ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΣΕ Α΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 273/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια, στις 12 Ιανουαρίου 2022, με την εξής σύνθεση: Σωτηρία Ντούνη, Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου και Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Αντιπρόεδροι, Δημήτριος Πέππας, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Δημήτριος Τσακανίκας, Κωνσταντίνος Παραθύρας, Κωνσταντίνος Κρέπης, Νικολέτα Ρένεση και Δημήτριος Κοκοτσής, Σύμβουλοι, εκτός από τον Ιωάννη Σαρμά, Πρόεδρο και τον Ιωάννη Βασιλόπουλο, Σύμβουλο, που είχαν κώλυμα. Από τους ανωτέρω, ο Σύμβουλος Δημήτριος Κοκοτσής μετείχε ως αναπληρωματικό μέλος. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου, Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Υπηρεσία.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης, Επίτροπος Επικρατείας, ως ασκών καθήκοντα Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για να δικάσει την από 28.12.2020 (ΑΒΔ …../29.12.2020) αίτηση του …. του ……, κατοίκου …. Αττικής (οδός …….), με ΑΦΜ ……, ο οποίος εμφανίσθηκε ο ίδιος, χωρίς να παρασταθεί μετά ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου.

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη

Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η αναίρεση της 71/2020 απόφασης του πρώην ΙΙΙ Τμήματος (ήδη Πέμπτο Τμήμα) του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 12.1.2022 έγγραφη γνώμη του και πρότεινε την απόρριψη της αίτησης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο, με την παρουσία της Γραμματέως Σταυρούλας Τσάλα, συνήλθε στις 9 Απριλίου 2025 σε τηλεδιάσκεψη, με τη χρήση της επίσημης κρατικής πλατφόρμας e-Presence.gov.gr, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020, με Προεδρεύουσα την Αντιπρόεδρο και ήδη Πρόεδρο του Δικαστηρίου Σωτηρία Ντούνη, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν ασκεί επιρροή η εντωμεταξύ επελθούσα προαγωγή της Προεδρεύουσας Αντιπροέδρου σε Πρόεδρο κατ’ άρθρο 293 παρ. 2 του ν. 4700/2020, και παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Κωνσταντίνο Κρέπη, Σύμβουλο, που αποχώρησε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του ν. 4820/2021, δεδομένου ότι ο νεότερος σύμβουλος είχε διορισθεί εισηγητής επί της υπόθεσης, και τον Δημήτριο Κοκοτσή, Σύμβουλο, που συμμετείχε ως αναπληρωματικό μέλος (άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 4820/2021).

Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Νικολέτας Ρένεση και

Αφού σκέφθηκε κατά τον νόμο

Αποφάσισε τα εξής:

1. Για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης έχει καταβληθεί το προσήκον παράβολο, σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 1 περ. γ΄ του ν. 4700/2020 (Α΄ 127) (βλ. τα με κωδικούς πληρωμής ……… και ……… δεσμευμένα ηλεκτρονικά παράβολα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών).

2. Ο Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (Α΄ 52) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (17.1.2020), όριζε, στο άρθρο 87 παρ. 3, ότι: «Η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρε­σης είναι εξήντα ημερών και αρχίζει (…) για τον ιδιώτη διάδικο από την επίδοση ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης. (…)». Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 50 παρ. 3 και 117 του ομοίως ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο π.δ/τος 1225/1981 (Α΄ 304) προκύπτει ότι αίτηση αναίρεσης που έχει ασκηθεί εκπροθέσμως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως, αίτηση αναίρεσης, που ασκείται μετά την πάροδο της κατά τα ανωτέρω εξηκονθήμερης προθεσμίας, είναι εκπρόθεσμη και για το λόγο αυτό, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (βλ. ΕλΣυν Ολ. 12/2021, 1973/2021, 1672/2021, 883/2019, 1274/2019, 1040/2017, πρβλ. 1307/2020, 760/2020). Επίσης, το αυτό π.δ. 1225/1981 όριζε στο άρθρο 34 ότι «Η επίδοσις γίνεται: 1. Εις τον προς ον αύτη ή τον πληρεξούσιον ή τον αντίκλητον αυτού (…)». Στο άρθρο 38 παρ. 1 και 4 ότι: «1. Εάν ο προς ον η επίδοσις δεν ευρίσκεται εν τη κατοικία αυτού, το έγγραφον παραδίδεται εις τίνα των μετ’ αυτών συνοικούντων συγγενών ή υπηρετών και εν ελλείψει ή απουσία αυτών προς τίνα των λοιπών συνοίκων (…) 4. Μη ευρισκομένου εν τη κατοικία τινός των εις ους δύναται να γίνη επίδοσις κατά τας προηγουμένας παραγράφους, το έγγραφον επικολλάται εις την θύραν της κατοικίας επί παρουσία ενός μάρτυρος, γινομένης μνείας περί της θυροκολλήσεως εν τη εκθέσει», στο άρθρο 43 παρ. 1, 3 και 4 ότι «Πας διάδικος εν τη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκη, εξαιρέσει του Δημοσίου (…) υποχρεούται διά του πρώτου προς το Συνέδριον απευθυνομένου δικογράφου να διορίση ως αντίκλητον πρόσωπον, έχον την κατοικίαν αυτού εν τη έδρα του Ελεγκτικού Συνεδρίου (…) 3. Ο επιμελούμενος της επιδόσεως και όταν υπάρχη αντίκλητος, αναζητεί κατά πρώτον τον διάδικον ή τον νόμιμον αντιπρόσωπον αυτού προς παράδοσιν του επιδοτέου, μη επιτρεπομένης όμως εν απουσία των τελευταίων τούτων, της επιδόσεως δια θυροκολλήσεως (…) 4. Η επίδοσις προς τον αντίκλητον διενεργείται καθ’ ον τρόπον και προς αυτόν τούτον τον διάδικον, εφαρμοζομένων αναλόγως και των διατάξεων των άρθρων 38 και 39 και της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του παρόντος».

3. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 117 π.δ. 1225/1981), συνάγεται ότι εφόσον με το δικόγραφο του ασκουμένου ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου έχει διοριστεί αντίκλητος, το αρμόδιο για την επίδοση όργανο δεν επιτρέπεται, σε περίπτωση απουσίας του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου του, να επιδώσει με θυροκόλληση το επιδοτέο έγγραφο (όπως η οριστική απόφαση, βλ. άρθρο 86 του π.δ. 1225/1981), αλλά υποχρεούται να αναζητήσει τον νομίμως διορισμένο αντίκλητο και να διενεργήσει επίδοση και προς αυτόν. Διαφορετικά, η με θυροκόλληση γενόμενη επίδοση στο διάδικο είναι άκυρη, η δε ακύρως επιδοθείσα απόφαση θεωρείται ως μηδέποτε επιδοθείσα (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1332/2008, 1777/2003, ΙΙ Τμ. 2387/2014, 2868/2011, 3704/2009, 2151/1998).

4. Στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση της ως άνω απορριπτικής απόφασης του Τμήματος διενεργήθηκε με θυροκόλληση παρουσία του μάρτυρα ..., δικαστικού Επιμελητή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην κατοικία του αναιρεσείοντος (βλ. σχετ. την από 10.3.2020 και όχι 2019, όπως εκ παραδρομής αναγράφεται, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Ελεγκτικού Συνεδρίου Α. Α.), καθώς δεν ανευρέθη σε αυτήν ούτε ο ίδιος ούτε άλλο σύνοικο αυτού πρόσωπο. Η επίδοση αυτή όμως, είναι άκυρη, δεδομένου ότι πραγματοποιήθηκε χωρίς να αναζητηθεί και ο νομίμως διορισθείς με το δικόγραφο της έφεσης αντίκλητος του αναιρεσείοντος (... του ….), προκειμένου να διενεργηθεί επίδοση και προς αυτόν. Τούτο είχε ως συνέπεια η επίδοση της απόφασης του Τμήματος να θεωρείται ως μηδέποτε πραγματοποιηθείσα και να μην εκκινήσει η προβλεπόμενη για την άσκηση αίτησης αναίρεσης εξηκονθήμερη προθεσμία. Αργότερα, στις 15.10.2020, ο αναιρεσείων προσήλθε (εκουσίως) και παρέλαβε αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης από τη γραμματεία του Έκτου Τμήματος του Δικαστηρίου (βλ. το από 15.10.2020 έγγραφο της γραμματέως του Έκτου Τμήματος Σ. Κ.), λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό πλήρη γνώση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (βλ. και απόφ. ΕΔΔΑ της 22.4.2010, υπόθεση Καμβύσης κατά Ελλάδας, υπ’ αριθμ. 2735/08). Από την επομένη της ανωτέρω ημερομηνίας, ήτοι από 16.10.2020, εκκίνησε η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης για την αναίρεσή της, η οποία ωστόσο δεν συμπληρώθηκε μέχρι τις 29.12.2020, ημερομηνία κατά την οποία ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση (ΑΒΔ …../29.12.2020), δοθέντος ότι στο πλαίσιο των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του Covid-19, κατά το διάστημα από 7.11.2020 έως και 24.5.2021 υπήρξε αναστολή των προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων μέσων [βλ. την πρώτη αναστολή, η οποία προβλέφθηκε με την Κ.Υ.Α. Δ1α/Γ.Π.οικ.71342/6.11.2020 (Β΄ 4899) και την τελευταία αναστολή, η οποία προβλέφθηκε με την Δ1α/Γ.Π.οικ.29922/2021 Κ.Υ.Α. (Β΄ 1944/13.5.2021) και έληξε με την έκδοση της Δ1α/Γ.Π.οικ.31950/2021 Κ.Υ.Α. (Β´ 2141/22.5.2021), που την κατήργησε από την έναρξη της ισχύος της, ήτοι από 24.5.2021, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 και 5 της εν λόγω Κ.Υ.Α]. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, είναι δε κατά τα λοιπά νομότυπη και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

5. Με την ένδικη αίτηση ζητείται η αναίρεση της.../2020 αποφάσεως του IΙΙ (και ήδη Πέμπτου) Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της σιωπηρής απόρριψης από την Επιτροπή Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (Ε.Ε.Π.Κ.Σ) της …../3.8.2007 ένστασής του κατά της ……/13.7.2007 πράξης της 44ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), με την οποία η σύνταξή του αναπροσαρμόστηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3408/2005, στον βαθμό του Ταγματάρχη, με την αιτιολογία ότι η σύνταξή του αναπροσαρμόζεται βάσει των παραγράφων που αφορούν στους Ανθυπασπιστές με προσαύξηση 3/35, καθώς είναι μεγαλύτερη εκείνης που προκύπτει βάσει της παρ. 3 του άρθρου 37 του ν. 3016/2002, ήτοι κατόπιν μισθολογικής προαγωγής στον (ανώτερο) βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, ακολουθώντας τη μισθολογική αναπροσαρμογή των προερχόμενων εξ υπαξιωματικών αξιωματικών, οι οποίοι συμπληρώνουν 25 έτη πραγματική υπηρεσία, χωρίς την ανωτέρω προσαύξηση.

6. Στον Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων [εφεξής: Συνταξιοδοτικός Κώδικας ΣΚ (π.δ. 169/2007, Α΄ 210)] ορίζεται στο άρθρο 34 ότι «Ως μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη λαμβάνεται ποσοστό του μηνιαίου μισθού ενέργειας, που ορίζεται κάθε φορά από τις διατάξεις που ισχύουν και ανήκει στο βαθμό που έφερε και με τον οποίο εμισθοδοτείτο ο στρατιωτικός κατά την έξοδό του από την υπηρεσία. (…) 2. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ως μισθός νοείται ο βασικός μισθός ενέργειας του βαθμού με τον οποίο εμισθοδοτείτο κατά την έξοδό του από την Υπηρεσία μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας καθώς και το επίδομα ειδικών συνθηκών (…)», στο άρθρο 36 ότι «1. Οι υπηρεσίες αυτών που υπάγονται στις διατάξεις για τις στρατιωτικές συντάξεις και αναγνωρίζονται από τον Κώδικα αυτό ως συντάξιμες διακρίνονται σε πραγματικές και πλασματικές. Πραγματική συντάξιμη υπηρεσία είναι αυτή που παρέχεται πραγματικά και πλασματική είναι αυτή που από πλάσμα του νόμου θεωρείται σαν συντάξιμη (…)» και στο άρθρο 42 ότι «1. Η μηνιαία σύνταξη συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα του κατά το άρθρο 34 μηνιαίου συντάξιμου μισθού, όσα είναι τα έτη της πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 36, 37, 40 και 41 αυτού του Κώδικα (…) 2. Η σύνταξη, που κανονίζεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, προσαυξάνεται κατά 0,3/35 για κάθε έτος πλασματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 36 και 37 του Κώδικα αυτού. 3. Η σύνταξη των μόνιμων ανθυπασπιστών και οπλιτών των Ένοπλων Δυνάμεων, της Χωροφυλακής και του Λιμενικού Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων, καθώς και αυτών που δεν εξομοιώνονται με ορισμένους βαθμοφόρους του στρατεύματος στρατιωτικών νοσοκόμων, προσαυξάνεται κατά 3/35 του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους, εφόσον έχουν συμπληρώσει 20ετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία (…) 4. Η προσαύξηση της προηγούμενης παραγράφου ισχύει και για τις έγγαμες αξιωματικούς αδελφές νοσοκόμες. 5. Η σύνταξη των στρατιωτικών γενικά δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να είναι μικρότερη από εκείνη που θα είχαν δικαίωμα να πάρουν με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού που έφεραν πριν από την προαγωγή τους σε ανώτερο βαθμό μαζί με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας (…) 8. Η σύνταξη των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, που αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα λόγω προαγωγής νεοτέρων τους και δεν συμπληρώνουν πραγματική συντάξιμη υπηρεσία τριανταπέντε ετών, προσαυξάνεται μέχρι 3/35 και μέχρι τη συμπλήρωση τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, με την προϋπόθεση καταβολής από τους ίδιους του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών».

7. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στο πλαίσιο του ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος που συνδέει τους στρατιωτικούς με το Δημόσιο βασικός κανόνας για τον υπολογισμό της σύνταξης του αποχωρούντος στρατιωτικού είναι ότι συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα του μηνιαίου συντάξιμου μισθού όσα είναι τα έτη της πραγματικής υπηρεσίας του, δηλαδή τα έτη της διανυθείσας υπηρεσίας (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 874/2019 σκ 3.Β), κατά τα οποία ο στρατιωτικός, όντας στην ενεργό υπηρεσία, παρείχε πράγματι εργασία εκπληρώνοντας τα ανατεθειμένα σε αυτόν καθήκοντα (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 874/2019 σκ. 3.Β). Σε κάθε έτος πράγματι παρασχεθείσας δημόσιας υπηρεσίας αντιστοιχεί ένα τριακοστό πέμπτο, για δε τον προσδιορισμό της σύνταξης επί του συντάξιμου μισθού, το σύνολο των τριακοστών πέμπτων αντιπροσωπεύει τον συντάξιμο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας και ισούται προς αυτόν. Κατ’ εξαίρεση και προς αντιστάθμιση μειονεκτημάτων συνεχόμενων με τις συνθήκες εργασίας (πχ στρατιωτικοί νοσοκόμοι με εικοσαετή συντάξιμη υπηρεσία που δεν εξομοιώνονται προς συγκεκρισμένους βαθμοφόρους του στρατεύματος ΣΚ άρθρ. 42 παρ. 3, έγγαμες αξιωματικοί αδελφές νοσοκόμες ΣΚ άρθρ. 42 παρ. 4) ή τη μη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας για τη χορήγηση σύνταξης (π.χ. μόνιμοι ανθυπασπιστές και οπλίτες με εικοσαετή υπηρεσία ΣΚ άρθρ. 42 παρ. 3, αυτεπάγγελτη αποστρατεία λόγω προαγωγής νεότερου, χωρίς συμπλήρωση εικοσιπενταετίας ΣΚ άρθρ. 42 παρ. 8), ο συνταξιοδοτικός νομοθέτης, κινούμενος εντός του εύρους της διακριτικής του ευχέρειας, προκρίνει την απονομή, υπό στενά ερμηνευτέες προϋποθέσεις, στις ανωτέρω κατηγορίες συνταξιούχων ορισμένου αριθμού ετών πραγματικής υπηρεσίας εκφρασμένης σε αντίστοιχο αριθμό τριακοστών πέμπτων, χωρίς η προσαύξηση αυτή της πραγματικής υπηρεσίας να δύναται να θεωρηθεί ως γενική αύξηση των συντάξιμων αποδοχών και συνακόλουθα, να μπορεί να τύχει εφαρμογής και σε άλλες περιπτώσεις, πέραν των ρητώς αναφερόμενων και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχει θεσμοθετήσει. Τούτο προκύπτει τόσο από τον απορρέοντα από τις διατάξεις των άρθρων 80 παρ. 1 και 73 παρ. 2 του Συντάγματος κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο οι συνταξιοδοτικές διατάξεις είναι στενώς ερμηνευτέες (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 706/2019) όσο και από τη συστηματική ερμηνεία των συνταξιοδοτικών διατάξεων, δομικό στοιχείο των οποίων αποτελεί η πραγματική παροχή της ανατεθειμένης υπηρεσίας (ΣΚ άρθρ. 11, 36), η δε αναγνώριση μη πραγματικής-πλασματικής υπηρεσίας είναι εξαιρετική και αφορά μόνο συγκεκριμένες, ρητά απαριθμούμενες υπηρεσίες ή χρόνους. Κατά συνέπεια, η προσαύξηση των 3/35 που απονέμεται στους στρατιωτικούς με τελευταία προαγωγή τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, την οποία ο νομοθέτης παρέχει προς στήριξη της κατά κανόνα χαμηλής σύνταξης των Ανθυπασπιστών (ΕλΣυν ΙΙΙ Τμ. 3198/2011), ενόψει και της αρχής της στενής ερμηνείας των συνταξιοδοτικών διατάξεων, δεν δύναται να συνυπολογιστεί σε βαθμό ανώτερο από αυτόν (πρβλ. και ΕλΣυν Έκτο Τμ. 365/2023, ΙΙΙ Τμ. 952/2019).

8. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ν. 2838/2000 «Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 179), όπως αντικαταστάθηκαν εν μέρει από τις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 3016/2002 (Α΄ 110), σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000, Α΄ 153, και ήδη π.δ. 169/2007, Α΄ 210), συνάγεται ότι η συντελούμενη αύξηση του βασικού μισθού των εν ενεργεία υπαξιωματικών και αξιωματικών με το καθιερούμενο κατά τους ορισμούς των προαναφερόμενων διατάξεων των ν. 2838/2000 και 3016/2002 σύστημα των μισθολογικών προαγωγών αποτελεί μέρος των συντάξιμων αποδοχών των στρατιωτικών συνταξιούχων και λαμβάνεται υπόψη για τον κανονισμό και την αναπροσαρμογή της σύνταξης αυτών που αποχώρησαν από την υπηρεσία πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω διατάξεων (1.1.2001 κατ’ άρθρο 5 του ν. 2838/2000, 1.7.2000 κατ’ άρθρο 6 του ν. 2838/2000 και 1.7.2002 κατ’ άρθρο 37 του ν. 3016/2002), με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγούνται οι ως άνω μισθολογικές προαγωγές στους εν ενεργεία ομοιόβαθμούς τους (ΕλΣυν Ολ. 2000/2013, 3461, 1433, 961/2012, 1013/2011, 814/2004).

9. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του ν. 2838/2000 με τον τίτλο «Μισθολογικές προαγωγές αξιωματικών», όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με τις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 3016/2002, οριζόταν: «1. (…). 3. Αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, που προέρχονται από μονίμους Υπαξιωματικούς και οι Αξιωματικοί του ν.δ. 649/1970 της Ελληνικής Αστυνομίας και αντίστοιχοι κατά βαθμό του Λιμενικού και Πυροσβεστικού Σώματος, προάγονται μισθολογικά και παρέχεται σε αυτούς ο βασικός μισθός του εν λόγω βαθμού (…) με τη συμπλήρωση συνολικής πραγματικής υπηρεσίας στο Σώμα, ως εξής: α. (…) β. Αντισυνταγματάρχη, με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών (…). 4. Ανθυπασπιστές των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχοι της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού και Πυροσβεστικού Σώματος, που προέρχονται από μόνιμους υπαξιωματικούς προάγονται μισθολογικά στο βαθμό του Ταγματάρχη (…) με τη συμπλήρωση είκοσι τεσσάρων (24) (…) ετών πραγματικής συνολικής υπηρεσίας (…)». Ακολούθως, με τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 37 του ν. 3016/2002 αντικαταστάθηκαν από 1.7.2002 οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 6 του ν. 2838/2000 ως εξής: «3. Αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων που προέρχονται από μόνιμους υπαξιωματικούς και οι Αξιωματικοί του Ν.Δ. 649/1970 (ΦΕΚ 176 Α΄) της Ελληνικής Αστυνομίας και αντίστοιχοι κατά βαθμό του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος προάγονται μισθολογικά και παρέχεται σε αυτούς ο βασικός μισθός του εν λόγω βαθμού (…) με τη συμπλήρωση συνολικής πραγματικής υπηρεσίας ως εξής: (…) η. Πλήρης ο βασικός μισθός του Αντισυνταγματάρχη με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών. (…). 4. Ανθυπασπιστές των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχοι της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος που προέρχονται από μόνιμους Υπαξιωματικούς, λαμβάνουν μισθολογική προαγωγή με τη συμπλήρωση συνολικής πραγματικής υπηρεσίας ως εξής: (…) δ. (…) πλήρης ο βασικός μισθός του Ταγματάρχη με τη συμπλήρωση είκοσι τεσσάρων (24) ετών. (…)».

10. Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι αξιωματικοί, πλην άλλων, του Στρατού Ξηράς που προέρχονται από υπαξιωματικούς, δικαιούνται από 1.7.2000, με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας, μισθολογική προαγωγή στον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Από 1.7.2002, οι ως άνω αξιωματικοί, με βαθμό τελευταίας προαγωγής αυτόν του Ανθυπασπιστή, δικαιούνται, με τη συμπλήρωση είκοσι τεσσάρων (24) ετών πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας, μισθολογική προαγωγή στο βαθμό του Ταγματάρχη, ενώ σε περίπτωση συνταξιοδότησής τους λαμβάνουν επιπλέον την προβλεπόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 42 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα προσαύξηση 3/35 του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους, εφόσον έχουν συμπληρώσει εικοσαετή πραγματική υπηρεσία. Περαιτέρω, από τις προεκτεθείσες διατάξεις των ν. 2838/2000 και 3016/2002, σε συνδυασμό με την καθιερούμενη στο άρθρο 42 παρ. 5 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα αρχή της εύνοιας των στρατιωτικών συνταξιούχων, συνάγεται ότι επί συρροής νομοθετικών διατάξεων, που αφορούν στον προσδιορισμό του ύψους της καταβλητέας σύνταξης, εάν η σύνταξη που δικαιούται ο αξιωματικός του Στρατού Ξηράς ο οποίος προέρχεται από τους υπαξιωματικούς και αποστρατεύθηκε με βαθμό ανώτερο του Ανθυπασπιστή, με βάση τις διατάξεις περί μισθολογικών προαγωγών των νόμων αυτών, είναι μικρότερη από εκείνη που ο εν λόγω στρατιωτικός θα ελάμβανε με βάση τον συντάξιμο μισθό του βαθμού που δικαιούνται να λάβουν οι μόνιμοι Ανθυπασπιστές, κατόπιν συνυπολογισμού σ’ αυτήν και της προσαύξησης των 3/35 του συντάξιμου μισθού τους, τελικά ο υπαξιωματικός θα λάβει την τελευταία μισθολογική αναπροσαρμογή, ως υψηλότερη κατά ποσό. Επομένως, αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, που προέρχεται από τους μονίμους υπαξιωματικούς, έχει συμπληρώσει είκοσι πέντε έτη πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του Υπολοχαγού, δικαιούται μεν την αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση τον βασικό μισθό βαθμού Αντισυνταγματάρχη, χωρίς προσαύξηση 3/35, όμως η σύνταξη που τελικώς θα καταβληθεί σε αυτόν, θα υπολογιστεί με βάση τον βασικό (μισθολογικό) μισθό βαθμού Ταγματάρχη, προσαυξανόμενη κατά 3/35, κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 42 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, εφόσον η τελευταία είναι υψηλότερη (βλ. ΕλΣυν Έκτο Τμ. 557/2023, 416/2022, 419/2022, 675/2021, 387/2021, 1488/2021, Πέμπτο Τμ. 464/2021, ΙΙΙ Τμ. 2209/2020, 2022/2020, 2778/2020,73/2020, 952/2019, 1165/2018, 2090, 2083, 2081, 453, 449/2017).

11. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Τμήμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, όσα εκτίθενται στις σκέψεις 11 έως 13 που ακολουθούν.

12. Ο αναιρεσείων κατετάγη ως εθελοντής Τεχνίτης επί πενταετή υποχρέωση στο Κέντρο εκπαιδεύσεως Τεχνικού Σώματος στις 12.4.1965 και έχοντας προαχθεί σε Λοχία μονιμοποιήθηκε στις 9.5.1970. Εξελισσόμενος δε από βαθμό σε βαθμό (Ανθυπασπιστής με την ... απόφαση, ΦΕΚ …/6.7.1979), προήχθη κατ’ αρχαιότητα στον βαθμό του Υπολοχαγού από 6.8.1986 (π.δ. ..., ΦΕΚ …../10.10.1986 τ. Γ΄), με τον οποίο αποστρατεύτηκε στις 18.10.1989 (π.δ. ..., ΦΕΚ …./29.12.1989 τ. Γ΄) κατόπιν αιτήσεώς του. Ακολούθως, με την ……/14.3.1990 πράξη του Γ.Λ.Κ. κανονίστηκε σ’ αυτόν μηνιαία σύνταξη με βάση την πραγματική υπηρεσία του από έτη 25 μήνες 5 και ημέρες 4 (συν την προσαύξηση των 3/35) και τον βασικό μισθό του βαθμού Λοχαγού. Με την …./2003 τροποποιητική πράξη της 44ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. η πράξη αυτή διορθώθηκε μόνο ως προς το επώνυμο του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η …./13.7.2007 πράξη της 44ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3408/2005, με την οποία η σύνταξη του αναιρεσείοντος αναπροσαρμόσθηκε από 1.10.2005, κατ’ άρθρο 37 παρ. 4 περ. δ΄ του ν. 3016/2002 περί μισθολογικών προαγωγών των προερχόμενων εξ υπαξιωματικών Ανθυπασπιστών, σε συνδυασμό με τις παρ. 3 και 5 του άρθρου 42 του ΣΚ, με βάση τον βασικό μισθό βαθμού Ταγματάρχη προσαυξημένου κατά 3/35 του συντάξιμου μισθού του βαθμού αυτού, διότι είναι μεγαλύτερη εκείνης που θα προέκυπτε βάσει της παραγράφου 3 περ. η΄ του άρθρου 37 του ν. 3016/2002, περί μισθολογικής προαγωγής στον βαθμό Αντισυνταγματάρχη των προερχόμενων εξ υπαξιωματικών στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων με τη συμπλήρωση 25 ετών πραγματικής υπηρεσίας, χωρίς την ανωτέρω προσαύξηση. Στην ανωτέρω πράξη αναπροσαρμογής αναφέρεται δε επί λέξει ότι η σύνταξή του «αναπροσαρμόζεται βάσει των παρ. που αφορούν Ανθυπασπιστές μαζί με την από 3/35 προσαύξηση της σύνταξης ως μεγαλύτερης εκείνης που θα προέκυπτε βάσει της παρ. 3 του άρθρου 37 του ν. 3016/2002, χωρίς την ανωτέρω προσαύξηση».

13. Κατά της τελευταίας αυτής πράξης ο αναιρεσείων άσκησε στις 3.8.2007 ένσταση (αριθμ. πρωτ. ……) ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (Ε.Ε.Π.Κ.Σ.) του Γ.Λ.Κ. ισχυριζόμενος ότι η σύνταξή του έπρεπε να αναπροσαρμοστεί βάσει του βασικού μισθού Αντισυνταγματάρχη πλέον της προσαύξησης των 3/35 του άρθρου 42 παρ. 3 του π.δ. 166/2000 [ήδη (169/2007)] και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, την προσαύξηση αυτή δεν δικαιούνται μόνο οι Ανθυπασπιστές, αλλά και οι πέραν του Λοχαγού προαγόμενοι αξιωματικοί που προέρχονται από υπαξιωματικούς.

14. Η ένστασή του αυτή απορρίφθηκε αρχικά σιωπηρώς μετά την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την άσκησή της και στη συνέχεια και ρητώς με την …../2.7.2009 απόφαση της Ε.Ε.Π.Κ.Σ., με την αιτιολογία ότι ορθά με την ανωτέρω πράξη αναπροσαρμογής κανονίσθηκε σε αυτόν ως απόστρατο Υπολοχαγό σύνταξη με βάση τον βασικό μισθό Ταγματάρχη (κρινόμενου ως Ανθυπασπιστή), δεδομένου ότι η σύνταξη αυτή μαζί με την προσαύξηση των 3/35 είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα δικαιούτο βάσει της διάταξης του άρθρου 37 παρ. 3 περ. η΄ του ν. 3016/2002 (Αντισυνταγματάρχη) χωρίς την ανωτέρω προσαύξηση.

15. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της σιωπηρής απόρριψης της προαναφερόμενης (…../3.8.2007) ένστασης και εν τέλει κατά της …../2009 απόφασης της Ε.Ε.Π.Κ.Σ., στην οποία αποτυπώνονταν οι ως άνω αιτιάσεις, απορρίφθηκε με την 71/2020 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Τμήματος, με την αιτιολογία ότι νομίμως εχώρησε ως κατατείνουσα σε υψηλότερο ποσό σύνταξης η κατά τα ανωτέρω αναπροσαρμογή της σύνταξης του αναιρεσείοντος με βάση τον βασικό μισθό του Ταγματάρχη προσαυξημένη κατά 3/35, καθόσον η εν λόγω προσαύξηση δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατά τον υπολογισμό της σύνταξης με βάση τον βασικό μισθό Αντισυνταγματάρχη, αλλά αφορά αποκλειστικά και μόνο στον συντάξιμο μισθό που αντιστοιχεί στη σύνταξη στρατιωτικών, η οποία έχει ως βάση υπολογισμού τον βαθμό του Ανθυπασπιστή.

16. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί μισθολογικών προαγωγών των νόμων 2838/2000 και 3016/2002 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρου 42 παρ. 3 του ΣΚ (π.δ. 169 /2007), το Τμήμα έκρινε ότι η προσαύξηση των 3/35 τυγχάνει εφαρμογής μόνο στους στρατιωτικούς με τελευταία προαγωγή τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, καθόσον, ουδεμία διάκριση γίνεται από το νόμο ως προς την έκταση εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, η οποία τυγχάνει εφαρμογής σε όλους τους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων που ήταν ήδη Ανθυπασπιστές, ανεξαρτήτως της περαιτέρω μισθολογικής ή βαθμολογικής προαγωγής αυτών. Περαιτέρω, προβάλλει ότι διαφορετική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 3 του ΣΚ σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 4 περί προσαυξήσεως των συντάξεων των έγγαμων αδελφών νοσοκόμων που ισχύει ανεξαρτήτως του βαθμού εξελίξεως της κατηγορίας αυτής, αντίκειται στα άρθρα 4 και 25 του Συντάγματος, ήτοι στις αρχές της ισότητας και του κράτους δικαίου. Συνεπώς, ως αξιωματικός του Στρατού Ξηράς προερχόμενος από υπαξιωματικούς και με τελευταία προαγωγή τον βαθμό του Υπολοχαγού δικαιούται αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση τον μισθολογικό βαθμό του Αντισυνταγματάρχη προσαυξημένο με 3/35.

17. Ο λόγος όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθόσον όπως έγινε δεκτό ανωτέρω (σκέψη 6), ενόψει της συσταλτικής (στενής) ερμηνείας των συνταξιοδοτικών διατάξεων και του εξαιρετικού χαρακτήρα της ανωτέρω προσαύξησης, που αντανακλά έτη διανυθείσας υπηρεσίας και επάγεται άμεσα συνταξιοδοτικά οφέλη μόνο προς τις συγκεκριμένες κατηγορίες συνταξιούχων και υπό τους όρους που θεσμοθετείται, η ως άνω προσαύξηση των 3/35 συνάπτεται μόνο με συντάξιμες αποδοχές που έχουν ως βάση τον βαθμό του Ανθυπασπιστή και δεν χορηγείται σε ανώτερο αυτού βαθμό. Συνεπώς, το Τμήμα ερμηνεύοντας ορθά την ως άνω διάταξη, νομίμως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία ο ίδιος αποστρατευθείς με τον βαθμό του Υπολοχαγού ζητούσε, διατηρουμένης και της προσαύξησης των 3/35 επί του συντάξιμου μισθού του, την αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση τον βασικό μισθό του βαθμού του Αντισυνταγματάρχη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2838/2000 (βλ. ΕλΣυν Έκτο Τμ. 416/2022, 419/2022, 675/2021, 387/2021, 1488/2021, Πέμπτο Τμ. 464/2021, ΙΙΙ Τμ. 2209/2020, 2022/2020, 2778/2020,73/2020, 952/2019, 1165/2018, 2090, 2083, 2081, 453, 449/2017), δοθέντος ότι με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται ανεπίτρεπτα η εφαρμογή του επωφελούς μόνο μέρους καθεμιάς από τις κρίσιμες διατάξεις (Συνταξιοδοτικού Κώδικα και ν. 2838/2000, 3016/2002) και η διαμόρφωση μιας αναμορφωμένης συνταξιοδοτικής αναπροσαρμογής, που εκφεύγει των συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων.

18. Ομοίως απορριπτέος παρίσταται και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αντίθεσης του περιορισμού της ανωτέρω προσαύξησης στον βαθμό του Ανθυπασπιστή προς την αρχή της ισότητας και του κράτους δικαίου ενόψει και του ανεξαρτήτως βαθμού συνυπολογισμού της στη σύνταξη των έγγαμων αδελφών νοσοκόμων. Τούτο, διότι η εν λόγω διαφοροποίηση δεν αντίκειται στα άρθρα 4 και 25 του Συντάγματος, καθώς πρόκειται για ανόμοιες κατηγορίες στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, που τελούν σε ουσιωδώς διαφορετική υπηρεσιακή κατάσταση και συνθήκες εργασίας και επομένως, δικαιολογείται η διαφορετική αντιμετώπισή τους από τον νομοθέτη ως προς την υπό διάφορες προϋποθέσεις επιμέτρηση της προσαύξησης των 3/35.

19. Τέλος, προβάλλεται ότι το δικάσαν Τμήμα με πλημμελή, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε την έφεσή του κρίνοντας ότι η προσαύξηση των 3/35 τυγχάνει εφαρμογής μόνο στους στρατιωτικούς με τελευταία προαγωγή τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, καθόσον ουδεμία διάκριση γίνεται από το νόμο ως προς την έκταση εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης και επομένως, η σύνταξη του αναιρεσείοντος θα έπρεπε να αναπροσαρμοστεί με βάση τον βασικό μισθό του βαθμού Αντισυνταγματάρχη διατηρουμένης της προσαύξησης των 3/35.

20. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης στηρίχθηκε σε στοιχεία της υπηρεσιακής εξέλιξης του αναιρεσείοντος (κατάταξη, υπηρεσιακή εξέλιξη, απόκτηση βαθμού Ανθυπασπιστή, βαθμός αποστρατείας), η πραγματική συνδρομή των οποίων δεν αμφισβητείται, και στη συνέχεια, υπαγάγοντας τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στους εφαρμοστέους εν προκειμένω κανόνες δικαίου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συνταξιοδοτική διοίκηση, μετά τη σύγκριση των συντάξιμων αποδοχών που προκύπτουν από την εφαρμογή των μισθολογικών αναπροσαρμογών των υπαξιωματικών και είναι χαμηλότερες κατά ποσό σε σχέση με τη σύνταξη που δικαιούνται να λάβουν οι μόνιμοι Ανθυπασπιστές, κατόπιν συνυπολογισμού σ’ αυτήν και της προσαύξησης των 3/35 του συντάξιμου μισθού τους, νομίμως κανόνισε τη σύνταξη του αναιρεσείοντος με βάση την τελευταία, διότι είναι η κατά ποσό υψηλότερη. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα πλημμελούς ή ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Έτι περαιτέρω, όπως έγινε δεκτό στις σκέψεις 6 και 9 της παρούσας, η προσαύξηση των 3/35, συνεχόμενη με έτη πράγματι παρασχεθείσας υπηρεσίας, συνάπτεται ως προς τα προερχόμενα από υπαξιωματικούς στελέχη, μόνο με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, ως βαθμού που πράγματι τα στελέχη αυτά υπηρέτησαν, όπως ρητά ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 3 του ΣΚ και δεν χορηγείται σε ανώτερο αυτού βαθμό, ως γενική αύξηση των συντάξιμων μισθών. Παρά ταύτα, εάν η αναπροσαρμογή της σύνταξης που δικαιούται, με βάση τις διατάξεις περί μισθολογικών προαγωγών των νόμων 2838/2000 και 3016/2002, αξιωματικός του Στρατού Ξηράς που προέρχεται από υπαξιωματικό και αποστρατεύθηκε με βαθμό ανώτερο του Ανθυπασπιστή είναι μικρότερη από εκείνη που ο εν λόγω στρατιωτικός θα ελάμβανε με βάση τον συντάξιμο μισθό του βαθμού που δικαιούνται να λάβουν οι μόνιμοι Ανθυπασπιστές, κατόπιν συνυπολογισμού σ’ αυτήν και της προσαύξησης των 3/35 του συντάξιμου μισθού τους, η ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 42 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται από το νομοθέτη η αρχή της εύνοιας των συνταξιούχων, λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλίδα και ο στρατιωτικός θα λάβει τελικά εκείνη που καταλήγει στην καταβολή υψηλότερης κατά ποσό σύνταξης. Επομένως, αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, που προέρχεται από υπαξιωματικό, έχει συμπληρώσει είκοσι πέντε έτη πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας και αποστρατεύθηκε με το βαθμό του Υπολοχαγού, όπως ο αναιρεσείων, δικαιούται μεν την αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση τον βασικό μισθό βαθμού Αντισυνταγματάρχη, όμως η σύνταξη που θα του καταβληθεί θα υπολογιστεί με βάση τον βασικό μισθό βαθμού Ταγματάρχη, προσαυξανόμενη κατά 3/35, ως μεγαλύτερη, κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 42 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα.

21. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Τμήμα ερμηνεύοντας ορθώς και εφαρμόζοντας προσηκόντως τις εφαρμοστέες διατάξεις, με πλήρη και επαρκή αιτιολογία απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, αποδεχόμενο την νομιμότητα της ……/2.7.2009 απόφασης της Ε.Ε.Π.Κ.Σ. (ως μόνης παραδεκτώς προσβαλλόμενης ενώπιόν του πράξης) και τον υπολογισμό ως μεγαλύτερης της σύνταξης του αναιρεσείοντος στον βασικό μισθό του βαθμού του Ταγματάρχη προσαυξημένης κατά 3/35, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 3 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα που αφορά στους Ανθυπασπιστές. Οι δε προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν το αντίθετο τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

22. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν προβάλλονται άλλες αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη.

23. Απορριπτομένης της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση του παραβόλου που κατατέθηκε υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 310 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ν. 4700/2020).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης υπέρ του Δημοσίου.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε σε τηλεδιάσκεψη στις 9 Απριλίου 2025, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020.

 

 

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΣΩΤΗΡΙΑ ΝΤΟΥΝΗ

Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΡΕΝΕΣΗ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΑΛΑ

 

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στις 4 Μαρτίου 2026 (βλ. πρακτικό δημοσίευσης με όμοια ημερομηνία).

 

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΑΛΑ