Αριθμός Αποφάσεως Α28/2026

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΤΜΗΜΑ Β’ ΤΡΙΜΕΛΕΣ 

 

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημοσίως στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2024 με δικαστές τους: Δημήτριο Καπαρό, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Χριστίνα Παπαϊωάννου (εισηγήτρια) και Ευαγγελία Ρούτουλα, Εφέτες Δ.Δ., και γραμματέα τον Δημήτριο Ηλιόπουλο, δικαστικό υπάλληλο,

γ ι α ν α δικάσει την έφεση με χρονολογία καταθέσεως στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών 10.5.2019 (α.κ. ΕΦ .../2019) και με χρονολογία μετ’αναίρεσιν περιελεύσεως στο παρόν Δικαστήριο 8.6.2024 (ΑΒΕΜ .../2024):

τ η ς Ιδιωτικής Κεφαλαιουχική Εταιρείας, με την επωνυμία “.... I.K.E.” και με τον διακριτικό τίτλο “...”, η οποία εδρεύει στη ... Ν. .. (οδός ...αρ....) και εκπροσωπείται νομίμως από τη ...., η οποία παρέστη δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου (Δ.Σ. Αθηνών), Αρετής Αικατερίνης Παντελή,

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τους Υπουργούς Οικονομικών, Εσωτερικών, και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, οι οποίοι παρέστησαν δια της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αναστασίας Παπαθανασοπούλου και

κ α τ ά της Α158/2019 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών (Μεταβατική Έδρα ....)

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία, σκέφθηκε κατά τον Νόμο

Η  κ ρ ί σ η  το υ  ε ί ν α ι  η  ε ξ ή ς :

1. Επειδή, η κρινόμενη έφεση εισάγεται, εκ νέου, προς συζήτηση μετά την έκδοση της 623/2024 αναιρετικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας.

2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση, για την άσκηση της οποίας κατεβλήθη το με κωδικό.../2019 ηλεκτρονικό παράβολο, ζητείται η εξαφάνιση της Α158/2019 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απερρίφθη η από 3.4.2017 αγωγή της εκκαλούσης εταιρείας. Ειδικότερα, με την ως άνω αγωγή, η εκκαλούσα ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία “..IKE” και τον διακριτικό τίτλο ...., η οποία προήλθε μετά από αλλεπάλληλες μεταβολές της επωνυμίας, του διακριτικού τίτλου και της εταιρικής μορφής της αρχικώς συσταθείσης ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «... – ...Ο.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο “...” και ενεργώντας ως καθολική διάδοχος αυτής, ζήτησε να αναγνωρισθεί η, κατ’ άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ, π.δ. 456/1984, Α΄ 164),  υποχρέωση του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (στο πλαίσιο του οποίου εντάσσεται, ως στερούμενη νομικής προσωπικότητας και οικονομικής αυτοτέλειας, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου) να της καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 481.574,37 ευρώ, προς ανόρθωση της θετικής και αποθετικής ζημίας, που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη από τη φερόμενη ως παράνομη συμπεριφορά των οργάνων αυτού, συνιστάμενη στην υπαγωγή τμήματος χορτολιβαδικής εκτάσεως ιδιοκτησίας της, κειμένης στα ... Ν. ..., στη διοίκηση και διαχείριση της Διευθύνσεως Δασών της (πρώην κρατικής) Περιφερείας... και στην ένεκα τούτου αδυναμία οικοδομήσεως και αξιοποιήσεως της εκτάσεως αυτής. Επιπλέον, η εκκαλούσα ζήτησε με την αγωγή της την αναγνώριση της υποχρεώσεως του εφεσιβλήτου να της καταβάλει το ποσόν των 100.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη συνεπεία των ανωτέρω, συνισταμένης στην προσβολή της επαγγελματικής της φήμης. 

3. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία “... IKE”, η οποία, ως προεξετέθη, διαδέχθηκε την αρχικώς συσταθείσα (σχετ. το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως) πρώην ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία «... – ... Ο.Ε.», έχει ως καταστατικούς σκοπούς- μεταξύ άλλων- α) τις πάσης φύσεως οικοδομικές εργασίες, την ανοικοδόμηση και αντιπαροχή, την μεταπώληση ή εκμίσθωση και την καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση των εν λόγω οικοδομών β) την μίσθωση, εκμίσθωση, υπομίσθωση και υπεκμίσθωση διαμερισμάτων κάθε μορφής, με σκοπό την εκμετάλλευση αυτών, προσφέροντας υπηρεσίες τουριστικής διαμονής με ενοικίαση επιπλωμένων δωματίων και διαμερισμάτων για μικρή ή μεγάλη διάρκεια και γ) την εκμετάλλευση ιδιόκτητης ή μετά από ενοικίαση, αγροτικής γης με σκοπό την παραγωγή και διάθεση αγροτικών προϊόντων. Δυνάμει του υπ’αριθ. ...7.2.2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ...,.... αγόρασε από τον ...του .... ένα «αγροτεμάχιο» (όπως αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο), εκτός ορίων οικισμού, εκτάσεως 7.465 τ.μ. στη θέση «...» της Κτηματικής Περιφέρειας ... του δημοτικού διαμερίσματος ....του πρώην Δήμου ..., αντί τιμήματος 30.000,00 ευρώ (Τμήμα Α). Το εν λόγω ακίνητο απεικονίζεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-12-Θ1Ι1-Α στο από Αυγούστου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, ..., ενώ, όπως βεβαιώνεται στο από μηνός Ιανουαρίου του έτους 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αυτού ως άνω τοπογράφου μηχανικού, το εν λόγω ακίνητο ήταν, κατά τον χρόνο της αγοραπωλησίας, άρτιο και οικοδομήσιμο. Ακολούθως, με το υπ’ αριθ. .../3.6.2005 συμβόλαιο της ιδίας Συμβολαιογράφου, η ως άνω εταιρεία αγόρασε έτερο αγροτεμάχιο στην ίδια θέση, εκτάσεως 1.080 τ.μ., εκτός ορίων οικισμού μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο σύμφωνα με το από Απριλίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του ανωτέρω μηχανικού, αντί τιμήματος 950,40 ευρώ (Τμήμα Β), ενώ, με το υπ’ αριθ. ..../7.11.2005 συμβόλαιο της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου, η ίδια εταιρεία αγόρασε, μεταξύ άλλων, αγροτεμάχιο στην ίδια θέση, εκτάσεως 806,84 τ.μ., εκτός ορίων οικισμού, αντί τιμήματος 710,02 ευρώ (Τμήμα Γ). Τα προαναφερόμενα τρία ακίνητα αποτελούν, κατόπιν συνενώσεώς τους, ένα ενιαίο ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 9.448,34 τ.μ. Πριν την αγοραπωλησία του πρώτου (Τμήμα Α) εκ των ανωτέρω τριών ακινήτων, εκτάσεως 7.465 τ.μ., είχε εκδοθεί, κατόπιν της .../3.9.2003 αιτήσεως του άμεσου δικαιοπαρόχου της εκκαλούσης και τότε ιδιοκτήτη του, ..., η υπ’ αριθ. Πρωτ. ..../17.11.2003 πράξη του Διευθυντή Δασών Νομού ... της Περιφερείας ...περί χαρακτηρισμού εκτάσεως, σύμφωνα με την οποία, αφ’ ενός μεν, τμήμα εκτάσεως 5.641 τ.μ. του εν λόγω ακινήτου, καλυπτόμενη από αγρωστώδη και χορτολιβαδική βλάστηση, χαρακτηρίσθηκε ως μη δάσος ή δασική, αποτελούσα χορτολιβαδική έκταση (κατ’ άρθρο 3 παρ. 6 β΄ του ν. 998/1979), αφ’ ετέρου δε το υπόλοιπο του Τμήματος Α, ήτοι, έκταση 1.824 τ.μ., καλυπτόμενη από τρία ελαιόδενδρα, αγρωστώδη φυτά και βαθμίδες καλλιέργειας, χαρακτηρίσθηκε ως μη δάσος ή δασική, αποτελούσα ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενη έκταση (κατ’ άρθρο 3 παρ. 6 α΄ του ν. 998/1979), όπως δε διαλαμβάνεται στην εν λόγω πράξη, με αυτήν δεν θίγονται εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών ή του Δημοσίου. Κατά της ανωτέρω πράξεως δεν ασκήθηκαν, κατ’άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, αντιρρήσεις ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων. Ακολούθως, με την .../16.11.2010 πράξη χαρακτηρισμού του αυτού ως άνω οργάνου, το Τμήμα Β του ενιαίου ακινήτου χαρακτηρίσθηκε ως μη δάσος ή δασική έκταση εμπίπτουσα στην διάταξη της παραγράφου 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979, και τέλος, με την .../16.11.2010 όμοια πράξη, το Τμήμα Γ του ακινήτου χαρακτηρίσθηκε ως δασική έκταση. Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα στοιχεία, το εν λόγω ακίνητο είναι το τελευταίο οικοδομήσιμο ακίνητο προς τη θάλασσα, δεδομένου ότι γειτνιάζει άμεσα με ευρύτερη έκταση, εντασσόμενη στη Ζώνη Ειδικής Προστασίας του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου “NATURA 2000", ως μέρος με ιδιαίτερη αξία για τη βιοποικιλότητα.  Στις 3.8.2005 η αρχική ομόρρυθμη εταιρεία υπέβαλε αίτηση ενώπιον της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της ... για τη χορήγηση αδείας δομήσεως, προκειμένου να ανεγείρει επί της άρτιας και οικοδομήσιμης εκτάσεως του Τμήματος Α συγκρότημα τεσσάρων πολυτελών κατοικιών με υπόγειο και κολυμβητική δεξαμενή με απώτερο στόχο τη σταδιακή πώληση αυτών. Μεταξύ των δικαιολογητικών που της ζητήθηκαν για την εξέταση της αιτήσεως για την έκδοση αδείας δομήσεως ήταν και βεβαίωση τελεσιδικίας της προαναφερθείσης .../17.11.2003 πράξεως του Διευθυντή Δασών Νομού... της Περιφερείας..., περί χαρακτηρισμού της προς ανοικοδόμηση εκτάσεως. Σε εκτέλεση των ανωτέρω και κατόπιν υποβολής της από 8.11.2005 σχετικής αιτήσεως της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρείας, εξεδόθη η .../ 17.11.2005 βεβαίωση του αυτού ως άνω Διευθυντού. Με την βεβαίωση αυτή αφ’ ενός μεν επικυρώθηκε το περιεχόμενο της .../17.11.2003 πράξεως αφ’ ετέρου δε, αναφορικώς με την έκταση εμβαδού 5.641 τ.μ. του Τμήματος Α, που χαρακτηρίσθηκε ως χορτολιβαδική, ορίσθηκε ότι τούτη τελεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως η διάταξη αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3208/2003, με την αιτιολογία ότι, έως του χρόνου εκείνου, δεν είχε επιλυθεί οριστικώς το ιδιοκτησιακό καθεστώς επί της εν λόγω εκτάσεως. Εξ άλλου, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου, απερρίφθη σιωπηρώς η, κατά τα ανωτέρω, από 3.8.2005 αίτηση περί χορηγήσεως οικοδομικής αδείας, ο δε φάκελος επεστράφη από τη Διοίκηση στην εταιρεία στις 3.5.2006. Εν συνεχεία, η ίδια εταιρεία «.... ΟΕ» άσκησε στις 11.6.2007 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της-μεταξύ άλλων- επί του επίμαχου αρτίου και οικοδομήσιμου τμήματος, εμβαδού 5.641 τ.μ., που απεικονίζεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-12-Θ1Ι1-Α στο από Αυγούστου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα, κατά τα προαναφερθέντα. Η εν λόγω αγωγή έγινε δεκτή με την .../2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... Ειδικότερα, το Δικαστήριο, αυτό αφού διαπίστωσε αφ’ ενος μεν ότι στα δάση, αλλά, και στα χορτολιβαδικά εδάφη, που αναφέρονται στο άρθρο 7 του ν.998/1979, των Ιονίων Νήσων δεν τυγχάνει εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίστηκε με το β.δ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά, απαιτείται, πέραν της δασικής (ή χορτολιβαδικής) μορφής της εκτάσεως, και η επίκληση και απόδειξη της κτήσεως κυριότητας επ’ αυτής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, με έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23.2.1946) ή ενδεχομένως από κάποιον ειδικό νόμο, τρόπους κτήσεως κυριότητας, αφ’ετέρου δε ότι από τη δικογραφία δεν προέκυψε ότι η επίδικη έκταση υπήρξε ποτέ αδέσποτη ή ανεξουσίαστη ή ότι το Δημόσιο άσκησε επ’αυτής οποιαδήποτε πράξη νομής για τη θεμελίωση της κυριότητάς του, κατά τις αρχές της έκτακτης χρησικτησίας, τόσο υπό το καθεστώς του Ιονίου Αστικού Κώδικα, όσο και υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα, κατέληξε στην κρίση ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της εκκαλούσης, κατά τον χρόνο πωλήσεως και μεταβιβάσεώς του σε αυτήν, είχε ήδη καταστεί κύριος τούτου, ως εκ τούτου δε, αναγνώρισε την εκκαλούσα εταιρεία ως αποκλειστική κυρία της επίδικης εκτάσεως. Έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανωτέρω αποφάσεως απερρίφθη τύποις με την 171/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη (σχετ. το υπ’ αριθ. ...21.1.2016 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Εφετείου Πατρών). Κατόπιν τούτου, η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών την από 4.4.2017 (α.κ.../2017) αγωγή, με την οποία ζήτησε τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσης ποσά, ως αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που ισχυρίσθηκε ότι υπέστη από την μακρόχρονη παράνομη δέσμευση της περιουσίας της και τη συνακόλουθη στέρηση του δικαιώματος εκμεταλλεύσεώς της. Η ως άνω αγωγή απερρίφθη με την ήδη εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε ότι η φερόμενη ως παράνομη και ζημιογόνος συμπεριφορά των οργάνων του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου έλαβε χώρα στις 3.5.2006 (ήτοι, κατά την ημερομηνία επιστροφής στην εκκαλούσα του φακέλου από τη Διοίκηση) και ότι η ημερομηνία αυτή ήταν ο ακριβής χρόνος απορρίψεως της αιτήσεως της εκκαλούσης περί χορηγήσεως οικοδομικής αδείας και, συνακολούθως, ο χρόνος γενέσεως των ένδικων αξιώσεών της προς αποζημίωση. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η αγωγή κατατέθηκε ενώπιόν του στις 4.4.2017, έκρινε ότι η, κατά τα ανωτέρω, αρχόμενη στις 31.12.2006 παραγραφή των ένδικων αξιώσεων της εκκαλούσης είχε ήδη συμπληρωθεί στις 31.12.2011. Περαιτέρω, έκρινε ότι δεν υπήρξε διακοπή της ως άνω παραγραφής με την άσκηση της από 11.6.2007 διεκδικητικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... με την αιτιολογία ότι η άσκηση της αγωγής αυτής δεν υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 93 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού περιπτώσεις, με τη συνδρομή των οποίων επέρχεται διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Κατά της ως άνω αποφάσεως η εκκαλούσα εταιρεία άσκησε την κρινόμενη έφεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Με την 259/2020 απόφασή του, το παρόν Δικαστήριο, αφού ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 3, 71 παρ. 1, 78 και 80 παρ. 2 του ν. 2717/1999 (Κ.Δ.Δ.) καθώς και τα άρθρα 90 παρ. 1, 91, 92 και 93 περ. α΄ του ν. 2362/1995 (Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού), έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την έννοια της περιπτώσεως α΄ του άρθρου 93 του ν. 2362/1995, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής κατά της διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, της οποίας η παρανομία αποτελεί τη βάση της αποζημιωτικής αξιώσεως. Συναφώς δε, έκρινε ότι η παραγραφή αξιώσεως αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου έγκαιρη άσκηση ενδίκου βοηθήματος με αίτημα την ακύρωση της φερομένης ως παράνομης πράξεως ή παραλείψεως, η οποία αποτελεί τη βάση της αντίστοιχης αγωγικής αξιώσεως και δεν συμπληρώνεται έως την άσκηση της αγωγής, αφού στη διοικητική δίκη δεν υφίσταται παραγραφή εν επιδικία. Ως εκ τούτου, εκρίθη ότι εύλογη προϋπόθεση για τη διακοπή της παραγραφής αποτελεί, προεχόντως, η ταυτότητα της νομικής βάσεως μεταξύ των δύο ένδικων βοηθημάτων (αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής και αγωγής αποζημιώσεως), ασκουμένων ενώπιον δικαστηρίων της αυτής δικαιοδοσίας, εν προκειμένω, δε, τέτοια ταυτότητα μεταξύ της διεκδικητικής αγωγής της εκκαλούσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων με αίτημα την αναγνώριση εμπράγματου δικαιώματός της και της, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, αποζημιωτικής αγωγής της ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δεν υφίσταται. Επιπλέον, αφού ελήφθη υπ’όψιν ότι το διοικητικό δικαστήριο της αποζημιωτικής αγωγής έχει τη δυνατότητα, εφόσον δεν υφίσταται σχετικό δεδικασμένο, να κρίνει παρεμπιπτόντως τόσο περί του κύρους της φερόμενης ως παράνομης και ζημιογόνου εκτελεστής διοικητικής πράξεως (άρθρο 80 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.), όσο και περί ζητημάτων δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, εάν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς, εν πάση δε περιπτώσει, το ίδιο δικαστήριο δύναται να αναστείλει την πρόοδο της δίκης, εάν παρεμπίπτοντα ζητήματα πρόκειται να κριθούν με δύναμη δεδικασμένου σε δίκη, η οποία εκκρεμεί στο κατά δικαιοδοσία αρμόδιο δικαστήριο (άρθρο 3 Κ.Δ.Δ.), το παρόν Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι η ένδικη αξίωση της εκκαλούσης είχε υποπέσει στη νόμιμη πενταετή παραγραφή, όπως, ορθώς αν και με διαφορετική αιτιολογία, έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εξεδόθη η 623/2024 απόφαση αυτού. Με την τελευταία, αφού εκρίθη ότι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 93 περ. α΄ του ν. 2362/1995, διακοπή της παραγραφής επέρχεται όχι μόνον όταν ασκείται ένδικο βοήθημα κατά της διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, της οποίας η παρανομία αποτελεί τη βάση της σχετικής αξιώσεως, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο, επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξιώσεως ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση, το Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’αποδοχήν της σχετικής αιτήσεως, προέβη στην αναίρεση της 259/2020 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και, με την εκτίμηση ότι η υπόθεση χρήζει διευκρινίσεων ως προς το πραγματικό, παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προκειμένου να προβεί σε νέα, επί της ουσίας, κρίση. 

4. Επειδή, μετά ταύτα, το παρόν Δικαστήριο, χωρώντας στην εκ νέου εκδίκαση της εφέσεως, κρίνει ότι αυτή πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η Α158/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, να αποδοθεί στην εκκαλούσα το καταβληθέν παράβολο, κατ'άρθρο 277 παρ.9 Κ.Δ.Δ., ωστόσο, να απαλλαγεί το εφεσίβλητο από τα δικαστικά έξοδα αυτής, εκτιμωμένων των περιστάσεων της δίκης, κατ' άρθρο 275 παρ.1 Κ.Δ.Δ. Περαιτέρω, το Δικαστήριο χωρεί στη εκδίκαση της από 4.4.2017 (α.κ.ΑΓ251/2017) αγωγής.

5. Επειδή, στην επί της αγωγής δίκη νομιμοποιείται παθητικώς το Ελληνικό Δημόσιο, στο πλαίσιο του οποίου εντάσσεται, ως στερούμενη νομικής προσωπικότητας και οικονομικής αυτοτέλειας (πρβλ. ΣτΕ 2783/2015, 1535/2016, 787/2017, 1191/2018, 390/2019 κ.α), η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, η οποία αποτελεί ενιαία αποκεντρωμένη μονάδα διοικήσεως του Κράτους, κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 περ. iv του ν. 3852/2010 “Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α΄ 87). Η τελευταία υπεισήλθε αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της καταργηθείσης πρώην κρατικής Περιφερείας Ιονίων Νήσων, δυνάμει του άρθρου 283 παρ. 4 του αυτού ως άνω νόμου. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αγωγή, καθ’ό μέρος στρέφεται κατά της (νυν) Περιφερείας Ιονίων Νήσων, η οποία συνεστήθη ως Ο.Τ.Α β’ βαθμού, δυνάμει του άρθρου 3 του ως άνω ν. 3852/2010, ασκείται απαραδέκτως. Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αγωγή ασκείται εν γένει παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν.

6. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ, π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται από την έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από την παράνομη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών. Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 1968/2022, 877/2019, 2432/2018, 596/2017). Επίσης, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές για την επίδραση των φυσικών φαινομένων και την εξέλιξη των βιοτικών σχέσεων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές, καθώς και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις (δηλαδή του μέσης μορφώσεως ανθρώπου), οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, για την ανεύρεση με βάση αυτές της έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών ( ΣτΕ 1500/2022). Εξ άλλου, η κατά τα ανωτέρω αποζημίωση περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 298 Α.Κ., την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος Σ.τ.Ε. 3531/2015, 293/2013, 2531/2007 κ.α.), ενώ, κατά το ίδιο άρθρο, ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και, ιδίως, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (Σ.τ.Ε. 390/2025, 1651/2024, 460/2023, 1109/2022 7μ., 227/2021, 1229/2019, 1369/2018 κ.ά.).. Το διαφυγόν κέρδος αποτελεί δηλαδή ζημία η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων και δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας (ΣτΕ 1776/2020). Κατά κανόνα, το διαφυγόν κέρδος δεν είναι επιδεκτικό αποδείξεως κατά τρόπο, ώστε να είναι εφικτός ο σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποιθήσεως και συνεπώς, για την απόδειξή του, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, επιτρέπεται στον δικαστή να αρκεστεί σε απλή πιθανολόγηση (ΣτΕ 1776/2020, 1475/2020, 1369/2018, 707/2016, 750/2011). Για την αποκατάσταση, πάντως, του διαφυγόντος κέρδους δεν αρκεί αυτό να είναι απλώς ενδεχόμενο, αλλά απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευσή του (ΣτΕ 460/2023, 1008/2023 πρβλ. ΑΠ 486/2020, 1516/2018, 1445/2018, 1364/2013).

7. Επειδή, επιπλέον, κατά την έννοια της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ανεξαρτήτως της αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η ευχέρεια, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως (όπως, ιδίως, τον βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, τις συνθήκες, το είδος, την ένταση και τις συνέπειες της προσβολής, την προσωπική, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση του ζημιωθέντος κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, εάν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ΣτΕ 1258/2024, 405/2024, 338/2023, 1968/2022, 227/2021, 2951/2020, 842/2019 κ.α).  Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δικαιούνται να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα, αν υπέστησαν ζημία από τον αντίκτυπο που είχε στην πίστη, το κύρος και τη φήμη τους η παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται η βλάβη αυτή, όταν από τη φύση της παράνομης πράξης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης τούτων είναι δυνατόν να επέλθει τέτοια βλάβη (Σ.τ.Ε. 2101/2023, 227/2021, 3695/2015, 3040/ 2014, 451/2013  κ.ά.). Ωστόσο, απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής τους, να επικαλούνται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύουν την εν λόγω προσβολή, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 876/2022 15/2021, 1048/2020, 704/2017, πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008). Τέλος, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού αποζημιώσεως, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα άκρα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Ειδικότερα, συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως των άκρων ορίων της διαγραφόμενης από την ως άνω διάταξη εξουσίας του δικαστηρίου, κατά τον προσδιορισμό στη συγκεκριμένη περίπτωση του ύψους του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, ιδίως όταν το ποσό που επιδικάζεται εκάστοτε από το δικαστήριο υπέρ ορισμένου προσώπου, ως εύλογο, για την ικανοποίηση της επισυμβάσης σε αυτό ηθικής βλάβης παρίσταται, υπό τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης πάντοτε υποθέσεως, εμφανώς δυσανάλογο, είτε ως ιδιαιτέρως χαμηλό (ευτελίζοντας, όσον αφορά τον παθόντα, τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου) είτε ως ιδιαιτέρως υψηλό (προσβάλλοντας, όσον αφορά τον υπόχρεο, το δικαίωμα της περιουσίας του) σε σχέση με την έκταση της διαπιστωθείσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το δικαστήριο ηθικής βλάβης (Σ.τ.Ε. 483/2018, 110/2017, 710/2016, κ.α-πρβλ. ΑΠ 263/2022 , Ολ. ΑΠ 9/2015 κ.α). Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1και 4 του κυρωθέντος δια του άρθρου πρώτου του ν.2717/1999 (Α’97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) ορίζεται ότι : “ 1.Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν Δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις…2…..3…..4. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας”.

8. Επειδή, εξ άλλου, στη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 “ Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας” (Α' 289), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι, μετά την αντικατάσταση των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3208/2003 (Α’ 303 ), ορίζονταν τα εξής : «1. Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. 3. …. 4. Ως δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι), που περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων … 5. … 6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου : α) Αι γεωργικώς καλλιεργούμεναι εκτάσεις, β) Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφ’ όσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθή ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι ή αναδασωτέαι κατά τα εις το άρθρον 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα, γ) Αι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί των ως άνω πεδινών ή ανωμάλων ή λοφωδών εδαφών, δ) ... ε) ... στ) ...».

9. Επειδή, σύμφωνα με τις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 74 του αυτού Ν. 998/1989, «1. Δημόσια χορτολιβαδικά εδάφη, τα οποία δεν περιλαμβάνονται εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, ώστε να αποτελούν μετά της δασικής βλαστήσεως ενιαίον σύνολον κατά τα εν άρθρω 3 παρ. 3 προβλεπόμενα, ουδέ κηρύσσονται ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέα κατά τα εν άρθρω 38 παρ. 1 έως και 3 οριζόμενα, αφού χαρτογραφηθούν, περιέρχονται, εντός πενταετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, εις την διαχείρισιν της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργικής Αναπτύξεως και διατίθενται προς αγροτικήν ή κτηνοτροφικήν εκμετάλλευσιν κατά τας κειμένας διατάξεις ή παραχωρούνται προς εξυπηρέτησιν των εν κεφαλαίω ΣΤ του παρόντος νόμου αναφερομένων σκοπών. 2. Ιδιωτικά χορτολιβαδικά εδάφη τελούντα υπό τας εν παραγράφω 1 συνθήκας διέπονται από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος υπό των διατάξεων της αστικής και αγροτικής νομοθεσίας, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 62 του παρόντος νόμου. 3. …..». Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3208/2003 προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 3 του Ν. 998/1979 με το εξής περιεχόμενο: «Οι δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 6, καθώς και οι δημόσιες εκτάσεις που λόγω του είδους της βλάστησης δεν εμπίπτουν στις παραγράφους 1, 2 και 4, αλλά ευρίσκονται επί κλιτύων ορέων, που δεν παραδόθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 στις γεωργικές υπηρεσίες, εξακολουθούν να τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας, με μέριμνα της οποίας χαρτογραφού­νται και διατίθενται για την εξυπηρέτηση των σκοπών που αναφέρονται στα άρθρα 45 έως και 61 του παρόντος νόμου και στο άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 1734/1987 ή χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι ή για τη δημιουργία νέων δασών. Τα προβλεπόμενα από το άρθρο 8 Συμβούλια είναι αρμόδια και για τη διοικητική αναγνώριση της κυριότητας ή άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων επί αυτών των εκτάσεων…”.

10. Επειδή, περαιτέρω, στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του ως άνω ν. 998/1979 ορίζετο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ότι: “ 1. Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ’ου ή αίτησις, και φυσικού ή νομικού προσώπου όπερ επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρον 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να αποδείξη την παρ αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματός του. Κατ’ εξαίρεσιν η διάταξις αύτη δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων”. Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 εδάφ. β` του ως άνω ν. 998/1979, σύμφωνα με την οποία το, κατά την παράγραφο 1 εδάφιο α` του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων δεν ισχύει στις περιφέρειες-μεταξύ άλλων- του Πρωτοδικείου των Ιονίων Νήσων, καθιερώθηκε νομοθετικώς η ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση των Επτανήσων και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17(29).11.1836 β.δ. "Περί ιδιωτικών δασών" ( Α` 69 της 1ης Δεκεμβρίου 1836). Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης εκτάσεως να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ` αυτήν, αλλά πρέπει το Ελληνικό Δημόσιο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά τις 23.02.1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π.1160/2025, 341/2024, 1785/2024, 568/2021, 567/2020, 984/2017 κ.α).

11. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή και τα επ’αυτής υπομνήματα ιστορούνται τα ακόλουθα: Μετά την αγορά της, κατά τα αναφερθέντα στη σκέψη 3 της παρούσης, εκτάσεως η ενάγουσα προέβη στην εκπόνηση επιχειρηματικού σχεδίου για την αξιοποίηση αυτής, με την ανέγερση τεσσάρων αυτόνομων πολυτελών κατοικιών με μπαλκόνια και θέα προς τη θάλασσα, με κοινή κολυμβητική δεξαμενή, επιφανείας εκάστης 71 τ.μ κυρίων χώρων και 55 τ.μ βοηθητικών, με προβλεπόμενο χρόνο περαιώσεως περί τα τέλη του έτους 2006 και με απώτερο στόχο την ένταξή τους σε ξενοδοχειακό ιατρικό φορέα. Προς τον σκοπό αυτόν, οργάνωσε ιστοσελίδα για τη διαφήμιση της δραστηριότητάς της στην περιοχή του ..., όπου κείται το ακίνητο και είναι από τις πλέον τουριστικές περιοχές της ... αλλά και των εν γένει δραστηριοτήτων της στο νησί. Στο πλαίσιο αυτό συνεργάσθηκε με βρετανική μεσιτική εταιρεία, προκειμένου να διαφημιστεί στο βρετανικό κοινό η δυνατότητα αγοράς των ανεγερθησομένων παραθεριστικών κατοικιών. Περαιτέρω, κατά τα ιστορούμενα, για την αγορά ολόκληρου του ανεγερθησομένου συγκροτήματος εξεδήλωσε επενδυτικό ενδιαφέρον η εφοπλιστική εταιρεία “...Ltd”, με έδρα τις .., μέσω του Υπηκόου.. ... ο οποίος, στις 15.4.2005 προέβη στην καταβολή ποσού 25.000,00 δολαρίων, ως προκαταβολή και στις 3.10.2005, ήτοι, ολίγον προ της εκδόσεως της .../17.11.2005 βεβαιώσεως περί τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού της επίδικης εκτάσεως ως, κατά τεκμήριο, δημόσιας χορτολιβαδικής, προέβη στην καταβολή ποσού 300.000,00 δολαρίων, προκειμένου να χρηματοδοτήσει το εν λόγω επιχειρηματικό σχέδιο. Επιπλέον, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, η ενάγουσα προέβη στη σύναψη συμβάσεως παροχής πιστώσεως, με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (εφεξής: E.T.E.), προκειμένου να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για το εν λόγω σχέδιο. Προχωρώντας στην υλοποίηση του σχεδίου της, τον Οκτώβριο του έτους 2005 η ενάγουσα υπέβαλε πλήρη φάκελο για την έκδοση οικοδομικής αδείας, για τον σκοπό δε αυτόν συνετάγησαν οι σχετικές τεχνικές μελέτες, κατεβλήθησαν οι αμοιβές των συνταξάντων αυτές μηχανικών και κατεβλήθησαν και οι απαιτούμενες ασφαλιστικές εισφορές. Επιπλέον, κατά τα ιστορούμενα, η ενάγουσα είχε εκκινήσει τη διαδικασία γνωμοδοτήσεων των αρμοδίων φορέων για την έκδοση της οικοδομικής αδείας, στο πλαίσιο δε αυτό εξεδόθη η υπ’αριθ. ...11.7.2005 άδεια εκσκαφών από την ΣΤ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων. Ωστόσο, με την από ...2006 Πράξη της η Επιτροπή Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου επέστρεψε τον ανωτέρω φάκελο, αρνούμενη να εκδώσει την αιτουμένη άδεια δομήσεως, λόγω της εκδόσεως της .../17.11.2005 πράξεως του Διευθυντού Δασών Νομού... της Περιφερείας ..., δυνάμει του οποίου βεβαιώθηκε ότι το επίμαχο τμήμα εμβαδού 5.641 τ.μ. αποτελεί έκταση χορτολιβαδική, κατά την έννοια της διατάξεως της παρ.6β του άρθρου 3 του ν.998/1979, υπαγόμενη στη διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας, ως προεξετέθη. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη ματαίωση του, κατά τα ανωτέρω, επιχειρηματικού σχεδίου, δεδομένου ότι, χωρίς το χορτολιβαδικό τμήμα των 5.461 τ.μ, το υπολειπόμενο του Τμήματος Α μη δασικό τμήμα των 1.824 τ.μ μαζί με το όμορο των 1.080τ.μ (Τμήμα Β), συνολικής εκτάσεως 2.904 τ.μ. δεν ήταν αξιοποιήσιμο, ως μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Εξ άλλου, το μεν Τμήμα Β του ενιαίου ακινήτου χαρακτηρίσθηκε, μετά το πέρας της σχετικής διαδικασίας (διαρκούσης από το έτος 2006 έως το έτος 2010), ως γεωργικό, το δε Τμήμα Γ είχε αρχήθεν χαρακτηρισθεί ως δασικό. Όπως δε περαιτέρω προβάλλεται, ως προς τα δυο τελευταία αυτά Τμήματα ουδεμία επιρροή στα επιχειρηματικά σχέδια της ενάγουσας ασκούσε ο χαρακτηρισμός τους ως δασικών ή μη, αφού δεν προορίζονταν για την ανέγερση των ενδίκων κατοικιών. Επιπλέον, κατά τα προβαλλόμενα, σύμφωνα με το υπ’αριθ. .../10.10.2016 έγγραφο της Διευθύνσεως Υπηρεσίας Δομήσεως του Δήμου..., ακίνητο εμβαδού 2.515,08 τ.μ, και φερόμενο ως τμήμα της κατά τα ανωτέρω χορτολιβαδικής εκτάσεως (Τμήματος Α), το οποίο, κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, αποτελεί και το πιο ελκυστικό προς αξιοποίηση μέρος, ενετάχθη εντός της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) της περιοχής ..., όπως αυτή καθορίσθηκε μεταγενεστέρως, με το π.δ. της ... (ΦΕΚ.../ΑΑΠ/2009). Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα προβάλλει ότι, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου, συνιστάμενη στην αμετακλήτως κριθείσα ως παράνομη υπαγωγή της επίδικης εκτάσεως στη διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας, δυνάμει της μη νόμιμης εφαρμογής του τεκμηρίου της υπέρ του Δημοσίου κυριότητος αυτής, που είχε ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να στερηθεί το νόμιμο δικαίωμα εκμεταλλεύσεως της περιουσίας της και, συνακολούθως, να υποστεί τεράστια υλική και ηθική βλάβη, η ίδια θα είχε προβεί τόσο στην τουριστική αξιοποίηση του ακινήτου της και στην πώληση των τουριστικών κατοικιών, όσο και στην προ της οικονομικής κρίσεως επίτευξη του επενδυτικού της στόχου. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου, μετά βεβαιότητος, δεν θα είχε συμπεριληφθεί στην Ζ.Ο.Ε της περιοχής..., και μάλιστα εντός της Ζώνης υπό στοιχείο ΙΙΙ, εντός της οποίας απαγορεύεται η δόμηση, το πιο ελκυστικό τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αλλά αυτό θα είχε εξαιρεθεί, όπως συνέβη με τρεις όμορες κατοικίες. Και τούτο, διότι κατά τα προβαλλόμενα, η ενάγουσα θα είχε, μετά βεβαιότητος, προλάβει να ολοκληρώσει το επιχειρηματικό της σχέδιο, μέχρι το 2006 διότι διέθετε τη σχετική εμπειρία, ενώ, θα είχε πωλήσει τις κατοικίες μέχρι τις αρχές του έτους 2007. Επιπλέον, προβάλλεται ότι η ενάγουσα υπέστη σοβαρή ηθική βλάβη, συνιστάμενη στον κλονισμό της αξιοπιστίας και της καλής της φήμης στην αγορά, δεδομένου ότι τα επιχειρηματικά της σχέδια είχαν κοινοποιηθεί σε ευρύ κοινό προερχόμενο από το εξωτερικό, ενώ, είχε ήδη προβεί σε συμφωνία με την, κατά τα προαναφερθέντα, αλλοδαπή εφοπλιστική εταιρεία, η οποία ματαιώθηκε, επιπλέον δε, οι δυο εταίροι της ενεπλάκησαν σε έναν πολυετή δικαστικό αγώνα και σε έναν καταστροφικό μη εξυπηρετούμενο τραπεζικό δανεισμό.

12. Επειδή, ειδικότερα, αναφορικώς με τον προσδιορισμό της θετικής ζημίας της, η ενάγουσα προβαλλει ότι αυτή συνίσταται: (Α) στη δαπάνη αγοράς του, κατόπιν συνενώσεως, ενιαίου ακινήτου. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα αιτείται την επιδίκαση συνολικού ποσού 35.742,65 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του φόρου μεταβιβάσεως), αναλυομένου ως ακολούθως: (α) αγορά (χορτολιβαδικού) Τμήματος Α 30.000,00 ευρώ συν φόρος μεταβιβάσεως 2.472,00 ευρώ συν έξοδα αμοιβής δικηγόρου 300,00 ευρώ, σύνολο 32.772,00 ευρώ, (β) αγορά (αγροτικού) Τμήματος Β 950,40 ευρώ συν φόρος μεταβιβάσεως 68,53 ευρώ, σύνολο 1.018,93 ευρώ, και (γ) αγορά (δασικού) Τμήματος Γ 1.486,66 ευρώ συν φόρος μεταβιβάσεως 107,18 ευρώ συν συμβολαιογραφικά έξοδα 357,94 ευρώ, σύνολο 1.951,78. Προς απόδειξη τούτων η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει τα αντίστοιχα συμβόλαια αγοροπωλησίας, (Β) στη δαπάνη για την υλοποίηση του επιχειρηματικού της σχεδίου, συνιστάμενη (α) στα έξοδα για τη σύσταση και την υποβολή φακέλου προκειμένης της εκδόσεως οικοδομικής αδείας, συνολικού ποσού 7.448,32 ευρώ, αναλυομένου ως εξής: (i) αμοιβή μηχανικού,... 873,23 ευρώ (σχετ. απόδειξη εισπράξεως της Ε.Τ.Ε..../27.7.2005), (ii) αμοιβή μηχανικού ..., 257,68 ευρώ (σχετ. απόδειξη εισπράξεως Ε.Τ.Ε. .../3.8.2005) και αναλογούσες κρατήσεις 21,65 ευρώ (σχετ. .../3.8.2005 Διπλότυπο Είσπραξης τύπου Α), (iii) αμοιβή μηχανικού... 4.719,57 ευρώ (σχετ. απόδειξη εισπράξεως Ε.Τ.Ε. ..../3.8.2005) και αναλογούσες κρατήσεις 396,60 ευρώ (σχετ..../3.8.2005 Διπλότυπο Είσπραξης τύπου Α), (iv) καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, 184,30 ευρώ (σχετ..../4.8.2005 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης) και (ν) εισφορές για έκδοση οικοδομικής αδείας, 448,98 ευρώ (σχετ. το από 4.8.2005 Σημείωμα της Δ/νσεως Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος...), (vi) παράβολο για την έκδοση οικοδομικής αδείας, 368,31 ευρώ (σχετ. ../8.8.2005 Διπλότυπο Είσπραξης τύπου Α) και (vii) ποσόν 178,00 ευρώ για αγορά φωτοτυπιών, προς απόδειξη του οποίου προσκομίζεται το .../1.6.2005 τιμολόγιο του φωτοτυπικού κέντρου “... Ε.Ε.” και (β) στα λειτουργικά έξοδα της ενάγουσας εταιρείας, για τη μεταφορά (κονδύλιο 705,60 ευρώ) και διαμονή (κονδύλιο 677,80 ευρώ) των ομορρύθμων εταίρων αυτής στην Κεφαλλονιά, για την υλοποίηση του επιχειρηματικού της σχεδίου, χρονικού διαστήματος από 25.1.2005 έως 20.12.2005. Προς απόδειξη των σχετικών κονδυλίων προσκομίζεται πλήθος αντιγράφων εισιτηρίων των ακτοπλοϊκών γραμμών..., όπως και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου ‘...’ με έδρα το...

13. Επειδή, περαιτέρω, η ενάγουσα προβάλλει ότι από την αδυναμία υλοποιήσεως του επενδυτικού της σχεδίου, εξ εξαιτίας αποκλειστικώς και μόνον της παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του εναγομένου, η ίδια υπέστη σημαντική αποθετική ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια μεγάλου περιουσιακού οφέλους, το οποίο θα επροσπορίζετο από την αξιοποίηση του ακινήτου της, ήτοι από την, περί τις αρχές του έτους 2007, αποπεράτωση και πώληση των επ’ αυτού, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ανεγειρομένων τεσσάρων πολυτελών κατοικιών. Ειδικότερα, η ενάγουσα προβάλλει ότι η εν λόγω ανέγερση, που αποσκοπούσε στη σταδιακή πώληση των κατοικιών, αποτελούσε μέρος ευρύτερου επιχειρηματικού σχεδίου, με σκοπό τη μελλοντική ένταξη του εν λόγω οικιστικού συγκροτήματος σε έναν ευρύτερο- σε δεύτερο χρόνο- σχεδιασμό κατασκευής ξενοδοχειακής μονάδος παροχής υπηρεσιών ιατρικού τουρισμού, το οποίο θα επετύγχανε με αλλαγή και επέκταση της αρχική οικοδομικής αδείας, η δε επιλογή της θέσεως έγινε με κριτήρια εμπορικότητος, λόγω του φυσικού κάλλους, της μοναδικότητας των θαλασσίων υδάτων και την εύκολη συγκοινωνιακή πρόσβαση. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα προβάλλει ότι το εκτιμώμενο κόστος οικοδομήσεως των τεσσάρων πολυτελών κατοικιών (με μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση εμβαδού κυρίων χώρων 286,50 τ.μ και βοηθητικών χώρων 286,50 τ.μ,) θα ανήρχετο σε 494.050,00 ευρώ, ήτοι: εμπορική αξία οικοπέδων 103.900,00 ευρώ (11,00 ευρώ/τ.μ.), κόστος κατασκευής οικοδομών (περιλαμβανομένων εξόδων αδείας δομήσεως και ασφαλιστικών εισφορών) 315.150,00 ευρώ (286,50τ.μ Χ1.100,00 ευρώ τ.μ.), κατασκευή πισίνας 34.000,00 ευρώ, και διαμόρφωση εξωτερικών χώρων (για περίπου 9.000τ.μ.), 41.000,00. Περαιτέρω, κατά τα προβαλλόμενα, η μέση τιμή πωλήσεως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε διαμορφωθεί στις 3.250,00 ευρώ/τ.μ., ενώ, θα μεσολαβούσε και ένα εξάμηνο διάστημα διαφημιστικής προωθήσεως, μέχρι την έναρξη των εργασιών κατασκευής, επομένως, από την πώληση των κατοικιών ανεμένετο το ποσόν των 931.125,00 ευρώ (286,50 τ.μ Χ3.250,00). Ως εκ τούτων, η αναμενόμενη μεικτή, προ φόρων, κερδοφορία της επενδύσεως θα ανήρχετο στο ποσόν των 437.000,00 ευρώ. Τέλος, η ενάγουσα διατείνεται ότι από την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου υπέστη ηθική βλάβη, συνιστάμενη στο γεγονός ότι ετρώθη η αξιοπιστία και η φήμη της στην αγορά, τόσο σε τοπικό επίπεδο, όσο και διεθνές, λόγω της κοινοποιήσεως των επενδυτικών της σχεδίων σε ευρύ κύκλο προσώπων, προερχομένων από το εξωτερικό, αφού εμφανίσθηκε ότι επεχείρησε να καταπατήσει δημόσια έκταση ενώ, ενεπλάκη και σε έναν εξαντλητικό πολυετή δικαστικό αγώνα, προκειμένου να δικαιωθεί. Τέλος, προβάλλεται ότι η αδυναμία εφαρμογής του επενδυτικού της σχεδίου είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνον να απολέσει το κύρος της στο εξωτερικό και την εμπιστοσύνη των επενδυτών, αλλά και να εμπλακεί σε έναν μη εξυπηρετούμενο τραπεζικό δανεισμό, προκειμένου να επιστραφεί στην αλλοδαπή εφοπλιστική εταιρεία ένα μέρος του κεφαλαίου για τη συμμετοχή της στην επένδυση. Προς απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών, η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει: (α) τον από μηνός Δεκεμβρίου 2005 έγγραφο επιχειρηματικό σχεδιασμό, τον οποίον συνέταξε ο σύμβουλος επιχειρήσεων, και φοροτεχνικός,... για λογαριασμό της αρχικής εταιρείας “..” και στον οποίο περιλαμβάνονται όσα αναφέρει η ενάγουσα αναφορικώς με το αντικείμενο του έργου, τις προδιαγραφές αυτού, το σύνολο του κόστους της επενδύσεως, αλλά, και την υποβολή αιτήματος στην Ε.Τ.Ε., με αρχικώς αιτούμενο ποσόν δανεισμού τις 200.000,00 ευρώ, όπως και την πρόταση χρηματοδοτήσεως από τον..., φερόμενο ως εκπρόσωπο της αλλοδαπής εταιρείας ‘’...LTD”, (β) την από μηνός Φεβρουαρίου 2016 έγγραφη μελέτη εκτιμήσεως ζημίας με τη μέθοδο της συγκριτικής εφαρμογής, εκπονηθείσα από τον..., ο οποίος φέρεται ότι διατηρούσε, κατά τον χρόνο εκείνο, μεσιτικό γραφείο στην... και πραγματοποιούσε εκτιμήσεις της εμπορικής αξίας των ακινήτων. Στην εν λόγω μελέτη διαλαμβάνεται αναλυτική περιγραφή του γηπέδου, της δυνατότητας οικοδομήσεως αυτού και της περιοχής στην οποία αυτό κείται και επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, αναφορικώς με τον προϋπολογισμό της επενδύσεως και το ύψος της προσδοκώμενης μεικτής κερδοφορίας αυτής. Ωστόσο, στην εν λόγω μελέτη δεν προσδίδεται μείζων αποδεικτική βαρύτητα, ως προς τη διενεργούμενη οικονομοτεχνική ανάλυση αναφορικώς με τον προσδιορισμό του προσδοκωμένου κέρδους, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι ο εκπονήσας αυτήν διέθετε την απαιτούμενη επιστημονική κατάρτιση, ως πιστοποιημένος εκτιμητής, εγγεγραμμένος στο σχετικό Μητρώο του Υπουργείου Οικονομικών, για την οικονομική αποτίμηση του επενδυτικού σχεδίου, επί τη βάσει εγκύρων χρηματοοικονομικών μοντέλων. Ανεξαρτήτως τούτου, όμως, η συγκεκριμένη μελέτη δύναται να συνεκτιμηθεί ελευθέρως κατά τα λοιπά. Ειδικότερα, σε αυτήν διαλαμβάνεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εχώρησε σημαντική μείωση των εμπορικών αξιών των ακινήτων, με αποτέλεσμα η αξία του γηπέδου, κατά τον χρόνο συντάξεως της εν λόγω εκθέσεως (2016) να ανέρχεται σε 20.000,00 ευρώ, δεδομένου ότι υφίσταται μείωση της δυνατότητας δομήσεως αυτού, λόγω εντάξεως εκτάσεως 2.515,08 τ.μ. εντός της Ζώνης ΙΙΙ της Ζ.Ο.Ε. ..., ενώ, η, κατά το έτος 2009, επακολουθήσασα απαγόρευση δομήσεως κατέστησε μηδενική τη ζήτηση των αγροτεμαχίων στην περιοχή. Περαιτέρω, στην έκθεση αυτή εκτίθενται οι προπαρασκευαστικές ενέργειες που έλαβαν χώρα για την έκδοση οικοδομικής αδείας και τα κόστη αυτών, όπως διεξοδικώς διαλαμβάνονται και στο δικόγραφο της αγωγής. Επιπροσθέτως, ο συντάξας την έκθεση εκτιμήσεως αναφέρει ότι ο ίδιος επληροφορήθη από τα μέλη της ενάγουσας εταιρείας, ότι εξεδήλωσε επενδυτικό ενδιαφέρον ο υπήκοος ..., ..., ο οποίος φέρεται ότι προσέφερε συνολικώς 325.000,00 δολάρια. Τέλος, ως προς την ηθική βλάβη της ενάγουσας, στην ίδια έκθεση διαλαμβάνεται το συμπέρασμα ότι η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου είχε ως αποτέλεσμα να κλονισθεί το κύρος και η επαγγελματική αξιοπιστία της ενάγουσας εταιρείας, και να απολέσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, ενώ, επιβαρύνθηκε με έναν καταστροφικό τραπεζικό δανεισμό, (γ) την, κατόπιν σχετικής αναθέσεως από την ενάγουσα, από 24.5.2018 Γνωμοδότηση του (...κατά το έτος 2007) Ομοτίμου Καθηγητού Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου ... .... Για τη σύνταξη αυτής ελήφθησαν υπ'όψιν, ως ρητώς διαλαμβάνεται, τα ανωτέρω υπό στοιχ. (α) και (β) έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων, εν πολλοίς, επαναλαμβάνεται σε αυτήν. Επιπλέον, στην εν λόγω Γνωμοδότηση, κατ’αρχάς, διαλαμβάνεται η κρίση ότι οι μέτοχοι της ενάγουσας εταιρείας επέλεξαν να πραγματοποιήσουν την ένδικη επένδυση, διαθέτοντας πλήρη γνώση του θεσμικού πλαισίου και των ιδιαιτεροτήτων της ευρύτερης περιοχής της παραλίας του .... Περαιτέρω, περιγράφεται η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για την ολοκλήρωση της επενδύσεως και οι παράνομες ενέργειες των αρμόδιων υπηρεσιών που οδήγησαν στη ματαίωσή αυτής. Στην ίδια δε Γνωμοδότηση επισημαίνεται ότι “...[η ενάγουσα] στερήθηκε τη δυνατότητα υλοποίησης του επενδυτικού της Σχεδίου, την περίοδο 2006-2008 οπότε και θα είχε τη δυνατότητα ανεγέρσεως των κτισμάτων και ολοκλήρωσης του επενδυτικού έργου, το οποίο και είχε προγραμματισθεί και μελετηθεί. Η ολοκλήρωση της κατασκευής εντός του 2008 της τουριστικής οικιστικής μονάδος των τεσσάρων διαμερισμάτων θα έδινε τη δυνατότητα εμπορικής εκμετάλλευσης της νέας μονάδος με την έναρξη της τουριστικής περιόδου από τον Απρίλιο του 2009…’’. Επιπλέον, διαλαμβάνεται ότι, κατά τη χρονική περίοδο 2005-2007 παρατηρήθηκε μεγάλη τουριστική ανάπτυξη στην περιοχή, η δε χρηματοδότηση των οικιστικών και τουριστικών επενδύσεων στηριζόταν, κατά κύριο λόγο, σε κεφάλαια προερχόμενα από αλλοδαπούς επενδυτές. Τέλος, ο γνωμοδοτών επαναλαμβάνει τους υπολογισμούς περί του ύψους της αποθετικής ζημίας της ενάγουσας, περιόδου 2008/2009, ποιείται δε μνεία συγκεκριμένων (προσκομιζομένων) συγκριτικών στοιχείων, αναφορικώς με την αξία πωλήσεως (υπ’αριθ. .../16.2.2007 συμβολαίου αγοροπωλησίας μεταξύ ιδιωτών), όπως και ανταλλαγής μεταξύ της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου και ιδιώτη (από 3.3.2008 σύμβαση με αριθ. Συμβολαίου.../2009) ακινήτων κειμένων στην εγγύς περιοχή, αντιστοίχως, (δ) μη μετεφρασμένες εκτυπώσεις από την ιστοσελίδα αλλοδαπής μεσιτικής εταιρείας, με την οποία η ενάγουσα διατείνεται ότι ήλθε σε επαφή, προκειμένου να συνεργασθεί, καθώς και αποσπάσματα από ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές εφημερίδες, (ε) την..15.4.2005 βεβαίωση αγοράς συναλλάγματος από τον ... με δικαιούχο την εταιρεία “...LTD”, ποσού 19.425,02 ευρώ (25.000,00 δολαρίων) και την ../3.10.2005 όμοια απόδειξη ποσού 250.941,03 ευρώ (300.000,00 δολαρίων), (στ) αντίγραφο κινήσεως του λογαριασμού παγίων της εταιρείας, με την τότε επωνυμία “...Ο.Ε.”, περιόδου από 1.10.2009 έως 30.10.2009, στην οποία αναγράφεται ως ληξιπρόθεσμο το ποσόν των 32.083,33 ευρώ επί συνολικώς ενήμερου ποσού 352.916,67 ευρώ, (ζ) την .../2017 διαταγή πληρωμής του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 6.7.2017 σχετική αίτηση της Ε.Τ.Ε. κατά της ενάγουσας και αφορά στη (μη προσκομιζόμενη)...20.4.2007 σύμβαση παροχής πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία φέρεται ότι συνδέεται με τον υπο στοιχ. (ε) λογαριασμό, μέσω του οποίου εξυπηρετήθηκε η πίστωση από 3.7.2005 μέχρι το οριστικό κλείσιμο αυτού, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως στις 10.5.2012, για ποσόν ύψους 432.545,65 ευρώ, (η) την από 15.2.2021 απάντηση της Ε.Τ.Ε σε αίτηση της ενάγουσας, από την οποία προκύπτει ότι στις 1.7.2020 η οφειλή της τελευταίας προς την Τράπεζα ανήρχετο σε 745.545,09 ευρώ.

14. Επειδή, ετέρωθεν, με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ζητεί την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης, αφ’ενός μεν αμφισβητώντας το ύψος των κατ’ ιδίαν αιτουμένων κονδυλίων αφ’ετέρου δε προβάλλοντας ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, κατά την επέλευση της ζημίας την οποίαν επικαλείται. Τέλος, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, παρίσταται αβάσιμος, αφού σε αυτήν διαλαμβάνεται ακριβής και διεξοδική περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με επαρκή εξειδίκευση των παραγωγικών της ένδικης αξιώσεως πραγματικών περιστατικών.

15. Επειδή, κατόπιν των προδιαληφθέντων, λαμβάνοντας υπ' όψιν τους εκατέρωθεν προβαλλομένους ισχυρισμούς και συνεκτιμώντας άπαντα τα περιλαμβανόμενα στη δικογραφία έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, αξιολογώντας δε ειδικώς, το περιεχόμενο της καταστάσης αμετάκλητης.../2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία κρίθηκε έναντι πάντων το ιδιοκτησιακό καθεστώς επί της επίδικης εκτάσεως και, εντεύθεν, επιλύθηκε αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση της ένδικης αξιώσεως, ήτοι διαπιστώθηκε ο παράνομος χαρακτήρας της εκ μέρους των οργάνων του εναγομένου υπαγωγής τη επίδικης ιδιωτικής μη δασικής εκτάσεως στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα, εκ του λόγου αυτού, να παρακωλυθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, η διαδικασία της εκδόσεως αδείας δομήσεως του ακινήτου της ενάγουσας, ως πράξη προπαρασκευαστική του επενδυτικού της σχεδίου, το Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετείται, κατ’αρχάς, η, κατ'άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, ευθύνη του εναγομένου προς αποκατάσταση της προκληθείσης στην ενάγουσα θετικής ζημίας. Ειδικότερα, συντρέχει νόμιμος λόγος αποδόσεως των προσηκόντως αποδεδειγμένων δαπανών, στις οποίες υπεβλήθη η ενάγουσα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ακολούθως: (α) αναφορικώς με τη δαπάνη αγοράς του παρανόμως υπαχθέντος στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας (χορτολιβαδικού) Τμήματος Α , η ενάγουσα κατέβαλε, κατά τον χρόνο κτήσεως, το ποσόν των 30.000,00 ευρώ, η δε μέγιστη εμπορική αξία αυτού, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανήρχετο, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από μηνός Φεβρουαρίου έκθεση αποτιμήσεως ζημίας, σε 20.000,00 ευρώ. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει το σχετικό διαφέρον, ανερχόμενο στο ποσόν των 10.000,00 ευρώ πλέον του φόρου μεταβιβάσεως 2.472,00 ευρώ και των εξόδων αμοιβής δικηγόρου 300,00 ευρώ, σύνολο 12.772,00 ευρώ και (β) αναφορικώς με το, χαρακτηρισθέν ως γεωργικό, Τμήμα Β του ενιαίου ακινήτου και το, αρχήθεν προ του χρόνου κτήσεως και εν γνώσει της ενάγουσας χαρακτηρισθέν ως δασικό, Τμήμα Γ, η ενάγουσα συνομολογεί, ότι ουδεμία επιρροή στα επιχειρηματικά σχέδιά της άσκησε ο χαρακτηρισμός τους ως δασικών ή μη, εκτιμωμένου δε και του γεγονότος ότι δεν ματαιούνται παντάπασιν οι καταστατικοί της σκοποί, ενόψει του ότι μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και η εκμετάλλευση ιδιόκτητης αγροτικής γης, με σκοπό την παραγωγή και διάθεση αγροτικών προϊόντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν οφείλεται αποζημίωση ως προς αυτά. Εξ άλλου, αναφορικώς με τη δαπάνη, στην οποία αποδεδειγμένως υπεβλήθη για τη σύσταση και την υποβολή φακέλου, προκειμένης της εκδόσεως οικοδομικής αδείας, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσόν των 7.270,32 ευρώ, αναλυόμενο ως εξής: (i) αμοιβή μηχανικού, ... 873,23 ευρώ (σχετ. απόδειξη εισπράξεως της Ε.Τ.Ε. .../27.7.2005), (ii) αμοιβή μηχανικού ..., 257,68 ευρώ (σχετ. απόδειξη εισπράξεως Ε.Τ.Ε. .../3.8.2005) και αναλογούσες κρατήσεις 21,65 ευρώ (σχετ..../3.8.2005 Διπλότυπο Είσπραξης τύπου Α), (iii) αμοιβή μηχανικού ..., 4.719,57 ευρώ (σχετ. απόδειξη εισπράξεως Ε.Τ.Ε. .../3.8.2005) και αναλογούσες κρατήσεις 396,60 ευρώ (σχετ.../3.8.2005 Διπλότυπο Είσπραξης τύπου Α), (iv) καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, 184,30 ευρώ (σχετ. .../4.8.2005 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης) και (ν) εισφορές για έκδοση οικοδομικής αδείας, 448,98 ευρώ (σχετ. το από 4.8.2005 Σημείωμα της Δ/νσεως Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος ...), (vi) παράβολο για την έκδοση οικοδομικής αδείας, 368,31 ευρώ (σχετ. .../8.8.2005 Διπλότυπο Είσπραξης τύπου Α). Ωστόσο, απορριπτέο παρίσταται το αιτούμενο κονδύλιο των 178,00 ευρώ για αγορά φωτοτυπιών, προς απόδειξη του οποίου προσκομίζεται το .../1.6.2005 τιμολόγιο του φωτοτυπικού κέντρου “... Ε.Ε.” στο οποίο, όμως, δεν εξειδικεύεται ούτε ο αριθμός και η τιμή μονάδος των φωτοτυπιών, ούτε ότι σχετίζονται με την κρινόμενη υπόθεση. Ομοίως, απορριπτέα παρίστανται τα αιτούμενα κονδύλια λειτουργικών εξόδων της ενάγουσας, στα οποία διατείνεται ότι υπεβλήθη για τη μεταφορά (κονδύλιο 705,60 ευρώ) και διαμονή (κονδύλιο 677,80 ευρώ) των ομορρύθμων εταίρων αυτής στην ... προκειμένης της υλοποιήσεως του επιχειρηματικού της σχεδίου, χρονικού διαστήματος από 25.1.2005 έως 20.12.2005, δεδομένου ότι από το σχετικώς προσκομιζόμενο πλήθος αντιγράφων εισιτηρίων των ακτοπλοϊκών γραμμών ‘...’, και τιμολογίων παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου “...” με έδρα το ...., δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω δαπάνες σχετίζονται με την κρινόμενη υπόθεση, εν όψει και της, κατά τα προβαλλόμενα, εν γένει επαγγελματικής δραστηριοποίησεως της ενάγουσας, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, στο νησί της ....

16. Επειδή, περαιτέρω, ως προς την αξιούμενη αποζημίωση για την αποκατάσταση της αποθετικής της ζημίας από τη ματαίωση του επενδυτικού της σχεδιασμού, την οποία, κατά τα διεξοδικώς εκτεθέντα στη σκέψη 13 της παρούσης, η ενάγουσα αποδίδει αποκλειστικώς στην παράνομη υπαγωγή του Τμήματος Α του ακινήτου της στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, και την οποία υπολογίζει σε 437.000,00 ευρώ, ως αναμενόμενη μεικτή προ φόρων μέση απόδοση της ματαιωθείσης επενδύσεως, λεκτέα τα ακόλουθα: (α) ως προεξετέθη, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, η ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται μόνον εφόσον υφίσταται άμεσος και πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως των οργάνων του και της επελθούσης ζημίας, υπό την έννοια ότι η παράνομη πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς πρόσφορη και μπορεί αντικειμενικά, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη ζημία και πράγματι την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 1968/2022, 877/2019, 2432/2018, 596/2017). Επιπλέον, προκειμένου περί αξιώσεως για διαφυγόντα κέρδη κατ’ άρθρο 298 ΑΚ, για την αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, το προσδοκώμενο όφελος δεν αρκεί να είναι απλώς ενδεχόμενο, αλλά απαιτείται να προκύπτει ότι αυτό θα είχε πραγματοποιηθεί με υψηλό βαθμό πιθανότητας (ΣτΕ 460/2023, 1008/2023 πρβλ. ΑΠ 486/2020, 1516/2018, 1445/2018, 1364/2013 κ.α). Περαιτέρω, ως προεξετέθη η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για τον λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ` ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1208/2023, 1258/2023, 1516/2018, ΑΠ 1364/2013), (β) όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από μηνός Φεβρουαρίου 2016 έκθεση εκτιμήσεως ζημίας και την από 24.5.2018 Γνωμοδότηση του ομ. Καθηγητού Οικονομικής Επιστήμης..., η σταδιακή ολοκλήρωση της τουριστικής οικιστικής μονάδος των τεσσάρων πολυτελών κατοικιών ανεμένετο να ολοκληρωθεί εντός του έτους 2008, ενώ η δυνατότητα εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτής ανεμένετο με την έναρξη της τουριστικής περιόδου από τον Απρίλιο του έτους 2009, παρά τα όσα διατείνεται η ενάγουσα περί ολοκληρώσεως του επιχειρηματικού της σχεδίου μέχρι τις αρχές του έτους 2007. Η ως άνω δε πρόβλεψη του γνωμοδοτούντος επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα συνεστήθη αρχικώς, με την επωνυμία “... Ο.Ε.” με το από 5.1.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, ήτοι, ολίγον προ της αγοράς του επίμαχου γηπέδου, επομένως-ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου- δεν αποδεικνύεται ο προβαλλόμενος αγωγικός ισχυρισμός ότι αυτή διέθετε την, κατά κοινή πείρα, απαιτούμενη εμπειρία, λόγω της μέχρι του κρισίμου χρόνου επιτυχημένης ενασχολήσεώς της με την εκμετάλλευση ακινήτων στο νησί .... ώστε να πιθανολογείται σοβαρά η εντός του έτους 2006 αποπεράτωση και περί τις αρχές του έτους 2007 αξιοποίηση των ακινήτων (γ) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η ένδικη επένδυση ανεγέρσεως πολυτελών κατοικιών στην περιοχή του ..., κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ετών 2007–2009, ενείχε ήδη αυξημένο επιχειρηματικό κίνδυνο, συναρτώμενο τόσο με τις διακυμάνσεις της αγοράς ακινήτων όσο και με τις ιδιαίτερες χωροταξικές και περιβαλλοντικές συνθήκες της περιοχής. Όπως δε προκύπτει από την προαναφερθείσα από 24.5.2018 Γνωμοδότηση η ενάγουσα είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πλήρη γνώση του θεσμικού πλαισίου και των ιδιαιτεροτήτων της νήσου .., και, ειδικότερα, εκείνων της ευρύτερης περιοχής του .... Συγκεκριμένα, η επίδικη έκταση ευρίσκεται, ως προανεφέρθη, σε άμεση γειτνίαση με περιοχή υπαγόμενη στο δίκτυο προστασίας NATURA 2000, γεγονός το οποίο καθ’ εαυτό, συνεπάγεται αυξημένους περιορισμούς δομήσεως και αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα χορηγήσεως των αναγκαίων διοικητικών εγκρίσεων, καθιστώντας αβέβαιη την πλήρη και απρόσκοπτη υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου. Ως εκ τούτου, κατά την προπαρασκευαστική ενέργεια της χωροθετήσεως της επενδύσεως, η ενάγουσα απεδέχθη ότι η ανέγερση πολυτελών τουριστικών καταλυμάτων μεγάλης κλίμακας σε ακίνητο εφαπτόμενο με περιβαλλοντικώς ευαίσθητα οικοσυστήματα ενέχει εγγενώς αυξημένο βαθμό επιχειρηματικού κινδύνου. Επομένως, το γεγονός ότι, κατά τα προβαλλόμενα, η ανέγερση του εν λόγω οικιστικού συγκροτήματος αποτελούσε μέρος ευρύτερου επιχειρηματικού σχεδίου, με σκοπό την μελλοντική ένταξή του σε έναν ευρύτερο- σε δεύτερο χρόνο- σχεδιασμό κατασκευής ξενοδοχειακής μονάδος παροχής υπηρεσιών ιατρικού τουρισμού, τον οποίο θα επετύγχανε με τη μελλοντική αλλαγή και επέκταση της αρχικής οικοδομικής αδείας (σε περίπτωση που αυτή είχε εκδοθεί, εάν δεν είχε παρεισφρήσει η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου), δεν παρίσταται σοβαρά πιθανολογούμενο. Ο ισχυρισμός δε αυτός κλονίζεται, έτι περαιτέρω, από το γεγονός ότι, κατά τα προκύπτοντα από τα στοιχεία της δικογραφίας, μέρος του Τμήματος Α, εμβαδού 2.515,08 τ.μ, το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αποτελεί και το πιο ελκυστικό προς αξιοποίηση τμήμα του επίμαχου ακινήτου, ενετάχθη εντός της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου της περιοχής του ..., όπως αυτή καθορίσθηκε μεταγενεστέρως, με το π.δ. της ...(ΦΕΚ .../ΑΑΠ/2009), (δ) κατά τα κοινώς γνωστά, η επιτυχής ολοκλήρωση και εκμετάλλευση της εκάστοτε επενδύσεως προϋποθέτει σημαντική κεφαλαιακή επάρκεια, η δε εξασφάλιση αυτής αποτελεί μείζονος σημασίας προπαρασκευαστικό μέτρο. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα στοιχεία, κατά την κρίσιμη περίοδο 2006–2008, η χρηματοδότηση επενδύσεων τουριστικού και οικιστικού χαρακτήρα στην ευρύτερη περιοχή του ... ερείδετο, κατά κύριο λόγο, σε κεφάλαια προερχόμενα από αλλοδαπούς επενδυτές. Το γεγονός αυτό, κατά κοινή πείρα, καθιστούσε την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων άμεσα εξαρτώμενη από τη διεθνή οικονομική συγκυρία, τη διαθεσιμότητα διασυνοριακής ρευστότητας και τη δυνατότητα μεταφοράς κεφαλαίων, αυξάνοντας σημαντικά τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ο οποίος, εξ άλλου ελλοχεύει σε κάθε επένδυση. Στο πλαίσιο αυτό, η ενάγουσα προβαλλει ότι η ίδια εξασφάλισε επαρκή χρηματοδότηση για την υλοποίηση της επενδύσεώς της, το μεν μέσω τραπεζικού δανεισμού (ο οποίος, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται, αφού από τα προσκομιζόμενα στοιχεία-όπως περιγράφονται στη σκέψη 13 της παρούσης- δεν προκύπτει ότι αυτά αφορούν στη συγκεκριμένη επένδυση, ενώ δεν προσκομίζεται και η σχετική πιστωτική σύμβαση), το δε μέσω της συμμετοχής στην επένδυση του υπηκόου ... ... εκπροσώπου της αλλοδαπής εφοπλιστικής εταιρείας “...Ltd”. Ωστόσο, με τις, προς απόδειξη τούτου, προσκομιζόμενες .../15.4.2005 και .../3.10.2005 βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος με δικαιούχο την ως άνω εταιρεία, ποσών 19.425,02 ευρώ (25.000,00 δολαρίων) και 250.941,03 ευρώ (300.000,00 δολαρίων), αντιστοίχως, δεν αποδεικνύεται η συμμετοχή αυτής στην ένδικη επένδυση, δεδομένου ότι στο πεδίο “Περιγραφή”, εμφανίζεται η χειρόγραφη εγγραφή “ΕΥΡ/ΣΗ ΔΟΛΛ,” η οποία αφορά στη μετατροπή του νομίσματος σε ευρώ και όχι στην αιτία της συναλλαγής. Εξ άλλου, λαμβανομένου υπ'όψιν του αυξημένου οικονομικού αντικειμένου της ένδικης επενδύσεως, η ενάγουσα δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έγγραφο προσύμφωνο  ή σύμβαση επενδυτικής συνεργασίας με τον ανωτέρω φερόμενο ως αλλοδαπό επενδυτή, μολονότι, στην περίπτωση αυτή, η ύπαρξη δεσμευτικών συμφωνιών προχρηματοδοτήσεως ή προπωλήσεως συνιστά ουσιώδες στοιχείο τόσο για την απόδειξη της εξασφαλίσεως της αναγκαίας χρηματοδοτήσεως όσο και για τη σοβαρή πιθανολόγηση της ωριμότητας και της οικονομικής βιωσιμότητας του επενδυτικού σχεδίου. Ανεξαρτήτως τούτων, κατά τα κοινώς γνωστά, από το έτος 2007 και εντεύθεν, άρχισε να εκδηλώνεται διεθνώς σοβαρή χρηματοπιστωτική αστάθεια, η οποία επέφερε δραστικό περιορισμό της ρευστότητας και της χρηματοδοτήσεως των επενδύσεων, επηρεάζοντας, ιδίως, την αγορά ακινήτων, η οποία υπέστη σημαντική συρρίκνωση ως προς την πραγματοποίηση επενδύσεων και την άντληση κεφαλαίων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ο προβλεπόμενος χρόνος αποπερατώσεως (έτος 2008) και διαθέσεως των ακινήτων προς εκμετάλλευση (έτος 2009) συνέπιπτε με την κορύφωση της εν λόγω κρίσεως, γεγονός που ενίσχυε τον επιχειρηματικό κίνδυνο και καθιστούσε το προσδοκώμενο κέρδος, εξ ορισμού, επισφαλές. Κατόπιν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι, ως ανεδείχθη, η επίδικη επένδυση ενείχε αυξημένο και ουσιώδη επιχειρηματικό κίνδυνο, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει με επαρκή βαθμό πιθανότητας, ότι το αιτούμενο με την αγωγή διαφυγόν κέρδος θα είχε πραγματοποιηθεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε μεσολαβήσει, αποκλειστικώς και μόνον, η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου. Τούτου παρέπεται ότι ελλείπει ο αναγκαίος πρόσφορος και άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω παράνομης συμπεριφοράς και της προβαλλομένης αποθετικής ζημίας.

17. Επειδή, εξ άλλου, όπως βεβαιώνεται στην προσκομιζόμενη από μηνός Φεβρουαρίου 2016 έκθεση εκτιμήσεως ζημίας, αλλά και στην από 24.5.2018 Γνωμοδότηση, η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου, με την οποία αμφισβητήθηκε η κυριότητα της ενάγουσας επί της επίδικης εκτάσεως σε συνδυασμό με τον πολυετή δικαστικό αγώνα στον οποίο ενεπλάκη, προκάλεσε σε αυτήν μη περιουσιακή ζημία, συνιστάμενη σε κλονισμό της επιχειρηματικής της αξιοπιστίας και επιβάρυνση της φήμης και του κύρους της στις εμπορικές της σχέσεις. Ως εκ τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι για την ικανοποίηση αυτής, λόγω της ηθικής της βλάβης, πρέπει να αποδοθεί στην ενάγουσα το εύλογο και προσήκον ποσόν των 10.000,00 ευρώ. 

18. Επειδή, κατ’ακολουθίαν των προεκτεθέντων, καθισταμένης εν όλω δεκτής της εφέσεως, κατά τα αναφερθέντα στη σκέψη 4 της παρούσης, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, κατ’ άρθρο 275 παρ.1 Κ.Δ.Δ.

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την Α158/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην εκκαλούσα.

Απαλλάσσει το εφεσίβλητο από τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσης.

Κρατεί και εκδικάζει την α.κ..../2017 αγωγή.

Δέχεται αυτήν εν μέρει.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των τριάντα χιλιάδων σαράντα δύο (30.042,32) ευρώ και τριάντα δύο λεπτών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Πάτρα στις 28.6.2025

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ  Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ 

(παραλείπεται η υπογραφή του

λόγω αφυπηρετήσεως)

 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΠΑΡΟΣ  ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

 

και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 21.1.2026, με τη συμμετοχή στη σύνθεση του Σταματίου Γιακουμή, Προέδρου Εφετών Δ.Δ., λόγω αφυπηρετήσεως του Προέδρου Εφετών Δ.Δ., Δημητρίου Καπαρού.

 

       Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                      O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ       ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ