ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 14ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 3299/2025

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τις Δικαστές Γεωργία Λαμπροπούλου, Πρόεδρο Εφετών, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτη, Ηλιάνα Ζαμανίκα, Εφέτη - Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Ερασμία Κανατά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3.4.2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: [1] ... ... του ... [ΑΦΜ ...], [2] ... ... του ..., [ΑΦΜ: …], [3] ... ... του ... [ΑΦΜ ...], [4] ... ... του ... [ΑΦΜ ...], κατοίκων απάντων …. Αττικής, οδός …., οι οποίοι παραστάθηκαν κατ' άρθρα 524 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, βάσει της από 2.4.2025 δήλωσης της πληρεξούσιας Δικηγόρου τους Αικατερίνης Γανίδη, η οποία κατέθεσε το υπ' αριθ. …/1.4.2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: [1] Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «...», με τον δ.τ. «...ΑΕΔΑΔΠ», όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...», με τον δ.τ. «...Μ.ΑΕΔΑΔΠ», που εδρεύει στην ..., οδός ...(ΑΦΜ …, ΔΌ.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ, ΓΕΜΗ ….), νομίμως εκπροσωπουμένης, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «….», με έδρα το ... 2 ..., …., β’ όροφος, καταχωρημένης στο Γραφείο Μητρώου Εταιρειών με τον αριθμό ... δυνάμει της από 12.9.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με τον δ.τ. «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», με έδρα στην Αθήνα, οδός … (ΑΦΜ ...), νομίμως εκπροσωπουμένης, δυνάμει της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του N. 3156/2003 και [2] Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “...” και τον δ.τ. “...ΑΕΔΑΔΠ” (πρώην «...» με δ.τ. «...ΜΑΕΔΑΔΠ»), που εδρεύει στην Αθήνα, ...[ΑΦΜ …., Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, ΓΕΜΗ …], νομίμως εκπροσωπούμενης, ως μη δικαιούχο και μη υπόχρεη διάδικο, διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων που δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «...», που εδρεύει στο ... ..., …., [AM ….], νομίμως εκπροσωπουμένης, δυνάμει της από 16.3.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία εταιρεία ειδικού σκοπού κατέστη ειδική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», με έδρα στην Αθήνα, οδός …., [ΑΦΜ ..., Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ], δυνάμει της από 16.3.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του N. 3156/2003, οι οποίες παραστάθηκαν κατ' άρθρα 524 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, βάσει της από 2.4.2025 δήλωσης του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους Βασιλάκη Θάνου, μέλους της Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΘΑΝΟΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», ο οποίος κατέθεσε το υπ' αριθ. …2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.

Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν κατά της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη πρώτης εφεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρίας «...ΑΕΔΑΔΠ», ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού «....», ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», δυνάμει της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του N. 3156/2003, την από 26.1.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../5.2.2021) ανακοπή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια η Ανώνυμη Εταιρεία “...ΑΕΔΑΔΠ”, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «...», δυνάμει της από 16.3.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία εταιρεία ειδικού σκοπού κατέστη ειδική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», δυνάμει της από 16.3.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του N. 3156/2003, άσκησε, υπό την ως άνω ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου στην ένδικη απαίτηση της οιονεί καθολικής διαδόχου της καθ' ης η ανακοπή, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, την από 2.9.2021 (αριθ. εκθ. κατ. .../2.9.2021) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή και κατά των ανακοπτόντων. Το Δικαστήριο εκείνο, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω υποθέσεις (ανακοπή και αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση) εξέδωσε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την υπ’ αριθ. 2508/12.9.2022 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την από 26.1.2021 ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 7.8.2024 έφεσή τους, στρεφόμενη (α) κατά της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρίας «...ΑΕΔΑΔΠ», ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού «.....», ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», δυνάμει της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του N. 3156/2003 και (β) της ειδικής διαδόχου της ως άνω Ανώνυμης Εταιρείας (και αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας πρωτοδίκως), Ανώνυμης Εταιρείας “...ΑΕΔΑΔΠ”, ως μη δικαιούχο και μη υπόχρεη διάδικο, διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «....», δυνάμει της από 16.3.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία εταιρεία ειδικού σκοπού κατέστη ειδική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», δυνάμει της από 16.3.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του N. 3156/2003, η οποία [έφεση] κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. ενδ. μέσου .../7.8.2024 και στο παρόν Δικαστήριο με αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../7.8.2024 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν τις από 2.4.2025 κατ' άρθρα 524 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ δηλώσεις τους, αντίστοιχα, και προκατέθεσαν προτάσεις, αιτούμενοι να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 7.8.2024 [αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. ενδ. μέσου .../7.8.2024 και αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../7.8.2024] έφεση των εκκαλούντων-ανακοπτόντων, που ηττήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, κατά της υπ’ αριθ. 2508/12.9.2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμης εταιρείας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, την οποία έκρινε ορθότερη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και με την οποία απορρίφθηκε η από 26.1.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../5.2.2021) ανακοπή τους, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 7.8.2024 πριν από κάθε επίδοση της εκκαλουμένης, δεδομένου ότι κανείς από τους διαδίκους δεν επικαλείται ότι έχει λάβει χώρα τέτοια επίδοση, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο ή άλλος λόγος απαραδέκτου, σύμφωνα με τα άρθρα 19, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β’, 516, 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν από 1.1.2016, κατά τα ρητώς οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 2 N. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015 [Α’ 80]», και εφαρμόζονται στην κρινόμενη έφεση ως εκ του χρόνου ασκήσεως αυτής μετά την προαναφερόμενη ημερομηνία. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή, και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ], κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, σημειουμένου ότι για το παραδεκτό αυτής [I] έχει κατατεθεί το κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 στοιχ. К περ. γ' ΚΠολΔ, μετά την ισχύ του N. 4446/2016 [ΦΕΚ Α' 240/22-12-2016, με έναρξη ισχύος βάση άρθρου 35 παρ. 2 & 45 από 23/1/2017] παράβολο ποσού εκατόν πενήντα [150 €] ευρώ [βλ. σχετ. το αναγραφόμενο στην ως άνω έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου υπ' αριθ. …./2024 ηλεκτρονικό παράβολο, σε συνδ. με την από βεβαίωση πληρωμής της ΓΓΠΣ] και [II] προσκομίζονται τα κατ’ άρθρο 61 Ν. 4194/2013 προαναφερόμενα γραμμάτια προκαταβολής εισφορών των πληρεξουσίων Δικηγόρων των διαδίκων.

Με την από 26.1.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../5.2.2021) ανακοπή τους, οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες ζήτησαν να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν σε αυτή, η με αριθμό .../2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε βάρος τους κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Εταιρίας «...ΑΕΔΑΔΠ», ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού «......», ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», δυνάμει της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του N. 3156/2003, με βάση την αναφερόμενη σε αυτή υπ’ αριθ. .../24.3.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου και την από 21.7.2008 πρόσθετη πράξη αυτής, με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση στεγαστικού δανείου και συμφωνήθηκε η μετατροπή σε ελβετικά φράγκα (CHF) του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου, καθώς και των μεταγενέστερων πρόσθετων πράξεων αυτής με τις οποίες οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν το μέχρι εκείνη τη στιγμή χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, και με την οποία διαταγή πληρωμής υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «......», αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 774.418,18 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την ανακοπή παραδεκτή και νόμιμη και ερευνώντας περαιτέρω το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο των προβαλλόμενων με το ως άνω δικόγραφο λόγων, τους απέρριψε στο σύνολό τους και επικύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της ως άνω αποφάσεως παραπονούνται οι εκκαλούντες με την κρινόμενη από 7.8.2024 [αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. ενδ. μέσου .../7.8.2024 και αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../7.8.2024] έφεσή τους, για τους λόγους που αναφέρουν σε αυτήν και που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2508/12.9.2022 απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η ανακοπή τους, να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 7821/2020 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητες Ανώνυμες Εταιρείες στη δικαστική τους δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

[I]. Καταγγελία είναι η μονομερής δήλωση του ενός των συμβαλλόμενων που απευθύνεται στον άλλον, με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για λύση της σύμβασης στο μέλλον (άρθρο 167 ΑΚ), για ορισμένο λόγο προβλεπόμενο στη σύμβαση ή στο νόμο, ασκείται, δε, είτε με εξώδικη δήλωση, είτε με αγωγή. Η καταγγελία ασκείται αυτοπροσώπως από κάποιον από τους συμβαλλόμενους. Δεν αποκλείεται, όμως, να ασκηθεί από αντιπρόσωπο-πληρεξούσιο (άρθρα 211, 216, 217 ΑΚ). Εφόσον η καταγγελία είναι άτυπη και η πληρεξουσιότητα που χορηγείται για την άσκησή της είναι επίσης άτυπη (άρθρο 217 παρ. 2 ΑΚ). Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσώπησής του. Η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ απαιτεί για την επιχείρηση μονομερούς απευθυντέας σε άλλον δικαιοπραξίας, την επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου. Οι συνέπειες από τη μη επίδειξή του εξαρτώνται από το αν αποκρούεται ή όχι η καταγγελία χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Έτσι, ειδικότερα, όταν η καταγγελία από τον πληρεξούσιο έγινε εγγράφως, αυτός πρέπει να επιδείξει το πληρεξούσιο έγγραφο γιατί αλλιώς, αυτός προς τον οποίο γίνεται, έχει το δικαίωμα να την αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα, οπότε επέρχεται ακυρότητα (άρθρο 226 ΑΚ) και μάλιστα ανεξάρτητα αν υπήρχε πράγματι πληρεξουσιότητα ή αν εγκρίθηκε η καταγγελία. Αντίθετα, αν δεν εναντιωθεί αυτός προς τον οποίο γίνεται, το κύρος της καταγγελίας που βαρύνεται να αποδείξει ο καταγγέλων και έγινε από αντιπρόσωπό του, θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ή μη του πληρεξουσίου εγγράφου ή της έγκρισης εκ μέρους του (καταγγέλοντος) της καταγγελίας (Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ, άρθρο 226, σελ. 396, αριθ.8), η οποία πρέπει να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με την προσαγωγή συμβολαιογραφικού ή άλλου εγγράφου, είτε με δήλωση του παριστάμενου διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 232 ΑΚ μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρήθηκε από αντιπρόσωπο χωρίς να έχει εξουσία αντιπροσώπευσης είναι άκυρη. Κατά δε το άρθρο 233 ΑΚ μονομερής δικαιοπραξία, που επιχειρείται προς άλλον από αντιπρόσωπο, ο οποίος δεν έχει εξουσία, εφόσον ο άλλος δεν την απέκρουσε γι’ αυτόν τον λόγο, είναι ισχυρή, αφότου την ενέκρινε ο αντιπροσωπευόμενος. Το άλλο μέρος έχει το δικαίωμα να ζητήσει να εγκρίνει ρητά τη δικαιοπραξία ο αντιπροσωπευόμενος μέσα σε εύλογη προθεσμία που καθορίζει. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι κατ’ αρχήν η μονομερής δικαιοπραξία, όταν γίνεται από αντιπρόσωπο που στερείται πληρεξουσίου, είναι άκυρη και μόνο σε περίπτωση δικαιοπραξίας απευθυνόμενης σε άλλον, όπως είναι η καταγγελία μιας διαρκούς σύμβασης, αυτή, αν δεν αποκρουσθεί από τον παραλήπτη της χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, ισχυροποιείται εφόσον υπάρχει τέτοια πληρεξουσιότητα ή εγκριθεί από τον αντιπροσωπευόμενο, πρέπει όμως η έγκριση να γίνει πριν αποκρουσθεί η δικαιοπραξία από το άλλο μέρος για το λόγο ότι έγινε χωρίς να έχει εξουσία αντιπροσώπευσης ο εμφανιζόμενος ως αντιπρόσωπος. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξεως και μάλιστα ex nunc πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως. (ΕφΠατρ 9/2020, ΕφΔυτΜακ 3/2019, ΕφΛαρ 18/2019, δημ. στην ΤΝΠ Νόμος). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, ενώ για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για το χρεωστικό υπόλοιπο δανείου, απαιτείται να αποδεικνύονται εγγράφως η δανειακή σύμβαση, η κίνηση του τηρηθέντος λογαριασμού, η καταγγελία της συμβάσεως και το οριστικό κατάλοιπο του δανείου (ΕφΔυτΜακ 3/2019, ό.π.).

[II]. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο που το εκπροσωπεί. Κατά το άρθρο 18 παρ. 1 και 2 του N. 2190/1920, η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικώς, μπορεί δε το καταστατικό να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία εν γένει ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει σαφώς ότι με αυτές ρυθμίζεται θέμα που προβλέπεται και από τα προαναφερθέντα άρθρα 65, 67, 68 και 70 ΑΚ και αφορά στην οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, με τον καθορισμό του οργάνου, το οποίο εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις του με άλλα πρόσωπα, εκπροσωπεί αυτό ενώπιον δικαστηρίου και αποφασίζει περί της διοικήσεως και της διαχειρίσεως της περιουσίας του προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο, δε, όργανο ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 22 του N. 2190/1920, να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσώπησης της εταιρίας, εφόσον επιτρέπει το καταστατικό της, μπορεί, κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 18, να ανατεθεί από το διοικητικό συμβούλιο και σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έτσι δικαιούνται να ασκήσουν τις ως άνω εξουσίες που ανήκουν στο διοικητικό συμβούλιο, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, ανάλογα με την έκταση της επιτραπείσας υποκαταστάσεως. Στην περίπτωση αυτή, το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του Δ.Σ., είναι υποκατάστατο αυτού, ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρίας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από τον νόμο και το καταστατικό (ΑΠ 1827/2012, ΕφΠατρ 9/2020, ΕφΑΘ 3544/2006, δημ. στην ΤΝΠ Νόμος).

Με τον πρώτο λόγο έφεσής τους, κατ’ ορθήν εκτίμηση αυτού, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων και εσφαλμένης υπαγωγής τους στο νόμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, όπως αυτός αναλύεται στα επιμέρους σκέλη του, ο οποίος αφορά στο σύνολό του στην ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου (ακυρότητα καταγγελίας δανειακής σύμβασης και μη προσκομιδή πληρεξουσίου εγγράφου της αιτούσας τόσο κατά την επίδοση της καταγγελίας, όσο και κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής προς τα υπογράφοντα την καταγγελία τρίτα πρόσωπα). Ειδικότερα, από το δικόγραφο της ανακοπής, προκύπτει ότι με τον πρώτο λόγο τους, όπως αυτός αναλύεται στα επιμέρους σκέλη του και κατ’ ορθήν εκτίμησή του, οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες, υποστηρίζουν ότι η επιδοθείσα σε αυτούς καταγγελία της επίδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή είναι άκυρη, διότι δεν φέρει υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της, αλλά των υπαλλήλων αυτής, οι οποίοι δεν επέδειξαν σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, συνεπώς δεν λειτούργησαν ούτε ως εκπρόσωποι της καθ’ ης, ούτε ως υποκατάστατο όργανο της διοίκησης, ούτε ως απλοί πληρεξούσιοι-εντολοδόχοι της, και ως εκ τούτου η ένδικη απαίτηση της καθ’ ης δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, γεγονός το οποίο εμπόδιζε την καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης και κατά συνέπεια την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, κατά την έκδοση της οποίας, επίσης δεν αποδείχθηκε η αντιπροσωπευτική εξουσία των ως άνω προσώπων, που υπογράφουν την καταγγελία της δανειακής σύμβασης, η οποία (διαταγή πληρωμής) είναι για το λόγο αυτό άκυρη. Ο λόγος αυτός είναι ορισμένος, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των εφεσιβλήτων περί του αντιθέτου, και νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 226, 232, 233 ΑΚ, 623, 624 παρ. 1, 626 ΚΠολΔ, πρέπει, δε, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη [άρθρο 336 ΚΠολΔ], αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ. ….2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου, η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Τράπεζα ... Α.Ε.» χορήγησε στους ανακόπτοντες ... ... του ..., ... ... του ..., ... ... του ... και ... ... του ..., στεγαστικό δάνειο, ποσού 1.200.000 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο. Η αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε σε εκατόν ογδόντα (180) συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ενώ σε περίπτωση μη ολοσχερούς εξόφλησης δύο (2) συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων, η Τράπεζα διατήρησε το δικαίωμα καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, ενώ το ποσό του δανείου θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (όρος 5.3. της κύριας σύμβασης). Με την από 21.7.2008 πρόσθετη πράξη τροποποιήθηκε η ως άνω σύμβαση στεγαστικού δανείου και συμφωνήθηκε η μετατροπή σε ελβετικό φράγκο (CHF) την 31.7.2008 του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου, το οποίο κατά την ημερομηνία της υπογραφής της άνω πρόσθετης πράξης ανερχόταν στο ποσό των 1.075.357,41 ευρώ, πλέον τόκων από 30.6.2008, με βάση την ισοτιμία του οικείου συναλλάγματος εκείνης της ημέρας, όπως αυτή θα προέκυπτε από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος. Η εξόφληση του δανείου κατά την περίοδο που θα εκτοκίζονταν με επιτόκιο Libor CHF, συμφωνήθηκε να γίνει σε 152 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, από την 31.7.2008, με την εφαρμογή κυμαινόμενου επιτοκίου, το οποίο θα απαρτίζονταν από το διατραπεζικό επιτόκιο Libor CHF, μηνιαίας διάρκειας 360 ημερών, πλέον περιθωρίου 1,50% και της εισφοράς του N. 128/1975 ανερχόμενης κατά την ημερομηνία υπογραφής της άνω πρόσθετης πράξης σε 0,12%, και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες που αναγράφονται στην πράξη αυτή. Στη συνέχεια, οι ανακόπτοντες με τις ακόλουθες αναλυτικά αναφερόμενες πρόσθετες πράξεις, αφού αναγνώριζαν το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά τον συγκεκριμένο χρόνο κάθε πρόσθετης πράξης, συμφωνούσαν σε τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης ως εξής: (α) Με την από 27.4.2011 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου εκ ποσού 1.419.693,79 CHF και συμφωνήθηκε η επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου, όπως αυτή είχε οριστεί στην αρχική σύμβαση, κατά σαράντα οκτώ (48) μήνες και ότι το υπόλοιπο του δανείου θα εξοφληθεί σε 168 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις από την 30.4.2011 και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες που αναγράφονται στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη, (β) Με την από 20.3.2012 πρόσθετη πράξη οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν το μέχρι εκείνη τη στιγμή χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου εκ συνολικού ποσού 1.341.993,92 CHF, πλέον τόκων από την 29.2.2012, και συμφωνήθηκε η επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου κατά εβδομήντα τέσσερεις (74) μήνες, η προσαύξηση του περιθωρίου του κυμαινόμενου επιτοκίου ανερχόμενου πλέον σε 1,60% και ότι θα κατέβαλαν το ήμισυ του ποσού εκάστης εκ των δώδεκα (12) αμέσως επόμενων τοκοχρεολυτικών δόσεων, αρχής γενομένης από την 31.3.2012 και σύμφωνα με του όρους και τις συμφωνίες που αναγράφονται στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη, (γ) Δυνάμει της από 26.4.2013 πρόσθετης πράξης οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν το μέχρι εκείνη τη στιγμή χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου εκ συνολικού ποσού 1.316.899,95 CHF, πλέον τόκων από την 31.3.2013, και συμφωνήθηκε ότι θα κατέβαλαν ποσοστό 50% του ποσού εκάστης εκ των δώδεκα (12) αμέσως επόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αρχής γενομένης από 30.4.2013 και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες που αναγράφονται στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη, (δ) Με την από 25.9.2014 πρόσθετη πράξη οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν το μέχρι εκείνη τη στιγμή χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου εκ συνολικού ποσού 1.289.711,65 CHF και συμφωνήθηκε ότι θα κατέβαλαν ποσοστό 30% του ποσού εκάστης εκ των δεκαοκτώ (18) αμέσως επόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αρχής γενομένης από την 30.9.2014 και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες που αναγράφονται στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη, (ε) Με την από 12.2.2015 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου εκ ποσού 1.287.806,42 CHF και συμφωνήθηκε η επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου, όπως αυτή είχε οριστεί στην αρχική σύμβαση, κατά εξήντα (60) μήνες και ότι το υπόλοιπο του δανείου θα εξοφληθεί σε 256 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις από την 28.2.2015, εκ των οποίων οι πρώτες δώδεκα (12) θα καταβάλλονταν σε ποσοστό 20% και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες που αναγράφονται στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη, (στ) Με την από 31.3.2016 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου εκ ποσού 1.289.937,88 CHF και συμφωνήθηκε η επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου, όπως αυτή είχε οριστεί στην αρχική σύμβαση και ότι το υπόλοιπο του δανείου θα εξοφληθεί σε 242 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις από την 30.4.2016, εκ των οποίων οι πρώτες δώδεκα (12) θα καταβάλλονταν σε ποσοστό 20% και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες που αναγράφονται στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη, (ζ) Με την από 14.6.2017 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου εκ ποσού 1.277.298,18 CHF και συμφωνήθηκε η επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου, όπως αυτή είχε οριστεί στην αρχική σύμβαση, κατά έξι (6) μήνες, με παροχή περιόδου χάριτος καταβολής κεφαλαίου διάρκειας έξι (6) μηνών, και ότι το υπόλοιπο του δανείου θα εξοφληθεί σε 228 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης καταβλητέας ένα μήνα από το πέρας της άνω περιόδου χάριτος, κάθε δε επόμενης την αντίστοιχη ημερομηνία έκαστου επόμενου μηνός μέχρι τη λήξη του δανείου και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες, που αναγράφονται στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη, (η) Με την από 20.6.2018 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου εκ ποσού 1.258.508,82 CHF και συμφωνήθηκε η παροχή περιόδου χάριτος καταβολής κεφαλαίου τριών (3) μηνών και ότι το υπόλοιπο του δανείου θα εξοφληθεί σε 219 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις της πρώτης καταβλητέας ένα μήνα από το πέρας της ως άνω περιόδου χάριτος, κάθε δε επόμενης την αντίστοιχη ημερομηνία έκαστου επόμενου μηνός, μέχρι τη λήξη του δανείου και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες, που αναγράφονται στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη. Προς εξυπηρέτηση της σύμβασης αυτής τηρήθηκαν (ι) ο με αριθ.... λογαριασμός, ο οποίος τηρήθηκε από την 31.3.2006 (ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου) μέχρι την 31.7.2008 (ημερομηνία μετατροπής του νομίσματος του δανείου σε CHF) και (ιι) ο υπ’ αριθ. ... λογαριασμός, ο οποίος τηρήθηκε από την 31.7.2008 μέχρι την 12.12.2019, οπότε και καταγγέλθηκε η ένδικη σύμβαση δανείου από την καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία. Ειδικότερα, δυνάμει της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ της «Τράπεζας ... Α.Ε.» και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «....», η οποία καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του N. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. ΑΚ και του άρθρου 61 του N. 4548/2018, η Τράπεζα ... μεταβίβασε στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων ή/και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, ή/και έχουν καταγγελθεί, ή/και έχουν ρυθμιστεί, στο οποίο (χαρτοφυλάκιο) συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, μετά των προσθέτων αυτής πράξεων. Η από 12.9.2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων καταχωρήθηκε την 16.9.2019 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του N. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (Τ…., α/α …), με αριθ. πρωτ. ....2019, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 3156/2003, όπως αυτή διορθώθηκε την 21.5.2020 και καταχωρήθηκε στο ως άνω ειδικό βιβλίο (Τ…., α/α ….), με αριθ. πρωτ. ….. Κατά το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, η μεταβίβαση αυτή έχει αποτέλεσμα εκχώρησης, σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 44 του ν.δ. 17.7-13.8/1923 (παρ. 12), η δε καταχώρηση της σύμβασης στο ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών επέχει θέση αναγγελίας της εκχώρησης προς τους οφειλέτες. Με την άνω μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού κάθε διαπλαστικό ή άλλο δικαίωμα, που συνδέεται με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις, με αποτέλεσμα η «....» να είναι δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, καθώς και κάθε παρεπόμενου ή διαπλαστικού ή άλλου δικαιώματος, που συνδέεται με αυτή. Η απαίτηση από την ανωτέρω αναφερόμενη υπ’ αριθ. .../24.3.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου έχει καταχωρηθεί στον τόμο …. αριθμό …. των δημόσιων βιβλίων του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό καταχώρησης... Παράλληλα, με την από 12/9/2009 Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ. 14 και 16 του N. 3156/2003, ανατέθηκε η διαχείριση του ως άνω χαρτοφυλακίου από την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «......» στην «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», καταχωρήθηκε, δε, αυτή στις 16/9/2019 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ….-2019 [τόμο …, αριθμό …]. Εν συνεχεία, συστήθηκε στις 16.9.2019 η εταιρεία με την επωνυμία «...» με διακριτικό τίτλο «...Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π», δυνάμει των διατάξεων του N.4354/2015, η οποία εποπτεύεται και αδειοδοτήθηκε νομίμως από την «ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ» δυνάμει της υπ' αριθ. … απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό …. ΦΕΚ. Στην ως άνω εταιρεία εισφέρθηκε σε είδος από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ» σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του N. 4548/2018 ο κλάδος διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και η από 12/9/2019 Συμφωνία Διαχείρισης των ανωτέρω τιτλοποιημένων απαιτήσεων. Συνεπεία της ως άνω εισφοράς τροποποιήθηκε η από 12/9/2019 συμφωνία διαχείρισης με την από 18/9/2019 μεταβολή του προσώπου του διαχειριστή, νομίμως επίσης δημοσιευθείσας με αριθ. πρωτ. …. στα ίδια ως άνω βιβλία του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών [τόμος …, α/α ….] και δυνάμει του από 16/9/2019 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου ... …. ορίστηκε νέος Διαχειριστής πληρεξούσιος των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η άνω εταιρεία «...Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π». Εν συνεχεία, η εταιρεία αυτή, δυνάμει της υπ' αριθ. …. απόφασης του Αντιπεριφερειάρχη Κεντρικού Τομέα Αθηνών [ΑΔΑ: ….], η οποία καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης …, μετονομάστηκε σε «...», με τον διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.». Συνεπεία, λοιπόν, των ανωτέρω, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «....» ανέθεσε, κατ’ άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων αρχικά στην «Τράπεζα ... Α.Ε.» και εν συνεχεία στην καθ' ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία «...Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.». Λόγω μη εκπλήρωσης εκ μέρους των ανακοπτόντων των συμβατικών τους υποχρεώσεων η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία έκλεισε τον υπ’ αριθ. ...λογαριασμό και με την από 20.2.2020 εξώδικη δήλωση κατήγγειλε την επίδικη δανειακή σύμβαση για το συνολικό ποσό των 1.198.840,33 €. Η ως άνω εξώδικη δήλωση, με την οποία η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία «...Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.» γνωστοποίησε στους ανακόπτοντες την κατά τα ανωτέρω καταγγελία και το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο της ως άνω δανειακής σύμβασης στεγαστικού δανείου, καλώντας αυτούς παράλληλα σε συνολική εξόφλησή του, πλέον τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων, υπογράφεται από τους υπαλλήλους της ... ... και ... ... (χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνηση της ιδιότητας των υπογραφόντων την επίδικη καταγγελία) και επιδόθηκε στους ανακόπτοντες - οφειλέτες στις 3.3.2020 (βλ. τις υπ’ αριθ. ………… εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ….). Οι ανακόπτοντες δεν προέβησαν σε εξόφληση του χρεωστικού σε βάρος τους ως άνω ληξιπρόθεσμου υπολοίπου και η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία, με την από 17.7.2020 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, οπότε εκδόθηκε στις 20.11.2020 η υπ’ αριθ. .../2020 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας διατάχθηκαν οι ανακόπτοντες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως πρωτοφειλέτες, νομιμοτόκως από την 11.6.2020 και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, το συνολικό ποσό των 774.418,18 ευρώ, πλέον δικαστικών εξόδων εκ ποσού 20.960 ευρώ. Οι ανακόπτοντες, με την κρινόμενη ανακοπή τους, προβάλουν για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι η ως άνω καταγγελία του επίδικου δανείου είναι άκυρη διότι δεν τους επιδείχθηκε το πληρεξούσιο έγγραφο, δυνάμει του οποίου οι ως άνω υπογράφουσες την εξώδικη δήλωση, ... ... και ... ..., προέβησαν σε αυτήν για λογαριασμό της καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμης εταιρείας. Η υπαίτια αυτή βραδύτητα, που επέδειξαν στο να αποκρούσουν για το λόγο αυτό την επιδοθείσα σε αυτούς καταγγελία, έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό στοιχείο [I] νομική σκέψη της παρούσας, ότι αυτή δεν είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη (ανεξάρτητα δηλαδή από το αν υφίσταται πράγματι η σχετική πληρεξουσιότητα ή όχι), αλλά ότι πρέπει να ερευνηθεί αν υπάρχει το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ή αν έχει εγκρίνει η καθ’ ης τις εν λόγω ενέργειες των υπαλλήλων της. Ωστόσο, η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία, που φέρει κατά τα ως άνω αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό στοιχείο [I] νομική σκέψη της παρούσας, και το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της ως άνω καταγγελίας, δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η αντιπροσωπευτική εξουσία των ανωτέρω προσώπων, αν δηλαδή ενήργησαν ως υποκατάστατοι του Διοικητικού Συμβουλίου, ή ως εντολοδόχοι τρίτοι δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης, ή η τυχόν μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμης εταιρείας, ούτε η τελευταία δήλωσε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου της ότι εγκρίνει αυτήν με δήλωσή της καταχωριζόμενη στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου ή του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ τέτοια έγκριση δεν συνιστά η εντολή που έδωσε για την επίδοση της ως άνω καταγγελίας, καθώς όπως προκύπτει από τις σχετικές εκθέσεις επίδοσης, η εντολή αυτή δόθηκε από τις ίδιες ως άνω υπαλλήλους της, των οποίων και αμφισβητείται η αντιπροσωπευτική εξουσία. Με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προτάσεις της η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία ισχυρίζεται αυτολεξεί ότι : (α) «ο κρινόμενος λόγος (σ.σ. της έφεσης και αντίστοιχα της ένδικης ανακοπής) τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς ασχέτως της ύπαρξης πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο της υπαλλήλου της καθ’ ης που υπέγραψε την επιδοθείσα στους αντιδίκους καταγγελία, η έγκριση της δικαιούχου της απαίτησης τεκμαίρεται από την εντεύθεν κατάθεση, εκ μέρους της καθ' ης, της από 17.7.2020 αίτησης για την έκδοση της προσβαλλομένης, η οποία στηρίζεται στην ως άνω γενόμενη καταγγελία, χωρίς ουδόλως να αποδεικνύεται οποιαδήποτε απόκρουση εκ μέρους των αντιδίκων σε προγενέστερο χρόνο από την κατάθεση της κρινόμενης ανακοπής, όπου για πρώτη φορά διατυπώνεται σχετική αιτίαση» (σελ. 16 των ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατατεθέντων προτάσεων), (β) «δεδομένου ότι τα άρθρα 18 παρ. 2 και 22 του N. 2190/1020 περί ανωνύμων εταιρειών προβλέπουν ότι με διάταξη του καταστατικού μπορεί να ανατεθεί σε ένα ή και περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή και σε τρίτα πρόσωπα η γενική ή και για ορισμένο μόνο είδος πράξεων εκπροσώπηση της εταιρείας, συνάγεται ότι τα παραπάνω πρόσωπα αποτελούν όργανα αυτής και οσάκις προβαίνουν σε μονομερείς επ’ ονόματί της δικαιοπραξίες μέσα στον κύκλο της εκπροσωπήσεως που τους έχει ανατεθεί, δεν χρειάζεται, για το κύρος αυτών, να επιδείξουν πληρεξούσιο έγγραφο» (σελ. 22) και (γ) «Η έγκριση, αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα στο άλλο μέρος (άρθρα 236 και 238 ΑΚ) υποβαλλόμενη στον τύπο που προβλέπεται για τη σύμβαση που αφορά αυτή και δυνάμενη, εφόσον για την κύρια σύμβαση δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, μπορεί να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, συναγόμενη από πράξεις του εγκρίνοντος ή περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη τη βούληση της έγκρισης» (σελ.23). Κατόπιν των ανωτέρω, μη νόμιμων ισχυρισμών της, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στις υπό στοιχεία [I] και [II] νομικές σκέψεις της παρούσας, η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία δεν προσκόμισε κανένα συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δυνάμει του οποίου το Δ.Σ. αυτής, το οποίο την εκπροσωπεί νόμιμα, ανέθεσε την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών του διαχείρισης και εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή μη, υπαλλήλους της ή τρίτους, καθορίζοντας και την έκταση των ανατιθέμενων εξουσιών (όπως για παράδειγμα ο Γενικός Διευθυντής των νομικών υπηρεσιών της, ο οποίος θα μπορούσε, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της καθ’ ης η ανακοπή, να έχει διορίσει και να καταστήσει ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους της καθ’ ης συγκεκριμένους Δικηγόρους, στους οποίους να παρέχει εντολή και πληρεξουσιότητα ο καθένας χωριστά, να παρίστανται και να αντιπροσωπεύουν την καθ’ ης για την ενέργεια των αναλυτικώς αναφερόμενων στο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο πράξεων). Από την επισκόπηση, δε, του ως άνω εγγράφου της ένδικης καταγγελίας δεν προκύπτει η ιδιότητα των ως άνω υπαλλήλων, και δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται κανένα άλλο έγγραφο, όπως απαιτείται σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό στοιχείο [I] νομική σκέψη της παρούσας, δεν αποδεικνύεται ότι οι ως άνω υπάλληλοι έχουν τη σχετική πληρεξουσιότητα να προβαίνουν στις εν λόγω πράξεις (μεταξύ των οποίων και η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων). Ούτε προσκομίζει ως όφειλε η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρία, προκειμένου να αποκρούσει τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής, το καταστατικό της, από το οποίο θα προέκυπτε (α) αν το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών του διαχείρισης και εκπροσώπησης της Τράπεζας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή μη, υπαλλήλους της τράπεζας ή τρίτους, καθορίζοντας και την έκταση των ανατιθέμενων εξουσιών, (β) τον τρόπο με τον οποία τα πρόσωπα, στα οποία ανατίθενται οι ανωτέρω εξουσίες, δεσμεύουν την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως όργανα αυτής, σε όλη την έκταση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν, (γ) αν με βάση το προαναφερόμενο καταστατικό και τη σχετική απόφαση του Δ.Σ. της καθ’ ης, διόρισε πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους αυτής, υπαλλήλους της που θα πρέπει να αναφέρονται ονομαστικά σε αυτό, στους οποίους παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνουν επ’ ονόματι και για λογαριασμό της (της καθ’ ης η ανακοπή) στις ειδικότερα περιγραφόμενες ενέργειες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και (δ) αν στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνονται και οι ως άνω υπάλληλοι, οι οποίοι ενεργώντας από κοινού προέβησαν εν προκειμένω στην καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης, ενεργώντας ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της καθ’ ης η ανακοπή. Επιπλέον, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο νομιμοποιήθηκαν οι ως άνω υπάλληλοι για την καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης, ούτε αν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της καθ’ ης η ανακοπή παρείχαν σχετική εντολή και εξουσιοδότηση προς τους ανωτέρω υπαλλήλους να προβούν στην εν λόγω καταγγελία και στην επίδοσή της στους ανακόπτοντες. Επομένως, η ανωτέρω καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης ήταν άκυρη, και δεν παρήχθησαν αποτελέσματα από αυτή, ήτοι δεν ενεργοποιήθηκε ο σχετικός συμβατικός όρος, που παρείχε στην καθ’ ης η ανακοπή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τους ανακόπτοντες του άνω οφειλόμενου κεφαλαίου και των τόκων και δεν κατέστη το σύνολο του ανεξόφλητου δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ως εκ τούτων, εφόσον η ένδικη απαίτηση δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν υφίσταντο οι νόμιμες προϋποθέσεις της έκδοσής της έναντι των ανακοπτόντων - οφειλετών, όπως επίσης αναπτύχθηκε στις νομικές σκέψεις της παρούσας. Συνεπώς, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της ανακοπής, όπως αυτός αναπτύσσεται στα επιμέρους σκέλη του, κρίνεται βάσιμος και άγει στην εν όλω ακύρωση της διαταγής πληρωμής, λόγω της ανυπαρξίας ληξιπρόθεσμης απαίτησης της καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμης εταιρείας σε βάρος των οφειλετών (ανακοπτόντων). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι παρά το γεγονός ότι η εξώδικη δήλωση καταγγελίας της ένδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου υπογράφεται από τις υπαλλήλους της καθ’ ης η ανακοπή ... ... και ... ... και δεν επιδόθηκε στους ανακόπτοντες πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο τα ανωτέρω πρόσωπα, των οποίων η ιδιότητα δεν διευκρινίζεται, δικαιούντο να καταγγείλουν τη σύμβαση για λογαριασμό της Τράπεζας και εφόσον οι ανακόπτοντες δεν απέκρουσαν την καταγγελία χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, ισχυριζόμενοι έλλειψη πληρεξουσιότητας στα πρόσωπα των ανωτέρω υπογραφουσών, αλλά το πρώτον αμφισβήτησαν το κύρος της καταγγελίας για την αιτία αυτή με τον υπό κρίση λόγο ανακοπής, η οποία ασκήθηκε την 8.2.2021 ήτοι έντεκα (11) μήνες μετά την καταγγελία, και συνεπώς εκτός των χρονικών ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ η έγκριση της καθ’ ης για την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας προς τις άνω υπαλλήλους της προκύπτει από την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, στην οποία επισύναψε το έγγραφο της εν λόγω καταγγελίας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης είναι έγκυρη και νόμιμα οδήγησε στην έκδοση του εκτελεστού τίτλου (προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής), έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την υπαγωγή αυτών στις ως άνω νομικές διατάξεις, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στις υπό στοιχεία [I] και [II] νομικές σκέψεις της παρούσας. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ως ουσία βάσιμο τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, εσφαλμένα δε απέρριψε, σύμφωνα με τον βάσιμο πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, τον λόγο αυτό. Συνεπώς, γενομένου δεκτού στην ουσία του, του αμέσως ανωτέρω λόγου έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η από 7.8.2024 [αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. ενδ. μέσου .../7.8.2024 και αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../7.8.2024] έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, αναγκαίως δε και κατά τη συναρτώμενη με την όλη έκβαση της δίκης διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, αφού η δικαστική δαπάνη καθορίζεται εξ υπαρχής ενιαία για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της εξαφάνισης της υπόθεσης, και να διακρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια, αφού συνεκδικαστούν η από 26.1.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../5.2.2021) ανακοπή και η από 2.9.2021 (αριθ. εκθ. κατ. .../2.9.2021) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει : (Α) Να γίνει δεκτή η από 26.1.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../5.2.2021) ανακοπή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων ανακοπής, καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 216, 218, 583, 565 και 632 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι, όταν υπάρχουν περισσότεροι λόγοι, νομικοί ή πραγματικοί, που όλοι μαζί ή καθένας χωριστά αποβλέπουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής, τότε, αν το Δικαστήριο κάνει δεκτό ένα λόγο και ικανοποιώντας το αίτημα της ανακοπής ακυρώσει την διαταγή πληρωμής, δεν πρέπει να προχωρήσει στην έρευνα των λοιπών λόγων, καθώς μετά την ακύρωση της διαταγής θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί πλήρως το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος. (Β) Να απορριφθεί η από 2.9.2021 (αριθ. εκθ. κατ. .../2.9.2021), υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή και κατά των ανακοπτόντων, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση. Τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων (ανακοπτόντων - καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση), για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος τους, να επιβληθούν σε βάρος των εφεσιβλήτων (καθ’ ης η ανακοπή και αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας), λόγω της ήττας τους, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας [άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 58 παρ. 3 & 4, 63, 65 και 68, 69 N. 4194/2013]. Τέλος, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου της έφεσης ποσού εκατόν πενήντα [150 €] ευρώ, βάσει του υπ’ αριθ. …./2024 ηλεκτρονικού παράβολου, στους καταθέσαντες το ένδικο μέσο εκκαλούντες, που νίκησαν.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την από 7.8.2024 [αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. ενδ. μέσου .../7.8.2024 και αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../7.8.2024] έφεση, κατά της υπ' αριθ. 2508/12.9.2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών].

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου έφεσης που καταβλήθηκε από τους εκκαλούντες κατά την άσκηση της άνω εφέσεως, βάσει του υπ’ αριθ. …./2024 ηλεκτρονικού παράβολου ποσού εκατόν πενήντα [150 €] ευρώ.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 2508/12.9.2022 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών].

ΚΡΑΤΕΙ και ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 26.1.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../5.2.2021) ανακοπή και την από 2.9.2021 (αριθ. εκθ. κατ. .../2.9.2021) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 26.1.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ. .../5.2.2021) ανακοπή.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθ. .../2020 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2.9.2021 (αριθ. εκθ. κατ. .../2.9.2021) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος των εφεσιβλήτων και ορίζει αυτά στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις …2025.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα στις ….2025, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ