ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 293/2025

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Πλαστήρα, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε νόμιμα από το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέως.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: …, κατοίκου ... Αττικής (οδός ...), με ΑΦΜ …., ο οποίος εμφανίσθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του, Κωνσταντίνα Λεκκάκου (Α.Μ. Δ.Σ….. …).

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….», που εδρεύει στο …. Αττικής (οδός ….), και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …., ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία «….», που εδρεύει στην ... (….), και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία μεταβιβάσθηκαν οι απαιτήσεις της εταιρείας με την επωνυμία «….», που εδρεύει στην ... (….), και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…. ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της, Μαρία Άρχου (Α.Μ. Δ.Σ….) και Κωνσταντίνο Μπάκα (Α.Μ. Δ.Σ…..).

Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής εκτέλεσης, που περιέχεται στο δικόγραφο της από 12-09-2025 έφεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης .../23-9-2025 και στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης .../23-9- 2025, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 938 παρ. 2 και 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την προσθήκη τους με το άρθρο 60 N. 4842/2021 από 1ης Ιανουάριου 2022 (κατ ’ άρθρο 120 N. 4842/2021) και εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η Ιανουάριου 2022 (άρθρο 116 παρ. 6γ του ίδιου νόμου): α) επί κατάσχεσης ακινήτου, η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με το ένδικο μέσο ή με τις προτάσεις, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου και β) η αίτηση, με την οποία ζητείται η αναστολή του πλειστηριασμού, είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, ενώ η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις της παραδεκτής άσκησης αίτησης αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτων είναι: α) η νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση έφεσης κατά της οριστικής (απορριπτικής της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ) απόφασης από τον αιτούντα, β) ο κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα από την επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης και γ) η πιθανολόγηση ευδοκίμησης (ενός τουλάχιστον) λόγου έφεσης. Πρόσθετη προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης είναι, αν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, η κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του αρμοδίου (δευτεροβάθμιου) Δικαστηρίου το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού (ΕφΑθ (Μον) 13/2024, βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών ζητεί με την υπό κρίση αίτησή του, να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται εις βάρος του από την καθ’ ης, με την επίδοση της από 15-11-2024 επιταγής προς πληρωμή κάτω από ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό..../2017 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και των με αριθμούς ... και ... από 26-02-2025 εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης ενυπόθηκων ακινήτων του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ..., με την οποία κατασχέθηκαν και εκτίθενται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, την 2α Οκτωβρίου 2025 τα περιγραφόμενα στην ανωτέρω έκθεση ακίνητά του, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της -σωρευομένης στο ίδιο δικόγραφο- από 12-09-2025 και με αριθμό κατάθεσης .../23-9-2025 έφεσής του, που άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της με αριθμό 2121/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι από 08-04-2025 και με αριθμούς κατάθεσης .../11- 4-2025 και …/11-4-2025 ανακοπές του κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, για το λόγο ότι είναι βέβαιο ότι η έφεσή του θα ευδοκιμήσει και αν πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός των κατασχεθέντων ακινήτων του θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, καθώς και να καταδικασθεί η καθ’ ης στη δικαστική του δαπάνη.

Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 938 § 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον N. 4842/2021, που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω λόγω του χρόνου επίδοσης της από 15-11-2024 επιταγής προς πληρωμή, για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι εμπρόθεσμη, καθώς κατατέθηκε στις 23-09-2025, ήτοι πλέον των πέντε (5) εργάσιμων ημερών πριν τη διενέργεια του ένδικου πλειστηριασμού, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει οριστεί για την 2α Οκτωβρίου 2025. Ομοίως, παραδεκτά έχει ασκηθεί και η από 12-09-2025 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών .../23-9-2025 έφεση, απευθυνομένη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά της με αριθμό 2121/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο πλαίσιο της οποίας ζητείται η ένδικη αναστολή, καθώς και αυτή έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, ήτοι προ επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθ’ όσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται και δεν αποδεικνύουν επίδοση αυτής, ενώ από τη δημοσίευσή της, που έλαβε χώρα στις 03- 07-2025 μέχρι την άσκηση της έφεσης, ήτοι στις 23-09-2025, δεν παρήλθε διετία (άρθρα 495 παρ. 1 2, 496, 500, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό της άσκησής της έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ παράβολο, έτσι ώστε να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος. Επιπλέον, η κρινόμενη αίτηση αναστολής είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933 και 938 §§§ 2, 4, 5 ΚΠολΔ (όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον N. 4842/2021), εκτός από το παρεπόμενο αίτημά της περί καταδίκης της καθ’ ης στη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. β’ και γ’ του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), η δαπάνη του αιτούντος την αναστολή εκτέλεσης, επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του ιδίου. Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση να εξεταστεί στη συνέχεια και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 25 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η πραγμάτωση με την αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης δανειστή έναντι του οφειλέτη, η οποία ελέγχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 62/1990, ΑΠ 1292/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 261/2017, ΑΠ 1077/2015, ΑΠ 2089/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένη μορφή έννομης προστασίας για την παροχή της οποίας προσβάλλονται επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα του οφειλέτη, διότι στη στάθμιση των αγαθών που επιχειρεί ο νομοθέτης κρίνει αναγκαία και προέχουσα την ικανοποίηση του δανειστή. Από την άλλη, όμως, πλευρά, τα μέτρα εκτέλεσης θα πρέπει να υπόκεινται σε έλεγχο με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος. Έτσι, οι πράξεις εκτέλεσης, που παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, θα πρέπει να κηρύσσονται άκυρες, μετά από την άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Η αρχή της αναλογικότητας, με τις επιμέρους αρχές, στις οποίες αναλύεται, θέτει όρια τα οποία απαγορεύουν τη χρήση μέσων εκτέλεσης, άρα και την επιχείρηση των σχετικών πράξεων εκτέλεσης, όταν τα μέσα αυτά δεν είναι κατάλληλα για να επιτύχουν το σκοπό της εκτελεστικής διαδικασίας (αρχή της καταλληλότητας), όταν δεν είναι αναγκαία επειδή υπάρχει άλλο ηπιότερο μέσο (αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου) και όταν προκαλούν ζημία είναι δυσανάλογα μεγάλη και επιβαρυντική για τον θιγόμενο, διότι τα ωφελήματα που επιδιώκει ο επισπεύδων με τις πράξεις εκτέλεσης δεν βρίσκονται σε αρμόζουσα λογική ακολουθία με τις αρνητικές επιπτώσεις για τον καθ’ ου η εκτέλεση (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 724/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, λόγο ανακοπής μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 2613/2017, ΑΠ 893/2003, ΕφΠειρ 36/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, είτε από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, είτε από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012 ΤΝΠ Νόμος). Για να κριθεί, αν υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερόμενων ορίων στην εκάστοτε περίπτωση, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΟλΑΠ 9/2015 ΧρΙΔ 2015.575, ΑΠ 119/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικά δε, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 951 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αποτελεί έκφανση της, κατά την διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ, γενικής αρχής περί της απαγόρευσης καταχρηστικής διαδικαστικής συμπεριφοράς και αποσκοπεί στην αποτροπή της υπερβολικής καταπίεσης του οφειλέτη από την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε δυσαναλογία σε σχέση προς την απαίτηση, επιβάλλεται περιορισμός, προς προστασία του καθ’ ου η κατάσχεση από τον κίνδυνο του πλειστηριασμού πραγμάτων, περισσοτέρων από όσα απαιτούνται για την ικανοποίηση των δανειστών και των εξόδων της εκτέλεσης. Ο περιορισμός της καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για αναγκαστική εκτέλεση εκδηλώνεται ως απειλή ακυρότητας των πράξεων της αναγκαστικής κατάσχεσης πράγματος του οφειλέτη αξίας δυσαναλόγως μεγαλύτερης από το ύψος της ουσιαστικής αξίωσης του επισπεύδοντος ή της κατάσχεσης ορισμένου πράγματος. Το ζήτημα, αν οι συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να εκτιμάται και να σταθμίζεται με βάση τις αντίστοιχες συνέπειες που είναι δυνατόν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (βλ. ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ1603/2014 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η άσκηση του δικαιώματος, εξαιτίας της οποίας προκαλούνται στον υπόχρεο επαχθείς και όχι κατ’ ανάγκη αφόρητες συνέπειες, πρέπει να μην είναι σε τέτοιο βαθμό ανεκτή, ώστε, μετά από στάθμισή τους προς το εντεύθεν εξυπηρετούμενο συμφέρον του δικαιούχου, να κρίνεται επιβεβλημένη για την αποτροπή των επαχθών ως προς τον υπόχρεο συνεπειών η θυσία του ασκούμενου δικαιώματος, σε συνάρτηση με τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας. Η τελευταία, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, οφείλει δε ο δικαστής, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της νομοθεσίας, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, καθώς και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (βλ. ΟλΑΠ 9/2015 σε ΧρΙΔ 2015.575).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτησή του, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου, ο αιτών-εκκαλών ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης η αίτηση- εφεσίβλητη επισπεύδει την προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση δηλώνοντας ότι είναι διαχειρίστρια της προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, η οποία περιήλθε σε αυτήν από την αρχική δικαιούχο τράπεζα με την επωνυμία «…. ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία ««….», που εδρεύει στην .... Ότι επιδόθηκε σε αυτόν από την διαχειρίστρια των απαιτήσεων της ως άνω διαδόχου της δικαιούχου και καθ’ ης, η από 15-11-2024 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. .../2017 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επιτάχθηκε να καταβάλει, το ποσό των 698.552,34 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Ότι ακολούθησε η σύνταξη των με αριθμούς ... και ... από 26-2-2025 εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης ενυπόθηκων ακινήτων του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ... με τις οποίες κατασχέθηκε αναγκαστικά για την ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεως, η περιγραφόμενη σε αυτές ακίνητη περιουσία του, αποτελούμενη από δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες μετά των παρακολουθημάτων τους ευρισκόμενες επί οικοδομών κείμενων στην Αθήνα και την Κηφισιά Αττικής, οι οποίες εκτίθενται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, ο οποίος ορίσθηκε να λάβει χώρα στις 02-10-2025. Με βάση το ιστορικό αυτό και για τους λόγους που αναφέρει στο δικόγραφο της αιτήσεώς του ο αιτών ζητεί να ανασταλεί η επισπευδόμενη εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση.

Ο αιτών με τον ενδέκατο λόγο της έφεσής του επαναφέρει τον αντίστοιχο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο προσβάλλει την επισπευδόμενη εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, με την αιτιολογία ότι αυτή πρέπει να ακυρωθεί λόγω καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της καθ’ ης, κατά τα αναλυτικά σε αυτόν διαλαμβανόμενα. Ο λόγος αυτός τυγχάνει ορισμένος και νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη της παρούσης και ως εκ τούτου πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατά την ουσία του.

Από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους και τις δηλώσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που αναπτύχθηκαν προφορικά και διατυπώθηκαν με τα έγγραφα σημειώματα τους, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Με τις με αριθμούς ... και ... από 26-02-2025 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ενυπόθηκων ακινήτων του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ..., κατασχέθηκαν -με επισπεύδουσα την καθ’ ης η αίτηση- και εκτίθενται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, με ηλεκτρονικά μέσα, ο οποίος έχει ορισθεί για την 2α-10-2025, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …, τα περιγραφόμενα σε αυτήν δύο ακίνητα, που ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στον αιτούντα, για ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως της δικαιοπαρόχου της καθ’ ης, τράπεζας με την επωνυμία «…. Α.Ε.», ποσού 698.552,34 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, απορρέουσας εκ της με αριθμό .../2017 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το -κατόπιν περιορισμού- ποσό των 50.000 ευρώ, επί εκάστης των ανωτέρω εκθέσεων κατάσχεσης. Ειδικότερα, τα κατασχεθέντα ακίνητα είναι: α] μια αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντιος ιδιοκτησία - διαμέρισμα, με στοιχεία Γ-2 του τρίτου ορόφου, εμβαδού 151 τ.μ., μετά της υπό στοιχεία Α-4 αποθήκης και της με στοιχεία Θ-8 θέσης στάθμευσης του υπογείου, που ευρίσκεται επί πολυώροφης οικοδομής κείμενης εντός του Δήμου Αθηναίων, επί της οδού ... αρ. ... και ... (θέση «…»), και εκτιμήθηκε ως έχουσα εμπορική αξία συνολικού ποσού 570.000 ευρώ, η οποία ορίσθηκε και ως τιμή πρώτης προσφοράς και β] μια αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντιος ιδιοκτησία - διαμέρισμα, με στοιχεία 8Α-1 του κτιρίου 7-8, συνολικού εμβαδού 144,72 τ.μ., μετά της υπό στοιχεία α’-β’-γ’-δ’-ε’-ζ’-η’-θ’-θ”-θ’” αυλής, των με στοιχεία ΓΚ-8 και ΓΚ-11 θέσεων στάθμευσης και της με στοιχεία Υ-20 αποθήκης του υπογείου, που ευρίσκεται επί συγκροτήματος επαύλεων κείμενου εντός του Δήμου …., επί της οδού …. (θέση «...»), και εκτιμήθηκε ως έχουσα εμπορική αξία συνολικού ποσού 408.000 ευρώ, η οποία ορίσθηκε και ως τιμή πρώτης προσφοράς. Εκ των ανωτέρω προεκτεθέντων, λαμβανομένων υπ’ όψη των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 116 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, ερμηνευόμενων και με βάση τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας, πιθανολογείται ότι η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση, στηριζόμενη στις υπ’ αριθμ. .../2025 και .../2025 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης είναι άκυρη ως καταχρηστική, ήτοι ως αντιβαίνουσα στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, στους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που επικρατούν στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής έννομης τάξης, αλλά και την αντικειμενική καλή πίστη, δηλαδή την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, καθόσον βάσει της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, η θυσία που απαιτείται από την πλευρά του οφειλέτη, ήτοι η απώλεια περιουσιακών αντικειμένων συνολικής αξίας 978.000 (570.000 + 408.000) ευρώ, για τις ανάγκες της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι δυσανάλογα μεγάλη, για την ικανοποίηση μέρους μόνον απαίτησης της καθ’ ης, συνολικού ποσού 100.000 (50.000 x 2) ευρώ, η οποία συγκριτικά με αυτή, τυγχάνει δυσανάλογα μικρή, και ως εκ τούτου παρέπεται ότι καθίσταται μη ανεκτή, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία διέπει τόσο το ουσιαστικό όσο και το δικονομικό δίκαιο, στην ισχύουσα εθνική και υπερεθνική έννομη τάξη, δεδομένου ότι εν προκειμένω συντρέχει δυσαναλογία μέσου και σκοπού. Καθίσταται δε, περαιτέρω, πρόδηλο ότι οι συνέπειες, σε περίπτωση ευδοκίμησης του πλειστηριασμού, στο πρόσωπο του αιτούντος-εκκαλούντος από την απώλεια των περιουσιακών αυτών αντικειμένων του θα είναι ιδιαίτερα επαχθείς, συγκρινόμενες με τις συνέπειες από τη ματαίωση της ικανοποίησης του δικαιώματος είσπραξης της καθ’ ης. Τούτων δοθέντων, πιθανολογείται ότι η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση τυγχάνει καταχρηστική ως αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως εξειδικεύθηκε κατά τα ανωτέρω σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, και συνακόλουθα (πιθανολογείται) η ευδοκίμηση του τρίτου σκέλους του ενδέκατου λόγου εφέσεως και η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και εκδίκαση της ανακοπής από το Εφετείο και εν συνεχεία η αποδοχή του λόγου αυτού ανακοπής επί της ουσίας. Περαιτέρω, πιθανολογείται ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει στον αιτούντα ανεπανόρθωτη βλάβη, καθόσον θα απωλέσει τα επίδικα ακίνητα κυριότητας του. Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής και να ανασταλεί άνευ εγγυήσεως, καθόσον τούτο δεν κρίνεται σκόπιμο, η επισπευδόμενη σε βάρος του αιτούντος αναγκαστική εκτέλεση, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας εφέσεώς του. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η αίτηση (άρθρα 191 § 2 ΚΠολΔ και 84 παρ. 2 στοιχ. β’ και γ’ του ν. 4194/2013, Κώδικας Δικηγόρων), κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος της, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ, άνευ εγγυήσεως, την, εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση, επισπευδόμενη εις βάρος του αιτούντος αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει της από 15-11-2024 επιταγής προς πληρωμή συνταχθείσας κάτω από ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό .../2017 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και των συναφών με αριθμούς ... και ... από 26-02-2025 εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης ενυπόθηκων ακινήτων του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ..., με τις οποίες επισπεύδεται στις 02-10-2025, αναγκαστικός πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …, επί των κατασχεθέντων ακινήτων του αιτούντος μέχρι την έκδοση απόφασης επί της από 12-09-2025 και με αριθμό κατάθεσης .../23-9-2025 έφεσής του, που άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της με αριθμό 2121/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400 €) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ