ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
ΑΡΙΘΜΟΣ 247/2026
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ευαγγελία Μπάλλα, Εφέτη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα Μυρτώ Καζαντζή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ-ΚΑΘΌΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» («е-Е.Ф.К.А.»), όπως μετονομάστηκε από 1-3-2020 ο «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), με Α.Φ.Μ. ...., που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αγ. Κωνσταντίνου αρ. 16-18, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του και εν προκειμένω από τη Διευθύντρια του Περιφερειακού ΚΕΑΟ Θεσσαλονίκης, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, οδός Βαλαωρίτου αρ. 38), που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Αικατερίνης Παπαδοπούλου (Α.Μ. Δ.Σ….), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του N. 4194/2013 (βλ. το υπ'αριθ. …/2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Θ.) και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ΚΑΘΉΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «...» (η «...»), που εδρεύει στη …. Αττικής επί της …., με ΑΦΜ …. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ …., νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των Διατάξεων του N. 4354/2015 και της Πράξης …. της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ αριθ. … Πράξη, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της δικαιούχου των επίδικων απαιτήσεων εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «….» με έδρα στο …. ( ..…), και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «….», που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Φανής Ακριτίδου (Α.Μ. Δ.Σ…..), η οποία προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του Ν. 4194/2013 (βλ. το υπ'αριθ. …/2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ…...) και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, 2) ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου (ΑΦΜ:...), νομίμως εκπροσωπουμένου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΦΜ: ...), που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, στην προκειμένη, δε, περίπτωση και από τον Προϊστάμενο του ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Θεσσαλονίκης, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη (άρθρα 1 παρ. 1, 36 παρ. 1, 41 παρ. 4 και 43 N. 4389/2016), που παραστάθηκε δια της δικαστικής πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ζωής Δούμα (Α.Μ. Ν.Σ.Κ. …), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής εισφορών, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 3 περ γ του N. 4194/2013, και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις
Το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό κατάθεσης ...2024 ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης δανειστών, με την οποία ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν. Επί της ανακοπής, που συνεκδικάστηκε με τη με αριθμό κατάθεσης ...-2024 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά του εκκαλούντος και κατά του ιδίου πίνακα κατάταξης δανειστών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3172/2025 οριστική απόφαση που απέρριψε τη με αριθμό κατάθεσης ...-2024 ανακοπή του ΕΦΚΑ και έκανε δεκτή τη με αριθμό κατάθεσης ...-2024 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά της απόφασης αυτής το ανακόπτον-καθ'ου η ανακοπή, άσκησε την από 26-3-2025 έφεση του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλούμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 26-3-2025, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2025. Η συζήτηση της έφεσης προσδιορίστηκε προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2025 πράξη ορισμού συζήτησης του γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως αναφέρεται παραπάνω
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθ. 3172/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του ηττηθέντος πρωτοδίκως ανακόπτοντος-καθ'ου η ανακοπή, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της επίδοση σ'αυτό της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα στις 25-2-2025, (βλ την κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, σημείωση με ημερομηνία 25-2-2025 της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ... επί του προσκομιζόμενου από το εκκαλούν αντιγράφου της ένδικης έφεσης) και η ένδικη έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 26-3-2025 (άρθρα 495, 513, 516-518 παρ. 1, 520 ΚΠολΔ), ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση του παράβολου που προβλέπεται στο άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, διότι το εκκαλούν (Ε.Φ.Κ.Α.) έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου και απαλλάσσεται από κάθε τέλος, φόρο, παράβολο και κράτηση για την παράστασή του και εκπροσώπησή του ενώπιον παντός Δικαστηρίου και Αρχής, καθώς και για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος και μέσου ή άλλης διαδικαστικής πράξης ενώπιον τούτων (άρθ. 62 παρ. 3 εδ. Θ' ν. 4387/2016). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 591 παρ.7 του ΚΠολΔ), ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ),
Το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κατά της πρώτης εφεσίβλητης τη με αριθμό κατάθεσης ...-2024 ανακοπή του, στην οποία εκθέτει ότι με επίσπευση της καθ'ης η ανακοπή εκπλειστηριάστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, το κείμενο στον …. Θεσσαλονίκης, ακίνητο του οφειλέτη του, …. ..., και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ποσού 81.001 ευρώ. Ότι στον ως άνω πλειστηριασμό είχε αναγγελθεί και το ίδιο διά της Διευθυντού του Περιφερειακού ΚΕΑΟ Θεσσαλονίκης, για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις σε βάρος του ανωτέρω οφειλέτη, συνολικού ποσού 52.157,00 ευρώ. Ότι, λόγω της ανεπάρκειας του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον ανακοπτόμενο με αριθμό .../2024 πίνακα κατάταξης, στον οποίο, μετά την προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ύψους 4.849,61 ευρώ, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα, ποσού 76.151,39 ευρώ που αφορά το πλειστηρίασμα κατάταξε: Α] στο 25% του πλειστηριάσματος ί. τη Δ.Ο.Y ... Θεσσαλονίκης, για το ποσό των 2.080,60 ευρώ, προνομιακά και οριστικά για μερική ικανοποίηση της προνομιακής απαίτησής της, ii. το ΕΦΚΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΚΕΑΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, για το ποσό των 20.103,036 ευρώ προνομιακά, οριστικά και για μερική ικανοποίηση της προνομιακής απαίτησής του Β] στο 65% την επισπεύδουσα-καθ'ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...» για το ποσό των 46.352,62 ευρώ, προνομιακά και τελεσίδικα για την απαίτηση της ως ενυπόθηκη δανείστρια, Γ] Στο 10% την επισπεύδουσα -καθ'ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...» για το ποσό των 7.615,14 ευρώ, τελεσίδικα για μερική ικανοποίηση της απαίτησης της. Επικαλούμενο, περαιτέρω, ότι η κατάταξη της καθ'ης στον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών είναι εσφαλμένη για τους διαλαμβανόμενους σε αυτούς λόγους, ζήτησε τη μεταρρύθμιση του ανωτέρω πίνακα κατάταξης με την αποβολή της καθ 'ης από το ποσό για το οποίο κατετάγη και την κατάταξη του ιδίου στο απελευθερούμενο ποσό, προς ικανοποίηση του υπολοίπου της αναγγελθείσας απαίτησής του. Τέλος, ζήτησε να καταδικασθεί η καθ'ης στα δικαστικά του έξοδα. Το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο άσκησε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου τη με αριθμό κατάθεσης ...-2024 ανακοπή του κατά του ιδίου πίνακα κατάταξης στρεφόμενη κατά του ήδη εκκαλούντος, με την οποία ζήτησε τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης με την αποβολή του καθ’ ου κατά το ποσό των 20.103,03 ευρώ και την κατάταξη του ιδίου στη θέση του επικαλούμενο, με το μοναδικό λόγο της ανακοπής, ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του καθ’ ου, βεβαιωθείσες με τις αναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 52.157 ευρώ, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους, εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία, έως και το χρόνο της αναγγελίας του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. Επί των ανακοπών, που συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 3172/2025 οριστική απόφαση που απέρριψε τη με αριθμό κατάθεσης ...-2024 ανακοπή του ΕΦΚΑ και έκανε δεκτή τη με αριθμό κατάθεσης ...-2024 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμου του μοναδικού του λόγου περί παραγραφής της αναγγελθείσας απαίτησης του καθ'ου η ανακοπή ΕΦΚΑ, μεταρρύθμισε τον υπ' αρ. .../16.09.2024 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., αποβάλλοντας το καθ’ ου από το ποσό των 20.103,03 ευρώ, για το οποίο κατετάγη στο ποσοστό 25% του πλειστηριάσματος, και κατατάσσοντας στο αποδεσμευόμενο αυτό ποσό το ανακόπτον της ανακοπής, διά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... Θεσσαλονίκης και ήδη ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Θεσσαλονίκης, προνομιακά (άρθρ. 975 αρ. 3 και 5 ΚΠολΔ) και οριστικά, πλέον του ποσού, κατά το οποίο αρχικώς κατετάγη, προς περαιτέρω μερική ικανοποίηση των υπέρτερου ύψους αναγγελθεισών, με την υπ' αρ. πρωτ. ….-2024 (αρ. ειδ. βιβλ. …./2024) αναγγελία, ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του, πλέον προσαυξήσεων. Επίσης, καταδίκαζε το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή του, τα οποία όρισε στο ποσό των 540 ευρώ καθώς και στα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα όρισε στο συνολικό ποσό των 300 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το ανακόπτον-καθ'ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούν με την υπό κρίση έφεσή του, και ζητεί την εξαφάνισή της με σκοπό να γίνει δεκτή η ανακοπή του στο σύνολο της και να απορριφθεί η ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία των άρθρων 118-120 ΚΠολΔ και τους λόγους της έφεσης, οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε πραγματικά είτε σε νομικά σφάλματα του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, πρέπει, δηλαδή, να καθορίζονται με πληρότητα οι αποδιδόμενες, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιάσεις, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του Εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για να είναι σε θέση το Δικαστήριο αυτό να κρίνει, για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας αυτούς. Η αοριστία του δικογράφου της έφεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ούτε να αναπληρωθεί με την παραπομπή σε άλλο δικόγραφο και της αυτής ακόμη δίκης, οι δε αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται, ως απαράδεκτοι με αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου (ΑΠ 647/2007, ΕλλΔ/νη 44.475). Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 524 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος έφεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δεν ερμήνευσε ορθά διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν: 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι δεν ερμηνεύθηκε ορθά, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η εσφαλμένη ερμηνεία και 3) το αποδιδόμενο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία του κανόνα δικαίου (βλ. και ΟλΑΠ 27/1998 ΕλλΔικ 1998 804, ΟλΑΠ 32/1996 ΝοΒ 1997 445, ΑΠ 1021/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1803/2009, ΕφΠειρ 241/2015 ΝΟΜΟΣ, Σαμουήλ «Η έφεση», εκδ. 2003, σελ. 218). Επίσης, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην προκειμένη ανακοπή κατά της εκτελέσεως, αφού δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της, νέοι δε λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες (60) από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής, πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος, και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, που ασκείται κατά της απορριπτικής αποφάσεως της ανακοπής ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι της γενικής αυτής διάταξης κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 1181/2025, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1297/2019, ΑΠ 640/2017, ΑΠ 111/2015 , 1401/2012, ΑΠ 440/2012, ΑΠ 2096/2009, ΕφΑΘ 3376/2021, ΕφΠειρ 425/2021, ΕφΔωδ 204/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Το εκκαλούν-ανακόπτον με το πρώτο λόγο της ανακοπής του αρνήθηκε την ύπαρξη και το μέγεθος των απαιτήσεων, που αναγγέλθηκαν από την καθ’ ης η ανακοπή και κατατάχθηκαν στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, και ζήτησε τη μεταρρύθμιση του τελευταίου με την αποβολή της καθ’ ης από τα ποσά των 46.352,62 ευρώ και 7.615,14 ευρώ και την κατάταξη στη θέση της του ιδίου προς περαιτέρω μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών του. Ο λόγος αυτός της ανακοπής απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως ουσία αβάσιμος. Με τον πρώτο (1°) λόγο της έφεσης του το εκκαλούν-ανακόπτον παραπονείται εν γένει για την απόρριψη αυτή για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου επικαλούμενο περαιτέρω ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού μη νόμιμα και κατά παράβαση του άρθρου 977 παρ.3 ΚΠολΔ κατέταξε την επισπεύδουσα και στο μέρος του 10% του πλειστηριάσματος ως απλή εγχειρόγραφη δανείστρια για το ποσό των 7. 615,14 ευρώ για το μη εξασφαλισθέν εμπραγμάτως τμήμα της απαίτησης για την οποία κατετάγη στο 65%. Ο λόγος αυτός της έφεσης, κατά το μέρος που επικαλείται την παρά το νόμο απόρριψη του λόγου της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν περιέχει πλήρη και σαφή επίκληση ορισμένου νομικού σφάλματος καταλογιστέου στην πρωτόδικη απόφαση, περί την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε. Κατά το μέρος με τον όποιο επικαλείται εσφαλμένη κατάταξη και στο 10% ως εγχειρόγραφη δανείστρια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής ο λόγος αυτός δεν προτάθηκε ως λόγος ανακοπής στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής, ούτε κατατέθηκε ως πρόσθετος λόγος, αλλά προβάλλεται το πρώτο με το δικόγραφο της έφεσης ως λόγος ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 972 § 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά του πίνακα κατατάξεως ασκείται ανακοπή με την οποία προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατατάξεως, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθ’ ου η ανακοπή η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και να αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατατάξεως (ΑΠ 1229/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι δανειστές δικαιούνται να προσβάλουν αμοιβαίως την κατάταξή τους, αμφισβητώντας ο ένας την απαίτηση και γενικά την κατάταξη του άλλου και μπορούν να προτείνουν, σύμφωνα με την ΑΚ 278, αντί του οφειλέτη καθ’ ου η εκτέλεση, την ένσταση εξοφλήσεως και παραγραφής της καταταγείσας απαίτησης άλλου δανειστή (ΑΠ 625/1981 ΕΕΝ 49 391, ΑΠ 625/1967 ΝοΒ 16 235, ΕφΘες 49/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 14659/1988 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 144/1984 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (σε περιλ)). Στη δίκη της ανακοπής ο μεν ανακόπτων μάχεται κατά του κύρους του πίνακα κατατάξεως, ο δε καθ’ ου η ανακοπή υπέρ του κύρους τούτου. Ενόψει τούτου, ως λόγοι της ανακοπής είναι δυνατόν να προταθούν ισχυρισμοί και ενστάσεις που τείνουν στην υποστήριξη ή διατήρηση των δικαιωμάτων του ανακόπτοντος ή στην αναίρεση, απόσβεση ή κατάργηση των δικαιωμάτων του καθ’ ου η ανακοπή και της στον πίνακα κατατάξεώς του. Από το αντικείμενο δε των λόγων της ανακοπής, εξαρτώνται οι ισχυρισμοί τους οποίους δύναται να προτείνει ο καθ’ ου η ανακοπή συνιστάμενοι σε οτιδήποτε συντελεί στην υποστήριξη του ανακοπτόμενου πίνακα και της κατατάξεώς του (ΕφΘεσ 4/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Α.Βαθρακοκοίλης/Γ.Πλαγάκος, Ο πίνακας κατάταξης και η ανακοπή κατ'αυτού, 2020 σελ 40 επ, αρ. 142-147, Χ.Μιχαηλίδου, Η άμυνα κατά της Εκτέλεσης 2017, σελ 483-484, I. Μπρίνια, Αναγκ. Εκτέλ., Β' έκδοση, τόμος 2ος, άρθρο 979, σ. 1184, Ν. Νίκας, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τομ 2, 2η έκοδ 2018 σελ 635 αρ. 33-36, = sakkoulas-online, Νικολόπουλος Γ, Αναγκαστική Εκτέλεση, 2η έκδ., 2012, σ. 422 = sakkoulas-online).
Το εκκαλούν-καθ'ου η ανακοπή με τον προβαλλόμενο κυρίως σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης του παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκρινε ως νόμω και ουσία βάσιμο τον λόγο της ανακοπής περί παραγραφής της αναγγελθείσας και καταταγείσας συνολικής απαίτησης του αλλά έπρεπε να τον απορρίψει λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης καθώς η παραγραφή συνιστά γνήσια ένσταση και η πρότασή του μπορούσε να γίνει μόνον από τον φορέα του δικαιώματος και εν προκειμένω από τον καθ'ου η εκτέλεση οφειλέτη του και όχι από τρίτο (άρθρο 262 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτής της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη στην ανακοπή κατά πίνακα κατάταξη νομιμοποιούνται οι δανειστές να προβάλλουν τη (μη προσωποπαγή) ένσταση της παραγραφής της καταταγείσας απαίτησης άλλου δανειστή, σύμφωνα με το άρθρο 278 ΑΚ, κατ εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 262 παρ.2 ΑΚ,) και αν ακόμη δεν την προτείνει ή παραιτείται από αυτήν ο οφειλέτης, (βλ και Ε.Ποδηματά Δεδικασμένο τομ. 2, 2002 σελ 195=sakkoulas on line).Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό έστω και με ελλιπή αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε αλλά ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και επομένως ο σχετικός λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.
Από τα άρθρα 591 παρ. 1 β', 115 παρ. 3, 614 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ, (όπως ισχύουν μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 [και προ του N. 5264/2025] και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στην διαδικασία των περιουσιακών διαφορών οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που, «ως γενόμενο κατά τη συζήτηση» σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (βλ. υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ΑΠ ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 223/2024, ΑΠ 920/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016 και υπό το ισχύον δίκαιο ΕφΑΘ 543/2024, ΕφΑΘ 72/2023 όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και για τους ισχυρισμούς που προτείνονται ως αντένσταση κατά καταλυτικών ενστάσεων του εναγομένου (ΑΠ 223/2024, ΑΠ 920/2023 ο.π.) Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως ισχύει προ της τροποποίησής του με το άρθρο 47 του N. 5221/2025, καθώς η ισχύ της νέας διάταξης άρχεται κατ’ άρθρ. 168 § 3 N. 5221/2025 την 01.01.2026) : « Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή, στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238, με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.» Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο της έφεσης και να αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους (ΑΠ 961/2019, ΑΠ 1097/2017, АП I 143/2015, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014). Ειδικότερα δε όσον αφορά την περίπτωση 6 της διατάξεως αυτής, η απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 611/2016, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1087/2014), ο διάδικος δε που προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να επικαλεστεί τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, και από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 172/2023, ΑΠ 824/2022,ΑΠ 961/2019ΑΠ 462/2008 ειδικά δε για το θέμα της αναφοράς στο δικόγραφο της έφεσης, βλ. Σ. Πανταζόπουλος, Ένδικα μέσα και ανακοπές, 2020, σ. 112). Περαιτέρω, ο α.ν. 1846/1951 (A' 179) στο άρθρο 27, του οποίου οι παράγραφοι 3, 4, 5, 6, 7 και 8 αναριθμήθηκαν σε 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αντίστοιχα με την παρ.2 του άρθρου 56 ν. 2676/1999 (A' 1), ορίζει ότι: «1. ... 2 (πρώην 3). Οι απαιτήσεις του Ι.Κ.Α. από ληξιπρόθεσμες εισφορές, πρόσθετα τέλη, προσαυξήσεις, πρόστιμα, τόκους, δικαστικά έξοδα, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και αχρεωστήτως ληφθείσες παροχές εισπράττονται με βάση τη χρονική σειρά βεβαίωσής τους, η οποία προκύπτει από τον αύξοντα αριθμό και την ημερομηνία του τριπλοτύπου βεβαίωσης. [Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 1902/1990 (A' 138), αντικαταστάθηκε εκ νέου ως άνω από την παρ.1 του άρθρου 15 του ν. 2972/2001 (A' 291)]. Η είσπραξη γίνεται από τα ταμεία είσπραξης εσόδων του Ι.Κ.Α. ή από τις ταμειακές υπηρεσίες του, κατά τις διατάξεις του Κανονισμού του Ι.Κ.Α. και κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν.Δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90).... 3 (πρώην 4). Ως τίτλοι δια την βεβαίωσιν και είπραξιν των περί ων ανωτέρω απαιτήσεων χρησιμεύουσιν καταστάσεις οφειλετών. 5...6 (πρώην 7). Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α., για τη βεβαίωση σε ευρεία έννοια όλων των χρηματικών απαιτήσεών του, καθώς και των απαιτήσεων των φορέων, κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών κοινωνικής πολιτικής των οποίων τις εισφορές συνεισπράττει το Ι.Κ.Α., υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία....Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α. προς είσπραξη όλων των χρηματικών απαιτήσεών του, καθώς και των απαιτήσεων των φορέων, κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών κοινωνικής πολιτικής, των οποίων τις εισφορές συνεισπράττει το Ι.Κ.Α., παραγράφεται μετά δεκαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε υπό στενή έννοια (ταμειακά)... Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται για χρηματικές απαιτήσεις μισθολογικών περιόδων μετά την εφαρμογή του θεσμού της Α.Π.Δ... [Η παρούσα παράγραφος, όπως είχε τροποποιηθεί από την παρ.8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997, αντικαταστάθηκε εκ νέου ως άνω από την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2972/2001 (A' 291)]. 7α. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 87 του ν. 2362/1995, περί αναστολής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και των άρθρων 88 και 89 του ίδιου νόμου, περί διακοπής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου και συνεπειών παραγραφής αυτών αντίστοιχα, εφαρμόζονται ανάλογα και στο Ι.Κ.Α.. Όπου στις παραπάνω διατάξεις αναφέρεται Προϊστάμενος της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ή Υπουργός Οικονομικών, νοούνται αντίστοιχα Διευθυντής Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α. ή Διευθυντής Ταμειακής Υπηρεσίας Περιφερειακού η Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. ή Διοικητής Ι.Κ.Α., από τους οποίους ασκούνται οι αντίστοιχες αρμοδιότητες [Η παρούσα παράγραφος προστέθηκε ως άνω με την παρ.8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997, A' 270]. 8 (πρώην 7)....». Επίσης, το εφαρμοστέο για το Δημόσιο ν.δ. 321/1969 «Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» (A' 205), που, ως συγγενές νομοθέτημα είναι ληπτέο υπόψη, δεδομένης της εξαίρεσης του Ι.Κ.Α., με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977 (A' 134), από την εφαρμογή του ν.δ/τος 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (A' 204), όριζε στο άρθρο 89 παρ. 1 ότι: «Η παραγραφή διακόπτεται δια τους λόγους τους προβλεπομένους υπό της ισχυούσης νομοθεσίας, πλην του λόγου της καθ’ οιονδήποτε τρόπον αναγνωρίσεως της αξιώσεως υπό του υποχρέου. Η παραγραφή διακόπτεται επίσης δια της επιβολής κατασχέσεως επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτου ή του εγγυητού αυτού, ευρισκομένων είτε εις χείρας τούτων είτε εις χείρας τρίτων. Από της δια της κατασχέσεως ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως μέχρι της τελεσιδικίας του πίνακος κατατάξεως πάσα πράξις της εκτελέσεως διακόπτει την παραγραφή, η οποία άρχεται εκ νέου από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως της εκτελέσεως (...)». Εξάλλου, ο ν. 2362/1995 («Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού», A' 247) ορίζει στο άρθρο 88 ότι: «1. Την παραγραφή χρηματικής απαιτήσεως του Δημοσίου διακόπτει: α. Η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών και ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή εις χείρας τρίτου, β. Η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη αυτού στον καθ’ ου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα, γ. Η αναγγελία προς επαλήθευση στην πτώχευση είτε του οφειλέτη είτε φυσικού ή νομικού προσώπου μετ’ αυτού συνυποχρέου ή για τα χρέη του οποίου ευθύνεται αυτό. Η αναγγελία στην πτώχευση επάγεται τη διακοπή, εφόσον κοινοποιείται είτε στο γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου είτε στο σύνδικο της πτωχεύσεως. ... δ... ζ. Από της ενάρξεως της κατά τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων διοικητικής (αναγκαστικής) εκτελέσεως μέχρι να καταστεί αμετάκλητος ο πίνακας κατατάξεως δανειστών, κάθε πράξη της εκτελέσεως και κάθε διαδικαστική ως προς τον πίνακα κατατάξεως πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου...4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου οι κατά τις γενικές διατάξεις λόγοι διακοπής της παραγραφής ισχύουν και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου». Κατά το άρθρο 251 του Αστικού Κώδικα, η παραγραφή άρχεται από τη στιγμή που γεννάται η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ενώ κατά το άρθρο 261 του ίδιου Κώδικα η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 260 Α,Κ. η αναγνώριση της αξίωσης από τον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο (ρύθμιση της οφειλής σε δόσεις, μερική καταβολή κλπ) συνιστά γεγονός που διακόπτει την παραγραφή ενώ κατά άρθρο 264 ('Αλλοι τρόποι διακοπής) την παραγραφή διακόπτουν επίσης: 1. η επίδοση επιταγής πληρωμής κάτω από εκτελεστό δικαιόγραφο 2. Η αναγγελία για επαλήθευση σε πτώχευση 3. η αναγγελία για κατάταξη σε πλειστηριασμό 4. η υποβολή ένστασης συμψηφισμού της αξίωσης.. Περαιτέρω, ο ν. 4270/2014 («Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας [ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ] -δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις», A' 143/28-6- 2014) ορίζει στο άρθρο 138 (το οποίο βρίσκεται στο Υποκεφάλαιο 12 του Κεφαλαίου B' του Μέρους Δ' του παραπάνω νόμου) ότι «στην παραγραφή χρηματικής απαίτησης του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες -εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), διακόπτει: α. Η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών, ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή εις χείρας τρίτου ή αν κοινοποιήθηκε στον καθ’ ου η κατάσχεση, β. Η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη αυτού στον καθ’ ου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα, γ. Η αναγγελία προς επαλήθευση στην πτώχευση είτε του οφειλέτη είτε φυσικού ή νομικού προσώπου συνυπόχρεου με αυτόν ή για τα χρέη του οποίου ευθύνεται το πρόσωπο αυτό. Η αναγγελία στην πτώχευση επάγεται τη διακοπή, εφόσον κοινοποιείται είτε στον γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου, είτε στο σύνδικο της πτώχευσης, δ.... ζ. Κάθε πράξη της εκτέλεσης και κάθε διαδικαστική ως προς τον πίνακα κατάταξης πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την έναρξη της κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων διοικητικής (αναγκαστικής) εκτέλεσης μέχρι να καταστεί αμετάκλητος ο πίνακας κατατάξεως δανειστών.... η. Η κοινοποίηση ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή εγγυητή. 2.... 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου οι κατά τις γενικές διατάξεις λόγοι διακοπής της παραγραφής ισχύουν και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου», στο άρθρο 177 ότι « 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις: α. Των άρθρων 1 έως και 108 και του άρθρου 110 του v. 2362/1995. β.„. Οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά στις καταργούμενες κατά τα ανωτέρω διατάξεις νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου» και στο άρθρο 183 ότι « 1. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1.1.2015, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτές ή στην επόμενη παράγραφο. 2. Ειδικότερα: αβγ. Οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 του Κεφαλαίου B' του Μέρους Δ' ισχύουν για απαιτήσεις του Δημοσίου που βεβαιώνονται προς είσπραξη μετά την 1.1.2015. Κατ’ εξαίρεση: αα. οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 136 του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 137 και των περιπτώσεων α και η της παραγράφου 1 του άρθρου 138 εφαρμόζονται και για απαιτήσεις του Δημοσίου που δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ». Εξάλλου, στο άρθρο 95 του ν. 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού- συνταξιοδοτικού συστήματος-Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις, [όπως αυτό τροποποιήθηκε αναδρομικά από 12-5-2016, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 4997/2022, μετά την έκδοσης της υπ'αριθ. 1833/2021 απόφασης της ΟλΣτΕ, που έκρινε περί της συνταγματικότητας ή μη της εικοσαετούς παραγραφής, της παρ. 1, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της από το άρθρο 6 παρ. 1 N. 4997/2022], ορίζεται ότι : «Άρθρο 95. Παραγραφή αξιώσεων Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, η αξίωση του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (е-Е.Ф.КА.) και των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν για την είσπραξη απαιτήσεων από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές και των πάσης φύσεως προσθέτων τελών, τόκων, προσαυξήσεων, προστίμων και επιβαρύνσεων, καθώς και των λοιπών ποσών που συνεισπράττονται με αυτές, υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή που αρχίζει από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο οι απαιτήσεις αυτές βεβαιώθηκαν. Η παραγραφή διακόπτεται στις περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 138 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), περί του καθορισμού των περιπτώσεων διακοπής της παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και με την κοινοποίηση πράξης βεβαίωσης, εν ευρεία ή εν στενή έννοια, προς τον υπόχρεο. 2. Για απαιτήσεις που προέρχονται από ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία που παρασχέθηκε μετά από την 1η. 1.2026 η παραγραφή της παρ. 1 ορίζεται πενταετής. Τέλος, στις παρ. 2 και 3 του ανωτέρω άρθρου 6 του ν. 4997/2022 ορίζονται τα ακόλουθα: «2. Η παρ. 1 δεν επηρεάζει αξιώσεις που είχαν παραγραφεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016. 3. Οφειλές για τις οποίες παρήλθε ο χρόνος παραγραφής της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, όπως διαμορφώνεται με την παρ. 1 του παρόντος, χωρίς να έχει μεσολαβήσει γεγονός που διακόπτει την παραγραφή, θεωρούνται παραγεγραμμένες, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί ατομική ειδοποίηση ή έχει γίνει καταβολή έναντι της βεβαιωθείσας οφειλής ή η οφειλή έχει υπαχθεί σε ρύθμιση μετά το πέρας του χρόνου παραγραφής...». Σύμφωνα με τη νέα διάταξη, η προθεσμία της παραγραφής των αξιώσεων του е-ЕФКА και των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν για την είσπραξη απαιτήσεων από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές (και από παρακολουθηματικές οικονομικές επιβαρύνσεις) ορίζεται δεκαετής, και πενταετής για τις απαιτήσεις του e-ΕΦΚΑ που προέρχονται από ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία που παρασχέθηκε μετά από την 1η-1-2026. Η δεκαετής αυτή προθεσμία είναι από 12-5-2016 ενιαία και περιλαμβάνει τον χρόνο παραγραφής για τη βεβαίωση της οφειλής εν ευρεία έννοια (για την έκδοση δηλαδή της καταλογιστικής πράξης), αλλά και τον χρόνο παραγραφής για την αναγκαστική είσπραξη της οφειλής [σε αντίθεση, δηλαδή, με όσα ίσχυαν υπό το καθεστώς της παρ. 6 (πρώην παρ. 7) του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951 (όπως η παρ. αυτή ίσχυε μετά από την τροποποίησή της δυνάμει του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2972/2001), η οποία είχε ορισθεί ως εφαρμοστέα «διάταξη-γέφυρα» μέχρι τη θέσπιση της νέας διάταξης περί παραγραφής], Η δεκαετής προθεσμία εκκινεί από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο οι απαιτήσεις αυτές βεβαιώθηκαν, (βλ Εγκύκλιος e- ΕΦΚΑ 43/2022, I. Αγγέλου, Οι παραγραφές στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης. Ιστορική αναδρομή, διαχρονικά ζητήματα και επίκαιροι προβληματισμοί, ιδίως μετά από τη ΣτΕ (Ολ.) 1833/2021, ΔτΚΑ 1/2023. 67-69 = sakkoulas-online). Για τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής, η νέα διάταξη παραπέμπει στην παρ. 1 του άρθρου 138 του ισχύοντος «Περί Δημοσίου Λογιστικού» ν. 4270/2014, προσθέτοντας στους εκεί οριζόμενους τρόπους διακοπής της παραγραφής, την περίπτωση της κοινοποίησης πράξης βεβαίωσης, εν ευρεία ή εν στενή έννοια, προς τον υπόχρεο (αναφέρεται εδώ ο νομοθέτης στις «Πράξεις Βεβαίωσης Οφειλής» και στις «Ταμειακές Βεβαιώσεις» των οφειλών από το ΚΕΑΟ).
Το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο με το πρώτο λόγο της με αριθμό κατάθεσης ...-2024 ανακοπή του ζήτησε τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης με την αποβολή του καθ' ου κατά το ποσό των 20.103,03 ευρώ και την κατάταξη στη θέση του ιδίου, επικαλούμενο ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του καθ’ ου, οι οποίες εμπεριέχονται στον συνημμένο πίνακα χρεών στην ως άνω αναγγελία του, βεβαιωθείσες με τις αναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 52.157 ευρώ, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους, εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία, έως και το χρόνο της αναγγελίας του. Με την εκκαλουμένη κρίθηκε επί λέξει ότι «ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του ανακόπτοντος της υπό στοιχείο (α) ανακοπής- καθ' ου η υπό στοιχείο (β) ανακοπή, αφορούν ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες α) βεβαιώθηκαν ταμειακά με την υπ’ αρ. 2025/12.10.2005 τριπλ. βεβαίωση, χρονικής περιόδου έως 31.10.2004, ποσού 5.998,27 ευρώ, από την πρώτη δε μέρα του επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία, ήτοι την 01.01.2005, εκκίνησε η εκ του άρθρου 95 §1 N. 4387/2016, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 6 § 1 N. 4997/2022, προβλεπόμενη δεκαετής παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, η οποία συμπληρώθηκε την 01.01.2015, και ως εκ τούτου κατά το χρόνο επίδοσης της ως άνω αναγγελίας στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο την 08.03.2024 οι εν λόγω απαιτήσεις είχαν ήδη υποπέσει στην κατά τα άνω δεκαετή παραγραφή, β) βεβαιώθηκαν ταμειακά με την υπ’ αρ. 205/12.02.2009 τριπλ. βεβαίωση, χρονικής περιόδου έως 30-9-2008 ποσού 29.801,35 ευρώ, από την πρώτη δε μέρα του επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία, ήτοι την 01.01.2009, εκκίνησε η εκ του άρθρου 95 §1 N. 4387/2016, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 6 § 1 N. 4997/2022, προβλεπόμενη δεκαετής παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, η οποία συμπληρώθηκε την 01.01.2019, και ως εκ τούτου κατά το χρόνο επίδοσης της ως άνω αναγγελίας στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο την 08.03.2024 οι εν λόγω απαιτήσεις είχαν ήδη υποπέσει στην κατά τα άνω δεκαετή παραγραφή, γ) βεβαιώθηκαν ταμειακά με την υπ’ αρ. …2009 τριπλ. βεβαίωση, χρονικής περιόδου έως 31-12-2008 ποσού 14.839,09 ευρώ, από την πρώτη δε μέρα του επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία, ήτοι την 01.01.2009, εκκίνησε η εκ του άρθρου 95 §1 N. 4387/2016, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 6 § 1 N. 4997/2022, προβλεπόμενη δεκαετής παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, η οποία συμπληρώθηκε την 01.01.2019, και ως εκ τούτου κατά το χρόνο επίδοσης της ως άνω αναγγελίας στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο την 08.03.2024 οι εν λόγω απαιτήσεις είχαν ήδη υποπέσει στην κατά τα άνω δεκαετή παραγραφή, δ) βεβαιώθηκαν ταμειακά με την υπ’ αρ. …..2016 τριπλ. βεβαίωση, χρονικής περιόδου έως 31-12-2006 ποσού 149,90 ευρώ, από την πρώτη δε μέρα του επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία, ήτοι την 01.01.2007, εκκίνησε η εκ του άρθρου 95 §1 Ν, 4387/2016, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 6 § 1 N. 4997/2022, προβλεπόμενη δεκαετής παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, η οποία συμπληρώθηκε την 01.01.2017, και ως εκ τούτου κατά το χρόνο επίδοσης της ως άνω αναγγελίας στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο την 08.03.2024 οι εν λόγω απαιτήσεις είχαν ήδη υποπέσει στην κατά τα άνω δεκαετή παραγραφή, και ε) βεβαιώθηκαν ταμειακά με την υπ’ αρ…..2016 τριπλ. βεβαίωση, χρονικής περιόδου έως 31-12-2006 ποσού 1.368,39 ευρώ, από την πρώτη δε μέρα του επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία, ήτοι την 01.01.2007, εκκίνησε η εκ του άρθρου 95 §1 N. 4387/2016, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 6 § 1 N. 4997/2022, προβλεπόμενη δεκαετής παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, η οποία συμπληρώθηκε την 01.01.2017, και ως εκ τούτου κατά το χρόνο επίδοσης της ως άνω αναγγελίας στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο την 08.03.2024 οι εν λόγω απαιτήσεις είχαν ήδη υποπέσει στην κατά τα άνω δεκαετή παραγραφή».
Με τον επικουρικά προβαλλόμενο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης του το εκκαλούν-καθ'ου η ανακοπή παραπονείται, κατά το μέρος που κρίθηκε ότι έχουν παραγραφεί οι απαιτήσεις του για την ασφαλιστέα περίοδο 1-6-2006 έως 31-12-2006, σύμφωνα με τις υπ’ αριθ. .../2006 ΠΕΠΕΕ και.../2006 ΠΕΕ, συνολικού ποσού (κύρια εισφορά και πρόσθετα τέλη) 149,90 ευρώ και 1.368,39 ευρώ. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι οι εν λόγω απαιτήσεις βεβαιώθηκαν ταμειακά στις 12-12- 2016 με τις υπ’ αριθ. τριπλ. …/2016 και …./2016 ταμειακές βεβαιώσεις γεγονός που διέκοψε την παραγραφή αφού δεν παρήλθε χρονικό διάστημα έως και τον χρόνο αναγγελίας του Φορέα (2024) μεγαλύτερο των δέκα ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν ταμειακά οι ανωτέρω ΠΕΠΕΕ και ΠΕΕ ενώ μετά την έκδοση των ανωτέρω πράξεων ταμειακής βεβαίωσης άρχισε νέα ισόχρονη, δεκαετής παραγραφή η οποία θα συμπληρωθεί στις 31-12- 2026, ήτοι πριν από τον χρόνο κοινοποίησης των ανωτέρω πράξεων με τη με αριθ. πρωτ. ...2024 αναγγελία του Διευθυντή του Περιφερειακού ΚΕΑΟ Κεντρικής Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη), με αποτέλεσμα οι ως άνω απαιτήσεις συνολικού ποσού 1.518,29 ευρώ (= 149,90 + 1.368,39) να υφίστανται κατά τον χρόνο αναγγελίας του е-ЕФКА.
Με τον ανωτέρω λόγο, όπως αυτός εκτιμάται από το δικαστήριο, το εκκαλούν επαναφέρει εν μέρει τον πρωτοδίκως προβαλλόμενο με τις έγγραφες προτάσεις του ισχυρισμό -αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικών, δεν προτάθηκε παραδεκτά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλαδή με προφορική ανάπτυξή του και με καταχώρηση της προφορικής προτάσεώς του στα ως άνω πρακτικά, αλλά μόνο με τις έγγραφες προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, όμως, παραδεκτά προβάλλεται ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την υπό κρίση έφεση, κατά το άρθρο 527 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού τα επικαλούμενα από το εκκαλούν πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το νέο αυτό ισχυρισμό, αποδεικνύονται, με βάση όσα εκτίθενται στην έφεση, από έγγραφα, κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και συγκεκριμένα από τον συνημμένο στην αναγγελία πίνακα χρεών αλλά και στην ένδικη ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια. Ο ως άνω, όμως, προβαλλόμενος ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθώς αφενός στηρίζεται στην καταργηθείσα διάταξη της παρ. 6 (πρώην 7) του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2556/1997, όπου γίνονταν διάκριση μεταξύ παραγραφής βεβαιώσεως και παραγραφής εισπράξεως και προέβλεπε αφενός δεκαετή παραγραφή του δικαιώματος του ΙΚΑ για την εν ευρεία έννοια βεβαίωση των οφειλών, αφετέρου δεκαετή παραγραφή του δικαιώματος του προς είσπραξη (εν στενή έννοια βεβαίωση), αρχόμενη από το τέλος του έτους εντός του οποίου έλαβε χώρα η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής, η οποία όμως δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι οι ως άνω απαιτήσεις, πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, στις 12-5-2016, δεν ήταν ήδη παραγεγραμμένες, αφετέρου για την θεμελίωση του επικαλείται ως διακοπτικό γεγονός μόνο την έκδοση στις 12-12-2016 των πράξεων ταμειακής βεβαίωση. Όμως, η έκδοση και μόνο των πράξεων αυτών, χωρίς τη νόμιμη κοινοποίηση αυτών ή της οικείας ατομικής ειδοποίησης προς τον οφειλέτη, στερείται διακοπτικού αποτελέσματος, δεδομένου ότι το εκκαλούν δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει αποδεικτικά κοινοποίησης, ως όφειλε βάσει του βάρους απόδειξης που φέρει.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 193 ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος είτε για τον εις βάρος του καταλογισμό τους, είτε για το ότι καταλογίστηκαν υπέρ αυτού, αλλά σε ποσό μικρότερο από εκείνο που, κατά την άποψή του, έπρεπε να υπολογιστούν (ΑΠ 617/2008, ΑΠ 1306/1990 ΕλλΔικ 33 311, ΕφΠατρ 155/2019, Εφ.ΑΘ. 3080/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Σ. Σαμουήλ: Η Έφεση, έκδοση 2003, παρ. 193). Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1688/2017, ΑΠ 1818/2014, ΑΠ 2193/2013, ΑΠ 1637/2011, ΕφΑιγ84/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 του v. 3693/1957 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων», που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, «1. Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελάχιστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι* όλας τας καθ’ έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς. 2. Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή. 3. Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους», κατ' εξουσιοδότηση δε του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 εκδόθηκε η υπ' αριθ. 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών «Αναπροσαρμογή δικαστικών εξόδων» (ΦΕΚ ΒΊ1/1993), που αναπροσάρμοσε το ανωτέρω χρηματικό όριο στο ποσό των 100.000 δραχμών. Επίσης, στις διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 3 περ. В', Γ και Θ' του ανωτέρω ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4445/2016), ορίζεται ότι στον «Ε.Φ.Κ.Α.» λειτουργεί γραφείο Νομικού Συμβούλου, σύμφωνα με τα εκάστοτε ισχύοντα για το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), απαρτιζόμενο από το αναφερόμενο στο άρθρο αυτό κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ. (περ. Β'), ότι οι μεταφερόμενοι στον «Ε.Φ.Κ.Α » δικηγόροι με έμμισθη εντολή, που υπάγονται στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών αυτού, τελούν υπό την εποπτεία του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου και έχουν προϊστάμενο τον εκάστοτε προϊστάμενο αυτού (περ. Γ) και ότι ο «Ε.Φ.Κ.Α. έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου (περ. Θ').Τέλος, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ: «αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δε θα μπορεί να προσβληθεί. Αν η διοικητική αρχή δεν έχει ακόμη ασχοληθεί με την υπόθεση, το δικαστήριο ορίζει προθεσμία, μέσα στην οποία ο διάδικος οφείλει να προκαλέσει με αίτηση την ενέργεια της αρχής». Παρά τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως, η οποία αναφέρεται σε αναβολή της συζητήσεως, πρόκειται ενταύθα περί αναστολής της δίκης. Από τη διατύπωση και την έννοια της διατάξεως αυτής που έχει θεσπισθεί για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα ή από άλλο λόγο, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής ή αξιώσεως που γενεσιουργό αιτία έχουν την (ήδη παραλλήλως κρινομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής) διαφορά αυτήν και εντεύθεν να διασφαλιστεί το κύρος της δικαιοσύνης, αλλά και για την οικονομία της δίκης, εκεί όπου δεν βοηθάει η ένσταση της εκκρεμοδικίας και η οποία εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου (ΚΠολΔ 524), προκύπτει ότι, εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των αυτών ή διαφόρων προσώπων. Άλλωστε, η ευχέρεια του δικαστηρίου που επιτρέπεται να διαταχθεί και για πρώτη φορά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπάρχει και όταν η διάγνωση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εξαρτάται ολικά ή μερικά από την επίλυση κάποιου ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών προσώπων και εμφανίζεται ως προδικαστικό ζήτημα αυτής, δηλαδή, συναρτάται με κάποια έννομη σχέση, η οποία συνιστά προϋπόθεση για τη γέννηση ή την εξακολούθηση της ισχύος του επίδικου δικαιώματος και προβλέπεται ακόμα ότι αυτή η αυτοτελής στη δεύτερη δίκη διάγνωση του προδικαστικού ζητήματος θα γίνει ταχύτερα και ασφαλέστερα και έτσι θα συντελέσει στη διευκόλυνση ή επιτάχυνση της πορείας της δίκης που θα πρέπει να αναβληθεί. Εκτός όμως από την πρόληψη εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων ο δικαστής που καλείται να αναστείλει τη δίκη σταθμίζει ταυτόχρονα τον κίνδυνο επιβραδύνσεώς της. Η αναστολή που από τη φύση της επιβραδύνει τη διαδικασία, θα πρέπει να ενδείκνυται λόγω των δυσχερειών του εκκρεμούς ζητήματος και να μην παρελκύει απλώς τη δίκη (ΑΠ 1374/2012, ΑΠ 1191/2010, ΑΠ 1530/2009, ΑΠ 263/2008 ΑΠ 729/2006). Συνακόλουθα τούτων, όταν ένα νομικό ζήτημα έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, είναι δυνατή η κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του 249 του ΚΠολΔ, αναστολή της δίκης σε όμοιες υποθέσεις που έχουν ως κύριο ή προδικαστικό το ίδιο νομικό ζήτημα, μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το εν λόγω νομικό ζήτημα, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και να επιτευχθεί η ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας (ΕφΛαρ 115/2019 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
Το εκκαλούν με το τρίτο λόγο της έφεση του προσβάλλει την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξη περί επιβολής των δικαστικών επικαλούμενο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, του άρθρου 5 παρ. 12 του v. 1738/1987 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας ΚΥΑ 134423/1992 και του ν. 4387/1986, οι οποίες προβλέπουν μειωμένη δικαστική δαπάνη και επέβαλε σε βάρος του ως δικαστικά έξοδα το ποσό των 540,00 ευρώ για την πρώτη εφεσίβλητη, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την αιτιολογία ότι η δίκη δεν διεξήχθη δια αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ αυτή δεν έπρεπε να υπερβεί το ποσό των 300,00 ευρώ. Ο λόγος αυτός της έφεσης, παραδεκτά προβάλλεται κατ' άρθρο 193 του ΚΠολΔ, αφού με την ένδικη έφεση προσβάλλεται ταυτόχρονα και η ουσία της υπόθεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη ανωτέρω νομική σκέψη. Για το κρίσιμο, όμως, νομικό ζήτημα για το εάν γενικότερα έχουν οι εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και συγκεκριμένα αν στο ανακόπτον-εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. («е-Е.Ф.К.А.») επιβάλλονται μειωμένα δικαστικά έξοδα, σε περίπτωση ήττας του ή αντιστοίχως, βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας, επιδικάζονται επίσης μειωμένα έξοδα σε περίπτωση νίκης του, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, όταν εκπροσωπείται στο δικαστήριο όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του με σύμβαση έμμισθης εντολής ή από πληρεξούσιο δικηγόρο διορισμένο με απόφαση του Διοικητή του ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου, για χειρισμό συγκεκριμένης υπόθεσης με αμοιβή, έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. 578/2025 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία παραπέμφθηκε στην Πλήρη Πολιτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, το ως άνω νομικό ζήτημα, λόγω γενικοτέρου ενδιαφέροντος, καθόσον τούτο αφορά όχι μόνο την παρούσα υπόθεση, αλλά και ικανό αριθμό συναφών υποθέσεων με διάδικο τον «е-Е.Ф.К.А.» (κατά τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ και 27 παρ. 2 του ν. 4938/2022). Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 του ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν Κατόπιν αυτών, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, αποκλειστικώς, όσον αφορά τον ανωτέρω τρίτο λόγο της έφεσης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το ζήτημα αυτό από την Πλήρη Πολιτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την έφεση κατά της υπ'αριθ. 3172/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία περιουσιακών διαφορών.
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.
-ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ τη συζήτηση της έφεσης, αποκλειστικούς, κατά μέρος της που αφορά τον τρίτο λόγο της, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Πολιτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας ζήτημα, που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 578/2025 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και,
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ'ουσίαν την έφεση ως προς τους λοιπούς λόγους της.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του, στη Θεσσαλονίκη, στις 12 Φεβρουάριου 2026, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ