ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 337/2026
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Αλεξίου, Εφέτη που τον όρισε η Πρόεδρος Εφετών του Γ' τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Μυρτώ Καζαντζή.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη την 8η Δεκεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, κατοίκου …, με ΑΦΜ …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Μιχαήλ Ισαακίδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο …, με ΑΦΜ …, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Ξανθίππης Μωυσίδου (AM ΔΣΘ …), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Ο ενάγων άσκησε τη με αριθμό καταθέσεως …/2022 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αιτούμενος την καταβολή των διαφορών αποδοχών του από την εναγόμενη πρώην εργοδότριά του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 6947/2024 οριστική του απόφαση αφού δίκασε την ένδικη διαφορά κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, απέρριψε κατά μέρος της την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και κατά το λοιπό της μέρος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης ο ηττηθείς ενάγων άσκησε τη με αριθμό καταθέσεως …/2024 έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στην δικάσιμο της 31.3.2025 και κατόπιν αποδοχής αιτήματος, αναβλήθηκε η συζήτηση της για τη δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω στην αρχή της παρούσας απόφασης με αριθμό πινακίου 2.
Κατά τη δημόσια συνεδρίαση του παρόντος Δικαστηρίου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους και ζήτησαν με τα δικόγραφα τους όσα αναφέρονται σε αυτά.
Η με αριθμό καταθέσεως …/2024 έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος έχει ασκηθεί νόμιμα, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ.1 και 2, 500, 511, 513 παρ.1 περ.β' εδ.α, 516 παρ.1, 517 εδ.α και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω από το Δικαστήριο τούτο, που είναι καθ'ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 19, 533 παρ. 1,2 ΚΠολΔ) και εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚπολΔ).
Ο ενάγων εκθέτει ότι, δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, μετά της εναγόμενης πλοιοκτήτριας του με ελληνική σημαία ρυμουλκού πλοίου «…», με αριθμό νηολογίου …, ολικής χωρητικότητας 489 κόρων, ναυτολογήθηκε υπό την ειδικότητα του Α Μηχανοδηγού και υπηρέτησε στο ανωτέρω πλοίο, κατά το διάστημα μέχρι 24-12-2021, της συμβάσεως εργασίας του διεπομένης από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Ρυμουλκών Πλοίων, με την ιδιότητα αυτού και της εναγόμενης ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που υπογράφουν τις σ.σ.ν.ε. πληρωμάτων ρυμουλκών. Ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα υπηρεσίας του σε ρυμουλκήσεις στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, εργαζόταν υπερωριακά επί 10 ώρες ημερησίως, όπως εργαζόταν Σάββατα, σε ημέρα Κυριακή, σε ημέρα εξαιρέσιμη/αργία και κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ δεν λάμβανε εργάσιμη ημέρα ανάπαυσης (ρεπό), όταν εργαζόταν ημέρα που συνέπιπτε με αργία ή μετά από δύο συνεχόμενες Κυριακές, ούτε του καταβαλλόταν προσαυξημένη υπερωρία, όπως προβλέπεται στην από 12.8.2021 συλλογική σύμβαση εργασίας πληρωμάτων ρυμουλκών, νομίμως κυρωθείσας και δημοσιευθείσας στην ΕτΚ. Ότι η εναγόμενη, μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2021, δεν του κατέβαλε καμία αποζημίωση για την απασχόλησή του κατά τη διάρκεια της νύχτας, για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες του Σαββάτου, της Κυριακής, και για την εργασία του κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες και αργίες, παρά μόνο του κατέβαλε αποζημίωση για τις «απλές» υπεραιμίες, δηλαδή τις υπερωρίες που αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 7,5% (1/173 του βασικού μισθού Χ107,5%), ωστόσο ήταν μικρότερη της οφειλόμενης, αφού οι ώρες που συνυπολόγιζε (η εναγόμενη) ήταν λιγότερες από τις πραγματικές. Ότι μόλις τον Σεπτέμβριο 2021 ξεκίνησε να του καταβάλει αποζημίωση και για τις λοιπές περιπτώσεις, ομοίως για ώρες λιγότερες από τις πραγματικές ώρες απασχόλησής του, ενώ δεν του κατέβαλε καμία αποζημίωση για τα μη χορηγημένα ρεπό. Ότι με βάση την ισχύ της προαναφερόμενης συλλογικής σύμβασης από 1.1.2021, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του καθορίζονται συνολικά στα 2.564,96 ευρώ και επομένως: ί) για τη διαφορά αποζημίωσης 174 ωρών «απλής» υπερωρίας, την περίοδο 1/1- 31/8/2021, του οφείλονται 1.646,04 ευρώ, ii) για την υπερωριακή απασχόλησή του τις καθημερινές (αμειβόμενη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 32,5%), την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2021, του οφείλεται συνολικό ποσό 4.197,6 ευρώ, για τον Οκτώβριο 2021 διαφορά 58,39 ευρώ, για τον Νοέμβριο 2021 διαφορά 233,25 ευρώ και για τον Δεκέμβριο 2021 διαφορά 105,02 ευρώ (συνολικά 4.594,26 ευρώ), iii) για τις υπερωρίες τριών κατά μέσο όρο Σαββάτων κάθε μήνα, επί 15 ώρες κάθε Σάββατο (αμειβόμενη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 57,5%), την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2021, του οφείλεται συνολικό ποσό 5.613,30 ευρώ, για τον Οκτώβριο 2021 διαφορά 429,70 ευρώ, για τον Νοέμβριο 2021 διαφορά 498,99 ευρώ και για τον Δεκέμβριο 2021 διαφορά 401,99 ευρώ (συνολικά 6.943,98 ευρώ), ίν) για τις υπερωρίες 1 Κυριακής κατά μέσο όρο κάθε μήνα επί 16 ώρες, δηλαδή για 8 ώρες καθ’ υπέρβαση του κανονικού ωραρίου (αμειβόμενη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 57,5%), του οφείλει για όλο το 2021 συνολικά 1.330,56 ευρώ, ν) για τις ημέρες απασχόλησης σε αργίες (15 τον αριθμό, αμειβόμενη με το 75% του 1/25 του βασικού μισθού), του οφείλει διαφορά αποζημίωσης, μετ' αφαίρεση 3 αργιών 547,92 ευρώ, νί) για αποζημίωση νυχτερινής απασχόλησης 90 ωρών κάθε μήνα (αμειβόμενη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 32,5%), την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2021, του οφείλεται συνολικό ποσό 2.316,6 ευρώ, για τον Οκτώβριο 2021 διαφορά 57,24 ευρώ, για τον Νοέμβριο 2021 διαφορά 57,24 ευρώ και για τον Δεκέμβριο 2021 διαφορά 25,79 ευρώ (συνολικά 2.456,87 ευρώ), νϋ) για την αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (σε ημέρα που δεν θα ήταν Σάββατο, Κυριακή ή αργία) για τις 15 ημέρες εργασίας σε αργία, του οφείλει για οκτάωρη απασχόληση κατά τη 15Π ημέρα της προθεσμίας (αμειβόμενη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 207,5%), καθ’ όλη τη διάρκεια του 2021 που απασχολήθηκε επιπλέον και 10 φορές επί δύο συνεχόμενες Κυριακές, ήτοι για μη χορήγηση 25 ρεπό, συνολικό ποσό 3.652 ευρώ και νίίϊ) για αποζημίωση μη χορήγησης ετήσιας άδειας 96 ημερών, που υπολογίζεται για το έτος 2021 στο ποσό των 540,63 ευρώ μηνιαίως, συνολικό ποσό 6.487,56 ευρώ, συνολικά δε για όλες τις ανωτέρω αιτίες το χρηματικό ποσό των 27.659,19 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά αιτείται να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, δυνάμει της συμβατικής υποχρεώσεώς της, άλλως, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση ναυτικής εργασίας, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με τον νόμιμο τόκο από την ημέρα της απόλυσής του (24-12-2021), άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθει προσωρινά εκτελεστή, λόγω της βλάβης που θα υποστεί από την καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης και να καταδικασθεί στη δικαστική του δαπάνη και την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του.
Από τη με αριθμό 2242.5-1.9/69664 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής που αφορά στην κύρωση της ΣΣΕ Πληρωμάτων Ρυμουλκών ετών 2020/2021, η οποία δημοσιεύθηκε στις 1.10.2021 στο ΦΕΚ Β' 4530 προκύπτει ότι η μονή ώρα (βασικό ωρομίσθιο) είναι ίσο με το πηλίκο του βασικού μισθού δια του αριθμού 174, ότι το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι σταθερά οκτάωρο από την αρχή έως το τέλος της εβδομάδας, είτε από τις 6.00 έως τις 14.00, είτε από τις 7.00 έως την 15.00, είτε από την 14.00 έως την 22.00, είτε από την 22.00 έως την 6.00, απαγορευμένου του σπαστού οκταώρου. Η υπερωριακή ώρα είναι : μετά από το σταθερό οκτάωρο τις καθημερινές, μετά το επτάωρο τις Κυριακές και μετά το οκτάωρο τις Κυριακές, η οποία παίρνει προσαυξήσεις επί της μονής ώρας. Ειδικότερα η υπερωρία καθημερινής εκτός του δώρου αρχομένης από τη Δευτέρα την 00.01 έως και την Παρασκευή 24.00, είναι ίση με το 1,325 της μονής ώρας, η υπερωρία αργίας και ειδικότερα τις ημέρες του Σαββάτου και Κυριακής από 00.01 έως 24.00 είναι ίση με το 1,575 της μονής ώρας, εάν δε συμπέσει ημέρα Σάββατο (μετά το 8ωρο) ή Κυριακή (μετά το 7ωρο) και αργία ο εργαζόμενος δικαιούται και επίδομα αργίας 75%, η υπερωρία επιφυλακών είναι ίση με το 1,075 της μονής ώρας από Δευτέρα 00:01 έως και Παρασκευή 24:00 μετά το 8ωρο, ημέρα Σάββατο από 00:01 έως 24:00, ημέρα Κυριακή μετά το 8ωρο, η υπερωρία ταξιδιού είναι ίση με το 0,94 της μονής ώρας που σημαίνει ότι είναι 21 ώρες υπερωρίες επιφυλακής το 24ωρο ή 22,58 μονές ώρες η προσαύξηση, για δε συνεχόμενη εργασία επί δύο Κυριακές ο εργαζόμενος δικαιούται για τη δεύτερη Κυριακή μία επιπλέον ημέρα ανάπαυσης . Επίσης μετά τις πρώτες επτά ώρες των αργιών. Επίσης για νυχτερινή εργασία που ορίζεται κάθε ώρα από 22.00 έως 6.00 η προσαύξηση είναι ίση με 0,325 της μονής ώρας (εκτός εάν το ρυμουλκό είναι σε ταξίδι) που σημαίνει ότι για 8 ώρες νυκτερινή εργασία η προσαύξηση είναι ίση με 2,6 μονές ώρες, ενώ για τις επτά πρώτες ώρες των αργιών ο εργαζόμενος δικαιούται μία ημέρα ανάπαυσης και επίδομα αργίας 75%, που είναι ίσο με το 0,75 επί του βασικού μισθού δια 25 ως αργίες δε ορίζονται: 1) Η 1η του έτους. 2) Των Θεοφάνιων 3) Καθαρά Δευτέρα 4) Η 25η Μαρτίου 5) Η Μεγάλη Παρασκευή 6) Η ημέρα του Πάσχα 7) Η δεύτερη ημέρα του Πάσχα 8) Του Αγίου Γεωργίου 9) Η 1η Μαΐου 10) Η εορτή της Αναλήψεως 11) Η 15η Αυγούστου 12) Η 14η Σεπτεμβρίου 13) Η 28η Οκτωβρίου 14) Του Αγίου Νικολάου 15) Η ημέρα των Χριστουγέννων 16) Η Δευτέρα ημέρα των Χριστουγέννων και 17) Η αναγνωρισμένη ως ημέρα αργίας, τοπική του Ελληνικού λιμένος που ευρίσκεται το Ρυμουλκό. Τέλος σε περίπτωση που δεν δοθεί ημέρα ανάπαυσης (ρεπό) εντός δεκαπέντε ημερών ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωση 8 ώρες επί 2,075 της μονής ώρας ενώ εάν από την αρχή της εβδομάδας έως το πέρας αυτής (Δευτέρα στις 06.00 έως επόμενη Δευτέρα 06.00 ο εργαζόμενος έχει χρόνο ανάπαυσης εκτός πλοίου λιγότερο από 65 ώρες δικαιούται μία επιπλέον ημέρα ανάπαυσης (ρεπό). Σε πλήρη συνάρτηση με τα ανωτέρω δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή διαφοράς αποδοχών για παρασχεθείσα κατά τις καθημερινές, Σάββατα, Κυριακές και τις αργίες υπερωριακή εργασία συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, ο χρόνος έναρξης και λήξης της υπερωρίας ημερησίως, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε η ανάγκη, η οποία παρέστη για την εκτέλεσή της και το πρόσωπο από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΜονΕφΠειρ 98/2020 τράπεζα νομικών πληροφοριών Εφετείου Πειραιώς, ΕςρΠειρ 892/2002, ΠειρΝομ 2002/479), ούτε απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός των συγκεκριμένων ημερών, κατά τις οποίες ο ναυτικός απασχολήθηκε υπερωριακά, ούτε ο αριθμός των ημερών αυτών, αλλά αρκεί να αναφέρεται στην αγωγή το σύνολο των ωρών της υπερωριακής εργασίας, που παρέσχε ο εργαζόμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 1600/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 9872020 οπ, ΜονΕφΠειρ 50/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ενόψει της αμέσως ανωτέρω σκέψης το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δίκασε την διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και έκρινε την αγωγή ορισμένη πλην : ί) του κονδυλίου (διαφορών) «απλών» υπερωριών που απαριθμούνται μόνο στο άθροισμά τους κατά μήνα, με επίκληση αιτήματος επίδειξης του ημερολογίου του πλοίου ως αποδεικτικό τέλεσής τους, με την αιτιολογία ότι η παράλειψη καταγραφής τους κατά μέσο όρο την ημέρα δυσχεραίνει ανταποδεικτικά την εναγόμενη, σε συνάρτηση με την αναφορά του ελάχιστου αριθμού νυχτερινής απασχόλησης κάθε μήνα και Η) του μερικότερου κονδυλίου αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης για εργασία 2 συνεχόμενες Κυριακές επί 10 φορές εντός του έτους 2021, με την αιτιολογία ότι σε προηγούμενο χωρίο της αγωγής έγινε επίκληση εργασίας του κατά μέσο όρο 1 Κυριακή τον μήνα, κακώς εφάρμοσε το νόμο δεκτού γενομένου του ειδικού προς τούτο λόγου έφεσης του ηττηθέντος ενάγοντος, καθόσον η αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα, για την πληρότητα και το ορισμένο του δικογράφου της, στοιχεία, κατά τα άρθρα 118, 119 και 216 του ΚΠολΔ, όπως αυτά εξειδικεύονται ανωτέρω. Συγκεκριμένα, προσδιορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο το χρονικό διάστημα ναυτολογήσεως του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του μηχανοδηγού α', η συμφωνηθείσα κατά τη ναυτολόγησή του ως εφαρμοστέα στην εν γένει εργασιακή του σχέση και τις αποδοχές του Συλλογική Σύμβαση Πληρωμάτων Ρυμουλκών Πλοίων, καθώς επίσης και οι ώρες της υπερωριακής του απασχόλησης κάθε ημέρα, αλλά και συνολικά για το επίδικο χρονικό διάστημα, ο συνολικός αριθμός των ωρών της υπερωριακής του απασχόλησης, για τις οποίες αιτείται της προβλεπόμενης στην ανωτέρω Σ.Σ.Ν.Ε. πρόσθετης αμοιβής, προσδιοριζόμενου ειδικότερα στο δικόγραφο ως το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του αριθμού των ωρών, που αυτός ισχυρίζεται ότι απασχολείτο κάθε ημέρα καθ’ υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου, με τον επίσης αναφερόμενο συνολικό αριθμό των καθημερινών ημερών, καθώς και των Κυριακών του επίμαχου χρονικού διαστήματος, η δε παρατηρηθείσα πρωτοδίκως αναντιστοιχία σε χωρία της αγωγής των ημερών εργασίας τις Κυριακές, ουδόλως καθιστά την αγωγή ασαφή, κάλλιστα δε μπορεί να συναξιολογηθεί ενδεχομένως σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, αυτό της εκτίμησης των αποδείξεων και υπό τους όρους της διάταξης του άρθρου 261 ΚπολΔ. Κατ' ακολουθίαν και κατόπιν εξαφάνισης της εκκαλουμένης λόγω της πλημμέλειας της στο μεταβιβασθέν αυτό κεφάλαιο, αυτή θα πρέπει να εξαφανισθεί και θα πρέπει η αγωγή να κριθεί στο σύνολο της ως νόμω βάσιμη, στηριζόμενη ως προς την κύρια βάση της στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 648, 652, 653, 655 ΑΚ, άρθρα 1, 2, 53, 54, 60, 82 του ΚΙΝΔ, και την από 12-08-2021 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ρυμουλκών, ετών 2021-2022, που κυρώθηκε με τη με αριθμό 2242.5-1.9/69664/24.9.2021 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΦΕΚ Β’ 4530/1-10- 2021). Νόμιμη επιπρόσθετα τυγχάνει και η κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευθείσα (219 παρ.1 ΚπολΔ) και μη εξετασθείσα επικουρική βάση περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. ΑΚ) σε περίπτωση ακυρότητας της ναυτικής εργασίας, καθώς ως κεφάλαιο μεταβιβάζεται αυτομάτως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου χωρίς την διατύπωση σχετικού λόγου έφεσης, με την έφεση του ενάγοντος με την οποία βάλλει κατά της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής του (Αρβανιτάκης Π., Η κατ’ ουσίαν έρευνα της διαφοράς μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, 2001, σ. 75-76). Επομένως θα πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, συνερευνητέων και των ισχυρισμών της εναγόμενης που αποτελούν ανεπτυγμένη άρνηση της σε βάρος της αγωγής.
Κατά το άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολΔ «Κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την επίδειξή τους. Σπουδαίος λόγος συντρέχει ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται να αρνηθεί κανείς να μαρτυρήσει». Η εν λόγω αξίωση του διαδίκου αποδεικτικής συνεπικουρίας του από τον αντίδικο υπό την μορφή της επιδείξεως των κρίσιμων εγγράφων, τα οποία κατέχει, ως μόνου αποδεικτικού μέσου για την υποστήριξη των ουσιωδών ισχυρισμών του απορρέει άμεσα από το κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος ιδρυόμενο δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ακροάσεως και το συνακόλουθο δικαίωμα αποδείξεως ως και το από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Το δικαίωμα αυτό του διαδίκου συνίσταται στο να επικαλεστεί, να προσαγάγει και να χρησιμοποιήσει όλα τα πρόσφορα αποδεικτικά μέσα προκειμένου να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του διαδίκου να αποκτήσει και να εξασφαλίσει από τον αντίδικό του ή και τρίτο όλα τα μέσα που θεωρεί πρόσφορα για την επίτευξη του ως άνω σκοπού (ΑΠ 1862/2022). Περαιτέρω κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 524 § 1 ΚΠολΔ): «1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. 2. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία ορίζεται το συντομότερο δυνατό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. 3. Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο. Σε προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη επί των ζητημάτων της παρ. 1. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο, ως εκ τούτου δε και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 254, 271 επ., 280 ΚΠολΔ εάν κάποιος παρέστη κανονικά κατά την προηγουμένη συζήτηση, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη, όπως και στην αντίστροφη περίπτωση, όταν δηλ. δεν παρέστη στην αρχική αλλά μόνο στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δικάζεται κατ' αντιμωλία (β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση, τ. Β', σ. 165). Ισχυρισμοί μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς για πρώτη φορά και κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, αφού έως τη δεύτερη εκφώνηση της υπόθεσης αυτή θεωρείται ότι διαρκεί (ΕφΔωδ 212/2009 ΤΝΠ-Νόμος). Κατά συνέπεια δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων ούτε η επίκληση νέων αποδεικτικών μέσων ή η επανυποβολή των ενστάσεων. Επιπλέον, δεν είναι αναγκαία η παράσταση του διαδίκου στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Ο διάδικος που παρίσταται νόμιμα σε ένα από τα δύο στάδια, ενώ απουσιάζει από το άλλο δικάζεται κατ' αντιμωλία (βλ. ΕφΠατρ. 463/2009, ΕφΘεσ.2976/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος αυτού που κατέχει το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 575/2004 ΕΕργΔ 2005,725 ΕφΘεσ 415/2008 δημ. Νομος). Για την πληρότητα του αιτήματος επιδείξεως εγγράφου πρέπει να εκτίθεται ότι αυτό βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου, να προσδιορίζεται αυτό και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του (ΑΠ 953/2002 ΕλλΔνη 44,1310). Η ως άνω αίτηση για την επίδειξη εγγράφων για να είναι ορισμένη πρέπει: α) να αναφέρει ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου, β) να προσδιορίζει το έγγραφο και να περιγράφει με ακρίβεια το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με το αντικείμενο της αποδείξεως που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και επίδειξη. Έτσι, προϋπόθεση της δημιουργίας αξιώσεως για την επίδειξη εγγράφου είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αυτού που ζητεί την επίδειξη. Μάλιστα, οι περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για επίδειξη εγγράφου ή τη χορήγηση αντιγράφου, εξειδικεύονται στο νόμο και αναφέρονται περιοριστικά (άρθρο 902 ΑΚ), δηλαδή υπάρχει τέτοιο έννομο συμφέρον α) όταν το έγγραφο έχει συνταχθεί προς το συμφέρον του αιτούντος και γενικότερα αφορά τη σύσταση, απόδειξη ή γενικά διατήρηση των δικαιωμάτων του αιτούντος, χωρίς να είναι αναγκαίο να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του τελευταίου, β) όταν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα, εάν δηλαδή πρόκειται για έγγραφο συστατικό ή αποδεικτικό δικαιοπραξίας και γ) όταν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν και έχουν σχέση με τον αιτούντα(Βλ. ΑΠ 209/1994 ΕΕΝ 1995,195, ΑΠ 508/1993 ΕλλΔνη 1994,1299, ΕφΘεσ 1150/2001 ΕλλΔνη 2003,524, ΕφΑΘ 1741/1994 ΕλλΔνη 1996,1261, ΕφΑΘ 11203/1986 ΕλλΔνη 1988,141, Γ. Νικολόπουλο σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 902, αρ. 5, σελ. 558,1. Τέντε σε ΚΠολΔ Κεραμέως/Κονδυλη/Νίκα I (2000) άρθρο 451 αρ. 4, Ε. Κρουσταλάκη, Δ 1,648). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών επανυποβάλλει κατ'αρθρ. 240 ΚπολΔ το ήδη πρωτοδίκως νομοτύπως προβληθέν και ουδόλως κριθέν, αίτημα περί επίδειξης εγγράφων, και ειδικότερα ζητεί να επιδειχθούν από την εναγόμενη - εφεσίβλητη το ημερολόγιο πλοίου έτους 2021 σε πρωτότυπο, τα οποία η τελευταία έχει στην κατοχή της, ώστε να εκτιμηθεί στα πλαίσια της ουσιαστικής βασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών, όπως αναφέρεται και στην ανωτέρω σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Επομένως Θα πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη επιδείξει στον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγραφα, με δαπάνες του αιτούντος, εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών από της επιδόσεως σε αυτή της παρούσης αποφάσεως, απειλουμένης χρηματικής κατ’ αυτής, ποινής, ύψους διακοσίων (200) ευρώ, για κάθε ημέρα καθυστερήσεως πέραν του κατά τα άνω δεκαπενθημέρου, καθώς αυτή καταδικάζεται, μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος, σε υλική πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο, αλλά εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή της (άρθρο 946 ΚΓΊολΔ), η, δε, χρηματική ποινή, ως μέσο εξαναγκασμού της μπορεί να επιβληθεί και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/1995 ΕλΔικ 36, 583) και έχει εφαρμογή και επί νομικού προσώπου. Δε θα γίνει λόγος για δικαστικά έξοδα διότι η παρούσα δεν είναι οριστική.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας ουσιαστικά την έφεση του ενάγοντος εκκαλούντος.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ τη με αριθμό 6947/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου η εναγόμενη να επιδείξει στον ενάγοντα, με δαπάνες του τελευταίου, εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών από της επιδόσεως σ’ αυτήν της παρούσης αποφάσεως, απειλουμένης κατ’ αυτής, χρηματικής ποινής, ύψους διακοσίων ευρώ (200,00) ευρώ, για κάθε ημέρα καθυστερήσεως πέραν του κατά τα άνω δεκαπενθημέρου, τα ημερολόγια του ρυμουλκού πλοίου με την επωνυμία «…» χρονικού διαστήματος από 1.1.2021 έως και 31.12.2021.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στη Θεσσαλονίκη στις 27 Φεβρουάριου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ ΕΦΕΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΑΖΑΝΤΖΗ ΜΥΡΤΩ