ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3007/2025

 

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Παναγιώτη Λεβενιώτη, Εφέτη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο Εφετών, και από τη Γραμματέα Θεώνη Αναγνωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 13η Μαΐου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Α.

Του εκκαλούντος : του...... του... , κατοίκου Αθηνών, οδός... 16, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλικής Μάγγα.

Της εφεσίβλητης: Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία: «...Α.Ε.» που εδρεύει στα … Αττικής, οδός …, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αναστάσιου Πασσά με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ.

Β.

Της εκκαλούσης: Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία: «...Α.Ε.» που εδρεύει

στα … Αττικής, οδός …, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε διά του

πληρεξουσίου δικηγόρου της Αναστάσιου Πασσά με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ

Του εφεσίβλητου : του...... του... , κατοίκου Αθηνών, οδός... 16, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλικής Μάγγα.

Γ.

Της ασκούσας προσθέτους λόγους έφεσης: Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία: «...Α.Ε.» που εδρεύει στα... Αττικής, οδός …, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αναστάσιου Πασσά με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ

Του καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης: του...... του... , κατοίκου Αθηνών, οδός... ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλικής Μάγγα.

Στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε η από 28 - 7 - 2023 με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης.../2022 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης.../2023 αγωγή του ήδη εκκαλούντος της υπό στ. A έφεσης και εφεσίβλητου της υπό στ.Β έφεσης και καθ'ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά της ήδη εφεσίβλητης της υπό στ. A έφεσης και εκκαλούντων της υπό στ.Β έφεσης και ασκούντων τους πρόσθετους λόγους έφεσης. Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 729/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών - Περιουσιακών Διαφορών), η οποία έκανε την αγωγή εν μέρει δεκτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τόσο ο ενάγων και ήδη εκκαλών της πρώτης έφεσης με την από 11-4-2025 έφεσή του , η οποία στο Πρωτοδικείο Αθηνών πήρε Γενικό Αριθμό Κατάθεσης.../2025 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης.../2024 και στο Εφετείο Αθηνών πήρε Γενικό Αριθμό Κατάθεσης.../2025 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης.../2025, όσο και οι εναγόμενοι και εκκαλούντες της δεύτερης έφεσης με την από 15 - 11 - 2024 έφεσή τους , η οποία στο Πρωτοδικείο Αθηνών πήρε Γενικό Αριθμό Κατάθεσης.../2024 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης.../2024 και στο Εφετείο Αθηνών πήρε Γενικό Αριθμό Κατάθεσης.../2025 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης.../2025 και με τους από 29-4-2025 υπ' αριθ..../2025 πρόσθετους λόγους έφεσης. Για τις εφέσεις αυτές και για τους πρόσθετους λόγους ορίσθηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε, αφού παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως παραπάνω αναφέρεται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κριση ανωτέρω εφέσεις και πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 729/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών - περιουσιακών διαφορών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της ανωτέρω εκκαλουμένης αποφάσεως από κάποιον από τους διαδίκους οπότε η άσκηση αμφοτέρων των εφέσεων έγινε εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία έλαβε χώρα στις 2-9-2024. Περαιτέρω, οι υπό κρίση εφέσεις φέρονται αρμοδίως προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ για την άσκησή τους οι εκκαλούντες δεν υποχρεούνται να καταθέσουν το παράβολο που προβλέπει η διάταξη του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρ. 1 N 4335/2015. Αυτό επειδή η επίδικη διαφορά περιλαμβάνεται στις εργατικές διαφορές της διάταξης του άρθρ. 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, για τις οποίες το εδ. στ του άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζει ρητώς ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση καταθέσεως παράβολου σε περίπτωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως. Πρέπει, επομένως, οι υπό κρίση εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά τους κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία, στην οποία υπάγονται ,ενώ λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ.

Α. Με το άρθρο 16 παρ. 1 του N. 435/1976 κυρώθηκε από τότε που τέθηκε σε ισχύ, την 13-2-1976, η παρ. 2 της 10/1976 ΔΑ, σύμφωνα με την οποία: α) Στους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου ποσοστού 5% με την προϋπόθεση ότι ο έτερος των συζύγων δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται, β) το επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων, πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται όμως σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου, γ)..., δ) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας ή άλλες διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιδόματος γάμου σε ποσοστό ή πάγιο ποσό δεν θίγονται με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπουν τα σχετικά με την παροχή του επιδόματος αυτού, εφόσον: αα) προβλέπουν την παροχή του στους μισθωτούς και των δύο φύλων και ββ) το, με βάση αυτές, οφειλόμενο ποσό επιδόματος γάμου είναι υπέρτερο του, με βάση την παρούσα, διαμορφουμένου. Με την παρ. 2 του άρθρου 16 του ίδιου νόμου ορίσθηκε, ότι η ως άνω κυρουμένη διάταξη μπορεί να τροποποιείται και να συμπληρώνεται ή να καταργείται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας και υπουργικές αποφάσεις κατά τη διαδικασία του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955. Στη συνέχεια, με το άρθρο 2 του N. 1766/1988 κυρώθηκε η, από 26-1- 1988, Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής: "1. Κυρώνονται και έχουν ισχύ νόμου από τότε που ίσχυσαν οι διατάξεις των άρθρων 4 και 6 της από 26-1-1988, Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "καθορισμός συνολικών γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων των μισθωτών όλης της χώρας και ρύθμιση άλλων θεμάτων", που δημοσιεύθηκε με την αρίθ. 10855/88 απόφαση του Υπουργού Εργασίας στο ΦΕΚ 40 τεύχος B' της 1-2- 88". Το άρθρο 4 της εν λόγω ΕΓΣΣΕ αναφέρει τα εξής: "1. Χορηγείται επίδομα γάμου με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις 10/1976, 9/1978, 100/1979 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και το άρθρο 5 της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της 14-2-1984, όπως έχει τούτο ρυθμιστεί με τις διατάξεις του N. 1414/1984. 2. Σε όσες έγγαμες εργαζόμενες γυναίκες δεν καταβάλλεται επίδομα γάμου με βάση τις παραπάνω διατάξεις, χορηγείται επίδομα γάμου επί του βασικού μισθού ή επί του βασικού ημερομισθίου τους από 1η Ιανουάριου 1988 σε ποσοστό 5% και από 1η Ιανουάριου 1989 σε ποσοστό 10% συνολικά". Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε με την YÄ 12756/1989 (ΦΕΚ B' 213/1989) και καταλαμβάνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τόσο στον ιδιωτικό τομέα, όσο και στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους OTA (άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' N. 1876/1990) "το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%, ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 2 της 10/1976 Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών". Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 2 του N. 1849/1989 ορίσθηκε, ότι "το προβλεπόμενο από την ως άνω, από 10-3-1989, ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι". Από τις διατάξεις αυτές της ΔΑ 10/1976, της από 26-1-1988 ΕΓΣΣΕ, της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ και του Ν. 1849/1989 προκύπτει ότι όλοι οι έγγαμοι μισθωτοί, οι διαζευγμένοι, οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας, καθώς και οι άγαμοι γονείς δικαιούνται "επιδόματος γάμου" εκ ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού ή ημερομισθίου τους που καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλες διατάξεις (ΟλΑΠ 8/2015). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 6 του N. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" ορίσθηκε ότι οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο E' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παρ. 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, καθώς και ότι με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων. Σύμφωνα δε με την παρ. 29 του κεφαλαίου E' του ως άνω νόμου, τα διαρθρωτικά μέτρα για το επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων περιλαμβάνουν: "Διάρκεια των συλλογικών συμβάσεων και αναθεώρηση της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων. Οι αλλαγές θα ορίζουν ότι: (і) όλες οι συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να έχουν μια μέγιστη διάρκεια 3 ετών, (ii) οι συλλογικές συμβάσεις που υπάρχουν ήδη για 24 μήνες ή περισσότερο θα λήξουν όχι αργότερα από 1 έτος από την ψήφιση του νόμου, (iii) η περίοδος χάριτος μετά τη λήξη της σύμβασης μειώνεται από τους 6 στους 3 μήνες και (iv) σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η επίτευξη μιας νέας συλλογικής σύμβασης μετά από προσπάθειες τριών μηνών, η αμοιβή θα επανέλθει στον βασικό μισθό συν τα παρακάτω γενικά επιδόματα (αρχαιότητας σε υπηρεσία, τέκνου, εκπαίδευσης και επικινδυνότητας). Αυτό θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι να αντικατασταθεί από όρους που καθορίζονται σε μια νέα συλλογική συμφωνία ή σε νέα ή ατομική σύμβαση. Ακολούθως, με το άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος άρθρου 1 παρ. 6 του N. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του N. 1876/1990 παύουν να ισχύουν". Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-2-2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ. 2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14-2-2013". Στην παρ. 3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του N. 1876/1990". Και στην παρ. 4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του N. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν: α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-2-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του N. 1876/1990), η λεγάμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχοντας περιορίστηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο. Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) N. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας". Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους. Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες τις ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του Ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων ol κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ. 5 του άρθρου 9 του N. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας". Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 904/2020, ΑΠ 174/2019, ΑΠ 876/2018). Εξάλλου, με την, από 15-7-2010, ΕΓΣΣΕ, το άρθρο 10 της οποίας ορίζει ότι η ισχύς της αρχίζει την 1-1- 2010 και λήγει την 31-12-2012, ειδικότερα δε, με το άρθρο 3 αυτής αναπροσαρμόστηκαν τα κατώτατα όρια αποδοχών, ενώ με το άρθρο 4 ορίστηκε ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από ΕΓΣΣΕ ή όμοιας έκτασης διαιτητικές αποφάσεις υπολογίζονται επί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων, που διαμορφώθηκαν μετά την αύξηση του προηγούμενου άρθρου. Βάσει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 2 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, η εν λόγω ΕΓΣΣΕ, η οποία στις 14-2-2012 βρισκόταν σε ισχύ περισσότερο από 24 μήνες, έληξε στις 14-2-2013, η δε μετενέργεια αυτής εκτεινόταν έως 14- 5-2013, ήτοι επί ένα τρίμηνο από τη λήξη της, μετά την πάροδο του οποίου εξακολούθησαν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους αυτής αποκλειστικώς και μόνον εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, ενώ έπαυσε αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σ' αυτήν επίδομα, μεταξύ των οποίων και το επίδομα γάμου. Ακολούθως, με την υπό στοιχ. 2.α διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ.11 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του N. 4093/2012 'Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990 ως εξής: "Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου." Επακολούθησε η από 14-5- 2013 ΕΓΣΣΕ, με συμβαλλόμενα μέρη από πλευράς εργοδοτών α) τη Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., β) την Ε.Σ.Ε.Ε. και γ) τον Σ.Ε.Τ.Ε. και από πλευράς εργαζομένων τη Γ.Σ.Ε.Ε., με έναρξη ισχύος 1-1-2013 και λήξη 31-12-2013 (άρθρο 3), με το άρθρο 1 της οποίας ορίστηκε ότι "1. Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι το επίδομα γάμου έχει θεσμικό και καθολικό χαρακτήρα για τους εργαζόμενους όλης της χώρας, εναρμονίζοντας τις ισχύουσες στη χώρα μας διατάξεις δικαίου με τις διεθνώς εφαρμοστέες αρχές της προστασίας της οικογένειας, της διευκόλυνσης συμμετοχής στην αγορά εργασίας, της ισότητας των φύλων, της συμφιλίωσης εργασιακής και επαγγελματικής ζωής, της αξιοπρεπούς εργασίας. 2. Επαναλαμβάνεται και διατηρείται σε ισχύ κωδικοποιημένη η διάταξη σειράς προηγούμενων Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., Διαιτητικών Αποφάσεων και κυρωτικών τους νόμων, ότι το επίδομα γάμου χορηγείται σε όλους τους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του ν. 1766/1988, με το οποίο κυρώθηκε το άρθρο 4 της από 26-1-1988 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.". Με την ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 της, από 14-5-2013, ΕΓΣΣΕ ορίστηκε ότι το επίδομα γάμου έχει θεσμικό (μη μισθολογικό) και καθολικό χαρακτήρα, προκειμένου τούτο να μην εμπίπτει στις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του N. 1876/1990, που ορίζουν αφενός ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας και αφετέρου ότι βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, που καθορίζονται από ΕΓΣΣΕ, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων. Δεδομένου, όμως, ότι το επίδομα γάμου περιλαμβάνεται αναμφιβόλως στους μισθολογικούς όρους εργασίας, καθόσον προσδιορίζεται σε ποσοστό επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη, όπως προελέχθη, και ειδικότερα αποτελεί "μισθό" κατά την έννοια του άρθρου 648 του ΑΚ, επιπλέον δε, είχε ήδη καταργηθεί από 14-5-2013 με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, η επαναφορά του με την ως άνω από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ, και μάλιστα υπό τη μορφή θεσμικού όρου, ισχύει μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν καταλαμβάνει τους λοιπούς εργαζόμενους. Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι από 14-5-2013 και εφεξής το επίδομα γάμου δικαιούνται μόνον οι εργαζόμενοι που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων στην, από 14-5-2013, ΕΓΣΣΕ εργοδοτικών οργανώσεων. Οι σχετικές ρυθμίσεις αφενός του άρθρου 2 της 6/28-2- 2012 ΠΥΣ, που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του N. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης, και αφετέρου του άρθρου 8 παρ. 1 του N. 1876/1990, όπως αντικαταστάθηκε με την υπό στοιχ. 2.α διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ.11 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του N. 4093/2012, δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους", ούτε του άρθρου 16 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, αρχικού και αναθεωρημένου, που κυρώθηκαν με τους νόμους 1426/1984 και 4359/2016 αντιστοίχως και έχουν αυξημένη/τυπική ισχύ κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζουν δε, ότι "Για πραγματοποίηση των απαραίτητων συνθηκών διαβίωσης που απαιτούνται για την πλήρη ανάπτυξη της οικογένειας που είναι βασικό κύτταρο της κοινωνίας, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προωθούν την οικονομική, νομική και κοινωνική προστασία της οικογενειακής ζωής, ιδίως με κοινωνικές και οικογενειακές παροχές, με φορολογικές διατάξεις, με ενθάρρυνση για την κατασκευή κατοικιών που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οικογένειας, με την ενίσχυση των νέων εστιών ή με κάθε άλλο κατάλληλο μέτρο" (αρχικός Χάρτης) και "Με σκοπό τη διασφάλιση των συνθηκών που απαιτούνται για την πλήρη ανάπτυξη της οικογένειας, η οποία αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνίας, τα Μέρη αναλαμβάνουν να προάγουν την οικονομική, νομική και κοινωνική προστασία της οικογενειακής ζωής με μέσα, όπως κοινωνικές και οικογενειακές παροχές, φορολογικές ρυθμίσεις, παροχή οικογενειακής στέγης, παροχές για τους νεόνυμφους, καθώς και άλλα κατάλληλα μέσα" (αναθεωρημένος Χάρτης). Και τούτο, διότι οι εν λόγω ρυθμίσεις θεσπίστηκαν στο πλαίσιο των απαιτούμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικών μέτρων προς αντιμετώπιση των εξαιρετικά δυσμενών οικονομικών συνθηκών που αντιμετώπιζε η Χώρα από τις αρχές του έτους 2010 και οι οποίες είχαν ως συνέπεια την προσφυγή αυτής στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΑΠ 812/2023, ΝΟΜΟΣ).

Β. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3385/2005, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010, ορίζονται τα εξής: Ι.Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα).». Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ ol ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. «3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%).»

4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία.

«5. Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%).»

Οι ως άνω προσαυξήσεις μπορούν να συμφωνηθούν σε υψηλότερο ποσοστό είτε με ατομικές συμβάσεις εργασίας (σπάνια) είτε, συνηθέστερα, με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή κανονισμούς εργασίας συγκεκριμένης επιχείρησης. Επίσης, μπορεί με νομοθετική ρύθμιση για ορισμένους κλάδους εργαζομένων να προβλέπονται υψηλότερα ποσοστά προσαυξήσεων, εφόσον βέβαια δεν παραβιάζονται οι γενικές συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία. Αντίθετα, δεν μπορεί να συμφωνηθεί μικρότερο ποσοστό προσαύξησης, γιατί αυτό συνιστά παραίτηση μερική παραίτηση του μισθωτού από τις νόμιμες αξιώσεις του, που είναι γενικά απαγορευμένη.

Εξάλλου, στο άρθρο 42 N. 3986/2011, ФЕК A 152/1.7.2011, με την παρ. 5 ορίζεται ότι: «5.α. Κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης των παραγράφων 1 και 2, η ημερήσια απασχόληση του εργαζομένου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις δέκα (10) ώρες. Στις υπερβάσεις του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου μέχρι το ανώτατο όριο των δέκα (10) ωρών, καθώς και στις. υπερβάσεις των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3385/2005 (Α' 210), όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ισχύει με την παρ. 10 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α' 115).

β. Κατά την περίοδο της μειωμένης απασχόλησης των παραγράφων 1 και 2, η υπέρβαση του συμφωνηθέντος μειωμένου εβδομαδιαίου ωραρίου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, αμείβεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3385/2005 (Α' 210), όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με την παρ. 10 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010.

Γ. Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 18.310/1946 Υ.Α. που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 28/1945, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε από την υπ' αριθ. 25825/1951 Υ.Α των υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, για την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος από την 10η νυκτερινή ώρα μέχρι την 6η πρωινή της επομένης ημέρας, δικαιούται προσαύξηση των αντιστοίχων αποδοχών κατά 25%, ενώ εάν η εργασία συμπίπτει σε τμήμα της νύκτας (10 μμ.-6 π.μ.) οφείλεται ανάλογη προσαύξηση, που αντιστοιχεί στο χρονικό αυτό διάστημα. Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται στους εργαζόμενους κατά το ως άνω χρονικό διάστημα της νύκτας, για όσες ώρες εντός αυτού απασχολούνται με ανάλογο υπολογισμό του ωρομισθίου τους. Καταβάλλεται κατ' αρχήν σε όλους τους εργαζόμενους, πλην κάποιων ρητά προβλεπόμενων από το νόμο εξαιρέσεων, που από τη φύση της εργασίας τους αυτή παρέχεται κατά το κύριο μέρος ή και κατά το σύνολό της κατά τις νυκτερινές ώρες, όπως στους σερβιτόρους που αμείβονται με αμοιβή στα εστιατόρια, ζυθεστιατόρια, αναψυκτήρια, κέντρα διασκεδάσεων και κοσμικές ταβέρνες, ενώ για τους λοιπούς εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών η ως άνω ΥΑ έχει πλήρη εφαρμογή. Την προσαύξηση δικαιούνται να λάβουν και οι/απασχολούμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις νυκτερινές ώρες, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού(ΑΠ 1046/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Η προσαύξηση 25% καταβάλλεται στους εργαζόμενους επί του νομίμου ημερομισθίου τους (βάσει του οποίου βέβαια υπολογίζεται και το ωρομίσθιο), στο οποίο συνυπολογίζονται και τα πάσης φύσης επιδόματα (οικογενειακό, πολυετίας, ειδικών συνθηκών παροχής εργασίας κ.λπ.), εφόσον τόσο ο βασικός μισθός, όσο και τα συγκεκριμένα επιδόματα προβλέπονται ρητά από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ) ή Διαιτητική Απόφαση (ΔΑ). Τα επιδόματα αυτά θεωρούνται δηλαδή τμήμα των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου, εκτός εάν υπάρχει ειδική διάταξη νόμου που αποκλείει τον υπολογισμό αυτό (ΑΠ 1384/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Όταν η παροχή της νυκτερινής εργασίας συμπίπτει με ημέρα Κυριακής ή αργίας, καταβάλλεται πέραν της προσαύξησης 25% και η προβλεπόμενη για την εργασία της Κυριακής και της αργίας προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου. Αυτό σημαίνει ότι για τις ώρες που εργάστηκε ο μισθωτός κατά τις νυκτερινές ώρες της Κυριακής ή της αργίας δικαιούται να λάβει και τις δύο αυτές προσαυξήσεις αθροιστικά, πλην όμως ο υπολογισμός καθεμίας από αυτές γίνεται αυτοτελώς, και επομένως και οι δύο προσαυξήσεις υπολογίζονται χωριστά επί του νομίμου ημερομισθίου και στη συνέχεια προστίθενται στο καταβαλλόμενο ημερομίσθιο του μισθωτού (Λαναράς, Εργατική και Ασφαλιστική Νομοθεσία, 2014, σελ. 601.).

Δεν είναι άκυρη η συμφωνία για συμψηφισμό στον υπέρτερο του νόμιμου μισθού των οφειλόμενων προσαυξήσεων και αποζημιώσεων που δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω παροχής εργασίας κατά τη διάρκεια της νύκτας (ΑΠ 1254/2013, ΝΟΜΟΣ, 429/2010, 1321/2006). Επισημαίνεται ότι, όπως και στην περίπτωση της αμοιβής για την εργασία κατά τις ημέρες Κυριακών και αργιών, επιτρέπεται ο συμψηφισμός της αμοιβής για την παροχή εργασίας κατά τις νυκτερινές ώρες με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές μόνο με ρητή συμφωνία που μπορεί να αποδεικνύεται είτε εγγράφως είτε με κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο και απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση ο μονομερής συμψηφισμός από τον εργοδότη. Συνακόλουθα, είναι άκυρη και κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τις αξιώσεις του για παροχή νυκτερινής εργασίας(ΜΠΡΞάνθης 13/2008, ΝΟΜΟΣ), διότι και αν ακόμη σε όρους που περιλαμβάνονται σε Κανονισμό Εργασίας και τους οποίους ο μισθωτός αποδέχεται με την υπογραφή της σύναψης της σύμβασής του δεν προβλέπεται απλώς η εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν τη νυκτερινή εργασία, αλλά απαγορεύεται η χορήγηση στο προσωπικό του εργοδότη προσαυξήσεως για νυκτερινή εργασία, οι όροι αυτοί θα είναι ανεφάρμοστοι, αφού δεν είναι δυνατό με κανονισμό συμβατικής ισχύος να αποκλεισθεί η εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι αυτές της Υ.Α. 18310/1946. Δ. Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 όμοια απόφαση (ΕΕΔ 1953, σελ. 388) του άρθρου 2 ΝΔ 3755/1957 και ΒΔ/τος 748/1966, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του N. 435/1976, προβλέπεται ότι στο προσωπικό γενικά όλων των εργασιών και επιχειρήσεων της Χώρας, το οποίο λόγω της φύσεως της εργασίας που απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις καθιερωμένες από το νόμο σαν εξαιρέσιμες εορτές (δηλαδή τις από το άρθρο 2 παρ. 2 του ΝΔ 3755/1957 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 147/1973, καθοριζόμενες και δη 25 Μαρτίου, Δευτέρα του Πάσχα, 1η Μαΐου, 15 Αυγούστου, 28η Οκτωβρίου και 25 Δεκεμβρίου) καταβάλλεται για τις ημέρες αυτές το κανονισμένο εκάστοτε ημερομίσθιό τους αυξημένο κατά 75%, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση. Η προσαύξηση από 75%, που είναι ανεξάρτητη από κάθε άλλη αμοιβή που καταβάλλεται στο μισθωτό (για νυχτερινή εργασία, υπερεργασία) υπολογίζεται επί του νομίμου ημερομισθίου ή νομίμου μηνιαίου μισθού (ανάλογα με το τρόπο πληρωμής που προβλέπεται γι' αυτούς) και όχι βάσει των καταβαλλόμενων αποδοχών, εφόσον ο μισθωτός εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου (οκτώ ωρών στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης) μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα (ΑΠ 809/2010 ΝοΒ 2010, 2023, ΑΠ 1221/2005 ΔΕΕ 2006 522 ΑΠ 1600/2006 ΕλΔνη 48, σελ. 807 ΕΔ 3125/2007 ΔΕΕ 2008 622). Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή γίνεται με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, δηλαδή των Κυριακών και εξαιρέσιμων εορτών (ΑΠ 1600/2006 ό.π.). Αλλά ως νόμιμος μισθός ή ημερομίσθιο, κατά τα ανωτέρω, είναι το βασικό ποσό με τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που τυχόν προβλέπονται, όπως είναι τα επιδόματα πολυετίας, οικογενειακό, ανθυγιεινής εργασίας, διορθωτικό ποσό κ.λπ. ( ΑΠ 2107/1983 ΔΕΝ 40, 1127, ΕφΠειρ 53/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 8141/1991 ΕλΔνη 34, 148, ΕΑ 563/1988 ΕλΔνη 30 σελ. 621). Η αποζημίωση δε, για εργασία κατά τις ως άνω ημέρες, δεν εξαρτάται από την χορήγηση άλλης ημέρας ανάπαυσης(ΑΠ 762/1987 ΕΕΔ 47, 362, ΕφΠατρ 1071/1997 ΔΕΕ 1998 346, ΔΕΝ 1988 832, ΕΕργΔ 1998, 613 ) και όταν τυχόν συμπέσει απασχόληση Κυριακής ή εξαιρέσιμης εορτής ή εξαιρέσιμης εορτής και με νυχτερινές ώρες, η πρόσθετη αμοιβή από όλες τις αιτίες αυτές οφείλεται σωρευτικώς και ο υπολογισμός ενεργείται χωριστά επί του νόμιμου μισθού ή ημερομισθίου (Κων. Λαναρά, Νομ. Εργ. και Ασφ., σελ. 397 και 366 ΕΑ 12380/1990 ΕλΔνη 34, 148 ). Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερόμενου Β.Διατάγματος 748/1966, που κωδικοποίησε και συμπλήρωσε τις διατάξεις σχετικά με την εβδομαδιαία και Κυριακή ανάπαυση των μισθωτών( ΕΕΔ 1966 σελ. 1160) όσοι από τους μισθωτούς απασχολούνται πάνω από πέντε ώρες την Κυριακή, δικαιούνται να λάβουν αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση (ρεπό) διάρκειας 24 ωρών, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που αρχίζει από την Κυριακή κατά την οποία απασχολήθηκαν ( ΑΠ 891/1981 ΔΕΝ 1982, 1013). Εάν όμως ο μισθωτός εργαστεί σε αναπληρωματική της Κυριακής ημέρα αναπαύσεως δικαιούται αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) δηλαδή (δικαιούται) ν' αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή τέτοιας εργασίας. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σ' άλλον εργαζόμενο κατά την παραπάνω ημέρα (Κυριακή) και υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτή απασχοληθέντα χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις (επιδόματα οικογενειακά, πολυετίες) αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης (ΑΠ 32/2013 ΔΕΝ 2013/69, σελ. 801, ΕφΠειρ 484/2015, ΑΠ 313/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι εργαζόμενοι που απασχολήθηκαν πέραν των 5 ωρών την Κυριακή και αμείβονται με μηνιαίο μισθό, εφόσον τους παρασχεθεί την επόμενη εβδομάδα άλλη ημέρα αναπληρωματικής ανάπαυσης δικαιούνται να λάβουν την προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μισθού τους, ενώ αν δεν τους παρασχεθεί η επιπλέον ημέρα ανάπαυσης δικαιούνται το 1/25 του μισθού τους μαζί με την προσαύξηση 75%.

Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο μισθωτός απασχολήθηκε κατά την ημέρα Κυριακής παρά την εκπεφρασμένη αντίρρησή του προς τούτο, στερούμενος την υποχρεωτική από το νόμο εβδομαδιαία ανάπαυσή του, υπό τη απειλή του εργοδότη για απόλυσή του ή για εργασιακή του υποβάθμιση, δικαιούται να λάβει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΕφΑθ 4968/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ε. Περαιτέρω, η εργασία δε του μισθωτού κατά την Κυριακή ως έβδομη ημέρα της εξαήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεώς του ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία στο σύνολό της, αλλά μόνον κατά το μέρος της που υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχολήσεώς δηλαδή τις οκτώ ή εννέα ώρες αντίστοιχα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 του ν.435/1976 και 6 της από 14-2- 1984 ΕΓΣΣΕ, για την εργασία των υπαγόμενων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά την έκτη (6) ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή (κατά κανόνα) το Σάββατο, και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του Ν.Δ. 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ (8) ώρες, οφείλεται ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ. ΑΚ), ενόψει του ότι η εργασία αυτή είναι παράνομη, ως παρασχεθείσα σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, το ποσό το οποίο ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν Θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως, αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης, χωρίς να δικαιούται ο εργαζόμενος και οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση (βλ. ΑΠ 175/2013 ΔΕΕ 2013.832, ΑΠ 191/2011, ΑΠ 1413/2009, ΑΠ 1519/2008, ΑΠ 2161/2007 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 2125/2007 ΔΕΝ 2008.182, ΑΠ 2018/2007 ΕΕργΔ 2008.1191, ΕφΑθ 3879/2012 ΤΝΠ Νόμος). Βέβαια, πρόσφατα, με τη διάταξη του άρθρου 8 N. 3846/2010, ορίσθηκε ότι η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%, πλην όμως από τη ρύθμιση της διάταξης αυτής εξαιρούνται οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις. Για να είναι ορισμένη και επιδεκτική εκτιμήσεως η αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που αφορά την καταβολή αποδοχών για την παρασχεθείσα εργασία του μισθωτού κατά τις ημέρες Κυριακών και αργιών πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν το ύψος του μηνιαίου μισθού του, οι συνολικές ώρες της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, οι διαφορές αποδοχών, οι προσαυξήσεις της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, άλλως η αγωγή και, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, απορρίπτεται, από το τελευταίο, ως απαράδεκτη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως λόγω της αοριστίας της (ΑΠ 1611/2008, ΑΠ 187/2006, ΑΠ 1384/2015, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες και ο αριθμός των Κυριακών και αργιών, αλλά αρκεί ότι αναφέρεται ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος κατά το διάστημα τούτο σε ημέρες Κυριακών. Εξ άλλου στην αγωγή, για την εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, ζητείται χωριστή αποζημίωση τόσο για τις οκτώ (8) πρώτες ώρες απασχόλησης του ενάγοντος όσο και για τις υπόλοιπες, πέραν του οκταώρου, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού).

Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων ιστορούσε ότι η εναγόμενη διαχειρίζεται εστιατόρια παρασκευής γευμάτων και ότι προσλήφθηκε από αυτή στις 21.5.2014 με σύμβαση εξαρτημένης απασχόλησης αορίστου χρόνου, ως διανομέας (delivery) αρχικά στο υποκατάστημά της στη... και εν συνεχεία στην Αθήνα, επί της …. Ότι η εργασιακή τον σχέση με την εναγομένη διήρκεσε μέχρι τις 30.112022, όταν και παραιτήθηκε εξαιτίας της συστηματικής παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας εκ μέρους της. Ότι προσλήφθηκε με συμφωνημένο ημερομίσθιο ανερχόμενο αρχικά σε 26,18 €, το οποίο κατά τον χρόνο της παραίτησής του είχε ανέλθει σε 31,85 €, όπως περιγράφεται στην αγωγή. Ότι παρά τη συμφωνία του με την εναγομένη για απασχόληση 40 ωρών εβδομαδιαίως, εργαζόταν συνεχώς και αδιαλείπτως τρεις καθημερινές την εβδομάδα από τις 12:00 έως τις 23:00, τις λοιπές δύο καθημερινές την εβδομάδα από τις 13:00 έως τις 24:00 και τα Σάββατα και τις Κυριακές από τις 13:00 έως στις 24:00. Ότι η εναγομένη δεν του κατέβαλε τον συνολικό οφειλόμενο μηνιαίο μισθό του, ούτε το επίδομα γάμου που του όφειλε από την 5/.2019 και εντεύθεν, παρά το ότι την είχε ενημερώσει για την τέλεση του γάμου του και συνεπώς α) για διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2017 έως και τον Σεπτέμβριο τον 2022 του οφείλει το συνολικό ποσό των 11.886,53 € μικτά, όπως το ποσό αυτό αναλύεται επιμέρους στην αγωγή, έναντι του οποίου του κατέβαλε το ποσό των 518,35 €, επομένως του οφείλει το ποσό των 11.368,18 €. Ότι επιπλέον β] του οφείλεται η διαφορά των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας λόγω τον μη συνυπολογισμού τον επιδόματος γάμου για τα έτη 2019 - 2022, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.308,17 € μικτά, πλην όμως ο ενάγων για το κονδύλιο αυτό ζητεί 1.187,21 € μικτά. Ότι περαιτέρω, ιι) για παροχή υπερεργασίας 5 ώρες εβδομαδιαίως και αδιαλείπτως η εναγόμενη του οφείλει για το χρονικά διάστημα από 1.1.2017 έως 30.Σ1.2022 το συνολικό ποσό των 6.411,23 € μικτά, κατόπιν μερικής παραίτησής του, λόγω ληφθείσας άδειας που έγινε με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις, όπως το ανωτέρω ποσό αναλύεται ανά μήνα και έτος στην αγωγή. Ότι δ) για παροχή υπερωριακής απασχόλησης 10 ώρες κάθε εβδομάδα αδιαλείπτως, για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, κατόπιν όμοιας μερικής παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, τον οφείλεται το συνολικό ποσό των 20.003,10 € μικτά, όπως το ποσό αναλύεται ανά εβδομάδα και μήνα για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα στην αγωγή. Ότι εξάλλου ε) εργαζόταν επί 11 ώρες κάθε εβδομάδα μετά τις 22:00 και για την απασχόλησή του λόγω παροχής νυχτερινής εργασίας για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα του οφείλεται το συνολικό ποσό των 1.436,31 € μικτά, κατόπιν μερικής παραίτησης από το σχετικά κονδύλιο, λόγω ληφθείσας άδειας εκ μέρους του. Ότι στ) για την απασχόλησή του εντός δώρου τις Κυριακές τον χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο του 2017 έως και Ιούλιο 2022, κατόπιν σχετικής μερικής παραίτησής του για τον ίδιο ως άνω λόγο, του οφείλεται το συνολικό ποσό των 4.107,62 € μικτά και περαιτέρω ζ) για την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση τις Κυριακές του ίδιου χρονικού διαστήματος και κατόπιν όμοιας μερικής παραίτησης, αλλά και επιπλέον μερικής παραίτησης για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο τον 20222 του οφείλεται το συνολικό ποσό των 8.239,77 € μικτά. Ότι η) για την απασχόλησή του εντός δώρου την 6η ημέρα της εβδομάδας, εργαζόμενος υπό καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης, για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα και κατόπιν μερικής παραίτησής του για τις ημέρες που είχε λάβει άδεια, του οφείλεται το συνολικό ποσό των 11.789,20 € μικτά και θ). για την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση της 6η ημέρα της εβδομάδας, κατόπιν όμοιας μερικής παραίτησης, του οφείλεται το συνολικό ποσό των 8.263,35 € μικτά. Ήτοι ότι συνολικά του οφείλεται το ποσό των 72.805,97 € μικτά, όπως το κάθε επιμέρους υποσύνολο αναλύεται κατά μήνα και έτος στην αγωγή. Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 19.999,80 € μικτά και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 52.805,97 € σε αναλογία, όλα τα ποσά νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 729/2024 απόφαση έκρινε την αγωγή παραδεκτά ασκηθείσα, ορισμένη και νόμιμη , στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 655, 341ΑΚ, αρ. 1, 5, 7,134,135,136,142,143,167,180, 181,182,184,186,209 τον πδ 80/2022 (Κώδικας Ατομικού Εργατικού Δικαίου), αρ. 907, 908 παρ. Ιπερ. ε1 και176επ. ΚΠολΔ,, - επιδικάζοντας υπέρ του ενάγοντος το συνολικό ποσό των 14823ψ ευρώ και επιβάλλοντας σε βάρος της εναγομένης μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, ύψους 2.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με τις υπό κρίση εφέσεις τους τόσο η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης και ασκούσα τους πρόσθετους λόγους έφεσης, όσο και ο ενάγων και εκκαλών της πρώτης έφεσης, ζητώντας την εξαφάνισή της, προκειμένου ως προς την δεύτερη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή και ως προς την πρώτη έφεση να του επιδικασθεί το σύνολο του αιτηθέντος ποσού.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, τα στοιχεία της ένστασης εξόφλησης, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής, διότι, μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζόμενου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3,174, 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 N. 4020/1959). Σε αντίθετη περίπτωση, η ένσταση είναι αόριστη και δεν μπορεί να συμπληρωθεί δια των αποδείξεων. Επομένως, με βάση τα παραπάνω, για να είναι σαφής και ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζόμενου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (μισθοδοτικών καταστάσεων, αποδείξεων πληρωμής) περί του ότι πληρώθηκε ο μισθωτός όλες τις απαιτήσεις του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μία αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών (ΑΠ 1069/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 381/2014 ΧρΙΔ 2014,488, ΑΠ 1030/2011, Εφ.Αθ. 2037/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ137/2024, ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, η ένσταση εξοφλήσεως, άλλως παραίτησης, άλλως άφεσης χρέους, που στηρίζεται στο γεγονός ότι ο εργαζόμενος υπέγραψε ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς-απόδειξη καταβολής συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, το οποίο έλαβε προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των οφειλόμενων δεδουλευμένων, δώρων και επιδομάτων και δήλωσε ότι ουδεμία απαίτηση διατηρεί πλέον έναντι του εναγόμενου, εφόσον στο έγγραφο αυτό δεν αναφέρονται οι επιμέρους οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές και το ύψος αυτών, καθώς και τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά περίπτωση και για την κάθε αιτία κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 173/2018, ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη εταιρία προβάλλει την ένσταση μερικής εξόφλησης των κονδυλίων που αφορούν την αμοιβή της νυκτερινής εργασίας και την αμοιβή για την παροχή εργασίας κατά τις ημέρες Κυριακών και αργιών, χωρίς να αναφέρει αναλυτικά στις προτάσεις της τα καταβληθέντα για κάθε επιμέρους αιτία ποσά ,αλλά αναφέρει μόνο γενικά ότι ο ενάγων έχει εξοφληθεί για τα συγκεκριμένα αγωγικά κονδύλια, και κατά συνέπεια η ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη.

Περαιτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η αγωγή ως προς τα αιτήματα καταβολής των ποσών που αφορούσαν τη διαφορά μεταξύ των νομίμων αποδοχών , στις οποίες ο ενάγων συνυπολογίζει το επίδομα γάμου σε ποσοστό 10% και των συναφών με αυτά δώρων εορτών και επιδόματος αδείας με τα ποσά που πραγματικά έλαβε κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, γιατί αφενός μεν ο ενάγων συνομολογεί ότι έχει την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη και αμοιβόταν με ημερομίσθιο που κατά την πρόσληψή του ανερχόταν στο ποσό των 26,18 ευρώ και όχι με μηνιαίο μισθό , αφετέρου δε , σύμφωνα με την υπό στ.A μείζονα σκέψη , το επίδομα γάμου περιλαμβάνεται αναμφιβόλως στους μισθολογικούς όρους εργασίας, καθόσον προσδιορίζεται σε ποσοστό επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη, όπως προελέχθη, και ειδικότερα αποτελεί "μισθό" κατά την έννοια του άρθρου 648 του ΑΚ, επιπλέον δε, είχε ήδη καταργηθεί από 14-5-2013 με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, η επαναφορά του με την ως άνω από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ ισχύει μόνο για τους εργαζομένους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν καταλαμβάνει τους λοιπούς εργαζόμενους., και μάλιστα υπό τη μορφή θεσμικού όρου και ο ενάγων δεν αναφέρει, ούτε προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο ότι η εναγομένη εταιρία ανήκει σε συμβαλλομένη εργοδοτική οργάνωση.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ένας για κάθε διάδικη πλευρά) και περιέχονται στα πρακτικά της δίκης, από την υπ αριθ. ….2024 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα...... που ελήφθη με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης (αρ. 422 ΚΠολΔ, βλ. την από 18.1.2024 εξώδικη γνωστοποίηση κλήση με συνημμένη την υπ αριθ. ….2024 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή τον Πρωτοδικείου Αθηνών …), από την υπ΄ αριθ. ….2024 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα... … που ελήφθη ομοίως με επιμέλεια του ενάγοντος κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εναγομένης (αρ. 422 ΚΠολΔ, βλτην από 26.1.2024 εξώδικη κλήση με συνημμένη την υπ αριθ. …2024 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …),, από τις υπ΄ αριθ. ….. ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων …. και …. που ελήφθησαν με επιμέλεια της εναγομένης ενώπιον του Δικηγόρου Αθηνών ...., κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (422 ΚΠολΔ, βλ. την από 16.1.2024 εξώδικη γνωστοποίηση - κλήση, με συνημμένη την υπ΄ αριθ. … έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ….), καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία αναφέρονται στη συνέχεια, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη δραστηριοποιείται στον τομέα της εστίασης και συγκεκριμένα στην παρασκευή και διανομή γευμάτων (βλ ΦΕΚτ. ΑΕ και ΕΠΕ) και στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της προσέλαβε στις 21.5.2014 τον ενάγοντα, με την ειδικότητα του διανομέα - εργατοτεχνίτη, με σύμβαση αορίστου χρόνου πενθήμερης απασχόλησης και εξαήμερης σε περίπτωση έκτακτων αναγκών, με τη συμφωνία να εργάζεται σε κάθε περίπτωση 40 ώρες ανά εβδομάδα και αρχικό ημερομίσθιο ανερχόμενο σε 26,18 € (βλ την προσκομιζόμενη από αμφότερους τους αντιδίκους γνωστοποίηση των όρων της ατομικής σύμβασης του ενάγοντος). Εξάλλου, ο ενάγων παρέμεινε εργαζόμενος της εναγομένης μέχρι την οικειοθελή αποχώρησή του στις 30.11.2022 (βλ την προσκομιζόμενη από αμφότερους τους διαδίκους σχετική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής του). Αναφορικά με τις απαιτήσεις του ενάγοντος για παροχή υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το 2017, η εναγομένη αρνείταιτον ισχυρισμό και προσκομίζει για όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα τις καταστάσεις προσωπικού της, με τους πίνακες ωραρίου του συνόλου των εργαζομένων της για κάθε επιμέρους εβδομάδα, πλην όμως, ο ενάγων προσκομίζει, ενδεικτικά, πίνακες με το ωράριο εργασίας των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και του ίδιου, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2018 έως 20.5.2018, από τους οποίους προκύπτει διαφορετικό ωράριο εργασίας, από αυτό που αναγγελλόταν από την εναγομένη στις αρμόδιες Αρχές. Μάλιστα, τόσο ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στο ακροατήριο, όσο και ο καταθέσας στην …/2024 ένορκη βεβαίωση (οπ.π) - οι οποίοι τυγχάνουν αμφότεροι πρώην εργαζόμενοι της εναγομένης με όμοια με τον ενάγοντα καθήκοντα - κατέθεσαν ότι οι πίνακες που αναρτούσε η εναγομένη στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και η αλήθεια είναι ότι κάθε εργαζόμενος ενημερωνόταν για το εβδομαδιαίο ωράριό του με μικρά αποκόμματα άλλων πινάκων που περιείχαν τις συμφωνημένες βάρδιες τους. Πράγματι, ο ενάγων προσκομίζει σχετικά αποκόμματα που είχε κατά καιρούς λάβει ο ίδιος, αλλά και ένα απόκομμα του συναδέλφου του......, στα οποία εμφανίζεται ωράριο που υπερέβαινε κατά πολύ τις 40 ώρες εβδομαδιαίως. Από όλα τα ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα ο ενάγων πραγματοποιούσε πράγματι υπερωριακή εργασία κάθε εβδομάδα, όπως μπορεί ευχερώς να συναχθεί από τους πίνακες που προσκομίζει, οι οποίοι καλύπτουν χρονικό διάστημα σχεδόν 5 μηνών, ήτοι χρονικό διάστημα ικανά για την άντληση ασφαλούς συμπεράσματος για την τακτική της εναγομένης να εμφανίζει διαφορετικό πρόγραμμα εργασίας στους εργαζόμενους – σε σχέση με αυτό που παρουσίαζε στις αρχές – και για την πραγματοποίηση υπερεργασίας και υπερωρίας εκ μέρους του ενάγοντος. Συγκεκριμένα, από τους συγκεκριμένους πίνακες προκύπτει ότι κατά μέσο όρο ο ενάγων εργαζόταν κάθε εβδομάδα 50 ώρες ήτοι πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας και 5 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρία, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη είχε τηρήσει τις προϋποθέσεις του νόμου για την πραγματοποίηση υπερωριών από τους εργαζομένους της γεγονός που ούτως ή άλλως - όπως προαναφέρθηκε - η ίδια αρνείται. Συνεπώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται άτι ο ενάγων καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του εργαζόταν υπερωριακά και συγκεκριμένα 50 ώρες την εβδομάδα, υπερβαίνοντας κατά τον τρόπο αυτό το συμφωνηθέν ωράριο κατά 10 ώρες την εβδομάδα, ήτοι πραγματοποιούσε 5 ώρες την εβδομάδα υπερεργασία και 5 ώρες την εβδομάδα κατ' εξαίρεση υπερωρία, συνυπολογίζοντας ανά εβδομάδα, όλες τις ημέρες που εργάσθηκε, ανεξαρτήτως του αν εργάσθηκε 5,6 ή 7 ημέρες. Ειδικότερα, για την πραγματοποίηση υπερεργασίας η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα τα εξής: α) Το 2017 ο ενάγων στις προτάσεις του αναφέρει ότι από 11.7.2017 έως 31.10.2017 βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, ενώ περαιτέρω πρέπει να αφαιρεθεί και επιπλέον χρονικό διάστημα ενός μήνα (αρ. 211 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου) για την κανονική του άδεια, η οποία κατά λογική αναγκαιότητα (αρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) του χορηγήθηκε, αφού εξάλλου δεν αναφέρει ρητά ότι δεν του χορηγήθηκε και δεν υποβάλλει αίτημα καταβολής της προσαύξησης ποσοστού 100% για κάθε ημέρα άδειας που δεν του χορηγήθηκε (άρθρο 3 ν. δ. 3755/1957), ενώ επιπλέον του καταβλήθηκε και το σχετικό επίδομα αδείας (βλ την προσκομιζόμενη από την εναγομένη απόδειξη καταβολής του στις 8.8.2017). Επομένως απομένει χρονικό διάστημα 7 μηνών, ήτοι 28 εβδομάδων, για τις οποίες του οφείλεται το ποσό των [26,18 € το ημερομίσθιο του ενάγοντος όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής που προσκομίζουν αμφότεροι οι αντίδικοι για το ένδικο χρονικό διάστημα X 6 / 40, για την εξεύρεση του ωρομισθίου (βλ Δ. Ζερδελή, Εργατικά Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις 2015, πλαγ. αριθ. 1637, σελ 845 με τις εκεί παραπομπές στη σχετική νομοθεσία) = 3,92 € το ωρομίσθιά του + προσαύξηση 20% = 4,70 € X 5 ώρες ανά εβδομάδα = 23,50 € X 28 εβδομάδες =] 658 € μικτά. Εξάλλου, β) για το 2018, αφαιρουμένου χρονικού διαστήματος 1 μήνα για την κανονική του άδεια, του οφείλεται για χρονικό διάστημα 11 μηνών, ήτοι 44 εβδομάδων X 5 ώρες ανά εβδομάδα X 4,70 € το προσαυξημένο ωρομίσθιο = το ποσό των 1.034,00 € μικτά, γ) για το 2019 του οφείλεται για τον Ιανουάριο (4 εβδομάδες X 5 ώρες υπερεργασίας X 4,70 € το προσαυξημένο ωρομίσθιο =) 94 € μικτά και για το λοιπό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έλαβε χώρα αύξηση του ημερομισθίου του σε 29,04 € (βλ τις προσκομιζόμενες από αμφότερους τους αντιδίκους αποδείξεις πληρωμής των αποδοχών του), αφαιρούμενου ενός μήνα για τη λήψη κανονικής άδειας (αρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) του οφείλεται (4,36 € το ωρομίσθιο + προσαύξηση 20% = 5,23 € X 5 ώρες υπερεργασία X 10 μήνες, ήτοι 40 εβδομάδες =) 836,80 €, ήτοι συνολικά για το 2019 ποσό 930,80 € μικτά, περαιτέρω δ) για το 2020, αφαιρούμενου ενός μήνα για τη λήψη κανονικής άδειας – βλ την προσκομιζόμενη από την εναγομένη απόδειξη καταβολής του επιδόματος αδείας, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις της μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο και των μαρτύρων της εναγομένης στις υπ΄ αριθ. ………. ένορκες βεβαιώσεις, οπ.π - του οφείλεται το ποσό των (11 μήνες ήτοι 44 εβδομάδες X 5 ώρες υπερεργασίας X 5,23 € το προσαυξημένο ωρομίσθιο =) 1.150,60 €, ε) για το 2021 αφαιρούμενου ενός μήνα για τη λήψη κανονικής άδειας - βλ την προσκομιζόμενη από την εναγόμενη απόδειξη καταβολής του επιδόματος αδείας και καταθέσεις μαρτύρων ανταπόδειξης, οπ.π - του οφείλεται το ποσό των (11 μήνες ήτοι 44 εβδομάδες X 5 ώρες υπερεργασίας X 5,23 € το προσαυξημένο ωρομίσθιο =)1.150,60 € και στ} για το 2022, από 1.1.2022 έως 30.11.2022 αφαιρουμένων 3 μηνών - για τους οποίους ο ίδιος παραιτήθηκε με τις προτάσεις του - απομένει χρονικό διάστημα 8 μηνών, ήτοι 32 εβδομάδων X 5 ώρες υπερεργασία, το δε ωρομίσθιο για το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 30.5.2022 ανήλθε σε (29,62 € το ημερομίσθιο X 6/40 =) 4,44 €'+ προσαύξηση 20% = 5,33 € X 5 ώρες υπερεργασίας X 5 μήνες, ήτοι 20 εβδομάδες - 533,00 € μικτά και για το λοιπό χρονικό διάστημα μέχρι την παραίτησή του (31,85€το ημερομίσθιο, ήτοι 4,78 € ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση = 5,74 € X 5 ώρες υπερεργασία X 3 μήνες, ήτοι 12 εβδομάδες =) 344,40 € και συνολικά για το 2022 του οφείλεται το ποσό των 877,40 € μικτά (για το ύψος του ημερομισθίου κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, βλ. τις προσκομιζόμενες από αμφότερους τους αντιδίκους αποδείξεις πληρωμής των αποδοχών του κατά τα κρίσιμα ως άνω χρονικά διαστήματα). Συνολικά επομένως, για την υπερεργασία του, καθ'όλο το ένδικο χρονικό διάστημα του οφείλεται το συνολικό ποσό των 540 € μικτά, γενομένης εν μέρει δεκτής της υπό χρίση αγωγής για το κονδύλιο αυτό ως ουσιαστικά βάσιμης. Το συνολικό ως άνω ποσό πρέπει να επιδικασθεί στο ενάγοντα εντόκως, για το κάθε επιμέρους ετήσιο κονδύλιο, από το τέλος του αντίστοιχου έτους, εντός του οποίου παρασχέθηκε η υπερεργασία, ενόψει του ότι δεν δύναται να υπολογισθεί η πραγματοποίηση υπερεργασίας ανά μήνα, αφού δεν προκύπτει ο ακριβής χρόνος λήψης της ετήσιας άδειας του, κατ' έτος. Περαιτέρω, για την κατ' εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση, για τα ίδια ως άνω εβδομαδιαία χρονικά διαστήματα του οφείλεται α) για το 2017 το ποσό των (3,92 € ωρομίσθιο + προσαύξηση 80% = 7,06 € X 5 ώρες υπερωρία X 28 εβδομάδες =) 988,40 € μικτά, β] για το 2020 (7,06 € το προσαυξημένο ωρομίσθιο X 5 ώρες εβδομαδιαίας υπερωρίας X 44 εβδομάδες 1.553,20 €, γ) για το 2019, για τον Ιανουάριο (7,06 € X 5 ώρες +4 εβδομάδες 141,20 € και για το λοιπό χρονικό διάστημα (οππ) του οφείλεται (4,36 € ωρομίσθιο + προσαύξηση 80% = 7,85 € X 5 ώρες υπερωρίας X 40 εβδομάδες =) 1.570,00 €, ήτοι συνολικά για το 2019 του οφείλεται ποσό 1.711,20 €, δ) για το 2020 του οφείλεται (7,85 € προσαυξημένο ωρομίσθιο X 5 ώρες X 44 εβδομάδες =3 1.727,00 €, ε) για το 2021 του οφείλεται (7,85 € προσαυξημένο ωρομίσθιο X 5 ώρες X 44 εβδομάδες =) 1.727,00 € και στ) για το 2022 του οφείλεται για 5 μήνες (29,62 € ημερομίσθιο X 6 / 40 = 4,44 ωρομίσθιο + προσαύξηση 80% = 7,99 € X 5 ώρες εβδομαδιαίως X 20 εβδομάδες =3 799,00 € και για το λοιπό χρονικό διάστημα μέχρι την παραίτησή του (31,85 € το ημερομίσθιο, ήτοι 4,78 € ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση - 8,60 € X 5 ώρες υπερωρία X 3 μήνες, ήτοι 12 εβδομάδες = 516,00 € και συνολικά για το 2022 του οφείλεται το ποσό των 1.315,00 €. Επομένως, συνολικά για την κατ' εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση του οφείλεται το ποσό των 9.021,80 € μικτά. Το ως άνω συνολικό ποσό πρέπει να επιδικασθεί στο ενάγοντα εντόκως, από την επίδοση της αγωγής ενόψει του ότι για τις αξιώσεις παροχής παράνομης υπερωριακής εργασίας οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής ή την τυχόν προηγηθείσα όχληση (βλ ΑΠ 236/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πλην όμως εν προκειμένω δεν γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει η ύπαρξη όχλησης για την εν λόγω αξίωση πριν την επίδοση της υπό κρίση αγωγής.

Περαιτέρω, από τους ως άνω πίνακες ωραρίων προκύπτει ότι ο ενάγων δεν παρείχε εργασία κατά τις νυκτερινές ώρες (10 μ.μ.-6.π.μ), όπως ισχυρίζεται η εναγομένη , πλην όμως σύμφωνα με τη σαφείς καταθέσεις του μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου … και του προαναφερόμενου ενόρκως βεβαιώσαντος μάρτυρα …... το σύνηθες ωράριο εργασίας του ήταν 12.00-23.00 ή 13.00- 24.00. Επιπλέον, από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ' αριθ. πρωτ. … και υπ' αριθ. πρακτικό διαφοράς … της Επιθεώρησης Εργασίας Ανατολικού Τομέα Αθηνών προκύπτει σαφώς η διαπίστωση - κατόπιν σχετικού ελέγχου- ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε τακτικά εργασία κατά τις νυκτερινές ώρες, κατά μέσο όρο 5,5 ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι 22 ώρες μηνιαίως. Κατά συνέπεια, ο αναγραφόμενος στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αμφοτέρους τους διαδίκους αποδείξεις πληρωμής αποδοχών αριθμός ωρών παρασχεθείσας νυκτερινής εργασίας και οι προσαυξήσεις που έλαβε ο ενάγων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατά συνέπεια, υπολογίζοντας το ωρομίσθιο για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2017 έως τον Ιανουάριο του 2019 σε 3,92 ευρώ, για το διάστημα από Φεβρουάριο του 2019 έως Δεκέμβριο του 2021 σε 4,35 ευρώ, και για το διάστημα από Ιανουάριο του 2022 έως Νοέμβριο του 2022 σε 4,78 ευρώ , αφαιρουμένων των ποσών που ο ενάγων συνομολογεί στην αγωγή ότι έχει λάβει και σύμφωνα και με την μερική παραίτηση ως προς τα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά στις προτάσεις του, δικαιούται τα εξής ποσά:

Α)Για τους μήνες από Ιανουάριο έως Απρίλιο του έτους 2017, που ο ενάγων συνομολογεί ότι έχει λάβει ποσά που υπερβαίνουν την νόμιμη προσαύξηση για τις ώρες νυκτερινής εργασίας που παρείχε , δικαιούται για τους λοιπούς μήνες το ποσό των {(22 ώρες X (3,92 ευρώ X προσαύξηση 25% = ) 0,98 ευρώ X 7 μήνες)}= 150,92 ευρώ

Β) Για το έτος 2018 ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (22 ώρες X (3,92 ευρώ X προσαύξηση 25% = ) 0,98 ευρώ X 11 μήνες)}= 237,16 ευρώ

Г) Για τον Ιανουάριο του έτους 2019 ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (22 ώρες X (3,92 ευρώ X προσαύξηση 25% = ) 0,98 ευρώ = 21,56 ευρώ και για τους λοιπούς μήνες του έτους 2019 δικαιούται το ποσό των (22 ώρες X (4,35 ευρώ X προσαύξηση 25% = ) 1,08 ευρώ X 10 μήνες)}= 237,6 ευρώ και συνολικά το ποσό των (21,56+237,6)= 259,16 ευρώ

Δ) Για το έτος 2020 ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (22 ώρες X (4,35 ευρώ X προσαύξηση 25% = ) 1,08 ευρώ X 11 μήνες)}= 261,36 ευρώ

Ε) Για το έτος 2021 ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (22 ώρες X (4,35 ευρώ X προσαύξηση 25% = ) 1,08 ευρώ X 11 μήνες)}= 261,36 ευρώ

ΣΤ) Για το έτος 2022 ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (22 ώρες X (4,78 ευρώ X προσαύξηση 25% = ) 1,19 ευρώ X 11 μήνες)}= 287,98 ευρώ.

Κατά συνέπεια, ο ενάγων για αμοιβή νυκτερινής απασχόλησης δικαιούται συνολικά το ποσό των (150,92+237,16+ 259,16 +261,36+261,36+287,98 )= 1.457,94 ευρώ, το οποίο πρέπει να του καταβληθεί με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό.

Περαιτέρω, από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις και πρακτικό της Επιθεώρησης Εργασίας) προκύπτει σαφώς ότι ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εργάσθηκε κατά τις ημέρες Κυριακών και αργιών, χωρίς να λάβει τη νόμιμη αμοιβή. Κατά συνέπεια, υπολογίζοντας το ωρομίσθιο για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2017 έως τον Ιανουάριο του 2019 σε 3,92 ευρώ, για το διάστημα από Φεβρουάριο του 2019 έως Δεκέμβριο του 2021 σε 4,35 ευρώ, και για το διάστημα από Ιανουάριο του 2022 έως Ιούλιο του 2022 σε 4,78 ευρώ , αφαιρουμένων των ποσών που ο ενάγων συνομολογεί στην αγωγή ότι έχει λάβει και σύμφωνα και με την μερική παραίτηση ως προς τα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά στις προτάσεις του, του οφείλονται τα εξής ποσά:

Α. Για το έτος 2017, {2 Κυριακές/μήνα X 8 ώρες X 2,94 (3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 75% προσαύξηση)Χ 7 μήνες}= 329,28 ευρώ.

Β. Για το έτος 2018, {2 Κυριακές/μήνα X 8 ώρες X 2,94 (3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 75% προσαύξηση)Χ11 μήνες}= 517,44 ευρώ

Γ. Για τον Ιανουάριο του έτους 2019 το ποσό των (2 Κυριακές/μήνα X 8 ώρες X 2,94 (3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 75% προσαύξηση)= 47,04 ευρώ και για τους λοιπούς μήνες το ποσό των (2 Κυριακές/μήνα X 8 ώρες X 3,26 (4,35 ευρώ ωρομίσθιο X 75% προσαύξηση) X 10 μήνες = 521,6 ευρώ και συνολικά για το έτος 2019 το ποσό των (521,647,04+ 47,04)= 568,64 ευρώ.

Δ. Για το έτος 2020 το ποσό των (2 Κυριακές/μήνα X 8 ώρες X 3,26 (4,35 ευρώ ωρομίσθιο X 75% προσαύξηση) X 11 μήνες = 573,76 ευρώ

Ε. Για το έτος 2021 το ποσό των (2 Κυριακές/μήνα X 8 ώρες X 3,26 (4,35 ευρώ ωρομίσθιο X 75% προσαύξηση) X 11 μήνες/= 573,76 ευρώ ΣΤ. Για το έτος 2022 το ποσό των (2 Κυριακές/μήνα X 8 ώρες X 3,58 (4,78 ευρώ ωρομίσθιο X 75% προσαύξηση) X 7 μήνες = 401 ευρώ

Επομένως συνολικά για την παροχή εργασίας κατά τις ημέρες Κυριακών και αργιών ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (321,28+517,44+568,64+573,76+573,76+ 401)=2.956 ευρώ, το οποίο πρέπει να του καταβληθεί με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό.

Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο ενάγων, κατά τις ημέρες Κυριακών και αργιών που εργάσθηκε, παρείχε και παράνομη υπερωριακή απασχόληση 2 ωρών. Κατά συνέπεια, υπολογίζοντας το ωρομίσθιο για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2017 έως τον Ιανουάριο του 2019 σε 3,92 ευρώ, για το διάστημα από Φεβρουάριο του 2019 έως Δεκέμβριο του 2021 σε 4,35 ευρώ, και για το διάστημα από Ιανουάριο του 2022 έως Ιούλιο του 2022 σε 4,78 ευρώ , αφαιρουμένων των ποσών που ο ενάγων συνομολογεί στην αγωγή ότι έχει λάβει και σύμφωνα και με την μερική παραίτηση ως προς τα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά στις προτάσεις του, του οφείλονται τα εξής ποσά:

А. Για το έτος 2017, το ποσό των (11 μήνες X 2 Κυριακές/μήνα X 2 ώρες παράνομης υπερωρίας /Κυριακή X 12,33 (3,92 ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% και κατά 75%)}= 542,52 ευρώ

Β. για το έτος2018,το ποσό των (11 μήνες X 2 Κυριακές/μήνα X 2 ώρες παράνομης υπερωρίας /Κυριακή X 12,33 (3,92 ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% και κατά 75%)}= 542,52 ευρώ

Γ. Για τον Ιανουάριο του έτους 2019 το ποσό των { 2 Κυριακές/μήνα X 2 ώρες παράνομης υπερωρίας /Κυριακή X 12,33 (3,92 ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% και κατά 75%)}= 49,32 ευρώ και για τους λοιπούς μήνες το ποσό των (10 μήνες X 2 Κυριακές/μήνα X 2 ώρες παράνομης υπερωρίας/Κυριακή X 13,70 (4,35 ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% και κατά 75%)}=597,32 ευρώ

Δ. Για το έτος 2020, μήνες το ποσό των {11 μήνες X 2 Κυριακές/μήνα X 2 ώρες παράνομης υπερωρίας/Κυριακή X 13,70 (4,35 ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% και κατά 75%)}=603 ευρώ

Ε. Για το έτος 2021, το ποσό των {6 μήνες X 2 Κυριακές/μήνα X 2 ώρες παράνομης υπερωρίας/Κυριακή X 13,70 (4,35 ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% και κατά 75%)+ 6 μήνες X 2 Κυριακές/μήνα X 2 ώρες παράνομης υπερωρίας/Κυριακή X 16,74 (4,35 ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 120 % και κατά 75% }=328,8+ 401,76 - 730 ευρώ

ΣΤ. για το έτος 2022, το ποσό των {4 μήνες X 2 Κυριακές/μήνα X 2 ώρες παράνομης υπερωρίας /Κυριακή X 15,05 (4,78 ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% και κατά 75%) + 6 μήνες X 2 Κυριακές/μήνα X 2 ώρες παράνομης υπερωρίας /Κυριακή X 18,39 (4,78 ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 120 % και κατά 75% }=328,8+ 401,76 = 240,8 + 441,36 ευρώ=682 ευρώ

Συνολικά για την αμοιβή για παράνομη υπερωριακή απασχόληση κατά τις ημέρες Κυριακών και αργιών ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (542,52+542,52+ 597,32+ 603+ 730+ 682 )= 3.698 ευρώ, το οποίο πρέπει να του καταβληθεί εντόκως, από την επίδοση της αγωγής.

Εξάλλου, από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε και κατά τις ημέρες Σαββάτου ως έκτη ημέρα της εβδομάδας πράγμα που είχε εξαρχής συμφωνηθεί, χωρίς να λάβει τη νόμιμη αμοιβή του. Κατά συνέπεια και υπολογίζοντας το ωρομίσθιο για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2017 έως τον Ιανουάριο του 2019 σε 3,92 ευρώ, για το διάστημα από Φεβρουάριο του 2019 έως Δεκέμβριο του 2021 σε 4,35 ευρώ, και για το διάστημα από Ιανουάριο του 2022 έως Ιούλιο του 2022 σε 4,78 ευρώ , δικαιούται τα εξής ποσά:

A. Για το έτος 2017, το ποσό των {(11 μήνες X 4 Σάββατα X 8 ώρες εργασίας X 5,09 (3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 30%προσαύξηση)= 1.791,68 ευρώ

B. Για το έτος 2018, το ποσό των {(11 μήνες X 4 Σάββατα X 8 ώρες εργασίας X 5,09 (3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 30% προσαύξηση)= 1.791,68 ευρώ

Г. Για τον Ιανουάριο του έτους 2019, το ποσό των (4 Σάββατα X 8 ώρες εργασίας X 5,09 (3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 30% προσαύξηση)= 163 ευρώ και για τους λοιπούς μήνες {6 μήνες X 4 Σάββατα X 8 ώρες εργασίας X 5,65 (4,35 ευρώ ωρομίσθιο X 30% προσαύξηση)= 1.085 ευρώ, οπότε συνολικά για το έτος 2019 δικαιούται το ποσό των (163+1.085)= 1.248 ευρώ

Δ. Για το έτος 2020, {(11 μήνες X 4 Σάββατα X 8 ώρες εργασίας X 5,65 (4,35 ευρώ ωρομίσθιο X 30% προσαύξηση)= 1.989 ευρώ

Ε. Για το έτος 2021, {(11 μήνες X 4 Σάββατα X 8 ώρες εργασίας X 5,65 (4,35 ευρώ ωρομίσθιο X 30%προσαύξηση)= 1.989 ευρώ

ΣΤ. Για το έτος 2022, {10 μήνες X 4 Σάββατα X 8 ώρες εργασίας X 6,21 (4,35 ευρώ ωρομίσθιο X 30%προσαύξηση)=1.987 ευρώ.

Επομένως, για την εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου ο ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των (1.791,68+1.791,68+1.248+1989+1989+1987)=10.796 ευρώ, το οποίο πρέπει να του καταβληθεί με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία, που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό.

Αναφορικά με το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή αμοιβής για την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες του Σαββάτου, πλην όμως στα ποσά αποζημίωσης για τη συνολική του υπερωριακή του απασχόληση που του έχουν ήδη επιδικαστεί, περιλαμβάνονται και οι ημέρες του Σαββάτου και κατά συνέπεια το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Επομένως για όλες τις ως άνω αιτίες ο ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των (540+1.315+ 1457,94+ 2.956 + 3.698 +10.796 )= 20.763 ευρώ.

Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη υπ' αρ.729/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έσφαλε που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 14.823,32 ευρώ και για το λόγο αυτό η υπό στ. A έφεση πρέπει να γίνει και ουσιαστικά δεκτή, να εξαφανισθεί η υπ' αριθ. 729/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να γένει εν μέρει δεκτή η αγωγή, υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, να αναγνωριστεί δε ότι η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 763 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό. Συνακόλουθα, η υπό στ.В έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν. Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της εφεσίβλητης της υπό στ.В έφεσης και ασκούσας τους προσθέτους λόγους έφεσης λόγω της εν μέρει ήττας της (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 11-4-2025 υπ'αριθ..../.../2025 έφεση, με την από 15-11-2024 υπ'αριθ..../.../2025 έφεση και με τους από 30-4- 2025 υπ' αριθ..../2025 πρόσθετους λόγους έφεσης.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 11-4-2025 υπ' αριθ..../.../2025 έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ.729/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση κατ' ουσίαν.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 28-7-2023 υπ' αριθμ. καταθ..../.../2023 αγωγή

Υποχρεώνει την εναγόμενη και εφεσίβλητη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των δώδεκα χιλιάδων επτακοσίων (12.700) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και το ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων ογδόντα ενός (7.281) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό.

Αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των επτακοσίων εξήντα τριών (763) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 15-11-2024 υπ'αριθ..../.../2025 έφεση και με τους από 30-4-2025 υπ' αριθ..../2025 πρόσθετους λόγους έφεσης.

Επιβάλλει σε βάρος της εφεσίβλητης της από 11-4-2025 υπ' αριθ..../.../2025 έφεσης και εκκαλούσας της από 15-11-2024 υπ'αριθ..../.../2025 έφεσης και ασκούσας τους από 30-4-2025 υπ' αριθ..../2025 πρόσθετους λόγους έφεσης ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις … σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ