ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 342/2026

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Αλεξίου, Εφέτη που τον όρισε η Πρόεδρος Εφετών του Γ τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Μυρτώ Καζαντζή.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη την 8η Δεκεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Δήμος....», ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στη ..... (οδός..), ΑΦΜ ...., που παραστάθηκε με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του Κυριάκου Νάνου, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Ι. του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ΑΦΜ ... που παρέστη δια αυτοπρόσωπου δηλώσεώς του και προκατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων άσκησε τη με αριθμό καταθέσεως .../2023 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αιτούμένος την καταβολή των δικηγορικών αμοιβών του από τον εναγόμενο ОТА. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 5284/2025 οριστική του απόφαση αφού δίκασε την ένδικη διαφορά κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών αφού απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, έκρινε την αγωγή νόμω και ουσία βάσιμη. Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης ο ηττηθείς εναγόμενος άσκησε τη με αριθμό καταθέσεως .../2025 έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στην δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω στην αρχή της παρούσας απόφασης με αριθμό πινακίου...

Κατά τη δημόσια συνεδρίαση του παρόντος Δικαστηρίου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προγενέστερα κατατεθείσες δηλώσεις τους και ζήτησαν με τα δικόγραφα τους όσα αναφέρονται σε αυτά

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ

Η με αριθμό καταθέσεως ....2025 έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως εναγόμενου έχει ασκηθεί νόμιμα, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ.1 και 2, 500, 511, 513 παρ.1 περ.β' εδ.α, 516 παρ.1, 517 εδ.α και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω από το Δικαστήριο τούτο, που είναι καθ'ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 19, 533 παρ. 1,2 ΚΠολΔ) και εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚπολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της έφεσης του εκκαλούντος Δήμου προσκομίζεται η υπ’ αριθμ..../2025 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ..., κατ' άρθρο 72 παρ. 2 ιγ' και ιε' του ν. 3852/2010. Σημειωτέον ότι για το παραδεκτό της δεν απαιτείται να καταβληθεί από τους εκκαλούν παράβολο, καθόσον οι διαφορές από αμοιβές, όπως η προκειμένη, εξαιρούνται από την παραπάνω υποχρέωση, ειδικά δε για τον εκκαλούντα Δήμο δεν υφίσταται, ούτως ή άλλως τέτοια υποχρέωση, αφού αυτός, ως OTA, κατ' άρθρο 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006, απολαμβάνει τις ατέλειες και τα δικαστικά προνόμια του Δημοσίου (ΑΠ 919/2014, ΑΠ 705/2014).

I. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί (βλ ΣτΕ 4358/2014, 4623/2014, 1115/2013, 2908/2011 κ.ά.), καθ' ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 98 παρ.1 περ. α’ του Συντάγματος, 1 παρ.1, 17 παρ.1 περ. β1 και 3, 19 παρ.1 και 2 και 21 παρ. 1 του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774/1980, A’ 189), ο εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκούμενος προληπτικός έλεγχος της νομιμότητας των δαπανών του Κράτους, των Ο.Τ.Α. και άλλων νομικών προσώπων, υπαγομένων με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό, δεν αποτελεί άσκηση δικαιοδοτικής εξουσίας, στην προκειμένη δε περίπτωση, το Ελεγκτικό Συνέδριο ούτε ενεργεί ως δικαστήριο ούτε διεξάγει δίκη ούτε επιλύει διαφορές υποκαθιστάμενο στην αρμοδιότητα άλλων δικαστηρίων και η πράξη, την οποία εκδίδει, κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας του, δεν είναι απόφαση δικαιοδοτούντος οργάνου, δηλαδή δικαστική απόφαση. Επομένως, ο εν λόγω προληπτικός έλεγχος δεν υποκαθιστά το δικαστικό έλεγχο, τον οποίο ασκούν, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος, τα διοικητικά δικαστήρια και το Συμβούλιο της Επικράτειας επί της νομιμότητας των πράξεων, οι οποίες εκδίδονται, μεταξύ άλλων, κατά το στάδιο εκτέλεσης των διοικητικών συμβάσεων. Εξάλλου, σε περίπτωση που από το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει κριθεί παράνομη μια δαπάνη που ερείδεται σε διοικητική σύμβαση και, για το λόγο αυτό, το Δημόσιο ή ο Δήμος κ.λ.π. αρνείται την πληρωμή της, εφόσον ασκηθεί από τον ανάδοχο αγωγή με βάση τη σύμβαση ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου, το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. μπορεί να προβάλει την ένσταση περί ακυρότητας της σύμβασης επικαλούμενο την αιτιολογία της πράξης του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στην περίπτωση αυτή το Διοικητικό Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει στον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό περί ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς, πάντως, να δεσμεύεται από τη σχετική κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο, άλλωστε, δεν αποφαίνεται επί του κύρους της διοικητικής σύμβασης αλλά επί της νομιμότητας της δαπάνης που στηρίζεται σε αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 1364/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της έφεσης του ο εκκαλών OTA παραπονείται κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος ο ισχυρισμός του περί αρνήσεως καταβολής των επίδικων δικηγορικών αμοιβών και δαπανών λόγω της μη τήρησης της διαδικασίας που προβλέπεται στο π.δ 80/2016 όσον αφορά στην ανάθεση των νομικών υποθέσεων στο ενάγοντα. Prima facie ο ανωτέρω λόγος έφεσης προβάλλεται λυσιτελώς κατά περιεχόμενο μόνο για τις αξιούμενες αμοιβές μετά την 1η.1.2017 καθόσον τότε άρχισε χρονικά το ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος 80/2016, οι ρυθμίσεις του οποίου σαφώς και δεν έχουν αναδρομική εφαρμογή αφενός διότι δεν έχουν ούτε ειδική μνεία αναδρομικότητας, ούτε είναι οι διατάξεις του ερμηνευτικού χαρακτήρα και σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη επικαλούμενη με το εφετήριο διάταξη ρυθμίζει συμβάσεις ex nunc. Ακολούθως ως προς το λυσιτελές τμήμα του ειδικού αυτού λόγου έφεσης κατ'αρχάς λεκτέο ότι η μόνο η απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, και της παροχής της εντολής για τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων, που απαιτούνται για την εκτέλεσή της εντολής (ΑΠ 254/2016 ΑΠ 705/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 919/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1970/2014 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 393/2013 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 630/2012 ΝΟΜΟΣ), η δε ύπαρξη της δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την ιστορική βάση της αγωγής καταβολής δικηγορικής αμοιβής, αλλά σχετικό ισχυρισμό του εντολέα ОТА στα πλαίσια της αρνήσεως της σε βάρος του αγωγής, που όμως σε κάθε περίπτωση μπορεί να ληφθεί και αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο, σε περίπτωση δε έλλειψης της γεννάται η αξίωση αναζήτησης της δικηγορικής αμοιβής με βάση τις διατάξεις περί εξωσυμβατικής ευθύνης των άρθρων 904 επ. Α.Κ. Στο μετέπειτα στάδιο (αυτό της καταβολής της αμοιβής του εντολοδόχου δικηγόρου), μίας που στην προκειμένη περίπτωση καθ’ υποφοράν με την αγωγή εκτίθενται όλες οι πράξεις της δημαρχιακής επιτροπής με τις οποίες ανατέθηκαν στο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οι σχετικές εντολές, ερευνητέο εάν καλούνται προς εφαρμογή για τη νομιμότητα της αξίωσης της δικηγορικής αμοιβής οι προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη του άρθρου 4 πδ 80/2016. Από την τελολογική ερμηνεία της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι αυτή τυγχάνει μία διάταξη δημοσιονομικού χαρακτήρα που δικαιοπολιτικά (μη διαλάθει της προσοχής ότι ψηφίστηκε τον έτος 2016) έτος που σοβούσε η δημοσιονομική κρίση στην ημεδαπή και είχαν αναληφθεί υποχρεώσεις από την εκάστοτε Κυβέρνηση της Ελλάδας για αυστηρή τήρηση των ορισθέντων από τους «Θεσμούς» δημοσιονομικών πλαισίων που αφορούσαν αφενός τη χρεία αφετέρου τη διαφάνεια στις δημόσιες δαπάνες των ΝΠΔΔ πρωτίστως, που κατά τις αμέσως ανωτέρω σκέψεις ουδόλως επάγεται ότι δεν αναπτύσσει τον κυρωτικό της χαρακτήρα σε βάρος του συμβαλλόμενου ιδιώτη τρίτου, κύρωση που απειλεί κατά στενή γραμματική ερμηνεία για άλλες πλημμέλειες σε συμβάσεις ΝΠΔΔ με ιδιώτες τρίτους (πχ έλλειψη εγγράφου τύπου, ύψος ποσού). Άλλωστε το ίδιο πόρισμα υιοθετεί με τις σκέψεις του και το αρμόδιο δημοσιονομικό Δικαστήριο (Ελεγκτικό Συνέδριο), και με την επικαλούμενη με το εφετήριο πράξη του (..../2018), αλλά και με άλλες πράξεις του κατά πάγια νομολογία του, ότι δηλαδή η έλλειψη τήρησης των διατάξεων του άρθρου 4 π.δ 80/2016 καθιστά ανέφικτο τον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος αποσκοπεί και στο δημόσιο έλεγχο χρήσης των κονδυλίων από τις Αρχές, κατ’ εφαρμογή των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της διαφάνειας, ως ειδικών όρων δημοσιονομικής νομιμότητας, αφού δεν δύναται να ελεγχθεί (όχι το εάν παρασχέθηκε ή όχι η δικηγορική εργασία) αλλά εάν αξιοποιήθηκε η παρασχεθείσα από τον Κώδικα Περί Δικηγόρων δυνατότητα διαπραγμάτευσης επί το έλασσον της δικηγορικής αμοιβής, κατά τον ρητό κανόνα που διαπνέει το δίκαιο των συμβάσεων με το Δημόσιο ή τα ΝΠΔΔ, αυτόν της μειοδοτικής προσφοράς. Παράλληλα σαφές τυγχάνει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ότι οι συμβάσεις αυτές ως προς το κύρος τους ελέγχονται αποκλειστικά από τα διοικητικά ή και τα πολιτικά δικαστήρια (αναλόγως του στοιχείου imperium ή fiscus του περιεχομένου της σύμβασης) και αναπτύσσουν πλήρεις έννομες συνέπειες για τα μέρη μεταξύ τους μέχρις ακυρώσεως τους από τα ανωτέρω Δικαστήρια με απόφασή τους. Κατά τα ανωτέρω λοιπόν το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι οι σχετικές εντολές είναι έγκυρες και ισχυρές, καθώς η επικαλούμενη με τον ειδικό λόγο έφεσης πλημμέλεια του OTA της διάταξης του άρθρου 4 π.δ 80/2016 αποτελεί μία δημοσιονομικού χαρακτήρα διάταξη που δεν θίγει τη νομιμότητα της αξίωσης για αμοιβή για τις παρασχθείσες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου δικηγόρου, ούτε και αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση δικαστικής επιδίωξης της αμοιβής του, με τις πρόσθετες επισημάνσεις ότι ενδεχόμενοι προσωπικοί καταλογισμοί δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης ούτε παρεμπιπτόντως και ότι δεν γίνεται επίκληση με τα δικόγραφα του εκκαλούντος ότι οι σχετικές εντολές έχουν καθοιονδήποτε τρόπο ανακληθεί ή ακυρωθεί με δικαστική απόφαση (όχι με σχετική πράξη τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή με άρνηση θεώρησης / έγκρισης από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου). Με βάση λοιπόν τις ανωτέρω σκέψεις ο σχετικός ειδικός λόγος έφεσης κατά το λυσιτελές αυτού τμήμα τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος με τις αιτιολογίες της παρούσας με τις οποίες παραδεκτά συμπληρώνεται η εκκαλουμένη που ήχθη στο ίδιο αποτέλεσμα (534 ΚΠολΔ).

II. Ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με τα άρθρο πρώτο του v. 3463/2006 (ΦΕΚ Α’ 114), ορίζει στα άρθρο 103, ότι: «1 (...) 2. Η δημαρχιακή επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) (...) ι) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του, σε όσους Δήμους, είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι, με μηνιαία αντιμισθία, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια (...) Με απόφασή της είναι δυνατή, κατ’ εξαίρεση, η ανάθεση σε δικηγόρο, εξώδικου ή δικαστικού χειρισμού, ανά υπόθεση, ζητημάτων, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα του Δήμου και απαιτούν εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία. Στις περιπτώσεις αυτές, η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 281 (...) και στο άρθρο 281, ότι: Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από Δήμο ή Κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά (...) 3. Για την εξώδικη ή δικαστική αντιμετώπιση νομικών ζητημάτων τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία ή σπουδαιότητα και απαιτεί εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου κατά παρέκκλιση των προηγούμενων παραγράφων (....) Η ανωτέρω αρμοδιότητα της Δημαρχιακής Επιτροπής με το άρθρο 72 παρ. 2 ιγ' και ιε' του ν. 3852/2010, ανατέθηκε στην Οικονομική Επιτροπή του Δήμου. Περαιτέρω, στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 «Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 249), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «2. Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους, καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας...». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η 1117864/2297/Α0012/7.12.2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης «Προσδιορισμός των ελάχιστων αμοιβών των Δικηγόρων» (ΦΕΚ Β’ 2422), με την οποία καθορίστηκαν οι ελάχιστες δικηγορικές αμοιβές. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε όσους Δήμους δεν έχουν συσταθεί οργανικές θέσεις δικηγόρων με πάγια αντιμισθία, ή οι συσταθείσες θέσεις παραμένουν κενές, με απόφαση της Δημαρχιακής ή Οικονομικής Επιτροπής επιτρέπεται να ανατίθεται σε δικηγόρο ο χειρισμός μεμονωμένων, εξώδικων ή δικαστικών υποθέσεων του Δήμου, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων του. Στις περιπτώσεις αυτές στον δικηγόρο οφείλεται η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, εκτός αν με έγγραφη και αιτιολογημένη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου συμφωνηθεί υψηλότερη αμοιβή, λόγω της σοβαρότητας ή της ιδιαιτερότητας της συγκεκριμένης υπόθεσης, μη υπερβαίνουσα όμως και πάλι τα κατά περίπτωση εύλογα όρια (ΑΠ 1684/2012, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 90/2014, δημ. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου είναι δυνατή η ανάθεση μεμονωμένων υποθέσεων σε δικηγόρο, παρά την ύπαρξη στο Δήμο δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, όταν αυτό επιβάλλεται λόγω ιδιαίτερων ζητημάτων που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή η αμοιβή του δικηγόρου είναι η προβλεπόμενη απ’ τον Κώδικα περί Δικηγόρων και την ανωτέρω σχετική Υπουργική Απόφαση, και δεν εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση η παρ. 3 του άρθρου 281 του v. 3463/2006 για υψηλότερη αμοιβή της νόμιμης με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Αυτό προβλέφθηκε ρητά στο άρθρο 72 παρ. 2 ιε' του v. 3852/2010, το οποίο ως προς την αμοιβή του δικηγόρου παραπέμπει γενικά σε όλο το άρθρο 281, και όχι μόνο στην παρ. 3 αυτού. Αλλά αυτό ίσχυε και υπό το καθεστώς του άρθρου 103 του ν. 3463/2006, το οποίο παρέπεμπε μεν μόνο στο άρθρο 281 παρ. 3 του νόμου αυτού, αλλά ρύθμιζε σχετικά την περίπτωση της υψηλότερης της νόμιμης αμοιβής του δικηγόρου, χωρίς φυσικά να αποκλείει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου κατά το άρθρο 281 παρ. 1, ως τη συνήθη περίπτωση αμοιβής, που δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη ρύθμιση. Περαιτέρω, η ανωτέρω κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 εκδοθείσα κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία προσδιορίστηκαν οι ελάχιστες αμοιβές για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες, καθώς, και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν στους εντολείς τους, τροποποίησαν τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, ΦΕΚ Α’ 235), που ίσχυε μέχρι τις 27.9.2013 και την κατάργησή του με το ν. 4194/2013, μόνο όσον αφορά στο ύψος των προεισπραττόμενων αμοιβών, ενώ οι, από τον ίδιο Κώδικα προβλεπόμενες ποσοστιαίες αμοιβές εξακολουθούν να ισχύουν. Επομένως, αν ο Κώδικας περί Δικηγόρων δεν προβλέπει για μία συγκεκριμένη νομική υπηρεσία, ποσοστιαίο υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου, αλλά καθορίζει κατ’ αποκοπή αποζημίωση, με αναφορά δηλαδή σε συγκεκριμένο ποσό «δραχμών» που πολλαπλασιάζονται με συντελεστή καθοριζόμενο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, τότε η εν λόγω αμοιβή καθορίζεται κατά τα οριζόμενα στις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις (ΑΠ 122/2015, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 390/2015, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕλΣυν 66/2011, δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 281 Ν. 3463/2006 ορίζεται ότι «1.Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από Δήμο ή Κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά. Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει διορίσει το δικηγόρο. 2. Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων.3. Για την εξώδικη ή δικαστική αντιμετώπιση νομικών ζητημάτων, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία ή σπουδαιότητα και απαιτούν εξειδικευμένη νομική γνώση ή εμπειρία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή του κοινοτικού συμβουλίου κατά παρέκκλιση των προηγούμενων παραγράφων. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών τους. Συναφώς, ο ν. 3852/2010 ορίζει στο άρθρο 72 αυτού ότι «1. Η οικονομική επιτροπή ... έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α)... ιε) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου ...».(ΑΠ 1112/2017, ΑΠ 1684/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 115/2018) Η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά συνιστά έλλειψη στοιχείου και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη, η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1134/2017, ΑΠ 900/2017, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 1315/2015, ΑΠ 481/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του προϊσχύσαντος «Κώδικα Περί Δικηγόρων» σε συνδυασμό με εκείνες διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. που προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός με συντελεστή καθοριζόμενο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, τότε η εν λόγω αμοιβή καθορίζεται κατά τα οριζόμενα στις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις (ΑΠ 122/2015, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 390/2015, δημ, ΝΟΜΟΣ, ΕλΣυν 66/2011, δημ. ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός μεταξύ τους σχέσης χαρακτηριζόμενης ως αμειβόμενης εντολής (η οποία δεν υπόκειται σε τύπο αποδεικνύεται από τις διατάξεις του ΚΠολΔ και όχι οπωσδήποτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΠ 417/1998, ΝοΒ 47.1133, ΑΠ 1009/1989, ΕΕργΔ 49.698) και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία, δικαστική ή εξώδικη, καθώς και το σύνολο των δαπανών στις οποίες αυτός εξ ιδίων υποβλήθηκε για την υλοποίηση της δοθείσας εντολής. Υπόχρεος προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου, για υπερασπισθείσα από αυτόν υπόθεση, είναι εκείνος που έδωσε την εντολή (ΑΠ 1479/1984, ΕΕΝ 52.661). Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που προανέφερε καθορίζεται κατ’ αρχήν με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφ’ όσον έδωσε εντολή επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι διάδικος. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική για την αμοιβή συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του «Κώδικα περί Δικηγόρων», δυναμένου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του κώδικα τούτου, του δικαστηρίου να υπερβεί κατά την κρίση του το ποσό της προβλεπόμενης ελάχιστης αμοιβής, ανάλογα με την απαιτηθείσα επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης που διεκπεραίωσε ο δικηγόρος, το χρόνο που ανάλωσε, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, τις ιδιάζουσες αυτής περιστάσεις και τις εν γένει καταβληθείσες δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες (ΑΠ 113/2006, ΕλλΔνη 2006.468, ΕφΚρητ 194/2007, ΕλλΔνη 2008. 248). Ειδικότερα, δε, όπως με σαφήνεια συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1, 102 και 107 του προαναφερόμενου κώδικα, το δικαστήριο, σε περίπτωση ανυπαρξίας ειδικής για τη δικηγορική αμοιβή, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στον δικηγόρο αμοιβή για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων, να λάβει υπ’ όψιν του το αίτημα της αγωγής που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του εν λόγω κώδικα ότι το αγωγικό αίτημα ήταν προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο καθορισμός της αμοιβής του τελευταίου δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων του ενάγοντος, όμως, δικηγόρου δυναμένου στην περίπτωση αυτή να ισχυρισθεί κατ’ αντένσταση και να αποδείξει -προς απόκρουση της ως άνω ένστασηςότι για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου αυτού (ΑΠ 180/2008, δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο άρθρο 152 του αυτού ως άνω ν.δ. 3026/1954 «Περί του Κωδικός Δικηγόρων», που είναι εντεταγμένο στο Γ Κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Εργασία εις διοικητικές υποθέσεις», το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: «Δια την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου απευθυνόμενων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς τελωνειακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κλπ. νόμους προς Ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν, ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. (2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β’ βαθμού, προς Ειρηνοδίκην δικάζονται κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40». Με το άρθρο 4. παρ. 2 του ν. 4507/1966 «περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων» στο τέλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι «Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικός υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν: α) Δια τα ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) διά τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τα ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις». Στη συνέχεια, με το άρθρο 8 του ν. 950/1979 «περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων» ορίσθηκε ότι: «Αι διατάξεις του άρθρου 155 του ν.δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παρ. 2 του αρθρ. 4 του. ν. 4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού υποθέσεων». Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά την θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε κατ’αντιστοιχία των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων,να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Αντίθετο επιχείρημα δεν παρέχεται από τη λεκτική διατύπωση στο κείμενο του νόμου 4507/1966, διότι η λέξη ’ενώπιον’ που χρησιμοποιείται προς υποδήλωση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων στα οποία η διάταξη αναφέρεται και όχι του σταδίου παροχής των εργασιών ενώπιον των δικαστηρίων τούτων, δηλαδή κατ’ αποκλεισμό των εργασιών της προδικασίας. Με την ίδια άλλωστε έννοια χρησιμοποιείται η διατύπωση "... ενώπιον των.." και σε άλλες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων όπως στα άρθρα 99, 155 παρ. 1 (ΑΠ 1423/2010, ΑΠ 337/2008, δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, μετά την ως άνω έναρξη ισχύος του ν. 4194/2013 οι αμοιβές των δικηγόρων ορίζονται πλέον απ’ τα οριζόμενα στα άρθρα 59 επ. του ανωτέρω νόμου, με παρόμοιο τρόπο με τα ανωτέρω αναφερόμενα, ενώ στο άρθρο 63 παρ. 1 ορίστηκε ότι «Εάν το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα, η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το Παράρτημα I του Κώδικα», στο οποίο παράρτημα περιλαμβάνονται οι νόμιμες αμοιβές του δικηγόρου και για την παράσταση ενώπιον των διαφόρων δικαστηρίων και για άλλες ενέργειες τους. Ωστόσο, εν σχέση με τον προϊσχύσαντα Κώδικα, ο ν. 4194/2013 για όλες τις εξώδικες εργασίες ενός δικηγόρου (σύνταξη εξωδίκων, παραγγελίες προς επίδοση, αιτήσεις σε διάφορες υπηρεσίες, κτλ.) δεν προσδιορίζει πλέον ξεχωριστή αμοιβή, όπως συνέβαινε πριν, πχ με τα 134 παρ. 2 ή 158 του ν.δ. 3026/1954, αλλά στο άρθρο 3 του ν. 4194/2013 προβλέπει ότι «Σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα I του Κώδικα». Συνεπώς, η αμοιβή ενός δικηγόρου για όλες τις παραπάνω ενέργειές του πλέον προσδιορίζονται με βάση την ωριαία απασχόληση, η δε αμοιβή ορίζεται στα 80 ευρώ για κάθε ώρα απασχόλησης. Επιπλέον, υπό την ισχύ του ν.δ. 3026/1954 γινόταν δεκτό ότι επί αναβολής ή ματαίωσης της συζήτησης της υπόθεσης, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του δικηγόρου, εφόσον δεν υπήρχε σχετική συμφωνία, εφαρμοζόταν ανάλογα η διάταξη του άρθ. 118 παρ. 3, κατά την οποία ο δικηγόρος δικαιούνταν το μισό της αμοιβής για την παράσταση προς συζήτηση. Αντίστοιχη διάταξη ο ν. 4194/2013 δεν περιέχει, ούτε προβλέπει ειδικά κάποια αμοιβή σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης, ανεξαρτήτως σε ποιού υπαιτιότητα οφείλεται, και συνεπώς πλέον σε καμία περίπτωση αναβολής δεν οφείλεται αμοιβή στον παραστάντα δικηγόρο διαδίκου. Ακολούθως κατά τη διάταξη του άρθρου 59 του Κώδικα Περί Δικηγόρων «Χρονοχρέωση Αμοιβή ανάλογη με τον χρόνο απασχόλησης»: 1. Για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ο δικηγόρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του και να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωριαία απασχόλησή του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα I του Κώδικα. Αντίστοιχα προσδιοριζόμενη ωριαία αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος να λαμβάνει και για κάθε συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα του ή με τρίτο πρόσωπο, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια, που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε. 2. Ο δικηγόρος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο τρόπο στον πελάτη του την ωριαία αμοιβή του. 3. Σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα I του Κώδικα. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη που περιλήφθηκε στον Νέο Κώδικα Περί Δικηγόρων, επιχειρήθηκε για πρώτη φορά, η νομοθετική ρύθμιση της δικηγορικής αμοιβής, κατά το σύστημα της χρονοχρέωσης, η εφαρμογή του οποίου για τον υπολογισμό της δικηγορικής αμοιβής, χωρεί είτε συμβατικά είτε εκ του νόμου σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας (παρ. 3). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 1 και 59 του ιδίου κώδικα, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ρυθμίσουν ελεύθερα με έγγραφη κατ’ αρχήν συμφωνία (ή έστω προηγούμενη γνωστοποίηση από τον δικηγόρο της ωριαίας χρέωσής του), κάθε σχετικό ζήτημα, με την εφαρμογή χρονοχρέωσης, μεταξύ των οποίων α) το ύψος της ωριαίας αμοιβής, β) το είδος των εργασιών για τις οποίες δικαιούται ωριαίας αμοιβής ο δικηγόρος, γ) το κατά πόσο το διοικητικό κόστος του δικηγόρου (ενδεικτικά δαπάνες γραμματειακής υποστήριξης, τηλεφωνικών συνομιλιών, ταχυδρομικές δαπάνες), περιλαμβάνονται στη συμφωνία περί χρονοχρέωσης κλπ. Στη συμβατική, επίσης συμφωνία, καταλείπεται το αν η συμφωνία περί χρονοχρέωσης θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργασιών, που θα ανατίθενται στον δικηγόρο, ή θα επιλεγεί συνδυασμός, συστήματος αμοιβών, όπως κατ’ αποκοπήν αμοιβή σε συνδυασμό με χρονοχρέωση για περαιτέρω ή παρεπόμενες συναφείς εξωδικαστικές ενέργειες ή συνδυασμός εργολαβικού δίκης και αμοιβής υπολογιζόμενης κατά το σύστημα της χρονοχρέωσης. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 58 παρ. 1 του ως άνω κώδικα, η συμφωνία για την εφαρμογή του συστήματος της χρονοχρέωσης πρέπει να είναι έγγραφη, όταν το ύψος της ωριαίας αμοιβής υπολείπεται της αμοιβής που προβλέπει το Παράρτημα I (80 ευρώ/ώρα). Δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου όταν συνομολογείται υψηλότερη της προβλεπόμενης στο Παράρτημα I αμοιβής, υπό τον όρο ότι έχει ήδη προηγηθεί η γνωστοποίηση από το δικηγόρο «με κάθε πρόσφορο τρόπο», στον εντολέα της ωριαίας αμοιβής του (άρθρο 59 παρ. 2). Περαιτέρω, στο πλαίσιο της συμφωνίας αμοιβής, κατά το σύστημα της χρονοχρέωσης, η αμοιβή του δικηγόρου θα πρέπει να υπολογίζεται κατ’ αρχήν με βάση τις πράγματι αναλωθείσες ώρες του εντολοδόχου για την εκτέλεση της εντολής. Δηλαδή, η χρέωση ωρών, κατά το σύστημα της χρονοχρέωσης, πρέπει να αφορά πάντοτε σε πραγματική απασχόληση του δικηγόρου για λογαριασμό του πελάτη. Πλασματική χρέωση ωρών για μη παρασχεθείσα εργασία δεν επιτρέπεται. Εξάλλου, ο εντολοδόχος δικαιούται αμοιβής και για τις προπαρασκευαστικές ενέργειες που έλαβαν χώρα στο εσωτερικό του γραφείου του, όπως ενδεικτικά η ανταλλαγή μηνυμάτων, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ μελών της εντολοδόχου δικηγορικής εταιρίας, οι εσωτερικές συσκέψεις περισσοτέρων δικηγόρων, που χειρίζονται την ίδια υπόθεση, η παροχή οδηγιών σε συνεργάτες, κλπ. Επίσης, η δικηγορική εταιρία δικαιούται να διεκδικήσει χωριστή αμοιβή για κάθε μέλος ή στέλεχος της (συνεργάτης, ασκούμενος δικηγόρος, διοικητικό προσωπικό) που απασχολήθηκε για την εκτέλεση της εντολής. Τέλος, ο δικηγόρος έχει επαγγελματικό καθήκον να βεβαιωθεί ότι ο εντολέας του κατανοεί τη διαδικασία τιμολόγησης, και υπολογισμού των αμοιβών, και δεν δικαιούται να διεκδικήσει αμοιβή, καθ’ υπέρβαση της συμφωνίας της αμοιβής (Π. Γιαννόπουλο, Η Δικηγορική Αμοιβή, σ. 166 επ.).

IIL Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 58 του ν. 4194/2013 (κώδικας Δικηγόρων) με τίτλο «Αμοιβή δικηγόρου» ορίζεται: «1. Η αμοιβή του Δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπο του. 2. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες. 3. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού. 4. Με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 του Κώδικα: α) Διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 84 του Κώδικα, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για την αμοιβή κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και η αμοιβή του δικηγόρου δεν υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης κατά το άρθρο 63 του Κώδικα, οπότε στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν όσα ορίζονται ειδικότερα στις σχετικές διατάξεις. 5. Οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών. Αντίθετα, σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί ως υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να έχει αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει την νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, είτε κατά την εκτίμηση του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Επίσης, από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται περαιτέρω ότι οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή σε δικηγόρο για την απασχόλησή του στη μελέτη - ενημέρωση υπόθεσης για την παροχή συμβουλών ή γνωμοδότησης στον εντολέα, όταν σ’ αυτές (συμβουλές) και μόνον περιορίζεται η ενέργεια του δικηγόρου, χωρίς να επακολουθήσει δικαστική ενέργεια για την ίδια υπόθεση. Αντιθέτως, δεν οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή σε δικηγόρο για γνωμοδότηση επί συγκεκριμένης υπόθεσης, όταν επακολουθούν δικαστικές ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προβαίνει, στο πλαίσιο διεκπεραίωσης της δοθείσας σ’ αυτόν εντολής, δικαιούμενος της κατά περίπτωση προβλεπόμενης νόμιμης αμοιβής.

ΙΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ.2, 118 § 4 και 216 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Στο δικόγραφο δε της αγωγής πρέπει να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προΰποθέσεως (ΑΠ 218/2020, ΝΟΜΟΣ), δ) ο χρόνος ανάλωσης για κάθε επιμέρους νομική ενέργεια ανά ώρα, όπως τα στοιχεία αυτά (γ και δ) προκύπτουν από τον ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής πίνακα με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής και ε) ειδικά, εάν ο εντολέας είναι Ο.Τ.Α., η τήρηση του τύπου, που επιβάλλεται, από το αναφερόμενο στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο άρθρο, δηλαδή η απόφαση της Δημαρχιακής ή Οικονομικής Επιτροπής περί ανάθεσης της υπόθεσης, ενώ, τέλος, δεν απαιτείται να αναφέρεται ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, καθώς και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού η αναφορά, των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία μόνο στη συμφωνία περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 556/2009 και ΑΠ 374/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 57/2005, ΕλλΔνη 2005. 1429, ΕφΠειρ 90/2014, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 712/2008, ΑχΝ. 2009.715). Εξάλλου, η μεν ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 59/2015, ΑΠ 171/2015, ΑΠ 119/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η δε έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής και η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 100/2017, ΑΠ 43/2016, ΑΠ 575/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

V. Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α’ ΑΚ: "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγόμενου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητας της. Στην περίπτωση μη νόμιμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ' όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως

αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 160/2018, 1254/2017, 342/2015). Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και των διατάξεων των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174 και 180 ΑΚ προκύπτει ότι, επί παροχής μη νόμιμου, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβασης εργασίας ή έμμισθης εντολής δικηγόρου, αυτός που παρέσχε τις υπηρεσίες του δικαιούται να ζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από τον λήπτη της παροχής την ωφέλεια που αυτός αποκόμισε, συνισταμένη στο αντάλλαγμα που θα κατέβαλλε για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση. Στοιχεία της αξίωσης αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία είναι επιβοηθητικής φύσεως, με την έννοια ότι μπορεί ν' ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση (ή από αδικοπραξία) και της αντίστοιχης αγωγής, αποτελούν, (α) η δόση της παροχής (παροχή των υπηρεσιών), (β) η συγκεκριμένη αιτία της παροχής και (γ) ο λόγος, για τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία, με συνέπεια η παροχή να εμφανίζεται ως νομικά αδικαιολόγητη. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο αυτό, εάν με την αγωγή αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, ο ενάγων θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης, που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη, ενώ αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), δηλ. υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής αυτής βάσης η επίκληση και απόδειξη της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι της ακυρότητας (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 456/2010). Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 791/2018, ΑΠ 1537/2014).

Με την κρινόμενη αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι τυγχάνει δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Ότι επί σειρά ετών συμφώνησε με τον εναγόμενο Δήμο αναλάβει το χειρισμό όλων των εκκρεμών νομικών του υποθέσεων, καθώς και των μελλοντικών, έναντι αμοιβής σύμφωνα με τις διατάξεις του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων. Ότι στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, ο εναγών εκτέλεσε τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή ως προς το είδος, το αντικείμενο και τον χρόνο εργασίας, καθώς και τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Ότι η ανάθεση της εκάστοτε υπόθεσης προς τον ίδιο καθώς ο τρόπος αμοιβής του οριζόταν με τις εκάστοτε αναφερόμενες στην αγωγή αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής του εναγόμενου Δήμου. Ότι, ωστόσο, ο εναγόμενος Δήμος δεν του έχει καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά ως αμοιβή για τις ανωτέρω υπηρεσίες του, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντος. Για τους λόγους αυτούς ζητεί ο ενάγων, βάσει των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων και των άρθρων 713 επ. ΑΚ, και επικουρικώς με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος Δήμος οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 98.363,07 ΕΥΡΩ, νομιμοτόκως από 28-12-2018, επομένη της επίδοσης στον εναγόμενο Δήμο του με αριθμό πρωτοκόλλου .../27.12,2018 πίνακα αμοιβών του, άλλως την επίδοση της κρινόμενης και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και την καταδίκη του εναγόμενου στα δικαστικά του έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη που δίκασε την ένδικη διαφορά κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 614 αρ. 5 στοιχ. α', 622Απαρ. 1 ΚΠολΔ), δίχως να χρειάζεται η τήρηση της 6 § 2 ν. 4640/2019 καθώς «[εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης της παραγράφου 1 οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, OTA ή ΝΠΔΔ» (ΜονΕφΘες 819/2023 με σχόλια К Εμμανουηλίδου Προέδρου Εφετών και ήδη Αρεοπαγίτη) έκρινε την αγωγή ορισμένη στο σύνολο των αξιούμενών επιμέρους αμοιβών του ενάγοντος δικηγόρου για εκάστη των νομικών υποθέσεων του εναγόμενου Δήμου. Κατά τα άρθρα 522 και 525 παρ. 1 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επομένως έχει την ίδια με το πρωτόδικο δικαστήριο εξουσία ως προς το εισαγωγικό δικόγραφο της πρωτόδικης δίκης. Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να εξετάσει οίκοθεν το νόμιμο, το ορισμένο ή παραδεκτό της αγωγής, αν αυτή στερείται των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων και μάλιστα χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, αρκεί να μην καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος που αιτείται την απόρριψη της κατ’ ουσίαν (Σ. Σαμουήλ, II Έφεση, αριθμ. 85.1 σελ. 332, ΕφΛαρ 296/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 9469/2001 ΕΔΠ 2002.122, ΕφΘεσ 2485/2001 Δ 2002.146, ΕφΑΘ 1179/2001 ΕΔΠ 2003.79, ΕφΔωδ 116/2000). Από το αμέσως ανωτέρω συνάγεται ότι το επιληφθέν της ένδικης διαφοράς δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δύναται να εξετάσει και αυτεπάγγελτα το ορισμένο της αγωγής, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου από τον ηττηθέντα στον πρώτο βαθμό εκκαλούντα. Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση με στοιχείο 1.3 «Υπόθεση Κοιμητηρίων ...» που αφορά στην καταβολή αμοιβής για τη σύνταξη της από 16.5.2016 γνωμοδότησης, η υπόθεση με στοιχείο 1.12 «Υπόθεση ...» που αφορά στην καταβολή αμοιβής για τη σύνταξη γνωμοδότησης σχετικά αφενός με τις δικονομικές ενέργειες αναφορικά με την αποφυγή είσπραξης απαίτησης σε βάρος του εναγόμενου Δήμου αφετέρου με την άσκηση ενδίκων μέσων κατά δευτεροβάθμιας δικαστικής απόφασης και η υπόθεση με στοιχείο 1.16 «Υπόθεση ....» που αφορά στην καταβολή αμοιβής για τη σύνταξη γνωμοδότησης σχετικά με την άσκηση ή μη ενδίκων μέσων έχουν ως βάση της αξιούμενης δικηγορικής αμοιβής ποσού 1.984,00 ΕΥΡΩ, 198,40 ΕΥΡΩ, 297,60 ΕΥΡΩ και 496,00 ΕΥΡΩ αντίστοιχα την αμοιβή του με το καθεστώς της χρονοχρέωσης, όπως τούτο αναφέρεται στην υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Ανεξαρτήτως του ειδικότερου παραπόνου του εναγόμενου Δήμου που βάλει κατά της απόρριψης του ισχυρισμού του περί εξογκωμένου της αξιούμενης αμοιβής του ενάγοντος κατ'αρθρ. 58 παρ.5, που αναλύεται κατά περιεχόμενο στην υπό στοιχείο III μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης και αποτελεί κατά την κρατούσα στη Νομολογία άποψη καταχρηστική ένσταση περί εξογκωμένης αμοιβής (ΑΠ 591/2000, ΑΠ 59/1996, ΕφΛαρ. 20/2010, ΕφΛαρ 108/2008), άλλως ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως προς την λήψη της δικηγορικής αμοιβής (ΕφΛαρ. 200/2012), σε κάθε, δε, περίπτωση ένσταση του εναγόμενου οφειλέτη της αξιούμενης δικηγορικής αμοιβής και όχι άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής με επικαλούμενη αιτιολογία της άρνησης της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή καταβολής δικηγορικής αμοιβής (κατά την παλαιότερη και πλέον μη κρατούσα άποψη που υιοθετούσε η Νομολογία βλ. ΑΠ 1883/1988), εφόσον η δικαστική επιδίωξη των ως άνω ειδικότερων αμοιβών αξιώνεται με βάση το σύστημα της αμοιβής με χρονοχρέωση, τούτο, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στις ανωτέρω σχετικές μείζονες σκέψεις της παρούσας απόφασης υπό στοιχεία III και ΙΙΙΙ, προϋποθέτει σχετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων, που δεν αναφέρεται ότι καταρτίσθηκε, όπως ομολογείται κατ'αρθρ. 261 ΚπολΔ με την αγωγή, ούτε η ανωτέρω έλλειψη της ως ποιοτική αοριστία, διορθώνεται από τον ενάγοντα κατ'αρθρ 224 ΚπολΔ με τις κατατεθείσες προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ η επιχειρούμενη ίαση της ελλείψεως με το εκτενές περιεχόμενο της με αριθμό ..../10.5.2024 ένορκης βεβαίωσης, δεν είναι δικονομικά επιτρεπτή και αποκρούεται ως απορριπτέα. Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα οι ως άνω επιμέρους αξιώσεις καταβολής δικηγορικής αμοιβής θα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας (ΑΠ 345/2023, ΑΠ 175/2018, ΜονΕφΑΘ 555/2023, contra ΑΠ 766/1987, Π. Γιαννόπουλος, Η δικηγορική αμοιβή κατά το νέο Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) και η δικονομική προστασία της, 2016, σ. 181 = sakkoulas-online), με την ειδικότερη επισήμανση (και αποκλειστικά για λόγους εξυπηρέτησης της οικονομίας της δίκης σε περίπτωση ενδεχόμενης επανακατάθεσης αγωγής του ενάγοντος με απόπειρα δικονομικής ίασης της ανωτέρω ποιοτικής αοριστίας) ότι η επιμέρους αξίωση καταβολής δικηγορικής αμοιβής που αφορά στη σύνταξη γνωμοδότησης με στοιχείο 1.12 «Υπόθεση ...» σχετικά με τις δικονομικές ενέργειες αναφορικά με την αποφυγή είσπραξης απαίτησης σε βάρος του εναγόμενου εντολέως Δήμου τυγχάνει νόμω αβάσιμη διότι όπως ομολογείται (261 ΚπολΔ) με την αγωγή του ενάγοντος ακολούθησε της εξώδικης ενέργειας σύνταξης της επίμαχης γνωμοδότησης δικαστική ενέργεια, με συνέπεια να μην οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή για την εξώδικη ενέργεια (ΑΠ 862/2015). Ακολούθως αναφορικά με την υπό στοιχείο 3,10 «υπόθεση ...» που αφορά στην καταβολή αμοιβής συνολικού ποσού 5.265,63 ΕΥΡΩ για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση της έφεσης που άσκησε ο εναγόμενος εντολέας OTA κατά της με αριθμό ..../2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν κηρύξεως της συζήτησης ως απαράδεκτης, δίχως δηλαδή να χωρήσει συζήτηση της υπόθεσης, τούτη τυγχάνει (η αξίωση της συγκεκριμένης δικηγορικής αμοιβής στη μετά την κήρυξη ως απαράδεκτης της συζήτησης της υπόθεσης) νόμω αβάσιμη διότι κατά το ισχύον καθεστώς του Νόμου 4194/2013 και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 68 και 69 αυτού, ιδιαίτερη αμοιβή για την κατάθεση προτάσεων νοείται εφόσον έλαβε πράγματι χώρα συζήτηση της υπόθεσης και όχι όταν η υπόθεση για κάποιο δικονομικό σφάλμα, ανεξαρτήτως πλημμέλειας διαδίκου ή για διαδικαστικό λόγο αναβλήθηκε η συζήτησή της (ΑΠ 1050/2006, που αφορά το παλαιό νομοθέτημα του ΝΔ 3026/1954, που ωστόσο δεν έχει αλλάξει ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων του). Ομοίως αναφορικά με την υπόθεση υπό στοιχείο 1.27 «Υπόθεση ...» κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που μεταβιβάζεται η υπόθεση κατόπιν της ασκηθείσας εφέσεως από τον ηττηθέντα εναγόμενο OTA, η αξίωση του ενάγοντος για την καταβολή της αμοιβής του ποσού 297,60 ΕΥΡΩ που αφορά στην εξώδικη ενέργεια της σύνταξης γνωμοδότησης, τυγχάνει σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης νόμω αβάσιμη λόγω της έλλειψης του τυπικού στοιχείου της προγενέστερης ανάθεσης της εντολής από την αρμόδια Οικονομική Επιτροπή ή και της τυχόν μεταγενέστερης της εκπόνησης της γνωμοδότησης εγκρίσεώς της. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ανωτέρω σχετική υπό στοιχείο V μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης να δικαιούται την αξίωση της αμοιβής του ο ενάγων με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. Α.Κ), της οποίας και την επίκληση και την πλήρη θεμελίωση της ιστορικής της βάσης επικαλούνταν με την αγωγή του ο ενάγων υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της ενδεχόμενης απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής του λόγω ενδεχόμενης ακυρότητας για έλλειψη της ως άνω τυπικής προϋπόθεσης της εγκυρότητας της ανάθεσης αυτής (219 ΚπολΔ). Σημειωτέον ότι κατά της αξίωσης αυτής που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο εναγόμενος αντιτάσσει επικουρικά αίτημα περί μειώσεως της αιτούμενης αμοιβής κατά ποσοστό 20% που ουδέν νόμιμο έρεισμα έχει, καθώς ενόψει της ειδικότητας των ρυθμίσεων του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν υφίσταται πλέον η δυνατότητα μείωσης της δικηγορικής αμοιβής σε ποσοστό 50 %, είτε λόγω ανεπάρκειας των οικονομικών του εντολέως Δήμου, είτε κατ’ ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου που δικάζει αγωγή περί αμοιβής, δεδομένου ότι η ρύθμιση του άρθρου 281 N. 3643/2006 εκτοπίζεται από τις ειδικότερες και νεότερες διατάξεις του Κώδικα, με αποτέλεσμα μείωση της αμοιβής του δικηγόρου του Δημοσίου ή OTA επιτρέπεται υπό το ισχύον δίκαιο μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 58 § 5 Κώδικα Δικηγόρων, που συνιστά, ως προειπώθηκε, επίκληση σχετικής ένστασης του εναγόμενου, σαφή και πλήρης κατά το ιστορικό της περιεχόμενο ( Π. Γιαννόπουλος, Η δικηγορική αμοιβή κατά το νέο Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) και η δικονομική προστασία της, 2016, σ. 157 = sakkoulas-online gr). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω θα πρέπει η εκκαλουμένη με την οποία η αγωγή κρίθηκε καθόλες τις επιμέρους αξιώσεις καταβολής δικηγορικής αμοιβής ως νόμω βάσιμη κατά την κύρια αυτής βάση περί εντολής σε συνδυασμό με τις διατάξεις τόσο του Κώδικα Περί Δικηγόρων κατά την προϊσχύσασα μορφή τους και κατά την ισχύουσα με το N. 4194/2013 αναλόγως του χρόνου ανάθεσης των εκάστοτε εντολών πρέπει κατά τα ανωτέρω και με γνώμονα τις διατάξεις του άρθρου 522 και 525 ΚπολΔ να μεταρρυθμισθεί ως ανωτέρω προαναφέρθηκε και ειδικότερα : α. κατά τα ποσά κεφαλαίου αμοιβής 1.600,00 ΕΥΡΩ, 160,00 ΕΥΡΩ, 240,00 ΕΥΡΩ, 400,00 ΕΥΡΩ που απορρίπτονται στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του ηττηθέντος εναγόμενου εντολέως λόγω αοριστίας και β. κατά το ειδικότερο ποσό κεφαλαίου αμοιβής των 4.246,00 ΕΥΡΩ που απορρίπτεται στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του ηττηθέντος εναγόμενου εντολέως ως νόμω αβασίμου. Δέον να επισημανθεί αφενός ότι συνεπεία των παραπάνω απορρίψεων που έλαβαν χώρα κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στα πλαίσια της μεταβίβασης της υπόθεσης κατόπιν της εφέσεως του ηττηθέντος εναγόμενου εντολέως και αφορούν τον τύποις παραδεκτό των ως άνω ειδικότερων αξιώσεων καταβολής δικηγορικής αμοιβής καθώς και του νόμω βάσιμου αυτών, παρέλκει η έρευνα των αφορώντων αυτά τα κεφάλαια της εκκαλουμένης αιτιάσεων του εκκαλούντος, που διατυπώνονται ως ειδικότεροι λόγοι έφεσης, πέραν του γενικού και πλήττοντος όλα τα επιμέρους κεφάλαια της εκκαλουμένης, που αντιμετωπίσθηκε στην αρχή της παρούσας απόφασης, και αφορούν στην καταχρηστική ένσταση περί εξογκωμένου της αμοιβής (που σημειωτέον ουδόλως αξιολογήθηκε από την εκκαλουμένη ως ένσταση της διάταξης του άρθρου 58 του Κώδικα Περί Δικηγόρων), αφετέρου ότι ως προς τα λοιπά επιμέρους κεφάλαια δικηγορικής αμοιβής που δεν πλήττονται με νόμιμο λόγο (γενικό ή ειδικότερο) έφεσης του ηττηθέντος εναγόμενου στο μέτρο που δεν συνέχονται αναγκαία με τα προσβαλλόμενα, ουδείς λόγος μπορεί να γίνει με την παρούσα απόφαση καθώς αυτά δεν έχουν μεταβιβασθεί ως αυτοτελή κεφάλαια με άμεση συνέπεια να μην θίγονται. Με βάση λοιπόν τα προδιαληφθέντα θα πρέπει μεταρρυθμιζόμενης κατά τα ανωτέρω της εκκαλουμένης να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό 72.880,74 ΕΥΡΩ, που αφορά κεφάλαιο δικηγορικών αμοιβών και εξόδων, με το νόμιμο τόκο, υπολογιζόμενο σε 6% ετησίως (ΑΕΔ 25/2012 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 2/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 3/2006 ΕλλΔνη 2006. 412), από την 28η.12.2018 και του ποσού των 17.491,37 ΕΥΡΩ που αφορά στον αναλογούντα ΦΠΑ από την ημερομηνία καταβολής του ανωτέρω κεφαλαίου δικηγορικών αμοιβών και εξόδων και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας, βαρύνουν τον εναγόμενο, ανάλογα με την έκταση της ήττας του τελευταίου (άρθρ. 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 § 2 του v. 3463/2006 «Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων»), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, καθόσον η νομική υπηρεσία του εναγόμενου OTA δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 1697/2012, ΑΠ 1228/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 115/2004, ΕλλΔνη 45.1363).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας ουσιαστικά την έφεση του εναγόμενου εκκαλούντος.

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΖΕΙ τη με αριθμό 5284/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας αναφέρεται.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ο, τι κρίθηκε στο σκεπτικό ως απορριπτέο.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 72.880,74 ΕΥΡΩ, που αφορά κεφάλαιο δικηγορικών αμοιβών και εξόδων, με το νόμιμο τόκο, υπολογιζόμενο σε 6% ετησίως, από την 28η. 12.2018 και του ποσού των 17.491,37 ΕΥΡΩ που αφορά στον αναλογούντα ΦΠΑ από την ημερομηνία καταβολής του ανωτέρω κεφαλαίου δικηγορικών αμοιβών και εξόδων και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στη Θεσσαλονίκη στις 27 Φεβρουάριου 2026.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ