ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΣΤ'
ΑΡΙΘΜΟΣ 314/2026
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Ιωάννη Κοσμάτο, Εφέτη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου, και τη Γραμματέα Ευδοκία Ράμτσιου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …., κατοίκου …. ΠΕ Θεσσαλονίκης, (οδός … αρ...., ΑΦΜ …), που εκπροσωπήθηκε, δυνάμει της από 6-11-2025 δήλωσης του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γιώρα (…), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, (οικισμός …., ΑΦΜ ….) που εκπροσωπήθηκε, δυνάμει της από 4-11-2025 δήλωσης του άρθρου 242παρ.2 ΚΠολΔ,από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Σκαρλάτο (AM …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 26-3-2021 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../26-3-2021 αγωγή της σε βάρος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος. Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την Οικογένεια, τον Γάμο και την Ελεύθερη Συμβίωση, η υπ’ αριθμ. 1.784/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εναγόμενος και νυν εκκαλών με την από 29-4-2025 έφεσή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου-Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 29-4-2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../29-4-2025, και στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../2-5-2025, για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία και συζητήθηκε.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και κατά τη συζήτησή της, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω αναφέρεται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-4-2025 και με αριθμ. έκθ. κατάθεσης ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../29-4-2025 έφεση του πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθέντος εναγομένου κατά της υπ’ αριθμ. 1784/30-1-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια,το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1 β', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ),δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης αλλά ούτε και από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση αυτής και η κρινόμενη έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου-Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 29-4-2025 (βλ.τη με αριθμό έκθ. κατάθεσης ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../29-4-2025 έφεση). Επίσης ως εκ περισσού ο εναγόμενος και νυν εκκαλών κατέθεσε για το παραδεκτό της έφεσής του το υπ’αριθμ…. e-παράβολο ποσού 100ευρώ, διότι για διαφορές σχετικές με την αξίωση άρθρου 592παρ. 3 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παράβολου για την άσκηση ένδικου μέσου(άρθρο 495παρ.3εδ.τελ.ΚΠολΔ), αν δε κατατεθεί πρέπει να διαταχθεί η απόδοσή του, γιατί καταβλήθηκε αχρεωστήτως (ΑΠ 236/2024 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου).Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ως άνω διαδικασία(άρθρο 533παρ.1 ΚΠολΔ).
Με την από 26-3-2021 και αριθμ.εκθ.καταθ.ΓΑΚ.../ΕΑΚ .../26-3- 2021 αγωγή της, η ενάγουσα και νυν εφεσίβλητη εξέθετε ότι τέλεσε με τον εναγόμενο, νόμιμο γάμο στις 23-10-1983, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δυο τέκνα. Ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε την 8-7-2018 και τελικά ο γάμος τους λύθηκε με την με αριθμό 2206/2020 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ότι ο εναγόμενος κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου είχε στην κυριότητα του οικόπεδο, εμβαδού 900 τ.μ και αξίας 60.000 ευρώ. Ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους η ατομική περιουσία του ενάγοντος αυξήθηκε με την ανέγερση επί του ανωτέρω οικοπέδου μιας τετραώροφης οικίας, εμβαδού 440 τ.μ, όπως ειδικότερα αυτή περιγράφεται στην αγωγή, αξίας ως κτίσμα, χωρίς τον συνυπολογισμό της αξίας του οικοπέδου, ποσού 400.000 ευρώ. Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους, απέκτησαν κατά ποσοστό 50% έκαστος το περιγραφόμενο στην αγωγή, υπ’αριθμ….-... ΙΧΕ αυτοκίνητο αξίας 8.000 ευρώ, ενώ αυτή απέκτησε την κυριότητα του λεπτομερώς περιγραφόμενου υπ’αριθμ....-... ΙΧΕ αυτοκινήτου αξίας 2.000 ευρώ και ότι εν τέλει η αξία της περιουσίας του κατά το χρόνο λύσης του γάμου τους αυξήθηκε κατά το ποσό των 399.000 ευρώ(400.000-1000 ευρώ που ήταν η συνεισφορά του εναγομένου στη όχημα συγκυριότητας του), μη υπολογιζομένης της αξίας του οχήματος αποκλειστικής κυριότητας της. Ότι η ίδια συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της κατά ποσοστό 1/2, επικουρικώς δε κατά το 1/3: α) με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών για τη λειτουργία του συζυγικού τους οίκου και την επιμέλεια των τέκνων τους, η οποία παροχή υπερβαίνει τα όρια της υποχρέωσης συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες και αποτιμάται κατά το υπερβάλλον ποσό σε 109.200 ευρώ(35έτη συμβίωσης Χ12 μήνες Χ260ευρώ μηνιαίως) και β) με τη διάθεση των εισοδημάτων από την εργασία της, που αναφέρει λεπτομερώς στην αγωγή της, για την αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών, τα οποία συνολικά ανέρχονται στο ποσό 127.829 ευρώ και τελικά η συνολική συμβολή της κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανήλθε στο συνολικό ποσό των 237.029ευρώ (109.200+127.829). Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, επικαλούμενη με την κύρια βάση της τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να προβεί στην αυτούσια απόδοση του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας επί της προαναφερόμενης οικίας, άλλως επικαλούμενη τον τεκμαρτό υπολογισμό ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί αυτής, καταδικαζόμενου σε σχετική δήλωση βούλησης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή, με την απειλή χρηματικής ποινής, ποσού 1.500 ευρώ και προσωπικής κράτησης, διάρκειας ενός έτους σε περίπτωση άρνησης και για την εκτέλεση των υλικών πράξεων της καταβολής του φόρου και προσκόμισης των πιστοποιητικών για κάθε άρνηση, άλλως να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλει σε χρήμα το ποσό των 199.500 ευρώ, που αντιστοιχεί στη χρηματική αξία της συμβολής της, άλλως επικαλούμενη τον τεκμαρτό υπολογισμό να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 133.000 ευρώ που αντιστοιχεί στη χρηματική αξία της συμβολής της, επικουρικά δε ζητούσε τα ανωτέρω ποσά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από τον Γάμο, την Οικογένεια και την Ελεύθερη Συμβίωση, η υπ’αριθμ. 1.784/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη -πλην της επικουρικής βάσης αυτής που στηριζόταν στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία κρίθηκε μη νόμιμη -στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1400, 345, 346 ΑΚ, 68, 70, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πλην των παρεπόμενων αιτημάτων της που προσιδιάζουν σε καταψηφιστικού χαρακτήρα αγωγές, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής που στηριζόταν στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής που στηριζόταν στον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα για την αιτία αυτή, το ποσό των 38.658,00ευρώ και τέλος συμψήφισε τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται ο εναγόμενος και νυν εκκαλών, με την κρινόμενη έφεσή του, και ζητεί με τους λόγους έφεσής του, οι οποίοι συνίστανται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνισή της εκκαλουμένης απόφασης , ώστε στη συνέχεια ν’ απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου του.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 και παρ. 2 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου για την απόδοση σ' αυτόν της συμμετοχής του στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή η διάσταση των συζύγων για χρόνο μεγαλύτερο των τριών ετών, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφότου τελέστηκε ο γάμος και γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου σε αυτή την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου (ΑΠ 431/2011). Από τη διάταξη αυτή, λοιπόν, συνάγεται ότι σε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια, κάθε σύζυγος που συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας του άλλου, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης που προέρχεται από τη δική του συμβολή. Η αξίωση αυτή είναι ενοχικής φύσης και προσωποπαγής, γεννιέται δε, από τη στιγμή που θα λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων (ΑΠ 1491/2010, ΑΠ 1825/2009, ΑΠ 1590/2005, ΑΠ 602/2005, ΑΠ 1387/1999, ΑΠ 87/1998).Συνεπώς, πριν από την επέλευση των χρονικών αυτών σημείων ο σύζυγος έχει απλώς δικαίωμα προσδοκίας, το οποίο δεν εξομοιώνεται προς το υπό αίρεση δικαίωμα και γι' αυτό δεν είναι δυνατό να εγερθεί προκαταβολικά από τον μέλλοντα δικαιούχο η σχετική αγωγή για την επιδίκαση της απαίτησης, ή και την κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ αναγνώριση αυτής (ΑΠ 1491/2010, ΑΠ 1590/2005, ΑΠ 87/1998). Συνακόλουθα, εφόσον κάθε σύζυγος δεν είναι ούτε υπό προθεσμία, ούτε υπό αίρεση, δικαιούχος, αλλά έχει απλή προσδοκία κτήσης μελλοντικού δικαιώματος, η σχετική για τα αποκτήματα αγωγή δεν ασκείται νομίμως, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης, πριν από τη συμπλήρωση της τριετίας, στη δε περίπτωση της λύσης ή ακύρωσης του γάμου, πριν από την επέλευση του αμετακλήτου της απόφασης που κηρύσσει τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, καθόσον δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 69 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν είναι γεννημένο το δικαίωμα, όπως απαιτείται κατά νόμο (για την περίπτωση, ειδικότερα, της τριετούς διάστασης, ΑΠ 1491/2010, ΑΠ 1590/2005). Τούτο δε, διότι πριν από την επέλευση των χρονικών αυτών σημείων δεν υπάρχει δικαίωμα συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, αφού ο νόμος μεταθέτει έως την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης την ίδια τη γέννηση του δικαιώματος και όχι απλώς την ενέργεια γεννημένου δικαιώματος και έτσι ο σύζυγος έχει απλώς δικαίωμα προσδοκίας, το οποίο δεν εξομοιώνεται προς το υπό αναβλητική αίρεση δικαίωμα (ΑΠ 1825/2009, ΑΠ 1387/1999, ΑΠ 87/1998). Επομένως, αν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής δεν έχει γεννηθεί η αξίωση του ενός συζύγου για τη συμμετοχή του στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, λόγω λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή λόγω παρέλευσης τριετίας από την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, η σχετική αγωγή είναι μη νόμιμη, καθόσον το δικαίωμα προσδοκίας για τα αποκτήματα του γάμου δεν μπορεί να στηρίξει προκαταβολικά έγερση αγωγής από τον μελλοντικό δικαιούχο (ΑΠ 432/2011). Εξάλλου, στο πλαίσιο της εφαρμογής της διάταξης αυτής, ως αύξηση της περιουσίας του υποχρέου νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάστασή του σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία και ειδικότερα κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα, με βάση τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 1400 ΑΚ (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή επαύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος είναι, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης, κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί, ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη (ΑΠ 1358/2024, ΑΠ 966/2024, ΑΠ 676/2024, ΑΠ 236/2024). Κατά συνέπεια, ενδεχόμενη παραδοχή ότι η άσκηση της αγωγής πριν από τη γέννηση της ένδικης αξίωσης, δηλαδή πριν από την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή πριν από τη συμπλήρωση τριετίας από την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, θα τελούσε σε δυσαρμονία με την προαναφερόμενη θέση, κατά την οποία η τελική περιουσία του υποχρέου, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, υπολογίζεται με κριτήριο την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, δηλαδή με αναφορά σε χρονικά σημεία προδήλως μεταγενέστερα εκείνου της άσκησης της αγωγής, στην περίπτωση κατά την οποία θα κρινόταν νόμιμη η άσκησή της πριν από τη γέννηση της σχετικής αξίωσης{ΑΠ 705/2025 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου}.
II.Εξάλλου κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του N. 4790/2021 (ΦΕΚ A' 48/31.03.2021) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (A' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό ’Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (B' 1194), ήτοι η 6.4.2021". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7.11.2020 έως 6.4.2021 δεν υπολογίζεται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 1301/2022) και συνεπώς και στη γνήσια προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης των τριάντα (30 ημερών), αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ) που αρχίζει από την επόμενη της επίδοσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ.1 του ΚΠολΔ{ΑΠ 932/2025,5/2024 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου}.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια (βλ.σχ. ΑΠ 140/2019, Α.Π. 92/2015 www.areiospagos.gr). Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διαδικασία (βλ.σχ. Μαργαρίτη Μιχ. Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. τόμος I, 2012, υπό άρθρο 522 παρ. 6, σελ 914). Συνεπώς έχει ως προς την αγωγή, (εισαγωγικό δικόγραφο), την αυτή όπως και εκείνο εξουσία (βλ.σχ. ΑΠ 1295/2020, Α.Π. 971/2013 www.areiospagos.gr), δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψει, αν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωση της στοιχεία. Ειδικότερα, εάν νόμω βάσιμη ή αόριστη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ' ουσία εν όλω ή εν μέρει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο, να εξετάσει το νόμω βάσιμο και ορισμένο αυτής και να την απορρίψει για τις τυπικές αυτές πλημμέλειες (βλ.σχ. Εφ.ΑΘ. 20/2018, Εφ.ΑΘ. 113/2018 δημ. σε Τ.Ν.Π. "Νόμος”){ΕΑ 1974/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ}.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αποδεικνύεται ότι με την υπ’αριθμ. 14.739/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία)λύθηκε ο μεταξύ των διαδίκων, που τελέστηκε στις 23-10-1983 στη Ν.Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης και κατόπιν έφεσης της νυν εφεσίβλητης, εκδόθηκε ερήμην της, η υπ’αριθμ. 2.206/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση της νυν εφεσίβλητης κατά της προαναφερόμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η ανωτέρω απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια του νυν εκκαλούντος στην νυν εφεσίβλητη στις 20-1-2021 (βλ.την υπ’αριθμ…. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ….). Ακολούθως η ενάγουσα και νυν εφεσίβλητη άσκησε την ένδικη υπ’αριθμ.εκθ. καταθ.ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../26-3- 2021 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που επιδόθηκε στον εναγόμενο και νυν εκκαλούντα στις 30-3-2021 (βλ.την υπ’αριθμ….. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ….), με αντικείμενο αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του εναγομένου, η οποία κατά την κύρια βάση της αγωγής στηριζόταν στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και κατά την επικουρική βάση της αγωγής στηριζόταν στον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Όμως, εξ όλων όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν, κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής (30-3-2021) δεν είχε επέλθει η αμετάκλητη λύση του γάμου, διότι το χρονικό διάστημα από την επίδοση της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 20-1-2021 μέχρι την 6-4-2021, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη, δεν υπολογίζεται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων και εν συνεχεία εκκίνησε αρχικά η δεκαπενθήμερη προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας του άρθρου 503 ΚΠολΔ(ΑΠ 838/2025 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου) και ακολούθως η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 598ΚΠολΔ για άσκηση αναψηλάφησης, η οποία συντρέχει με εκείνη της αναίρεσης(άρθρο 564παρ.1ΚΠολΔ),στις οποίες δε συνυπολογίζεται ο μήνας Αύγουστος (άρθρο 147παρ.2 ΚΠολΔ) και η οποία δεν έληξε, παρά μόνο μετά την παρέλευση και χρονικού διαστήματος δέκα ημερών, με αποτέλεσμα η ανωτέρω απόφαση να καταστεί αμετάκλητη στις 2-12-2021, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της ένδικης αγωγής. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι για τη γένεση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα απαιτείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη, η αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, και η ένδικη αγωγή ασκήθηκε σε χρονικό σημείο (30-3-2021 )κατά το οποίο δεν είχε γεννηθεί η αξίωση, αυτή τυγχάνει νόμω αβάσιμη. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αναφορά του χρονικού σημείου της αμετάκλητης λύσης του γάμου είναι κρίσιμη για τη γένεση της αξίωσης της συμμετοχής στα αποκτήματα και επομένως απαιτείται αναφορά του χρόνου που η απόφαση διαζυγίου κατέστη αμετάκλητη, μη αρκούσης της αναφοράς ότι ο γάμος λύθηκε αμετάκλητα με την υπ’αριθμ.2.206/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να εξευρεθεί η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου εναγομένου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα, ήτοι η τελική περιουσία (ΑΠ 236/2024,ΑΠ 144/2024 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου).Περαιτέρω, εφόσον η ενάγουσα και νυν εφεσίβλητη επικαλείται την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο- εκκαλούντα δεν τυγχάνει εφαρμογής ως αφετήριο χρονικό σημείο για τη γένεση της αξίωσης και συνακόλουθα για την άσκηση της ένδικης αγωγής, η συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των συζύγων-διαδίκων, αλλά και σε περίπτωση ακόμη εφαρμογής, κατά τα εκτιθέμενα στη αγωγή, η διάσταση έλαβε χώρα την 18-7-2018 και επομένως η επιδοθείσα την 30-3-2021 ένδικη αγωγή, ασκήθηκε σε χρόνο προγενέστερο από τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης των διαδίκων και επομένως θα τύγχανε απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με τη εκκαλουμένη του απόφαση έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή και εν συνεχεία δέχθηκε αυτή εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτή ως νόμω αβάσιμη κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη, από το Δικαστήριο τούτο και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ( ΑΠ 51/2016, ΕφΠειρ 73/2016 δημοσιευμένες σε ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ), και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει και δικάσει την υπό κρίση αγωγή (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), να απορρίψει αυτή ως νόμω αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας-εφεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 179, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή στον εκκαλούντα του αχρεωστήτως καταβληθέντος από αυτόν κατά την κατάθεση της έφεσης, παράβολου ποσού 100 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων, την από 29-4-2025 έφεσή που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου-Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 29-4-2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ГАК.../ ΕΑΚ.../29-4-2025, και στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../2-5-2025 κατά της υπ’ αριθμ. 1.784/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία από την Οικογένεια τον Γάμο και την Ελεύθερη Συμβίωση).
ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΥΠΙΚΑ και ΚΑΤΌΥΣΙΑΝ την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ.1.784/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 26-3-2021 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. δικ. ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../26-3-2021 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα-εφεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου-εκκαλούντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00)ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος από τον εκκαλούντα υπ’αριθμ. … e-παραβόλου ποσού 100 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Θεσσαλονίκη ….2-2026 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ