ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 4ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 3030/2025
Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαργίτσα Μιτζέλου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, και από την Γραμματέα Μαρία Αναγνωστοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α] Της εκκαλούσας - τρίτης εναγόμενης: …, κατοίκου … Αττικής, οδός …., ΑΦΜ …., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Χρήστου Σπυρόπουλου.
Του εφεσίβλητου - ενάγοντος: …, κατοίκου …. Αττικής, οδός …., ΑΦΜ ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Λεωνίδα Αρακά.
Β] Της εκκαλούσας - πρώτης εναγόμενης - προσεπικαλούσας - παρεμπιπτόντως ενάγουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», με τον διακριτικό τίτλο «... Α.Ε.», με έδρα στο … Αττικής, στη θέση …, οδός …., νομίμως εκπροσωπουμένης, ΑΦΜ …., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μαίρης Λαμπροπούλου.
Των εφεσίβλητων: 1] ενάγοντος: …, κατοίκου …. Αττικής, οδός …., ΑΦΜ ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Λεωνίδα Αρακά και 2] καθ’ ης η προσεπίκληση - παρεμπιπτόντως εναγόμενης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «….», με έδρα στην Αθήνα (…), οδός …., νομίμως εκπροσωπουμένης, ΑΦΜ ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Νικολάου Παπαχρονόπουλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Γ] Του εκκαλούντος - ασκούντος τους πρόσθετους λόγους έφεσης - τέταρτου εναγόμενου: …., κατοίκου …. Αττικής, οδός …, ΑΦΜ …, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευαγγελίας Θεοδοσοπούλου
Του εφεσίβλητου - καθ’ ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης - ενάγοντος: …., κατοίκου Πολυγώνου Αττικής, οδός …., ΑΦΜ ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Λεωνίδα Αρακά.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος στις ανωτέρω εφέσεις και καθ’ ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης στην ως άνω τρίτη χρονολογικός κατατεθείσα έφεση ζήτησε να γίνει δεκτή η από 16-3-2023 με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΕΚ .../ΕΑΚ …/16-3-2023 αγωγή του που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης, η πρώτη εναγόμενη και νυν εκκαλούσα στην ανωτέρω δεύτερη χρονολογικός κατατεθείσα έφεση ζήτησε να γίνει δεκτή η από 20-4-2023 με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΕΚ .../ΕΑΚ .../28-4-2023 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η προαναφερόμενη αγωγή και η ως άνω ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης συνεκδικάσθηκαν και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθ.^ψΐ/2024 οριστική απόφασή του, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών - εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως ουσία βάσιμη και απέρριψε την ανωτέρω ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ως άνω εκκαλούντες άσκησαν αντίστοιχα χρονολογικός στο Δικαστήριο που την εξέδωσε η μεν εκκαλούσα - τρίτη εναγόμενη την πρώτη χρονολογικός κατατεθείσα από 21-1-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../ΕΑΚ …./22-1-2025 έφεση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΑΚ .../ΕΑΚ …/22-1-2025 της γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και η εκκαλούσα - πρώτη εναγόμενη την δεύτερη χρονολογικός κατατεθείσα από 4-2-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../6-2-2025 έφεση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΑΚ .../ΕΑΚ …/26-2-2025 της γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, ενώ και ο εκκαλών - τέταρτος εναγόμενος άσκησε την τρίτη χρονολογικός κατατεθείσα από 14-2-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../14-2- 2025 έφεση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΑΚ .../ΕΑΚ …/19-2-2025 της γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, η δε πρώτη ανωτέρω χρονολογικός έφεση προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 4-3-2025, ότε μετά από αναβολή προσδιορίσθηκε, όπως και η δεύτερη και η τρίτη εξ αυτών, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε γράφτηκαν στο πινάκιο και συζητήθηκαν.
Επίσης, ο εκκαλών - τέταρτος εναγόμενος στην τρίτη ως άνω χρονολογικός έφεση με ιδιαίτερο δικόγραφο που απηύθυνε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, άσκησε τους από 6-3-2025 και με αριθ. έκθ. κατ. ΓΑΚ .../ΕΑΚ …/6-3-2025 πρόσθετους λόγους της ως άνω έφεσης, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε γράφτηκαν στο πινάκιο και συζητήθηκαν.
Κατά την συζήτηση των υποθέσεων ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης εφεσίβλητης στην ανωτέρω δεύτερη χρονολογικός έφεση κατέθεσε μονομερή δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι των λοιπών διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Στην προκειμένη περίπτωση οι κρινόμενες εφέσεις και οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι επί της ως άνω τρίτης χρονολογικώς έφεσης πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους φανερής σχέσης και συνάφειας, διότι και οι αφορούν σε αξιώσεις των διαδίκων, αναγόμενες στα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπαγόμενες στο ίδιο είδος διαδικασίας, συνακόλουθα επιταχύνεται και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται δε μείωση των εξόδων, καθώς και επειδή οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι έφεσης τελούν σε εξάρτηση με την τρίτη ως άνω χρονολογικώς έφεση και φέρει, σε σχέση με αυτήν, παρακολουθηματικό χαρακτήρα, η ύπαρξη της οποίας αποτελεί προϋπόθεση της άσκησης και της εισαγωγής τους προς συζήτηση, και, επομένως, δεν νοείται χωριστή εκδίκασή τους (άρθρα 31 παρ. 1, 246, 495 επ. και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, στ' έκδοση, παρ. 330, 576 επ. και 584).
Η φερομένη προς συζήτηση υπό κρίση πρώτη χρονολογικώς κατατεθείσα από 21-1-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ГАК .../ΕΑΚ …/22-1- 2025 έφεση, στρεφομένη κατά της υπ’ αριθ. 971/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών - εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως, καθ’ όσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε η εκκαλούσα επικαλείται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ), ενώ, κατά τον χρόνο άσκησής της, ήτοι την 22-1-2025 δεν είχε παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της, η οποία εγένετο την 9-12-2024. Επομένως, πρέπει, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των επιμέρους λόγων της (άρθρα 522 &1, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 591 παρ.7 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015). Σημειωτέον ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου, διότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθρο 495 & 4 εδ. τελευταίο ως αυτό ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις του N. 4335/2015 και νυν παρ.3 περ. Τ' εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου).
Επίσης, η φερομένη προς συζήτηση υπό κρίση δεύτερη χρονολογικώς κατατεθείσα από 4-2-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ТАК .../ΕΑΚ .../6-2-2025 έφεση, στρεφομένη κατά της υπ’ αριθ. 971/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών - εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως, καθ’ όσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε η εκκαλούσα επικαλείται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ), ενώ, κατά τον χρόνο άσκησής της, ήτοι την 6-2-2025 δεν είχε παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της, η οποία εγένετο την 9-12-2024. Επομένως, πρέπει, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των επιμέρους λόγων της (άρθρα 522 &1, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 591 παρ.7 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015). Σημειωτέον ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου, διότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθρο 495 & 4 εδ. τελευταίο ως αυτό ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις του N. 4335/2015 και νυν παρ.3 περ. Γ' εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου).
Εξ ετέρου, η φερομένη προς συζήτηση υπό κρίση τρίτη χρονολογικός κατατεθείσα από 14-2-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../14-2-2025 έφεση, στρεφομένη κατά της υπ’ αριθ. 971/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών - εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί παραδεκτός και εμπροθέσμως, καθ’ όσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε ο εκκαλών επικαλείται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β ’, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ), ενώ, κατά τον χρόνο άσκησής της, ήτοι την 14-2-2025 δεν είχε παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της, η οποία εγένετο την 9-12-2024. Επομένως, πρέπει, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των επιμέρους λόγων της (άρθρα 522 &1, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 591 παρ.7 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015). Σημειωτέον ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου, διότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθρο 495 & 4 εδ. τελευταίο ως αυτό ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις του N. 4335/2015 και νυν παρ.3 περ. Γ' εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου).
Επιπροσθέτως, με βάση την πρώτη παράγραφο του άρθρου 520, αλλά και το άρθρο 523 του ΚΠολΔ, το αντικείμενο της έκκλητης δίκης οριοθετείται από τους λόγους που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της έφεσης, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αντέφεση, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο εφεσίβλητος ή ο αντεφεσίβλητος με τις προτάσεις του προς αντίκρουση της έφεσης ή της αντέφεσης αντίστοιχα. Πρόσθετους λόγους έφεσης ή αντέφεσης μπορεί να αποτελέσει κάθε αιτίαση που μπορεί να αποτελέσει λόγο έφεσης, με μόνο τον περιορισμό ότι θα πρέπει να αφορούν τα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα. Λόγοι έφεσης συνιστούν οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου (ή, σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος), με την προβολή των οποίων ο εκκαλών επιζητεί την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, πρέπει δε να είναι ορισμένοι, σαφείς και λυσιτελείς, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, εν όψει, μάλιστα, της διατάξεως του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής ή την αντέφεση) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να δύναται ο εφεσίβλητος (ή ο αντεφεσίβλητος) να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς. Η έννοια των πρόσθετων λόγων που ασκεί ο εκκαλών ή ο αντεκκαλών και συνοδεύουν, αντίστοιχα, την έφεση ή την αντέφεση, δίδεται στην παρ. 2 του άρθρου 520 του ΚΠολΔ, που, όπως ισχύει μετά τον Ν 4335/2015, δηλαδή μετά την 1-1-2016, ορίζει ότι: «Πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης». Η μοναδική διαφοροποίηση με την προηγούμενη ρύθμιση, επί τακτικής διαδικασίας, είναι η προθεσμία άσκησης των πρόσθετων λόγων, η οποία προηγουμένως οριζόταν σε 8 ημέρες πριν από την συζήτηση. Η δυνατότητα άσκησης πρόσθετων λόγων παρέχεται προκειμένου να αντισταθμισθεί η κατά το άρθρο 514 του Κώδικα απαγόρευση άσκησης δεύτερης έφεσης. Αποτελούν μεν αυτοτελή διαδικαστική πράξη, αλλά έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την έφεση, δεν έχουν, δηλαδή, αυθυπαρξία έναντι αυτής, αλλά την συμπληρώνουν και αποτελούν ενιαίο σύνολο μαζί της, συζητούνται δε ενιαία και συνεκδικάζονται αναγκαστικά, ενώ αρκεί η κατάθεση ενιαίων προτάσεων. Συμπερασματικά, ο τρόπος άσκησης των πρόσθετων λόγων και της αντέφεσης είτε στην τακτική διαδικασία είτε στις ειδικές διαδικασίες, μετά τις ρυθμίσεις του N 4335/2015 που ισχύουν από 1-1- 2016, καταγράφεται ίδιος στα άρθρα 520 παρ. 2, 523 παρ. 2 και 591 παρ.1 περ. ζ του ΚΠολΔ, με τη διαφοροποίηση ότι στις ειδικές διαδικασίες προβλέπεται διαφορετική προθεσμία πριν από την οποία πρέπει να επιδοθεί το οικείο δικόγραφο και δη αυτή των 8 ημερών πριν από τη συζήτηση. Μάλιστα, υπό το νέο δικονομικό καθεστώς οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η αντέφεση ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού συνταχθεί επί αυτού η οικεία έκθεση, επιδίδεται στον αντίδικο, εφεσίβλητο και εκκαλούντα αντίστοιχα, προ 30 ημερών πριν τη συζήτηση για τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας και προ 8 ημερών πριν τη συζήτηση για τις υποθέσεις των ειδικών διαδικασιών. Διαφορετική ρύθμιση συνεχίζει να υφίσταται μόνο για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά το άρθρο 764 του Κώδικα, το οποίο ορίζει ότι οι πρόσθετοι λόγοι και η αντέφεση ασκούνται με τις προτάσεις. Οι παραπάνω διατάξεις από 1-1-2016 εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τον χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, μη εφαρμοζομένου του άρθρου 24 παρ.1 εδ. α του ΕισΝΚΠολΔ, επειδή αυτό αφορά μόνο τα ένδικα μέσα και συναρτά με τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης το παραδεκτό αυτών, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και την προθεσμία άσκησής τους [ΑΠ 1252/2018 ΕλλΔνη 2018. 1453 και ΕφΛαρ 441/2017 και Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Πανταζόπουλος) ΚΠολΔ2, άρθ. 520 αριθ. 17, 18, 19 και 20].
Εν προκειμένω, οι κρινόμενοι από 6-3-2025 και με αριθ. έκθ. κατ. ТАК .../ΕΑΚ …/6-3-2025 πρόσθετοι λόγοι επί της τρίτης ως άνω χρονολογικώς έφεσης, αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατ' άρθ. 520 παρ.2 ΚΠολΔ, ασκήθηκαν, δε, παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο επιδόθηκε στον εφεσίβλητο αυτής, εντός της νόμιμης προθεσμίας των οκτώ (8) ημερών πριν από την συζήτηση της υπό κρίσιν ως άνω τρίτης έφεσης (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ’ αριθ. ….2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….), δεδομένου ότι ως ημέρα συζήτησης της υπόθεσης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης νοείται εκείνη, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκαση αυτής, ανεξάρτητα αν αυτή είναι η, κατά τα άρθρα 226 § 2 και 498 § 1 ΚΠολΔ, από τον γραμματέα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αρχικώς ορισθείσα ή μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε μετά την αναβολή ή τη ματαίωσή της (ΟλΑΠ 2091/1986, ΑΠ 182.2/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, Αθήνα 2009, παρ. 603-604). Πρέπει, επομένως, και οι ανωτέρω πρόσθετοι αυτοί λόγοι της ως άνω τρίτης έφεσης να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν, κατά την ίδια πιο πάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 520 παρ. 2, 522, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 16-3-2023 με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΕΚ .../ΕΑΚ …/16-3-2023 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κατά το μέρος που εκκαλείται, ο ενάγων εκθέτει ότι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ανέλαβε την κατασκευή ενός νέου κτιρίου παραγωγής στο ... Αττικής, με αυτεπιστασία και δική της επιλογή εργολάβων, καθώς οι εργασίες εκτελούνταν σε εργοτάξιο στο ... Αττικής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. Ότι ο ίδιος ο ενάγων εργαζόταν ως εργαζόμενος του δεύτερου εναγόμενου και εργολάβου της πρώτης εναγόμενης, από τις 15-3-2018, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργατοτεχνίτης με την ειδικότητα του οικοδόμου και τεχνίτη - ελαιοχρωματιστή. Ότι στις 29-3-2018 κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο ενάγων υπέστη το εκτιθέμενο στην αγωγή του εργατικό ατύχημα και τον επικείμενο τραυματισμό του, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, με αποτέλεσμα να υποστεί τις αναφερόμενες σε αυτήν σωματικές βλάβες. Ότι υπαίτιοι για το ένδικο εργατικό ατύχημα είναι οι εναγόμενοι υπό τις αντίστοιχες ιδιότητές τους και δη ο δεύτερος εναγόμενος ως εργολάβος- εργοδότης του, η τρίτη εναγόμενη ως επιβλέπουσα μηχανικός, ο τέταρτος εναγόμενος ως συντονιστής για την ασφάλεια και την υγεία και η πρώτη εναγόμενη ως κυρία του έργου-πλασματική εργοδότης του, αφού η ίδια επεφύλαξε για τον εαυτό της την εποπτεία και τον έλεγχο των εκτελουμένων οικοδομικών εργασιών, ήτοι το δικαίωμα παροχής οδηγιών και εντολών στον εργολάβο δια μέσου της επιβλέπουσας μηχανικού και του συντονιστή σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου, καθώς αυτοί, από υπαιτιότητα τους και από την παράνομη συμπεριφορά τους και δη από αμέλεια τους δεν έλαβαν τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας και ούτως επήλθε ο ένδικος τραυματισμός του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Με βάση, δε, το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 61.140 ευρώ, όπως αναλύεται: α) στο ποσό των 60.000 ευρώ ως εφ’ άπαξ αποζημίωση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη συνεπεία της αποκλειστικώς υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγόμενων ένεκα του ένδικου εργατικού ατυχήματος και β) στο συνολικό ποσό των 1.140 ευρώ, ήτοι 245,57 ευρώ για ιατρικά έξοδα κατά την νοσηλεία του στην συμβεβλημένη με την ασφάλιση του ΕΦΚΑ «...», 60 ευρώ για «Παθ. Ιατρ. Αιμόσταση», 834,44 ευρώ για αγορά φαρμάκων, ως υλική ζημία του και δη για ιατρικά έξοδα που κατέβαλε λόγω του επίμαχου τραυματισμού του εξαιτίας του προαναφερόμενου εργατικού ατυχήματος, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση κρινόμενης αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα.
Προσέτι, η πρώτη εναγόμενη στην ως άνω αγωγή άσκησε την από 20-4-2023 με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΕΚ .../ΕΑΚ .../28-4-2023 ανακοίνωση δίκης — προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, με την οποία ιστορεί ότι η καθ’ ης η προσεπίκληση ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «...» είχε αναλάβει με έγκυρη σύμβαση ασφάλισης κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος, ήτοι βάσει του με αριθμό .../2016 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπως είχε ανανεωθεί με τις αναφερόμενες πρόσθετες πράξεις αυτού, την ασφαλιστική κάλυψη ένεκα αστικής ευθύνης για τις σωματικές βλάβες τρίτων. Ζήτησε, δε, να παρέμβει η καθ’ ης η προσεπίκληση στην ανοιγείσα δίκη υπέρ της ιδίας, προκειμένου να αναγνωριστεί η υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας, όπως το αίτημα παραδεκτά περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και με τις έγγραφες προτάσεις της, να της καταβάλει κάθε χρηματικό ποσό, που ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, μετά τόκων και δικαστικών εξόδων, καθώς και να επιβληθούν εις βάρος της τα δικαστικά έξοδά της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις ανωτέρω υποθέσεις και δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την ως άνω ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το ποσό 22.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ καταδίκασε τους εναγόμενους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος.
Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται: α) η εκκαλούσα - τρίτη εναγόμενη στην πρώτη χρονολογικώς ως άνω έφεση για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, οι οποίοι ανάγονται κυρίως σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η αγωγή του εφεσίβλητου - ενάγοντος, καθώς και να καταδικασθεί αυτός στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, β) η εκκαλούσα - πρώτη εναγόμενη στην δεύτερη χρονολογικώς ως άνω έφεση για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, οι οποίοι ανάγονται κυρίως σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η αγωγή του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος, άλλως να γίνει δεκτή καθ’ ολοκληρίαν η παραπάνω ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά της δεύτερης εφεσίβλητης - παρεμπιπτόντως εναγόμενης και να καταδικασθούν αυτοί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και γ) ο εκκαλών - ασκών τους πρόσθετους λόγους της ως άνω τρίτης χρονολογικώς έφεσης και τους ανωτέρω πρόσθετους λόγους αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτούς, οι οποίοι ανάγονται κυρίως σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η αγωγή του εφεσίβλητου - ενάγοντος, και να καταδικασθεί ο εφεσίβλητος στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων του αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας, (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 246/2022, 617/2022). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ., προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ' αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 938/2013). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια ή δόλος αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 433/2024, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 425/2018, ΑΠ 370/2018, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 614/2017, ΑΠ 330/2017, ΑΠ 327/2017, ΑΠ 133/2016, ΤΝΠ Νόμος, Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2019, σ. 946 επ.). Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην περίπτωση αυτή, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφάλειας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις είτε σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά. Συγκεκριμένα, πταίσμα, κατά τις γενικές διατάξεις, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 του ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερούμενης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ, αδικοπραξία (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1116/2011, ΑΠ 127/2011, ΑΠ 47/2010 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, θεμελιώνεται τέτοιο πταίσμα από τη μη τήρηση των ακόλουθων διατάξεων: Α) Του άρθρου 42 παρ. 1, 5, 6, 7 και 8 του Ν. 3850/2010 («Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων»), κατά το οποίο: «1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. 5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κίνδυνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων. 6. Ο εργοδότης υποχρεούται: α)... β)... γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων. 7. Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5, βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης: α) αποφυγή των κινδύνων, β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν, γ) ..., δ) αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο, ε) προγραμματισμός της πρόληψης με στόχο ένα συνεκτικό σύνολο που να ενσωματώνει στην πρόληψη την τεχνική, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και την επίδραση των παραγόντων του περιβάλλοντος στην εργασία, στ) καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους, ζ) προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας, η) προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις και θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζομένους». Β) Του άρθρου 43 παρ. 1 του Ν. N. 3850/2010, κατά το οποίο: «Ο εργοδότης οφείλει: α) Να έχει στη διάθεση του μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν ομάδες εργαζομένων που εκτίθενται σε ιδιαίτερους κινδύνους. Η εκτίμηση αυτή πραγματοποιείται από τους τεχνικό ασφάλειας, ιατρό εργασίας, ΕΣ.Υ.Π.Π. ή ΕΞ. Υ.Π.Π., σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στους ανωτέρω ο εργοδότης οφείλει να παρέχει κάθε βοήθεια σε μέσα και προσωπικό για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού, β) Να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί, το υλικό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί». Γ) Των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 6, 7 παρ. 1 περ. στ', 10, σε συνδυασμό με το Παράρτημα II παρ. 9.1, Παράρτημα III παρ. 2.3 του Π.Δ. 395/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζόμενους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ», κατά τα οποία «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, ως εξοπλισμός ατομικής προστασίας νοείται κάθε εξοπλισμός τον οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να φορά ή να φέρει κατά την εργασία, για να προστατεύεται από ένα ή περισσότερους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του, καθώς και κάθε συμπλήρωμα ή εξάρτημα του εξοπλισμού που εξυπηρετεί αυτό το σκοπό» (άρθρο 2 παρ. 1). «Οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας χορηγούνται από τον εργοδότη δωρεάν στους εργαζόμενους και πρέπει να προορίζονται για προσωπική χρήση. ...» (άρθρο 4 παρ. 6). «Ο εργοδότης οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων εφαρμόζοντας υποχρεωτικά κατά σειρά τις πιο κάτω διαδικασίες:... στ) Χορήγηση κατάλληλου και κατάλληλα συντηρημένου εξοπλισμού ατομικής προστασίας (άρθρο 7 παρ. 1). Δ) Του άρθρου 9 του ΠΔ 395/1994 Παράρτημα II 4. «Διατάξεις για τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας που διατίθεται για την εκτέλεση προσωρινών εργασιών σε ύψος», κατά το οποίο: «4.1.1. Αν, σε εφαρμογή του άρθρου 7 του Π.Δ. 17/1996 "Μέτρα για την βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ" (A' 11) και του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, δεν μπορούν να εκτελούνται προσωρινές εργασίες σε ύψος ασφαλώς και υπό τις δέουσες εργονομικές συνθήκες από κατάλληλη επιφάνεια, πρέπει να επιλέγεται ο πλέον ενδεδειγμένος εξοπλισμός εργασίας για την εξασφάλιση και τη διατήρηση ασφαλών συνθηκών εργασίας. Προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στα μέτρα συλλογικής προστασίας έναντι των ατομικών. Οι διαστάσεις του εξοπλισμού εργασίας θα πρέπει να ανταποκρίνονται στη φύση των εργασιών και στους προβλεπόμενους περιορισμούς καθώς και να επιτρέπουν την ακίνδυνη κυκλοφορία. Η επιλογή του πλέον ενδεδειγμένου τύπου μέσων πρόσβασης στις προσωρινές θέσεις εργασίας σε ύψος πρέπει να γίνεται συναρτήσει της συχνότητας κυκλοφορίας, του ύψους και της διάρκειας χρησιμοποίησης. Η επιλογή πρέπει να επιτρέπει την ασφαλή διαφυγή σε περίπτωση επικείμενου κινδύνου. Η διάβαση από ένα μέσο πρόσβασης σε εξέδρες, δάπεδα ή διόδους προσπέλασης και αντιστρόφως δεν επιτρέπεται να προκαλεί πρόσθετους κινδύνους πτώσης. 4.1.2. Η χρησιμοποίηση κλίμακας ως θέσης εργασίας σε ύψος πρέπει να επιτρέπεται μόνο όταν έχοντας υπόψη το σημείο 4.1.1, η χρησιμοποίηση άλλου ασφαλέστερου εξοπλισμού δεν δικαιολογείται λόγω του χαμηλού κινδύνου και λόγω είτε της σύντομης χρησιμοποίησης είτε των χαρακτηριστικών των χώρων τα οποία δεν μπορεί να μεταβάλει ο εργοδότης». Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) Σχέση πρόστησης. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά την οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου, υπό την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία. Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 866/2017). β) Ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ.. γ) Η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Η τελευταία -κατάχρηση υπηρεσίας- υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, που ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 1440/2014). Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα του υπ' αυτού προστηθέντος (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 1359/2019). Με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν. Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης, από το άρθρο 922 του Α.Κ., φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικώς εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1048/2018, ΑΠ 238/2016). Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ που ορίζει ότι "η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση αν επιδρά στο μέλλον του. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοια της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ που συνθέτουν την ως άνω έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνο αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση". Προσέτι, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του N. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.7/28.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω Ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 του α.ν. 1841/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ. Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ) κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και τους προστηθέντες αυτού και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 1649/2017, ΑΠ 888/2015, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 1778/2012, ΑΠ 52/2011). Διατηρεί, όμως, ο παθών το δικαίωμα αποζημιώσεώς του εναντίον κάθε "τρίτου" υπαιτίου του εργατικού ατυχήματος προσώπου, εφόσον το πρόσωπο αυτό είναι "διάφορο του κατά τον νόμον τούτον (551/1914) υποχρέου προς αποζημίωσιν", δηλαδή πρόσωπο άλλο από τον εργοδότη, τους προστηθέντες απ’ αυτόν και τους εργαζόμενους στην επιχείρηση εργατοϋπαλλήλους (ΟλΑΠ 1117/86, ΑΠ 1417/1991 ΕλλΔνη 1993.52, βλ Δημήτρη Ζερδελή Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, έκδοση 2022, σελ. 1083 αριθ. 39). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 7 § 1 εδ. α’ του N. 2496/1997 ορίζεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την § 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από τον λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του. Ομοίως, με την § 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την § 6 εδ. α’ του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι, με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητα του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 1805/1986). Εξάλλου, η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την “κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων”, πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 33 § 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα Νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του Ν.2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις “ημιαναγκαστικού” κατ’ αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτομένων προσώπων, παρά μόνο να διευρυνθούν. Εκδηλώνεται, συνεπώς, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή, μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013). Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικοί κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας. Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 § 1 του N. 2496/1997, είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι, ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική επιφύλαξη ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο N. 2496/1997. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρου 7 § 6 του Ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό, ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ’ αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (ΟλΑΠ 19/2015, ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 14/2013, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 854/2014). Συναφώς, ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα “claims made policy” (αξιώσεις που θα προβληθούν), σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για τη γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκεια της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή, κατά επιεικέστερη παραλλαγή, να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά τη διάρκεια της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει έτσι να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας). Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια του άρθρου 7 § 1 N. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά, όπως προαναφέρθηκε, το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση, από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008). Επομένως, η απαλλακτική αυτή ρήτρα, παρεχόμενη από το άρθρο 7 § 6 N. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 33 § 1 του νόμου αυτού. Ωσαύτως, η ίδια ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ’ εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου 2 § 8 του ίδιου Νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 § 3 του αυτού ασφαλιστικού Νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 § 6 του παραπάνω νόμου (ΑΠ 1343/2017). Συνάμα, με το καθεστώς του ισχύοντος ΑσφΝ το χρονικό διάστημα για την αναγγελία πραγματοποίησης του κινδύνου επιμηκύνθηκε σε οκτώ ημέρες με αφετηρία όχι το χρόνο πραγματοποίησης του κινδύνου, αλλά το χρόνο που έλαβε γνώση ο λήπτης της ασφάλισης ότι επήλθε η ζημία. Αντίθετα, με το καθεστώς του ΕμπΝ (άρθρο 209 § 1, εδ. α’) προβλεπόταν μικρότερη προθεσμία τριών ημερών για την ειδοποίηση του ασφαλιστή. Ωστόσο, δεν προκύπτει ερμηνευτικά ότι ο λήπτης πρέπει να περιμένει την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας για να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, αλλά αντίθετα, οφείλει να τον ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση νωρίτερα, εφόσον αυτό είναι δυνατό. Ακόμη, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί στην ασφαλιστική σύμβαση ότι ο ασφαλιστής πρέπει να ειδοποιηθεί “αμελλητί” ή “άμεσα”, το οποίο δεν σημαίνει ότι υποχρεώνεται ο λήπτης της ασφάλισης να ανακοινώνει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης αμέσως, αλλά να ενεργήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Μία τέτοια συμφωνία, δεδομένου ότι αποβλέπει στο συμφέρον όχι μόνο του ασφαλιστή αλλά και του ασφαλισμένου, δεν είναι άκυρη κατά το άρθρο 33 § 1 ΑσφΝ, αφού δεν θίγει ούτε περιορίζει τα δικαιώματα του ασφαλισμένου και μπορεί να συμφωνηθεί σε κάθε είδους ασφάλιση καταναλωτική ή μη καταναλωτική. Εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πιθανή άγνοια των υπόχρεων σε αναγγελία προσώπων σχετικά με την πραγματοποίηση του κινδύνου, τους απαλλάσσει από την υποχρέωση αναγγελίας, εφόσον φυσικά αυτή δεν οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια τους να πληροφορηθούν κάτι τέτοιο. Ο νόμος δεν τάσσει ορισμένο τύπο αναγγελίας. Έτσι, η αναγγελία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο όπως προφορικά, τηλεφωνικά, γραπτώς με γράμμα, με συστημένη επιστολή. Εάν έχει συμφωνηθεί η ειδοποίηση με ορισμένο τύπο π.χ. γραπτώς, σε περίπτωση που ο ασφαλιστής ειδοποιηθεί χωρίς τύπο, έστω και προφορικά, δεν υπάρχει παράβαση, αφού ο σκοπός της ειδοποίησης έχει επιτευχθεί. Η ειδοποίηση πρέπει να περιλαμβάνει την αναγγελία του κινδύνου που πραγματοποιήθηκε, τα στοιχεία του αντικειμένου που έχει θιγεί από τον κίνδυνο, τα στοιχεία του λήπτη της ασφάλισης, τα περιστατικά πραγματοποίησης του κινδύνου, παροχή αποδεικτικών. Σημειωτέον ότι δεν απαιτείται αναγγελία στην περίπτωση που ο ασφαλιστής έχει ενημερωθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πραγματοποίηση του κινδύνου. Για την απαλλαγή, επομένως, του ασφαλιστή προϋποτίθεται υπαιτιότητα του λήπτη της ασφάλισης, ακόμη και ελαφρά αμέλεια. Σε περίπτωση, δε, ανυπαίτιας παράβασης του καθήκοντος ειδοποίησης από το λήπτη της ασφάλισης εντός ορισμένου χρόνου, ο νόμος δεν επισύρει καμία κύρωση σε βάρος του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ασφαλιστής, στην περίπτωση επιτρεπτής ρήτρας απαλλαγής λόγω παραβίασης της υποχρέωσης αναγγελίας της πραγματοποίησης του κινδύνου εντός ορισμένου χρόνου, απαλλάσσεται μόνο εάν ο λήπτης της ασφάλισης ενήργησε με υπαιτιότητα σύμφωνα με το άρθρο 330 ΑΚ (ΑΠ 697/2023 ΤΝΠ Νόμος).
Από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων, της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος του ενάγοντος, που εξετάστηκε νομίμως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, του συνόλου των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπ’ όψιν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως [ΑΠ 827/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 306/2018, ΑΠ 623/2018, ΑΠ 342/2016, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 122/2013, ΕφΠειρ(Μον) 47/2021, ΕφΑιγ(Μον) 1/2021, ΕφΑιγ(Μον) 50/2020, ΕφΑΘ 338/2020, δημ. σε ΤΝΠ - ΝΟΜΟΣ], μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης για το ένδικο ατύχημα σε αυτήν, και δη η ένορκη εξέταση του παθόντος, οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και οι έγγραφες εξηγήσεις στα πλαίσια της πιο πάνω προανάκρισης, τις φωτογραφίες του τόπου όπου αυτό συνέβη, η γνησιότητα των φωτογραφιών δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους (444 παρ. 1 περ. γ', 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως υπ' αριθμόν ….2024 ένορκη βεβαίωση του … ..., που ελήφθη ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κρωπίας …., με επιμέλεια των πρώτης και τρίτης των εναγόμενων, κατόπιν νομότυπης πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευσης του αντιδίκου τους- ενάγοντος (άρθρο 421 και 422 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ….2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …. και υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΣΑ_ …. ένορκη βεβαίωση του …., που ελήφθη ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών …., με επιμέλεια του τέταρτου εναγόμενου, και σε αντίκρουση των ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του αντιδίκου του - ενάγοντος, μετά την καταχωρισθείσα στα πρακτικά της εκκαλουμένης προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση, αυτής επέχουσας θέση κλητεύσεως, δοθέντος ότι ο ενάγων παρίστατο (ΤρΕφΠειρ 96/2021, ΤρΕφΑιγ 118/2021, ΜΕφΘεσ 545/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγόμενη, δυνάμει- των από 19-1-2018 και από 1-3-2018 συμβάσεων έργου που συνήψε με τον …, δεύτερο εναγόμενο, ανέθεσε σε αυτόν την εκτέλεση των εργασιών ελαιοχρωματισμού του νέου κτιρίου, όπως ελαιοχρωματισμό τοίχων, σπατουλάρισμα τοίχων και ελαιοχρωματισμό γυψοσανίδων, καθώς και των εργασιών ελαιοχρωματισμού μεταλλικού κτιρίου και μεταλλικής πλατφόρμας στο νέο βιομηχανικό κτίριο στο ... Αττικής, με αυτεπιστασία και με επιλογή εργολάβων. Επίσης, ως ημερομηνία αποπεράτωσης του δεύτερου εξ αυτών των έργων ορίστηκε η 15-5-2018, ενώ κατά την ημερομηνία σύναψης της δεύτερης προαναφερόμενης σύμβασης, ήτοι την 1-3-2018, δεν είχε αποπερατωθεί ο ελαιοχρωματισμός των τοίχων. Παράλληλα, από την πλευρά του ο ενάγων τυγχάνει οικοδόμος και τεχνίτης ελαιοχρωματιστής, ενώ προσλήφθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να εργαστεί ως ελαιοχρωματιστής στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, στα πλαίσια του επίμαχου ως άνω έργου και ούτως ο ενάγων προσήλθε για πρώτη φορά εκεί στις 16-3-2018, ώστε να παρέχει την συμφωνηθείσα εργασία του. Επισημαίνεται ότι το ένδικο έργο της κατασκευής της μεταλλικής πλατφόρμας και των λοιπών στοιχείων στο νέο κτίριο ανατέθηκε από την πρώτη εναγόμενη στην εταιρεία με την επωνυμία «…. ΑΕΒΕ», δυνάμει της από 26-3-2018 συμβάσεως, με την οποία ορίστηκε η 10-4-2018 ως ημερομηνία ολοκλήρωσης του προαναφερθέντος έργου. Εξ ετέρου, αποδεικνύεται ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα την 29-3-2018, δοθέντος ότι εκείνη την ημέρα είχε προγραμματιστεί η ολοκλήρωση της τοποθέτησης των μεταλλικών πλακών στον σκελετό του παταριού - πλατφόρμας μιας μηχανής παραγωγής πλαστικού στο μεταλλικό κτίριο, εργασία που θα εκτελείτο από το συνεργείο της εταιρείας «…. ΑΕΒΕ». Μάλιστα, αυτές οι μεταλλικές πλάκες αποτελούν το σταθερό δάπεδο του παταριού - μεταλλικής πλατφόρμας της μηχανής πλαστικού. Η δε μηχανή αυτή είναι κυλινδρική και λόγω του ύψους της φέρει πατάρι προσέγγισης που αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους πάνω σε μεταλλικό σκελετό και συνθέτουν το πατάρι της μηχανής. Ακόμη, το πατάρι, αποτελούμενο από τις μεταλλικές πλάκες, συνδέεται και περιβάλλει τη μηχανή και συνιστά το σταθερό τμήμα για την προσέγγιση και τη συντήρηση της μηχανής στα ανωτέρω τμήματά της. Συγκεκριμένα, την ως άνω ημέρα του επίδικου ατυχήματος το συνεργείο του δεύτερου εναγόμενου είχε ολοκληρώσει κάποιους εξωτερικούς ελαιοχρωματισμούς, ενώ ο … ήταν ο ένας από τους τρεις εργαζόμενους του συνεργείου του δεύτερου εναγόμενου, που συγχρόνως είχε οριστεί από τον τελευταίο ως εργοδηγός αυτού. Δεδομένης, δε, της κατά την ημέρα εκείνη απουσίας του δεύτερου εναγόμενου από το εργοτάξιο, ο …, υπό την εν λόγω ιδιότητά του, καθοδηγούσε το συνεργείο του δεύτερου εναγόμενου. Ειδικότερα, ο ίδιος ανέθεσε στον ενάγοντα το βάψιμο του παταριού της προαναφερθείσας μηχανής παραγωγής, σε συμμόρφωση με την εντολή για ελαιοχρωματισμό του χώρου, που είχε λάβει τις προηγούμενες ημέρες από την τρίτη εναγόμενη. Επίσης, την ίδια ημέρα, το συνεργείο της «… ΑΕΒΕ», σε εκτέλεση της σχετικής εντολής, που είχε λάβει, όπως προεκτέθηκε, έφερε τα τεμάχια των δύο υπολειπόμενων μεταλλικών πλακών, που υπολείπονταν, ώστε να ολοκληρωθεί το δάπεδο του παταριού, με σκοπό την τοποθέτησή τους στο πάνω μέρος τού παταριού και τη συγκόλλησή τους στο μεταλλικό σκελετό του. Κατά την άφιξη του συνεργείου της «…. ΑΕΒΕ», ο ενάγων εκτελούσε εργασίες βαφής και δη, αφού είχε ολοκληρώσει το βάψιμο του παταριού και όσων μεταλλικών πλακών είχαν τοποθετηθεί από την κάτω πλευρά με τη βοήθεια κινητού ικριώματος, ο ενάγων είχε ανέβει μέσω μόνιμης σταθερής σκάλας και συνέχιζε την εργασία του από την πάνω πλευρά. Επειδή, όμως, το σημείο εκείνο, όπου σκόπευε το ανωτέρω συνεργείο να τοποθετήσει και συγκολλήσει τις πλάκες, είχε μόλις βαφτεί, υφίστατο ο κίνδυνος από τη συγκόλληση σε συνδυασμό με τα εύφλεκτα υλικά βαφής που χρησιμοποιούσε ο ενάγων να προκληθεί ανάφλεξη ή και έκρηξη. Ένεκα τούτων των περιστάσεων διαπληκτίστηκαν ο ενάγων και ο …., εργαζόμενος του συνεργείου της «… ΑΕΒΕ». Εντέλει, το συνεργείο της «…. ΑΕΒΕ», αφού τοποθέτησε στο πατάρι τις εν λόγω δύο μεταλλικές πλάκες που έλειπαν, χωρίς να συγκολλήσει αυτές, αποχώρησε. Επισημαίνεται ότι ο γενόμενος ο διαπληκτισμός μεταξύ του ανωτέρω εργαζομένου …. και του ενάγοντος επιβεβαιώθηκε και από τον αυτήκοο μάρτυρα - ηλεκτρολόγο …., ο οποίος, μολονότι δεν εργαζόταν στον ίδιο χώρο, άκουσε έντονες φωνασκίες μεταξύ του ενάγοντος και των σιδεράδων». Εξ ετέρου, ο ενάγων συνέχισε την εργασία του και κατά τις 14:10 ειδοποιήθηκε από τον …. να μαζέψει τα χρώματα, τα διαλυτικά και τα πινέλα, γιατί έπρεπε να σχολάσουν. Πλην όμως, κατά τη στιγμή της αποχώρησής του από το πατάρι, ο ενάγων πάτησε στην μία εκ των δύο μεταλλικών πλακών, που δεν είχε συγκολληθεί -στερεωθεί, και καθώς τούτη με το βάρος του ενάγοντος μετατοπίστηκε, αυτός βρέθηκε στο κενό, πέφτοντας από ύψος τριών [3] μέτρων στο έδαφος, με συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του στην λεκάνη του. Λεκτέον ότι ο περιεχόμενος στις από 13-12-2021 Έγγραφες Εξηγήσεις ισχυρισμός του δεύτερου εναγόμενου ότι ο εργοδηγός του …. μετέβη στον χώρο εργασίας του ενάγοντος "και ειδοποίησε αυτόν να μαζέψει τα εργαλεία του και να αποχωρήσει, όταν ενημερώθηκε για τον διαπληκτισμό του ενάγοντος με τους εργαζομένους της «… ΑΕΒΕ» δεν κρίνεται πειστικός, διότι σύμφωνα με την από 28-11-2020 Έκθεση Ένορκης Κατάθεσης του … ως μάρτυρα, ο λόγος που ο τελευταίος μετέβη στον χώρο εργασίας του ενάγοντος κατά τις 14:10, ήταν για να τον ειδοποιήσει ότι είχε παρέλθει το καθορισμένο ωράριο εργασίας. Εκ των προεκτεθέντων σε συνδυασμό με έτερη μαρτυρία του …., απέχουσα από το επίδικο ατύχημα περί τους δύο μήνες και περιεχόμενη στην από 4- 6-2018 Έκθεση Έρευνας του Επιθεωρητή Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία …., βάσει της οποίας αυτός έλαβε γνώση του διαπληκτισμού από τις 11:00 περίπου, όταν ο ενάγων του ανέφερε το συμβάν στα πλαίσια διακοπής για φαγητό, επιβεβαιώνεται ότι ο …. ήδη γνώριζε για τον επισυμβάντα διαπληκτισμό κάποιες ώρες νωρίτερα από το χρονικό σημείο του ένδικου ατυχήματος. Ωσαύτως, ο τραυματισμός του ενάγοντος, υπαγόμενος στην έννοια του εργατικού ατυχήματος, αφού το βίαιο συμβάν επήλθε σε κάθε περίπτωση εξ αφορμής της εκτέλεσης της εργασίας του, όπως αναφέρεται και στην παραπάνω Έκθεση Έρευνας του Επιθεωρητή Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία, «θα μπορούσε να αποφευχθεί αν υπήρχε συντονισμός των εργασιών μεταξύ των συνεργείων του … και των σιδεράδων. Ο συντονισμός των εργασιών αφορά στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία στην οποία ανήκει ο χώρος, καθόσον η οργάνωση των εργασιών γινόταν από την ίδια (ΠΔ 305/1996 και ν. 1396/1983). Επιπλέον, και η επιβλέπουσα μηχανικός - τρίτη εναγόμενη και ο συντονιστής ασφαλείας - τέταρτος εναγόμενος θα έπρεπε να ενημερώνονται από την πρώτη εναγόμενη για τη σειρά των εργασιών, ώστε η μεν πρώτη εναγόμενη, έχοντας τη γενική επίβλεψη του έργου, να παρακολουθεί τις εργασίες του έργου και να δίδει οδηγίες και εντολές σχετικά με την ασφαλή διεξαγωγή των εργασιών, ο δε δεύτερος να συντονίζει την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας των εργαζομένων, δοθέντος ότι αυτές εν προκειμένω συνίστανται στη λήψη των προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας, κατά τα άρθρα 2 παρ.9 και 6 παρ.3 του ΠΔ/τος 305/1996, αλλά και τους τεχνικούς ασφαλείας των συνεργείων, που επρόκειτο να εργαστούν ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο και γενικά τις εργασίες που υπολείπονταν. Παράλληλα, ο δεύτερος εναγόμενος - εργολάβος, έχοντας συμβληθεί με την πρώτη εναγόμενη και αναλαμβάνοντας την εκτέλεση τμήματος του έργου, θα έπρεπε να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούσαν στο εν λόγω τμήμα, τα αναγκαία δηλαδή για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, χωρίς να απαλλάσσεται από τις ανωτέρω υποχρεώσεις, ακόμα και αν προσέφευγε στην ανάθεση σε τρίτα άτομα καθηκόντων τεχνικού ασφαλείας. Συγκεκριμένα, η αμέλεια απάντων των ανωτέρω συνίσταται στις εξής παραλείψεις τους: ο δεύτερος εναγόμενος - εργολάβος - πραγματικός εργοδότης του ενάγοντος, ο οποίος, μάλιστα, κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο δεν είχε ορίσει τεχνικό ασφαλείας και ούτε ο ίδιος είχε αναλάβει το εν λόγω καθήκον, ώστε να μεριμνά για την ομαλή και ασφαλή εκτέλεση των εργασιών και την τήρηση των επιβαλλόμενων από τον νόμο μέτρων ασφαλείας και να φροντίζει για την κατάλληλη εκπαίδευση των εργαζομένων, δεν έλαβε, από αμέλεια του, τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για την ασφάλεια και τη σωματική ακεραιότητα του εν λόγω εργαζόμενου στην ένδικη οικοδομή εργατοτεχνικού προσωπικού του συνεργείου του, κατά την εκτέλεση της ανατεθειμένης εργασίας. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, καθώς τη δεδομένη χρονική στιγμή ο δεύτερος εναγόμενος απουσίαζε από την οικοδομή, είχε αναθέσει στον εργαζόμενο του συνεργείου του …. καθήκοντα εργοδηγού, ώστε ο τελευταίος, εκ της ανατεθείσας ιδιότητας του, να εποπτεύει, ανά πάσα στιγμή, τον τόπο εργασίας, να παρακολουθεί την εκ μέρους των εργαζομένων υλοποίηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας και να καθοδηγεί τους εργαζομένους κατά την εκτέλεση του έργου. Ούτως, ο δεύτερος εναγόμενος παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή εργασία του ενάγοντος, δεδομένου αφενός του μη ορισμού κατά τα ανωτέρω τεχνικού ασφαλείας και αφετέρου και κατά κύριο λόγω του ότι, δια του ενεργούντος για λογαριασμό του προστηθέντος - εργοδηγού του, δεν προέβλεψε, καίτοι μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη στις συναλλαγές επιμέλεια, τον κίνδυνο για πτώση που διέτρεχε ο εργαζόμενος - ενάγων από την τέλεση εργασιών στο πάνω μέρος του παταριού- Ακόμη, ο ως άνω εργοδηγός του δεν απέτρεψε τον ενάγοντα από την τέλεσή τους, καίτοι, όπως προεκτέθηκε, τελούσε σε γνώση, τόσο της στο μέρος εκείνο μετάβασης του ενάγοντος, όσο και, συνδυαστικά, της μη ολοκλήρωσης της κατασκευής του δαπέδου αυτού, γεγονός που καθιστούσε την επ' αυτού παραμονή και κίνηση επικίνδυνη, λόγω κινδύνου πτώσης. Συναφώς, η παράλειψη εκ μέρους του δεύτερου των εναγόμενων λήψεως των μέτρων αυτών, ανεξαρτήτως της ευθύνης των λοιπών, πληροί τις προϋποθέσεις στο πρόσωπό του της συνδρομής της ειδικής μορφής αμέλειας, η οποία ήταν πρόσφορη να προκαλέσει το εργατικό ατύχημα και συνδέεται αιτιωδώς με τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του ενάγοντος. Ομοίως, η τρίτη εναγόμενη, η οποία είχε τοποθετηθεί από την πρώτη εναγόμενη ως επιβλέπουσα μηχανικός του έργου, δεν άσκησε τη δέουσα, ως εκ της ιδιότητάς της αυτής, επίβλεψη, με παροχή των απαραίτητων οδηγιών ασφαλούς εκτέλεσης των εργασιών. Ειδικότερα, δυνάμει της από 1-5-2017 Σύμβασης Εκπόνησης Μελέτης που συνήφθη μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της τρίτης εναγόμενης, προσδιοριζόμενης στη σύμβαση με τον όρο «Μελετητής», η τελευταία ανέλαβε τη σύνταξη, εκπόνηση και υποβολή της αρχιτεκτονικής μελέτης του Έργου, τη διενέργεια της ψιλής επίβλεψης του Έργου και τη διενέργεια της διοίκησης - διεύθυνσης του Έργου. Σύμφωνα, δε, με τον όρο 2.3.1 της εν λόγω Σύμβασης, μεταξύ άλλων, «ο Μελετητής υποχρεούται, καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, όπως: «β) Εκτελεί όλες τις εργασίες που συνδέονται με την παρακολούθηση και εκτέλεση του Έργου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, ενδεικτικώς, οι ακόλουθες εργασίες: [...] iv. Ο συντονισμός των συνεργείων και των αντίστοιχων εργασιών, ώστε να επιτυγχάνεται η τήρηση του χρονοδιαγράμματος και των επιμέρους τμημάτων αυτού». Τέλος, στις υπό το άρθρο 7 της Συμβάσεως «Υποχρεώσεις του Μελετητή», περιλαμβάνεται η υποχρέωση της τρίτης εναγόμενης «κατά τη διάρκεια της κατασκευής του Έργου και εφαρμογής της Μελέτης να διευκρινίζει και να επεξηγεί τα σχέδια και τις λεπτομέρειες κατασκευής και να εκπονεί τυχόν νέες λεπτομέρειες σε περίπτωση που οι ήδη υπάρχουσες στη Μελέτη δεν καλύπτουν την κατασκευή» (7.3). Εντούτοις, παρά τα συμφωνηθέντα, τα οποία συνέχονται με τα προβλεπόμενα στις σχετικώς προαναφερόμενες νομοθετικές διατάξεις, όπως αυτή του άρθρου 7 του ν. 1396/1983, από αμέλεια της, η τρίτη εναγόμενη δεν παρείχε αυστηρές και σαφείς εντολές - οδηγίες για τις εργασίες των συνεργείων του δεύτερου εναγόμενου και της «...ΑΕΒΕ», οι οποίες διαπιστώθηκε ότι εκτελούνταν με κάθε πρόσφορο τρόπο και χωρίς συντονισμό. Κυρίως, δε, η ίδια δεν προέβη στην πρόβλεψη της διάρκειας αυτών και στον δια τεχνικών ή και οργανωτικών επιλογών προγραμματισμό των επιμέρους φάσεων - τμημάτων τους, προς τον σκοπό του συντονισμού τους εντός του τεθέντος χρονοδιαγράμματος. Μάλιστα, η τρίτη εναγόμενη, εκτός από την νομική της υποχρέωση να δίνει οδηγίες στην ιδιοκτήτρια ή στους εργολάβους για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφαλείας και κατ' επέκταση την πρόληψη ατυχήματος, εν τοις πράγμασιν και ουσιαστικά δεν ενήργησε ούτως ως όφειλε κατά την διάρκεια και εκτέλεση των ένδικων έργων και εργασιών αντίστοιχα. Προσέτι, ο τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος ως υποπροστηθείς της εταιρείας ΕΞΥΠΠ με την επωνυμία «...» και τον διακριτικό τίτλο «...», προστηθείσας υπό της πρώτης εναγόμενης, είχε τοποθετηθεί από την τελευταία ως Συντονιστής για θέματα Ασφαλείας και Υγείας των εργαζομένων δεδομένης της ταυτόχρονης ή διαδοχικής ύπαρξης περισσότερων του ενός συνεργείων στο εργοτάξιο, ήταν υπεύθυνος για τον συντονισμό της εφαρμογής των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας στις τεχνικές ή και οργανωτικές επιλογές, δια του προγραμματισμού των διεξαγόμενων ταυτοχρόνως ή διαδοχικώς εργασιών ή φάσεων εργασίας και της πρόβλεψης της διάρκειας εκτέλεσής τους, καθώς και για την οργάνωση της συνεργασίας των συνεργείων και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων, με σκοπό τη διαφύλαξη της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στο εργοτάξιο. Ωστόσο, ο ίδιος δεν παρίστατο στο επίδικο εργοτάξιο, όταν βάσει του προγράμματος συνέπεσαν χρονικά, σε αυτό τα συνεργεία του δεύτερου εναγόμενου και της «...ΑΕΒΕ», προκειμένου να φροντίσει για την συνεργασία και τον συντονισμό των συνεργείων, κατά τα προαναφερόμενα, χωρίς ο μη ορισμός τεχνικού ασφαλείας από τον εργολάβο να τον απαλλάσσει από τις τιθέμενες από το ΠΔ 306 υποχρεώσεις του και δη αυτές της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α'. Άλλωστε, συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του Σχεδίου Ασφαλείας και Υγείας (ΣΑΥ) [άρθρο 6 παρ. 3 περ. β ii του του ΠΔ/τος 306] για τη διασφάλιση «ασφαλούς εργασίας για χρωματισμούς». Για αυτήν, εντός του ΣΑΥ, ο τέταρτος εναγόμενος πρότεινε, μεταξύ άλλων, την ενημέρωση των εργαζομένων των άλλων συνεργείων και την απαγόρευση προσέγγισης στους μη έχοντες εργασία, ενώ σημείωσε ότι τα σχετικά προτεινόμενα μέτρα προστασίας πρέπει να επιβεβαιωθούν από τον Συντονιστή Ασφαλείας κατά την εκτέλεση του έργου και τον επικεφαλής του συνεργείου (σχερικώς σελ. 46-47 και 50 του ΣΑΥ). Ακόμη, αναφορικά με τον ισχυρισμό του τέταρτου εναγόμενου περί μη ευθύνης του ένεκα της σχέσης προστήσεως που τον συνέδεε με την προαναφερόμενη εταιρεία «...», και λαμβανομένων υπ' όψιν ότι τόσο ο ίδιος ως προστηθείς, όσο και η «...», ως προστήσασα, ευθύνονται εις ολόκληρον, δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή τους και ο δανειστής, ο οποίος δικαιούται εις εκπλήρωση μόνο μία φορά, δικαιούται να απαιτήσει την αξίωσή του, κατά προτίμηση, από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, κατά τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη. Προσέτι, ευθύνη για τον τραυματισμό του ενάγοντος βαρύνει και την πρώτη εναγόμενη, η οποία, ως κυρία του έργου και πλασματική εργοδότης του ενάγοντος, ανέθεσε στους τρίτη και τέταρτη των εναγόμενων, την εκπόνηση της απαιτούμενης μελέτης και επίβλεψης του έργου αυτού και τον συντονισμό σε θέματα ασφαλείας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου, αντιστοίχως, αφού επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα επίβλεψης του έργου και παροχής οδηγιών στους εργολάβους, μεταξύ των οποίων ο δεύτερος των εναγόμενων, για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών. Ούτως, η ευθύνη της πρώτης εναγόμενης ως κυρίας του έργου είναι αντικειμενική και η ίδια υπέχει αυτή αστική ευθύνη κατ' άρθρο 922 ΑΚ ένεκα της τοιαύτης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων της, ευθυνόμενη ως υπόχρεη εις ολόκληρον με αυτούς για την ικανοποίηση της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος, εφόσον μεταξύ των προσώπων αυτών υπήρχε εξάρτηση, υπό την έννοια ότι η πρώτη εναγόμενη μπορούσε να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων τους και να επιβλέπει αυτούς, κατά την εκτέλεση των εργασιών, που τους είχε αναθέσει. Εκ των προπαρατεθέντων, αποδεικνύεται ότι το ένδικο ατύχημα ήταν εργατικό, κατά την έννοια του νόμου 551/1915, διότι ο τραυματισμός του ενάγοντος ήταν συνέπεια της μη τήρησης των ειδικών μέτρων ασφαλείας εκ μέρους των εναγόμενων, ενώ το ένδικο ατύχημα δεν θα λάμβανε χώρα, χωρίς την παροχή της εξαρτημένης εργασίας αυτού και την - υπό τις δεδομένες συνθήκες - εκτέλεσή της. Έτι περαιτέρω, αποδεικνύεται η συγκλίνουσα υπαιτιότητα με την μορφή της αμέλειας απάντων των εναγόμενων, συνιστάμενη στη μη τήρηση των μέτρων και διαδικασιών ασφαλείας σε εργασία που απαιτεί ενημέρωση - εκπαίδευση εργαζομένων πριν την ανάθεση εργασίας και συνδυαστικά συντονισμό της παρεχόμενης εργασίας, και όχι τέλεσή της με κάθε πρόσφορο τρόπο, όπως εν προκειμένω, αλλά συνάμα και εποπτεία για την αυστηρή τήρηση των οδηγιών για την ασφάλεια των εργαζομένων, τούτων επιβαλλόμενων από τον νόμο, καθώς και από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια στον κύκλο της αρμοδιότητας ενός έκαστου των εναγόμενων (άρθρα 330 εδ. β' και 914 ΑΚ), με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται ευθύνη τους και κατά τις γενικές διατάξεις του ΑΚ. Πλην όμως, εκ των ιδίων αποδεικτικών στοιχείων επιβεβαιώνεται ότι ο ενάγων τυγχάνει συνυπαίτιος για την πρόκληση της πρεκτιθέμενης σωματικής του βλάβης, διότι ο ίδιος δεν επέδειξε την προσοχή, που όφειλε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι μπορούσε, βάσει των ικανοτήτων και γνώσεών του, δεδομένου ότι εργαζόταν σε οικοδομές επί σαράντα έτη περίπου και όφειλε αυτός να καταβάλει την προσοχή, που θα κατέβαλλε υπό τις αυτές συνθήκες κάθε μετρίως συνετός εργάτης στις οικοδομικές και τις συναφείς εργασίες κτιρίων. Εντούτοις, ο ενάγων συνέχισε να εκτελεί την ανατεθείσα σε αυτόν ένδικη εργασία, κινούμενος επί του μη ολοκληρωμένου δαπέδου του παταριού, λόγω της μη συγκόλλησης απασών των μεταλλικών πλακών, μολονότι ο ίδιος ο ενάγων τελούσε σε γνώση της ένδικης μη ολοκλήρωσής του, σε συνδυασμό με τα προεκτιθέμενα γεγονότα και τον προηγηθέντα διαπληκτισμό του, με επακόλουθο την πτώση του ενάγοντος από τούτο το ύψος. Εξαιτίας της προμνημονευόμενης αμελούς συμπεριφοράς του, ο ενάγων συνετέλεσε στο επίμαχο ζημιογόνο γεγονός, που είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του και δη κατά ποσοστό 30%, κατά παραδοχή, εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος που προέβαλαν οι εναγόμενοι, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 70% είναι συνυπαίτιοι οι εναγόμενοι, όπως προαναλύεται. Άλλωστε, αποδεικνύεται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου και συνάφειας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόμενων, διότι δεν διαπιστώνεται εν προκειμένω η ανυπαρξία ή διακοπή σχέσεως αιτίου και αποτελέσματος επί του ένδικου ατυχήματος. Ειδικότερα, ο επίδικος τραυματισμός -επελθούσα ζημία - τελεί σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο προς την αμελή συμπεριφορά των εναγόμενων, διότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά τους ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και πράγματι την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση εις βάρος του ενάγοντος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018), χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι στο ένδικο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος — ενάγοντος, ώστε να συνιστά η τοιαύτη συνυπαιτιότητα λόγο διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου (ΑΠ 657/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ). Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλουμένη δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της ανωτέρω πρώτης χρονολογικώς κρινόμενης εφέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η εκκαλούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, με την αιτιολογία ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως δέχθηκε συγκλίνουσα υπαιτιότητα της τρίτης εναγόμενης ως επιβλέπουσας μηχανικού στο ένδικο εργατικό ατύχημα, όπως αναλύεται, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Συναφώς, απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι τυγχάνουν ο δεύτερος λόγος της ανωτέρω πρώτης χρονολογικώς κρινόμενης εφέσεως, καθώς και ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της ως άνω δεύτερης χρονολογικώς εφέσεως, αλλά και ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της τρίτης ως άνω χρονολογικώς εφέσεως αντίστοιχα, οι οποίοι ανάγονται στην έλλειψη υπαιτιότητας της πρώτης, της τρίτης και του τέταρτου των εναγόμενων αντίστοιχα, με τις ειδικότερες αιτιάσεις περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό άνω του 90% του ενάγοντος στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, όπως ειδικότερα ιστορούν, διότι εκ των ιδίων αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι το επίδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται αιτιωδώς και στην συντρέχουσα υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων, υπό τις προπαρατεθείσες ιδιότητές τους και βάσει των πράξεων και παραλείψεών τους, καθώς και ένεκα συνυπαιτιότητας του ιδίου του ενάγοντος κατά το ποσοστό 30% ως προς αυτόν, όπως προεκτέθηκε. Επιπροσθέτως, προέκυψε ότι συνεπεία του ένδικου ατυχήματος και του σοβαρού τραυματισμού του ο ενάγων μεταφέρθηκε αμέσως με ασθενοφόρο όχημα του ΕΚΑΒ στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο «….». Στο νοσοκομείο αυτό ο ενάγων νοσηλεύτηκε μέχρι την 10-4-2018, ότε και εξήλθε με τη διάγνωση «κάταγμα ΑΡ πτέρυγας ιερού οστού, διάσταση ηβικής σύμφυσης, κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης του 05 σπονδύλου και κάταγμα κόκκυγα», σύμφωνα με το από 10-4-2018 πιστοποιητικό νοσηλείας του Ορθοπεδικού Τμήματος του Γ.Ν. « …», ενώ έλαβε και φαρμακευτική αγωγή. Επίσης, ο ενάγων υποβλήθηκε σε χειρουργεία και τοποθετήθηκαν τεχνητά βάρη στο γόνατο του, που συγκολλήθηκαν με βίδες, για να διατηρήσουν τη λεκάνη του σε σωστή στάση. Εν συνεχεία, ο ενάγων παρέμεινε κλινήρης και η σύζυγός του προσέφερε σε αυτόν υπηρεσίες νοσηλευτικού προσωπικού και οικιακής βοηθού, κατά το διάστημα που αδυνατούσε ο ίδιος να αυτοεξυπηρετηθεί. Άλλωστε, για τις μεταβάσεις του στο νοσοκομείο χρειαζόταν η συνδρομή ασθενοφόρου του ΕΚΑΒ και Πυροσβεστικής. Επισημαίνεται ότι οι θεράποντες ιατροί του αρχικώς γνωματέυσαν ότι έχρηζε αποχής από την εργασία του για 30 ημέρες, αλλά με την από 29-5-2018 γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής του ΠΕΔΥ, κρίθηκε η ανικανότητά του για εργασία από τις 10-5-2018 έως τις 10-7-2018. Μάλιστα, ένεκα της παρατεταμένης ακινησίας του συνεπεία των ανωτέρω καταγμάτων του, ο ενάγων παρουσίασε μετεγχειρητικές επιπλοκές στην υγεία του και δη θρόμβωση, που κατέληξε σε πνευμονική εμβολή, ένεκα δε τούτης νοσηλεύτηκε στο … Νοσοκομείο από τις 29-6-2018 έως και τις 7-7-2018, ενώ το διάστημα της ακινησίας του διήρκησε περί τους 2,5-3 μήνες. Περαιτέρω, επακολούθησε περίοδος που χρησιμοποιούσε πατερίτσες, ενώ μετά από ένα [1] περίπου έτος μπόρεσε να εργαστεί ξανά. Οι πόνοι στη μέση και το γόνατό του έχουν πλέον μειωθεί, χωρίς όμως να παύσουν, ενώ ο ενάγων εξακολουθεί να παρακολουθείται από ιατρούς, μεταξύ άλλων, από αιματολόγο, λόγω ανεύρεσης αυξημένων επιπέδων ομοκυστεϊνης, στα πλαίσια ελέγχου διερεύνησης θρομβοφιλίας (βλ. το από 28-7-2022 Ιατρικό Σημείωμα του Ιατρού της Αιματολογικής Κλινικής «….» …), και να λαμβάνει σχετική αγωγή. Συναφώς αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατά τον χρόνο του επίμαχου ατυχήματος ήταν περίπου 54 ετών, υγιής και αρτιμελής, έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, ενώ το ένδικο ατύχημα είχε, εκτός της προπεριγραφείσας σωματικής κακώσεως, και σημαντικές ψυχολογικές επιπτώσεις σε αυτόν, αφενός λόγω της συνεχιζόμενης ταλαιπωρίας του όσον αφορά στην προσπάθεια αποκατάστασης της σωματικής του κακώσεως και της αρχικής αδυναμίας του για αυτοεξυπηρέτηση και αφετέρου λόγω της επί μακρώ ανικανότητάς του προς εργασία. Δυνάμει των προμνημονευόμενων, ένεκα του ένδικου ατυχήματος ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, αφού ληφθεί υπ' όψιν ότι ο σκοπός της χρηματικής ικανοποίησης κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ συνίσταται στην επίτευξη μιας υπό ευρεία έννοια αποκαταστάσεως του παθόντος για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία αδικοπραξίας, ώστε αυτός να τύχει δίκαιης και επαρκούς ανακούφισης και παρηγοριάς, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα (ΑΠ 80/2018, ΑΠ 448/2018, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 76/2016 Ε7 2016/848, Σ. Πατεράκης, Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ..., σ. 80 επ.) και αφού συνεκτιμηθούν οι συντρέχουσες περιστάσεις. Δηλονότι, ένεκα της ηλικίας του ενάγοντος, ήτοι 54 ετών κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος, της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής του, του είδους και των συνεπειών της προαναφερόμενης σωματικής του βλάβης, ήτοι η για ένα έτος αποχή από εργασιακή ενασχόλησή του ένεκα της προαναφερθείσας εις βάρος του ενάγοντος αδικοπραξίας, του γενόμενου τραυματισμού του και της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψης, που ο ίδιος δοκίμασε εξαιτίας αυτού, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την χρηματική ικανοποίηση της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, και, ιδίως, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, τις συνθήκες επέλευσης του επίμαχου εργατικού ατυχήματος και του ένδικου τραυματισμού του, τον βαθμό του πταίσματος των εναγόμενων, την συνυπαιτιότητα του ενάγοντος και την προπεριγραφείσα ευθύνη των εναγόμενων, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, αλλά και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 22.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 2 παρ. 1, 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2,9 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ), κατά τα μνημονευόμενα και στην μείζονα σκέψη. Προσέτι, οι προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι της ως άνω τρίτης χρονολογικώς εφέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η εκκαλούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τις επί μέρους διακρίσεις τους, με τις αιτιάσεις περί αθωότητας στην ανοιγείσα ποινική δίκη και ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του τέταρτου εναγόμενου - εκκαλούντος στην τρίτη χρονολογικώς έφεση και ασκούντος τους ανωτέρω πρόσθετους λόγους αυτής, ελλείψεως ευθύνης του για το ένδικο ατύχημα, ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του συμβάντος και του τρόπου ασκήσεως των καθηκόντων του ως άνω τέταρτου εναγόμενου, ότι είχαν τηρηθεί τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας, ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη απέρριψε τον ισχυρισμό του περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος σε ποσοστό άνω των 30%, ότι τυγχάνει αόριστο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης κατ’ άρθ. 932 ΑΚ και ότι η εκκαλουμένη δεν εκτίμησε ορθά τα κριτήρια, τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι αντίστοιχα, διότι εναργώς προκύπτει ότι προεχόντως είναι αρκούντως ορισμένη η κρινόμενη αγωγή και ως προς το αίτημα περί αποζημιώσεως του ενάγοντος ένεκα ηθικής του βλάβης εκ του επίμαχου εργατικού ατυχήματος, ενώ επί πλέον προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ’ όψη το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως το είδος και η έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος, οι συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος και του τραυματισμού του, ο βαθμό του πταίσματος και η ευθύνη των εναγόμενων, καθώς και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών κατ’ άρθ. 932 ΑΚ, καθώς και τα κριτήρια της ηλικίας του ενάγοντος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής του, του είδους και των συνεπειών της ένδικης σωματικής του βλάβης, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα και με όσα μνημονεύονται στην μείζονα σκέψη. Εξ ετέρου, επιβεβαιώνεται ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα - πρώτη εναγόμενη - εταιρεία είχε συνάψει με την παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία το υπ’ αριθμόν .../2016 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο κατά τον χρόνο του επίδικου εργατικού ατυχήματος είχε ανανεωθεί με τις με αριθμούς …. Πρόσθετες Πράξεις. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για ασφαλιστήριο συμβόλαιο αστικής ευθύνης εργοδότη για το έργο «Όλες τις εργασίες για την εκτέλεση του έργου ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΥΚΑΜΠΤΩΝ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ - ΜΟΝΩΡΟΦΟ ΜΕΤΑΛΛΙΚΟ ΚΤΙΡΙΟ, ΤΡΙΩΡΟΦΟ ΚΤΙΡΙΟ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΓΕΙΟ & ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΥΠΑΧΘΕΝΤΩΝ ΣΤΟΝ Ν.4178/13, ... , θέση ..., Βιομηχανική Περιοχή ...» και τις περιγραφόμενες στις πρόσθετες εργασίες, με το οποίο η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ασφάλισε την αστική ευθύνη έναντι τρίτων της πρώτης εναγόμενης στο επίδικο έργο, από 1.07.2016 μέχρι 31.12.2017 και κατόπιν των ανωτέρω παρατάσεων μέχρι και την 13.11.2018. Ακόμη, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου αυτού, η ασφαλιστική εταιρεία θα αποζημίωνε την ασφαλιζόμενη εταιρεία για όποιο ποσό μέχρι τα 300.000 ευρώ για τη σωματική βλάβη - θάνατο κατ' άτομο κατά το οποίο αυτή θα καθίστατο υπεύθυνη κατά νόμο να καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας, μεταξύ άλλων, εργατικού ατυχήματος οφειλόμενου σε αμέλεια της ασφαλιζόμενης ή των υπ' αυτής προστηθέντων προσώπων. Η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δήλωσε παραδεκτά, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τον ισχυρισμό ότι βάσει ρητού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης δεν υποχρεούται να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ασφάλισμα, λόγω αμέλειας της τελευταίας συνιστάμενης στη μη λήψη των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία μέτρων ασφαλείας, κατά την εκτέλεση του επίδικου έργου. Ο ισχυρισμός αυτός, που είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997, συνιστά ένσταση και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη, διότι, σύμφωνα με τον ειδικό όρο του παραπάνω συμβολαίου, δεν καλύπτεται η αστική ευθύνη του ασφαλιζόμενου και ο ασφαλιστής δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση για αποζημίωση τρίτων, αν η ασφαλιζόμενη δεν τήρησε τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται και επιβάλλονται από την κάθε φορά ισχύουσα νομοθεσία για το είδος της επαγγελματικής της δραστηριότητας (παρ. 2 υπό το κεφάλαιο «Προϋποθέσεις Κάλυψης/ Ειδικές Συμφωνίες» των Ειδικών Διατάξεων του ασφαλιστηρίου). Περαιτέρω, στις Ειδικές Εξαιρέσεις των Γενικών Όρων του Ασφαλιστηρίου τέθηκε ότι «Εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 23 Γενικές Εξαιρέσεις των Γενικών Όρων του Ασφαλιστηρίου, ισχύουν και οι ακόλουθες ειδικές εξαιρέσεις, με βάση τις οποίες δεν καλύπτονται και εξαιρούνται από την κάλυψη Ευθύνης Εργοδότη απαιτήσεις που οφείλονται ή και προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από [...2. Ατυχήματα που οφείλονται σε πλημμελή ή μη τήρηση μέτρων ασφαλείας από τον ίδιο τον παθόντα ή σε πρόθεση ή δόλο του ίδιου του παθόντα [...]»). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει και από τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ο τραυματισμός του εργαζόμενου - ενάγοντος οφείλεται στην πλημμελή τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία του εργατοτεχνικού προσωπικού, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο ενάγων, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των αφορωσών στο έργο εργασιών και δη, στην αμέλεια των εναγόμενων, μεταξύ των οποίων η πρώτη εναγόμενη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα, ως προς τη λήψη των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρων ασφαλείας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η έλλειψη συντονισμού των εργασιών, σύμφωνα με τα προπεριγραφόμενα, κατά την εκτέλεση εργασιών για το προαναφερθέν έργο. Επιπλέον, τον ως άνω απαλλακτικό όρο, ο οποίος συμφωνήθηκε έγκυρα, αφού πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου, γνώριζε η ασφαλιζόμενη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα εταιρεία και αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Κατά συνέπεια, δεν καλύπτεται από την προαναφερόμενη ασφαλιστική σύμβαση η αστική ευθύνη της παρεμπιπτόντως ενάγουσας για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, δεκτής γενομένης ως ουσία βάσιμης της ένστασης της παρεμπιπτόντως εναγόμενης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος. Επικαλούμενη, δε, τον όρο αυτό, η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι απαλλάσσεται από οποιαδήποτε ευθύνη, εάν η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τους νόμους προς αποτροπή του ατυχήματος, προϋπόθεση που συνέτρεχε, κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, με αποτέλεσμα το επίδικο εργατικό ατύχημα να εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης. Ο παραπάνω όρος, κατά την ερμηνεία του οποίου από το Δικαστήριο τούτο αναζητείται η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ο οποίος ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, εφόσον ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, αποτελεί περίπτωση συμβατικής απαλλαγής της παρεμπιπτόντως εναγόμενης από την υποχρέωσή της να εκπληρώσει την παροχή, ήτοι να καταβάλει το ασφάλισμα μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, παρά το γεγονός ότι ο όρος αυτός χαρακτηρίζεται στη σύμβαση ασφάλισης ως προϋπόθεση, υπό την οποία ισχύει η ασφάλιση αυτή. Συναφώς, ο όρος αυτός συνιστά λόγο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, που κρίνεται συμβατός με τον νόμο, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ενεργούσε στο πλαίσιο της σύμβασης για την ασφαλιστική κάλυψη έναντι επαγγελματικών κινδύνων. Ωστόσο, ο προαναφερόμενος όρος δεν τυγχάνει άκυρος, ως αντιτιθέμενος στις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν.2496/1997, με τις οποίες ορίζεται ότι δεν παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη, εάν οι πράξεις ή παραλείψεις για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος και αυτές του άρθρου 33 παρ.1 του ίδιου νόμου, κατά τις οποίες, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός εάν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή εάν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών, διότι, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ.6 του Ν.2496/1997, μπορεί με την ασφαλιστική σύμβαση να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, εάν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν ελλείπει η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, σύμφωνα με όσα παρατίθενται στη νομική σκέψη. Ωσαύτως, ο παραπάνω όρος δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ' εαυτού στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ.8 του ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ.3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, διότι και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ.6 του παραπάνω νόμου. Άλλωστε, ο παραπάνω όρος έγινε αποδεκτός από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα, η οποία δεν εναντιώθηκε γραπτώς ως προς αυτόν μέσα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 του N. 2496/1997 προθεσμία από την καταβολή του πρώτου ασφαλίστρου. Επομένως, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, η κρινόμενη περίπτωση εξαιρείται από την ασφάλιση και η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία δεν υποχρεούται στην καταβολή του αιτηθέντος ποσού. Βάσει τούτων η σχετική προβαλλόμενη ένσταση απαλλαγής από το ασφάλισμα, που πρότεινε η παρεμπιπτόντως εναγόμενη με τις έγγραφες προτάσεις της, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 7 παρ. στ Ν.2496/1997, κρίνεται δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, με αποτέλεσμα, μετά την παραδοχή αυτής, η παρεμπίπτουσα αγωγή να κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ωσαύτως, και ο τέταρτος λόγος της ανωτέρω δεύτερης χρονολογικώς εφέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η εκκαλούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, με την αιτίαση ότι εσφαλμένος η εκκαλουμένη απέρριψε την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή της ανωτέρω εκκαλούσας στην άνω δεύτερη χρονολογικώς έφεση και τους συναφείς ισχυρισμούς τους για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας και ελλείψεως υπαιτιότητας της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, γιατί αποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο ατύχημα οφείλεται σε μη τήρηση των όρων ασφαλείας της εργασίας κατά τη γενόμενη εργασία και θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν είχαν εξασφαλιστεί ασφαλείς συνθήκες ώστε οι εκτελούμενες εργασίες να είχαν ολοκληρωθεί με ασφάλεια, ενώ παράλληλα ο ειδικότερος προαναφερόμενος όρος στο παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ρητώς καθόριζε ότι η ασφαλιστική κάλυψη ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών θα τηρούνται ανελλιπώς όλα τα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονται από το νόμο και συνηθίζονται σε αυτού του είδους τις εργασίες, σύμφωνα με όσα προαναλύονται. Επιπροσθέτως, επιση μαίνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 250 ΚΠολΔ, μολονότι η τρίτη και ο τέταρτος των ως άνω εναγόμενων - εκκαλούντων στην ως άνω πρώτη και τρίτη χρονολογικώς έφεση αντίστοιχα, καθώς και ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης - εκκαλούσας στην ανωτέρω δεύτερη χρονολογικώς έφεση, κηρύχθηκαν αθώοι για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους εις βάρος του νυν ενάγοντος, διότι, αν και κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ, αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, εν τούτοις εν προκειμένω το αίτημα αυτό, η αποδοχή ή μη του οποίου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, διότι η παρούσα υπόθεση υπάγεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η ταχεία εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων (βλ. Μακρίδου στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, 2000, άρθρο 250, αριθ. 4, σελ. 526), αλλά και διότι η κρίση του ποινικού δικαστηρίου περί της ενοχής ή μη των προαναφερομένων προσώπων, υπό την αντίστοιχη ιδιότητά τους, δεν δεσμεύει την κρίση του παρόντος πολιτικού Δικαστηρίου όσον αφορά στο ίδιο βιοτικό συμβάν και την αστική ευθύνη των εναγόμενων αυτής, με τις ειδικότερες προϋποθέσεις και εφαρμοστέες νομικές διατάξεις, όπως διαλαμβάνονται στην μείζονα σκέψη (βλ. και ΑΠ 1236/1998 Δ. 1999.351, ΕφΘεσσαλ 2422/2001 Αρμ 2002.73). Κατόπιν των προπαρατεθέντων, η εκκαλουμένη που δέχτηκε τα ίδια και δη απέρριψε την ως άνω ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη, υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το ποσό 22.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και καταδίκασε τους εναγόμενους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, δεν έσφαλε αλλά ορθώς εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, με πλήρη αιτιολογία, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι των ανωτέρω κρινόμενων εφέσεων και των ανωτέρω πρόσθετων λόγων της ως άνω τρίτης χρονολογικώς έφεσης, κατά τις επί μέρους διακρίσεις τους, με τους οποίους προσβάλλονται οι διατάξεις της εκκαλούμενης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση αποδείξεων με ελλιπή αιτιολογία, όπως εκτιμώνται προσηκόντως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν, οι κρινόμενες εφέσεις και οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι της ως άνω τρίτης χρονολογικώς έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι, ενώ πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 183, 179, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την πρώτη χρονολογικώς κατατεθείσα από 21-1-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../ΕΑΚ …./22-1-2025 έφεση, την δεύτερη χρονολογικώς κατατεθείσα από 4-2-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../6-2-2025 έφεση, την τρίτη χρονολογικώς κατατεθείσα από 14-2-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../14- 2-2025 έφεση και τους από 6-3-2025 και με αριθ. έκθ. κατ. ΓΑΚ .../ΕΑΚ …/6-3- 2025 πρόσθετους λόγους της τρίτης ως άνω έφεσης, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.
Απορρίπτει τις ανωτέρω εφέσεις κατ’ ουσίαν.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις …2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ