ποσότητα των ενεχυρασμένων καπνών, με βάση τα πενήντα πέντε [55] ενεχυρόγραφα ανέρχεται σε 19.300.071,15 κιλά, όπως η επιμέρους ποσότητα καπνών αναγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο για κάθε ενεχυρόγραφο. Ότι, η εναγομένη απέστελλε στην εκπρόσωπο των ομολογιούχων «...AG», μηνιαίες αναφορές / επιβεβαιώσεις ενεχύρων, επιβεβαιώνοντας τις ποσότητες καπνών που αντιστοιχούσαν στα ανωτέρω ενεχυρόγραφα. Ότι, στις ….2016, η «...AG», ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων και άρα και των εναγουσών, πληροφορήθηκε από την εναγομένη ότι υφίστατο σημαντικό έλλειμμα στις αποθηκευμένες ποσότητες καπνού στα παραρτήματα αυτής στη ... ... ... και στη ... Θεσσαλονίκης, η δε μητρική εταιρεία της εναγομένης [….] την ίδια ημέρα [10-11-2016] εξέδωσε ανακοίνωση στην ιστοσελίδα του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ενημερώνοντας το επενδυτικό κοινό για την τέλεση αξιόποινης πράξης σε παράρτημα της θυγατρικής της εταιρείας. Ότι, με την από 17-11-2016 επιστολή της προς την εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών, η εναγομένη ανέφερε ότι διαπίστωσε έλλειμμα περίπου 13.000.000 κιλών από το συνολικό απόθεμα καπνών της «...Α.Ε.» που βρίσκονταν αποθηκευμένα σε τρία της παραρτήματα, η δε αντιστοίχιση των εναπομεινασών ποσοτήτων καπνών με τους τίτλους αποθήκευσης [αποθετήρια και ενεχυρόγραφα] που είχε εκδώσει και οπισθογραφήθηκαν στη συνέχεια από την «...Α.Ε.» υπέρ πλειόνων τραπεζών, μεταξύ των οποίων και η εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Ότι, τελικά, από τη διαδικασία καταμέτρησης που υλοποίησε, διαπίστωσε ότι το έλλειμμα που αντιστοιχούσε στις ενεχυρασμένες στην εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών ποσότητες καπνών ανερχόταν σε 7.359.579 κιλά, χωρίς ωστόσο να διακρίνει ειδικότερα τα ελλείποντα καπνά ανά ποσότητα, έτος σοδειάς και να τα αντιστοιχεί σε συγκεκριμένα ενεχυρόγραφα. Ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί επακριβώς το έλλειμμα και να συσχετιστεί η εναπομείνασα ποσότητα με τα ενεχυρόγραφα κάθε φορέα [λοιπές δανείστριες τράπεζες στις οποίες ομοίως είχαν ενεχυραστεί καπνά της «...Α.Ε.»], με το από 21-2-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθη μεταξύ των δανειστριών τραπεζών [συμπεριλαμβανομένης και της εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών], της εναγόμενης και της εταιρείας «...Α.Ε.», ανατέθηκε ο σχετικός έλεγχος στη διεθνή εταιρεία «...», ο οποίος ωστόσο ουδέποτε ολοκληρώθηκε για λόγους μη οφειλόμενους στις δανείστριες τράπεζες. Ότι, εξαιτίας της αδυναμίας της εναγομένης να αντιστοιχίσει τις εναπομείνασες ποσότητες καπνών με έκαστο ενεχυρόγραφο που είχε οπισθογραφηθεί στην εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών και της άρνησής της να επιτρέψει την έξοδο οποιασδήποτε ποσότητας καπνών, εάν δεν κατέληγαν σε συμφωνία όλοι οι πιστωτές, η εκπρόσωπος των ομολογιούχων και άλλοι τέσσερις ενεχυρούχοι δανειστές [η «...», η «...», η «... Τράπεζα» και η «Τράπεζα ...»], συνήψαν το από Ιούλιο 2017 μνημόνιο συνεργασίας, όπως τροποποιήθηκε, προκειμένου να οργανώσουν και να πετύχουν τη ρευστοποίηση των ενεχυρασμένων ποσοτήτων καπνού, μέσω αναγκαστικής τμηματικής εκποίησης αυτών, σύμφωνα με τους ορισμούς του ΝΔ 3077/1954, δηλαδή, σκοπός ήταν να εκπλειστηριαστούν τα εναπομείναντα καπνά και να ικανοποιηθεί έκαστος ενεχυρούχος δανειστής pro rata, η δε ανωτέρω συμφωνία σε καμία περίπτωση δεν θα επηρέαζε τις αξιώσεις των ενεχυρούχων δανειστών κατά της «...Α.Ε.» και της εναγομένης. Ότι, τηρηθείσας της προβλεπόμενης διαδικασίας, έλαβαν χώρα τμηματικοί πλειστηριασμοί των εναπομενουσών ποσοτήτων ενεχυρασμένων καπνών, του συνολικού πλειστηριάσματος ανερχόμενου στο ποσό των 18.079.161,91 €, εκ του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, αφαιρουμένων των εξόδων και αξιώσεων της εναγομένης κατά της «...Α.Ε.», θα απέμενε για όλους τους συμμετέχοντες δανειστές το ποσό των 8.979.161,91 €. Ότι, το ποσό που θα καταβάλει η εναγομένη στις ενάγουσες θα υπολείπεται σημαντικά της αξίας των ενεχυρασμένων καπνών κατά το έτος 2016, οπότε και εντοπίστηκε το έλλειμμα από την εναγόμενη και επήλθε η αδυναμία απόδοσης αυτών. Ότι, παρά την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ της εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών και της εναγομένης περί απόδοσης στις ενάγουσες του πλειστηριάσματος που επιτεύχθηκε στους πλειστηριασμούς κατά το αντιστοιχούν σε αυτές ποσό, αλλά και την πρόταση για εξωδικαστικό συμβιβασμό, τελικά, ουδέν ποσό έχει καταβληθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ότι, ένεκα της αδυναμίας της εναγομένης να αντιστοιχήσει τα εναπομείναντα καπνά με έκαστο ενεχυρόγραφο, δεν κατέστη δυνατό να διενεργηθεί έγκαιρα πλειστηριασμός αυτών κατά το ΝΔ 3077/1954, πριν η πάροδος του χρόνου μειώσει την αξία αυτών, με αποτέλεσμα το εκπλειστηρίασμα να υπολείπεται κατά πολύ της αξίας και των τιμών ανά είδος, χώρα προέλευσης, ποιότητα και εσοδεία, που είχαν τα ενεχυρασμένα καπνά κατά τον χρόνο που η εναγομένη διαπίστωσε το έλλειμμα. Ότι, η ζημία όλων των ομολογιούχων του προγράμματος [συμπεριλαμβανομένων και των εναγουσών], ανέρχεται στο ποσό των 144.545.258,35 €, ήτοι στην αξία των ενεχυρασμένων καπνών τον Οκτώβριο του 2016 [οπότε και διαπιστώθηκε το έλλειμμα] - όπως τούτο προκύπτει από το σώμα των ενεχυρογράφων και την από 31-10-2016 έκθεση βάσης δανεισμού της «...Α.Ε.» - και αναλύεται στην αγωγή ανά ενεχυρόγραφο, ποσότητα, ποικιλία, εσοδεία και τιμή/κιλό. Ότι, για την ανωτέρω ζημία των, υπεύθυνη εκ του ΝΔ 3077/1954 [άρθρα 22 παρ.1 εδ. α' και 25 εδ. α'] είναι η εναγομένη και οι προστηθέντες υπάλληλοί της, καθώς, κατά παράβαση των σχετικών υποχρεώσεών της, ασκούσε πλημμελή έλεγχο, διαχείριση και φύλαξη στα ιδιωτικά παραρτήματα της, δεν τηρούσε τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν εξέρχονται από τα παραρτήματα της παρανόμως καπνά, ούτε τηρούσε τα απαραίτητα συστήματα επίβλεψης, οργάνωσης, ταξινόμησης των αποθηκευμένων προϊόντων και απογραφής, που θα της επέτρεπαν να αντιστοιχίσει τα ενεχυρασμένα καπνά με τους αντίστοιχους τίτλους - ενεχυρόγραφα, με αποτέλεσμα, αφενός, να δημιουργηθεί το ανωτέρω έλλειμμα και αφετέρου να βρίσκεται σε υπαίτια αδυναμία απόδοσης των αποθηκευμένων στα παραρτήματα της προϊόντων, με συνακόλουθη συνέπεια την από μείωση της αξίας τους λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τη διαπίστωση του ελλείμματος μέχρι τον εκπλειστηριασμό τους. Ότι, η εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών είχε προβεί στις 31-3-2017 σε καταγγελία του ομολογιακού δανείου, η δε συνολική οφειλή της «...Α.Ε.», στις 15-9-2021, ανερχόταν στο ποσό των 229.475.762,11 €, εκ του οποίου ουδέν ποσό έχει καταβληθεί κατά κεφάλαιο και τόκους. Ότι, με την ένδικη αγωγή οι ενάγουσες διεκδικούν μέρος της άνω συνολικής αξίωσης αποζημίωσης και δη κατά το ποσό συμμετοχής εκάστης ενάγουσας στο μέρος χρηματοδότησης προς την πιστούχο «...Α.Ε.», του «... A'» του προγράμματος, συνολικού ποσού 124.000.000 €, κατά τα προαναφερόμενα, στο οποίο, η 1η ενάγουσα συμμετείχε με 17.500.000 €, η 2η ενάγουσα με 14.000.000 €, η 3η ενάγουσα με 5.250.000 €, η 4η ενάγουσα με 10.000.000 € και η 5η ενάγουσα με 15.000.000 €, ήτοι διεκδικούν μόνο το ποσό των 61.750.000 €, επιφυλασσόμενες για τη διεκδίκηση του υπόλοιπου ποσού κάθε νομίμου δικαιώματος τους. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες, ως νομιμοποιούμενες ενεργητικά λόγω της καταγγελίας της σύμβασης του ομολογιακού δανείου, ζήτησαν κυρίως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 και 25 παρ. 1 του ΝΔ 3077/1954 περί ευθύνης της εναγομένης, άλλως, επικουρικά, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ, άλλως, επικουρικότερα, με βάση τις διατάξεις περί αποζημίωσης λόγω αποβολής από την οιονεί νομή των ενεχυρασμένων καπνών, την οποία είχαν αποκτήσει ως ενεχυρούχες δανείστριες: α] να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει : ì) στην πρώτη ενάγουσα, «...AG», το ποσό των 17.500.000 €, ii) στη δεύτερη ενάγουσα, «...AG», το ποσό των 14.000.000 €, Ш) στην τρίτη ενάγουσα, « ...AG», και ήδη στην καθολική διάδοχό της «...AG», το ποσό των 5.250.000 €, iv) στην τέταρτη ενάγουσα, «...AG», το ποσό των 10.000.000 € και ν) στην πέμπτη ενάγουσα, «...ріс», το ποσό των 15.000.000 €, νομιμοτόκως τα ανωτέρω ποσά από τις 17-11-2016 [ημερομηνία αποστολής στην εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών της επιστολής περί αδυναμίας απόδοσης των ενεχυρασμένων καπνών], άλλως, επικουρικά, από τις 22-11-2016 [ημερομηνία αποστολής στην εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών της επιστολής περί της ποσότητας του ελλείμματος], άλλως, επικουρικά, από τις 31-3-2017 [ημερομηνία καταγγελίας του ομολογιακού δανείου, οπότε και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οι αξιώσεις των ομολογιούχων δανειστών], άλλως, επικουρικά, από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, β] να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και γ] να καταδικαστεί η εναγομένη στην εν γένει δικαστική τους δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 325/2024 εκκαλουμένη απόφαση, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία, αφού έκρινε ότι αρμοδίως καθ'ύλην και κατά τόπον εισήχθη η υπόθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [άρθρα 14,18 και 25 παρ.2 ΚΠολΔΕ« το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας προσκομίστηκε το πρακτικό υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας [άρθρα 6 παρ. 1 περ. β' και 7 παρ. 4 εδ. α' του ν. 4640/2019], ακολούθως, έκρινε την ένδικη αγωγή απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης απασών των εναγουσών, ως προς όλες τις βάσεις της [κύρια και επικουρικές], κατά τις ειδικότερες, διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό, αιτιολογίες, συμψηφίζοντας στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Ήδη, οι ενάγουσες τραπεζικές εταιρείες και ήδη εκκαλούσες, με την ένδικη έφεσή τους παραπονούνται, κατά της ανωτέρω αποφάσεως, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, που όλοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την κρίση του περί έλλειψης ενεργητικής τους νομιμοποίησης στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Ζητούν δε την εξαφάνισή της, ούτως ώστε, να γίνει δεκτή η αγωγή τους κατά της αντιδίκου τους - εφεσίβλητης, όπως και να επιβληθούν εις βάρος της τελευταίας τα δικαστικά τους έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ένδικοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι όλοι κατατείνουν στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγουσών τραπεζικών εταιρειών, ο δε έκαστος εξ αυτών αναφέρεται σε ειδικότερες αιτιολογίες της εκκαλουμένης που επιστηρίζουν το διατακτικό της, θα εξεταστούν ενιαία, κατά τα κατωτέρω. Κατά το άρθρο 1 § 7 του ν. 3156/2003 - που ισχύει εν προκειμένω, λόγω εκδόσεως του επίδικου ομολογιακού δανείου το έτος 2014-, «Από τη λήξη του ομολογιακού δανείου ο ομολογιούχος ασκεί τα δικαιώματα του ατομικώς, εκτός εάν προβλέπουν διαφορετικά οι όροι του δανείου ". Επομένως, ερευνητέο είναι, στα ομολογιακά δάνεια στα οποία οι ομολογιούχοι δανειστές είναι οργανωμένοι σε ομάδα, προαιρετικώς ή υποχρεωτικώς [άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3156/2003], εάν, μετά τη λήξη του ομολογιακού δανείου, η εξουσία του εκπροσώπου λήγει και χωρεί πλέον ατομική ενάσκηση των δικαιωμάτων κάθε ομολογιούχου, κατ'εφαρμογή του κανόνα του άνω άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 3156/2003, ή εάν η αποκλειστική εξουσία του εκπροσώπου διατηρείται, παρά τη λήξη του δανείου, όπως ορίζουν οι ρυθμίσεις του άρθρου 4 παρ. 6 περ. α- γ'του ν. 3156/2003. Ωστόσο, στην άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7, υφίσταται ρητή επιφύλαξη υπέρ των όρων του ομολογιακού δανείου, δηλαδή οι όροι του ομολογιακού δανείου κατισχύουν έναντι της ρύθμισης του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, το επίδικο ομολογιακό δάνειο - για το οποίο ορίστηκε εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών και εκπρόσωπος εξασφαλίσεων η 1η ενάγουσα, «...AG» και το οποίο καταγγέλθηκε στις 31-3-2017-, διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, πλην των όρων που προβλέπουν την οργάνωση των ομολογιούχων δανειστών σε ομάδα και τον διορισμό εκπροσώπου ομολογιούχων και εκπροσώπου εξασφαλίσεων, που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο [άρθρα 3 και 4 του v. 3156/2003]. Εκ του ένδικου ομολογιακού δανείου, αντικείμενο της αγωγής είναι το σκέλος «... A'», το οποίο αποτελεί εμπραγμάτως εξασφαλισμένο ομολογιακό δάνειο κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 3156/2003 «Η οργάνωση των ομολογιούχων ομολογιακού δανείου σε ομάδα είναι υποχρεωτική σε κάθε περίπτωση έκδοσης ομολογιακού δανείου, που εξασφαλίζεται με εμπράγματες ασφάλειες», εφόσον γι αυτό λήφθηκαν ως εξασφάλιση τίτλοι αποθήκευσης [ενεχυρόγραφα] εκδοθέντα από την ..., που οπισθογραφήθηκαν από την αποθέτη στην εκπρόσωπο των ομολογιούχων, «...AG», η οποία κατέστη κομίστρια αυτών. Κατά δε τους όρους 30.3 και 30.4 του Προγράμματος, προβλέφθηκαν τα κάτωθι: με τον όρο 30.3, υπό τον τίτλο «Δικαστικές ενέργειες αποκλειστικώς μέσω του Εκπροσώπου των Εξασφαλίσεων», ρητά ορίστηκε ότι «Τα ασφαλιζόμενα μέρη [δηλαδή τα πιστωτικά ιδρύματα] δεν θα διαθέτουν ατομική εξουσία άσκησης δικαστικών ενεργειών ή αναγωγής αναφορικά με τις Εξασφαλίσεις της Συναλλαγής ή ασκήσεως οποιουδήποτε δικαιώματος, εξουσίας, ευχέρειας που απορρέει από τα Έγγραφα των Εξασφαλίσεων της Συναλλαγής, παρά μόνον δια του Εκπροσώπου των Εξασφαλίσεων», ενώ περαιτέρω, με τον όρο 30.4 του Προγράμματος, υπό τον τίτλο «Οδηγίες» και ειδικότερα κατά την περίπτωση (і) του όρου αυτού, ορίστηκε ότι «Ούτε ο Εκπρόσωπος των Ομολογιούχων ούτε ο Εκπρόσωπος Εξασφαλίσεων νομιμοποιείται να ενεργεί εκ μέρους κάποιου Μέρους Χρηματοδότησης (χωρίς πρώτα να λάβει την συναίνεση αυτού του Μέρους Χρηματοδότησης) σε κάθε νομικές ή διαιτητικές διαδικασίες σε σχέση με κάθε Έγγραφο Χρηματοδότησης. Η προκειμένη περίπτωση (ί) δεν θα εφαρμόζεται αναφορικά με νομικές ή διαιτητικές διαδικασίες σχετιζόμενες με τη θέση σε ισχύ, διατήρηση ή διαφύλαξη των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα Έγγραφα των Εξασφαλίσεων της Συναλλαγής ή την άσκηση δικαστικών ενεργειών αναφορικά με αυτά». Σημειωτέον ότι, κατά τον ορισμό του «Μέρους Χρηματοδότησης» που δίδεται στον όρο 1.1 του Προγράμματος, αυτός περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και κάθε Ομολογιούχο Δανειστή, στον δε ορισμό του «Εγγράφου των Εξασφαλίσεων της Συναλλαγής», περιλαμβάνονται και τα επίδικα ενεχυρόγραφα. Ήτοι, κατά τους προαναφερόμενους όρους του Προγράμματος, που κατισχύουν έναντι του άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 3156/2003, τα πιστωτικά ιδρύματα στερούνται της εξουσίας να διενεργούν ατομικώς δικαστικές ενέργειες σε σχέση με τις ασφάλειες που έχουν λάβει προς εξασφάλιση των αξιώσεων τους από το ένδικο Ομολογιακό Δάνειο, ακόμη και μετά τη λήξη του, παρά μόνο μέσω του Εκπροσώπου των Ομολογιών και Εξασφαλίσεων, εν προκειμένω της «...AG», και μάλιστα χωρίς να απαιτείται η ατομική συναίνεση κάθε Ομολογιούχου. Οι ανωτέρω δε προβλέψεις του Προγράμματος βρίσκονται σε πλήρη αρμονία και με τα οριζόμενα στην περ. β' της παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3156/2003 [όπου γίνεται ρητή αναφορά στον εκπρόσωπο των ομολογιούχων στις περιπτώσεις που το ομολογιακό δάνειο είτε θα έχει λήξει αναγκαία ως ανέγγυο, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ν. 4738/2020, είτε διότι αυτό θα έχει λήξει κατά την πραγματική του λήξη στη διάρκεια της πτώχευσης], κατά το οποίο: «Ο Εκπρόσωπος των ομολογιούχων ασκεί, στο όνομά του, με μνεία της ιδιότητάς του και ότι ενεργεί για λογαριασμό της ομάδας των ομολογιούχων, χωρίς να απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση από τη Συνέλευση των ομολογιούχων, εκτός εάν τέτοια ειδική εξουσιοδότηση απαιτείται κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου ή της σύμβασης ορισμού του εκπροσώπου, τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικά και έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής ένδικης προστασίας, τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης, της αναγγελίας και επαλήθευσης των απαιτήσεων των ομολογιούχων σε πλειστηριασμούς, πτωχεύσεις, ειδικές ή δικαστικές εκκαθαρίσεις και τις δίκες που αφορούν την εκτέλεση ή την πτώχευση και κάθε άλλη διαδικασία αναγκαστικής ή συλλογικής εκτέλεσης». Άλλωστε, η καταγγελία του ομολογιακού δανείου δεν συνεπάγεται αυτοχρήμα και τη λύση της ομάδας των ομολογιούχων, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να προβαίνει σε ενέργειες μέσω του εκπροσώπου των ομολογιούχων, ούτε προκύπτει κάτι διαφορετικό από το Πρόγραμμα του ένδικου ομολογιακού δανείου. Προς τούτο συνηγορεί και η αιτιολογική έκθεση του ν. 3156/2003, η οποία χαρακτηριστικά αναφέρει «Ο νόμος ορίζει ότι από τη λήξη του δανείου ο ομολογιούχος ασκεί τα δικαιώματα του ατομικώς... Η διάταξη προδήλως αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ δανείου στο οποίο τα δικαιώματα ασκούνται ατομικά και δανείου στο οποίο τα δικαιώματα ασκούνται συλλογικά, διάκριση που τελικά έχει σχέση με την οργάνωση ή μη των ομολογιούχων σε ομάδα», [βλ. περί των ανωτέρω και την από 2-3-2025 Γνωμοδότηση του Αναπληρωτή Καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών, Νικολάου Βερβεσού, με τις εκεί παραπομπές τη θεωρία και τη νομολογία]. Συνεπώς, τόσο από το πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου, όσο και από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του ν. 3156/2003 που εφαρμόζονται εν προκειμένω, κατά τα οριζόμενα στο Πρόγραμμα περί εφαρμοστέου δικαίου στα θέματα εκπροσώπησης των ομολογιούχων, προκύπτει ότι ενεργητικά νομιμοποιείται στην άσκηση της ένδικης αγωγής μόνο ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων και όχι κατ'ιδίαν οι ομολογιούχοι, οι οποίοι με την εκ του νόμου υποχρεωτική οργάνωσή τους σε ομάδα έχουν απωλέσει την εξουσία αυτή, η δε καταγγελία του ένδικου ομολογιακού δανείου δεν έχει επιφέρει απώλεια της εξουσίας του εκπροσώπου, ούτε η ομάδα των ομολογιούχων λύθηκε, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται εκπροσωπούμενη δικαστικώς και εξωδίκως από τον εκπρόσωπο εξασφαλίσεων [ομολογιούχων], χωρίς οι τελευταίοι να δικαιούνται σε παράλληλη άσκηση αξιώσεων από το ομολογιακό δάνειο. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή, κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν, στηρίζεται στην εκ του άρθρου 25 του ν.δ. 3077/1954 προβλεπόμενη ενοχική αξίωση αποζημίωσης του κομιστή - ενεχυρούχου δανειστή κατά του αναδόχου, Γενικών Αποθηκών, για τις περιπτώσεις που ο δανειστής δεν ικανοποιείται από την αναγκαστική εκποίηση του ενεχύρου. Η εν λόγω αξίωση, κατά τα αναφερόμενα και στην οικεία νομική σκέψη, δεν είναι συμβατική αλλά εκ του νόμου [ex lege] στις περιπτώσεις όπου τα ενεχυρασμένα εμπορεύματα είτε έχουν απολεσθεί, είτε έχουν υποστεί φθορά, ή εξ άλλου λόγου μείωση της αξίας τους από πλημμελή συμπεριφορά των υπαλλήλων των Γενικών Αποθηκών, ως εν προκειμένω, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, τα δε επίδικα εκδοθέντα ενεχυρόγραφα έχουν οπισθογραφηθεί όχι εις διαταγήν εκάστης ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας αλλά εις διαταγήν της «...AG», ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών. Η αξίωση αυτή εκ του άρθρου 25 του ν.δ. 3077/1954 παρέχεται εκ του νόμου στον κομιστή του ενεχυρογράφου, ο τίτλος δε αυτός εις διαταγήν συνιστά αξιόγραφο που απολαμβάνει όλες τις εγγυήσεις και πλεονεκτήματα που απονέμονται από τον νόμο [ν. 5325/1932] στις συναλλαγματικές και στα γραμμάτια εις διαταγήν [άρθρο 42 ν.δ. 3077/1954] [βλ. ΑΠ 664/2016, ΑΠ 1296/2010, ΑΠ 1297/2010, ΑΠ 2094/2009, ΑΠ 419/2003 ΝΟΜΟΣ], και θεωρείται, κατά την κρατούσα άποψη, ως ειδική μορφή νόμιμου ενεχύρου, το οποίο συστήνεται και μεταβιβάζεται σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου των αξιόγραφων [άρθρο 28 παρ.1, 30 παρ. 4 και 42 ν.δ. 3077/1954]. Πρόκειται δηλαδή για αξιόγραφο μικτής φύσης, ενοχικό και συγχρόνως εμπράγματο, διότι, εκτός από την απαίτηση για πληρωμή χρηματικής οφειλής, ενσωματώνει και δικαίωμα ενεχύρου [άρθρο 30 παρ. 4 ν.δ. 3077/1954, ΑΚ 978] του κομιστής ενεχυρούχου δανειστή του αποθέτη. Εκ του γεγονότος δε ότι το ενεχυρόγραφο του ν.δ. 3077/1954 αποτελεί γνήσιο αξιόγραφο, το δικαίωμα του ενεχύρου που ενσωματώνεται σε αυτό είναι τόσο στενά συνδεδεμένο με το έγγραφο [ενεχυρόγραφο], ώστε, δίχως την κατοχή του ενεχυρογράφου να αποκλείεται η άσκηση και η μεταβίβασή του. Έτσι, μόνο ο κάτοχος του ενεχυρογράφου [πρώτος ή μεταγενέστερος] που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, εφόσον έχει χωρήσει παράλληλα και μεταγραφή των οπισθογραφήσεων αυτών στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 31 ν.δ. 3077/1954, είναι νόμιμος κομιστής του ενεχυρογράφου και δικαιούχος του δικαιώματος ενεχύρου που ενσωματώνεται σε αυτό [ αναλ. Άρθρο 14 παρ.1 v. 5325/1932 σε συνδ. με άρθρα 30 παρ. παρ. 1,3 και 4, 31 παρ. 2 εδ. β', 34 παρ.1, 36 και 37 ν.δ. 3077/1954], νομιμοποιούμενος μόνο αυτός να ασκεί τα δικαιώματα εκ του ενεχυρογράφου [βλ. την από 24-2-2025 Γνωμοδότηση του Καθηγητή Εμπορικού Δικαίου Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ., Απόστολου Καραγκουνίδη, με τις εκεί παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία]. Στην προκειμένη περίπτωση, τα επίδικα ενεχυρόγραφα έχουν εκδοθεί, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, προς εξασφάλιση ομολογιακού δανείου, ως προς το οποίο υφίσταται αποκλειστική εκπροσωπευτική εξουσία του εκπροσώπου των ομολογιούχων ως προς τις εξασφαλίσεις της συναλλαγής και τις, βάσει αυτών, δικαστικές ενέργειες [κατά τους προαναφερόμενους όρους 30.3 και 30.4 του Προγράμματος], νόμιμος δε κομιστής αυτών, εις διαταγήν του οποίου οπισθογραφήθηκαν από την αποθέτη πιστούχο, είναι η «...AG», υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών, που μόνη αυτή νομιμοποιείται στην άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από τα επίδικα ενεχυρόγραφα, τόσο κατά τους άνω όρους του Προγράμματος, όσο και από το αξιογραφικό δίκαιο, κατ'αποκλεισμό οποιουδήποτε άλλου προσώπου, περιλαμβανομένων και των ίδιων των ομολογιούχων δανειστών ως ουσιαστικών δικαιούχων του ενεχύρου. Συνεπώς, οι ενάγουσες - πιστωτικά ιδρύματα δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά ατομικώς για την άσκηση της ένδικης αγωγής, αλλά ούτε και παράλληλα με την «...AG», ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών, η οποία και νομιμοποιείται ενεργητικά ως εκπρόσωπος των τελευταίων, στο όνομά της μεν αλλά για λογαριασμό της ομάδας των ομολογιούχων δανειστών υπέρ των οποίων χορηγήθηκε η εμπράγματη εξασφάλιση. Άλλωστε, τίποτε διαφορετικό δεν προβλέπεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3156/2003 αναφορικά με τις εμπράγματες ασφάλειες επί των απαιτήσεων από το ομολογιακό δάνειο, σύμφωνα με το οποίο «Οι κάθε μορφής εμπράγματες ασφάλειες παραχωρούνται στο όνομα του εκπροσώπου των ομολογιούχων και για λογαριασμό των ομολογιούχων, με σύμβαση μεταξύ του παρέχοντος την ασφάλεια και του εκπροσώπου. Όπου απαιτείται για τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας η καταχώριση οποιοσδήποτε εγγράφου ή της ανωτέρω σύμβασης σε οποιαδήποτε αρχή ή μητρώο ή κτηματολόγιο, η καταχώριση πραγματοποιείται στο όνομα του εκπροσώπου με ρητή μνεία ότι η ασφάλεια χορηγείται για την εξασφάλιση απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο». Η νομοθετική αυτή επιλογή δεν συνιστά διάσπαση της αρχής του παρεπόμενου, υπό την έννοια ότι διαφορετικός είναι ο δικαιούχος της κύριας απαίτησης και διαφορετικός ο δικαιούχος του ενεχύρου, αφού η εμπράγματη εξασφάλιση χορηγείται μεν στο όνομα του εκπροσώπου, για λογαριασμό όμως της ομάδας των ομολογιούχων, εφόσον η ομάδα των ομολογιούχων αποκτά υπόσταση διά των οργάνων της, ήτοι της συνέλευσης των ομολογιούχων και του εκπροσώπου της, ο οποίος δεσμεύεται από τις αποφάσεις της συνέλευσης των ομολογιούχων που λαμβάνονται πλειοψηφικά και δεν λειτουργεί ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος κάθε ομολογιούχου χωριστά αλλά ως εκπρόσωπος όλων [βλ. την από 2- 3-2025 Γνωμοδότηση του Αναπληρωτή Καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών, Νικόλαου Βερβεσού]. Ειδικότερα, και επιπρόσθετα των ανωτέρω, ως προς έκαστη των βάσεων της ένδικης αγωγής [κύρια και επικουρικές], πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η κύρια βάση της αγωγής στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 25 του ίδιου ν.δ. κατά τις οποίες, "Ο διαχειριζόμενος Γενικήν Αποθήκην υποχρεούται να αποδώση το αποθηκευθέν αυτούσιον, ως παρέλαβε τούτο" και "Οι ανάδοχοι Γενικών Αποθηκών υπέχουν ευθύνην έναντι παντός έχοντος νόμιμον δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων και υποχρεούνται εις αποζημίωσιν πάσης ζημίας, προελθούσης είτε εκ πλημμελούς ενεργείας ή αμελείας των υπαλλήλων και υπηρετών, είτε εξ ελαττώματος της οικοδομής και των μηχανημάτων των Αποθηκών», ενώ επιπλέον, κατά το άρθρο 1223 ΑΚ, το ενέχυρο εκτείνεται και στο οφειλόμενο για το πράγμα αντάλλαγμα ή ποσό αποζημίωσης, ιδίως σε περίπτωση καταστροφής του πράγματος. Κατά τα αναφερόμενα δε και στην οικεία νομική σκέψη, αξίωση έναντι των Γενικών Αποθηκών, προς αποζημίωση έχει και ο δανειστής του αποθέτη, στον οποίο μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση το ενεχυρόγραφο. Εν προκειμένω, συνεστήθη ενέχυρο επί των αναφερομένων σε έκαστο ενεχυρόγραφο αποθηκευμένων καπνών της «...Α.Ε.», όχι υπέρ εκάστης ενάγουσας ατομικά, αλλά υπέρ της «...AG», ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών, στην οποία και οπισθογραφήθηκαν. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, δικαιούχος τόσο της εκ των άρθρων 22 παρ. 1 και 25 του ν.δ. 3077/1954 αξίωσης από το ενέχυρο όσο και της αξίωσης από αδικοπραξία έναντι της εναγομένης είναι, πλην του αποθέτη [«...Α.Ε.»], η «...AG», υπό την άνω ιδιότητά της, που είναι και η νόμιμη κομίστρια των ενεχυρογράφων, εφόσον οι επίδικοι τίτλοι δεν βρίσκονται στην κατοχή των εναγουσών, ακόμη κι αν είναι οι πραγματικοί φορείς του ενεχύρου, αλλά στην κατοχή της άνω εκπροσώπου τους στην οποία έχει ανατεθεί, κατ'αποκλεισμό των ιδίων, η εκπροσώπησή τους για αξιώσεις από εξασφαλίσεις του ομολογιακού δανείου, κατά τους προαναφερόμενους όρους του Προγράμματος. Τυχόν δε απονομή, παράλληλης αξίωσης αποζημίωσης και στους ουσιαστικούς δικαιούχους του ενεχύρου [ομολογιούχους δανειστές], θα ερχόταν σε αντίθεση όχι μόνο με τις αρχές την πλήρους αξιογραφικής ενσωματώσεως, που διέπουν το ενεχυρόγραφο του ν.δ. 3077/1954, ως γνήσιο αξιόγραφο, κατά τα προλεχθέντα, αλλά θα παραβίαζε και την κατά το δίκαιο των ομολογιακών δανείων αποκλειστικότητα των εξουσιών του εκπροσώπου των ομολογιούχων. Ομοίως, και για την επικουρικότερη βάση της αξίωσης αποζημίωσης των εναγουσών με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις για αποβολή από την οιονεί νομή τους [ΑΚ 975, 987, 966 σε συνδ. με την ΑΚ 914], ενεργητικά νομιμοποιείται και πάλι για την άσκηση της ένδικης αγωγής μόνο η κάτοχος των ενεχυρογράφων, δηλαδή η «...AG», ως ενεργούσας στο όνομά της και για λογαριασμό των ομολογιούχων, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι η από ουσιαστικής απόψεως δικαιούχος του δικαιώματος ενεχύρου, για τους ίδιους ως άνω λόγους, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι το ενεχυρόγραφο του ν.δ. 3077/1954, ως μικτής φύσεως αξιόγραφο [ενοχικό και συγχρόνως εμπράγματο], ενσωματώνει και την οιονεί νομή ενεχύρου [άρθρο 30 παρ. 4 ν.δ. 3077/1954 και κατ'αναλογία ΑΚ 978], την οποία ασκεί για λογαριασμό των εναγουσών - ομολογιούχων δανειστών ο ορισθείς εκπρόσωπος των τελευταίων. Επιπλέον, η 1η ενάγουσα, «...AG», ασκεί την ένδικη αγωγή, ως και οι λοιπές ενάγουσες, ατομικά, ως ομολογιούχος δανείστρια και όχι ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών, οπότε ούτε αυτή [1η ενάγουσα] νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, ως προς όλες τις βάσεις της. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, αν και με συνοπτικότερη και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται παραδεκτά με την παρούσα [άρθρο 534 ΚΠολΔ], δεν έσφαλε και ορθά απεφάνθη κατ'αποτέλεσμα, απορριπτομένων εντεύθεν ως αβάσιμων των όσων ισχυρίζονται οι ενάγουσες - εκκαλούσες τραπεζικές εταιρείες με την ένδικη έφεσή τους.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Τέλος, λόγω της ήττας των εκκαλουσών, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παράβολου του ενδίκου μέσου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 υπό στοιχ.Γ β) εδαφ. ε' του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 3-6-2024, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου

μέσου .../.../3-6-2024 και προσδιορισμού .../18-6-2024 έφεση κατά της υπ'αριθ. 325/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ ουσίαν.

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.

- ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις ….2025 σε μυστική διάσκεψη και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Εφετείου Αθηνών στις ….2025, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ