ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΣΕ Α΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 272/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια, στις 5 Απριλίου 2023, με την εξής σύνθεση: Ιωάννης Σαρμάς, Πρόεδρος, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Αντιπρόεδροι, Δημήτριος Πέππας, Αγγελική Μυλωνά, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας, Κωνσταντίνος Παραθύρας, Γεωργία Παπαναγοπούλου, Νικολέτα Ρένεση, Δημήτριος Κοκοτσής, Ιωάννης Βασιλόπουλος και Νικόλαος Βόγκας, Σύμβουλοι, εκτός από την Σωτηρία Ντούνη, Αντιπρόεδρο και τον Κωνσταντίνο Κρέπη , Σύμβουλο, που είχαν κώλυμα. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Δημήτριος Κοκοτσής, Ιωάννης Βασιλόπουλος και Νικόλαος Βόγκας μετείχαν ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης, Επίτροπος Επικρατείας, κωλυομένου του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Σταματίου Πουλή.

Για να δικάσει την από 22.7.2021 (Α.Β.Δ. …./23.7.2021) αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού με την επωνυμία «Δήμος ........» με Α.Φ.Μ. ….., ο οποίος εδρεύει στον …… Αττικής (οδός ……..), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 231 παρ. 1 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ν. 4700/2020, Α΄ 127) του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ιωάννη Βασιλείου (ΑΜ/ΔΣΑ …..)

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ... και ήδη από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε) [άρθρα 8 του π.δ 1225/1981 (Α΄ 304), 1 παρ. 1 του κ.δ. της 26.6/10.7.1944 «Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου (Α’ 139) και 36, 41 παρ. 4 και 43 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94)], ο οποίος παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 231 παρ. 1 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Νομικών Συμβούλων του Κράτους Δημήτριου Μακαρονίδη και Ιουλίας Σφυρή.

Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η αναίρεση της 759/2021 απόφασης του Εβδόμου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος ανέπτυξε την από 5.4.20234 έγγραφη γνώμη του και πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο, με την παρουσία της Γραμματέως Σταυρούλας Τσάλα, συνήλθε στις 5 Μαρτίου 2025 σε τηλεδιάσκεψη, με τη χρήση της επίσημης κρατικής πλατφόρμας e-Presence.gov.gr, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020, με Προεδρεύουσα την Αντιπρόεδρο Γεωργία Μαραγκού και παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Πρόεδρο Ιωάννη Σαρμά που αποχώρησε από την υπηρεσία μετά τη λήξη της τετραετούς θητείας του στη θέση αυτή και τον Νικόλαο Βόγκα, Σύμβουλο που συμμετείχε ως αναπληρωματικό μέλος (άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 4820/2021), ενώ δεν ασκεί επιρροή η εντωμεταξύ προαγωγή του Συμβούλου Δημητρίου Πέππα σε Αντιπρόεδρο.

Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Νικολέτας Ρένεση και

Αφού σκέφθηκε κατά τον νόμο

Αποφάσισε τα εξής:

1. Για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 308 παρ. 3 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε συνδυασμό με το άρθρο 276 παρ. 1 εδ. β΄ του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114) Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.

2. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το βάσιμο των προβαλλομένων λόγων αναίρεσης.

3. Με την υπό κρίση αίτηση, όπως αναπτύσσεται με το από 12.4.2023 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται η αναίρεση της 759/2021 απόφασης του Εβδόμου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 16.5.2016 (Α.Β.Δ. …./4.11.2016) ανακοπή του αναιρεσείοντος Δήμου ........ κατά της …./7.3.2016 πράξης ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... Με την πράξη αυτή βεβαιώθηκε σε βάρος του Δήμου, ως τελικού δικαιούχου ενωσιακής συγχρηματοδότησης, το συνολικό ποσό των 701.084,00 ευρώ, το οποίο αναλύεται: α) ποσό 679.616,28 ευρώ που αντιστοιχεί σε δημοσιονομική διόρθωση με ανάκτηση, η οποία με την ......../11.03.2015 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού επιβλήθηκε σε αυτόν, ως διάδοχο φορέα της πρώην Κοινότητας ..., λόγω αχρεώστητης καταβολής ισόποσης οικονομικής ενίσχυσης για την υλοποίηση της Πράξης «Κτηματογράφηση – πολεοδομική μελέτη (Α & Β Στάδιο) – Αστικογεωλογική μελέτη πολεοδομικών ενοτήτων 1 & 2 Κοινότητας ...», που είχε ενταχθεί στο Μέτρο 2.3 «Αναπλάσεις αστικών και παράκτιων περιοχών – ενίσχυση πρασίνου και χώρων αναψυχής – προστασία και ανάδειξη βιοτόπων και περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους» του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος (Π.Ε.Π.) Αττικής 2000 – 2006, το οποίο συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (Ε.Τ.Π.Α) κατά ποσοστό 80% και από εθνικούς πόρους κατά ποσοστό 20% και β) ποσό 21.467,72 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε τόκους υπερημερίας.

4. Στον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), που κυρώθηκε με το ν.δ. 356/1974 (Α’ 90) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο [πριν δηλ. από την κατάργησή του με το άρθρο 85 παρ. 5 του νέου Κ.Ε.Δ.Ε., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4978/2022 (Α’ 190/07.10.2022)], ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στο άρθρο 1 ότι «1. Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. (…)», στο άρθρο 2, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4224/2013 (Α’ 288/31.12.2013) από 1.1.2014 (άρθρο 7 παρ. 11 του ν. 4224/2013), ότι «1. (…) η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανήκει στην αρμοδιότητα της Φορολογικής Διοίκησης και των λοιπών οργάνων που ορίζονται με ειδικές διατάξεις για το σκοπό αυτόν (…) 2. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (…), νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, (…). 3. Η είσπραξη στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου πραγματοποιείται από τη Φορολογική Διοίκηση μετά την καταχώριση των στοιχείων του νόμιμου τίτλου στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, είτε κατόπιν αποστολής στη Φορολογική Διοίκηση χρηματικού καταλόγου από την αρχή που απέκτησε το νόμιμο τίτλο είτε με βάση μόνο το νόμιμο τίτλο, εφόσον αυτός έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη Φορολογική Διοίκηση. Ο χρηματικός κατάλογος περιέχει τα προσδιοριστικά στοιχεία της οφειλής, του υπόχρεου (…)» και στο άρθρο 4, όπως η παράγραφος 1 αυτού, ίσχυε μετά την τροποποίησή της με την παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 4224/2013, ότι «1. (…) μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία, είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα, είτε την κοινοποιεί σε αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4174/2013. Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος (…). 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποιούμενη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων (…)».

5. Περαιτέρω, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) και ήταν εφαρμοστέος κατά τον κρίσιμο χρόνο στις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκες επί ανακοπών, δυνάμει του άρθρου 123 του π.δ. 1225/1981, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006 (Α΄ 135), ορίζει στο άρθρο 217 ότι «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, (...)», στο άρθρο 224 ότι «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά τον νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. Κατ` εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί : α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ` αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά τον νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως» και στο άρθρο 225 ότι «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής».

6. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι μετά την έκδοση και περιέλευση στην οικεία Δ.Ο.Υ. της καταλογιστικής απόφασης, που συνιστά τον κατά το άρθρο 2 παρ. 2 Κ.Ε.Δ.Ε. νόμιμο τίτλο, λαμβάνει χώρα η νομότυπη ταμειακή βεβαίωση του χρέους του οφειλέτη του Δημοσίου («βεβαίωση εν στενή εννοία»), ενώ ακολουθεί, υποχρεωτικά, η αποστολή στον οφειλέτη της σχετικής ατομικής ειδοποίησης. Η ατομική αυτή ειδοποίηση, που ακολουθεί την νομότυπη ταμειακή βεβαίωση του ποσού του χρέους και πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. στοιχεία, αποσκοπεί στο να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη του Δημοσίου το χρέος του και η αιτία αυτού, ούτως ώστε να δυνηθεί ο τελευταίος να στραφεί με τα κατά περίπτωση προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα (ανακοπή και αίτηση αναστολής εκτέλεσης) κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή να προβεί σε ρύθμιση του χρέους του (ΕλΣυν Ολ. 1065/2021 σκ. 3, 1282/2019 σκ. 7, 329/2018 σκ. 4). Περαιτέρω, οι καταλογιστικές αποφάσεις της διοίκησης είναι αμέσως εκτελεστές, ήτοι παράγουν το σύνολο των εννόμων αποτελεσμάτων τους από την έναρξη της ισχύος τους. Η ισχύς των αποφάσεων αυτών δύναται να ανασταλεί κατόπιν αίτησης του καταλογισθέντος με απόφαση του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώπιον του οποίου έχει ήδη προσφύγει με το ένδικο βοήθημα της έφεσης ο αιτών την προσωρινή δικαστική προστασία (αναστολή). Επομένως, μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης ή έστω προσωρινής διαταγής περί αναστολής των εννόμων αποτελεσμάτων τους, νομίμως η διοίκηση προβαίνει στην έκδοση των νομικών πράξεων και την εκτέλεση των υλικών ενεργειών για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του Δημοσίου (ταμειακή βεβαίωση, αναγκαστική κατάσχεση κ.λπ.), έστω και εάν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης έφεσης ή εκκρεμεί έφεση κατά της καταλογιστικής απόφασης (νομίμου τίτλου), χωρίς τούτο να αντιβαίνει σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Και τούτο, διότι ο οφειλέτης δύναται να προστατευθεί επαρκώς με την άσκηση αίτησης για την αναστολή εκτέλεσης είτε της καταλογιστικής απόφασης (άρθρο 51 του π.δ. 1225/1981 και ήδη άρθρο 94 του ν. 4700/2020) είτε της ταμειακής βεβαίωσης του καταλογισθέντος ποσού (άρθρο 217 σε συνδυασμό με το άρθρο 228 του Κ.Δ.Δ. και ήδη άρθρο 142 σε συνδυασμό με το άρθρο 101 του ν. 4700/2020), καθιστώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανενεργό τον εκτελεστό (νόμιμο) τίτλο και αδρανοποιώντας την περαιτέρω διαδικασία τής σε βάρος του επισπευδόμενης διοικητικής εκτέλεσης (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1282/2019 σκ. 7, 1928/2018 σκ. 2, 1795/2018 σκ. 5, 1778/2018 σκ. 2, 329/2018 σκ. 4 κ.ά.). Περαιτέρω, λόγω της προβλεπόμενης κατά νόμο [άρθρο 80 του ν. 4129/2013 (Κ.Ν.Ε.Σ.) και ήδη άρθρο 111 του ν. 4700/2020 (Δικονομία του Ελεγκτικού Συνεδρίου)] δυνατότητας προσβολής των καταλογιστικών αποφάσεων της διοίκησης με έφεση, ήτοι με ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχό τους κατά τον νόμο και την ουσία, κωλύεται η προβολή, στη δίκη της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης του οικείου χρέους, λόγων αναγόμενων στις τυχόν νομικές και ουσιαστικές πλημμέλειες του νομίμου τίτλου, ήτοι του γενόμενου από τη διοίκηση καταλογισμού (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1795/2018 σκ. 5, 329/2018 σκ. 4, πρβλ και ΣτΕ 2197/2023 σκ. 5, 1049/2021 σκ. 6 και 8, 3265/2013 σκ. 5, 4250/2012 7μ. σκ. 4 κ.ά.).

7. Κατά την άποψη όμως, της Συμβούλου Νικολέτας Ρένεση, ο ανωτέρω κανόνας της μη εξέτασης λόγων αναγόμενων σε πλημμέλειες του νόμιμου τίτλου, όταν προβλέπεται ένδικο βοήθημα κατά αυτού (ΚΔΔ 224 παρ. 4), ο οποίος εδράζεται στην αυτοτέλεια των επιμέρους σταδίων της διοικητικής εκτέλεσης (προπαρασκευή, έκδοση καταλογιστικής πράξης, εκτέλεση), δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την αποσύνδεση της δίκης επί της ανακοπής από τη δίκη που αφορά στη νομιμότητα του τίτλου καταλογισμού. Προς τούτο, στην περίπτωση που με την ανακοπή κατά της ταμειακής βεβαίωσης (η οποία συνιστά τον τίτλο είσπραξης της απαίτησης), προβάλλονται από τον ανακόπτοντα λόγοι που αφορούν στην παρεμπόδιση της γένεσης και του σχηματισμού της καταλογιζόμενης οφειλής, η κατά τα ανωτέρω αυτοτέλεια των σταδίων της εκτέλεσης δεν τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής, αλλά το δικαστήριο της ανακοπής, προς τον σκοπό παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οφείλει να αναβάλλει αυτεπαγγέλτως τη διατύπωση οριστικής κρίσης επί του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από το δικαστήριο της έφεσης επί της πράξης, με την οποία επιβλήθηκε ο καταλογισμός (πρβλ. ΕλΣυν V Τμ. 619, 620/2016, Δεύτερο Τμ. 2468/2020, ΣτΕ 333/1998 σκ. 4, 6, 1350/2002 σκ. 6). Πολλώ δε μάλλον, η αναβολή αυτή επιβάλλεται όταν η έφεση κατά της καταλογιστικής πράξης έχει ασκηθεί πριν την ταμειακή βεβαίωση. Αντιστοίχως, στην περίπτωση επιβολής δημοσιονομικής διόρθωσης, του διοικητικού, δηλ. μέτρου διόρθωσης των ενωσιακών και εθνικών λογαριασμών του οικείου επιχειρησιακού προγράμματος σε περίπτωση διαπίστωσης παρατυπίας κατά τη διαχείριση των επιχορηγούμενων πόρων, όταν στο πλαίσιο ασκηθείσας ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, ο καταλογιζόμενος επικαλείται ότι το επίδικο χρέος δημιουργήθηκε συνεπεία μεταγενέστερων της πράξης ένταξης νομοθετικών πρωτοβουλιών της διοίκησης, που εκφεύγουν από τη σφαίρα ευθύνης του, το δικαστήριο της ανακοπής πρέπει να εξετάσει εάν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά της επίμαχης δημοσιονομικής διόρθωσης έχει ασκηθεί σχετική έφεση και σε περίπτωση που αυτή είναι εκκρεμής, οφείλει να αναβάλλει αυτεπαγγέλτως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής μέχρι την οριστική απόφανση του δικαστηρίου της έφεσης επί της πράξης, με την οποία επιβλήθηκε ο δημοσιονομικός καταλογισμός. Τούτο διότι, οι εν λόγω ισχυρισμοί, συνδεόμενοι με την αρχή της χρηστής διοίκησης και του estoppel, εφόσον αποδειχθούν αληθείς, παρεμποδίζουν τη γένεση της καταλογισθείσας οφειλής, αίροντας το νόμιμο έρεισμα της προσβαλλόμενης με την ανακοπή ταμειακής βεβαίωσης, λόγω της έλλειψης ευθύνης του καταλογιζόμενου ως προς την επέλευση της παρατυπίας και τελικώς επιφέροντας την ανυπαρξία της επισπευδόμενης απαίτησης (ΚΔΔ 224 παρ. 5). Η γνώμη όμως, αυτή δεν εκράτησε.

8. Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, όσα εκτίθενται στις σκέψεις 9 έως 16 που ακολουθούν.

9. Με την …./14.2.2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής φέρεται να εντάχθηκε η πράξη με τίτλο «Κτηματογράφηση – Πολεοδομική Μελέτη (Α & Β στάδιο) Αστικογεωλογική Μελέτη Πολεοδομικών Ενοτήτων 1 & 2 Κοινότητας ....», με κωδικό Ο.Π.Σ. ….. και κωδικό Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε) ……., στο Μέτρο 2.3 «Αναπλάσεις αστικών – παράκτιων περιοχών – ενίσχυση πρασίνου και χώρων αναψυχής – προστασία και ανάδειξη βιοτόπων και περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους» του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος (Π.Ε.Π.) Αττικής 2000 – 2006, που χρηματοδοτείται από το Ε.Τ.Π.Α. κατά ποσοστό 80% και από εθνικούς πόρους κατά ποσοστό 20%, μέσω του Π.Δ.Ε. Για την υλοποίηση του σχετικού έργου η τελική δικαιούχος της πράξης, τότε Κοινότητα..., με την .../2003 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου, ενέκρινε την ανάθεση εκπόνησης της ως άνω μελέτης με τη διαδικασία δημόσιας πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος εκ μέρους Γραφείων Μελετών και τη σύσταση Επιτροπής Αξιολόγησης των προτάσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Από τη σχετική διαδικασία, ανάδοχος αναδείχθηκε, σύμφωνα με το από 10.3.2004 πρακτικό της Επιτροπής Αξιολόγησης και την …./2004 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ...., η σύμπραξη μελετητικών γραφείων: 1. Τεχνική Εταιρεία Μελετών «......... Ο.Ε», 2. Τεχνική Εταιρεία Μελετών «......... Ο.Ε» και 3. .......... Ακολούθως, υπεγράφη η ……/11.6.2014 σύμβαση, σύμφωνα με την οποία το αντικείμενο της ανατεθείσας μελέτης συνίστατο στην κτηματογράφηση της εδαφικής έκτασης της πρώην Κοινότητας ..., που περιελάμβανε όλη την κείμενη εντός των ορίων του οικισμού περιοχή, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί προ του 1923, σύμφωνα με τις ......../1976 (ΦΕΚ Δ’...) και ......../1977 (ΦΕΚ Δ’ ...) αποφάσεις του Νομάρχη Αττικής, καθώς και τμήμα εκτός των ορίων του οικισμού. Κατόπιν, με την ……/17.11.2014 πράξη της Ενδιάμεσης Διαχειριστικής Αρχής της Περιφέρειας Αττικής διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο έργο δεν είχε ολοκληρωθεί ως προς το φυσικό του αντικείμενο έως τις 31.3.2013, ενώ οι δαπάνες που δηλώθηκαν για την υλοποίησή του με την τελική έκθεση για συγχρηματοδότηση ανέρχονταν σε 679.616,28 ευρώ. Κατόπιν αυτού, σύμφωνα με την …../17.11.2014 εισήγηση της Ενδιάμεσης Διαχειριστικής Αρχής, αποφασίστηκε με την ......../11.3.2015 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού η επιβολή σε βάρος του αναιρεσείοντος Δήμου ........, διαδόχου φορέα της πρώην Κοινότητας ...., δημοσιονομικής διόρθωσης με ανάκτηση, ποσού 679.616,28 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε σε αυτόν αχρεωστήτως ως χρηματοδότηση για την υλοποίηση της ως άνω πράξης, λόγω μη ολοκλήρωσης του φυσικού της αντικειμένου.

10. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον Δήμο ........ στις 27.3.2015, ο οποίος άσκησε κατά αυτής την από 20.4.2015 έφεσή του ενώπιον του Ι Τμήματος του Δικαστηρίου (Α.Β.Δ. …../21.04.2015).

11. Στο πλαίσιο της ανωτέρω έφεσης κατά της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης, το δικάσαν Τμήμα, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου Δήμου εξέδωσε την 679/5.5.2020 απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να προσκομισθούν κρίσιμα έγγραφα και να παρασχεθούν σχετικές διευκρινίσεις.

12. Παράλληλα, ο Δήμος κατέθεσε ενώπιον του Ι Τμήματος του Δικαστηρίου και την από 20.4.2015 αίτησή του (Α.Β.Δ. …./21.4.2015), με την οποία ζήτησε την αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω (......../11.03.2015) απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης. Εκκρεμούσης δε αυτής, ζήτησε και έλαβε στις 28.4.2015 προσωρινή διαταγή για την αναστολή της ως άνω απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης αναστολής. Στις 30.6.2015 δημοσιεύθηκε η 5298/2015 απόφαση του Ι Τμήματος, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση αναστολής, από τη δημοσίευσή της δε, έπαυσε να ισχύει η χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή.

13. Μεταγενεστέρως, στις 26.2.2016 και ελλείψει οποιασδήποτε απόφασης περί αναστολής της ως άνω απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης, συντάχθηκε από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Επενδύσεων – Ε.Σ.Π.Α. του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού ο οικείος χρηματικός κατάλογος (...../2016), ο οποίος, συνοδευόμενος από τον νόμιμο τίτλο (......../11.03.2015 απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης με ανάκτηση) απεστάλη στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ... και καταχωρήθηκε στα βιβλία εσόδων το ποσό των 701.084,00 ευρώ (που αναλύεται σε 679.616,28 ευρώ αρχική οφειλή και 21.467,72 ευρώ τόκους, με τους οποίους επιβαρύνθηκε το καταλογισθέν ποσό από την έκδοση της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης έως την καταχώριση). Ακολούθως, στις 30.3.2016 εκδόθηκε η ......../30.3.2016 ατομική ειδοποίηση, με θέμα «χρέωση χρηματικού ποσού», με την οποία η ως άνω Δ.Ο.Υ πληροφορούσε τον αναιρεσείοντα ότι βεβαιώθηκε σε βάρος του το ως άνω ποσό και παρέχονταν στοιχεία σχετικά με την αιτία της βεβαίωσης (είδος οφειλής, αριθμός χρηματικού καταλόγου, συνολικό ποσό) και την ημερομηνία, κατά την οποία το χρέος θα καθίστατο, στο σύνολό του, ληξιπρόθεσμο. Κοινοποίηση της ειδοποίησης αυτής προς τον υπόχρεο Δήμο, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη, δεν προέκυψε ότι έλαβε χώρα. Αργότερα εκδόθηκε η ……./4.5.2016 ατομική ειδοποίηση καταβολής – υπερημερίας (διάφορη της ανωτέρω …../30.3.2016 ατομικής ειδοποίησης χρέωσης ποσού), με θέμα «τακτοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών», η οποία φέρει σφραγίδα συστημένης επιστολής με ημερομηνία 5.5.2016 (…….).

14. Κατά των ανωτέρω …./2016 ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ .. και της ……/4.5.2016 ατομικής ειδοποίησης υπερημερίας ο αναιρεσείων κατέθεσε στις 20.5.2016 δικόγραφο ανακοπής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (ΓΑΚ …../2016), καθώς και την από 16.5.2016 αίτηση αναστολής (ΓΑΚ …../2016). Στο δικόγραφο της ανακοπής ο Δήμος ενσωμάτωσε το κείμενο της έφεσης, στο οποίο πλην άλλων, προέβαλε ότι η μη ολοκλήρωση του έργου μέχρι τις 31.12.2013, ως προς το σύνολο των απαιτούμενων διοικητικών ενεργειών και τη δημοσίευση στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης της Πράξης Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης, δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αναδόχου της μελέτης ή του Δήμου. Αντιθέτως, προκλήθηκε από την ανατροπή του νομικού υποβάθρου επί του οποίου στηρίχθηκε ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της κτηματογράφησης της περιοχής (αμφισβήτηση της οριοθέτησης των προ του έτους 1923 υφιστάμενων ορίων του οικισμού της Κοινότητας...), με την επισήμανση του ανίσχυρου των ......../1976 και ......../1977 αποφάσεων του Νομάρχη Αττικής με το ……/23.2.2009 έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, αλλά και την εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου 24 του ν. 3889/2010. Καθώς δε, κατά τους ισχυρισμούς του Δήμου, με τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις δεν ελήφθη μέριμνα από την Κεντρική Διοίκηση για την επίλυση των δασικών ζητημάτων που προέκυψαν, η τεθείσα προϋπόθεση της προηγούμενης ανάρτησης των δασικών χαρτών και του επαναπροσδιορισμού των υφιστάμενων χρήσεων γης, όπως και του χρόνου μεταβολής της δασικής μορφής των τυχόν δασικών εκτάσεων που περιλαμβάνονται στις προς πολεοδόμηση εκτάσεις, ανέτρεψε τελείως κάθε προθεσμία υλοποίησης των υπολειπόμενων σταδίων της πολεοδομικής μελέτης και την έγκαιρη ολοκλήρωση του έργου. Επιπλέον, ο Δήμος ζήτησε με την ανακοπή την ακύρωση της ανωτέρω (…../2016) ταμειακής βεβαίωσης υποστηρίζοντας, πλην άλλων, ότι (α) η ......../11.3.2015 απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης δεν έχει καταστεί οριστική, διότι έχει ασκηθεί κατ’ αυτής η Α.Β.Δ. …../21.4.2015 έφεσή του, με την οποία αμφισβητείται η νόμιμη υπόστασης της ένδικης απαίτησης, με συνέπεια, κατά τους ισχυρισμούς του, η απαίτηση αυτή να μην είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, (β) συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, καθόσον ο ίδιος έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης, χωρίς ο χρηματικός κατάλογος να έχει προηγουμένως γνωστοποιηθεί στον ίδιο, ενώ στο σώμα της ατομικής ειδοποίησης αναγράφεται ποσό μεγαλύτερο του βεβαιωθέντος και (γ) ο νόμιμος τίτλος (......../11.3.2015 απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης) πάσχει λόγω πλημμελειών, οι οποίες κατά τον αναιρεσείοντα συνίστανται αφενός στην έλλειψη των προβλεπόμενων κατά νόμο τυπικών στοιχείων για την υπόστασή του και αφετέρου στη μη τήρηση των απαιτούμενων για το κύρος του προϋποθέσεων, κατά παράβαση συνταγματικών και ενωσιακών κανόνων δικαίου (παραβίαση δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και δικαιώματος δικαστικής προστασίας, έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογίας).

15. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών συνεκδικάζοντας λόγω συνάφειας τα εν λόγω ένδικα βοηθήματα (της ανακοπής και της αίτησης αναστολής), με την 5448/2016 απόφασή του παρέπεμψε αυτά, ελλείψει δικαιοδοσίας, στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

16. Ενώπιον του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο αναιρεσείων Δήμος ζήτησε στις 12.12.2016 προσωρινή διαταγή για την αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ως άνω αίτησης αναστολής, την οποία και έλαβε. Στη συνέχεια όμως, με την 985/2017 απόφαση του Ι Τμήματος (η οποία δημοσιεύθηκε στις 6.6.2017) απορρίφθηκε η ανωτέρω από 16.5.2016 αίτηση αναστολής του ανακόπτοντος Δήμου, με την αιτιολογία ότι η ασκηθείσα ανακοπή δεν είναι προδήλως βάσιμη και παράλληλα, από τη δημοσίευσή της, έπαυσε να ισχύει η χορηγηθείσα ως άνω προσωρινή διαταγή.

17. Ως προς την παραπεμφθείσα με την ανωτέρω 5448/2016 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ανακοπή, το Έβδομο Τμήμα, στο οποίο περιήλθε η αρμοδιότητα εκδίκασης της ανωτέρω κατηγορίας υποθέσεων [άρθρ. 339 ν. 4700/2020 (Α΄ 127), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρ. 169 ν. 4820/2021 (Α΄ 130)], με την αναιρεσιβαλλόμενη 759/2021 απόφασή του έκρινε ότι (α) Η άσκηση έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν αναστέλλει την εκτέλεση της τελευταίας, μετά δε την απόρριψη της ασκηθείσας κατ’ αυτής αίτησης αναστολής του ήδη αναιρεσείοντος, με την 5298/2015 απόφαση του Ι Τμήματος του Δικαστηρίου και κατ’ επέκταση, την παύση ισχύος της χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής, νομίμως εχώρησε, στις 7.3.2016 η σύνταξη χρηματικού καταλόγου. (β) Μολονότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ο ακριβής χρόνος γνώσης της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης από τον ανακόπτοντα Δήμο, αυτός άσκησε αποτελεσματικά τα δικαιώματά του και δεν απώλεσε στάδιο δικαστικής προστασίας τόσο κατά του νομίμου τίτλου όσο και κατά της διοικητικής εκτέλεσης που επακολούθησε, δεδομένου ότι άσκησε αντίστοιχα την από 20.4.2015 έφεσή του κατά της ......../11.3.2015 απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης με ανάκτηση και την ένδικη ανακοπή του κατά της …../2016 ταμειακής βεβαίωσης. Επίσης, από το περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής προκύπτει σαφώς ότι αυτός έχει πλήρη γνώση του είδους της οφειλής και επομένως, δεν περιορίστηκε το δικαίωμα υπεράσπισης των δικαιωμάτων του. (γ) Η αναγραφή διαφορετικού ποσού (706.244,96 ευρώ) στο σώμα της ……/2016 ατομικής ειδοποίησης σε σχέση με το αναγραφόμενο στην ……./2016 ταμειακή βεβαίωση (701.084,00 ευρώ) οφείλεται στην επιβάρυνση του βεβαιωθέντος ποσού με προσαυξήσεις, τόκους και πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής, όπως τούτο σημειώνεται στο σώμα αυτής. (δ) Τυχόν πλημμέλειες του νομίμου τίτλου και αληθείς υποτιθέμενες δεν επάγονται την αυτοδίκαιη ακυρότητα αυτού και κατά συνέπεια και της ερειδόμενης επ’ αυτού ταμειακής βεβαίωσης, αλλά αποτελούν αντικείμενο της διαγνωστικής δίκης επί της έφεσης, μη δυνάμενες να εξετασθούν παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της παρούσας δίκης. Και τούτο, διότι το αυτοτελές ένδικο βοήθημα της έφεσης, το οποίο ο αναιρεσείων είχε ήδη ασκήσει κατά της ως άνω απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης, και με το οποίο πραγματώνεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του επιτρέπει τον έλεγχο αυτής, δηλαδή του νομίμου ερείσματος της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης κατά τον νόμο και την ουσία.

18. Με τις ανωτέρω σκέψεις, το δικάσαν Τμήμα απέρριψε τους προεκτεθέντες λόγους ανακοπής ως αβάσιμους, κρίνοντας ότι νομίμως εχώρησε η ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του αναιρεσείοντος Δήμου.

19. Ήδη, με την ένδικη αίτηση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το από 12.4.2023 υπόμνημα, ο αναιρεσείων επιδιώκει την εξαφάνιση της πληττόμενης απόφασης, προβάλλοντας ότι το δικάσαν Τμήμα, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της ανακοπής περί πλημμέλειας της ταμειακής βεβαίωσης λόγω του μη οριστικού χαρακτήρα του νομίμου τίτλου, ενόψει της αμφισβήτησης του τελευταίου με την άσκηση έφεσης, η οποία εκκρεμούσε ακόμη κατά τον χρόνο διενέργειας της βεβαίωσης του καταλογισθέντος ποσού και του μη εκκαθαρισμένου της απαίτησης που συνεπιφέρει εντεύθεν την πλημμέλεια της δι’ αυτού επισπευδόμενης εκτέλεσης.

20. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά (σκέψη 6 της παρούσας), το δικάσαν Τμήμα κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διεπουσών την υπό κρίση υπόθεση διατάξεων έκρινε ότι η εκκρεμοδικία που επέρχεται με την άσκηση έφεσης κατά του νομίμου τίτλου, δεν αναστέλλει την εκτέλεση του τίτλου αυτού και συνεπώς, μόνη η άσκηση έφεσης δεν συνεπάγεται τη μη οριστικότητα της πληττόμενης απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης. Συνακόλουθα, νομίμως εχώρησε εν προκειμένω η σύνταξη χρηματικού καταλόγου μετά την 5298/2015 απόφαση του Ι Τμήματος του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης και έπαυσε η ισχύς της προσωρινής διαταγής που είχε χορηγηθεί. Επιπλέον, η μη αυτοδίκαιη αναστολή της εκτέλεσης της πράξης αυτής καταλογισμού, όπως και των πράξεων εκτέλεσης που ακολουθούν, δεν αντίκειται στο προστατευόμενο με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα δικαστικής προστασίας, δοθέντος ότι σε εκπλήρωση του δικαιώματος αυτού προβλέπεται η με πρωτοβουλία του καταλογισθέντος χορήγηση σε αυτόν προσωρινής δικαστικής προστασίας είτε μέσω της έκδοσης δικαστικής απόφασης περί αναστολής της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης είτε μέσω της χορήγησης σχετικής προσωρινής διαταγής. Ενόψει τούτων, ο διοικητικός καταναγκασμός, που χωρεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της έφεσης, με την έκδοση πράξης ταμειακής βεβαίωσης, δεν πάσχει ακυρότητα ούτε εξ αυτού τίθεται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης της παρ. 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, πολλώ δε μάλλον, όταν έχει ασκηθεί το ανωτέρω δικαίωμα και έχει εκδοθεί, ως εν προκειμένω, απόφαση απορριπτική της αιτήσεως αναστολής του καταλογισθέντος.

21. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, το Τμήμα απέρριψε τον λόγο ανακοπής περί παραβίασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της ταμειακής βεβαίωσης, καθώς ο ίδιος έλαβε γνώση αυτής μέσω της ατομικής ειδοποίησης, χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση του χρηματικού καταλόγου με αναιτιολόγητα, κατά τους ισχυρισμούς του, διαφοροποιημένο ποσό αυτής (ταμειακής βεβαίωσης) σε σχέση με αυτό της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης. Εντούτοις, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως ορθώς κρίθηκε από το δικάσαν Τμήμα, η ατομική ειδοποίηση ακολουθεί την ταμειακή βεβαίωση και αποβλέπει στο να γνωστοποιήσει στον οφειλέτη το ύψος του καταλογιζόμενου ποσού και την αιτία του, ώστε να δοθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ασκήσει τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα. Ενδεχόμενες δε πλημμέλειες αυτής δεν επιδρούν στο κύρος της ταμειακής βεβαίωσης. Εν προκειμένω, εξάλλου, όπως προκύπτει από τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δικάσαντος Τμήματος, ο αναιρεσείων είχε πλήρη γνώση του είδους της οφειλής και άσκησε αποτελεσματικά τα δικαιώματά του, χωρίς να απωλέσει στάδιο δικαστικής προστασίας τόσο κατά του νομίμου τίτλου όσο και κατά της διοικητικής εκτέλεσης που επακολούθησε, δεδομένου ότι άσκησε αντίστοιχα την από 20.4.2015 έφεσή του κατά της ......../11.3.2015 απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης με ανάκτηση και την ένδικη ανακοπή του κατά της ……/2016 ταμειακής βεβαίωσης. Όσον αφορά δε στην αναγραφή διαφορετικού ποσού (706.244,96 ευρώ) στο σώμα της …../2016 ατομικής ειδοποίησης σε σχέση με το αναγραφόμενο στην ……/2016 ταμειακή βεβαίωση (701.084,00 ευρώ), τούτο, όπως έγινε δεκτό από το Τμήμα, ευχερώς διαπιστώνεται από το σώμα της ανωτέρω ειδοποίησης ότι οφείλεται στην προσαύξηση του βεβαιωθέντος ποσού με τις αντίστοιχες προσαυξήσεις, τόκους και πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής.

22. Τέλος, με τον τρίτο λόγο της ένδικης αναίρεσης προβάλλεται ότι το δικάσαν Τμήμα εσφαλμένα και αναιτιολόγητα, άλλως χωρίς επαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η διενεργηθείσα ταμειακή βεβαίωση πάσχει από έλλειψη νομιμότητας λόγω πλημμελειών που εντοπίζονται στην απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης συνιστάμενων αφενός στην έλλειψη των κατά νόμο αναγκαίων για την υπόστασή της τυπικών στοιχείων και αφετέρου στη μη τήρηση των απαιτούμενων για το κύρος προϋποθέσεων έκδοσής της, κατά παράβαση κανόνων συνταγματικού και ενωσιακού δικαίου. Εντούτοις και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δοθέντος ότι, όπως πάγια γίνεται δεκτό (βλ. σκέψη 6 της παρούσας), οι αιτιάσεις αυτές, με τις οποίες πλήττεται το νόμω και ουσία βάσιμο του νομίμου τίτλου, δεν δύνανται να εξετασθούν παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της δίκης επί της ανακοπής, αντικείμενο της οποίας είναι το κύρος της πράξης ταμειακής βεβαίωσης του χρέους. Τούτο, διότι κατά της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης, η οποία συνιστά τον νόμιμο τίτλο για τη διενέργεια της πληττόμενης ταμειακής βεβαίωσης, προβλέπεται η άσκηση έφεσης, στο πλαίσιο της οποίας η καταλογιστική αυτή απόφαση εξετάζεται κατά τον νόμο και την ουσία (άρθρα 224 παρ. 4 ΚΔΔ, 49 π.δ. 1225/1981 και ήδη άρθρο 116 ν. 4700/2020) και συνεπώς, δεν καταλείπεται στο δικαστήριο της ανακοπής πεδίο παρεμπίπτοντος ελέγχου της καταλογιστικής απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης. Όπως δε προεκτέθηκε, ο αναιρεσείων αποδεικνύεται ότι έχει καταθέσει σχετική έφεση κατά της εν λόγω καταλογιστικής.

23. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία ότι το Τμήμα ερμηνεύοντας ορθώς και εφαρμόζοντας προσηκόντως τις εφαρμοστέες διατάξεις, με πλήρη και επαρκή αιτιολογία απέρριψε τους σχετικούς λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, αποδεχόμενο την νομιμότητα της προσβληθείσας ενώπιόν του ...../2016 ταμειακής βεβαίωσης, οι δε προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν το αντίθετο τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

24. Κατά την άποψη όμως, της Συμβούλου Νικολέτας Ρένεση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εν προκειμένω αναιρετέα, καθόσον ενόψει των προβαλλόμενων από τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα ισχυρισμών περί δημιουργίας του επίδικου χρέους συνεπεία μεταγενέστερων της πράξης ένταξης νομοθετικών πρωτοβουλιών της διοίκησης, που εκφεύγουν από τη σφαίρα ευθύνης του, το δικάσαν Τμήμα όφειλε να αναβάλλει αυτεπαγγέλτως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της δημοσιονομικής διόρθωσης. Τούτο διότι οι ισχυρισμοί αυτοί του παραπονούμενου Δήμου, εφόσον αποδειχθούν βάσιμοι στη δίκη επί της εκκρεμούσας έφεσης, η οποία ασκήθηκε (21.4.2015) πριν τη σύνταξη του οικείου χρηματικού καταλόγου (7.3.2016) και την ταμειακή βεβαίωση του χρέους, θέτουν εν αμφιβόλω τη διαδικασία ταμειακής βεβαίωσης και τις μετέπειτα πράξεις εκτέλεσης του καταλογιζόμενου ποσού. Η γνώμη όμως, αυτή δεν εκράτησε.

25. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν προβάλλονται άλλες αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε σε τηλεδιάσκεψη στις 5 Μαρτίου 2025.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΡΕΝΕΣΗ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΑΛΑ

 

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στις 4 Μαρτίου 2026 (βλ. πρακτικό δημοσίευσης με όμοια ημερομηνία).

 

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΑΛΑ