ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 2968/2025
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αικατερίνη Μουμουζιά, Πρόεδρο Εφετών, Καλλιόπη Ζήκου και Αποστολία Τσιαλάνη (Εισηγήτρια), Εφέτες και από τη Γραμματέα Κυριακή Σωτηράκου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Έφεση (αο.εκθ.καταθ. .../2023):
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΚΑΘΟΥ Η ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ-ΚΑΘΟΥ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: ... ... του ..., ΑΦΜ ..., κατοίκου ... Αττικής, οδός ...., αρ. 3, που παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ της πληρεξούσιας δικηγόρου Αγγελικής Πατεριανάκη (AM ... ....), η οποία προκατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ 1) Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με δ.τ. «Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.» (τριτανακόπτουσα), που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής (Ωρωπού 156) και νόμιμα εκπροσωπείται, που παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ της πληρεξούσιας δικηγόρου Ειρήνης Φωτιάδου (AM .... ...), η οποία προκατέθεσε προτάσεις, 2) υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «...Ε.Ε.» (καθ'ης η τριτανακοπή και η πρόσθετη παρέμβαση), ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ετερόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία -«...», όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή αυτής ... ..., κάτοικο .... Αττικής (... 10α), η οποία δεν παραστάθηκε και 3) ...., το γένος .... (προσθέτως παρεμβαίνουσα), κατοίκου .... Αττικής, (.... 74), η οποία απεβίωσε.
Κλήση - Γνωστοποίηση θανάτου και Δήλωση Επανάληψης Δίκης (αο.εκθ.καταθ. .../2024):
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΟΥΝΤΩΝ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΚΑΙ ΔΗΛΟΥΝΤΩΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ: 1) ... ... του ..., ΑΦΜ ...), κατοίκου ... Αττικής, οδός ... αρ. 74 και 2) ... ... του ..., ΑΦΜ ..., κατοίκου .... Αττικής, οδός ... αρ. 17, ως καθολικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης τρίτης εφεσίβλητης ... ..., οι οποίοι παραστάθηκαν ο πρώτος διά και ο δεύτερος μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Αστέριου Μωραΐτη (AM ... ...).
ΤΩΝ ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ: 1) ... ... του ..., ΑΦΜ ..., κατοίκου ... Αττικής, οδός ...., αρ. 3, που παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ της πληρεξούσιας δικηγόρου Αγγελικής Πατεριανάκη (AM ... ....), η οποία προκατέθεσε προτάσεις, 2) υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «...Ε.Ε.» (καθ'ης η τριτανακοπή και η πρόσθετη παρέμβαση), ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ετερόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία -«...», όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή αυτής ... ..., κάτοικο .... Αττικής (... 10α), η οποία δεν παραστάθηκε και 3) Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με δ.τ. «Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.» (τριτανακόπτουσα), που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής (Ωρωπού 156) και νόμιμα εκπροσωπείται, που παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ της πληρεξούσιας δικηγόρου Ειρήνης Φωτιάδου (AM .... ...), η οποία προκατέθεσε προτάσεις.
Η πρώτη εφεσίβλητη (ΕΥΔΑΠ ΑΕ) άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26-7-2022 με αρ.εκθ.καταθ. .../....2002 ανακοπή τρίτου σε βάρος της «...», καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η δεύτερη εφεσίβλητη (υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «...Ε.Ε.») και του εκκαλούντος (... ...) και ζήτησε να γίνει δεκτή. Η τρίτη εφεσίβλητη, ... ..., άσκησε την από 24-9-2003 πρόσθετη παρέμβασή της με αρ.εκθ.καταθ. .../.../2003 υπέρ της τριτανακόπτουσας και σε βάρος των καθ'ων η τριτανακοπή και ζήτησε να γίνει δεκτή. Επί της τριτανακοπής και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 2197/2004 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ακολούθως η με αριθμό 1584/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης και ορίστηκε πραγματογνώμονας ο ... ..., ο οποίος αντικαταστάθηκε με τον ... Αντωνόπουλου δυνάμει της με αριθμό 108/2007 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ο οποίος αντικαταστάθηκε εκ νέου με τον πραγματογνώμονα ... ... δυνάμει της με αριθμό 211/2017 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου. Επί της τριτανακοπής και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμό 567/2021 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές η τριτανακοπή και η πρόσθετη παρέμβαση. Ήδη την απόφαση αυτή προσβάλλει ο δεύτερος καθ'ου η τριτανακοπή με την από 2-2-2022 έφεσή του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου έφεσης .../.../2022 και στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό βιβλίου καταθέσεων .../2023. Δικάσιμος ορίστηκε η 9-11-2023 και μετά από αναβολές αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά που ορίσθηκε και συζητήθηκε.
Οι γνωστοποιούντες τη βίαιη διακοπή της δίκης με το από 20-3-2024 δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης .../2024 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 25-4-2024 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, γνωστοποίησαν τη διακοπή της δίκης που αφορά την από 2-2-2022 (αριθμ.καταθ.δικογρ. .../.../2022) έφεση λόγω του θανάτου της τρίτης εφεσίβλητης, ... ... του Κ. και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη στο όνομά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτές και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ προκατέθεσαν προτάσεις, στις οποίες ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την έφεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται μόνο εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κλπ., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά, ενώ ο θάνατος του αναγκαίου ομοδίκου επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους (άρθ. 288 ΚΠολΔ). Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά η συζήτηση της υπόθεσης. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (ΟλΑΠ 22/2000 ΑΠ 5/2024, ΑΠ 891/2023, ΑΠ 575/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη εκφώνηση της κρινόμενης υπόθεσης στην αρχική δικάσιμο της 9-11-2023, όπως προκύπτει από τα με αριθμό 3595/2023 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γνωστοποιήθηκε από τον έως το θάνατό της πληρεξούσιο δικηγόρο της τρίτης εφεσίβλητης, ... ..., ο θάνατος της τελευταίας, που επήλθε την 21-5-2023, δηλαδή μετά την άσκηση της έφεσης. Περαιτέρω, η επανάληψη της κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσας δίκης ως προς την ανωτέρω διάδικο επισπεύδεται εν προκειμένω με την από 20-3- 2024 (αριθ. εκθ. καταθ. .../2024) κλήση επανάληψης διακοπείσας δίκης των υπεισελθόντων στη θέση της προσθέτως παρεμβαίνουσας και τρίτης εφεσίβλητης ως μοναδικών εξ αδιαθέτου καθολικών κληρονόμων της ... και ... ... του ..., όπως αποδεικνύεται από το με αρ.πρωτ. .../22-5-2023 απόσπασμα της Ληξιαρχικής Πράξης Θανάτου του Ληξιαρχείου ΔΕ ... Αττικής, το με αρ.πρωτ. ....2023 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..... και τα ..../2024 και ..../2024 πιστοποιητικά περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και περί μη αποποιήσεως, αντίστοιχα. Με το δικόγραφο αυτό, το οποίο επιδόθηκε στους λοιπούς διαδίκους στις 22-3-2024, οι αιτούντες γνωστοποιούν και πάλι το θάνατο της τρίτης εφεσίβλητης και δηλώνουν ότι επαναλαμβάνουν τη δίκη, δήλωση που επανέλαβαν και προφορικά κατά τη συζήτηση της έφεσης και περιλήφθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Ενόψει τούτων, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης εφέσεως κατά την οποία παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους οι νόμιμοι ως άνω κληρονόμοι της αποβιώσασας διαδίκου, οι οποίοι με την ανωτέρω ιδιότητά τους συνεχίζουν τη δίκη.
Κατ' άρθρ. 517 Κ.Πολ.Δ., η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 76 § 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, εκτός των άλλων, ότι, όταν, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δε μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι, που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Περαιτέρω, στην διάταξη του ίδιου παραπάνω άρθρου 76 § 3 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι οι απόντες ομόδικοι καλούνται σε κάθε μεταγενέστερη δικαστική πράξη, ενώ στην § 4 ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παραγράφου 1 έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Η τελευταία αυτή ρύθμιση έχει την έννοια ότι, αν ένας αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρείται από το νόμο ότι το άσκησαν και οι ομόδικοι αυτού, παρόλο ότι αυτοί αδράνησαν. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται από το νόμο να απευθύνεται η έφεση, που άσκησε αναγκαίος ομόδικος, με ποινή το απαράδεκτο, και κατά την ομοδίκων του, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανίζεται να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εφεσίβλητου και του εκκαλούντος, πράγμα που είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΟλΑΠ 321/1983 ΝοΒ 1983.1575, ΑΠ 1599/2008, ΑΠ 284/2008 Νόμος, ΑΠ 1309/1988 ΝοΒ 1989.434). Απαιτείται, όμως, οι αναγκαίοι ομόδικοι του εκκαλούντος να καλούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 76 § 3 και 110 § 2 Κ.Πολ.Δ., στη συζήτηση της έφεσης, αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης αυτών, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους (ΑΠ 1433/2012 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 192/2012 ΝοΒ 2013.128, ΑΠ 1332/2011 ΕΠολΔ 2011.786, ΑΠ 1103/2010 ΕφΑΔ 2010.1219). Εξ άλλου περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την οποία ισχύουν τα ανωτέρω, καθιερούται και με τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι η (κατά την παράγραφο 1 αυτού) ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, εκείνου του οποίου προσβάλλεται δικαίωμα επί του αντικειμένου της αναγκαστικής εκτελέσεως, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει κατά του καθ' ου η εκτέλεση "πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστή και του οφειλέτη". (Ολ.ΑΠ 63/1981 όπου ανωτ). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η απεύθυνση του δικογράφου της έφεσης κατά του αναγκαίου ομοδίκου του εκκαλούντος, επέχει θέση κλήτευσης αυτού προς συζήτηση της έφεσης (ΕφΠειρ 481/2015 Νόμος).
Η κρινόμενη, από 2-2-2022 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2022 έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως δεύτερου των καθ’ ων η τριτανακοπή, κατά της με αριθμό 567/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 3-2-2022, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση στον εκκαλούντα εκ μέρους της πρώτης εφεσίβλητης της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα στις 10-1-2022 (βλ. τη με αριθμό ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ....) (άρθρα 495 παρ. 1-2, 496-500, 511, 513 παρ. 1 περ. β' εδ. α', 516, 517 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, από το Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης, η οποία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, αν και κλητεύθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως προς τούτο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’αριθμ. ....-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ...., πλην όμως το Δικαστήριο, εφόσον εμφανίσθηκαν οι υπόλοιποι διάδικοι, θα εξετάσει την υπόθεση κατ’ουσίαν (άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι όσον αφορά στην ανωτέρω διάδικο (δεύτερη εφεσίβλητη - πρώτη καθ'ης η τριτανακοπή), η απεύθυνση του δικογράφου της έφεσης και κατ’αυτής, πρέπει να θεωρηθεί ότι επέχει θέση κλήτευσής της προς συζήτηση της έφεσης, η οποία κλήτευση είναι αναγκαία, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ενόψει του ότι είναι αναγκαία ομόδικος του εκκαλούντος. Εξάλλου, για το παραδεκτό της άσκησης της έφεσης, έχει καταβληθεί και το παράβολο, ποσού 150 ευρώ, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3Α περ.γ του ΚΠολΔ, δυνάμει του με αριθμό .... ηλεκτρονικού παράβολου. Σημειωτέον ότι με την υπό κρίση έφεση θεωρείται ότι έχουν προσβληθεί, εκτός από την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, και οι προεκδοθείσες υπ' αριθ. 2197/2004 και 1584/2013 μη οριστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, οι οποίες διέταξαν τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, μολονότι αυτή δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους (άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον επί των διατάξεων αυτών στηρίχθηκε η οριστική απόφαση (βλ. Σ. Σαμουήλ - Η έφεση, έκδ. ΣΤ', 2009, παρ. 211, σελ. 92).
Κατά το άρθρο 936 ΚΠολΔικ τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, αν προσβάλλεται δικαίωμα του πάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει, σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και β) απαγόρευση διάθεσης, που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται, σύμφωνα με το νόμο, την ακυρότητα της διάθεσης. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι βάση της ανακοπής είναι το δικαίωμα του τρίτου, το οποίο πρέπει να είναι κεκτημένο κατά το χρόνο της βλαπτικής για εκείνον πράξης της εκτέλεσης. Ο τρίτος, εφόσον επικαλεσθεί και αποδείξει το δικαίωμά του, στοιχείο που αφορά τη νομιμοποίησή του, καθιστά ανενεργό την εκτέλεση. Η εν λόγω ανακοπή περιέχει δύο αιτήματα, ήτοι την αναγνώριση ή καταψήφιση του δικαιώματος του τρίτου και τη διάπλαση της ανενέργειας της εκτέλεσης. Απευθύνεται δε κατά του δανειστή και του οφειλέτη, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους, όπως προαναφέρθηκε, με το θεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (ΟλΑΠ 63/1991, ΝοΒ ΚΑ.1257, ΑΠ1697/2017, 2179/2014). Αν η ανακοπή ασκήθηκε μετά τον πλειστηριασμό, αλλά πριν την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο πλειστηριασθέν, δεν απαιτείται κατ' ανάγκη να απευθυνθεί και κατά του τελευταίου, υπό την έννοια της υποχρεωτικής κοινής παθητικής νομιμοποιήσεως (ΑΠ 1046/2020). Οι προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ δεν έχουν εφαρμογή στην ανακοπή του τρίτου, ενόψει, όμως, της φύσης της ανακοπής, με την οποία επιδιώκεται η αποδέσμευση του δικαιώματος του τρίτου από το πλέγμα της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή δύναται να ασκηθεί από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση στον καθ' ου και έως τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στη νομή του πλειστηριασθέντος, έκτοτε η προστασία του τρίτου εξασφαλίζεται με την διεκδίκηση του πράγματος, η οποία υπόκειται στην αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 1020 ΚΠολΔ (ΑΠ 1046/2020, 2154/2014, Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 936, σελ. 457). Η τριτανακόπτουσα και ήδη πρώτη των εφεσίβλητων, με την από 26- 7-2022 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2002 ανακοπή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ότι η πρώτη των καθ'ών η τριτανακοπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...Ε.Ε.» επέβαλε σε βάρος του δεύτερου των καθ'ων αναγκαστική κατάσχεση δυνάμει της υπ' αριθ. ..../1999 έκθεσης κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... στο περιγραφόμενο στην ανακοπή οικόπεδο εμβαδού 726,46 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση «....» του Δήμου ... Αττικής, εντός του οποίου υπάρχουν δύο κτίσματα, εμβαδού του πρώτου 50 τ.μ. και του δευτέρου 60 τ.μ. Ότι το οικόπεδο αυτό εκπλειστηριάσθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. .../27-9-2000 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών .... και κατακυρώθηκε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα - υπερθεματίστρια (τρίτη εφεσίβλητη). Ότι τμήμα του ως άνω οικοπέδου εμβαδού 486,30 τ.μ., που προσδιορίζεται ειδικότερα κατά θέση και όρια στην ανακοπή, κάλυπτε η κοίτη του παλαιού ρέματος Κηφισού. Ότι το εν λόγω ρέμα είχε αφεθεί στην κοινή χρήση από την αμνημονεύτων ετών δημιουργία του πλέον των ογδόντα ετών πριν την ισχύ του ΑΚ, καθώς συγκέντρωνε τα όμβρια ύδατα των περιοχών στις οποίες διαπερνούσε, μεταξύ αυτών και του επιδίκου και τα απομάκρυνε στη θάλασσα και συγχρόνως παροχέτευε καθ όλο το έτος τα πηγαία ύδατα της Πάρνηθας διά των περιοχών που διέσχιζε, όπου και το επίδικο. Ότι, όπως προκύπτει και από τη με αριθμό ..../1977 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης της Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής, τμήματα του ρέματος στην επίδικη έκταση ανήκαν στον τ. ΟΑΠ (Οργανισμός Αποχετεύσεως Περιοχής Πρωτευούσης), καθολική διάδοχος του οποίου τυγχάνει η τριτανακόπτουσα, η οποία εκ του νόμου υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα εν γένει εμπράγματα, ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του ΟΑΠ. Ότι περαιτέρω κατά τα έτη 1990-1991 με τεχνικά έργα της ανακόπτουσας έγινε διευθέτηση του ρέματος Κηφισού στο επίδικο με επιχωμάτωση και έτσι η έκταση που δημιουργήθηκε από την επικάλυψη του κοινόχρηστου ρέματος Κηφισού στο επίδικο οικόπεδο της ανήκει κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ανακοπή. Με βάση το ιστορικό αυτό η ανακόπτουσα ζήτησε α) να αναγνωριστεί η κυριότητα της επί του ως άνω επίδικου εδαφικού τμήματος των 486,30 τμ και β) να κηρυχθεί άκυρη η προαναφερόμενη έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Η τρίτη εφεσίβλητη, ... ... (η οποία έχει αποβιώσει και τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι της), άσκησε την από 24-9-2003 με αρ.εκθ.καταθ. .../.../2003 πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της τριτανακόπτουσας και κατά των καθ'ων η ανακοπή. Επί της παραπάνω τριτανακοπής και της πρόσθετης παρέμβασης που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, αρχικά η με αριθμό 2197/2004 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, ακολούθως η με αριθμό 1584/2013 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε νέα πραγματογνωμοσύνη και ορίστηκε πραγματογνώμονας ο ... ..., ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον ... Αντωνόπουλο δυνάμει της με αριθμό 108/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος εκ νέου αντικαταστάθηκε δυνάμει της με αριθμό 211/2017 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου από τον ... .... Στη συνέχεια, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση και εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμό 567/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, έγινε δεκτή η τριτανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη, καθώς και η πρόσθετη παρέμβαση, αναγνωρίστηκε η τριτανακόπτουσα ως κυρία του επιδίκου, ακυρώθηκε η επίδικη έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης και καταδικάστηκαν οι καθ'ων η ανακοπή στα δικαστικά έξοδα της τριτανακόπτουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας. Ήδη κατά της απόφασης αυτής στρέφεται ο δεύτερος των καθ'ων η τριτανακοπή με την κρινόμενη έφεση, για λόγους που ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την απόρριψη της τριτανακοπής, καθώς και την καταδίκη των εφεσίβλητων στα δικαστικά του έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός / πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή και οι οδοί αδιακρίτως. Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3), αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος, από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (vetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη, η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά, να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά, για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης. Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946), δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων, επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών, δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία. Περαιτέρω, χείμαρροι ή ρέματα καλούνται οι ποταμοί που ρέουν μόνο κατά τη διάρκεια του χειμώνα ή μετά από βροχή. Οι χείμαρροι ή ρέματα, δηλαδή, οι πτυχώσεις της επιφάνειας της γης, με τις οποίες συντελείται κυρίως η απορροή των υδάτων που πλεονάζουν προς τη θάλασσα, αποτελούν, επίσης, φυσικούς αεραγωγούς, μαζί δε με τη χλωρίδα και πανίδα τους είναι οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα, που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος. Με την ιδιότητά τους αυτή και ενόψει του από το άρθρο 24 του ισχύοντος Συντάγματος προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος, οι χείμαρροι ή τα ρέματα, ως στοιχεία του τελευταίου, αποτελούν αντικείμενο συνταγματικής προστασίας, που αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων. Με τα δεδομένα αυτά, οι χείμαρροι ή τα ρέματα, άσχετα από το ισχύον κατά περίπτωση νομικό καθεστώς τους (λ.χ. 967, 968 ΑΚ), αποτελούν κοινόχρηστους χώρους, στους οποίους απαγορεύονται επεμβάσεις τρίτων που θίγουν την πιο πάνω λειτουργία τους. Ανεξαρτήτως, όμως, από τα παραπάνω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 AK, που προπαρατέθηκαν, σε συνδυασμό, επίσης και με εκείνη των άρθρων 1072 και 1074 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή αποτελούν πράγματα κοινής χρήσης και ανήκουν στο δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Επομένως, στα κοινής χρήσης πράγματα περιλαμβάνεται και η κοίτη, στην οποία τα εν λόγω νερά τρέχουν, όχι όμως και η κοίτη χειμάρρου που περιοδικά κατακλύζεται από τα όμβρια ύδατα, η οποία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1074 ΑΚ, υπόκειται σε ιδιωτική εξουσίαση, αφού η κυριότητα της και μετά την από τα όμβρια ύδατα κατάκλυσή της εξακολουθεί να ανήκει στον ιδιοκτήτη και μπορεί, έτσι, να μεταβιβαστεί ή αποκτηθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Εφόσον, όμως, η κοίτη χειμάρρου που κατακλύζεται περιοδικά από τη ροή των νερών της βροχής έχει εγκαταλειφθεί από μακρό - αμνημόνευτο χρόνο (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα) στην κοινή χρήση, τότε γίνεται κοινής χρήσης και αν δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα, ανήκει στο δημόσιο και, συνακόλουθα, δεν είναι εφικτή η άσκηση νομής σ’ αυτή και η κτήση κυριότητας της με χρησικτησία ή έστω με παραγωγό τρόπο. Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, που μπορεί να προσδώσει σε χείμαρρο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, με την έννοια που προπαρατέθηκε, είναι δημιουργική της νέας κατάστασης, υπό την έννοια της απόσβεσης της παλαιός και της γένεσης της νέας και είναι κυρωτική της συνεχούς χρήσης επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα (40) έτη, είχε δε συμπληρωθεί πριν από την εφαρμογή του ΑΚ (23.2.1946) (ΑΠ 1728/2023, 34/2008, ΤριμΕφΑθ 666/2025 ΝΟΜΟΣ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του N. 1068/1980 «Περί συστάσεως ενιαίου φορέως Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης», «... η ΕΥΔΑΠ υποκαθίσταται αυτοδικαίως και άνευ τινός άλλης διατυπώσεως εις άπαντα εν γένει τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των ΟΑΠ & ΕΕΥ, της τοιαύτης υποκαταστάσεως εξομοιουμένης με καθολική διαδοχή». Ειδικότερα, περιήλθαν και περιέρχονται στην κυριότητα της ΕΥΔΑΠ «αι, εκ της δι εκτελέσεως τεχνικών έργων, καλύψεως ή διαρρυθμίσεως ή μετατοπίσεως της φυσικής κοίτης των ρευμάτων στην περιοχή της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, προκύψασαι και εφεξής προκύπτουσαι εκτάσεις, άνωθεν της παλαιός κοίτης των ρευμάτων μετά των εκατέρωθεν της κοίτης ταύτης, παλαιόθεν, χρησιμοποιουμένων ως κοινοχρήστων χώρων εν γένει εφαρμοζομένων, ως προς την τακτοποίησιν πασών των εκτάσεων τούτων, των κειμένων περί σχεδίων πόλεων διατάξεων», δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 4 του N. 1475/1950, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. β' του Ν.Δ. 2722/1953 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων των αφορωσών τον Οργανισμό Αποχετεύσεως της περιοχής Πρωτευούσης», σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Α.Ν. 489/1968 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Οργανισμού Αποχετεύσεως της περιοχής Πρωτευούσης κειμένων διατάξεων». Οι εν λόγω εκτάσεις, οι προκύπτουσες δια της εκτελέσεως τεχνικών έργων υπό του δικαιοπαρόχου της ΕΥΔΑΠ τέως ΟΑΠ, περιέρχονται στην κυριότητα της τελευταίας, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 1 του N. 1068/1980, κατά την οποία, «... παν κινητόν ή ακίνητον περιουσιακόν στοιχείον ανήκον εις τον ΟΑΠ και την ΕΕΥ η χρησιμοποιούμενον αποκλειστικώς υπ' αυτών κατά την δημοσίευσιν του νόμου ... μεταβιβάζεται κατά κυριότητα νομή και κατοχή εις την ΕΥΔΑΠ». Όπως προαναφέρθηκε, με τον όρο «ρεύματα», νοούνται τα κοινόχρηστα ρέματα, καθ' όσον επ' αυτών και μόνον δύναται ο Νομοθέτης, άνευ αντιθέσεως προς την Συνταγματική προστασία της ιδιωτικής κτήσεως να ρυθμίσει, άλλως, ή όπως ορίζεται στον Αστικό Κώδικα, την κυριότητα. Ως κοινόχρηστα δε ρέματα νοούνται τόσο τα εκ του Νόμου τέτοια, ήτοι τα αενάου ροής, όσο και εκείνα τα οποία κατέστησαν κοινόχρηστα με ιδιωτική βούληση ή ετέθησαν από αμνημονεύτων ετών εις την κοινή χρήση.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ αριθ. 2197 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, την από Μάρτιο 2007 και με αριθ.κατάθεσης …/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πολιτικού μηχανικού …., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την υπ'αριθ.2197/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από Μάρτιο 2019 και με αριθ.κατάθεσης …./2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου & τοπογράφου - πολιτικού μηχανικού ... ..., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την υπ' αριθ. 211/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), την από Απρίλιο 2006 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας οικοπέδου του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ... ..., την από 20-05-2008 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού ..., την από Μάρτιο 2010 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου & τοπογράφου μηχανικού ... ..., από όλα ανεξαρτήτως των έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς όμως, να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 306/2018, ΑΠ 342/2016, ΑΠ 491/2015), χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 623/2018), αποδεικνύονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Επίδικο είναι εδαφικό τμήμα επιφάνειας 486,30 τ.μ, το οποίο φαίνεται με τα στοιχεία ... στο Α781 -5/Ιούλιος 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της Υπηρεσίας Τοπογραφήσεων και Κτηματολογίου ΕΥΔΑΠ με κλίμακα 1:500. Σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το τμήμα αυτό κάλυπτε εξ ολοκλήρου η κοίτη παλαιού ρέματος του ποταμού Κηφισού, μήκους περί τα 40 χλμ., πλάτους περί τα 35 μ. και βάθους περί τα 15 μέτρα, με εκκίνηση από τις παρυφές της Πάρνηθας. Το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός μείζονος ακινήτου, που βρίσκεται στους Αγίους Αναργύρους Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης, στη θέση «Αγία Παρασκευή-Ανάκασα», στο Ο.Τ ..., επί των οδών Λάμπρου Κατσώνη - Δωδεκανήσου και Μουσουνίτσης, το οποίο φαίνεται στο από Ιανουάριο 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού ... ..., που έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθ. …-1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας οικοπέδου με εξώνηση, με τα στοιχεία ...» και συνορεύει βόρεια επί πλευράς ΘΙΚΛΑ με οδό …., νότια επί πλευράς ΓΔΕΜΝΞΟΖΗ με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικά επί πλευράς ΛΓ με πρασιά και πέραν αυτής με οδό …. και δυτικά επί πλευράς ΙΖ με πρασιά και πέραν αυτής με οδό ….. Στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, παρά την υποχρεωτικότητα του νόμου, δεν περιλαμβάνεται η δήλωση του Ν.651/1977 του υπογράφοντος μηχανικού περί του αν, μεταξύ άλλων, το ως άνω οικόπεδο είναι πρώην ρέμα. Το ανωτέρω μείζον ακίνητο φέρεται ότι περιήλθε στον δεύτερο καθ'ου η τριτανακοπή και ήδη εκκαλούντα, λόγω δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα του ... ... του …., δυνάμει του υπ'αριθ. …/1976 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών …., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών (τομ. …, αρ…..), στο οποίο συμβόλαιο δεν έχει, ωστόσο, προσαρτηθεί τοπογραφικό διάγραμμα και στο οποίο το εν λόγω ακίνητο περιγράφεται ως έχον εμβαδόν 1.032 τ.μ, και συνορεύον ανατολικά με οδό …, δυτικά με οδό …., βόρεια με οδό Δωδεκανήσου και νότια με ιδιοκτησία ... ….. Ο δεύτερος καθ'ου η τριτανακοπή και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ως προς αυτό ότι η επιφάνεια του ακινήτου περιορίστηκε αρχικά στα 920,81 τ.μ. λόγω ρυμοτομίας στην περιοχή και εν τέλει στα 726 τ.μ. περίπου, καθόσον τρίτος κατέλαβε τμήμα του ακινήτου του, επιφάνειας 200 τ.μ. περίπου. Σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο, το περιγραφόμενο σε αυτό ακίνητο περιήλθε στον πατέρα του δεύτερου καθ'ου, ... …. ..., σε μεγαλύτερη έκταση, από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το 1937 πατέρα του και παππού του καθ'ού, …. ... του ..., κατόπιν γενόμενης άτυπης διανομής μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων. Στον ως άνω δε παππού του, κατά τα αναφερόμενα στο ίδιο συμβόλαιο, είχε περιέλθει από κληρονομιά εξ αδιαθέτου από τον προ του 1913 αποβιώσαντος πατέρα αυτού και προπάππου του δεύτερου καθ'ου ... .... Στο προαναφερόμενο ακίνητο υφίστανται μία αυθαίρετη κατασκευή από τσιμεντόλιθους, λαμαρίνες και ελλενίτ, εμβαδού 50 τ.μ, την οποία ο καθ'ου έχει εκμισθώσει σε επιχείρηση επεξεργασίας μαρμάρων, καθώς και μία αυθαίρετη κατασκευή από τσιμεντόλιθους και κεραμοσκεπή, την οποία ο καθ'ου έχει εκμισθώσει ως κατοικία. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθ….. Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών …. …, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ν.Λιοσίων (τομ. …, αρ…..), ο δεύτερος καθ'ου η τριτανακοπή, αποδέχθηκε ως κληρονομιά από τον πατέρα του ... …. ... (ο οποίος είχε συντάξει την υπ'αριθ…..-1967 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών …. και η οποία δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ'αριθ…..1977 πρακτικό συνεδρίασης του), μεταξύ άλλων, ένα αγροτεμάχιο έκτασης 700 τ.μ. ευρισκόμενο στη θέση «Αγία Παρασκευή» Αγίων Αναργύρων Αττικής, το οποίο συνορεύει ανατολικά με οδό (άνευ άλλης διευκρίνισης), βόρεια με ιδιωτική οδό, δυτικά με ιδιωτική οδό και νότια με ιδιοκτησία ... .... Εν συνεχεία με παραπομπή στο κείμενο της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης δηλώνεται ότι το ως άνω ακίνητο αποδέχεται ο δεύτερος καθ'ου ως κληρονομιά του πατέρα του ... ... του … σιωπηρά από τον χρόνο του θανάτου του και ότι το ως άνω ακίνητο αποτελεί σήμερα (κατά την ημέρα σύνταξης της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης) οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, με έκταση 268,09 τ.μ. συνορευόμενο βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με οδό …, ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με οδό …, με αποτέλεσμα να προξενεί εντύπωση η αντίφαση μεταξύ της περιγραφής ως προς το εμβαδόν και τα όρια του επίδικου ακινήτου εντός της ιδίας ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης (υπ'αριθ…..1987 Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς), όσο και σε σχέση με την ως άνω αναφερόμενη υπ'αριθ. …/1976 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθ. ….-1988 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ...., (στο οποίο προσαρτάται, ως ελέχθη το από Ιανουάριο 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... ...), ο δεύτερος καθ'ου μεταβίβασε στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…., Ε.Π.Ε» το ως άνω ακίνητο (μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο τμήμα), εκτάσεως 727,46 τ.μ υπό τον όρο της εξώνησης εντός διετούς προθεσμίας αντί τιμήματος. 7.100.000 δρχ. και στη συνέχεια με το υπ'αριθ….. συμβόλαιο της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου παρατάθηκε η ως άνω προθεσμία εξωνήσεως κατά ένα χρόνο, ήτοι μέχρι τις 19-02-1991, ενώ περαιτέρω με το υπ'αριθ…. συμβόλαιο, παρατάθηκε εκ νέου η προθεσμία εξώνησης για έξι ακόμη μήνες, ήτοι μέχρι και τις 19-08-1991 και τέλος, δυνάμει του υπ'αριθ. …. συμβολαίου αναπώλησης λόγω εξώνησης της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, η ως άνω εταιρεία επαναπώλησε στον εκκαλούντα - δεύτερο καθ'ου η τριτανακοπή το ως άνω οικόπεδο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη καθ'ης η τριτανακοπή υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «…. Ε.Ε» και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, ως οιονεί καθολική διάδοχος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «….» διατηρούσε απαίτηση κατά του εκκαλούντος- δεύτερου καθ'ου η τριτανακοπή ... ..., λόγω μη καταβληθείσας μεσιτικής αμοιβής, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 349/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Αμοιβών) και με την οποία υποχρεώθηκε ο εκκαλών να καταβάλει στην ανωτέρω εταιρεία το ποσό των 4.720.000 δρχ. ή 13.852€, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την εξόφληση. Ακολούθως, εκδόθηκε πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ως άνω απόφασης, το οποίο κοινοποιήθηκε στο δεύτερο καθ'ου στις 27-01-1999, πλην, όμως, ο τελευταίος ουδέν κατέβαλε και επακολούθησε αναγκαστική εκτέλεση, την οποία επέσπευσε ως δανείστρια η πρώτη καθ'ής η τριτανακοπή και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη και επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του δεύτερου καθ'ου (τμήμα του οποίου είναι το επίδικο), εκτάσεως 726,46 τ.μ στο Δήμο Αγίων Αναργύρων, στη θέση «Ανάκασα», επί των οδών …., το οποίο εμφαίνεται στο από Ιανουάριου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... ..., το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθ…../1988 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου …. υπό στοιχεία (Α-Β-Γ-Δ-Θ-Η-Ο-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α) και το οποίο συνορεύει βόρεια με οδό Δωδεκανήσου, νότια με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά με οδό …. και δυτικά με οδό …, δυνάμει της υπ'αριθ. …./1999 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σταύρου Ηλιόπουλου. Ακολούθως, στις 27-9-2000 διενεργήθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου στο Δημοτικό Κατάστημα Αγίων Αναργύρων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …. με τιμή πρώτης προσφοράς ποσό 35.000.000 δρχ και το ακίνητο κατακυρώθηκε στο …. ... του ... στο όνομα και για λογαριασμό της προσθέτως παρεμβαίνουσας ..., συζύγου ... ..., το γένος …. για το ποσό των 60.000.000 δρχ, δυνάμει της υπ' αριθ. …. Έκθεσης Αναγκαστικού Πλειστηριασμού Ακινήτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ….. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα κατέβαλε το ποσό των 11.700.000 δρχ ως εγγύηση, καθώς και το ποσό των 7.951.600 δρχ. στη Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων για φόρο μεταβίβασης ακινήτου από αναγκαστικό πλειστηριασμό (βλ. την από 03-10-2000 Δήλωση Φόρου Μεταβίβασης και Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου-Α (Σειρά В …- 2000) της Δ.Ο.Υ Αγίων Αναργύρων). Ωστόσο, η περαιτέρω διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου στο πλαίσιο της ως άνω αναγκαστικής εκτέλεσης στην υπερθεματίστρια προσθέτως παρεμβαίνουσα με την καταβολή και του υπολοίπου τιμήματος δεν προχώρησε, καθόσον, λίγο μετά από την ως άνω κατακύρωση, έγινε αντιληπτό από την ανωτέρω ότι η τριτανακόπτουσα ΕΥΔΑΠ διεκδικούσε την αναγνώριση κυριότητας επί του επίδικου τμήματος του ως άνω ακινήτου. Για το λόγο αυτό δεν συντάχθηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου (βλ. την από 20-11-2001 βεβαίωση της διενεργείσας την πλειστηριασμό Συμβολαιογράφου ….) η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα υπερθεματίστρια άσκησε την από 10-10- 2000 ανακοπή κατ'αρθ. 933 ΚΠολΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΑΚΔ .../…./17-10-2000), η συζήτηση της οποίας εν τέλει ματαιώθηκε ενόψει της υπό κρίση τριτανακοπής. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα και ιδίως από το υπ'αριθ. …. Τοπογραφικό Διάγραμμα, το απόσπασμα της πινακίδας …. του ΥΠΕΧΩΔΕ, την υπ'αριθ. …. πινακίδα της Γ.Υ.Σ. τις υπ'αριθ. … και … Α/Φ (αεροφωτογραφίες με έτος φωτοληψίας 1959, την από Φεβρουάριο 1971 Κτηματογραφική Αποτύπωση Χειμάρρου Κηφισού Περιοχής Ανακάσσης του ΟΛΠ (Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών Τμήμα Τοπογραφικό) και την από Ιούλιο 1999 Ταχυμετρική Αποτύπωση της ιδίας ως άνω περιοχής της ΕΥΔΑΠ (Δ/νση έργων ύδρευσης Υπηρεσία Τοπογραφήσεων και Κτηματογράφησης), το από 12-10-1977 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την υπ'αριθ. .../77 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησίας ... ... (πατέρα και δικαιοπαρόχου του καθού) στο Ο.Τ. ... του Δήμου Αγ. Αναργύρων της Νομαρχίας Αθηνών, του αποσπάσματος του ισχύοντος σχεδίου πόλης τηςΔ.Ε. Αγίων Αναργύρων-Καματερού στη θέση «Ανάκασα» στο Ο.Τ ..., το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ'αριθ. ΦΕΚ …. την από Μάρτιο 2010 Τεχνική Έκθεση Φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού …, την από 20-05-2008 Τεχνική Έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Επαμεινώνδα Πέππε, καθώς και από την υπ'αριθ. …./2019 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού ... ..., το επίδικο τμήμα προέκυψε από την καλυφθείσα κοίτη παλαιού ρέματος του ποταμού Κηφισού, που διέσχιζε το επίδικο, ύστερα από τη διευθέτηση της παλαιός κοίτης και δη την τροποποίηση της φυσικής του πορείας μέσω τεχνικών έργων, που έλαβαν χώρα κατά την κατασκευή της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, που ξεκίνησαν στο εν λόγω σημείο ήδη από το 1961 από την ανάδοχο εταιρεία «…». Συγκεκριμένα, η φυσική ροή του Κηφισού, που χαρακτηριζόταν από συνεχείς μαιάνδρους (όπως απεικονίζεται στην πινακίδα 51), αντικαταστάθηκε με μια τεχνητή, ευθυγραμμισμένη κοίτη, η οποία υπάρχει μέχρι και σήμερα (και απεικονίζεται στην πινακίδα ….). Η χάραξη της νέας αυτής κοίτης είχε ως αποτέλεσμα να καταργηθούν οι παλιοί μαίανδροι και μεγάλα τμήματα της παλιάς κοίτης, τα οποία στη συνέχεια επιχωματώθηκαν και μετατράπηκαν σε οικόπεδα, δρόμους και κοινόχρηστους χώρους. Χαρακτηριστικά, το Οικοδομικό Τετράγωνο (Ο.Τ.) ... και οι εκτάσεις που βρίσκονται βόρεια αυτού δημιουργήθηκαν ακριβώς λόγω της διευθέτησης του ποταμού Κηφισού και της κατάργησης του μαιάνδρου που υπήρχε σε εκείνο το σημείο. Η διευθέτηση αυτή έγινε περίπου κατά τα έτη 1970-1971, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του …., τοπογράφου μηχανικού της ΕΥΔΑΠ. Για το λόγο αυτό, στις αεροφωτογραφίες του 1982 δεν απεικονίζεται πλέον ρέμα στο σημείο όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο. Αντίθετα, στις αεροφωτογραφίες 53727-53728 του 1959, το μεγαλύτερο μέρος της ιδιοκτησίας του ... ... (πατέρα και δικαιοπαρόχου του δεύτερου καθ’ ου) φαίνεται να βρίσκεται εντός της παλαιός κοίτης του Κηφισού, ενώ μόνο περίπου 60 τ.μ. βρίσκονταν εκτός αυτής (βλ. σελ. 8-9 της Τεχνικής Έκθεσης Φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού ... ..., Μάρτιος 2010). Το παραπάνω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται και με μια απλή σύγκριση του αποσπάσματος του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στο Ο.Τ. ... της Δημοτικής Κοινότητας Αγίων Αναργύρων (ΦΕΚ τ. 4ο, Αρ. ….), όπου αποτυπώνεται η νέα διαδρομή της διευθετημένης κοίτης του Κηφισού. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο πραγματογνώμονας ... ..., τοπογράφος μηχανικός και πολιτικός μηχανικός, επιστημονικός συνεργάτης του Ε.Μ.Π., ο οποίος διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 211/2017 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο τελευταίος εκπόνησε νέο τοπογραφικό διάγραμμα με επίγεια αποτύπωση σε σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ 87 και κλίμακα 1:200, προκειμένου να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το επίδικο τμήμα, όπως αυτό είχε αποτυπωθεί στο υπ’ αριθμ. A 781 -5/Ιούλιος 1999 Τοπογραφικό Διάγραμμα της ΕΥΔΑΠ. Σύμφωνα με τα πορίσματα του (βλ. την υπ’ αριθμ. 115/2019 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του τελευταίου), το επίδικο τμήμα έχει εμβαδόν 512,83 τ.μ. (και όχι 486,30 τ.μ.), το εκπλειστηριασθέν οικόπεδο έχει εμβαδόν 716,65 τ.μ. (αντί για 726,46 τ.μ.) και η έκταση του επίδικου τμήματος που βρισκόταν εντός της παλαιός κοίτης το 1959, ανέρχεται σε 508,03 τ.μ. Το τελευταίο στοιχείο υπολογίστηκε λαμβάνοντας υπόψη ότι η παλαιό κοίτη είχε ‘διπλή’ δυτική όχθη στο σημείο εκείνο, λόγω της καμπυλότητας της ροής του ποταμού (μαίανδρος), η οποία προκαλούσε αυξημένη διάβρωση και, συνεπώς, επέκταση της κοίτης. Αποδείχθηκε συνεπώς ότι ο ... ... του Ιωάννη, πατέρας του δεύτερου καθ’ ου, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1970-1971 και σίγουρα πριν από το 1976, επιχωμάτωσε και κατέλαβε το επίδικο τμήμα, το οποίο είχε προκύψει μετά τη διευθέτηση του παλιού ρέματος. Ενόψει αυτής της επιχωμάτωσης και της κατοχής της συγκεκριμένης έκτασης, ο ανωτέρω υπέβαλε την από 8-11-1976 αίτηση στο Τμήμα Απαλλοτριώσεων της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής, ζητώντας τη σύνταξη Πράξης Προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας για την ιδιοκτησία του στο Οικοδομικό Τετράγωνο ... του Δήμου Αγίων Αναργύρων, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο. Σε συνέχεια της αίτησης αυτής, εκδόθηκε από την αρμόδια υπηρεσία, στις 12-06-1977, η Πράξη Προσκύρωσης με αριθμό πρωτοκόλλου .../77, καθώς και η υπ’ αριθ. …/77 Πράξη Προσκύρωσης και Αναλογισμού Αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας. Με αυτήν ο ... ... κλήθηκε να αποζημιώσει τον Οργανισμό Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (ΟΑΠ), δικαιοπάροχο της τριτανακόπτουσας ή όποιον αναγνωριστεί από τακτικό δικαστήριο ως δικαιούχος, για τις εκτάσεις που αναφέρονται στην εν λόγω πράξη και οι οποίες, σύμφωνα με το από 12-07-1977 τοπογραφικό διάγραμμα που τις συνοδεύει, βρίσκονται εντός της κοίτης του διευθετηθέντος πρώην ρέματος. Ωστόσο, ο πατέρας του δεύτερου καθ’ ου ουδέποτε κατέβαλε στον ΟΑΠ το ποσό που είχε οριστεί, με αποτέλεσμα η διαδικασία προσκύρωσης να μην ολοκληρωθεί. Επειδή μετά τη διευθέτηση του ποταμού Κηφισού είχε απομείνει στο σημείο του επιδίκου ένα μικρό τμήμα ρέματος, το οποίο εξακολουθούσε να συγκεντρώνει τα όμβρια ύδατα της περιοχής σε περιόδους βροχοπτώσεων, η τριτανακόπτουσα, το έτος 1991, προχώρησε στην οριστική διευθέτηση του σημείου αυτού. Συγκεκριμένα, εκπόνησε μελέτη και κατασκεύασε έναν βοηθητικό αγωγό στην οδό Μουσουνίτσης, ο οποίος είχε σκοπό να παραλαμβάνει τα υπολειπόμενα όμβρια ύδατα και να τα διοχετεύει στον ποταμό Κηφισό. Το ρέμα του Κηφισού, το οποίο πριν από την αρχική διευθέτηση διέσχιζε, μεταξύ άλλων, το Οικοδομικό Τετράγωνο ... και σχεδόν ολόκληρο το επίδικο τμήμα του μεγαλύτερου οικοπέδου του δεύτερου καθ’ ου, είχε μήκος περίπου 40 χιλιομέτρων, πλάτος 35 μέτρων και βάθος 15 μέτρων. Ξεκινούσε από τις παρυφές της Πάρνηθας, συγκέντρωνε τα όμβρια ύδατα της περιοχής και τα μετέφερε στον Σαρωνικό κόλπο. Το ρέμα αυτό, που διέσχιζε, όπως προαναφέρθηκε το επίδικο, χρησιμοποιούνταν ως κοινόχρηστος χώρος από αμνημονεύτων χρόνων, τουλάχιστον για διάστημα άνω των 80 ετών πριν από την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα (23-02-1946), καθώς οι προηγούμενες δύο γενεές ανθρώπων γνώριζαν την ίδια αυτή κατάσταση, ήτοι τη φυσική απορροή των βρόχινων νερών της περιοχής μέσω του υφιστάμενου ρέματος, προτού γίνει η ευθυγράμμιση της κοίτης του Κηφισού και καταργηθούν οι αρχικοί μαίανδροι. Ως εκ τούτου, το ως άνω ρέμα, ως κοινής χρήσης πράγμα με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου είχε περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου. Συνεπώς, μετά την ολοκλήρωση της προαναφερόμενης διευθέτησης - η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος συντελέστηκε τα έτη 1970-1971 και ολοκληρώθηκε στο επίδικο την περίοδο 1990-1991 καλύφθηκε η κοίτη του πρώην ρέματος και η έκταση που καταλάμβανε αυτή περιήλθε, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 περ. β’ του Ν.Δ. 2722/1953, στην κυριότητα αρχικά του ΟΑΠ και ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 1068/1990, στην κυριότητα της τριτανακόπτουσας ΕΥΔΑΠ, ως καθολικής διαδόχου του ΟΑΠ, καθώς ουδέποτε ολοκληρώθηκε η διοικητική διαδικασία προσκύρωσης υπέρ του ... ..., λόγω μη καταβολής από μέρους του του τιμήματος στον ΟΑΠ, και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, μετά τη διευθέτηση του 1990-1991, περιήλθε απευθείας στην κυριότητα της τριτανακόπτουσας, η οποία μετά τα ανωτέρω τυγχάνει, σύμφωνα με το νόμο, κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος. Τα παραπάνω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από την από Μάρτιο 2007 με αριθμό …./2007 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε η διορισθείσα με την υπ’ αριθμ. 2137/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πολιτικός μηχανικός ... .... Η πραγματογνώμονας αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη έκταση των 486,30 τ.μ. δεν προέκυψε από επιχωμάτωση της περιοχής λόγω εκτέλεσης τεχνικών έργων από την τριτανακόπτουσα κατόπιν της διευθέτησης του ρέματος Κηφισού και ότι η κοίτη του παλαιού ρέματος Κηφισού διήρχετο καθ'ολοκληρία εκτός του επίδικου τμήματος. Όμως, οι ισχυρισμοί της εν λόγω Έκθεσης δεν κρίνονται πειστικοί από το παρόν Δικαστήριο, καθώς βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση τόσο με τα αποδεικτικά στοιχεία που παρατέθηκαν ανωτέρω (έγγραφα και τεχνικές εκθέσεις), από τα οποία με σαφήνεια και δίχως αμφιβολία αποδείχθηκε ότι το επίδικο κάλυπτε η παλαιά κοίτη του κοινόχρηστου ρέματος του Κηφισού, μετά τη διευθέτηση του οποίου με την μετατόπιση-ευθυγράμμιση του ρέματος, την επιχωμάτωση στο σημείο και την κατασκευή του αγωγού όμβριων υδάτων, οι εκτάσεις που προέκυψαν περιήλθαν στην κυριότητα του ΟΑΠ και ακολούθως της ΕΥΔΑΠ, όσο και με τη μεταγενέστερη υπ’ αριθ. …/2019 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, με την οποία κατηγορηματικά επιβεβαιώνονται τα ανωτέρω. Η ως άνω πραγματογνώμονας μάλιστα αμφισβητεί την αποδεικτική δύναμη της υπ’ αριθ. …./77 Πράξης Προσκύρωσης και Αναλογισμού Αποζημίωσης της Νομαρχίας Αθηνών για τη θέση και το εύρος του ρέματος στο σημείο του επιδίκου, υποστηρίζοντας, δίχως, ωστόσο, αξιόλογα επιχειρήματα, ότι ο ΟΑΠ, ο οποίος συμμετείχε στη σύνταξή της, βασίστηκε σε σχεδιαγράμματα περιορισμένης αποδεικτικής ισχύος, αναφέροντας η ανωτέρω το υπ’ αριθ. Α781 -5/Ιούλιος 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της ΕΥΔΑΠ — το οποίο, όμως, δεν υπήρχε όταν συντάχθηκε η επίμαχη Πράξη Προσκύρωσης το 1977 — καθώς και την κτηματογραφική αποτύπωση του χειμάρρου Κηφισού στην περιοχή Ανάκασσας από τον ΟΑΠ, κρίνοντας ότι η αποτύπωση των ορίων του ρέματος είναι αναξιόπιστη, εφόσον στηρίζεται σε δεδομένα περιορισμένης ακρίβειας και μόνο ενδεικτικά, κατά την άποψή της, τεκμηριώνουν την ύπαρξη ρέματος κοντά στο επίδικο. Η πραγματογνώμονας θεωρεί ότι οι πινακίδες ..., 131, 151 του 1953, το τοπογραφικό τμήμα του ΟΑΠ και οι υπ’ αριθ. 53727 και 52728 αεροφωτογραφίες της ΥΔΕ (φωτοληψίας 15-01-1959), είναι μειωμένης αξιοπιστίας, επειδή αφενός δεν της παραδόθηκαν ποτέ στο πλαίσιο της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης και αφετέρου στηρίζονται σε παλαιότερο τεχνολογικό εξοπλισμό. Επιπλέον, επικαλείται πρόσφατη φωτοερμηνευτική μελέτη του 2006, η οποία- βασιζόμενη στις ίδιες ακριβώς αεροφωτογραφίες των ετών 1959 και 1982- φέρεται να δίνει διαφορετικά αποτελέσματα αναφορικά με τη θέση και το εύρος του ρέματος. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή είναι αντιφατική, καθώς από τη μία δηλώνει ότι οι αεροφωτογραφίες δεν της παραδόθηκαν, επομένως ήταν αδύνατο να τις εξετάσει, και ταυτόχρονα στηρίζει τον ισχυρισμό περί μειωμένης αξιοπιστίας τους σε μία μεταγενέστερη φωτοερμηνεία του 2006, που βασίστηκε ακριβώς σε αυτές. Επιπροσθέτως, η ως άνω διορισθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας δεν ανέθεσε ως όφειλε τη φωτοερμηνεία των κρίσιμων αεροφωτογραφιών σε κατάλληλο εξειδικευμένο γραφείο με δική της επίβλεψη - όπως έπραξε ο μεταγενέστερα διορισθείς πραγματογνώμονας ... ... - αλλά αντί αυτού, χρησιμοποίησε μελέτη που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό …. ..., κατόπιν ανάθεσης από έναν εκ των διαδίκων και δη του εκκαλούντος ... ..., στηρίζοντας, μάλιστα, το πόρισμά της σε αποδεικτικά μέσα, τα οποία προηγουμένως είχε η ίδια χαρακτηρίσει ως αναξιόπιστα, το πόρισμα δε της εν λόγω μελέτης ενσωματώθηκε αυτούσιο στην έκθεσή της. Επιπλέον, η ίδια πραγματογνώμονας θεωρεί ότι η υπ’ αριθ. .../77 Πράξη Προσκύρωσης της Νομαρχίας Αθηνών δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως τεχνικό αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη ρέματος στο σημείο του επιδίκου, επικαλούμενη αντίθετη «γνωμάτευση» που περιλαμβάνεται σε έγγραφο της ίδιας περιόδου (1975) και συγκεκριμένα το υπ’ αριθ. πρωτ. ….1975 έγγραφο του Υπουργείου Δημοσίων Έργων/Υπηρεσία Υδραυλικών Έργων. Το έγγραφο αυτό, ωστόσο, απλώς αναφέρει ότι οι προς εκτέλεση οικοδομικές εργασίες δεν παρεμποδίζουν ουσιωδώς τη ροή των όμβριων υδάτων και τη μελλοντική διευθέτηση του ρέματος, χωρίς να αμφισβητεί ρητά την ύπαρξη του ρέματος στο επίδικο, ενώ και δεδομένου ότι η ως άνω Υπηρεσία έχει αρμοδιότητα μόνο επί υδραυλικών ζητημάτων και όχι επί του εμπράγματου καθεστώτος του ακινήτου, διατηρεί ρητή επιφύλαξη υπέρ των δικαιωμάτων του ΟΑΠ, σύμφωνα με το N. 2722/1953 (παρ. 2 του εν λόγω εγγράφου). Στην πραγματικότητα, το συγκεκριμένο έγγραφο ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι ήδη από το έτος 1975, το μεγαλύτερο μέρος του επιδίκου είχε υποστεί διευθέτηση και επιχωμάτωση και είχε προσαρτηθεί από τον δικαιοπάροχο του δεύτερου καθ’ ου, ... ..., στην παρακείμενη ιδιοκτησία του, δηλαδή ότι, ούτως ή άλλως, κατά το έτος 1975 δεν υπήρχε ρέμα στο σημείο που βρίσκεται το επίδικο τμήμα, καθώς είχε ήδη λάβει χώρα η διευθέτηση, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο τμήμα του επιδίκου, η επιχωμάτωση και η κατάληψη από τον δικαιοπάροχο του καθ'ου. ... .... Επομένως, το ως άνω συμπέρασμα της πραγματογνωμόνος - ... ... περί μη αποδεικτικής αξίας της υπ'αριθ. .../1977 Πράξης Προσκύρωσης είναι κρίνεται ως αυθαίρετο και στερούμενο επαρκούς αιτιολογίας. Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι το μεγαλύτερο μέρος του επίδικου ακινήτου, συνολικής επιφάνειας 486,30 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... στο τοπογραφικό διάγραμμα Α781- 5/Ιούλιος 1999 της Υπηρεσίας Τοπογραφήσεων και Κτηματολογίου της ΕΥΔΑΠ, κλίμακας 1:500, και όπως διαπιστώθηκε σε νεότερη και ακριβέστερη εμβαδομέτρηση (αποτύπωση στο σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ 87), επιφάνειας 512,83 τ.μ., εντός του Οικοδομικού Τετραγώνου ... του Δήμου Αγίων Αναργύρων Αττικής, επί των οδών Μουσουνίτσης, Δωδεκανήσου και Λάμπρου Κατσώνη, το οποίο φαίνεται στο από Φεβρουάριο 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του Πραγματογνώμονα ... ..., με κλίμακα 1:200, και συγκεκριμένα τμήμα αυτού, εμβαδού 508,03 τ.μ., που εμφαίνεται υπό τα στοιχεία ΚΦΧΨΩΜΓΔΕΖΗΝΚ στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα - συνιστά κοινής χρήσης πράγμα και ως τέτοιο δεν ήταν επιδεκτικό μεταβίβασης. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος καθ’ ου η τριτανακοπή και ήδη εκκαλών δεν απέκτησε κυριότητα επ’ αυτού με το υπ’ αριθμ. .../1976 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών.... Ομοίως ούτε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι χρησικτησία κατέστη κύριος αυτού, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων (άρθρο 10 παρ. 2 του N.1068/1980), το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας μετά τις 11-09-1915. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του δεύτερου καθ’ ου πριν το έτος 1913, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται. Τουναντίον, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι στο συγκεκριμένο σημείο, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, διήρχετο ρέμα από αμνημονεύτων ετών, γεγονός που καθιστούσε
αντικειμενικώς αδύνατη οποιαδήποτε πράξη νομής εκ μέρους των δικαιοπαρόχων αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο. Μετά από τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο τα ίδια έκρινε με όμοια αιτιολογία και έκανε δεκτή την τριτανακοπή, αναγνωρίζοντας την κυριότητα, νομή και κατοχή της τριτανακόπτουσας επί της αιτηθείσας (αρθ. 106 ΚΠολΔ) επιφάνειας των 486,30 τ.μ και ακύρωσε την επίδικη έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών ισχυρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολό της, απορριπτόμενου και του αιτήματος του εκκαλούντος για τη διενέργεια νέας (τρίτης) πραγματογνωμοσύνης, καθόσον το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από όλα τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του, μεταξύ των οποίων και η με αριθμό 115/2019 πραγματογνωμοσύνη, η οποία είναι πλήρης και επαρκής. Μετά την απόρριψη της έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που κατατέθηκε στο Δημόσιο Ταμείο και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθ. 179 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 2-2-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ. .../.../2022) έφεση (αρ.εκθ.καταθ. στο Εφετείο .../2023) και την από 20-3-2024 (αριθμ.εκθ.καταθ. .../2024) κλήση-γνωστοποίηση διακοπής και εκούσια επανάληψη δίκης.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ'ουσία την έφεση κατά της με αριθμό 567/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις …2025
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 2025, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, παρουσία της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ