ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 13ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 2880/2025
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Γεωργία Βρεττού, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και την Γραμματέα Έλενα Παϊλα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 202^, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
I) Των εκκαλούντων :1) Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον δτ «... ΑΕ», που εδρεύει στις … Αττικής, επί των οδών …. αρ. .. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ...-ΔΟ.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και 2) ... ... του ..., κατοίκου ... Αττικής, οδ. ... αρ..., θέση ..., με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ερνέστο- Δημήτριο Τσακαλία του Αργυρίου (Α.Μ. Δ.Σ. ΄…), κάτοικο Αθηνών, οδ. …., ο οποίος κατέθεσε το υπ’ αριθ. Π …./2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.
Της εφεσίβλητης : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδ. …., με ΑΦΜ ..., ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ» δυνάμει της υπ'αριθμ. ...απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ ...τα Β') και της από 26-7-2013 σύμβασης μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, με την οποία μεταβιβάστηκαν στην «...ΤΉΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ» μεταξύ των οποίων και η υπ'αριθμ. ...2006 σύμβαση δανείου τακτής λήξης ως ισχύει, υπεισελθούσης της «...ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» στην ανωτέρω έννομη σχέση ως ειδικής διαδόχου, η οποία δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
II) Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας : Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «….» και το διακριτικό τίτλο «...» (πρώην ....... με δτ ...), που εδρεύει στο ... Αττικής, επί των οδών …., με ΑΦΜ …., Δ.ΟΥ. ΦΑΕ Πειραιά, αρ. ΓΕΜΗ … και εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδας σύμφωνα με το ν. 4354/2015 δυνάμει της υπ' αριθμ. …. απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (υπ' αριθμ. …. ΦΕΚ Τ.Β'), με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας της απαιτήσεως της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «….», που εδρεύει στο ...(….), με αριθμό μητρώου …. και εκπροσωπείται νόμιμα, που κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», ΑΦΜ ... ΔΟ.Υ. ΦΑΕ Αθηνών κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις N. 3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άρχου Μαρία του Χαραλάμπους (Α.Μ. Δ.Σ. ….), ανακαλουμένης της δήλωσης, κάτοικο Αθηνών, οδ. …., η οποία κατέθεσε το υπ' αριθ. Π …./2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.
Της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδ. …., με ΑΦΜ ..., ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ» δυνάμει της υπ'αριθμ. ...απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ ...τα Β') και της από 26-7-2013 σύμβασης μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, με την οποία μεταβιβάστηκαν στην «…. ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ» μεταξύ των οποίων και η υπ'αριθμ. ...2006 σύμβαση δανείου τακτής λήξης ως ισχύει, υπεισελθούσης της «...ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» στην ανωτέρω έννομη σχέση ως ειδικής διαδόχου, η οποία δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των καθ' ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση : 1) Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον δτ «... ΑΕ», που εδρεύει στις ... Αττικής, επί των οδών …. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ...-ΔΟ.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και 2) ... ... του ..., κατοίκου ... Αττικής, οδ. ... αρ. ..., θέση ..., με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ερνέστο- Δημήτριο Τσακαλία του Αργυρίου (Α.Μ. Δ.Σ. ….), κάτοικο Αθηνών, οδ. …., ο οποίος κατέθεσε το υπ' αριθ. Π …./2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.
Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 2-1-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../3-1-2018 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτή. Το παραπάνω Δικαστήριο αφού δίκασε κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών ερήμην των ανακοπτόντων, εξέδωσε την υπ' αριθμόν 10262/29-6-2020 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι ανακόπτοντες με την από 9-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου .../13-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών .../22-9-2021 έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 9-3- 2023, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου την από 23-4-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../26-4- 2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της «...ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» (καθ' ης η ανακοπή) και κατά των εκκαλούντων (ανακοπτόντων), της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο με αριθμούς ... και ... και συζητήθηκαν.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλούντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, ενώ η εφεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ι)Στην προκειμένη περίπτωση εισάγονται προς συζήτηση α) η από 9-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου .../13-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών .../22-9-2021 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 10262/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και β) η από 23-4-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../26-4-2024 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, δεδομένου ότι η παρέμβαση δεν έχει αυτοτέλεια έναντι της έφεσης, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την έφεση, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 1426/2013, ΕφΑθ 1527/2024, ΕφΑθ 121/2022, ΕφΘεσ 49/2022 δημ. ΤΝΠ Νόμος), η δε συνεκδίκασή τους διευκολύνει τη διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 31,246,524 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του v. 3994/2011 «Αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το ανωτέρω περιεχόμενο επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η «τυπική» παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 635/2020, ΑΠ 816/2020, ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1015/2005 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο, που μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 386/2020, ΑΠ 1291/2019 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017, ΕφΠατρ 33/2020, ΕφΘεσ 637/2020 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλη, Η έφεση, έκδ. 2015, παρ. 2042, σ. 513). Η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης γίνεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης. Με τη διάταξη αυτή εφαρμόζεται η καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, την οποία αρχή ρυθμίζει ειδικά η διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ. Έτσι, στην περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς ανάγκη να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν κάποιος λόγος της έφεσης. Όμως, η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που ο τελευταίος προβάλλει, ως υπεράσπιση, κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 579/2018 οπ, ΑΠ 6/2017, ΑΠ 343/2013 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 33/2020 on, Β. Βαθρακοκοίλη, οπ, παρ. 2099, σ. 524). Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν πρόκειται για έφεση κατά ερήμην απόφασης, που εκδόθηκε σε ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. ΙΚΠολΔ, ανεξαρτήτως εάν την έφεση ασκεί ο ανακόπτων ή ο καθ' ου η ανακοπή (ΕφΑθ 621/2023, ΜονΕφΑθ 1237/2023, ΕφΔωδ 76/2019 δημ ΤΝΠ Νόμος). Η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει και για τις ερήμην αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατά τις ειδικές διαδικασίες (άρθρο 591 παρ. 1 και 7 ΚΠολΔ) (ΑΠ 884/2007 ΧρΙΔ 2008.52, Μ. Μαργαρίτης - Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος I, άρθρο 528, αριθμ. 2, σελ. 856). Μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, το οποίο μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 579/2018 ο.π., ΑΠ 495/2017 οπ, (Μον)ΕφΑθ 513/2022, (Μον)ΕφΠειρ 1/2021, ΕφΠειρ 72/2020, (Μον)ΕφΘεσ 637/2020 δημ ΤΝΠ Νόμος).
III) Η υπό κρίση από 9-9-2021 και με αριθμό κατάθεσης .../22-9-2021 έφεση των ανακοπτόντων ήδη εκκαλούντων κατά της με αριθμό 10262/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην τους κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και απέρριψε την από 2-1-2018 και με αριθμ. καταθ. .../3-1-2018 ανακοπή τους, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα σας 13-9-2021, εντός δηλαδή της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα στις 14-7-2021 (βλ. σχετ. επισημείωση των δικαστικών επιμελητριών …., …. και …. στο περιθώριο της εκκαλουμένης), μη συνυπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος από 1 έως 31 Αυγούστου (αρθρ. 147, 495 επ., 511, 513, 516, 517, 518 παρ.1 και 520 του ΚΠολΔ). Αρμόδια δε φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ όπως αντικ. από το άρθρ. 4 παρ. 2 του N. 3994/2011 και έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το παραδεκτό της συζήτησης παράβολο των εκατό (100) ευρώ κατ' άρθρο 495 παρ. 3 Αβ ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016) (βλ. e-παράβολο με αριθμό …/2021 και τη συνοδεύουσα αυτό απόδειξη πληρωμής), καθώς και το υπ' αριθμ. Π ….2021 γραμμάτιο προείσπραξης του …. που προσαρτώνται στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (αρθρ. 532 του ίδιου κώδικα), να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της (συμπεριλαμβανομένης αυτής περί επιβολής δικαστικών εξόδων - Εφ.Πατρ. 334/2020 δημ ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Σαμ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 2003, σελ. 111, παρ. 234), χωρίς έρευνα των λόγων έφεσης, αφού, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, δεν απαιτείται να περιέχεται συγκεκριμένος λόγος έφεσης στο εφετήριο, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των ανακοπτόντων - εκκαλούντων στον πρώτο βαθμό και στηρίχθηκε στην ερημοδικία τους, ενώ αυτοί με την έφεσή τους πλήττουν την απόφαση στο σύνολό της, επικαλούμενοι τη βασιμότητα της ανακοπής και προβάλλοντας εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την αποδοχή της δια των αναφερομένων σε αυτήν λόγων. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παράβολου ποσού εκατό (100) ευρώ στους εκκαλούντες που το κατέθεσαν, καθότι, εφόσον η έφεση έγινε δεκτή και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, θεωρείται, ως προς την τύχη του κατατεθέντος παράβολου, ότι νίκησαν και έτσι δικαιούνται της επιστροφής του, ανεξαρτήτως αν η τελική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης θα είναι ή όχι ευνοϊκότερη για αυτούς (ΑΠ 532/2016, (Μον)ΕφΑθ 4496/2021, (Μον)ΕφΠειρ 130/2022, (Τριμ)ΕφΘεσ 1827/2022, (Τριμ)ΕφΠατρ 138/2022, (Τριμ)ΕφΛαμ 22/2022 δημ ΤΝΠ Νόμος) και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρο 19 ΚΠολΔ) να ερευνηθεί η ανακοπή, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 632 παρ 2 σε συνδ. με 643 ΚΠολΔ) ως προς την νομική και ουσιαστική της βασιμότητα (άρθρα 533 παρ.1 και 535 παρ.1 ΚΠολΔ).
IV) Με την από 2-1-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../3-1- 2018 ανακοπή τους, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες ζήτησαν, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους σε αυτήν λόγους, να ακυρωθεί η υπ αριθμ..../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε βάρος τους, με βάση την αναφερόμενη σε αυτήν (ανακοπή) σύμβαση δανείου τακτής λήξης, με την οποία υποχρεώθηκαν, η μεν πρώτη ως πρωτοφειλέτιδα, ο δε δεύτερος ως εγγυητής, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη το ποσό των 74.033,44 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η ανακοπή παραδεκτά εισήχθη για να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 584 και 632 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), όχι όμως με την τακτική διαδικασία, όπως εσφαλμένα εισήχθη, αλλά με την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους ανακόπτοντες στις 27-12-2017 (βλ. τις υπ' αριθμ. …. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ….) και η ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 3-1- 2018 και επιδόθηκε στην καθ' ης αυθημερόν (βλ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο περιθώριο αυτής), ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοση της διαταγής πληρωμής και συνεπώς πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 633 παρ. 1 ΚΠολΔ).
V) α) Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, χωρίς την οποία (επίδοση σε όλους τους διαδίκους) δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της με συνέπεια την απόρριψη της ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 28/2007, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1433/2013, ΑΠ 502/2011 δημ ΤΝΠ Νόμος, βλ. κατ ΑΠ 545/2009 δημ ΤΝΠ Νόμος όπου θεωρείται ως μη ασκηθείσα). Η επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον εφετείο, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε, βάσει του άρθρου 150 ΚΠολΔ, σύντμηση προθεσμίας, στις ειδικές διαδικασίες να γίνεται, σύμφωνα με τις διατάζεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 591 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1736/2019 δημ ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 28/2007, ΑΠ 1143/2019, ΑΠ .../2018 δημ. ΤΝΠ Νόμος), ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 του ίδιου κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά σας σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας (ΑΠ 727/2017, ΑΠ 546/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ). Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 883/2021 δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1260/2019 www.areiospagos.gr, ΑΠ 368/2019 δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1078/2022, ο.π., ΑΠ 1102/2022, ο.π., ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 783/2021, ΑΠ 784/2021, ΑΠ 1088/2020, ΑΠ 368/2019 δημ. ΤΝΠ Νόμος). Οι συνέπειες της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως προς την διαδικαστική θέση του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντα είναι, μεταξύ άλλων, η εκπροσώπησή του κατά την απουσία του από τον υπέρ ου η παρέμβαση και αντιστρόφως, εφόσον υφίσταται νόμιμη κλήτευση συμμετοχής στη δίκη ή προσεπίκλησή του ή μετέχει νόμιμα στη δίκη (ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ΜονΕφΑΘ 121/2022, ΕφΑΘ 481/2022, ΜονΕφΑΘ 349/2021, ΜονΕφΑΘ 3214/2021, ΕφΠειρ 168/2020, ΜονΕφΘεσ 982/2021 δημ. ΤΝΠ Νόμος, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α', άρθρο 76, αριθμ. 13 και 79, σελ. 516 και 536, Μ. Μαργαρίτης - Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, Έκδοση 2η, άρθρο 76, αριθμ. 16 και 19, σελ. 164). Επομένως, λόγω της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας για τους ομόδικους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παρισταμένους ομόδικους τους (ΑΠ 1102/2022 δημ. ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 70/2020 δημ www.areiospagos.gr, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 64/2017, ΕφΑΘ 121/2022, ΕφΑιγαίου 1/2022 δημ ΤΝΠ Νόμος). Η αντικειμενική όμως ενέργεια των διαδικαστικών πράξεων των αναγκαίων ομοδίκων, που καθιερώνεται κατά βάση από τη διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αφορά μόνο εκείνους που κατέστησαν πράγματι ομόδικοι (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, Τόμος I, άρθρο 76, αριθμ. 6, σελ. 177) και προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση όλων των ομοδίκων σε κάθε συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου της τελευταίας ως προς όλους (ΜονΕφΠειρ 173/2023, ΜονΕφΠειρ 172/2015 δημ ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 56/2019, Δικ/φία 2019.280, ΕφΛαρ 166/2019 δημ ΤΝΠ Νόμος). Ο προσθέτως παρεμβαίνων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 82 ΚΠολΔ, να επιχειρεί κάθε διαδικαστική πράξη προς το συμφέρον του υπέρ ου παρενέβη. Συγκεκριμένα, έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να επισπεύδει τη δίκη, να καταθέτει προτάσεις, να χρησιμοποιεί μέσα επίθεσης και άμυνας προς υποστήριξη των αιτήσεων του υπέρ ου, προτείνοντας στο πλαίσιο αυτό ενστάσεις, να επικαλείται και να προσάγει μέσα απόδειξης, να υποβάλει αιτήσεις, να ασκεί ένδικα μέσα και για τις διατάξεις που αφορούν την κύρια υπόθεση, να αναπληρώνει παραλείψεις του υπέρ ου η παρέμβαση προς αποτροπή δυσμενών συνεπειών (προερχομένου π.χ. από την ερημοδικία του τελευταίου) και να αναλαμβάνει τη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΚΠολΔ. Επίσης, οι διαδικαστικές πράξεις του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος έχουν αντικειμενική ενέργεια και δεσμεύουν τον αδρανούντα υπέρ ου η παρέμβαση (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, Τύμος I, άρθρο 82, αριθμ. 1, σελ. 191-192 και άρθρο 83, αριθμ. 3, σελ. 194, Б. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α', άρθρο 82, αριθμ. 3, 6, 9 και 18, σελ. 580- 583). Εξάλλου, κατά το άρθρο 274 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του N. 4335/2015 και, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, «Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε: α) αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του ανοδικού εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272, β) αν δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη μόνο εκείνος υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του μεταξύ εκείνου που άσκησε την παρέμβαση και του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση». Ως μη κανονική συμμετοχή των διαδίκων ενώπιον του εφετείου νοείται, μεταξύ άλλων, είτε η μη εκπροσώπησή τους στη δίκη από ή με δικηγόρο είτε η μη κατάθεση προτάσεων (άρθρα 94 παρ 1 και 2,115 παρ. 3 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), στην περίπτωση δε αυτή θεωρούνται δικονομικά απόντες και δικάζονται ερήμην (ΑΠ 1735/2010 δημ ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 407/2012 ΕλλΔνη 2012. 1074, ΕφΑΘ 5267/2007 ΕλλΔνη 2008.564, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ο.π., ΕφΠειρ 381/2013 δημ ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα, επομένως, με τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απουσίας αμφοτέρων των διαδίκων της κυρίας δίκης ή του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, η συζήτηση της υπόθεσης δεν ματαιώνεται, όταν παρίσταται ο προσθέτως παρεμβαίνων, αλλά λαμβάνει χώρα ερήμην του αντιδίκου του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, εφόσον βέβαια οι απολειπόμενοι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν κλητευθεί προσήκοντος, κατά τα προαναφερόμενα (ΜονΕφΠειρ 193/2023, ΜονΕφΠειρ 160/2022, ΜονΕφΠειρ 673/2022, ΕφΠειρ 171/2021 δημ. ΤΝΠ Νόμος), οπότε, αν ο αντίδικος είναι ο εκκαλών, η έφεση, εφόσον είναι παραδεκτή, απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη (άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ αν αντίδικος είναι ο εφεσίβλητος, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ). Αντίστοιχα, σε περίπτωση που παρίσταται ο προσθέτως παρεμβαίνων, αλλά απουσιάζει ο υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται ερήμην του μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και του αντιδίκου του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, εκτός εάν έχει ασκηθεί αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ, όποτε, λόγω της επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, ο τελευταίος, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο παρεμβαίνοντα - ομόδικο του. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 274 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέτει εγγραφή στο πινάκιο τόσο της κύριας υπόθεσης, όσο και της πρόσθετης παρέμβασης και συνεκφώνησης αυτών, ώστε τελικά να συνεκδικαστούν (ΜονΕφΠειρ 193/2023, ΜονΕφΠειρ 160/2022, ΜονΕφΠειρ 673/2022 οπ). Περαιτέρω, στο άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, ορίζεται ότι «.... Αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων ...». Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης η αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση. Στο άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού από το άρθρο 114 του N. 4842/2021, καθότι η κρινόμενη έφεση έχει κατατεθεί πριν την έναρξη ισχύος του N. 4842/2021 (άρθρο 116 παρ. Ια του ίδιου νόμου) και το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την έφεση, ορίζεται ότι «Στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνον πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και σε περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Στις παραπάνω περιπτώσεις, η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή. Μπορεί όμως το δικαστήριο, αν προβάλλονται άλλοι διαδικαστικοί ισχυρισμοί, να αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί. Στη δικάσιμο αυτή καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή, ενώ οι παρόντες οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς κλήτευση και αν δεν παραστούν κατά τη νέα δικάσιμο δικάζονται εξαρχής ερήμην». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 παρ. 2, 498 και 524 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την προσδιοριζόμενη για τη συζήτηση της έφεσης δικάσιμο, αρχική ή μεταγενέστερη, αναβληθεί αυτή για νέα μεταγενέστερη δικάσιμο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά τη νέα αυτή δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ' εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου, κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η υπόθεση, εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, οι διάδικοι όμως που κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία δόθηκε νέα αναβολή, δεν ήταν παρόντες, αλλά είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει, αντιθέτως, να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες, μέσω της επίδοσης σε αυτούς πρακτικού της αναβολής ή πιστοποιητικού του αρμόδιου γραμματέα περί της νέας αυτής αναβολής (ΑΠ 202/2011, ΑΠ 213/2010, ΤριμΕφΠειρ 482/2020 δημ ΤΝΠ Νόμος). β) Στην προκειμένη περίπτωση η προσθέτως παρεμβαίνουσα επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον, λόγω του ότι τυγχάνει μη δικαιούχος διάδικος, διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία ««….», η οποία κατέστη ειδικός διάδοχος της καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτή από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με το N. 3156/2003, ζητεί, ως διαχειρίστρια της άνω απαίτησης και ειδική πληρεξούσια, της ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας στο ουσιαστικό δικαίωμα που αποτελεί το αντικείμενο της προκείμενης δίκης και συνακόλουθα ως αναγκαία μ' αυτήν ομόδικος, να αποβεί η δίκη υπέρ της εφεσίβλητης δικαιοπαρόχου της, με την απόρριψη της έφεσης των εκκαλούντων, καθώς και να καταδικαστούν οι καθ' ων στην δικαστική της δαπάνη. Η παρέμβαση αυτή, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, φέρει το χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, διότι η παρεμβαίνουσα κατέστη νόμιμη διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης κατά τη διάρκεια της δίκης, νομιμοποιούμενη προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στην εν λόγω εταιρεία συντελέστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του N. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023 δημ ΤΝΠΝόμος). Ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται, συνταχθείσας σχετικά της προαναφερομένης με αριθμ. καταθ. .../26-4-2024 έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και επιδόθηκε σε όλους τους διαδίκους εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα στις 29-4-2024 (βλ. σχετ. την υπ' αριθμ. ….-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …. για την επίδοσή της στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση (εφεσίβλητη) και τις υπ' αριθμ. …. εκθέσεις επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή για την επίδοσή της στους καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση (εκκαλούντες). Ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, κατ' άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ και δημιουργήθηκε μεταξύ αυτής και της κυρίας διαδίκου - εφεσίβλητης/υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση τραπεζικής εταιρείας σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας. Περαιτέρω, κατά την συνεκφώνηση και συζήτηση των υποθέσεων με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο, η εφεσίβλητη - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τις υπ' αριθμ. …. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …., που επικαλείται και προσκομίζει η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, προκύπτει ότι η επίσπευση της συζήτησής της για τη δικάσιμο στις 9-3-2023, έγινε με επιμέλεια της εφεσίβλητης, αφού ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη πιο πεινώ δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα στους εκκαλούντες. Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυψε, ότι η εφεσίβλητη στην αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση, είχε καταθέσει δήλωση και ότι δεν θα παρίστατο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, έτσι ώστε να απαιτείτο η κλήτευσή της από την εκκαλούσα για την επόμενη συζήτηση της έφεσης, μέσω επίδοσης σε αυτήν πρακτικού αναβολής ή πιστοποιητικού του γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου περί της αναβολής, καθώς η εγγραφή της στο πινάκιο ισχύουν ως κλήτευσή όλων των διαδίκων (άρθρα 226 παρ. 4,498 παρ. 2, 585 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, η υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, για να παραστεί κατά την εκδίκαση της εν λόγω παρέμβασης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (άρθρα 524 παρ. 1 και 591 παρ. 1β' ΚΠολΔ). Ωστόσο, παρά την απουσία της εφεσίβλητης - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση κατά τη συζήτηση της έφεσης και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, θεωρείται, σύμφωνα με τις ανωτέρω νομικές σκέψεις, ότι αντιπροσωπεύεται από την νομίμως παριστάμενη αναγκαία ομόδικο της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα (άρθρα 76 παρ. 1 εδ. τελ., 83, 274 παρ. 2 εδ. β' και 524 παρ. 1 ΚΠολΛ), λόγω της σχέσης επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας που δημιουργήθηκε μεταξύ τους, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Από τα έγγραφα δε της δικογραφίας αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα των περιλαμβανομένων στο δικόγραφο της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ισχυρισμών προς θεμελίωση της νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας να παρέμβει στην προκειμένη δίκη και ειδικότερα ότι αυτή, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «….», ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης, στα δικαιώματα της τελευταίας, που αποτελούν αντικείμενο της κύριας υπό στοιχείο (α) δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου Τράπεζας (δικαιοπαρόχου της ως προς την επίδικη έννομη σχέση) προς απόρριψη της ένδικης έφεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί, δηλαδή το απορρέον εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και την ειδική διάδοχο μετά την εκκρεμοδικία (άρθρα 83, 225, 325 και 919 ΚΠολΔ). Πλέον συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι δυνάμει της από 16-2-2024 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή νομίμως έχει καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμ. πρωτ. … στον τόμο …, α/α …, η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία μεταβίβασε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10, 14 και 13 του N. 3156/2003, στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού ««….» απαιτήσεις της από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από αυτήν, στις οποίες, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και η απαίτηση της εφεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση τράπεζας, που απορρέει από την απαίτηση με αριθμό λογαριασμού ..., της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρία, σε βάρος της εκκαλούσας, την αποπληρωμή της οποίας εγγυήθηκε ο εκκαλών, κατά των οποίων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ..../2017 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία ανέκοψαν με την από 2-1-2018 ανακοπή τους, εκδοθείσας επ' αυτής της εκκαλουμένης υπ αριθμ. 10262/2020 απόφασης, επί της οποίας ερείδεται η ένδικη έφεση της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία κατέστη ειδική διάδοχος της μεταβιβάζουσας τράπεζας. Εν συνεχεία με την από 16-2-2024 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως αυτή νομίμως έχει καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμ. πρωτ. …2024 στον τόμο … με α/α …, ανατέθηκε η διαχείριση της παραπάνω απαίτησης από τη ειδική διάδοχο στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, σύμφωνα μετά άρθρα 10,14 και 16 του Ν. 3156/2003 και της χορηγήθηκε και το από 9-4-2024 ειδικό πληρεξούσιο από την δικαιούχο της απαίτησης αλλοδαπή ως άνω εταιρία, ώστε να έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει κατά τα προαναφερόμενα.
VI) Από τη διάταξη του άρθρου 632 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο ανακόπτων μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της σε βάρος του διαταγής πληρωμής είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοσή της είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 341/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 913/2020 δημ ΤΝΠ Νόμος). Έτσι, λόγο ανακοπής του πιο πάνω άρθρου μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της συμπεριφοράς του δανειστή προς το άρθρο 281 ΑΚ (Μ. Μαργαρίτης - Αν. Μαργαρίτη, ο.α., Τόμος II, Έκδοση 2η, άρθρο 632, αριθμ. 28, σελ. 94). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ' αρχήν αποφασίζει, εκτός και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ1472/2004). Οι ως άνω περιστάσεις προέρχονται κυρίως από την συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων (συνθηκών και περιστάσεων) και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος που επακολούθησε και που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται από τα όρια που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πεινώ κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1246/2008). Ειδικότερα, οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες. Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 476/2021, ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 1352/2011). Την ίδια αυξημένη ευθύνη, κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου, οφείλει, εκάστη τράπεζα και έναντι των εγγυητών (πελατών αυτής ή μη) (ΑΠ 1352/2011) (βλ ΑΠ 523/2024 δημ ΤΝΠ Νόμος). Έτσι, σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση, λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιοτη από την πλευρά της τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σε αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως, όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή, η τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους ή της μεταξύ τους σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου προπάντων, όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση από αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 323/2021, ΑΠ 476/2021, ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 1352/2011, ΕφΑΘ 854/2021, ΜονΕφΠατρ 233/2021 δημ ΤΝΠ Νόμος). Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1007/2020, ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 1058/2018 δημ ΤΝΠ Νόμος). Στον περιορισμό υπάγεται κάθε δικαίωμα, από οπουδήποτε και εάν πηγάζει, δηλαδή από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο. Υπάγονται, μεταξύ άλλων, τα διαπλαστικά δικαιώματα, όπως η καταγγελία μίας σύμβασης (ΑΠ 323/2021, ο.α., ΑΠ 1185/2019, ο.α., ΑΠ 1352/2011, ο.α., Απ. Γεωργιάδης στην ΕρμΑΚ, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, Τόμος I, άρθρο 281, αριθμ. 3-26, σελ. 490-492, Μ. Μαργαρίτης/ Αν. Μαργαρίτη, ΕρμΑΚ, άρθρο 281, αριθμ. 3-7, σελ. 227-228).
VII) Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η καθ' ης καταγγέλλοντας την σύμβαση δανείου προέβη σε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθισταμένης ως εκ τούτου της καταγγελίας και της διαταγής πληρωμής άκυρων για το λόγο ότι α) η προηγηθείσα συμπεριφορά της καθ' ης από το έτος 2014, λόγω των διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα, της σύνταξης επιχειρηματικού σχεδίου -business plan /μελέτης βιωσιμότητας στις 11-11-2016 και επικαιροποιημένου το 2017, συνοδευομένων από πρόταση ρύθμισης, της διαβεβαίωσης από τα στελέχη της καθ'ης για τη θετική εξέταση της ρύθμισης των χρεών το νέο έτος (2018), σε συνδυασμό με την αναδιοργάνωση της ανακόπτουσας, εν γνώσει της καθ' ης, προκειμένου να ανταπεξέλθει στις δανειακές της υποχρεώσεις, τους δημιούργησε την εύλογη και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι δεν προτίθεται να κλείσει τους λογαριασμούς και να καταγγείλει τις δανειακές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και την ένδικη και ότι θα προχωρήσει σε συνολική αναδιάρθρωση των δανειακών οφειλών της ανακόπτουσας εταιρίας δια της ρύθμισης αυτών υπό νέους όρους, β) οι απαιτήσεις της καθ' ης είναι πλήρως εξασφαλισμένες με εμπράγματες εξασφαλίσεις επί της περιουσίας της εταιρίας, αλλά και επί της προσωπικής περιουσίας του δευτέρου, γ) οι συνέπειες της καταγγελίας επιφέρουν πολύ επαχθείς συνέπειες στην πρώτη, καθόσον δυσχεραίνουν τραπεζικές δραστηριότητες (διακοπή ηλεκτρονικών συναλλαγών, άρνηση των τραπεζών για χρηματοδότηση κλπ), όπως ειδικότερα εκτίθεται στην ανακοπή, δ) η έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν προωθεί τα οικονομικά συμφέροντα της καθ'ης. ’Οτι επιπροσθέτως η καθ' ης, δια των αρμοδίων οργάνων της, κατά τις γενόμενες συζητήσεις, τους διαβεβαίωνε για την ευόδωση των διαπραγματεύσεων, ακόμα και μετά την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, δημιουργώντας τους την πεποίθηση ότι θα ανέμενε την οριστική συμφωνία για την αναδιάρθρωση του χρέους και ότι δεν θα προέβαινε στην έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος τους. Με τέτοιο περιεχόμενο ο πρώτος λόγος της ανακοπής, που συνιστά ένσταση, τυγχάνει, σύμφωνα με τις ανωτέρω νομικές σκέψεις, ορισμένος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες αναφέρουν περιστατικά που, αληθή υποτιθέμενα, συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά της τράπεζας ως προς την άσκηση του δικαιώματος της για καταγγελία της ένδικης σύμβασης και αίτησης για διαταγή πληρωμής και νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Συνεπώς πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή τεκμηρίων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση ακολούθως, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 386/2015, ΑΠ 1001/2012 δημ. ΤΝΠ Νόμος), αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας - εκκαλούσας, εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο ανακόπτοντα -εκκαλούντα, και του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ», στη θέση του οποίου υπεισήλθε η καθ' ης η ανακοπή -εφεσίβλητη, ως ειδική διάδοχος, δυνάμει της υπ'αριθμ. ...απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ ...τα Β') και της από 26-7-2013 σύμβασης μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, με την οποία μεταβιβάστηκαν στην καθ' ης στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ», μετά τη θέση αυτού υπό ειδική εκκαθάριση, καταρτίστηκε, στο Κορωπί Αττικής, σας 13 Οκτωβρίου 2006, η υπ' αριθμ. ... /2006 σύμβαση δανείου τακτής λήξης, εκ ποσού 604.479,75 €, όπως αυτή συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις πρόσθετες αυτής πράξεις, για να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη σε ποσοστό 35 % των δαπανών του επενδυτικού προγράμματος για την ανέγερση αποθηκευτικών χώρων στα πλαίσια του N. 3229/2004. Για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης εγγυήθηκε ο δεύτερος ανακόπτων - εκκαλών, παραιτούμενος της ένστασης της διζήσεως. Σε ασφάλεια της απαίτησης η ανακόπτουσα παραχώρησε, κατά τον περιεχόμενο στην σύμβαση υπ' αριθμ. 16.1 όρο, υπέρ της καθ'ης, Α' προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 785.000 €, επί ακινήτου ιδιοκτησίας της, που γράφηκε στις 30-11-2006, στον τ. …., με α/α …, στο Υποθ/ειο ..., ήτοι επί αγροτεμαχίου εμβαδού 3.998 τμ, μετά του επ' αυτού κτιρίου-κέντρου διανομής (εφοδιαστική αλυσίδα), εξοπλισμένου με μηχανογραφικά συστήματα, μεταλλικής κατασκευής, αποτελούμενο από ισόγειο επιφάνειας 1.600τμ και στάθμη παταριού επιφάνειας 96,62 τμ, επί των οδών ... και ... στο Δήμο ... Αττικής, αξίας 1.850.000 €, σύμφωνα με την από 17-11-2018 έκθεση εκτίμησης του συμβούλου επιχειρήσεων ακίνητης περιουσίας, … και αξίας 1.200.000 €, σύμφωνα με την υπ' αριθμ.8511/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας διορθώθηκε κατ' άρθρο 954 ΚΠολΔ η αξία του εν λόγω ακινήτου. Εν συνεχεία με την απ' αριθμ. …-2007 πρόσθετη πράξη τροποποίησης συνομολογήθηκε η μείωση του ποσού του χορηγηθέντος δανείου σε 472.256,05 €. Προς εξυπηρέτηση της πίστωσης τηρήθηκε αρχικά ο με αριθμ. GR ...λογαριασμός, ο οποίος μετά την ειδική διαδοχή μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ο οποίος στις 13-6-2017 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 74.033,44 €. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι οι υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν από τη σύμβαση δανείου δεν εκπληρώθηκαν και ως εκ τούτου η καθ' ης, με την από 15-6-2017 επιστολή της, επιδοθείσα αυθημερόν, κάλεσε τους ανακόπτοντες να εξοφλήσουν την οφειλή τους συνολικού ποσού 74.033,44 €. Εν συνεχεία με την από 28-9-2017 αίτησή της ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής, εκδοθείσας σχετικά της ανακοπτομένης σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας ως πρωτοφειλέτιδας και του δευτέρου ως εγγυητή. Αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στους ανακόπτοντες στις 28-12-2017. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη ανακόπτουσα δραστηριοποιείται από το 1934 στο χώρο των έντυπων εκδόσεων. Μοναδικοί εταίροι αυτής είναι ο δεύτερος ανακόπτων και ο ... ..., οι οποίοι είναι ομοίως μοναδικοί εταίροι και της εταιρίας διαχείρισης ακινήτων με την επωνυμία «….». Μέχρι το έτος 2014 η ανακόπτουσα εταιρία ανταποκρινόταν στις οικονομικές της υποχρεώσεις, πλην όμως λόγω και της μεσολαβούσας οικονομικής κρίσης, αντιμετωπίζοντας προβλήματα ήδη από το έτος 2011, δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί, όπως τούτο συνάγεται και από τους προσκομιζόμενους ισολογισμούς των χρήσεων των ετών 2007 έως 2015 , που έβαιναν διαρκώς μειούμενοι, με αποτέλεσμα τη δημιουργία χρέους προς την «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ», στη θέση της οποίας υπεισήλθε η Εθνική Τράπεζα κατά τα προαναφερόμενα. Η αρχική δανείστρια τράπεζα (ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ) αποτελούσε το βασικό χρηματοδότη της ανακόπτουσας, αλλά και της έτερης και προαναφερομένης εταιρίας των μετόχων της, οι οποίο μάλιστα ήταν κάτοχοι μετοχών της ιδίας της δανείστριας τράπεζας. Η ανακόπτουσα, πλέον της ένδικης σύμβασης δανείου, είχε συνάψει με την «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ» την υπ'αριθμ. ….2006 σύμβαση και την υπ' αριθμ. .../30-12-2015 πρόσθετη πράξη χορήγησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 900.000 €, την υπ' αριθμ. ….2009 σύμβαση δανείου τακτής λήξης ποσού 700.000 €, οι οποίες καταγγέλθηκαν τη ίδια ημέρα με την ένδικη (15- 6-2017) με υπόλοιπο 1.245.721,93 € και 437.508,25 € αντίστοιχα και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. .../2017 και .../2017 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα. Ο δε ανακόπτων είχε συνάψει με την ίδια τράπεζα τις υπ' αριθμ. …. συμβάσεις δανείου πίστης ιδιωτών ποσού 600.000 € και 1.700.000 €, συναγομένης έτσι της πλήρους εξάρτησης των ανακοπτόντων από τη χρηματοδότηση της «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ», στη θέση της οποίας υπεισήλθε η καθ'ης για τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ανακόπτουσας. Όπως ελέχθη από το 2014 και έκτοτε η ανακόπτουσα εταιρία εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης δε μπορούσε να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις. Προκειμένου να καταφέρει τούτο πρόεβη σε αναδιοργάνωση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας (επαναλαμβανόμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου από το 2010 έως το έτος 2014, μείωση εξόδων διοίκησης και διάθεσης, αναβάθμιση του κλάδου της χονδρικής, προσφορές προϊόντων, αναπροσανατολισμό των δραστηριοτήτων της, -αναστολή εργασιών του εκδοτικού και εμπορικού κλάδου, μείωση προσωπικού, μίσθωση εταιρικού ακινήτου 1.600 τμ στις ... για χρονικό διάστημα από 3-4-2017 έως 2-4-2020 αντί μηνιαίου μισθώματος εκ ποσού 5.416,66 € (ή 65.000 € ετησίως), τοποθέτηση φωτοβολταϊκού συστήματος επί στέγης κτιρίου στην έδρα της και αποκόμιση εισοδημάτων περί τις 37.000 € ετησίως από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας στη ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ δυνάμει της από 29-7-2011 σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας εικοσαετούς διάρκειας, τα οποία εκχώρησαν στην καθ' ης, προσπάθεια συγχώνευσης της ανακόπτουσας με την προαναφερομένη εταιρία ... ΑΕ), καταφέρνοντας έτσι να εξασφαλίσει βιώσιμα ταμειακά διαθέσιμα και μέσω της λειτουργίας της αφενός να καλύπτει υποχρεώσεις προς το Δημόσιο, ΔΕΚΟ, Δήμους, Ασφαλιστικά Ταμεία, προσωπικό και προμηθευτές και αφετέρου να δύναται να εκχωρήσει μέρος αυτών στην καθ' ης για την αποπληρωμή των δανειακών της υποχρεώσεων. Παράλληλα ο ανακόπτων επιδίωκε την αξιοποίηση της ατομικής του περιουσίας της στη νήσο ..., αξίας 8.500.000 €, σύμφωνα με την από 29-1-2018 προσκομιζόμενη έκθεση εκτίμησης, αλλά και στη νήσο ..., προκειμένου να εξοφλήσει τόσο τις ατομικές του όσο και τις εταιρικές της πρώτης ανακόπτουσας υποχρεώσεις, αλλά και της προαναφερομένης εταιρίας ... ΑΕ (βλ. σχετ. την από 19-2-2016 επιστολή της ανακόπτουσας προς την καθ' ης). Αντίστοιχη στάση τηρούσε και ο έτερος μέτοχος ... .... Επιπροσθέτως οι ανακόπτοντες από το έτος 2015 βρίσκονται σε συνεχείς διαπραγματεύσεις με την καθ' ης και έχουν προσκομίσει κάθε οικονομικό στοιχείο που τους ζητήθηκε, προκειμένης της ρύθμισης όλως των δανειακών υποχρεώσεων της πρώτης και των υποχρεώσεων των μετόχων της και της προαναφερομένης εταιρίας ... και αποπληρωμής αυτών με νέους όρους. Επίσης η ανακόπτουσα στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων αυτών έχει εκπονήσει και αποστείλει στην καθ' ης επιχειρηματικό σχέδιο -business plan / μελέτη βιωσιμότητας από 22-11-2016 κατ' απαίτηση της τελευταίας, έχει υποβάλει και την με ίδια ημερομηνία πρόταση ρύθμιση, πριν δηλαδή την καταγγελία της ένδικης σύμβασης και συνεχιζομένων των συζητήσεων και διαπραγματεύσεων το έτος 2017 απέστειλε επικαιροποιημένο επιχειρηματικό σχέδιο -business plan / μελέτη βιωσιμότητας (από 31-10-2017) και τη νέα από 17-11-2017 πρόταση ρύθμισης. Ειδικότερα οι ανακόπτοντες πρότειναν κατά κύριο λόγο, πέραν της εκχώρησης των εσόδων ύψους 37.000 € ετησίως από την εκμετάλλευση του φωτοβολταϊκού πάρκου, την εκχώρηση των μισθωμάτων ύψους 65.000 € ετησίως, από την εκμίσθωση του εταιρικού ακινήτου στην εταιρία ..., αφαιρουμένου μέρους μόνον αυτών για την πληρωμή των τρεχουσών και λειτουργικών υποχρεώσεων της ανακόπτουσας και την εκμετάλλευση (εκμίσθωση, εκποίηση) της ακίνητης περιουσίας είτε της ανακόπτουσας, αξίας 1.200.000 € κατά τα προλεχθέντα, είτε της έτερης εταιρίας ... ΑΕ, αξίας 5.600.000 €, είτε του ανακόπτοντος, και του έτερου μετόχου στη νήσο ... αξίας 8.500.000 € σύμφωνα με την εκτίμηση του οίκου εκτίμησης ακινήτων HVS (βλ. σχετ. από 22-11-2016 και από 21-12-2016 ηλεκτρονικές επιστολές). Διαρκούντων των συζητήσεων μεταξύ των διάδικων για τη διευθέτηση του συνόλου του χρέους των ανακοπτόντων, συνεπώς και του ένδικου , η καθ' ης προέβη στην καταγγελία όλων των συμβάσεων 15-6-2017. Παρά ταύτα οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν, όπως τούτο προκύπτει από τη μεταγενέστερη ηλεκτρονική αλληλογραφία (βλ. σχε. από 16-11-2017 επιστολή του ανακόπτοντος με ανάλυση της απαίτησης της καθ'ης και νέα αίτηση ρύθμισης/διακανονισμού με παρόμοιο με τις προγενέστερες περιεχόμενο, από 27-11-2017, από 26-1-2018, από 1-2-2018, από 20-2-2018, από 21-2-2018 ηλεκτρονικές επιστολές), γεγονός από το οποίο συνάγεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου η θετική εκ μέρους της καθ'ης πρόθεση για την κατάληξη της προσπάθειας αναδιάρθρωσης, αλλά και η εδραίωση της πεποίθησης των ανακοπτόντων για την ευόδωση των διαπραγματεύσεων. Παρά ταύτα η καθ' ης από το έτος 2018 μετέβαλε πλήρως στάση και αρνούμενη οποιαδήποτε ρύθμιση του χρέους, είτε ευθέως με αυτήν, είτε μέσω αναδοχής του χρέους των ανακοπτόντων από τρίτο (βλ. από 29-1-2020 αρνητική απάντηση της καθ' ης επί της από 16-12-2019 πρότασης αναδοχής χρέους της αυστριακής εταιρίας με την επωνυμία ...), παρά τη δυνατότητα ρύθμισης του χρέους και την ικανοποίηση των απαιτήσεών της, όπως τούτο διαγράφεται στην προαναφερθείσα ηλεκτρονική επικοινωνία των ετών 2016-2028, προχώρησε σε κατασχέσεις σε βάρος των ανακοπτόντων και της έτερης εταιρίας ... ΑΕ και σε συμψηφισμό απαιτήσεων ποσού 47.992,32 € δυνάμει της από 26-1-2018 δήλωσης και ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ανακοπτόντων είχαν σαφώς αυξηθεί λόγω του συνυπολογισμού των τόκων, σε σχέση με το χρόνο επίδοσης της καταγγελίας της σύμβασης και το χρόνο έναρξης των διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων. Εν όψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και δη της δυνατότητας της ανακόπτουσας να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις μετά από νέα ρύθμιση των υφισταμένων χρεών και αξιοποίησης της προσφερόμενης περιουσίας των ανακοπτόντων, κρίση που ενισχύεται και από την πρόθεση της αλλοδαπής ως άνω εταιρίας να αναδεχθεί το υπό διαπραγμάτευση χρέος, του ύψους της ένδικης οφειλής, τις συνεχείς καταβολές της ανακόπτουσας δια της εκχώρησης, της εξασφάλισης της ένδικης απαίτησης δια της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης α' τάξης στο περιγραφέν ως άνω εταιρικό ακίνητο για ποσό 785.000 €, επί του οποίου έχουν βέβαια μεταγενέστερα εγγράφει στις 6-8- 2009 και στις 13-6-2012 και άλλες προσημειώσεις από την ίδια τράπεζα για ποσό 900.000 € και 190.000 €, που δεν θίγουν την ένδικη αξίωση της καθ' ης, τη συνολική εξασφάλιση για ποσό 8.875 000 € επί της περιουσίας όλων των ανωτέρω εμπλεκομένων, γεγονότα τα οποία, τόσο η καθ'ης με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ουδόλως αμφισβήτησαν, η άσκηση του δικαιώματος της καθ'ης για το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και την επιδίωξη έκδοσης της ανακοπτομένης προκειμένου να εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, καθίσταται μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Επιπροσθέτως, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα η συμπεριφορά της καθ' ης, που προηγήθηκε της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, αλλά και μεταγενέστερα, λόγω της συνέχισης των διαπραγματεύσεων, ήταν τέτοια έτσι ώστε, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, να δημιουργήσει στους ανακόπτοντες την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν θα προέβαινε στην δικαστική επιδίωξη της απαίτησής της στο χρόνο που την άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη επιδίωξη να προκαλέσει στους ανακόπτοντες επαχθείς συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική. Η καθ' ης αντιθέτως δεν είχε συμφέρον στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και στη μέσω αυτής απόκτηση εκτελεστού τίτλο, ώστε να μπορεί να προβεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην ικανοποίηση της απαίτησής της, αφού μπορούσε να ικανοποιήσει αυτήν (απαίτηση) μέσω των προτάσεων ρύθμισης των ανακοπτόντων, που αποτέλεσαν το αντικείμενο διαπραγμάτευσης επί διετία τουλάχιστον. Κατά τον τρόπο αυτό, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης και συνακόλουθα η υποβολή της αίτησης από την καθ' ης για έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία, έλαβε χώρα διαρκούντων των συνομιλιών για διευθέτηση του χρέους μέσω εξωδικαστικού συμβιβασμού κατόπιν των διαπραγματεύσεων για ρύθμιση των χρεών της και ενώ η αξίωση της καθ' ης ήταν εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια, έρχεται σε αντίθεση με παγιωμένους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου και με την καλή πίστη. Συνακόλουθα, η ενέργεια της καθ' ης να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση δανείου που είχε χορηγήσει στην ανακόπτουσα ήταν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον υπήρξε προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού έτσι προκλήθηκε έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος της από την άσκηση του δικαιώματος της, η οποία δεν ήταν ανεκτή. Η άσκηση δε του εκ του νόμου προβλεπομένου δικαιώματος της καθ' ης για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, προκειμένου να εισπράξει την απαίτησή της, αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με την περιουσία της, τον τρόπο της οποίας μόνο αυτή μπορεί να αποφασίσει, ακόμα και αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού επιφέρει βλάβη στους ανακόπτοντες, πλην όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, καθόσον επιχειρήθηκε χωρίς συμφέρον της και με ζημία αποκλειστικά των ανακοπτόντων, οι οποίοι καλούνται να καταβάλουν άμεσα το συνολικό ποσό των 74.033,44 €, πλέον τόκων και εξόδων, όταν δε, οι αξιώσεις της εκκαλούσας τράπεζας ήταν εξασφαλισμένες με εμπράγματες ασφάλειες, όπως προαναφέρθηκε. Ενώ, εάν δεν λάμβανε χώρα η καταγγελία, είναι βέβαιο ότι θα επιτυγχανόταν συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της ανακοπής ως και κατ' ουσίαν βάσιμος και να ακυρωθεί η με αριθμό .../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Λόγω δε της παραδοχής της έφεσης και της εξαρχής εξαφάνισης της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρα 522, 528, 532, 535 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, πρέπει, όπως ήδη ελέχθη, να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου που οι εκκαλούντες κατέθεσαν κατά την άσκησή της, στους ίδιους (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τέλος πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εφεσίβλητης ως ηττηθείσας διαδίκου κατά τις διατάξεις των άρθρων 176,183,189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 58 παρ. 5 , 63 παρ. Ιια, 68 παρ. 1 και 69 παρ. 1 Ν. 4194/2013) και με τις αμοιβές που ορίζονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι.Β/ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ του ίδιου ως άνω νόμου, τα ειδικότερα οτο διατακτικό. Σημειώνεται ότι ως προς την πρόσθετη παρέμβαση δεν θα περιληφθεί διάταξη στο διατακτικό, καθόσον αυτή ως διαμορφωτική διαδικαστική πράξη, δεν διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της δίκης, αλλά την έννομη σχέση αυτής και δεν διατυπώνει ίδιο αίτημα, το οποίο θα έπρεπε να δεχθεί ή να απορρίψει, έστω και σιωπηρά το δικαστήριο (ΑΠ 666/ 2015 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα areiospagos.gr, ΑΠ 715/1998 ΕλλΔ/νη 40.630, ΕφΑθ 854/2021 αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, ΕφΠατ 58/2021, ΕφΠειρ 111/2016 δημ ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 5722/2011 ΕλλΔ/νη 53.822). Ακολούθως πρέπει να οριστεί το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης εκ μέρους της απολιπόμενης εφεσίβλητης (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 στοιχ. γ' ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας έχει και ο απολειπόμενος αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται στη δίκη από τους παριστάμενους αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 597/2021, ΑΠ 239/2020, ΑΠ 338/2017, ΑΠ 855/2015, ΑΠ 367/2014, ΑΠ 709/2012, ΑΠ 658/2012, ΑΠ 319/2012 δημ ΤΝΠ Νόμος) χωρίς να ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο η ύπαρξη ή μη εννόμου προς τούτο συμφέροντος της (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 239/2020, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 876/2020, ΑΠ 826/2015 και ΑΠ 241/2015 δημ ΤΝΠ Νόμος). Αντιθέτως, επειδή η υπέρ ης η αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία δεν έλαβε μέρος κανονικά στην συζήτηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, δεν δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 502 ΚΠολΔ, στην άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, δεν θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας, αφού δεν υπόκειται αυτή σε ανακοπή. Τέλος πρέπει η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των καθ'ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, γενομένου δεκτού του σχετικού νομίμου αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 176, 182 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α) την από 9-9-2021 και με αριθμό κατάθεσης .../22-9-2021 έφεση και β) την από 23-4-2024 και με αριθμ. καταθ. .../26-4-2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην της εφεσίβλητης - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, θεωρούμενης ως αντιπροσωπευόμενης από την παριστάμενη αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά της υπ' αριθμ. 10262/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από την εφεσίβλητη στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες του κατατεθέντος παράβολου έφεσης ποσού εκατό (100) ευρώ.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμόν 10262/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 2-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης .../3-1-2018 ανακοπής κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
Δέχεται αυτήν.
Ακυρώνει την υπ' αριθμ. .../2017 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος της εφεσίβλητης-καθ' ης η ανακοπή τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων-ανακοπτόντων, τα οποία καθορίζει και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200) ευρώ.
Απορρίπτει την από …2024 και με αριθμ. καταθ. .../26-4-2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Επιβάλλει σε βάρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα των καθ' ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, τα οποία ορίζει για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις …. Μαΐου 2025 σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ