ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 257/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2025, με την ακόλουθη σύνθεση: Γεωργία Μαραγκού, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Γεώργιος Βοϊλης και Γεωργία Παπαναγοπούλου (εισηγήτρια), Σύμβουλοι, Λήδα Χαραλαμπίδου και Ελένη Καραγιάννη, Πάρεδροι, που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε η Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Ειρήνη Κατσικέρη, κωλυομένου του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας.

Γραμματέας: Σταυρούλα Κοιλάκου.

Για να δικάσει την από 22 Ιουνίου 2020 (Α.Β.Δ. …./29.6.2020) έφεση του .... του ...., κατοίκου …. (οδός …., τ.κ. ….), ο οποίος παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 231 παρ.1 του ν. 4700/2020 του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χαράλαμπου Πελέκη (Α.Μ./Δ.Σ.Α. ….)

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 231 παρ. 1 του ν. 4700/2020 της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αντωνίας Κυρίτση και

κατά της .../2017 καταλογιστικής πράξης του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Την Αντεπίτροπο της Επικρατείας, η οποία πρότεινε την παραδοχή της έφεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

1. Με την κρινόμενη έφεση, όπως αναπτύσσεται με το παραδεκτώς κατατεθέν στις 06.10.2025 υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση, άλλως η μεταρρύθμιση, της.../2017 Πράξης του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθ’ ο μέρος με αυτή καταλογίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και σε βάρος του εκκαλούντος, ως διατελέσαντος μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία « ...» (..., ήδη «....»), το ποσό των 316.957,26 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι αντιστοιχεί σε ισόποσο έλλειμμα στη διαχείριση του νομικού αυτού προσώπου, εις ολόκληρον με τα λοιπά αναφερόμενα στην ως άνω Πράξη πρόσωπα, λόγω έγκρισης εκ μέρους του, της πραγματοποίησης μη νόμιμων και μη λειτουργικών δαπανών κατά τα έτη 2003 και 2004.

2. Η έφεση αυτή, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. σχετ. το με κωδικό πληρωμής …. δεσμευμένο ηλεκτρονικό παράβολο), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

3. Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 98 παρ. 1 του Συντάγματος, ως δημόσιος υπόλογος νοείται όποιος χάριν δημόσιου σκοπού διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα ή άλλη δημόσια περιουσία. Περιλαμβάνεται δε στην έννοια του δημόσιου χρήματος όχι μόνον αυτό που ως έσοδο προβλέπεται στον κρατικό προϋπολογισμό ή ως έξοδο προέρχεται από αυτόν, αλλά και κάθε χρηματικό διαθέσιμο με προέλευση από δημόσια πηγή ανεξάρτητα από τη νομική φύση του προσώπου που το διαχειρίζεται, ήτοι και το χρήμα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, αρκεί αυτό να έχει εν γένει δημόσια προέλευση και να παρέχεται στο νομικό πρόσωπο για την εξυπηρέτηση σκοπού που υπάγεται στις αρμοδιότητες του δημόσιου φορέα που το διέθεσε. Εξάλλου, στην κατά τα ανωτέρω έννοια της διαχείρισης δεν περιλαμβάνεται μόνον η εκταμίευση του χρήματος από τον ταμία, αλλά και κάθε απόφαση διάθεσης του χρήματος που δεσμεύει τον ταμία, ήτοι και οι εντολές που απευθύνονται σε αυτόν για καταβολή χρηματικού ποσού σε φερόμενους ως δικαιούχους και οι πριν από αυτές ενέργειες που γέννησαν τη σχετική υποχρέωση ή εκκαθάρισαν την εκτελεσθείσα δαπάνη. Οι κατά την ανωτέρω έννοια δημόσιοι υπόλογοι υποχρεούνται, όπως ειδικώς προβλέπεται στον νόμο, σε δημόσια λογοδοσία για κάθε έλλειμμα που διαπιστώνεται στη δημόσια διαχείρισή τους, οι δε διαφορές που γεννώνται από τον καταλογισμό του ελλείμματος σε βάρος τους, ανεξάρτητα από το όργανο που εξέδωσε την καταλογιστική πράξη, υπάγονται στην κατά το Σύνταγμα πρωτογενή δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως διαφορές από τον έλεγχο των λογαριασμών (ΕλΣυν Ολ. 796/2025, σκέψη 4, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία).

4. Ειδικότερα, σε περίπτωση επιχορηγούμενου ν.π.ι.δ., το τελευταίο δεν καθίσταται κύριος του ποσού της επιχορήγησης, αλλά διαχειριστής αυτού, υποχρεούται δε να διαχειρίζεται τα χρήματα σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει το νομικό πρόσωπο και να τα διαθέτει σύννομα, με την έννοια της πληρωμής μόνο δαπανών που εμπίπτουν στον ειδικότερο σκοπό, για τον οποίο δόθηκε η πίστωση. Με την υποχρέωση αυτή συνδέεται και η υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία του Δημοσίου απολογισμού διαθέσεως του ληφθέντος ποσού. Συνακόλουθα, τα μέλη της διοίκησης του επιχορηγούμενου ν.π.ι.δ. κατά τη διαχείριση του ποσού της επιχορήγησης, δηλαδή του χρήματος που ανήκει στο Δημόσιο, έχουν την ιδιότητα και την ευθύνη του δημοσίου υπολόγου. Την ίδια δε ιδιότητα και ευθύνη, ως οπωσδήποτε διαχειριζόμενο δημόσιο χρήμα, έχει παράλληλα το μέλος της διοίκησης του ν.π.ι.δ. ή ο υπάλληλος αυτού ή ο δημόσιος υπάλληλος, στον οποίο τα μέλη της διοίκησης του νομικού προσώπου, κατά τη διέπουσα αυτό νομοθεσία ή τις καταστατικές του διατάξεις, έχουν αναθέσει περαιτέρω τη διαχείριση του ποσού της κρατικής επιχορήγησης (ΕλΣυν IV Τμ. 1819/2004, σκ. II, Ολ. 1039/1995 και Πρακτ. 23ης Γεν. Συν./2-6-1997 και 11ης Γεν. Συν./4-5-1998).

5. Εξ άλλου, ως έλλειμμα νοείται κάθε διαπιστούμενη επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων, που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη στιγμή με βάση τους τηρούμενους λογαριασμούς και τα νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει, καθώς και κάθε «ανοίκεια πληρωμή», δηλαδή κάθε πληρωμή που είτε δεν στηρίζεται σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά, είτε για την πραγματοποίησή της δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες εκ μέρους του υπολόγου, είτε έγινε αχρεωστήτως ή είναι άσχετη με τον σκοπό της διαχείρισης (ΕλΣυν Ολ. 1387/2021, 4682/2013, 506/2011). Τέλος, ο καταλογισμός του υπολόγου, σε αρμονία με το συνταγματικό κανόνα περί προστασίας της ανθρώπινης αξίας (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), δεν είναι επιτρεπτό να θεμελιώνεται σε μόνη την ιδιότητά του αυτή, αλλά προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, και τη διαπίστωση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της διαχειριστικής δράσης του και του επελθόντος ελλείμματος, υπό την έννοια ότι οι αποδιδόμενες σ’ αυτόν δημοσιονομικές παραβάσεις ήταν ικανές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας (πρόσφορη αιτιότητα), να προκαλέσουν το διαπιστωθέν έλλειμμα (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1972/2021 σκ. 8, 339/2021 σκ. 5, 205/2021 σκ. 9, 1858/2019 σκ. 7).

6.1. Ο ν. 4820/2021 «Οργανικός Νόμος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και άλλες ρυθμίσεις» (Α΄ 130/23.7.2021) ορίζει: (i) Στο άρθρο 141 «Ορισμός και διακρίσεις ελλειμμάτων»: «1. Έλλειμμα στη δημόσια διαχείριση είναι οποιαδήποτε έλλειψη χρημάτων, αξιών και υλικού που διαπιστώνεται με τη νόμιμη διαδικασία, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση θεωρείται έλλειμμα από το νόμο. 2. Τα ελλείμματα στη δημόσια διαχείριση διακρίνονται: (α) σε υλικά ελλείμματα ταμείου, χαρτοφυλακίου ή αποθήκης, (β) σε ελλείμματα λόγω παράτυπης πληρωμής ή διάθεσης αξιών ή εξόδου υλικού από την αποθήκη, (γ) σε ελλείμματα λόγω μη νόμιμης διαχείρισης που δεν εντάσσονται στις περ. α΄ και β΄». (ii) Στο άρθρο 142 «Υπεύθυνα πρόσωπα»: «1. (…). 4. Για τα ελλείμματα λόγω μη νόμιμης διαχείρισης που δεν εντάσσονται στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2, ευθύνονται τα πρόσωπα που έλαβαν μη νόμιμη απόφαση νομικής δέσμευσης η οποία στη συνέχεια οδήγησε σε εκταμίευση δημοσίου χρήματος ή σε διάθεση αξιών ή υλικού». (iii) Στο άρθρο 144 «Μέτρο ευθύνης»: «1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4, τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 142 (…) ευθύνονται, αν προκάλεσαν το έλλειμμα από δόλο, βαρεία ή ελαφρά αμέλεια. (…) 4. Τα πρόσωπα που έλαβαν μη νόμιμη απόφαση νομικής δέσμευσης, η οποία εκτελέστηκε, ευθύνονται μόνο αν ενήργησαν με δόλο ή βαρεία αμέλεια. Δεν συντρέχει βαρεία αμέλεια όταν η απόφαση αυτή στηρίζεται: α) σε υποστηρίξιμη ερμηνεία του νόμου ή β) σε πλάνη περί τα πράγματα που δεν είναι πρόδηλη ή γ) σε νομικό χαρακτηρισμό που δεν είναι προφανώς εσφαλμένος» και (vi) Στο άρθρο 164 «Έλεγχος εκκρεμών διαχειρίσεων και έλεγχος νομιμότητας καταλογιστικών πράξεων»: «1. (…). 2. Τα άρθρα 144 και 150 εφαρμόζονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος».

6.2. Με τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις αναμορφώθηκε το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τους καταλογισμούς που διενεργούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο με σκοπό, μεταξύ άλλων, την προσαρμογή των σχετικών ρυθμίσεων στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τη διασφάλιση της προάσπισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ελεγχομένων και την ευθυγράμμιση με τις διεθνείς καλές πρακτικές αποτελεσματικότητας του ελέγχου. Ο ορισμός του ελλείμματος δεν αφίσταται από όσα διαχρονικά ορίζονται στη δημοσιολογιστική νομοθεσία και νομολογία (βλ. ανωτέρω σκ. 5). Τα ελλείμματα διακρίνονται σε υλικά ελλείμματα, ελλείμματα λόγω παράτυπης πληρωμής και ελλείμματα λόγω μη νόμιμης διαχείρισης. Η ευθύνη των δημοσιονομικώς υπεύθυνων προσώπων συναρτάται με τα ειδικότερα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί, ούτως ώστε καθένας να ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις που ανάγονται στη δική του σφαίρα ευθύνης και συνδέονται αιτιωδώς με τη δημιουργία του ελλείμματος. Όσον αφορά ειδικότερα στα χρηματικά ελλείμματα λόγω μη νόμιμης διαχείρισης, ορίζονται ως δημοσιονομικώς υπεύθυνοι τα πρόσωπα που έλαβαν τη μη νόμιμη απόφαση νομικής δέσμευσης που οδήγησε στη μη νόμιμη εκταμίευση, τα πρόσωπα δε αυτά ευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 4 του ν. 4820/2021 (το οποίο εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες κατά το άρθρο 164 παρ. 2 αυτού) μόνο αν ενήργησαν με δόλο ή βαρεία αμέλεια.

7.1. Ο Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (ν. 4129/2013, Α΄ 52), που ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης έφεσης, στο άρθρο 93, με τίτλο «Παραγραφή αξίωσης για αναπλήρωση ελλείμματος Καταστροφή δικαιολογητικών και λοιπών εγγράφων Διαδικασία», όπως ο τίτλος και η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 39 του ν. 4509/2017 (Α΄ 201), και ίσχυε, κατά το άρθρο 80 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 22.12.2017, ορίζει τα εξής: «1.α. Η αξίωση του δικαιούχου να απαιτήσει την αναπλήρωση του διαχειριστικού ελλείμματος με την έκδοση καταλογιστικής πράξης εις βάρος του υποχρέου παραγράφεται μετά την πάροδο δέκα (10) ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου δημιουργήθηκε το έλλειμμα. Αν το διαχειριστικό έλλειμμα προήλθε από αξιόποινη πράξη για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, η παραγραφή του προηγούμενου εδαφίου αναστέλλεται μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας ποινικής δίωξης. β. Τα δικαιολογητικά ενταλμάτων πληρωμής και κάθε διαχείρισης φυλάσσονται για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, το οποίο, εφόσον εντός του χρόνου αυτού έχουν συνταχθεί Φύλλα Μεταβολών και Ελλείψεων και εκκρεμεί διαδικασία καταλογισμού, παρατείνεται μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης για τη δημοσιονομική διαφορά».

7.2. Ενόψει της αρχής της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας κατ’ άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του ν. 4509/2017 θεσπίζεται, από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου δημιουργήθηκε το διαχειριστικό έλλειμμα, γενική δεκαετής παραγραφή για την αξίωση του δικαιούχου να απαιτήσει αναπλήρωση του ελλείμματος με την έκδοση καταλογιστικής πράξης σε βάρος του υποχρέου (βλ. σχετικά την αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου αυτού). Με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον ν. 4509/2017 που τροποποιεί τον Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, ρυθμίζουν όμως την άσκηση της καταλογιστικής αρμοδιότητας τόσο των οργάνων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όσο και των αρμοδίων οργάνων της διοίκησης (π.χ. οικονομικών επιθεωρητών), αντικαταστάθηκε η εικοσαετής παραγραφή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 249) για τις αξιώσεις που γεννώνται από της ισχύος της και εφεξής, καθώς και για αυτές που ήδη υφίσταντο κατά τον χρόνο της έναρξης ισχύος τους, αρκεί η διαδικασία καταλογισμού να μην έχει ολοκληρωθεί με την έκδοση καταλογιστικής απόφασης κατά τον χρόνο αυτό [βλ. ΕλΣυν Ολ. 2000/2020 σκ. 4-12, Πρακτικά της 11ης Γεν. Συν/21.4.2021, Θέμα Β΄, καθώς και την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 152 του ν. 4820/2021, με την οποία θεσπίζεται δεκαετής παραγραφή της αξίωσης προς αναπλήρωση διαχειριστικού ελλείμματος, καθώς και τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 163 παρ. 1 του ίδιου νόμου για την εφαρμογή της σε σχετικές αξιώσεις από παρελθούσες χρήσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί καταλογιστική πράξη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού].

8. Τέλος, ο ν. 2725/1999 «Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις» (Α΄ 121) ορίζει στο άρθρο 19 ότι: «1. Αθλητική ομοσπονδία είναι η ανώτατη οργάνωση αθλητικών σωματείων ή αθλητικών ενώσεων (νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου) που καλλιεργούν το ίδιο άθλημα ή κλάδο άθλησης, έχει σκοπό την καλλιέργεια και την ανάπτυξή του σε όλη τη χώρα και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 και επόμενα του Αστικού Κώδικα. 2. Για κάθε άθλημα ή κλάδο άθλησης επιτρέπεται η σύσταση μίας (1) μόνο ομοσπονδίας για όλη τη χώρα. Η ομοσπονδία εκπροσωπεί το άθλημα διεθνώς (...)», στο άρθρο 50, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο ότι: «1. Η Γ.Γ.Α. επιχορηγεί τους εποπτευόμενους από αυτή αθλητικούς φορείς για την ανάπτυξη και την ενίσχυση του αθλητισμού και ειδικότερα για την εκτέλεση προγραμμάτων ανάπτυξης των οικείων αθλημάτων, για την αντιμετώπιση των λειτουργικών τους δαπανών και των δαπανών οργάνωσης ή συμμετοχής σε αθλητικές δραστηριότητες, καθώς και για την εκτέλεση, βελτίωση ή συντήρηση αθλητικών έργων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος. Η κατανομή επιχορηγήσεων της παρούσας παραγράφου σε αθλητικά σωματεία και ενώσεις διενεργείται κατά κλάδο άθλησης από την οικεία ομοσπονδία. 2. Η Γ.Γ.Α. μπορεί να επιχορηγεί περιφερειακές δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης Α΄ και Β΄ βαθμίδας και νομικά πρόσωπα που εποπτεύει για την αντιμετώπιση δαπανών οργάνωσης ή συμμετοχής σε αθλητικές διοργανώσεις, καθώς και για την εκτέλεση αθλητικών έργων ή για τη συντήρηση εγκαταστάσεων τηρουμένης της κείμενης νομοθεσίας. (...) 5. Δεν επιτρέπεται σε οποιονδήποτε φορέα να διαθέτει την επιχορήγηση της Γ.Γ.Α. χωρίς έγκρισή της για σκοπό διαφορετικό από εκείνο για τον οποίο δόθηκε η επιχορήγηση. Μέλος της διοίκησης ή ειδικός συνεργάτης ή υπάλληλος επιχορηγούμενου φορέα ή οποιοσδήποτε άλλος διαχειρίζεται χρηματικά ποσά από την επιχορήγηση της Γ.Γ.Α. και από πρόθεση τα διαθέτει για σκοπό διάφορο από τον καθορισμένο, τιμωρείται με φυλάκιση (...) Το χρηματικό ποσό που δεν διατέθηκε για τον καθορισμένο σκοπό καταλογίζεται σε βάρος των προσώπων που αποφάσισαν και πραγματοποίησαν τη διάθεση αυτή και εισπραττόμενο αποδίδεται στο Ε.Κ.Α.Ε.Τ., σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.). Ο καταλογισμός γίνεται από το Διευθυντή Οικονομικού της Γ.Γ.Α., ο οποίος έχει τις αρμοδιότητες επιθεωρητή δημοσίων υπολόγων του Υπουργείου Οικονομικών. Κατά της καταλογιστικής απόφασης επιτρέπεται προσφυγή στο Ελεγκτικό Συνέδριο. 7. Με την επιφύλαξη της παρ. 7 του άρθρου 51, κάθε επιχορηγούμενος από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού φορέας υποβάλλει απολογισμό σε αυτήν για τα ποσά της επιχορήγησης που του καταβάλλεται.» και στο άρθρο 51: «1. Τα αθλητικά σωματεία, οι αθλητικές ενώσεις του άρθρου 10 και οι ομοσπονδίες του παρόντος νόμου υποχρεούνται να συντάσσουν κάθε οικονομικό έτος προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό της όλης διαχείρισής τους. (...) 3. Οι προϋπολογισμοί των αθλητικών ενώσεων υποβάλλονται για έγκριση στις οικείες ομοσπονδίες (...) και των ομοσπονδιών στη Γ.Γ.Α.. (...) 8. Ο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος απολογισμός και ο ισολογισμός των αθλητικών ενώσεων καταρτίζονται και υποβάλλονται για έλεγχο στις οικείες ομοσπονδίες και των ομοσπονδιών στην αρμόδια υπηρεσία της Γ.Γ.Α. ως το τέλος Μαρτίου κάθε έτους. Ειδικότερα οι ισολογισμοί των ομοσπονδιών δημοσιεύονται πριν από την υποβολή τους στη Γ.Γ.Α. σε μία ημερήσια αθλητική εφημερίδα. Η παράλειψη των υποχρεώσεων της παρούσας παραγράφου συνεπάγεται την αναστολή καταβολής των επιχορηγήσεων για όσο χρόνο διαρκεί η παράλειψη αυτή.».

9. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 10 έως 15 που ακολουθούν.

10. Με τις .../24.5.2007 και .../31.10.2007 αποφάσεις του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτήθηκε, κατόπιν καταγγελιών, Επιτροπή Ελέγχου από υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τη διενέργεια επιτόπιου κατασταλτικού ελέγχου στην οικονομική διαχείριση της ... (στο εξής, ...) για τις οικονομικές χρήσεις από 1.1.2003 έως 31.12.2006 «και μόνο ως προς το διατεθέν καθ’ οιονδήποτε τρόπο (επιχορήγηση κ.λπ.) στην .... δημόσιο χρήμα, δηλαδή χρήμα προερχόμενο από το δημόσιο προϋπολογισμό εάν αυτό διατέθηκε σύννομα». Η Επιτροπή ανασυγκροτήθηκε με την .../3.7.2009 όμοια απόφαση, με τη συμμετοχή σε αυτήν και δικαστών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και επέκταση του ελέγχου και στην οικονομική χρήση από 1.1.2002 έως 31.12.2002.

11. Η ... αποτελεί σωματείο, που συστάθηκε με την ...απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως τροποποιήθηκε με τις ... και ... νεότερες και λειτουργεί, ως αθλητική ομοσπονδία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2725/1999. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, στη διαχείριση του σωματείου περιήλθαν επιχορηγήσεις ιδίως από τους ακόλουθους δημόσιους φορείς: α) Επιχορηγήσεις της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού, με πόρους που διατέθηκαν είτε από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε από τον ειδικό λογαριασμό που δημιουργήθηκε από εισροή των μερισμάτων που εισέπραξε το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο του Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (βλ. άρθρο 27 παρ. 4 ν. 2843/2000, Α΄ 219, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 41 παρ. 2 ν. 2912/2001, Α΄ 94, και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες αποφάσεις Υ.Ο. 2/1561/Α0024/10.1.2001 και Κ.Υ.Α. 28055/31.5.2001 άρθρο 4, Β΄ 709) και β) Επιχορηγήσεις από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, που αποτελεί ν.π.δ.δ. εποπτευόμενο από τον αρμόδιο για τον αθλητισμό Υπουργό (βλ. ν. 3148/1955, Α΄ 50, άρθρο 37 του ν. 2725/1999 και π.δ.130/2000 «Καταστατικό της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής», Α΄ 113).

12. Ειδικότερα, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη πράξη, κατά τα ελεγχόμενα έτη 2002 2006, το 99 % των συνολικών εσόδων της... προερχόταν από κρατικές επιχορηγήσεις, για την εκτέλεση προγραμμάτων ανάπτυξης του οικείου αθλήματος, για την αντιμετώπιση των λειτουργικών δαπανών και των δαπανών οργάνωσης και συμμετοχής σε αθλητικές δραστηριότητες, καθώς και για την εκτέλεση, βελτίωση ή συντήρηση αθλητικών έργων ή εγκαταστάσεων ή για την προετοιμασία αθλητών για τη συμμετοχή τους σε αθλητικές οργανώσεις (βλ. άρθρο 3 παρ. δ΄ του π.δ/τος 130/2000, Α΄ 113, που αφορά στις επιχορηγήσεις της Εθνικής Ολυμπιακής Επιτροπής και τις επιμέρους αποφάσεις επιχορήγησης), δηλαδή για την εκπλήρωση κρατικού σκοπού (βλ. άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος).

13. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Επιτροπής Ελέγχου, εκδόθηκαν τα … έως …/2013 Φύλλα Μεταβολών και Ελλείψεων (Φ.Μ.Ε), τα οποία κοινοποιήθηκαν με επιμέλεια της ... σε όλους τους φερόμενους ως διατελέσαντες υπολόγους της ελεγχόμενης διαχείρισης (μέλη Διοικητικού Συμβουλίου και Ταμίες). Όλοι οι ανωτέρω υπέβαλαν υπομνήματα διατυπώνοντας τις αντιρρήσεις τους στα ευρήματα του ελέγχου. Οι ισχυρισμοί τους ελήφθησαν υπόψη τόσο κατά τη σύνταξη της τελικής Έκθεσης Ελέγχου από την ανωτέρω Επιτροπή, όσο και κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης Πράξης.

14. Μετά το πέρας του ανωτέρω ελέγχου, συντάχθηκε Έκθεση, η οποία υποβλήθηκε στις 7.7.2014 ενώπιον του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την προσβαλλόμενη πράξη έγινε δεκτό ότι από την μη σύννομη διάθεση από την ... των κονδυλίων της δημόσιας επιχορήγησης των ετών 2002 έως 2006 προκλήθηκε έλλειμμα συνολικού ύψους 1.889.206,63 ευρώ, καταλογίστηκε δε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ο εκκαλών, εις ολόκληρον με τα λοιπά αναφερόμενα στην εν λόγω πράξη πρόσωπα, με το συνολικό ποσό των 316.957,26 ευρώ, καθόσον ως μέλος του Δ.Σ. της .... ενέκρινε, κατά τη συμμετοχή του στις …/2.7.2003, …/19.9.2003, …/4.8.2004 και …/21.9.2004 συνεδριάσεις αυτού, τη διενέργεια ισόποσων δαπανών, οι οποίες ήταν είτε μη νόμιμες είτε μη λειτουργικές, ήτοι μη συνάδουσες προς τον σκοπό για τον οποίο δόθηκαν οι δημόσιες επιχορηγήσεις.

15. Συγκεκριμένα, καταλογίστηκαν εις βάρος του εκκαλούντος τα εξής επιμέρους ποσά: α) ποσό 9.084,14 ευρώ, λόγω της μη νόμιμης, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 2725/1999, 18 του ν. 2470/1997 (Α΄ 40) και της Κ.Υ.Α. ..../30.5.1997 (…), έγκρισης καταβολής αποζημίωσης υπερωριακής απασχόλησης στο προσωπικό της ...., β) ποσό 3.732,84 ευρώ, λόγω της μη νόμιμης, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 10 παρ. 1 περ. ε΄ του ν.2470/1997, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 6 του ν. 3156/2003 (Α΄ 157) και του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (Α΄ 297), έγκρισης καταβολής επιδόματος διαχειριστικών λαθών σε υπαλλήλους της ..., γ) ποσό 4.190,32 ευρώ, λόγω της μη νόμιμης και καθ’ υπέρβαση των νόμιμων αποδοχών τους χορήγησης του πάγιου μηνιαίου ποσού εξόδων κίνησης σε υπαλλήλους της ..., κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 30 παρ. 2 του ν. 2725/1999, δ) ποσό 3.360,00 ευρώ, λόγω μη νόμιμης και καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 12 του ν. 3205/2003 έγκρισης καταβολής κινήτρου απόδοσης σε υπαλλήλους της ..., ε) ποσό 431,97 ευρώ, λόγω της μη νόμιμης καταβολής σε υπαλλήλους της.... αποδοχών ανώτερων από εκείνες που προβλέπονται στον νόμο για το μισθολογικό τους κλιμάκιο (βλ. άρθρο 3 του ν. 2470/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 2606/1998, Α΄ 86, άρθρο 5 και άρθρο 22 του ίδιου νόμου, Κ.Υ.Α. 111624/4076/20.11.1985, Β΄ 730, και άρθρα 3, 5 και 20 του ν. 3205/2003), όπως αυτό έπρεπε να είχε προσδιοριστεί με βάση τα χρόνια υπηρεσίας τους, στ) ποσό 11.986,27 ευρώ, λόγω μη νόμιμης καταβολής αμοιβών για παροχή υπηρεσιών «προπονητή» σε εργαζόμενους της ..., οι οποίοι δεν κατείχαν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, την αναγκαία άδεια άσκησης επαγγέλματος, κατά παράβαση του άρθρου 31 του ν. 2725/1999 (βλ. και το άρθρο 6 παρ. II του Εσωτερικού Τεχνικού Κανονισμού της ...), ζ) ποσό 1.102,66 ευρώ, λόγω της μη νόμιμης επιχορήγησης, μέσω της διάθεσης ποσών ως εξόδων κίνησης, συλλόγων που, κατά την αντικειμενική αξιολόγησή τους (με βάση τη δραστηριότητα και τις επιδόσεις τους), δε δικαιούνταν ενίσχυση ή δικαιούνταν μικρότερα ποσά ενίσχυσης, κατά παράβαση του άρθρου 50 του ν. 2725/1999, του άρθρου 3 του Καταστατικού και του άρθρου 7 του Εσωτερικού Τεχνικού Κανονισμού της .... και των αρχών της διαφάνειας και της αξιοκρατίας που η τελευταία οφείλει να τηρεί, ζ) ποσό 266.047,56 ευρώ, λόγω έγκρισης μη νόμιμων απευθείας αναθέσεων παροχής υπηρεσιών διαμονής και διατροφής αθλητών και λοιπών αθλητικών παραγόντων σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, καθώς και προμηθειών αεροπορικών εισιτηρίων από τουριστικά γραφεία, αντί διενέργειας ανοικτού διαγωνισμού, κατά παράβαση του άρθρου 55 παρ. 1 του ν. 2725/1999, για δαπάνες οι οποίες ήταν μεταξύ τους ομοειδείς και υπερέβαιναν αθροιστικά το κατά νόμο τιθέμενο χρηματικό όριο πάνω από το οποίο απαιτείται η διενέργεια ανοικτού διαγωνισμού, θ) ποσό 10.560,00 ευρώ, λόγω της μη νόμιμης και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 30 παρ. 2 του ν. 2725/1999, 2 του Κανονισμού Οργάνωσης – Διοίκησης – Λειτουργίας της .... και των διατάξεων του ν. 2470/1997 έγκρισης δαπανών ειδικής αμοιβής γραμματειακής υποστήριξης στους υπαλλήλους της ...., οι οποίες δεν προβλέπονταν από τον νόμο και ανάγονταν στα συνήθη καθήκοντα του προσωπικού της ... και ι) ποσό 6.461,50 ευρώ, λόγω διάθεσης κονδυλίων για δαπάνες που δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς που επιδιώκει η .... (μη λειτουργικές δαπάνες, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 2725/1999 και του άρθρου 2 του Καταστατικού της....).

16. Με την κρινόμενη έφεση ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι με την έκδοση της ..../15.5.2017 καταλογιστικής πράξης του Β΄ Κλιμακίου η σε βάρος του αξίωση για αναπλήρωση του ελλείμματος που προκλήθηκε στη διαχείριση της .... κατά τα έτη 2003 και 2004, έχει υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή της παραγράφου 1 του άρθρου 93 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, όπως αυτή ισχύει μετά από την αντικατάστασή της με το άρθρο 39 του ν. 4509/2017.

17. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, η προσβαλλόμενη πράξη του Β΄ Κλιμακίου εκδόθηκε στις 15.5.2017, η δε επικαλούμενη από τον εκκαλούντα ρύθμιση περί παραγραφής των αξιώσεων σε βάρος του για αναπλήρωση του ελλείμματος που προκλήθηκε στη διαχείριση της ... κατά τα διαχειριστικά έτη 2003 και 2004, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 7.2 της παρούσας, δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις στις οποίες, όπως εν προκειμένω, η διαδικασία καταλογισμού έχει ολοκληρωθεί και έχει εκδοθεί καταλογιστική απόφαση πριν από την έναρξη ισχύος της στις 22.12.2017.

18. Περαιτέρω, ο εκκαλών με την ένδικη έφεση προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί, διότι δεν φέρει υπαιτιότητα για την δημιουργία του επίμαχου ελλείμματος.

19. Σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις ο εκκαλών, εγκρίνοντας ως μέλος του Δ.Σ. της ... κατά την ελεγχόμενη περίοδο τις αναφερόμενες στη σκέψη 15 της παρούσας δαπάνες, προέβη σε ενέργειες διαχείρισης των χρηματικών πόρων της .... και ως εκ τούτου φέρει, καταρχάς, ευθύνη υπολόγου για το ένδικο έλλειμμα. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στις σκέψεις 6.1 και 6.2, τα πρόσωπα που έλαβαν τη μη νόμιμη απόφαση νομικής δέσμευσης που οδήγησε στη μη νόμιμη εκταμίευση, όπως εν προκειμένω τα μέλη του Δ.Σ. της ..., ευθύνονται μόνο όταν συντρέχει στο πρόσωπό τους δόλος ή βαρεία αμέλεια για τις οικείες αποφάσεις. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη ότι: α) ο εκκαλών, δεν είχε διατελέσει στο παρελθόν μέλος διοικητικού συμβουλίου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου ειδικού σκοπού, ούτε προκύπτει ότι γνώριζε το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη διαχείριση της ..., κατά το μέρος που αυτό προβλέπει συγκεκριμένα καθήκοντα λογοδοσίας για τα δημοσιονομικώς ευθυνόμενα πρόσωπα, δεδομένου μάλιστα ότι δεν είχε εξειδικευμένες νομικές, οικονομικές και λογιστικές γνώσεις, οι οποίες θα του επέτρεπαν να διαγνώσει τη νομιμότητα ή μη των εγκριθεισών δαπανών και της διαδικασίας διενέργειας αυτών, β) κανένα από τα μέλη του Δ.Σ. της ..., συμπεριλαμβανομένου και του εκκαλούντος, εις βάρος των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της απιστίας κατ’ εξακολούθηση με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ δεν παραπέμφθηκε στο ακροατήριο (βλ. το υπ’ αριθμ. .../2020 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), γ) δεν προκύπτει ο προσπορισμός περιουσιακού οφέλους υπέρ του ιδίου ή τρίτου προσώπου και εις βάρος της ...., δ) στη λειτουργία της... εντοπίστηκαν οργανωτικά σφάλματα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν, είχαν δηλαδή εκκινήσει ήδη από χρόνο προγενέστερο του ελεγχόμενου χρονικού διαστήματος, και ε) δεν επιβλήθηκαν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής επί των καταλογισθέντων εις βάρος του ελλειμμάτων, το Τμήμα κρίνει ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του εκκαλούντος δόλος ή βαρεία αμέλεια ως προς τη διενέργεια των επίμαχων δαπανών και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται κατ’ άρθρο 144 παρ. 4 του ν. 4820/2021 ευθύνη του, με την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. της ..., για την εκταμίευση των ως άνω παράνομων δαπανών. Κατόπιν αυτών, ο εκκαλών πρέπει να απαλλαγεί από τον εις βάρος της καταλογισμό για την ως άνω αιτία, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης.

20. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής, και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο καταλογίστηκε ο εκκαλών με το συνολικό ποσό των 316.957,26 ευρώ. Περαιτέρω, πρέπει να επιστραφεί στον εκκαλούντα το καταβληθέν για την άσκηση της έφεσης παράβολο (άρθρο 310 παρ. 1 εδ. α΄ ν. 4700/2020), ενώ, εκτιμωμένων των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική του δαπάνη (άρθρο 314 παρ. 3 εδ. β΄του ν. 4700/2020).

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την έφεση του εκκαλούντος ...

Ακυρώνει ως προς αυτόν την .../2017 Πράξη του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα. Και

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε σε τηλεδιάσκεψη στις 27 Ιανουαρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΚΟΙΛΑΚΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΚΟΙΛΑΚΟΥ