ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Ε'

ΑΡΙΘΜΟΣ 29/2025

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Χριστίνα Ζαπάρτα, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Αναστασία Τσερτσόγλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2024, για να δικάσει τις κάτωθι υποθέσεις, μεταξύ :

Α)ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-Β' ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) Μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο Δήμο …, με ΑΦΜ … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) … του …και της …, κατοίκου …, με ΑΦΜ …, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Θεσσαλονίκης Μαγδαληνής Ιωαννίδου (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - Β' ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) … του … και της …, κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θεοδώρου Μακρή (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), που κατέθεσε προτάσεις και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…», με ΑΦΜ …, που εδρεύει στο … (…) και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία «…», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης Ιωάννη Δαρούδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), δυνάμει της από 5-11-2024 δήλωσης του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

В) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ - ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ Γ ΑΓΩΓΗΣ: 1) (- 1HΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Β' ΑΓΩΓΗΣ:) … του … και της …, κατοίκου … και 2) … του … και της …, ανήλικης που γεννήθηκε την 23.8.2012, κατοίκου …, που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα την αποκλειστική γονική της μέριμνα μητέρας της … του …, που παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θεοδώρου Μακρή (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Β' ΑΓΩΓΗΣ: 1) … του … και της …, κατοίκου …, με ΑΦΜ …, 2) Μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο Δήμο …, με ΑΦΜ … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Θεσσαλονίκης Μαγδαληνής Ιωαννίδου (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), που κατέθεσε προτάσεις και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης Δη μητριού Παπαδόπουλου - Τσαγιάννη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), δυνάμει της από 24-10-2024 δήλωσης του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Γ) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Β' ΑΓΩΓΗΣ: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...», με ΑΦΜ …, που εδρεύει στο … (…) και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία «…», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης Ιωάννη Δαρούδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), δυνάμει της από 5-11- 2024 δήλωσης του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Β' ΑΓΩΓΗΣ: Μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο Δήμο …, με ΑΦΜ … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Μαγδαληνής Ιωαννίδου (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), που κατέθεσε προτάσεις.

Οι Α' εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 12.11.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/2021 υπό στοιχείο Β' αγωγή τους κατά των ήδη Α' εφεσιβλήτων και ζήτησαν να γίνει αυτή δεκτή. Οι Β' εκκαλούσες, η 2η των οποίων, ως ανήλικη, εκπροσωπείται νόμιμα από την αποκλειστικώς ασκούσα της γονική της μέριμνα 1Π εκκαλούσα, άσκησαν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου την από 28.2.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/2022 υπό στοιχείο Γ' αγωγή τους κατά των ήδη Β' εφεσιβλήτων και ζήτησαν να γίνει αυτή δεκτή. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την υπ' αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/2021 υπό στοιχείο Α' αγωγή, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμό …/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 περ. 6 ΚΠολΔ), που απέρριψε τις υπό στοιχείο Α' και Γ' αγωγές, ενώ έκανε εν μέρει δεκτή τη Β’ αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν α) η από 20.6.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/11-9-2023 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και …/…/11-9- 2023 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό στοιχείο Α' έφεση από τους Β' ενάγοντες και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 4-4-2024 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, β) η από 10.6.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/11-6-2024 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και …/…/13-6-2024 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό στοιχείο Β' έφεση από τους Γ' ενάγουσες - 1η εναγόμενη της Β' αγωγής και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γ) η από 29.3.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/30-3-2024 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και …/…/3-4-2024 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό στοιχείο Γ' έφεση από την 2η εναγομένη της Β' αγωγής και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, γράφτηκαν δε όλες στο οικείο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και κατέθεσαν μονομερείς δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ανωτέρω αναφέρεται, ενώ κατέθεσαν νομότυπα έγγραφες προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση α) η από 20.6.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/11-9-2023 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και …/…/11-9-2023 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό στοιχείο Α' έφεση, β) η από 10.6.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/11-6-2024 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και …/…/13-6-2024 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό στοιχείο Β' έφεση και γ) η από 29.3.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/30-3-2024 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και …/…/3-4-2024 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό στοιχείο Γ' έφεση, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ’ αριθμό 12963/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 περ. 6 ΚΠολΔ), πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθ’ όσον βάλλουν κατά της ίδιας οριστικής απόφασης, υπάγονται στην ίδια διαδικασία και με την ένωση και συνεκδίκασή τους επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποτρέπεται το ενδεχόμενο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι κρινόμενες υπό στοιχείο Α' έφεση των πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθέντων Β’ εναγόντων, υπό στοιχείο Β' έφεση των ηττηθέντων εναγουσών της Γ' αγωγής και εν μέρει ηττηθείσας πρώτης εναγομένης της Β' αγωγής και υπο στοιχείο Γ' έφεση της εν μέρει ηττηθείσας δεύτερης εναγομένης της Β' αγωγής αντίστοιχα κατά της υπ' αριθμό 12963/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 περ. 6 ΚΠολΔ), ασκήθηκαν σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 496, 498, 499, 511, 513 παρ. 1 περ. α', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δοθέντος ότι από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλουμένης, ώστε να αρχίσει η οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ για την άσκηση της έφεσης προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, ούτε και παρήλθε διετία από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, εφόσον η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε την 18-10-2022 και οι αντίθετες εφέσεις κατατέθηκαν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 11-9-2023, την 11-6-2024 και την 30-3-2024 αντίστοιχα (σχετ. οι υπ' αριθ. …/…/11-9-2023, …/…/11-6-2024 και …/…/30-3-2024 εκθέσεις κατάθεσης ενδίκου μέσου της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα), έχει δε κατατεθεί κατά την άσκησή τους το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 A περ. β' του ΚΠολΔ παράβολο (σχετ. τα αναφερόμενα στις ως άνω εκθέσεις υπ’ αριθ. …/2023, …/2024 και …/2024 e-παράβολα αντίστοιχα). Επομένως, οι παραπάνω αντίθετες εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία.

Με την από 12.11.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/2021 υπό στοιχείο Β' αγωγή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες και ήδη Α' εκκαλούντες εξέθεταν ότι ο (μη διάδικος) … του … και της …, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, που τον προέστησε στην οδήγησή του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «...», προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα το ειδικότερα περί γραφόμενο οδικό τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο το παραπάνω ΙΧΕ αυτοκίνητο συγκρούστηκε με τον υπ' αριθμό κυκλοφορίας … Δ.Χ. ελκυστήρα, μετά του υπ' αριθμό κυκλοφορίας … Δ.Χ. ανοικτού επικαθήμενου, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας «…», που οδηγούσε ο δεύτερος από αυτούς, …, με αποτέλεσμα την πρόκληση υλικών ζημιών στο παραπάνω ελκυστήρα. Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά από μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, που έγινε παραδεκτά, με δήλωση της πληρεξούσιας τους δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 70, 223 εδ. α1, β', 295 §1 εδ. β* και 297 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες ζήτησαν Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον η καθεμία, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα εταιρία, α) 7.488,09 ευρώ για τις δαπάνες επισκευής του ζημιωθέντος Δ.Χ. φορτηγού της, β) 3.600,00 ευρώ ως αποζημίωση για τη μείωση της εμπορικής του αξίας συνεπεία του ατυχήματος, γ) 11.440,00 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη της λόγω της στέρησης της χρήσης του φορτηγού που χρησιμοποιούσε για τις επαγγελματικές της ανάγκες, δ) 7.528,09 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της φήμης της συνεπεία του ατυχήματος και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, καθώς υπέστη ισχυρό ψυχικό σοκ συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, και Β) να αναγνωριστεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα επιπλέον ποσό 15.000,00 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα επιπλέον ποσό 10.000,00 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν αντίστοιχα, όλα, δε, τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς επίσης ζήτησαν να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική τους δαπάνη. Εξάλλου, με την από 28.2.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/2022 υπό στοιχείο Γ αγωγή τους οι ενάγουσες και ήδη Β’ εκκαλούσες, εκ των οποίων η δεύτερη τυγχάνει ανήλικη, καθώς γεννήθηκε την 23.8.2012 και εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα την αποκλειστική γονική της μέριμνα μητέρα της, πρώτη από αυτές, εξέθεταν ότι ο πρώτος εναγόμενος, …, οδηγώντας τον υπ' αριθμό κυκλοφορίας … Δ.Χ. ελκυστήρα, μετά του υπ' αριθμό κυκλοφορίας … Δ.Χ. ανοικτού επικαθήμενου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης Ι.Κ.Ε., που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «...», προκάλεσε το περιγραφόμενο στην αγωγή τροχαίο ατύχημα, δηλαδή από αμέλειά του, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή, έγινε αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος κατά ποσοστό 90%, σύγκρουσης του ως άνω οχήματος με το υπ' αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο … του … και της …, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, που ήταν πρώην σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης ενάγουσας, καθώς και την ολοσχερή καταστροφή του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, από τεχνική και οικονομική άποψη. Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά από μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, που έγινε παραδεκτά, με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 70, 223 εδ. ď, β', 295 §1 εδ. β' και 297 ΚΠολΔ), οι ενάγουσες ζήτησαν Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα ατομικά 2.100,00 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου της και για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας α) το ποσό των 2.000,00 ευρώ ως αποζημίωση για τη στέρηση της διατροφής που θα ελάμβανε από τον πατέρα της για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών από την επίδοση της αγωγής, αν δεν είχε επισυμβεί το ένδικο ατύχημα και β) το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχική οδύνης που η ανήλικη υπέστη από το θάνατο του πατέρα της, καθώς επίσης Β) να αναγνωριστεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό της ανήλικης α) επιπλέον ποσό 7.400,00 ευρώ ως αποζημίωση για τη στέρηση της διατροφής της κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα και β) επιπλέον ποσό 90.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής της οδύνης, όλα, δε, τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πλην των περιοδικών μηνιαίων δόσεων που αφορούν στην αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής, που ζήτησε να καταβάλουν με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη. Επί των ανωτέρω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την υπ' αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/2021 υπό στοιχείο Α' αγωγή, που άσκησαν άλλοι συγγενείς του θανόντος, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμό 12963/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 περ. 6 ΚΠολΔ), που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις υπό στοιχείο Α' και Γ' αγωγές, καθώς και τη B’ αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, ενώ έκανε εν μέρει δεκτή τη Β’ αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα Ι.Κ.Ε. και υποχρέωσε τους εναγομένους να της καταβάλουν ως αποζημίωση το ποσό των 6.038,78 ευρώ για τη δαπάνη αποκατάστασης των ζημιών του Δ.Χ.Ε. οχήματος της και των 2.000,00 ευρώ για τη μείωση της αξίας του, ήτοι το συνολικό ποσό των 8.038,78 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, καταδίκασε τον δεύτερο των Β' εναγόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, ποσού 300,00 ευρώ, και τους τελευταίους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της δεύτερης των Β' εναγόντων ποσού 350,00 ευρώ, τις δε Γ' ενάγουσες στις πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, ποσού 500,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται: α) οι Β' ενάγοντες με την υπό στοιχείο Α' έφεσή τους, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τα επί μέρους κονδύλια της αγωγής τους, κατά το μέρος που εν όλω απορρίφθηκαν ή έγιναν μερικώς μόνο δεκτά και ζητούν κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή τους, καθώς και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, β) η πρώτη εναγόμενη της Β' αγωγής και πρώτη των Γ εναγουσών, εκπροσωπώντας νόμιμα και την ανήλικη διάδικο θυγατέρα της, με την υπό στοιχείο Β' έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή και ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την υπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και ως προς την επιδίκαση του αυξημένου ποσοστού τόκων επιδικίας, που η πρώτη από αυτές υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα της Β' αγωγής, ζητώντας, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να εξαφανιστεί άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει εν όλω δεκτή η Γ' αγωγή τους και ν' απορριφθεί η Β' αγωγή των αντιδίκων της πρώτης εκκαλούσας, να καταδικαστούν δε οι εφεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και γ) η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «...», ως καθολική διάδοχος της δεύτερης εναγόμενης της Β' αγωγής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…», με την υπό στοιχείο Γ' έφεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή και ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την υπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και ως προς την απόρριψη του αιτήματος της περί της κατ’ εξαίρεση επιδίκασης σε βάρος της μόνο των νόμιμων τόκων επιδικίας, ζητώντας, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να εξαφανιστεί άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη, ώστε ν' απορριφθεί η Β' αγωγή της εφεσίβλητης Ι.Κ.Ε. και να καταδικαστεί η τελευταία στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία και πάλι οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 339, 395 ΚΠολΔ), από τις φωτογραφίες, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν διάδικοι, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τους αντιδίκους τους (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), από τις ομολογίες των διαδίκων, που περιέχονται ή συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 352 παρ. 1 και 261 εδ. β' ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 9-7-2020 και περί ώρα 16.10, ο … (2ος ενάγων της Β' αγωγής - 1ος εναγόμενος της Γ' αγωγής και ήδη 2ος των Α' εκκαλούντων - 10ς των Β' εφεσιβλήτων), οδηγώντας τον υπ' αριθμό κυκλοφορίας … Δ.Χ. ελκυστήρα, μετά του υπ' αριθμό κυκλοφορίας … Δ.Χ. ανοικτού επικαθήμενού, ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στον Δήμο … μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «…» (1** ενάγουσας της Β' αγωγής - 2ηςεναγόμενης της Γ' αγωγής και ήδη 1ης των Α' εκκαλούντων - 2ης των Β' εφεσιβλήτων - Γ' εφεσίβλητης), που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «…» (3^ εναγόμενη της Γ' αγωγής και ήδη 3ης των Β' εφεσιβλήτων - Γ' εφεσίβλητη), κινούταν επί της παράπλευρης της Εγνατίας οδού, στην περιοχή του Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα, περί τα 90 μ. πριν τη συμβολή της παράπλευρης οδού με την οδό Ναυάρχου Τομπάζη, έχοντας κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Ωραιόκαστρο. Η ως άνω παράπλευρη οδός έχει συνολικό πλάτος ασφάλτινου οδοστρώματος 6,90 μ., χωρίς πεζοδρόμια ή ερείσματα εκατέρωθεν, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, οι δε αντίθετες κατευθύνσεις της ορίζονται με μονή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή κατά μήκος του οδοστρώματος. Το ανώτατο επιτρεπόμενο σε αυτήν όριο ταχύτητας ορίζεται για μεν τα επιβατηγό οχήματα σε 90 χλμ. την ώρα, για δε τα φορτηγά με βάρος ανώτερο των 3.500 χλγ. με ρυμουλκούμενο, όπως το ως άνω Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο, σε 70 χλμ/ώρα. Κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσε ημέρα και καλοκαιρία, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, καθώς η παράπλευρη αυτή οδός στο προαναφερόμενο ύψος της και σε μεγάλο μήκος της είναι ευθεία. Την ίδια ώρα στο αντίθετο ρεύμα πορείας της ως άνω παράπλευρης οδού, ήτοι από Ωραιόκαστρο προς Θεσσαλονίκη, κινούταν το υπ' αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της … (1ης εναγομένης της Β' αγωγής - 1ης ενάγουσας της Γ' αγωγής και ήδη 1ης των Α' εφεσιβλήτων - 1^ των Β' εκκαλουσών), που οδηγούσε ο … του … και της …, ο οποίος ήταν πρώην σύζυγος αυτής και πατέρας της ανήλικης … (2ης ενάγουσας της Γ' αγωγής και ήδη 2ης των Α' εφεσιβλήτων), που εκπροσωπείται νόμιμα στην παρούσα δίκη από τη μητέρα της, 1π εξ αυτών, ως μόνης ασκούσας τη γονική της μέριμνα, ήταν δε ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «...» (2Π εναγομένη της Β' αγωγής), η επωνυμία της οποίας τροποποιήθηκε από 8-12-2022 σε «...». Ήδη, πριν την έκκλητη δίκη στη δικονομική θέση αυτής υπεισήλθε ως καθολική διάδοχός της η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «...», (ήδη 2η των Β' εφεσιβλήτων - Γ' εκκαλούσα), λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από την «…»,δυνάμει της υπ' αριθ. …/30-5-2023 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών …, και τροποποίηση της επωνυμίας της με το άρθρο 1 του Καταστατικού της, που εγκρίθηκαν με την υπ' αριθ. πρωτ. …/ΑΠ/31.05.2023 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Τμήματος Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιριών και ΔΕΚΟ της Διεύθυνσης Εταιριών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. την 31.05.2023, με Κ.Α.Κ. … (σχετ. η υπ' αριθ. πρωτ. …/31-5-2023 ανακοίνωση της ως άνω Διεύθυνσης), η οποία συνεχίζει αυτοδίκαια, χωρίς άλλη διατύπωση, τις εκκρεμείς δίκες, σύμφωνα με το άρθρο 18παρ. 3 N. 4601/2019. Ο … οδηγώντας το ως άνω αρθρωτό φορτηγό όχημα, πλάτους του μεν трактора 2,49 μ., του δε ημιρυμουλκούμενου 2,30 μ., συνολικού μήκους (6,15μ. + 7,30μ. =) 13,45 μ. και μικτού βάρους 40.000 κιλών, έβαινε με κανονική ταχύτητα 52 χλμ. περίπου την ώρα και σε απόσταση 0,60 μ. περίπου από το άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, όταν από απόσταση 70 μ. περίπου αντιλήφθηκε το αντιθέτως κινούμενο υπ' αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, να επιχειρεί υπέρβαση από τα αριστερά προπορευόμενου αυτού οχήματος. Όταν δε το παραπάνω Ι.Χ.Ε. τον πλησίασε σε απόσταση 40-50 μέτρων, εξακολουθώντας να κινείται εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας του φορτηγού, ο οδηγός του τελευταίου οχήματος ενήργησε τροχοπέδηση προς αποφυγή της σύγκρουσης, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κατά τη στιγμή που επιχειρούσε ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να επανελθεί στην αρχική λωρίδα κυκλοφορίας του που ήταν προορισμένη για την κίνησή του, επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του και ειδικότερα από την πινακίδα κυκλοφορίας μέχρι το εμπρόσθιο αριστερό φανό του στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου (βλ. τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στην από 9.7.2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος, με παραγγελία της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης, πραγματογνώμονα, …). Λόγω των ζημιών που προκλήθηκαν στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης και λόγω της ταυτόχρονης πέδησής του σε μήκος 14,00 μ., το φορτηγό κινήθηκε ανεξέλεγκτα προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 3,10 μ. από το δεξί άκρο της οδού, ήτοι με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του να έχει εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Ωραιόκαστρο), το δε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εκτινάχθηκε στο αέρα και περιστρεφόμενο ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 4μ. περίπου από το σημείο της σύγκρουσης, στα δεξιά του ρεύματος πορείας του προς Θεσσαλονίκη, με το εμπρόσθιο τμήμα του στραμμένο αντίθετα προς την αρχική πορεία του (βλ. το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την υπ' αριθ. πρωτ. …/…/…/9-7- 2020 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης). Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν η πρόκληση υλικών ζημιών σε αμφότερα τα οχήματα, εκ των οποίων το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο κυριολεκτικά διαλύθηκε, και ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του τελευταίου οχήματος, …, καθώς υπέστη πολλαπλές και σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές, θωρακικές και κοιλιακές κακώσεις, αιτιωδώς οφειλόμενες στο ένδικο ατύχημα (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. …/17-12-2020 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης). Μετά από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα αίματος του θανόντος, ανιχνεύθηκαν σε αυτό κοκαΐνη, βενζοϋλεκγονίνη, εκγονίνη μεθυλ- εστερ, 6-μονο-ακετυλομορφίνη, κωδεϊνη, μορφίνη, τραμδόνη, βρωμαζεπάμη, παρακεταμόλη, ήτοι ουσίες που επενεργούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. …/28-9-2020 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης), ενώ βρέθηκε και μία σύριγγα εντός του αυτοκινήτου που οδηγούσε, στο δάπεδο της θέσης του συνοδηγού. Το γεγονός ότι οδηγούσε υπό την επίδραση των τοξικών ουσιών και φαρμάκων οπωσδήποτε επέδρασε δυσμενώς στην άμβλυνση των αισθήσεων και αντανακλαστικών του, καθώς και στην ικανότητα στάθμισης των κινδύνων κατά την οδήγηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ' αριθ. …/16-9-2021 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της 3ης των Γ εναγομένων ασφαλιστικής εταιρίας, …, διπλ. μηχανολόγου - ηλεκτρολόγου μηχανικού), το σημείο σύγκρουσης προσδιορίζεται με βάση τα ίχνη που βρέθηκαν στο οδόστρωμα αμέσως το ατύχημα (ήτοι, τις χαραγές που προκλήθηκαν στο οδόστρωμα από τα μεταλλικά εξαρτήματα των συγκρουσθέντων οχημάτων, τα θραύσματα αυτών, τα λάδια, τα υγρά των ψυγείο τους κ.λ.π., καθώς και τα ίχνη τροχοπέδησης), σε απόσταση 3,10 μ. από το δεξιό άκρο του ρεύματος προς Θεσσαλονίκη, δηλαδή εντός του ρεύματος πορείας του φορτηγού. Τούτο επιρρωνύεται και από την 28.8.2020 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα …, ο οποίος κινούταν με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του πίσω από το φορτηγό, ουδόλως δε αμφισβητείται από τις Γ' ενάγουσες - Β' εναγομένους και ήδη Β' και Γ' εκκαλούσες, συναγομένης της έμμεσης προς τούτο ομολογίας τους (άρθρ. 261 εδ. β' ΚΠολΔ). Ο δε ισχυρισμός τους, τον οποίο οι μεν Γ' ενάγουσες διαλαμβάνουν στην υπό στοιχείο Γ' αγωγή τους, οι δε Β' εναγόμενοι παραδεκτά προέβαλαν πρωτοδίκως κατ' ένσταση (αρθ. 300 ΑΚ), και επαναφέρουν με τον πρώτο λόγο των Β' και Γ' εφέσεών τους, με τον οποίο επιχειρούν να εγκαθιδρύσουν συντρέχουσα υπαιτιότητα κατά ποσοστό 90% του 1ου των Γ' εναγομένων - 2ου των Β' εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, …, διότι από έλλειψη προσοχής περί την οδήγηση και ενεργώντας κατά παράβαση των άρθρων 19 παρ. 2 και 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., αφενός δεν ρύθμισε την ταχύτητά του (την οποία προσδιορίζουν σε 70 - 80 χλμ. την ώρα), ενεργώντας εγκαίρως τροχοπέδηση αφετέρου δεν κινούταν κοντά στο δεξιό άκρο της οδού και δεν ενήργησε ελιγμό δεξιότερα προς αποφυγή της σύγκρουσης, καίτοι μπορούσε και όφειλε να πράξει ως μέσος συνετός και μάλιστα επαγγελματίας οδηγός, στερείται βασιμότητας. Κατ' αρχήν, η ταχύτητα με την οποία κινούταν το φορτηγό πριν τη σύγκρουση προσδιορίστηκε στα 52 χλμ. την ώρα, ήτοι κατώτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου των 70 χλμ. την ώρα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. …/16-9-2021 τεχνική έκθεση του …, ο οποίος στους παρατιθέμενους σ' αυτήν μαθηματικούς υπολογισμούς έλαβε υπόψη όχι μόνο τα ίχνη πέδησης μήκους 14 μ., αλλά και τις στρεβλώσεις που υπέστη ο τράκτορας του φορτηγού και άρα την κινητική ενέργεια που απορροφήθηκε κατά τη σύγκρουση. Η τεχνική αυτή έκθεση από ουδέν άλλο αποδεικτικό στοιχείο ανατρέπεται, αλλά αντιθέτως, ενισχύεται από την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα …, ο οποίος ανέφερε ότι «... η ταχύτητα και των δυο μας (φορτηγού και Ι.Χ.Ε.) ήταν μικρή». Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο οπτικό υλικό από δύο κάμερες ασφαλείας των παρακείμενων εγκαταστάσεων της εταιρίας «…», τα στιγμιότυπα των οποίων αποτυπώθηκαν μαζί με την περιγραφή τους στις περιεχόμενες στην παραπάνω τεχνική έκθεση φωτογραφίες (βλ. ιδίως φωτογραφίες 10, 11 και 12 - στιγμιότυπα 1, 2 και 3 αντίστοιχα από το βίντεο 1), η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα την ώρα 16.12.08', ήτοι σε χρόνο ενός δευτερολέπτου από τη στιγμή που το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο …, εμφανίζεται εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας του φορτηγού (την ώρα 16.12.07') και συνέχισε να κινείται εντός αυτού διαγωνίως δεξιά, ώστε να επανέλθει στο αρχικό ρεύμα προς Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα όμως με τα κοινώς γνωστά, ο χρόνος του ενός δευτερολέπτου περίπου είναι αυτός που μεσολαβεί από τη στιγμή που ένας μέσος οδηγός, που κινείται με ταχύτητα 50 χλμ. την ώρα, αντιληφθεί τον κίνδυνο μέχρι τη στιγμή που θα μπορέσει να αντιδράσει επεμβαίνοντας στα φρένα του οχήματος του (χρόνος αντίδρασης), κατά τον οποίο το όχημα διανύει μία απόσταση 15 μέτρων (απόσταση αντίδρασης). Ο δε … είχε αρχίσει πράγματι να τροχοπεδεί, ελάχιστα πριν τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, στον απόλυτα συμβατό χρόνο με τον ως άνω χρόνο αντίδρασης. Τούτο αποδεικνύεται από την από 3-8-2020 προανακριτική κατάθεση του …, ο οποίος κινούμενος επίσης ομόρροπα και όπισθεν του φορτηγού, ανέφερε ότι «..είδα ένα φορτηγό να πραγματοποιεί τροχοπέδηση, ακούστηκε θόρυβος σύγκρουσης και είδα το φορτηγό να εκτρέπεται της πορείας του», αλλά και από τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού, που ξεκινούν ελάχιστα πριν τις χαραγές που αποτυπώθηκαν στο οδόστρωμα (βλ. το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης) και σηματοδοτούν το ακριβές σημείο στο οποίο βρέθηκε το ΙΧΕ αμέσως μετά τη σύγκρουση και όχι το σημείο σύγκρουσης (βλ. ΑΠ 439/2019 ΤΝΠ Νόμος), η οποία έλαβε χώρα λίγο προ του σημείου τούτου κατά την κατεύθυνση πορείας του φορτηγού. Εξάλλου, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα …, μηχανολόγου μηχανικού, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια της Γ εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, το ως άνω φορτηγό κινούμενο με ταχύτητα 55 χλμ. την ώρα (σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς), θα μπορούσε να ακινητοποιηθεί κατόπιν τροχοπέδησης σε απόσταση 45-50 μέτρων (χωρίς συνυπολογισμό της απόστασης αντίδρασης των 15 μ.). Συνεπώς, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι η αντικανονική κίνηση στο αντίθετο ρεύμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο … έγινε σε απόσταση 70μ., όπως διατείνονται οι Β' εκκαλούσες, ή σε απόσταση 80μ. όπως διατείνεται η Γ εκκαλούσα - γεγονός που από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε, ούτε άλλωστε μπορεί να συναχθεί από την αναφορά του … στην υπό στοιχείο Β' αγωγή του ότι «ενώ (ο οδηγός του ІХЕ) πλησίαζε προς το δικό μου όχημα, κινούμενος περίεργα, επιχείρησε προσπέραση σε άλλο αυτοκίνητο...» - συνυπολογιζομένης της απόστασης αντίδρασης και της απόστασης πέδησης, η σύγκρουση δεν θα είχε αποφευχθεί, διότι μέρος της συνολικής απόστασης (ακινητοποίησης), θα είχε ήδη καλυφθεί από την αντίρροπη και μάλιστα μεγαλύτερης ταχύτητας κίνηση του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο θανών δεν κατέστη δυνατό να υπολογιστεί από τις αποδείξεις, πλην όμως ήταν οπωσδήποτε αυξημένη, γεγονός που προκύπτει τόσο από το οπτικό υλικό του βίντεο όσο και από την έκταση των ζημιών που υπέστη το αυτοκίνητο που οδηγούσε συνεπεία της σύγκρουσης, καθώς ολόκληρο το αμάξωμά του κυριολεκτικά διαλύθηκε σε κομμάτια, που βρέθηκαν διασκορπισμένα στο δεξί έρεισμα της οδού. Σύμφωνα δε με τον προαναφερόμενο μάρτυρα, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ακόμη κι αν ο οδηγός του φορτηγού κατόρθωνε με τροχοπέδηση να ελαττώσει σημαντικά την ταχύτητά του πριν τη σύγκρουση, δεν θα μετέβαλε δραστικά τις συνθήκες του ατυχήματος και το εξ αυτού αποτέλεσμα, στο οποίο συνέτεινε και η μεγάλη ταχύτητα του Ι.Χ.Ε. του θανόντος, δοθέντος ότι τούτο δεν παρασύρθηκε από το φορτηγό κατά τη φορά της κίνησής του, αλλά επέπεσε με σφοδρότητα πάνω στο φορτηγό με την αριστερή εμπρόσθια γωνία του έχοντας κλίση δεξιά, δηλαδή από την πλευρά του οδηγού. Αναφορικά δε με τη θέση του φορτηγού στο οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας του, εφόσον το σημείο σύγκρουσης (με βάση το σημείο έναρξης των χαραγών στο οδόστρωμα), προσδιορίστηκε σε απόσταση 3,10 μ. από το δεξιό άκρο της οδού και το πλάτος του φορτηγού (τράκτορα) είναι 2,49 μ., αποδείχθηκε ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης τούτο κινούταν σε απόσταση 0,60 μ. περίπου από το δεξιό άκρο της οδού, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ήτοι στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας του. Λαμβανομένων όμως υπόψη της κατάστασης της οδού, του όγκου και του βάρους του φορτηγού, η απόσταση αυτή κρίνεται προσήκουσα για την ασφαλή διέλευση τόσο του ως άνω οχήματος όσο και των αντιθέτως κινούμενων οδηγών, εφόσον μάλιστα το φορτηγό δεν έβαινε πλησίον της διαχωριστικής γραμμής των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας (ΑΠ 747/2017 ΤΝΠ Νόμος). Τούτο, διότι, όπως προέκυψε από τις επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων των αντιδίκων, αλλά και τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και στην προαναφερόμενη τεχνική έκθεση, δεξιά του ρεύματος πορείας του φορτηγού υφίσταται πυκνοφυτευμένο πρανές (χαντάκι), που καθιστούσε επισφαλή την κίνησή του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, αφού υπήρχε κίνδυνος ανατροπής του εντός αυτού σε περίπτωση έστω και μικρής εκτροπής από την πορεία του, δοθέντος ότι πρόκειται για αρθρωτό όχημα μεγάλου ύψους, αποτελούμενο από τράκτορα με ημιρυμουλκούμενο, συνολικού βάρους 4 τόνων, που το καθιστά ιδιαίτερα δυσκίνητο. Για τον ίδιο λόγο, άλλωστε, ο οδηγός του δεν θα μπορούσε να ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά προς αποφυγή της σύγκρουσης, όχι μόνο γιατί θα μπορούσε να προκαλέσει την απώλεια ελέγχου της οδήγησης του βαρέως οχήματος του, αλλά και ελλείψει χρονικών περιθωρίων προς τούτο, κατά τα προεκτεθέντα σχετικά με τον χρόνο αντίδρασης. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν το φορτηγό κινούταν δεξιότερα κατά 0,35 εκατοστά, δεν είναι βέβαιο ότι η σύγκρουση με το Ι.Χ.Ε. θα αποτρεπόταν, αφού, λόγω της θέσης του με φορά προς τα δεξιά που είχε λάβει το Ι.Χ.Ε. κατά την προσπάθεια επαναφοράς του στο αρχικό ρεύμα κυκλοφορίας του (βλ. φωτογραφία 1 - στιγμιότυπα 3 από το βίντεο 1 της τεχνικής έκθεσης) θα προσέκρουε στο φορτηγό όχι με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του ΙΧΕ, όπως συνέβη εν προκειμένω, αλλά με την αριστερή πλευρά του και θα παρασυρόταν κατά τη φορά της κίνησής του φορτηγού. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος κρίνεται ο θανών οδηγός του υπ' αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, …, ο οποίος από αμέλεια του, δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που με βάση τις ατομικές του ικανότητες, αλλά και του μέσου συνετού οδηγού υπό ανάλογες περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει. Ειδικότερα, ενεργώντας αυτός κατά παράβαση των υποχρεώσεων του από τον Κ.Ο.Κ. και των κανόνων της συνετούς και επιμελούς οδήγησης (άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 17 παρ. 3γ,_19 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του N. 2696/1999 και 330 εδ. β' του ΑΚ), τελώντας υπό την επίδραση φαρμάκων και τοξικών ουσιών που επενεργούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά εκτελώντας υπέρβαση προπορευόμενου αυτού οχήματος εισήλθε στο οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι αυτό δεν ήταν ελεύθερο σε αρκετή απόσταση μπροστά του, ώστε να μη θέσει σε κίνδυνο ή παρεμποδίσει τους ερχόμενους αντίθετα, όπως το αρθρωτό (τράκτορα με ημιρυμουλκούμενο) φορτηγό όχημα, που οδηγούσε ο 2°ς των Β' εναγόντων - 1ος των Γ' εναγομένων – εφεσίβλητων …, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτό με τις πιο πάνω συνέπειες. Σημειωτέον ότι με την υπ' αριθ. …/2022 Διάταξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκαν ως αβάσιμες οι από 22-11- 2021 και 24-11-2021 επέχουσες θέση εγκλήσεων ένορκες καταθέσεις του … του … και της … για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της … κατά παντός υπαιτίου για τον θανάσιμο τραυματισμό του αδελφού και πατέρα τους αντίστοιχα, …. Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη υπαιτιότητας του 1ου των Γ εναγομένων - Β' εφεσίβλητων, οδηγού του ασφαλισμένου στην 3η εναγόμενη της Γ' αγωγής και ήδη 3η των Β' εφεσιβλήτων - Γ' εφεσίβλητη οχήματος, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες τόσο η υπό στοιχείο Γ' αγωγή όσο και η προβληθείσα από τους Β' εναγόμενους ένσταση συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, με παρόμοια αιτιολογία, που παραδεκτώς, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, συμπληρώνεται από την παρούσα, ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις σχετικά με την υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος και ο πρώτος λόγος των Β' και Γ' εφέσεων, με τον οποίο οι Β’ και Γ' εκκαλούσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

I. Από το συνδυασμό των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, που ο υπόχρεος οφείλει να παράσχει σε χρήμα, περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος, δηλ. εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Η μείωση της περιουσίας είναι αποτέλεσμα της σύγκρισης δύο μεγεθών, δηλαδή της παρούσας κατάστασης της περιουσίας και εκείνης η οποία θα υπήρχε αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός. Κατά την κρατούσα θεωρία της διαφοράς, η διαφορά των δύο αυτών μεγεθών της περιουσίας αποτελεί τη ζημία, η οποία αποκαθίσταται. Δηλαδή, δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία γενικά και αφηρημένα, αλλά η ζημία του συγκεκριμένου προσώπου, ήτοι η συγκεκριμένη ζημία - μείωση της περιουσίας, που πράγματι επήλθε (ΑΠ 1182/2021 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 768/1985 ΕΕΝ 1986 275, ΕφΑΘ 608/2022, ΕφΑΘ 5510/2022 ΤΝΠ Νόμος, βλ. και Αθαν. Κρητικού, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, εκδ. 2008, παρ. 14 αριθ. 2, σελ. 195- 196, Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, εκδ. 1978, σελ. 2). Κρίσιμη είναι η συνολική περιουσιακή κατάσταση του ζημιωθέντος, δηλαδή η επίπτωση του ζημιογόνου γεγονότος σε όλα τα αγαθά του, και όχι μόνο η βλάβη του αμέσως θιγέντος αγαθού. Στην πράξη, βεβαίως, για τον κατ’ αρχήν προσδιορισμό της ζημίας εκτιμάται το τελευταίο αυτό μέγεθος (η «επιμέρους» ζημία), εάν όμως υπάρχουν επιπτώσεις της προσβολής του συγκεκριμένου αγαθού και σε άλλους τομείς, λαμβάνονται υπόψη και αυτές. Περιορισμοί ως προς το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης προκύπτουν ιδίως από την προϋπόθεση του αιτιώδους συνδέσμου, αλλά και από τα υπόλοιπα κρίσιμα για την κατάγνωση της ευθύνης στοιχεία, ώστε τελικώς να αποφεύγεται η συνεκτίμηση οποιοσδήποτε (δηλαδή και τυχαίως συνδεομένης με το ζημιογόνο γεγονός) περιουσιακής μεταβολής. Εν πάση περιπτώσει, αποκαθίσταται η συγκεκριμένη ζημία, ήτοι εκείνη, η οποία επήλθε σε εκάστη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των τυχόν ιδιαιτεροτήτων της (συγκεκριμένος υπολογισμός της ζημίας) και όχι η ζημία, η οποία επέρχεται στη μέση (συνήθη) περίπτωση κατά την κοινή πορεία των πραγμάτων (αφηρημένος υπολογισμός της ζημίας), διότι σκοπός του δικαίου της αποζημίωσης είναι, κατ’ αρχήν, η αποκατάσταση ολόκληρης της πραγματικής ζημίας, την οποία υπέστη ο συγκεκριμένος ζημιωθείς και όχι ο υποθετικός μέσος κοινωνός. Ως χρόνος υπολογισμού της ζημίας του ενάγοντος νοείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 44/1996 ΝοΒ 45.451, ΑΠ 1401/2005 ΕλλΔνη 47.132, ΕφΑΘ 608/2022, ΕφΠειρ 383/2013 σε ΤΝΠ Νόμος). Ο ως άνω ορισμός της ζημίας με βάση της αρχή της διαφοράς συμβαδίζει με τον επανορθωτικό χαρακτήρα του δικαίου της αποζημίωσης, όπως αποκρυσταλλώνεται και στη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, το οποίο αποτελεί βασική έκφραση της αποκαταστατικής αρχής, που διέπει το πνεύμα του δικαίου της αποζημίωσης. Ο χαρακτήρας αυτός της αποζημίωσης αποβλέπει κυρίως στην παροχή αντισταθμίσματος, εξισορροπητικού της ζημίας και όχι στον πλουτισμό εκείνου που ζημιώθηκε. Κατά συνέπεια τούτου, η αποζημίωση αποσκοπεί αλλά και περιορίζεται στην πλήρη αποκατάσταση της πραγματικής περιουσιακής ζημίας του συγκεκριμένου δανειστή χωρίς να εξυπηρετεί κυρωτικούς ή άλλους σκοπούς. Έτσι, ο δανειστής πρέπει να βρεθεί στην κατάσταση, που υπήρχε αν δεν είχε επέλθει η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής και όχι να πλουτίσει Οι θεσπίζουσες την αποκαταστατική αρχή διατάξεις αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο και αποκλίσεις επιτρέπονται για εξαιρετικούς λόγους μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, όπως στα άρθρα 345 παρ. 2 (τόκοι υπερημερίας), 674 ΑΚ (εύλογη αποζημίωση) άρθρο 3 του N. 551/1915, 3 του ΝΔ 3577/1957 κλπ. (ΑΠ 928/2019, ΑΠ 845/2019 δημοσ. σε ιστοσελίδα ΑΠ).

Με τον πρώτο λόγο της Α' έφεσης η 1 n εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία «…» βάλλει κατά της εκκαλουμένης, διότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το κονδύλι των διαφυγόντων καθαρών κερδών της λόγω στέρησης της χρήσης του ζημιωθέντος από το ατύχημα οχήματος της. Σχετικά με το κονδύλι αυτό, αποδείχθηκε ότι η ως άνω εκκαλούσα εταιρία, που συστήθηκε την 9-2-2019 με σκοπό, μεταξύ άλλων, τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων πελατών της, διαθέτει για τις ανάγκες της επιχείρησής της δύο φορτηγά αυτοκίνητα. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιούσε τον ζημιωθέντα με αριθμό κυκλοφορίας … Δ.Χ. ελκυστήρα για τη μεταφορά αδρανών κυρίως υλικών για την κατασκευή τεχνικών έργων που αναλάμβαναν πελάτες της, όπως οι εταιρίες «…», «…», «…» κ.λ.π., πραγματοποιώντας τις καθημερινές δρομολόγια, ενίοτε και Σάββατα, πλην Κυριακών. Ενδεικτικά, τον Ιανουάριο του 2020 το παραπάνω ζημιωθέν όχημα πραγματοποίησε 60 δρομολόγια (μεταξύ των οποίων και ένα κατά το Σάββατο της 4ης-1-2020), με μεικτό κέρδος 10.438,40 ευρώ, τον Φεβρουάριο 2010 πραγματοποίησε 58 δρομολόγια με μεικτό κέρδος 9.483,00 ευρώ, τον Μάρτιο 2010 πραγματοποίησε 56 δρομολόγια (μεταξύ των οποίων και τρία κατά το Σάββατο της 7ης, 14ης και 21ης-3-2020), με μεικτό κέρδος 11.716,00 ευρώ, τον Απρίλιο 2010 πραγματοποίησε 55 δρομολόγια (μεταξύ των οποίων και δύο κατά το Σάββατο της 11 πς και 25ης-4-2020), με μεικτό κέρδος 9.842,44 ευρώ, τον Μάιο 2010 πραγματοποίησε 32 δρομολόγια (μεταξύ των οποίων και ένα κατά το Σάββατο της 9ης-5-2020), με μεικτό κέρδος 5.855,50 ευρώ, τον Ιούνιο 2010 πραγματοποίησε 62 δρομολόγια (μεταξύ των οποίων και πέντε κατά το Σάββατο της 6ης και 26^-6-2020), με μεικτό κέρδος 13.158,66 ευρώ και τις πρώτες 9 ημέρες του Ιουλίου 2010 πραγματοποίησε 14 δρομολόγια με μεικτό κέρδος 3.492,93 ευρώ [βλ. την προσκομιζόμενη «καρτέλα Δρομολογίων …», που τηρεί στο λογιστήριό της, σε συνδυασμό με 7 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (μεταφοράς αδρανών υλικών και αραβοσίτου) προς την εταιρία «…» για καθένα από τους παραπάνω μήνες]. Η ως άνω Α' εκκαλούσα ισχυρίστηκε στην υπό στοιχείο Β' αγωγή της ότι τα αντίστοιχα καθαρά της κέρδη από την εκτέλεση των παραπάνω δρομολογίων ανήλθαν τον Ιανουάριο του 2020 στο ποσό των 6.000,00 ευρώ, τον Φεβρουάριο 2010 σε 5.900,00 ευρώ, τον Μάρτιο 2010 σε 6.200,00 ευρώ, τον Απρίλιο 2010 σε 5.900,00 ευρώ, και τον Ιούνιο 2010 σε 7.000,00 ευρώ και κατά μέσο όρο υπερέβαιναν το ποσό των 6.500,00 ευρώ μηνιαίως και των 220,00 ευρώ ημερησίως. Ότι λόγω του ένδικου ατυχήματος στερήθηκε τη χρήση και εκμετάλλευση του ως άνω ζημιωθέντος οχήματος της, από 9-7-2020 έως και 31-8-2020, ήτοι για χρονικό διάστημα 52 ημερών, κατά το οποίο τούτο παρέμεινε στο συνεργείο επισκευής και, συνεπώς, απώλεσε καθαρά κέρδη, τα οποία, αν δεν είχε επισυμβεί το ατύχημα, θα αποκόμιζε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τις ειδικές συνθήκες, ήτοι ενόψει του όγκου των μεταφορών που αναλάμβανε από σταθερούς πελάτες, αλλά και της ήδη εγκριθείσας προσφοράς της κατά τον Ιούνιο 2020 για μεταφορικό έργο αδρανών υλικών προς τις τεχνικές εταιρίες «…» και «…», ποσού 11.440,00 ευρώ, το οποίο ζήτησε να της επιδικαστεί ως αποζημίωση. Ωστόσο, το ύψος των καθαρών κερδών, που αυτή αποκόμιζε από την εκμετάλλευση του συγκεκριμένου οχήματος της, από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε. Ειδικότερα, η επιμελεία της εξετασθείσα μάρτυρας, …, η οποία τυγχάνει μηχανικός σε τεχνική εταιρία που συνεργάζεται με την Α' εκκαλούσα, κατέθεσε αόριστα για την αμοιβή που η τεχνική εταιρία κατέβαλε στην τελευταία για την εκτέλεση του έργου μεταφοράς αδρανών υλικών, ύψους 3.000 ~ 4.000 ευρώ μηνιαίως για 2-3 δρομολόγια ημερησίως, και δεν γνώριζε ούτε κατά προσέγγιση ποιό είναι το καθαρό κέρδος της εκκαλούσας εταιρίας επί της αμοιβής αυτής. Επίσης, προς απόδειξη του ως άνω κονδυλίου προσκομίζει με επίκληση τις εγκεκριμένες από τη Γ.Σ. και καταχωρισμένες στο Γ.Ε.ΜΗ. οικονομικές της καταστάσεις για τη χρήση του έτους 2019 (κατάσταση αποτελεσμάτων πολύ μικρών οντοτήτων, ισολογισμό και προσάρτημα), καθώς επίσης τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων άρθρου 45 ν. 4172/2013 και την κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα του φορολογικού έτους 2019, τα οποία αντικατοπτρίζουν την καθαρή θέση της εταιρίας και τα φορολογητέα κέρδη της κατά το προηγούμενο του ατυχήματος έτος (27.901,80 ευρώ και άρα 2.500,00 ευρώ μηνιαίως περίπου για τους 11 μήνες λειτουργίας της εντός του έτους 2019). Ωστόσο, τα καθαρά αυτά κέρδη της αφορούν στο σύνολο της δραστηριότητας της, που περιλαμβάνει την εκμετάλλευση δύο φορτηγών αυτοκινήτων, από τα οποία το ζημιωθέν αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους, ήτοι στις 13-4-2019 (βλ. το μητρώο παγίων της εταιρίας), ενώ για το έτερο ουδεμία απόδειξη εισφέρθηκε σε σχέση με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του και τον όγκο των μεταφορών που πραγματοποιούσε, προκειμένου να γίνει, έστω κατά προσέγγιση ο επιμερισμός των καθαρών εσόδων της από την εκμετάλλευση κάθε οχήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην παραπάνω υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν δύναται να υπολογίσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τα καθαρά κέρδη που η εκκαλούσα εσόδευε και θα αποκόμιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, από τη χρήση και εκμετάλλευση του ζημιωθέντος οχήματος της, και τα οποία απώλεσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των 52 ημερών που αυτό επισκευαζόταν και, ως εκ τούτου, το σχετικό κονδύλι της αγωγής της τυγχάνει απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε για τον ίδιο λόγο το ως άνω κονδύλι ως ουσία αβάσιμο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου λόγος της Α' έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

II. Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως για την παραπάνω αιτία αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την ηθική βλάβη των φυσικών προσώπων, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 932/2019). Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 382/2011, πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008 ΤΝΠ Νόμος). Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 830/2024, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 704/2017 ΤΝΠ Νόμος, I. Κατρά, Αγωγές Αιτήσεις και Ενστάσεις Ενοχικού Δικαίου Αστικού Κώδικα, 2018, σελ. 15470, αρ. 5 και τις εκεί παραπομπές σε Νομολογία).

Με τον δεύτερο λόγο της Α' έφεσης η 1η εκκαλούσα εταιρία ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη αξιολόγησε τις αποδείξεις και απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το κονδύλι περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, διότι επλήγη η εμπορική της πίστη και επαγγελματική της υπόληψη και εν γένει το εμπορικό της μέλλον, καθώς το θανατηφόρο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη το δικό της όχημα έγινε γνωστό και κλόνισε την εμπιστοσύνη των πελατών της προς το πρόσωπο του οδηγού της, … και δη, ως προς την οδηγική του επάρκεια και την ικανότητά του να φέρει εις πέρας το μεταφορικό έργο, που η εταιρία του ανέθεσε και κατ' επέκταση κλόνισε την αξιοπιστία της και επέφερε τη μείωση της περιουσιακής της κατάστασης και του τζίρου της. Το παραπάνω όμως κονδύλι πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, καθόσον η ενάγουσα - εκκαλούσα εταιρεία ουδόλως απέδειξε την υλική υπόσταση που είχε η ηθική βλάβη που επικαλείται ότι υπέστη ως νομικό πρόσωπο από την αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά του προστηθέντος στην 1η εναγομένη - 1η εφεσίβλητη οδηγού. Η πρωτοδίκως εξετασθείσα με επιμέλεια της μάρτυρας κατέθεσε ότι η ενάγουσα εταιρία δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει όλους τους πελάτες της κατά το χρονικό διάστημα των 55 ημερών που το ζημιωθέν όχημά της βρισκόταν στο συνεργείο προς αναζήτηση ανταλλακτικών και επισκευή και πολλοί πελάτες της ενάγουσας αναγκάστηκαν να συνεργαστούν με άλλες εταιρίες. Συνεπώς, η μάρτυρας εξέθεσε την αναστάτωση που προκάλεσε η ίδια η ζημία του οχήματος της ενάγουσας εταιρίας στην οργάνωση της επιχείρησής της, χωρίς όμως να αναφέρει ότι εξαιτίας της επλήγη η εμπορική της πίστη και επαγγελματική της υπόληψη και εν γένει το εμπορικό της μέλλον λόγω του επικαλούμενου κλονισμού της εμπιστοσύνης των πελατών της ως προς την οδηγική του επάρκεια και την ικανότητά του παραπάνω οδηγού της να φέρει εις πέρας το μεταφορικό της έργο και μάλιστα στο μέλλον, όπως η ίδια αιτιάται. Η όποια περιουσιακή της βλάβη (μείωση του τζίρου της) ήταν αναγκαίο αποτέλεσμα της στέρησης της χρήσης του εν λόγω οχήματος για όσο χρόνο επισκευαζόταν και ουδόλως αποδείχθηκε ότι συνεχίστηκε και μετά την επισκευή του, λόγω της τυχόν οριστικής διακοπής της συνεργασίας της με συγκεκριμένους πελάτες της και γενικώς ότι επλήγησαν οι ταμειακές εισροές της λόγω ακριβώς του ότι μειώθηκε η εμπορική της αξιοπιστία στο χώρο των συναλλαγών ένεκα του επίδικου ατυχήματος. Επομένως, ορθά απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ως ουσία αβάσιμο το παραπάνω κονδύλι με έστω συνοπτική αιτιολογία, η οποία επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, συμπληρώνεται με την παρούσα, και ο παραπάνω λόγος της έφεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

III. Το άρθρο 932 ΑΚ ορίζει ότι «σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπου, φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση είναι ο υποστάς άμεσα την ηθική βλάβη παθών, κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία. Τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν συνήθως στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν αυτά υφίστανται ψυχικό πόνο από την αδικοπραξία, που στρέφεται κατά του οικείου τους, κατά κανόνα θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται και αυτά φορείς της σχετικής αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση, όπως ο ίδιος κανόνας συμβαίνει με τους τρίτους, που υφίστανται περιουσιακή ζημία από την σε βάρος οικείου τους τελεσθείσα αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση (άρθρα 928 εδ. β' και 929 εδ. β' ΑΚ). Τα τρίτα αυτά πρόσωπα κείνται εκτός του πεδίου προστασίας του προσβαλλόμενου κανόνα δικαίου, διότι στην περίπτωση αυτή η ηθική βλάβη είναι έμμεση και δεν αποκαθίσταται (ΟλΑΠ 18/2004 ΔΕΕ 2004.927, ΑΠ 624/2010 Επιδικία, ΑΠ 648/2002 ΕλλΔνη 43.1616, ΤρΕφΑΘ 608/2022, ΜΕφΑΘ 6628/2021 ΕφΠειρ 485/2014 ΤΝΠ Νόμος, Γ. Γεωργιάδης, σε Σ.Ε.Α.Κ. Απ. Γεωργιάδη, τόμ. I, έκδ. 2010, στο άρθρο 932, αριθ. 18 επ. ),

Με τον τρίτο λόγο της Α' έφεσης ο 2ος εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη με την εκκαλουμένη ως ουσία αβάσιμου του κονδυλίου της Β' αγωγής του περί χρηματικής του ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένα εκτιμήθηκαν οι σχετικές αποδείξεις. Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι ο 2ος των Β' εναγόντων και ήδη Α' εκκαλούντων, …, ουδεμία σωματική βλάβη ή άλλη βλάβη της υγείας του υπέστη συνεπεία του ένδικου ατυχήματος. Η δε ταραχή, συναισθηματική φόρτιση, θλίψη και στεναχώρια, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, οπωσδήποτε ένοιωσε λόγω του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη, με συνέπεια να μην δύναται να εργαστεί με το ζημιωθέν φορτηγό, όχι όμως και με άλλο όχημα της ίδιας εταιρίας, όπως σχετικά κατέθεσε και η μάρτυρας απόδειξης …, δεν αποδείχθηκε ότι έφτασε στα όρια βλάβης της υγείας του, όπως τέτοια θα αποτελούσε π.χ. η πρόκληση νευρικού κλονισμού και η νοσηλεία σε κλινική ή η υποβολή του σε θεραπευτική αγωγή (βλ. και Αθαν. Κρητικού, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα», εκδ. 1998 αριθ. 949-950, του ιδίου, έκδ. 2008, παρ. 20, αριθμ. 16-19, σελ. 399-402, Σ. Πατεράκη, «Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης» εκδ. 1995, σελ. 291, Γεωργιάδη- Σταθόπουλου ΑΚ αρθρ. 932 αριθ. II). Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, αυτός δεν υπέστη άμεση ηθική βλάβη, ώστε να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάστασή της και το σχετικό κονδύλι ορθά απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την εκκαλουμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου λόγου της έφεσής του ως αβάσιμου.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 2 του N. 4055/06-03-2012 (Φ.Ε.Κ. Α'51/12- 03-2012) αντικαταστάθηκε από 02-04-2012 (άρθρο 113) η διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ ως εξής: «Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει αν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης». Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν, μάλιστα, εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 375/2021, ΑΠ 553/2019 ΤΝΠ Νόμος). Με βάση τα ανωτέρω, η κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, πρέπει να γίνεται, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο Δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις, στις οποίες ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση του N 4055/2012). Το πότε υφίσταται εύλογη αντιδικία θα κριθεί, δηλαδή, κατά περίπτωση (in concreto) από το δικάζον δικαστήριο, με συνεκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων, λ.χ. αν το αντικείμενο της δίκης είναι ερμηνεία νέας νομικής διάταξης ή αν υφίστανται εν γένει, κατά τη δικαστική διάγνωση της υπόθεσης, σοβαρές ερμηνευτικές δυσχέρειες (ΑΠ 163/2022, ΑΠ 609/2020 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 553/2019 ό.π., ΑΠ 1207/2017 ΕλλΔνη 58.102). Ειδικά, όμως, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 1207/2017 ό.π.).

Με τον δεύτερο λόγο των Β' και Γ εφέσεων, οι εναγόμενες της Β' αγωγής - Β' και Γ' εκκαλούσες προσάπτουν στην εκκαλουμένη την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 346 του ΑΚ και της εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών ως προς το αν συντρέχουν ή όχι ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την εφαρμογή της εξαίρεσης της από τον τόκο επιδικίας, αφού απέρριψε το σχετικό τους αίτημα η σε βάρος τους τυχόν αποζημίωση να επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, κατ’ άρθρο 346 εδάφ. δ' και ε' ΑΚ, και όχι επιδικίας, κατ’ άρθρο 346 εδάφ. α' και β' ΑΚ, διότι είναι εύλογη η αντιδικία τους με την ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία σχετικά με το μέτρο της ευθύνης τους προς αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή της απαιτούμενης από το νόμο ειδικής περίστασης της εύλογης αντιδικίας, όσον αφορά τις εναγόμενες. Ειδικότερα, στην ένδικη υπόθεση δεν εφαρμόστηκε νέα ή/και δυσχερής ερμηνευτικά νομική διάταξη, αφού ως τέτοια δε νοείται ο (μερικός) περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της Β' αγωγής σε αναγνωριστικό. Άλλωστε, η 2η των Β' εναγομένων ασφαλιστική εταιρία - Γ' εκκαλούσα, δια της αρμόδιας υπαλλήλου της, κατόπιν σχετικής αλληλογραφίας που έλαβε χώρα με την πληρεξούσια δικηγόρο της αντιδίκου εταιρίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προς τον σκοπό σύναψης εξώδικου συμβιβασμού, ώστε η τελευταία να μην ασκήσει σε βάρος τους αγωγή, στις 6-5-2021 αναγνώρισε την υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτήν ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και ζήτησε επιπλέον έγγραφα, τα οποία η 1Π ενάγουσα εταιρία της απέστειλε ηλεκτρονικά. Ενώ δε στις 30-9-2021 η ασφαλιστική εταιρία ενημέρωσε την αντίδικό της ότι πρόκειται να υποβάλει πρόταση για το ύψος της αποζημίωσης που προτίθεται να της καταβάλει, τελικώς τον Οκτώβριο 2021 ενημέρωσε την τελευταία ότι συγγενείς του θανόντος οδηγού άσκησαν εναντίον της αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και δεν πρόκειται να έρθουν σε συμβιβασμό με αυτήν. Εφόσον δε η 2η των Β' εναγομένων ασφαλιστική εταιρία - Γ' εκκαλούσα, αμφισβήτησε στο σύνολό της την αγωγή και ιδίως την υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν οχήματος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εύλογη αντιδικία, ανεξαρτήτως του ότι κατά ένα μέρος η αγωγή της απορρίφθηκε (και κατά το αιτούμενο κονδύλιο της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης). Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, η προβλεπόμενη από τη ρύθμιση του άρθρου 346 ΑΚ, δυνατότητα εξαίρεσης από τον τόκο επιδικίας θεσπίσθηκε προς δικαιολογημένη εύνοια των οφειλετών, οι οποίοι διακατέχονται από διάθεση τερματισμού της αντιδικίας, με αντικείμενο την υποχρέωσή τους για την ικανοποίηση του δανειστή, προβαίνοντας προς τούτο σε ορισμένες ενέργειες, όπως είναι, επί παραδείγματι, η έγγραφη αναγνώριση της οφειλής τους ή ο συμβιβασμός, περιστάσεις που δεν συντρέχουν in concrete στην ένδικη υπόθεση. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του ομοίως απέρριψε το παραδεκτώς υποβληθέν αίτημα των εναγομένων περί εξαίρεσης από τον τόκο επιδικίας, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά αξιολόγησε τα πραγματικά περιστατικά και ο περί του αντιθέτου λόγος των Β' και Γ εφέσεων, με τον οποίον οι εκκαλούσες επαναφέρουν το εν λόγω αίτημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες A', Β' και Γ' εφέσεις ν' απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες και να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβολών των εφέσεων στο Δημόσιο Ταμείο (495 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστούν δε οι εκκαλούντες όλων των εφέσεων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εκάστοτε εφεσίβλητων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 63 παρ. 1İ περ. α', 68 παρ. 1 και 69 του ν. 4194/2013), πλην όμως δεν συμπεριλαμβάνονται σ' αυτά, κατ' άρθρο 189 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ, τα χωρίς ανάγκη και από υπερβολική πρόνοια των εφεσίβλητων κάθε έφεσης γενόμενα, που είναι όσα προξενήθηκαν από τη χωριστή εκπροσώπησή τους, εφόσον αυτοί, έχοντες κοινό συμφέρον κατά την προκειμένη συζήτηση, συνιστάμενο στην απόρριψη της κάθε σε βάρος τους έφεσης, μπορούσαν και όφειλαν να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους με ένα και τον αυτόν δικηγόρο (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 467/2019, ΑΠ 83/2004, ΑΠ 1669/1995 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, πρέπει να επιδικασθεί στους ως άνω εφεσίβλητους μια δικαστική δαπάνη, προσαυξανόμενη όμως, κατ' άρθρο 75 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (N. 4194/2013), ως προς τη δικηγορική αμοιβή, κατά 5% για καθένα πέραν του ενός απ' αυτούς, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλία των διαδίκων α) τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/11-9-2023 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και …/…/11-9-2023 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό στοιχείο Α' έφεση, β) τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/11 -6-2024 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και …/…/13-6-2024 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό στοιχείο Β' έφεση και γ) τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/30-3-2024 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και …/…/3-4-2024 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό στοιχείο Γ' έφεση κατά της υπ' αριθμό 12963/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν τις ανωτέρω εφέσεις κατά της ως άνω εκκαλούμενης απόφασης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή των υπ' αριθ. …/2023, …/2024 και …/2024 e- παραβόλων τους, αντίστοιχα, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες της Α' έφεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων σαράντα (2.740,00) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την 1Π εκκαλούσα της Β' έφεσης (ατομικά και για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτήν ανήλικης 2ης εκκαλούσας) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα (4.940,00) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα της Γ' έφεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία στο ποσό των χιλίων τριακοσίων εβδομήντα ευρώ (1.370,00).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη στις JLO Δεκεμβρίου 2024 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ