ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 13ο - Ενοχικό

Αριθμός απόφασης 284/2025

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Γλυκερία Λουίζα Ιωαννίδου, Εφέτη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Έλενα Πάίλα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2024, για να δικάσει την έφεση μεταξύ:

Της Καλούσας/Εκκαλούσας: Εταιρείας με την επωνυμία “… αποθηκεύσεις Μεταφορές ΕΠΕ”, που εδρεύει στον .. Αττικής, έχει ΑΦΜ …., εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Σταυρούλας Τσιώνη (AM ΔΣΑ …), δια της οποίας είχε παραστεί και στον πρώτο βαθμό, η οποία υπέβαλε δήλωση, κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε то ... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.

Της Καθής η κλήση/Εφεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “…Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία”, ως οιονεί καθολική διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “…Ασφαλιστική ΑΕ”, λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, που εδρεύει στη … Αττικής (.. αρ. …), εκπροσωπείται νόμιμα, έχει ΑΦΜ … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Ντανάκη (AM ΔΣΑ ...), δια του οποίου είχε παραστεί και στον πρώτο βαθμό, ο οποίος υπέβαλε δήλωση, κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε то ... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ.

Η καλούσα/εκκαλούσα άσκησε κατά της καθής η κλήση/εφεσίβλητης την από 13.12.2018 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2018), επί της οποίας εκδόθηκε η 10781/2021 οριστική απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), με την οποία δικάσθηκε η υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων, απορρίφθηκε η αγωγή και επιβλήθηκαν σε βάρος της καλούσας/εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα. Κατά της απόφασης αυτής η καλούσα/εκκαλούσα άσκησε την από 10.1.2022 έφεσή της, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/12.1.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/13.1.2022) και προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 21.9.2023, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της. Ήδη δε η έφεση επανεισάγεται προς συζήτηση με την από 25.9.2023 κλήση της καλούσας/εκκαλούσας (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2023), προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι τους παραστάθηκαν με δήλωση κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις, που προκατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση, με την από 25.9.2023 κλήση της καλούσας/εκκαλούσας(ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2023) κατόπιν ματαίωσής της συζητήσεώς της στην αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21ης.9.2023, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο (άρθρο 19 ΚΠολΔ, ως το τελευταίο άρθρο ίσχυε κατά την άσκηση των εφέσεων και όπως ισχύει ήδη υπό την ταυτόσημη διάταξη του εδ. α του άρθρου 19 ΚΠολΔ, ήτοι μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 7 του ν. 5134/2024), η από 10.1.2022 έφεσή της καλούσας/εκκαλούσας κατά της καθής η κλήση/εφεσίβλητης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ.../12.1.2022), αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/13.1.2022) και στρέφεται κατά της 10781/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), που εκδόθηκε επί της από 13.12.2018 αγωγής της καλούσας/εκκαλούσας με αντικείμενο την αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής ασφαλίσματος εκ ποσού 125.968,69 ευρώ, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, επί προαιρετικής ασφάλισης αστικής ευθύνης, νομιμότοκα από την καταβολή (25.10.2018) άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Η έφεση ασκήθηκε κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 2, 3 περ. Α. υποπερ. β', 500, 511, 513 παρ. 1β, 516 και 517 ΚΠολΔ, δια της κατάθεσης ιδιαιτέρου δικογράφου στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/12.1.2022), μετά του ….. ηλεκτρονικού παράβολου της ΓΓΠΣ, ποσού 100 ευρώ και είναι εμπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε εντός της -κατ' άρθρον 518 παρ. 2 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, που εκκίνησε με την έκδοσή της εκκαλουμένης απόφασης στις 8.12.2021, δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Καθόσον, επομένως, η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η δε ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό καλούσα/εκκαλούσα, ζητεί την εξαφάνιση της 10781/2021 οριστικής αποφάσεως προς το σκοπό ολικής παραδοχής της από 13.12.2018 αγωγής της κατά της καθής η κλήση/εφεσίβλητης, για τους λόγους, που εκτίθενται στην έφεση της, πρέπει (η έφεση) να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2496/16.5.1997 "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών, μετά από τέσσερα (4) χρόνια, και στις ασφαλίσεις προσώπων, μετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται, ότι επί συμβάσεως ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή (άρθρο 189 Ερμ. Ν) έναντι του ασφαλιστή γεννάται, όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε, και έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημιάς του αγωγή, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και αν δεν έχει προσδιορισθεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του τρίτου που ζημιώθηκε και επομένως, ούτε και το ποσό της αποζημίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή. Κατά συνέπεια, η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου, επί ατυχήματος που συνέβη μετά την 17.11.1997, παραγράφεται μετά την παρέλευση τεσσάρων (4) ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου. Εξάλλου, για τα θέματα της διακοπής και της αναστολής της παραγραφής εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 255 επ, 260 επ-ΑΠ 1018/2011 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Από τη διάταξη του άρθρου 260 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι, η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, συνάγεται ότι, αρκεί για τη διακοπή της παραγραφής οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη προς το δανειστή, με την οποία εκφράζεται, ρητώς ή σιωπηρώς, αλλά σαφώς, η πεποίθηση του οφειλέτη για την ύπαρξη της υποχρέωσής του και της αξίωσης του δανειστή, εις τρόπον ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής, χωρίς να είναι απαραίτητο, η τοιαύτη συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή να γίνεται με το σκοπό ανάληψης υποχρέωσης ή να γίνει αποδεκτή από το δανειστή. Τοιαύτη αναγνώριση της υποχρέωσης του ασφαλιστή για ασφαλιστική κάλυψη και συγχρόνως αναγνώριση της έναντι αυτού αξίωσης του ασφαλισμένου συνιστά και η παροχή νομικής προστασίας προς τον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή, που συμμετέχει στη δίκη για την απόκρουση της αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου, με κοινή νομική εκπροσώπηση, καθώς και η συμμετοχή του ασφαλιστή στη δίκη για την απόκρουση της αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλισμένου, έστω και αν ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος παρίστανται στη δίκη αυτοτελώς και με διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους (ΑΠ 232/2010, ΑΠ 2332/2009. δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ1596/1995, ΑΠ 1275/2009. επίσης, Κρητικός Αθ. Αποζημίωση, 2008 σελ. 625 627). Η δια του τρόπου αυτού αναγνώριση και η συνεπεία αυτής επελθούσα διακοπή της παραγραφής παύει (και αρχίζει έκτοτε νέα παραγραφή) μετά την πράξη, δια της οποίας εγένετο η αναγνώριση (ΑΠ 2332/2009 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ).

Η καλούσα/εκκαλούσα ιστορούσε στην από 13.12.2018 αγωγή της κατά της καθής η κλήση/εφεσίβλητης, ότι σε εκτέλεση της 4081/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατέβαλε, ως προστηθείσα και ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τον εταίρο αυτής … στον … του …, το συνολικό ποσό των 125.968,69 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των πάσης φύσεως (περιουσιακής και μη) ζημιών, για τον τραυματισμό, που υπέστη αυτός, κατά ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 4.11.2011 στις εγκαταστάσεις της από υπαιτιότητα του ως άνω προστηθέντος της, ο οποίος ήταν ο χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος (κλάρκ), κατά την προσπάθεια εκφόρτωσης των μηχανημάτων, που ο παθών είχε μεταφέρει στις εγκαταστάσεις της εταιρείας της, υπό τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις που εκτίθενται στην απόφαση και τις οποίες παραθέτει επακριβώς στο αγωγικό της δικόγραφο. Ότι κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, το επίμαχο ανυψωτικό μηχάνημα της ιδιοκτησίας της, ήταν ασφαλισμένο στην καθής η κλήση/εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, για τον κίνδυνο της αστικής της ευθύνης έναντι τρίτων από τη λειτουργία του τόσο ως αυτοκινούμενου οχήματος όσο και ως εργαλείου, δυνάμει σύμβασης ασφάλισης ζημιών, που είχε συναφθεί μεταξύ τους και ως εκ τούτου η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ως άνω αναφερόμενο ποσό των 125.968,69 ευρώ, το οποίο κατέβαλε αυτή στον ζημιωθέντα τρίτο στις 25.10.2018 και αναλύεται σε ποσό επιδικασθέντος κεφαλαίου εκ 82.297,75 ευρώ, πλέον ποσού 4.500 ευρώ ως επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, πλέον ποσού 39.170,94 ευρώ, ως νόμιμους τόκους επί του κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από 16.7.2012 έως 25.10.2018, ως τα επιμέρους κονδύλια αυτού εκτίθενται στην αγωγή. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητούσε, όπως το αίτημά της παραδεκτώς περιορίσθηκε σε έντοκο αναγνωριστικό με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, κατ’ άρθρο 223 εδ. β' ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με τα άρθρα 294 εδ. α', 295 §1 εδ. β1 και 297 του ίδιου Κώδικα, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει το ως άνω αναφερόμενο ποσό των 125.968,69 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει και πράγματι κατέβαλε στον παθόντα του επίμαχου ατυχήματος, σε εκτέλεση της προρρηθείσας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, που πραγματώθηκε ευθύς μόλις της επιδόθηκε η σχετική προς τούτο αποζημιωτική αγωγή του τελευταίου σε βάρος της, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής του, ήτοι από 25.10.2018, άλλως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και τη δικαστική της δαπάνη. Το Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδίκασε την υπόθεση κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων με την 10781/2021 οριστική και ήδη εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας τους ενάντιους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης και περαιτέρω ως νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 330, 341, 345 ΑΚ, 1 επ. του ν. 2496/1997, 70 και 176 ΚΠολΔ, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής, που είχε προβάλλει η εφεσίβλητη, απορρίπτοντας κατ' αποτέλεσμα, την αντένσταση της εκκαλούσας περί διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνώρισης της ένδικης απαίτησης, που είχε προβληθεί καθ' υποφοράν με την αγωγή της και με τις προτάσεις της.

Κατά της ως άνω εκκαλουμένης απόφασης στρέφεται η καλούσα/εκκαλούσα, η οποία με τον πρώτο λόγο της έφεσής της επαναφέρει παραδεκτά την παραπάνω αντένσταση διακοπής της παραγραφής, κατ' άρθρον 260 ΑΚ, την οποία είχε προβάλλει παραδεκτά στον πρώτο βαθμό -καθ' υποφοράν με την αγωγή της αλλά και με τις προτάσεις της προσάπτοντας στην εκκαλουμένη απόφαση σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη του άρθρου 260 ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα επάγεται, ότι ο κίνδυνος αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, έναντι του οποίου είχε ασφαλισθεί στην εφεσίβλητη, επήλθε στις 16.7.2012, οπότε της επιδόθηκε η από 15.6.2012 αγωγή του …, ο οποίος υπέστη εργατικό ατύχημα στις εγκαταστάσεις της, ώστε η -κατ' άρθρον 10 του ν. 2496/1997 παραγραφή της ένδικης αξίωσής της εκκίνησε από 1.1.2013. Ότι η παραγραφή αυτή διακόπηκε στις 26.2.2013 με τη συμμετοχή της εφεσίβλητης κατά τη συζήτησή της εν λόγω αγωγής, κατά την οποία (συζήτηση) η ήδη εφεσίβλητη παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ως ομόδικος της εκκαλούσας, προβάλλοντας ενστάσεις προς αντίκρουση της αγωγής. Ότι η διακοπή αυτή διήρκεσε έως την επόμενη διαδικαστική πράξη, ήτοι έως 3.6.2013, οπότε δημοσιεύθηκε η 1423/2013 οριστική ως προς την ασφαλιστική εταιρεία και δη απορριπτική ως προς αυτή απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι έκτοτε ξεκίνησε νέα τετραετής παραγραφή, που διακόπηκε εκ νέου με τη συμμετοχή της εφεσίβλητης κατά τη συζήτησή της από 15.4.2014 προσεπίκλησης-παρεμπίπτουσας αγωγής που άσκησε η εκκαλούσα, κατά την οποία (συζήτηση) η νυν εφεσίβλητη αναγνώρισε

την υποχρέωση της για ασφαλιστική κάλυψη και συγχρόνως την αξίωση της ήδη εκκαλούσας προς τούτο. Ότι η διακοπή αυτή έπαυσε με την επόμενη διαδικαστική πράξη, ήτοι στις 19.7.2016, οπότε και δημοσιεύθηκε η 3219/2016 απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορριπτική ως προς την εφεσίβλητη. Ότι έκτοτε εκκίνησε νέα τετραετής παραγραφή, που διακόπηκε εκ νέου και δη προ της συμπληρώσεώς της με την άσκηση της ένδικης αγωγής, ήτοι δια της καταθέσεως και επιδόσεως αυτής στη νυν εφεσίβλητη στις 24.12.2018. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος, αφού ρητά διαλαμβάνεται σε αυτή, ότι κατά τη συμμετοχή της εφεσίβλητης στις ως άνω δίκες εχώρησε αναγνώριση της ασφαλιστικής κάλυψης και της αντίστοιχης αξίωσης της εκκαλούσας, ώστε να μην παρίσταται ανάγκη άσκησης αγωγής και περαιτέρω είναι νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. 2496/16.5.1997, 240, 241 και 260 ΑΚ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του, μετά της εν γένει ουσιαστικής έρευνας της βασιμότητας της έφεσης.

Από το συνδυασμό των άρθρων 1 παρ. 1, αρθ. 2, αρθρ. 7 παρ.3 εδ. α-6 εδ. 1, 7 του ν.2496/1997 για την "Ασφαλιστική σύμβαση και τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση κ.λ.π.", συνάγονται τα ακόλουθα: Με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση, που είναι ο ασφαλιστής, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο της, που είναι ο λήπτης της ασφάλισης, ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν, επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση). Η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, δηλαδή από το νόμο ορίζεται ως αποδεικτικός τύπος της πιο πάνω δικαιοπραξίας το έγγραφο. Ακριβώς, εξαιτίας του αποδεικτικού χαρακτήρα του ασφαλιστηρίου παρέπεται, ότι, για την απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης αυτής μεταξύ των συμβαλλομένων, δεν επιτρέπονται μάρτυρες, παρά μόνο, αν το έγγραφο, που είχε συνταχθεί, έχει χαθεί τυχαία, ενώ οι γενικοί και ειδικοί όροι ασφάλισης, που περιέχονται σ' αυτό, δεσμεύουν τον ασφαλισμένο και αν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σ' αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, ενώ το επικαλείται και το προσκομίζει στο Δικαστήριο (ΑΠ 18/2009 δημ. στην ιστοσελίδα АП, ΑΠ 657/2001 ΕΕμπΔ NB' 234). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 εδ. α’ του ίδιου νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη, ενώ κατά τη διάταξη του εδ. β' αυτού, που αφορά μόνο τις καλούμενες δαπάνες απόκρουσης των απαιτήσεων, δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου. Ακολούθως, με την παρ. 5 του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων, που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων, στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης. Στην παραπάνω έννοια του τρίτου περιλαμβάνεται εκείνος, στον οποίον ανατέθηκε η μεταφορά του αντικειμένου της ασφαλίσεως ως προστηθείς και στη φύλαξή του (βλ. ΑΠ 1078/2023, ΑΠ 262/2020 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ 921/2009 Αρμ 2011.258, ΑΠ 1137/2008 Αρμ 2009.709 ). Ειδικότερα ο νόμος δεν κάνει διάκριση αν η βαριά αμέλεια ή ο δόλος πρέπει να καταλογίζονται προσωπικά στον λήπτη της ασφάλισης ή και στα πρόσωπα του άρθρου 7 παρ. 5 Ασφ.Ν, όπως αντίθετα κάνει στην περίπτωση της πυρκαγιάς (άρθρο 19 παρ. 3 ΑσφΝ). Άρα δεν απαιτείται να καταλογίζεται ο δόλος ή η βαριά αμέλεια προσωπικά στον λήπτη της ασφάλισης για να απαλλαγεί ο ασφαλιστής. Κατ' αποτέλεσμα, όταν η πρόκληση του κινδύνου γίνεται από προστηθέντα κάποιων από τα ως άνω πρόσωπα -και εφόσον δεν πρόκειται για ασφάλιση κατά πυρόςη απάντηση για την ευθύνη του προστήσαντος και την εφαρμογή της εξαίρεσης του άρθρου 7 παρ. 5 θα δοθεί από το γενικό (αστικό) δίκαιο (πρβλ. Ι.Ρόκας Ή πρόκληση του κινδύνου από τον λήπτη και από άλλα πρόσωπα. Συμβατικό ασφαλιστικό δίκαιο.” 12η εκδ. 2016, σ. 619-631), με συνέπεια οι πράξεις των προστηθέντων να βαρύνουν τον προστήσαντα, ασφαλισμένο/λήπτη της ασφάλισης (βλ. και Β. Κιάντος Ασφαλιστικό Δίκαιο σελ. 389). Περαιτέρω, για την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στο ανωτέρω άρθρο 7 παρ. 5 προσώπων, απαιτείται να υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του δόλου ή της βαριάς αμέλειας, που επέδειξαν τα πρόσωπα αυτά και της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η από δόλο ή βαριά αμέλεια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693 /2020 δημ. στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Εξάλλου, αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που, αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει, ενώ βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 1078/2023, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 855/2014 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ 921/2009 Αρμ 2011.258, ΑΠ 1137/2008 Αρμ 2009.709, ΑΠ 133/2007 ΕΕμπΔ 2008, 579, ΑΠ2193/2007 ΕΕμπΔ 2008, 598). Τέλος, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη, στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα, που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1229/2015, ΑΠ 1397/2012, ΑΠ 1520/2010 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που ηδύναντο να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις, που δεν προτάθηκαν, εξαιρούνται εκείνες, που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, που δύναται να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελιώσεως. Από εκείνες, που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκ του δικονομικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγομένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια. Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν στο κατ’ ουσία βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η δε μη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφ' όσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφ’ όσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 856/2014 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ1017/2001 ΕλλΔνη 2003. 431-432 και Σ.Πανταζόπουλος σε Ν. Κλαμαρής/Σ. Κουσούλης/Σ. Πανταζόπουλος, Πολιτική Δικονομία, 5η έκδ., 2023, § 44, σ. 873 = sakkoulasonline). Ωστόσο, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ.ιγ, 559 αρ.9, 322 παρ.1, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν με αγωγή, που προηγήθηκε, έχει καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάσθηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και υπό την θετική λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον "δεν είχε προβληθεί", κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ.1 ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού. Επομένως, αν ο δικαιούχος με μεταγενέστερη αγωγή ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ιδίας απαιτήσεως, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, δεν αποκρούεται από το δεδικασμένο, που παρήχθη από την προηγούμενη απόφαση, το οποίο δεν επεκτείνεται και στις ενστάσεις, που πλήττουν το ουσία υποστατό του υπολοίπου μέρους της απαιτήσεως, το οποίο δεν κατέστη αντικείμενο της προηγηθείσης δίκης (ΑΠ50/2015, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 2197/2007 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ). Τέλος, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, και, συνεπώς, με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνον κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα. Έτσι, το Εφετείο για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων, που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης, που περιέχονται στο εφετήριο ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 727/2017, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 2147/2014 δημ. στην ιστοσελίδα ΑΠ).

Από τα έγγραφα, που -νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, κάποια από τα οποία χρησιμεύουν προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ήτοι συμπεριλαμβανομένων των μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων, που λαμβάνονται υπό την επιφύλαξη των άρθρων 393-394 ΚΠολΔ και συνεκτιμώνται ελεύθερα μετά των πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων (340 ΚΠολΔ), από τις ομολογίες των διαδίκων, όπου ειδικότερα και συγκεκριμένα εκτίθενται στη συνέχεια (261 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της ποινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη και χωρίς απόδειξη, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η καλούσα/εκκαλούσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που δραστηριοποιείται στον κλάδο των αποθηκεύσεων και μεταφορών εμπορευμάτων και διατηρεί στον … Αττικής, στη θέση … εγκαταστάσεις αποθήκευσης και μεταφοράς εμπορευμάτων, για τη φόρτωση και την εκφόρτωση των οποίων, έχει κατασκευάσει επτά υδραυλικές ράμπες, από τις οποίες πραγματοποιούνται οι σχετικές εργασίες (φορτώσεις και εκφορτώσεις), εταίρος δε αυτής είναι ο …, μη διάδικος στην προκειμένη δίκη. Η καθής η κλήση/εφεσίβλητη είναι ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία γενικών ασφαλειών, που ασκεί νόμιμα ασφαλιστικές εργασίες στην Ελλάδα, σε όλους τους κλάδους της ιδιωτικής ασφάλισης. Μεταξύ των εργασιών αυτών συγκαταλέγεται η ασφάλιση αυτοκινήτων κλπ. οχημάτων, τόσο σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του ν. 489/1976 (περί υποχρεωτικής ασφάλισης της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης), όσο και σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην προαιρετική (μη υποχρεωτική) ασφάλιση ζημιών γενικές διατάξεις του ν. 2496/97 (πχ. ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης, κλοπής, πυρός κ.α.). Μεταξύ των διαδίκων και, όπως συνομολογείται από αυτούς, δυνάμει του …. ασφαλιστηρίου συμβολαίου κλάδου αυτοκινήτων (ενιαία ανανέωση συμβολαίου), που εκδόθηκε στην Αθήνα, η καθής η κλήση/εφεσίβλητη ασφάλισε κατά το ν. 489/76 (υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτων) το υπ' αρ. κυκλοφορίας … αυτοκινούμενο περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα φόρτωσης εργοστασίου, κατασκευής …, 48 ίππων, ιδιοκτησίας της καλούσας/εκκαλούσας εταιρείας ΛΙΝΚ ΕΠΕ (ασφαλισμένης και λήπτριας της ασφάλισης), για το ποσόν των 750.000 ευρώ για σωματικές βλάβες τρίτων ανά θύμα και το ποσόν των 750.000 ευρώ για υλικές ζημίες τρίτων, ανά ατύχημα. Η ασφάλιση αυτή αφορούσε στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης του κατόχου, του κυρίου και του οδηγού του ως άνω μηχανήματος, κατά την αυτοδύναμη κίνησή του, δηλαδή κατά την λειτουργία του ως αυτοκινήτου. Επιπρόσθετα, με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο η καθής η κλήση/εφεσίβλητη ασφάλισε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2496/1997 (άρθρο 25) και του ν.δ. 400/70 (όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο της κατάρτισης της ασφαλιστικής συμβάσεως) και το ίδιο ως άνω ανυψωτικό μηχάνημα φόρτωσης για τον κίνδυνο της αστικής ευθύνης της ιδιοκτήτριάς του και ήδη καλούσας/εκκαλούσας εκ της λειτουργίας και της χρήσεώς του ως εργαλείου (αυτοκινούμενο περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα φόρτωσης προαιρετική ασφάλιση άρθρο 25 ν. 2496/97) και δη μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ για σωματικές βλάβες τρίτων και μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ για υλικές ζημίες τρίτων, όπως ο κίνδυνος αυτός (της αστικής ευθύνης εκ της λειτουργίας του περονοφόρου μηχανήματος, ως εργαλείου) προσδιορίζεται ειδικώτερα στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στο παράρτημα των γενικών όρων των προαιρετικών ασφαλίσεων (άρθρο 26), στο οποίο παραπέμπει νομίμως το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Στους όρους ασφάλισης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου,-περιελήφθη μεταξύ άλλων ο όρος, ότι το «παρόν ασφαλιστήριο συμβόλαιο διέπεται από τις διατάξεις της ισχύουσας Ελληνικής Νομοθεσίας και τους Γενικούς όρους ασφαλιστηρίων αυτοκινήτων, και από τους Ειδικούς και γενικούς όρους συμπληρωματικών καλύψεων. Όλοι αυτοί οι όροι γνωστοποιήθηκαν στον ΛΗΠΤΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και τους αποδέχεται. Επίσης του γνωστοποιείται εκ νέου ότι δεν παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη στις ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ που προβλέπονται από τους Γενικούς και Ειδικούς όρους του παρόντος και ιδίως: α) από τα άρθρα 21 και 22 των γενικών όρων υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης, (β) των εξαιρέσεων Ειδικών όρων και Συμπληρωματικών Καλύψεων... ζ) των ειδικών εξαιρέσεων των άρθρων 11 και 12, καθώς και των εξαιρέσεων Κεφ. Δ. Αντίγραφα όλων των όρων παρέλαβε ο ΛΗΠΤΗΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ κατά την υποβολή της πρότασης για την ασφάλιση και παραλαμβάνει εκ νέου μαζί με το ασφαλιστήριο». Ακόμη, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 26 «ΕΙΔΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΕΙΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ (Κάλυψη κινδύνων από ατύχημα που προέρχεται από τη λειτουργία του αυτοκίνητου οχήματος σαν εργαλείο)» συμφωνήθηκε, ότι : «Η παρούσα ασφάλιση καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για ζημίες, που θα προκληθούν σ' αυτούς από τη λειτουργία μηχανήματος, που αποτελεί εξάρτημα του ασφαλισμένου αυτοκίνητου οχήματος ή που είναι προσαρμοσμένο σ' αυτό ως εργαλείο. Στην περίπτωση αυτή ο Ασφαλιστής ευθύνεται μέχρι του ποσού που αναγράφεται στο Ασφαλιστήριο για την κάλυψη της ζημιάς αυτής». Αναφορικά δε με τις εξαιρέσεις και τις περιπτώσεις απαλλαγής της ήδη εφεσίβλητης συμφωνήθηκε, ότι: «Ο Ασφαλιστής, πλην των άλλων εξαιρέσεων που αναγράφονται στο άρθρο 21 των Γενικών Όρων της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα οχημάτων καθώς και των Εξαιρέσεων Ειδικών Όρων, δεν ευθύνεται και στις παρακάτω περιπτώσεις που αφορούν την εν λόγω κάλυψη: ...5. Για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες που προκαλούνται από τη χρήση του μηχανήματος προς εκτέλεση έργου που υπερβαίνει τις καθορισμένες από τον κατασκευαστή του ικανότητες αντοχής αυτού ή των εξαρτημάτων του...... Η ανωτέρω ασφάλιση ανανεώθηκε και ήταν σε ισχύ για το χρονικό διάστημα από 27.4.2011 έως 27.4.2012, καθόσον καταβλήθηκαν από την καλούσα/εκκαλούσα τα αναλογούντα ασφάλιστρα, ενώ για την προαιρετική ασφάλιση καταβλήθηκαν ειδικά ασφάλιστρα, τα οποία για το διάστημα από 27.4.2011 έως 27.4.2012 ανήλθαν στο ποσό των 79,87 ευρώ. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι στις 4.11.2011 και στις ανωτέρω εγκαταστάσεις της καλούσας/εκκαλούσας, έλαβε χώρα ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε σοβαρά ο …., ο οποίος απασχολούνταν στην εταιρεία “…” με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ως οδηγός για την εκτέλεση μεταφορών. Πιο συγκεκριμένα την ανωτέρω ημέρα και περί ώρα 13.45, ο … οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ημιφορτηγό ωφέλιμου βάρους ενός τόνου, μετέβη στις εγκαταστάσεις της καλούσας/εκκαλούσας, προκειμένου να παραδώσει προς αποθήκευση δύο μηχανήματα (ανυψωτικές πλατφόρμες κατακόρυφης ανύψωσης), τα οποία είχαν φορτωθεί στο άνω φορτηγό. Η φόρτωση των παραπάνω μηχανημάτων στο (ημιφορτηγό) όχημα, που οδηγούσε ο ...., είχε διενεργηθεί από το προσωπικό της εταιρίας "…. AE", πωλήτριας των μηχανημάτων, στις εγκαταστάσεις της τελευταίας στην …., Αττικής. Τα παραπάνω μηχανήματα είχαν βάρος 400 Kg περίπου, το καθένα και διαστάσεις 1,32 X 0,75 X 2 m. Επειδή όμως το εξωτερικό αμάξωμα (η καρότσα δηλαδή του παραπάνω ημιφορτηγού) δεν επαρκούσε για την φόρτωση αμφοτέρων των μηχανημάτων παράλληλα με την καρότσα πάνω στις βάσεις στήριξής τους, το ένα μηχάνημα τοποθετήθηκε παράλληλα με την καρότσα, πάνω στην ξύλινη βάση στήριξής του, ενώ από το δεύτερο, επειδή ακριβώς δεν επαρκούσε ο χώρος της καρότσας, για να φορτωθεί με τον ίδιο τρόπο, αφαιρέθηκε η ξύλινη βάση στήριξής του και τοποθετήθηκε κάθετα προς την καρότσα του φορτηγού, στο πίσω μέρος αυτής. Την εκφόρτωση των μηχανημάτων αυτών από το παραπάνω φορτηγό, ανέλαβε να εκτελέσει ο …, εταίρος της καλούσας/εκκαλούσας και προστηθείς από αυτή στην εκφόρτωση του φορτηγού. Ωστόσο, επειδή η καρότσα του φορτηγού ήταν χαμηλού ύψους, η εκφόρτωση δεν ήταν δυνατή στις ειδικές ράμπες φορτοεκφόρτωσης των εγκαταστάσεών της καλούσας/εκκαλούσας. Ειδικότερα, δεν ήταν δυνατόν να προσαρμοσθεί το πίσω μέρος της καρότσας του ημιφορτηγού στις ράμπες, έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί η εκφόρτωση των ως άνω μηχανημάτων. Για το λόγο αυτό, ο … αποφάσισε, να κατεβάσει τα μηχανήματα στον προαύλιο χώρο της αποθήκης της καλούσας/εκκαλούσας, με τη χρήση του ως άνω ασφαλισθέντος και με αριθμό κυκλοφορίας … περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος (κλαρκ), μάρκας…, ιδιοκτησίας αυτής (καλούσας/εκκαλούσας), με χειριστή τον ίδιο, ο οποίος ήταν κάτοχος νόμιμης άδειας χειρισμού ανυψωτικών μηχανημάτων. Κατά τη διαδικασία εκφόρτωσης, ο … επιχείρησε, να ξεφορτώσει πρώτα το μηχάνημα, που ήταν τοποθετημένο εγκάρσια στο πίσω μέρος της καρότσας του φορτηγού. Τα παραπάνω μηχανήματα διέθεταν αμφότερα δύο υποδοχές, στα οποία εισχωρούσαν οι περόνες του κλαρκ για τη μεταφορά τους. Οι υποδοχές αυτές βρίσκονταν χαμηλά στις στενές πλευρές του μηχανήματος και εκτείνονταν κατά μήκος αυτού. Ωστόσο, επειδή το μηχάνημα ήταν τοποθετημένο εγκάρσια προς την καρότσα, δεν ήταν δυνατόν να εισχωρήσουν οι περόνες του κλαρκ στις ειδικές υποδοχές του, διότι αυτές καλύπτονταν από τα ειδικά ελάσματα (παραπέτα) της καρότσας. Έτσι, για να γίνει η εκφόρτωση, έπρεπε πρώτα, να πραγματοποιηθεί περιστροφή του μηχανήματος, ώστε να βρεθεί σε θέση σχεδόν παράλληλη προς την καρότσα, δηλαδή η στενή πλευρά να βρεθεί στο πίσω μέρος της καρότσας, για να είναι δυνατή στη συνέχεια η τοποθέτηση των περονών του κλαρκ στις ειδικές υποδοχές του μηχανήματος, για την εκφόρτωσή του. Προκειμένου να το επιτύχει αυτό, ο ως άνω …, οδήγησε το κλαρκ στο πίσω αριστερό μέρος της καρότσας και τοποθέτησε τις περόνες του (κλαρκ) σε άλλη εσοχή του μηχανήματος, για να προβεί στην περιστροφή του. Επειδή όμως οι περόνες του κλαρκ δεν εφάρμοζαν καλά στην άλλη αυτή εσοχή, ζήτησε από τον …, να προσδέσει τις περόνες στο υπό εκφόρτωση μηχάνημα με ιμάντες. Ακολούθως, μετά την πρόσδεση αυτή από το …., ο …., πραγματοποίησε κίνηση για την περιστροφή του μηχανήματος. Ωστόσο, κατά την κίνηση αυτή, το μηχάνημα μετακινήθηκε απότομα από το πίσω μέρος της καρότσας, όπου βρισκόταν, προς τη δεξιά πλευρά του κλαρκ, καθώς οι ρόδες του εγκλωβίστηκαν στο κενό μεταξύ της καρότσας και της ανοιχτής πόρτας αυτής και το μηχάνημα έπεσε από το πίσω μέρος της καρότσας του φορτηγού στο έδαφος, προς τη δεξιά πλευρά του κλαρκ και στο σημείο όπου ήταν ο …., ο οποίος δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί, βρισκόταν, όμως, σε φάση απομάκρυνσης, έχοντας στραμμένα τα νώτα του προς την πλευρά του φορτηγού. Κατά την πτώση του μηχανήματος, ο … χτυπήθηκε από αυτό στην πλάτη και κατέληξε στο έδαφος, με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του στη σπονδυλική στήλη ως κατωτέρω διαλαμβάνεται. Για το άνω ατύχημα (το οποίο ήταν εργατικό ως προς την εργοδότιδά του εταιρεία …AE), διενεργήθηκε έρευνα από τον ….., Τεχνικό Επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, για την οποία συντάχθηκε η …/07-11-2011 έκθεσή του Επιθεωρητή. Στα συμπεράσματα της εν λόγω έκθεσης, όσον αφορά στα αίτια, που προκάλεσαν το ατύχημα, αναφέρεται ότι, η επιλογή του άνω ημιφορτηγού για τη μεταφορά των μηχανημάτων δημιούργησε προβλήματα κατά τη μεταφορά και εκφόρτωσή τους, διότι λόγω του ύψους της καρότσας του ημιφορτηγού, δεν ήταν δυνατή η προσαρμογή του στις ράμπες και η ασφαλής εκφόρτωση και επιπλέον ότι "κατά τη διάρκεια των χειρισμών για την εκφόρτωση, δεν είχαν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην υπάρχουν εργαζόμενοι, κάτω από τα αναρτημένα φορτία, όπως ορίζεται στην παρ. 3.1.3 του παραρτήματος II, που αναφέρεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του πδ 395/1994, όπως τροποποιήθηκε με το πδ 89/1999, ότι ο χειριστής του μηχανήματος από τη θέση του χειρισμού πρέπει να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν εργαζόμενοι εκτεθειμένοι σε επικίνδυνες περιοχές και ότι ο εκτεθειμένος εργαζόμενος πρέπει να έχει το χρόνο να απομακρυνθεί, πριν από την εκκίνηση του μηχανήματος, σύμφωνα με την παρ. 2.3 του παραρτήματος I του άνω πδ/τος". Μετά την έκθεση αυτή, για τον παραπάνω τραυματισμό του …, ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, δια παραλείψεως τελούμενη, από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, κατά παραυτουργία, σε, βάρος του χειριστή του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος, …, ως και κατά των …. και …, υπεύθυνου ασφαλείας και νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσας αντίστοιχα, οι οποίοι παραπέμφθηκαν για να δικαστούν για την πράξη αυτή. Ο δε εξ αυτών .. καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 14 μηνών με την 557ΔΜ/2018 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση και δεν προκύπτει η έκτοτε διαδικαστική της πορεία (βλ. σχ. απόφαση και υπηρεσιακή βεβαίωση επί του αποσπάσματος της απόφασης, που επικαλείται και προσκομίζει η καλούσα/εκκαλούσα). Με βάση όσα εκτέθηκαν, για το άνω ατύχημα υπαίτιος είναι ο …, προστηθείς της εκκαλούσας στο χειρισμό του μηχανήματος κλαρκ, για δε τη ζημιά που προξένησε αυτός στον παθόντα φέρει αντικειμενική ευθύνη (αρθρ. 922, 932 ΑΚ) και η καλούσα/εκκαλούσα, ως προστήσασα αυτόν στον χειρισμό του μηχανήματος. Ειδικότερα, αυτός, ως χειριστής του κλαρκ, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και υπό ανάλογες περιστάσεις θα κατέβαλε ο μέσος συνετός χειριστής του συγκεκριμένου οχήματος κατά την προσπάθεια εκφόρτωσης του άνω μηχανήματος, αν και γνώριζε, ότι στην περιοχή εκφόρτωσης βρισκόταν ο … (αφού είχε μόλις πραγματοποιήσει το δέσιμο του μηχανήματος στις περόνες του κλαρκ) και ειδικότερα γνώριζε, ότι βρισκόταν πίσω από την καρότσα του ημιφορτηγού, έχοντας ξεκινήσει να απομακρύνεται από το σημείο με τα νώτα στραμμένα προς το φορτηγό, γεγονός που ήταν αντιληπτό στον ίδιο (…), καθώς είχε οπτική επαφή μαζί του, ενώ επίσης γνώριζε ότι το φορτίο, ήταν ασταθές, γνώση, που προκύπτει ευχερώς, από το ότι επιχείρησε πρόσδεση του μηχανήματος με ιμάντες στις περόνες του κλαρκ, δεν ανέμεινε την απομάκρυνση του. Αντίθετα πιστεύοντας αδικαιολόγητα, ότι δε θα επέλθει ανατροπή του μεταφερόμενου μηχανήματος, έθεσε σε κίνηση το κλαρκ, επιχειρώντας να περιστρέφει το μηχάνημα για να καταστεί δυνατή η εκφόρτωσή του, με αποτέλεσμα κατά την προσπάθεια αυτή, να μετακινηθεί το μηχάνημα και να πέσει στο έδαφος, παρασύροντας κατά την πτώση του το …, που δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί, τον οποίο έριξε στο έδαφος, τραυματίζοντας τον στη σπονδυλική στήλη. Ως εκ των ανωτέρω, ο (επικουρικά) προβαλλόμενος ισχυρισμός της εφεσίβλητης, ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος για το ατύχημα και μάλιστα σε ποσοστό 95% ήταν ο παθών, διότι επιχείρησε, αυτοβούλως -χωρίς ο ίδιος να έχει τις απαιτούμενες γνώσεις αλλά και χωρίς να τελεί στην υπηρεσία της καλούσας/εκκαλούσας, που είχε την αρμοδιότητα και την ευθύνη της εκφόρτωσης, αλλά και χωρίς να λάβει κανένα μέτρο για την ίδια αυτού ασφάλεια να προσδέσει το υπό εκφόρτωσή όχημα στις περόνες του κλαρκ και ακολούθως δεν μερίμνησε να απομακρυνθεί εγκαίρως του χώρου αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο, διότι το ατύχημα, ως επήλθε, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόσδεση του μηχανήματος στις περόνες του κλάρκ, στην οποία άλλωστε ο παθών δεν προέβη αυτοβούλως αλλά κατ'εντολήν του …, αλλά αποκλειστικά με την ενέργεια του τελευταίου να θέσει σε κίνηση το κλαρκ, επιχειρώντας να περιστρέφει το μηχάνημα για να καταστεί δυνατή η εκφόρτωσή του, ενώ έβλεπε, ότι ο … δεν είχε ακόμη απομακρυνθεί, αλλά επιχειρούσε να απομακρυνθεί, έχοντας μάλιστα γυρισμένα τα νώτα του, κάτι που σήμαινε, ότι δεν μπορούσε καν να αντιληφθεί την κίνηση του χειριστή του κλάρκ, ήτοι ο … ενήργησε παρότι γνώριζε ότι ο παθών είχε απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση. Επισημαίνεται δε ότι ο παθών δεν επέλεξε ο ίδιος τον τρόπο μεταφοράς, ούτε την πρόδεση των περονών στο κλαρκ ούτε τους ιμάντες της πρόσδεσης, αφού η αρμοδιότητα της εκφόρτωσης είχε ανατεθεί αποκλειστικά στην εκκαλούσα και μέσω αυτής στον ως άνω εταίρο της και χειριστή του κλάρκ, που είναι αδειούχος και έμπειρος χειριστής. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, μετά το ατύχημα, ο παθών μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, "…", όπου διαπιστώθηκε, ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα σπονδύλου Θ 12. Εκεί νοσηλεύτηκε κατά το χρονικό διάστημα, από 4.11.2011 μέχρι 8.11.2011, οπότε λόγω της βαρύτητας της κάκωσης, κρίθηκε σκόπιμο να αντιμετωπιστεί από κλινική εξειδικευμένη σε κακώσεις σπονδυλικής στήλης. Για το λόγο αυτό, στις 8.11.2011, διακομίστηκε στη Νευροχειρουργική κλινική του Νοσοκομείου "..". Στο τελευταίο Νοσοκομείο, διαπιστώθηκε εκρηκτικό κάταγμα σπονδύλων Θ11, Θ12, κατάσταση που αντιμετωπίστηκε χειρουργικά, με σπονδυλοδεσία με υποπετάλιους ιμάντες και ράβδους, Θ9, Θ10, Θ11, 01, 02. Από το Νοσοκομείο αυτό, ο παθών εξήλθε στις 16.11.2011, με οδηγίες για χρήση ζώνης, θωρακοοσφυϊκού κηδεμόνα για τρεις μήνες και συστάσεις για ιατρική παρακολούθηση. Επιπλέον, χορηγήθηκε σ’ αυτόν αναρρωτική άδεια για δύο μήνες. Ακολούθως ο παθών, παρουσίαζε συχνές και έντονες κρίσεις ραχιαλγίας και οσφυαλγίες και δυσχέρεια βάδισης, όπως τούτο διαπιστώθηκε σε επανεξέτασή του, στο ίδιο Νοσοκομείο, στις 19.6.2013, ενώ στη συνέχεια εμφάνισε μεταθρομβωτικό σύνδρομο με χρόνια φλεβική ανεπάρκεια των κάτω άκρων, αιτία για την οποία του χορηγήθηκε αντιπηκτική αγωγή και χρήση ελαστικών καλτσών, καθώς επίσης εμφάνιζε δυσκαμψία στη σπονδυλική στήλη. Εξαιτίας της κατάστασης αυτής, παρέμεινε ανίκανος για κάθε εργασία από τον τραυματισμό του μέχρι τέλους του έτους 2012, χρονικό διάστημα κατά το οποίο έλαβε επιδότηση από τον ασφαλιστικό του φορέα, ΙΚΑ. Επίσης, με τις από 14.5.2014, 21.12.2015 και 28.11.2017 αποφάσεις του ΙΚΑ, που εκδόθηκαν κατόπιν γνωματεύσεων των αρμόδιων Υγειονομικών Επιτροπών, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 50%, για τα χρονικά διαστήματα, από 1.10.2013 έως 30.9.2015, από 28.9.2015 μέχρι 30.9.2017 και από 1.10.2017 μέχρι 30.9.2019, αντίστοιχα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο παθών μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, υποχρεώθηκε κατά σύσταση των θεραπόντων ιατρών του, αλλά και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, να λαμβάνει ειδική βελτιωμένη τροφή (επιπρόσθετες ποσότητες σε κρέας, ψάρι, γάλα κλπ.), προκειμένου να καλύψει επιπλέον ανάγκες σε πρωτεΐνες, ασβέστιο και βιταμίνες του οργανισμού του, λόγω της ιδιαιτερότητας της πάθησής του και προς αποκατάσταση αυτής. Η επί πλέον αυτή τροφή και η διάρκεια της δικαιολογείται από την φύση και την έκταση των τραυμάτων του παθόντος (κατάγματα), καθώς και από την ανάγκη για ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους, απορριπτομένων των περί του εναντίου (επικουρικών) ισχυρισμών της καθής η κλήση/εφεσίβλητης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο παθών, λόγω του σοβαρού τραυματισμού του και της νοσηλείας του στα ως άνω Νοσοκομεία, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας, στην οποία υποβλήθηκε για την αποκατάσταση της υγείας του, εκτός από την περιουσιακή ζημία, υπέστη και ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούνταν χρηματικής ικανοποίησης. Ακόμη, συνεπεία του τραυματισμού του υπέστη μόνιμη αναπηρία, η οποία ανήλθε σε ποσοστό 50% και εκ του λόγου αυτού, αδυνατούσε να ασκήσει την εργασία, που ασκούσε μέχρι τότε, ενώ περιορισμένη ήταν και η ικανότητά του για ήπια χειρωνακτική εργασία. Η αναπηρία του αυτή επέδρασε και θα επιδράσει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αρνητικά στο επαγγελματικό, οικονομικό αλλά και το κοινωνικό του μέλλον, ώστε να δικαιούται και εύλογης κατά το άρθρο 931 ΑΚ χρηματικής παροχής. Τέλος δε, αποδείχθηκε ότι ο παθών ζημιώθηκε και κατά τα ποσά των 674,42 ευρώ, που δαπάνησε για φάρμακα, μετακινήσεις, αγορά ιατρικών ειδών και ιατρικές εξετάσεις, ενώ λόγω του τραυματισμού του, απώλεσε και εισοδήματα, ύψους 5.658,33 ευρώ. Για τις αξιώσεις του αυτές έχει εκδοθεί μεταξύ της καλούσας/εκκαλούσας και του … (ως εκκαλούντων/ εναγομένων) και του παθόντος … (ως εφεσίβλητου/ενάγοντος) η 4081/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (14ο Τμήμα/Τακτική Διαδικασία), η οποία πάντως δε συνιστά δεδικασμένο μεταξύ των νυν διαδίκων, καθόσον εκδόθηκε μεταξύ άλλων διαδίκων. Με την απόφαση αυτή υποχρεώθηκαν η καλούσα/εκκαλούσα και ο .., εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον ως άνω παθόντα το συνολικό ποσό των 82.297,75 ευρώ, για όλες τις παραπάνω αιτίες, ήτοι για χρηματική ικανοποίηση, εύλογη κατ' άρθρον 931 ΑΚ αποζημίωση, ζημίες και διαφυγόντα κέρδη, επιβλήθηκε δε σε βάρος τους και μέρος των δικαστικών εξόδων του παθόντος εκ ποσού 4.500 ευρώ. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι μεταξύ των νυν διαδίκων και ήδη πριν την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, εκδόθηκε η 2142/2021 απόφασή του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) με την οποία υποχρεώθηκε η καθής η κλήση/εφεσίβλητη, να καταβάλει στην καλούσα/εκκαλούσα με βάση την ασφαλιστική σύμβαση το ποσό, που η ίδια υποχρεώθηκε να καταβάλει στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως το ποσό, που κατέβαλε το τελευταίο ΝΠΔΔ στον παθόντα ως επιδότηση κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2011 έως 1.6.2012, πλέον δώρου Χριστουγέννων 2012, πλέον ποσού 2.249 ευρώ για νοσηλεία, πλέον 10,61 ευρώ για ζευγάρι περικνιμίδας. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η αντίστοιχη με την ένδικη αγωγή της νυν καλούσας/εκκαλούσας για την καταβολή ασφαλίσματος, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού της νυν καθης η κλήση/εφεσίβλητης περί απαλλαγής της λόγω βαριάς αμέλειας του …, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, καθόσον κρίθηκε ότι αυτός, ως προστηθείς της νυν εκκαλούσας, βαρυνόταν με ελαφρά και μόνον αμέλεια. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι κατόπιν της έκδοσης της 4081/2018 απόφασής του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (14ο Τμήμα/Τακτική Διαδικασία) και στο πλαίσιο του από 25.10.2018 και του από 27.9.2019 “Ιδιωτικού συμφωνητικού επιδικασθέντος ποσού με δικαστική απόφαση”, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αφενός του … και αφετέρου της νυν καλούσας/εκκαλούσας και του … αφετέρου, καταβλήθηκε στον εν λόγω παθόντα συνολικό ποσό 125.968,69 ευρώ (επιδικασθέν ποσό κεφαλαίου, πλέον επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, πλέον τόκων εκ συνολικού ποσού 39.170,94 ευρώ), σε εξόφληση των εν γένει απαιτήσεών του (παθόντος) από το προρρηθέν ατύχημα. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ακόμη, ότι, στις 16.7.2012, κατόπιν του ως άνω ατυχήματος, που επήλθε από τη χρήση του ως άνω περονοφόρου οχήματος ως εργαλείου και όχι ως αυτοκινήτου, επήλθε και ο ένδικος ασφαλιστικός κίνδυνος, δια της επιδόσεως στην καλούσα/εκκαλούσα της από 15.6.2012 αγωγής του παθόντος, …., η οποία στρεφόταν τόσο κατ' αυτής όσο και κατά της καθής η κλήση/εφεσίβλητης (βλ. την από 15.6.2012 αγωγή με ΓΑΚ/ΕΑΚ ../2012). Έκτοτε, επομένως, εκκίνησε η -κατ' άρθρον 10 του ν. 2496/16.5.1997 τετραετής παραγραφή της ένδικης αξίωσής της ασφαλισμένης και ήδη καλούσας/εκκαλούσας. Η παραγραφή αυτή διακόπηκε στις 26.2.2013, ήτοι κατά τη συζήτηση της πιο πάνω αγωγής, οπότε η νυν καθής η κλήση/εφεσίβλητη παραστάθηκε, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .. Ειδικότερα επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1423/2013 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την νυν εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και παρέπεμψε κατά τα λοιπά την υπόθεση για να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία. Με τη συμμετοχή όμως της νυν καθής η κλήση/εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας στη δίκη εκείνη επήλθε για το χρονικό διάστημα μέχρι την 3η.6.2013 (χρόνος έκδοσής της 1423/2013 οριστικής ως προς την νυν εφεσίβλητη απόφασής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) διακοπή της παραγραφής, κατ' άρθρο 260 ΑΚ, καθόσον αυτή με τις προτάσεις της αναγνώρισε την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης ασφάλισης, υποχρεωτικής και προαιρετικής (βλ. σελ. 2 και επ. των τότε προτάσεων της), ως και την αξίωση εκ της σύμβασης ασφάλισης της καλούσας/εκκαλούσας, ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής από την καλούσα εκκαλούσα. Η διακόπτουσα δε, την παραγραφή ως άνω αναγνώριση, που δεν απαιτείται να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, δεν αναιρείται από το ότι η καθής η κλήση/εφεσίβλητη παραστάθηκε με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και αρνήθηκε την σε βάρος της αγωγή, αφού η άρνηση της αφορούσε στα περιστατικά του ατυχήματος και όχι στη σύμβαση ασφάλισης και την εξ αυτής ευθύνη της. Εν συνεχεία, η καλούσα/εκκαλούσα άσκησε εναντίον της καθής η κλήση/εφεσίβλητης την από 15.9.2014 ανακοίνωση δίκης προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/ 2014), δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 21.4.2016. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η καθής η κλήση/εφεσίβλητη παραστάθηκε εκ νέου, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, συμμετέχοντας και στη νέα αυτή δίκη, που ανοίχθηκε σε βάρος της αναγνωρίζοντας εκ νέου την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης ασφάλισης, υποχρεωτικής και προαιρετικής (βλ. σελ. 2 και επ. των τότε προτάσεων της νυν εφεσίβλητης) και την ένδικη αξίωση εκ της σύμβασης ασφάλισης της καλούσας/εκκαλούσας, αναγνώριση, που επίσης δεν αναιρείται,από το ότι η καθής η κλήση/εφεσίβλητη αρνήθηκε την σε βάρος της αγωγή, αφού η άρνηση αφορούσε στο ατύχημα και όχι στην ένδικη σύμβαση ασφάλισης. Συνεπεία της τελευταίας αυτής αναγνώρισης η παραγραφή διεκόπη εκ νέου, κατ' άρθρον 260 ΑΚ. Επί της ανωτέρω αρχικής αγωγής του παθόντος και της προσεπίκλησης/παρεμπίπτουσας αγωγής, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 3219/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε μερικά δεκτή η αγωγή ως προς την καλούσα/εκκαλούσα και τον …., ενώ ως προς τη νυν καθής η κλήση/εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή ως απαράδεκτη. Έκτοτε εκκίνησε εκ νέου να διαδράμει η τετραετής προθεσμία παραγραφής, η οποία διακόπηκε εκ νέου και δη πριν τη συμπλήρωση της με την άσκηση της ένδικης από 13.12.2018 αγωγής της καλούσας/εκκαλούσας κατά της καθής η κλήση/εφεσίβλητης (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2018), που επιδόθηκε στην τελευταία στις 24.12.2018 (βλ. σχ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του επιδοθέντος αντιγράφου της αγωγής). Υπό τις παραδοχές αυτές η ένδικη αγωγική αξίωση, η οποία στηρίζεται στην ως άνω ασφαλιστική σύμβαση δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, όπως βάσιμα αντενίσταται η καλούσα/εκκαλούσα, επαναφέροντας (με τον πιο πάνω πρώτο λόγο της έφεσης της) την παραδεκτώς προβληθείσα στον πρώτο βαθμό αντένσταση της περί διακοπής της παραγραφής, κατ' άρθρον 260 ΑΚ. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη 10781/2021 απόφασή του έκρινε διαφορετικά και δη υπήγαγε όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της καλούσας/εκκαλούσας -που συνιστούσαν νόμιμη αντένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚστις διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ, έσφαλε κατά την υπαγωγή των επικαλούμενων περιστατικών στον οικείο κανόνα δικαίου, ήτοι και κατά ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη του άρθρου 260 ΑΚ. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι το προρρηθέν ατύχημα, που προκλήθηκε από τον ως άνω .., εταίρο και προστηθέντα της καλούσας/εκκαλούσας στον χειρισμό του περονοφόρου ως άνω μηχανήματος, οφείλεται σε αμέλεια αυτού καθόσον αυτός, ως χειριστής του κλαρκ, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και υπό ανάλογες περιστάσεις θα κατέβαλε ο μέσος συνετός χειριστής του συγκεκριμένου οχήματος κατά την προσπάθεια εκφόρτωσης του άνω μηχανήματος, δεν βεβαιώθηκε, ότι δεν υπήρχε κάποιος στην περιοχή εκφόρτωσης και κυρίως ότι ο …, αντίθετα γνώριζε ότι βρισκόταν στο σημείο και δεν είχε απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση από εκεί. Πρόκειται δε περί βαριάς αμέλειας, διότι -σύμφωνα με όσα έχουν ήδη γίνει δεκτά ανωτέρω ο … ενήργησε με τον προαναφερόμενο τρόπο έχοντας οπτική επαφή με τον παθόντα και γνωρίζοντας, επομένως, αφενός ότι αυτός (ο παθών) είχε μεν ξεκινήσει να απομακρύνεται από το σημείο έχοντας μάλιστα τα νώτα στραμμένα προς το φορτηγό, πλην όμως δεν είχε φθάσει σε ικανή ασφαλή απόσταση και αφετέρου ότι υπήρχε αστάθεια του φορτίου και εντεύθεν πρόδηλος κίνδυνος ανατροπής και ανεξέλεγκτης πτώσης αυτού και παρά ταύτα δεν ανέμεινε την απομάκρυνσή του παθόντος από το σημείο, ως όφειλε και μπορούσε, αλλά όλως απερίσκεπτα έθεσε σε κίνηση το κλαρκ, επιχειρώντας να περιστρέφει το μηχάνημα για να καταστεί δυνατή η εκφόρτωσή του, πιστεύοντας αδικαιολόγητα ότι δε θα πέσει το μεταφερόμενο μηχάνημα. Αποτέλεσμα δε της αμελούς συμπεριφοράς του ήταν κατά την προσπάθεια του αυτή, να μετακινηθεί το μηχάνημα και να πέσει στο έδαφος, παρασύροντας κατά την πτώση του το …. Η αμέλεια αυτή του .., που καταλογίζεται στην καλούσα/εκκαλούσα ως προστήσασα αυτόν, είναι βαριά, διότι προδήλως βρίσκεται σε σημαντική, ασυνήθη και ιδιαιτέρως μεγάλη παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς χειριστή αντίστοιχου εργαλείου (κλαρκ), ο οποίος, ενόψει και του πρόδηλου κινδύνου ανατροπής, θα ανέμενε -αν μη τι άλλο να απομακρυνθεί ο παθών, εκδηλώθηκε δε με τρόπο, που φανερώνει πλήρη αδιαφορία αυτού για τα παράνομα, σε βάρος του ως άνω παθόντος, αποτελέσματα. Υπό τις παραδοχές αυτές, βασίμως η καθής η κλήση/εφεσίβλητη επαναφέρει με τις προτάσεις της παραδεκτά -ως υπεράσπιση κατά της έφεσης (527 ΚΠολΔ)τον προβληθέντα και πρωτοδίκως με τις προτάσεις της ισχυρισμό περί συνδρομής λόγου απαλλαγής της εκ του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2479/1997, ισχυριζόμενη ότι το ένδικο ζημιογόνο γεγονός οφείλεται σε βαριά αμέλεια του προστηθέντος της καλούσας/εκκαλούσας. Ο ισχυρισμός της αυτός αποδεικνύεται βάσιμος κατ' ουσίαν σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά ανωτέρω και θα έπρεπε να είχε γίνει δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με συνέπεια την απαλλαγή της καθής η κλήση/εφεσίβλητης εκ της υποχρέωσης καταβολής του ασφαλίσματος με βάση την επικαλούμενη προαιρετική σύμβαση ασφάλισης ζημιών, ώστε η σε βάρος της αγωγή θα έπρεπε, να είχε απορριφθεί κατά παραδοχή αυτού του ισχυρισμού, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Σημειώνεται δε ότι η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν προσκρούει σε δεδικασμένο εκ της ως άνω 2142/2021 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την ίδια ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφενός μεν διότι δεν προκύπτει τελεσιδικία της τελευταίας αυτής αποφάσεως, αφετέρου δε διότι -σε κάθε περίπτωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών εισήχθη μέρος μόνον της απαιτήσεως και όχι το όλον αυτής, έτερο δε μέρος της απαίτησης κρίνεται εν προκειμένω με την άσκηση της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στη μείζονα ως άνω σκέψη. Παρά ταύτα η κατά παραδοχή της ανωτέρω ένστασης απαλλαγής, απόρριψη της έφεσης, με αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης απόφασης, κατ' άρθρον 534 ΚΠολΔ, δεν είναι εν προκειμένω δυνατή, διότι παραλάσσει το εξ αυτής δεδικασμένο, δεδομένου ότι επί απόρριψης της αγωγής λόγω παραγραφής η ενοχή παραμένει ως ατελής, ενώ αντίθετα επί παραδοχής της ένστασης απαλλαγής, που συνιστά καταχρηστική, δικαιοκωλυτική ένσταση, απορρέει δεδικασμένο ως προς το ότι δεν γεννήθηκε καν απαίτηση καταβολής του ένδικου ασφαλίσματος. Συνακόλουθα νόμιμος συντρέχει λόγος εξαφανίσεώς της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της, κατ' άρθρον 260 ΑΚ, παραδεκτά προβαλλόμενης με λόγο έφεσης ως άνω αντένστασης της καλούσας/εκκαλούσας και της εν συνεχεία (κατόπιν της εξαφανίσεώς) απορρίψεως της αγωγής ως αβάσιμης κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 παραδεκτά προβαλλόμενης και επαναφερόμενης με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ) ενστάσεως της καθής η κλήση/εφεσίβλητης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω θα πρέπει να γίνει τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της, ήτοι και ως προς το αναγκαίως συνεχόμενο κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, προς το σκοπό ενιαίου καθορισμού τους (ΕφΠειρ 701/2012,ΕφΔωδ 305/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 277/2005 ΔΕΕ 2005, 68). Περαιτέρω, θα πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του ...ηλεκτρονικού παράβολου της ΓΓΠΣ, ποσού 100 ευρώ, που κατέβαλε η καλούσα/εκκαλούσα κατά την άσκηση της έφεσης της, διότι η έφεσή της έγινε δεκτή (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ακολούθως, διακρατούμενης και αναδικαζόμενης από αυτό το Δικαστήριο της από 13.12.2018 αγωγής της καλούσας/εκκαλούσας κατά της καθής η κλήση/εφεσίβλητης (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2018), που είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 330, 341, 345 ΑΚ, 1 επ. του ν. 2496/1997, 70 και 176 ΚΠολΔ, θα πρέπει η αγωγή να απορριφθεί κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή ως βάσιμης της, εκ του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, ένστασης, που προβάλλει η καθής η κλήση/εφεσίβλητη. Τέλος, κατόπιν συναφών αιτημάτων, θα πρέπει να καταδικασθεί η καλούσα/εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της καθής η κλήση/εφεσίβλητης δΓ αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 10.1.2022 έφεσή της καλούσας/εκκαλούσας κατά της καθής η κλήση/εφεσίβλητης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ/ΕΑΚ …./12.1.2022) και στρέφεται κατά της 10781/2021 οριστικής απόφασής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την 10781/2021 οριστική απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία).

Διατάσσει την απόδοση στην καλούσα/εκκαλούσα του …. ηλεκτρονικού παράβολου της ΓΓΠΣ, ποσού 100 ευρώ.

Διακρατεί και αναδικάζει την από 13.12.2018 αγωγή της καλούσας/εκκαλούσας κατά της καθής η κλήση/εφεσίβλητης (ΓΑΚ/ΕΑΚ ..../2018).

Απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα.

Απορρίπτει την αγωγή.

Καταδικάζει την καλούσα/εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της καθής η κλήση/εφεσίβλητης δι' αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των οκτακόσιων (800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στις 22 Ιανουάριου 2025, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα.

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ