ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ 8o - ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ Α246/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2025, με δικαστή τον Νικόλαο Ζαμπούκα, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα την Ειρήνη Γκόγκα, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης 14.5.2025 (εθνικός αριθμός υπόθεσης: …, αριθμός εισαγωγικού δικογράφου: …/2025),

του …, κατοίκου … Αττικής (οδός ….), ο οποίος δεν παραστάθηκε,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από την Προϊσταμένη της Τελωνειακής Περιφέρειας Αττικής Ε.Γ., η οποία παραστάθηκε, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α’ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), με την κατατεθείσα την 3.9.2025 δήλωση της ιδίας.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

σκέφθηκε κατά τον νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. το με κωδικό πληρωμής …. ηλεκτρονικό παράβολο), ο προσφεύγων ζητεί παραδεκτώς, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, να ακυρωθεί η επί της υπ’ αριθμ. COM …2025 δήλωσης ειδικού φόρου κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών από 8.5.2025 πράξη χρέωσης τέλους ταξινόμησης ποσού 6.182,33 ευρώ, που καταλογίσθηκε σε βάρος του από το αρμόδιο όργανο του ... Τελωνείου Πειραιά, για την οριστική εισαγωγή και παραλαβή ενός ιδιωτικής χρήσης επιβατικού (ΙΧΕ) αυτοκινήτου από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, ο προσφεύγων ζητεί να υποχρεωθεί το καθ’ ου να του επιστρέψει το ανωτέρω ποσό, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, νομιμοτόκως από την κατάθεση της υπό κρίση προσφυγής, άλλως, επικουρικώς, αν ήθελε κριθεί ότι δικαιούται απαλλαγής του 80% του επιδίκου τέλους, να του καταβάλει το ποσό των 4.945,86 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, νομιμοτόκως από την κατάθεση της προσφυγής.

2. Επειδή, στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 28ης Μαρτίου 1983 «σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές, από Κράτος μέλος, προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες» (L 105 της 23.4.1983) [κωδικοποιηθείσας με την οδηγία 2009/55/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2009 «σχετικά με τις φορολογικές απαλλαγές που εφαρμόζονται στις οριστικές εισόδους, από κράτος μέλος, προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες» (L 145 της 10.6.2009)], ορίζονται τα εξής: «Πεδίο εφαρμογής 1. Τα Κράτη μέλη παρέχουν, υπό τις προϋποθέσεις και στις περιπτώσεις που αναφέρονται κατωτέρω, απαλλαγή από το φόρο κύκλου εργασιών, τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και τους άλλους φόρους καταναλώσεως οι οποίοι συνήθως επιβάλλονται κατά την οριστική εισαγωγή, από ιδιώτες, προσωπικών ειδών προελεύσεως άλλου Κράτους μέλους. 2. Η παρούσα οδηγία δεν αφορά τους ειδικούς ή/και τους περιοδικά καταβαλλόμενους φόρους και τέλη που αφορούν τη χρήση των εν λόγω ειδών στο εσωτερικό της χώρας, όπως π.χ. τέλη που εισπράττονται κατά την έκδοση άδειας κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, τέλη τηλεοράσεως». Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 στοιχείο α΄ του άρθρου 7 της εν λόγω οδηγίας 83/183/ΕΟΚ, όπως η παράγραφος αυτή αριθμήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχείο α’ της οδηγίας 89/604/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 23ης Νοεμβρίου 1989 (L 348 της 29.11.1989), ορίζεται ότι: «Η ατέλεια του άρθρου 1 παρέχεται, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 2 μέχρι 5, για την εισαγωγή προσωπικών ειδών που πραγματοποιείται από ιδιώτη λόγω μεταφοράς της συνήθους κατοικίας του». Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο ... της οδηγίας αυτής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 της ως άνω τροποποιητικής οδηγίας 89/604/ΕΟΚ, ορίζεται ότι: «Η ατέλεια του άρθρου 1 παρέχεται για τα προσωπικά είδη τα οποία: α) … β) χρησιμοποιούσε πράγματι ο ενδιαφερόμενος πριν από τη μεταφορά της κατοικίας ή τη δημιουργία δευτερεύουσας κατοικίας. Προκειμένου για οδικά οχήματα με κινητήρα … τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν να έχουν χρησιμοποιηθεί από τον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον επί έξι μήνες πριν από τη μεταφορά κατοικίας …». Στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 της ως άνω οδηγίας 83/183/ΕΟΚ ορίζεται δε η συνήθης κατοικία, ως εξής: «Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ως “συνήθης κατοικία” νοείται ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον 185 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών ή, στην περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί μεταξύ αυτού του ατόμου και του τόπου στον οποίο κατοικεί. Εντούτοις, η συνήθης κατοικία ατόμου, του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλον από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο, για το λόγο αυτό, υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διάφορους τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα Κράτη μέλη, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών, με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό. Ο τελευταίος αυτός όρος δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε ένα Κράτος μέλος για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια …». Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άρθρου 11 της αυτής οδηγίας 83/183/ΕΟΚ: «Τα Κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να διατηρήσουν ή/και να θεσπίσουν, σχετικά με την παροχή ατέλειας προϋποθέσεις ευνοϊκότερες από αυτές που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ...». Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 της οδηγίας 91/680/ΕΟΚ (ΕΕ L 376) και 3 παρ. 1, 3 και 23 παρ. 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ (ΕΕ L 76), στις 31 Δεκεμβρίου 1992 οι διατάξεις της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ έπαυσαν να παράγουν αποτελέσματα, μόνον καθ’ όσον αφορά στο φόρο προστιθέμενης αξίας καθώς και στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης για τα ορυκτέλαια, το οινόπνευμα, τα αλκοολούχα ποτά και τα βιομηχανοποιημένα καπνά. Συνεπώς, η ανωτέρω οδηγία συνεχίζει να ισχύει, ως προς τον εννοιολογικό προσδιορισμό της "συνήθους κατοικίας" σε σχέση με άλλους φόρους κατανάλωσης, επιβαλλομένους κατά την οριστική εισαγωγή λοιπών προσωπικών ειδών, όπως αυτοκινήτων οχημάτων (ΣτΕ412/2018, 3/2009, 1405/2008).

3. Επειδή, με τη Δ.264/23/8.3.1985 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (... 139) μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη, η ανωτέρω οδηγία 83/183/EOK του Συμβουλίου της 28ης Μαρτίου 1983 καθώς και ο κανονισμός 918/83 του Συμβουλίου της 28ης Μαρτίου 1983 για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών. Η ως άνω υπουργική απόφαση κυρώθηκε με τον ν. 1591/1986 (Α΄ 50), αργότερα, όμως, αντικαταστάθηκε με τη Δ.245/11/1.3.1988 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (... 195), με την οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη και η οδηγία 83/181/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 28ης Μαρτίου 1983 για την απαλλαγή από τον φόρο προστιθέμενης αξίας ορισμένων οριστικών εισαγωγών αγαθών. Η υπουργική αυτή απόφαση κυρώθηκε με το άρθρο 11 του ν. 1839/1989 (Α’ 90) και, στη συνέχεια, τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2187/1994 (Α’ 16), κατόπιν της απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 2ας Αυγούστου 1993, στην υπόθεση C-9/92. Στο άρθρο 1 της ως άνω Δ.245/11/1.3.1988 υπουργικής απόφασης, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι προ της κατάργησής της με την παρ. 3 του άρθρου 203 του ν. 5222/2025 (Α’ 134/28.7.2025), και σε αντιστοιχία με τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ορίζονταν τα ακόλουθα: «1. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες παρέχεται απαλλαγή από δασμούς και λοιπούς φόρους για προσωπικά είδη που εισάγονται από ιδιώτες. 2. Η απόφαση αυτή δεν παρέχει απαλλαγή από τους ειδικούς ή τους περιοδικά καταβαλλόμενους φόρους και τέλη που αφορούν την χρήση των προσωπικών ειδών στο εσωτερικό της χώρας, όπως π.χ. τέλη που εισπράττονται κατά την έκδοση άδειας κυκλοφορίας αυτοκινήτων, τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτων, τέλη ραδιοφωνίας, τηλεόρασης και λοιπά». Στο δε άρθρο 2 παρ. 1 περ. ... της ίδιας υπουργικής απόφασης δινόταν ο ορισμός των «λοιπών φόρων», ως εξής: «”Λοιποί φόροι”: Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, καθώς και κάθε άλλη επιβάρυνση που εισπράττεται κατά την εισαγωγή για την θέση σε ανάλωση (τελωνισμό) των εισαγομένων αγαθών». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ίδιας απόφασης: «Με την επιφύλαξη των άρθρων 4 έως 12, απαλλάσσονται από δασμούς και λοιπούς φόρους, τα προσωπικά είδη που εισάγονται από φυσικά πρόσωπα τα οποία μεταφέρουν πραγματικά τη συνήθη κατοικία τους, από άλλη χώρα, στην Ελλάδα», ενώ, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 αυτής: «Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, η απαλλαγή του άρθρου 3 περιορίζεται στα προσωπικά είδη τα οποία: α. εφόσον πρόκειται για “μέσα μεταφοράς”, βρίσκονταν στην κυριότητα του δικαιούχου προσώπου και χρησιμοποιήθηκαν από αυτό στον τόπο της προηγούμενης κατοικίας του, τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν μεταφέρει τη συνήθη κατοικία του στην Ελλάδα. β. …». Επίσης, στο άρθρο 2 παρ. 1 περ. γ' της αυτής ως άνω υπουργικής απόφασης, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 του ν. 2187/1994, δινόταν ο ορισμός της συνήθους κατοικίας, σε αντιστοιχία με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ, ειδικότερα δε ορίζονταν τα εξής: «“συνήθης κατοικία”: ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως δηλαδή τουλάχιστον εκατόν ογδόντα πέντε (185) ημέρες, συνεχείς ή όχι, ανά ημερολογιακό έτος, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών ή σε περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών, από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί αυτού του ατόμου και του τόπου στον οποίον κατοικεί. Εν τούτοις, η συνήθης κατοικία ατόμου, του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για τον λόγο αυτό, υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διάφορους τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών δεσμών, με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό. Ο τελευταίος αυτός όρος δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε μία χώρα για την εκτέλεση επαγγελματικής αποστολής με καθορισμένη διάρκεια …». Εξάλλου, στο άρθρο 25 παρ. 1 και 2 της εν λόγω υπουργικής απόφασης (υπό το Κεφάλαιο Η’) είχαν οριστεί τα εξής: «1. Οι απαλλαγές του άρθρου 3 της απόφασης αυτής χορηγούνται στα προσωπικά είδη που εισάγονται από Έλληνες υπηκόους με συνήθη κατοικία στην Ελλάδα, οι οποίοι αναχώρησαν από την Ελλάδα για να εργαστούν στο εξωτερικό, όπου παραμένουν εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης ή όχι εργασίας, πάνω από δύο (2) συνεχή χρόνια και μετά τη λήξη της εργασίας τους επιστρέφουν στην Ελλάδα για οριστική εγκατάσταση. 2. Στα δικαιούχα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου υπάγονται και οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι (περιλαμβανομένων και των διπλωματικών), οι δικαστικοί υπάλληλοι, οι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Λιμενικού Σώματος, που παραμένουν στο εξωτερικό πάνω από δύο (2) συνεχή χρόνια αποκλειστικά και μόνο για την εκτέλεση της υπηρεσίας τους και με τη λήξη της υπηρεσίας τους επιστρέφουν στην Ελλάδα με μετάθεση ή οριστικά». Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 26, «Οι απαλλαγές του άρθρου 25 παρέχονται στα δικαιούχα πρόσωπα με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 5 έως 11 που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στα πρόσωπα του παρόντος Κεφαλαίου …». Επακολούθησε ο ν. 2459/1997 «Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις» (Α’ 17), στο άρθρο 6 του οποίου ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Καταργούνται οι διατάξεις: 1) … 13) Των άρθρων 25 και 26 της Δ.245/11/1.3.1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών … που αναφέρονται στην ατέλεια των προσωπικών ειδών των Ελλήνων εργαζομένων στο εξωτερικό, και μόνον όσον αφορά τα μέσα μεταφοράς … 14) … Η ισχύς αυτού του άρθρου αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 1997 …».

4. Επειδή, με την ως άνω Δ.245/11/1.3.1988 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών αντιμετωπίσθηκαν ενιαία οι φορολογικές απαλλαγές κατά τις οριστικές εισαγωγές προσωπικών ειδών ιδιωτών τόσο από χώρες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας όσο και από τρίτες χώρες. Η έννοια δε της συνήθους κατοικίας που περιεχόταν στην προαναφερόμενη υπουργική απόφαση παρίστατο ταυτόσημη με την έννοια της συνήθους κατοικίας που περιέχεται στην οδηγία 83/183/ΕΟΚ, η οποία, όπως έγινε δεκτό στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) της 26.4.2007 (υπόθεση C-392/05), περιλάμβανε και την περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων και των μελών του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Λιμενικού Σώματος που διέμεναν μαζί με τα μέλη της οικογενείας τους επί 185 τουλάχιστον ημέρες ανά έτος σε άλλο κράτος μέλος για την εκτέλεση υπηρεσιακής αποστολής με καθορισμένη διάρκεια στο άλλο αυτό κράτος μέλος. Ως εκ των ανωτέρω, μετά την κατάργηση των άρθρων 25 και 26 της Δ.245/11/1.3.1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με το άρθρο 6 του ν. 2459/1997, οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί κ.λπ. που παρέμεναν στο εξωτερικό με αποστολή για περισσότερα από δύο συνεχή χρόνια, εξακολουθούσαν μεν να τυγχάνουν των αυτών ατελειών, όχι, όμως, δυνάμει των καταργηθεισών διατάξεων των άρθρων 25 και 26 της ως άνω υπουργικής απόφασης που παρείχαν τις εν λόγω ατέλειες και σε όσους δεν είχαν μεταφέρει τη συνήθη κατοικία τους στο εξωτερικό, αλλά δυνάμει της διάταξης του άρθρου 3 της πιο πάνω υπουργικής απόφασης, υπό τις προϋποθέσεις που τίθεντο στη διάταξη αυτή και όσο αυτή ίσχυε προ την κατάργησής της με την παρ. 3 του ν. άρθρου 203 του ν. 5222/2025, ήτοι, εφόσον αποδεικνύεται ότι απέκτησαν συνήθη κατοικία σε άλλη χώρα, γεγονός το οποίο δεν αποκλείεται, για την ταυτότητα του λόγου σε σχέση με τα γενόμενα δεκτά από το ΔΕΚ, εκ του ότι διέμεναν στην άλλη χώρα για την εκτέλεση υπηρεσιακής αποστολής με καθορισμένη διάρκεια (ΣτΕ 2970/2019, 93/2018, 2796 -7/2017, 5/2015, 4569/2014, 703/2011, 1025/2009 επταμ.). Η απόδειξη, πάντως, αυτή δεν απαιτείται, προκειμένου για διπλωματικούς ή άλλους υπαλλήλους, που διέμεναν σε μια χώρα για την εκτέλεση επαγγελματικής αποστολής με καθορισμένη διάρκεια, δεδομένου ότι αυτοί θεωρείται ότι είχαν πάντα τους προσωπικούς τους δεσμούς στη χώρα αυτή (ΣτΕ 2602/2018).

5. Επειδή, κατά την εισαγωγή αυτοκινήτου από άλλο κράτος μέλος στην Ελλάδα προβλεπόταν, δυνάμει των άρθρων 75 και 89 του ν. 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις» (Α’ 48), που μετέφερε στην ελληνική έννομη τάξη την προαναφερθείσα οδηγία 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, η επιβολή, αφενός μεν, ειδικού φόρου κατανάλωσης, αφετέρου, δε, εφάπαξ πρόσθετου τέλους ταξινόμησης. Περαιτέρω, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1 έως 21 και της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 2682/1999 (Α’ 16) προβλέφθηκε ότι επιβατικά αυτοκίνητα, κατά την εισαγωγή τους από άλλο κράτος μέλος, υποβάλλονται πλέον σε (ενιαίο) τέλος ταξινόμησης. Οι διατάξεις, όμως, αυτές καταργήθηκαν, από 1.1.2002, με το άρθρο 184 του ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α΄ 265 - εφεξής Ε.Τ.Κ.), όπως αυτός ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι προ της κατάργησής του με την παρ. 1 άρθρου 203 του προαναφερόμενου ν. 5222/2025. Ειδικότερα, στο Τέταρτο Μέρος του, ο Ε.Τ.Κ. όριζε στο άρθρο 120 ότι: «Για την εφαρμογή των διατάξεων του τέταρτου μέρους του παρόντα Κώδικα νοούνται ως: α) “Κοινοτικά Οχήματα”: Τα αυτοκίνητα οχήματα … που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης Ε.Ο.Κ.. β) “Αποστολή ή Μεταφορά”: Κάθε αποστολή ή μεταφορά που αρχίζει σε άλλο Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και καταλήγει στο εσωτερικό της χώρας. Η έννοια της μεταφοράς περιλαμβάνει και τα οχήματα που μεταφέρονται αυτοδύναμα … ε) “Συνήθης κατοικία”: Ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον εκατόν ογδόντα πέντε (185) ημέρες συνεχείς ή όχι ανά δωδεκάμηνο, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών, ή σε περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί μεταξύ αυτού του ατόμου και του τόπου στον οποίο κατοικεί. Εν τούτοις η συνήθης κατοικία ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για το λόγο αυτόν υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διάφορους τόπους, που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτόν. Ο τελευταίος αυτός όρος δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε μία χώρα για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια …». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρο 121 του ίδιου Κώδικα οριζόταν ότι: «Επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Κανονισμός ΕΟΚ 2658/1987 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 ΕΕ I της 7-9-1987), υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης επί της φορολογητέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται σύμφωνα με το άρθρο 126 του ν. 2960/2001 και το άρθρο 4 του ν. 1573/1985 (Α’ 201)», στο άρθρο 128 ότι: «1. Η υποχρέωση καταβολής του τέλους ταξινόμησης γεννάται: - για τα κοινοτικά οχήματα και για τα προερχόμενα από τρίτες χώρες κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας. 2. Το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται πριν τη θέση των οχημάτων σε κυκλοφορία και για τα οχήματα των άρθρων 121, 122, 123 και 124 του παρόντα Κώδικα, το αργότερο: - για τα μεταφερόμενα ή αποστελλόμενα από τα λοιπά Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού. Εφόσον υποβληθεί πριν από την ημέρα αυτή, η ειδική δήλωση της παραγράφου 2 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα, το τέλος καθίσταται απαιτητό την ημερομηνία αποδοχής της ειδικής δήλωσης. - για τα εισαγόμενα οχήματα, τη 15η ημέρα από τη θέση αυτών σε ανάλωση ή την ημερομηνία αποδοχής του σχετικού παραστατικού της παραγράφου 3 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα, εφόσον αυτό κατατεθεί νωρίτερα ...», στο άρθρο 130 ότι: «1. Υπόχρεος στην καταβολή του τέλους ταξινόμησης είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. 2. Για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής ενωσιακών οχημάτων, υποβάλλεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ειδική δήλωση μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το τέλος καθίσταται απαιτητό και οπωσδήποτε πριν από την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας … 5. Μετά την είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και των λοιπών επιβαρύνσεων ή τη νόμιμη οριστική απαλλαγή από αυτά εκδίδονται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή αποδεικτικό είσπραξης και πιστοποιητικό ταξινόμησης ή τελωνισμού του οχήματος. 6. …» και στο άρθρο 131 ότι: «Οι διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται ανάλογα και για τις επιβαρύνσεις των κοινοτικών οχημάτων». Προσέτι, στο άρθρο 132 του ανωτέρω Κώδικα, όπως ίσχυε με την προσθήκη της περίπτωσης γ΄ της παρ. 3 με το άρθρο 1 παρ. 48 του ν. 3583/2007 (Α’ 142), οριζόταν ότι: «1. … 2. Όπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται πλήρης απαλλαγή από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος επιβατικών αυτοκινήτων, θα παρέχεται, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις, πλήρης απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης. 3. Όπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται πλήρης απαλλαγή μόνο από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), θα παρέχεται, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις, απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης ως ακολούθως: α) Για τα επιβατικά οχήματα … ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) του προβλεπόμενου κατά περίπτωση τέλους ταξινόμησης. β) … γ) Για τα επιβατικά οχήματα ή αυτοκινούμενα τροχόσπιτα και μοτοσικλέτες, που παραλαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.245/88 ΑΥΟ (ΦΕΚ 195 ...), που κυρώθηκε με το ν. 1839/1989 (ΦΕΚ 90 Α), για τα οποία πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 1α του άρθρου 5 της απόφασης αυτής, πλήρης απαλλαγή του προβλεπόμενου κατά περίπτωση τέλους ταξινόμησης. 4. …». Επιπλέον, στο άρθρο 141 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα προβλεπόταν ότι: «Όπου στις κείμενες διατάξεις και στις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες διοικητικές πράξεις αναφέρεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) αυτοκινήτων οχημάτων ή εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος νοείται εφεξής τέλος ταξινόμησης».

6. Επειδή, με το φορολογικό σύστημα που εισήχθη με τον ν. 2682/1999 καταργήθηκαν ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος και αντικαταστάθηκαν από ενιαίο τέλος με την ονομασία «τέλος ταξινόμησης» (ΣτΕ 1136/2011, 597/2011, 1025, 1033/2009 7μ., 2/2009). Από τις διατάξεις δε του Ε.Τ.Κ. (ν. 2960/2001) που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης για το τέλος ταξινόμησης είναι η είσοδος του οχήματος στο εσωτερικό της χώρας, το τέλος δε αυτό καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται πριν από τη θέση του οχήματος σε κυκλοφορία και αποτελεί, όπως και ο καταργηθείς ειδικός φόρος κατανάλωσης, φορολογική επιβάρυνση που συναρτάται με το γεγονός της εισαγωγής του, ασυνδέτως προς τη χρήση του εντός της ελληνικής επικράτειας. Υπό την έννοια αυτή, αποτελεί φόρο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της φορολογικής ατέλειας που προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 περ. ... της Δ.245/11/1.3.1988 υπουργικής απόφασης. Περαιτέρω, και δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η εν λόγω φορολογική ατέλεια των προσώπων που υπάγονται στο Κεφάλαιο ... (άρθρα 3 επόμενα) της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, ίσχυε μόνο για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και όχι και για το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος, τα επιβατικά οχήματα που παραλαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας υπουργικής απόφασης και εφόσον πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 1 περ. α΄ του άρθρου 5 της απόφασης αυτής, απαλλάσσονται πλήρως από το τέλος ταξινόμησης, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη της περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 132 του ν. 2960/2001 που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 48 του ν. 3583/2007 (πρβλ. ΣτΕ 2083/2017, 64/2015, 5/2015, 4565/2014, 1136/2011, 597/2011, 1025,1033/2009 7μ., 2/2009).

7. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 32 παρ. 1 του Ε.Τ.Κ. προβλεπόταν ότι: «Τα ποσά που εισπράχθηκαν από τα Τελωνεία αχρεωστήτως επιστρέφονται άτοκα στο δικαιούχο, εάν, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριών (3) ετών από την ημερομηνία βεβαίωσής τους, αυτός υποβάλλει σχετική αίτηση στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή επισυνάπτοντας τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται ... Εάν η αχρεώστητη είσπραξη έχει αναγνωριστεί ή βεβαιωθεί με απόφαση του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου, ο δικαιούχος πρέπει μέσα σε ένα (1) έτος, από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, να υποβάλει σχετική αίτηση περί επιστροφής στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ... Έντοκη επιστροφή επιτρέπεται εάν και εφόσον η σχετική αίτηση υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι (6) μηνών, που αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από το μήνα κατά τον οποίο κοινοποιήθηκε στην Τελωνειακή Αρχή η απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου. Η μη υποβολή της αίτησης επιστροφής εμπρόθεσμα συνεπάγεται την παραγραφή του δικαιώματος έντοκης επιστροφής του δικαιούχου». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε περίπτωση καταβολής τελών κ.λπ., χωρίς να υφίσταται νόμιμη προς τούτο υποχρέωση του καταβαλόντος, αυτός έχει κατά του Δημοσίου απαίτηση επιστροφής του παρανόμως εισπραχθέντος ποσού, η απαίτηση δε αυτή, του νόμου μη διακρίνοντος, δεν εξαρτάται από κάποια άλλη θετική ή αρνητική προϋπόθεση και ειδικότερα δεν προϋποθέτει ότι η διαδικασία του τελωνισμού δεν τελειώθηκε ή ότι η καταβολή έγινε υπό επιφύλαξη, η ανεπιφύλακτη δε καταβολή δεν συνιστά πάντως παραίτηση από την απαίτηση αυτή και ο δικαιούχος μπορεί να επικαλεσθεί για τα υπ' αυτού εισαχθέντα εμπορεύματα, όπως περιγράφονται στη σχετική διασάφηση, λόγους αχρεωστήτου, όπως η απαλλαγή από τη σχετική φορολογική υποχρέωση, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν, το πρώτον είτε με αίτηση προς την τελωνειακή αρχή είτε και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (πρβλ. ΣτΕ 1903/2009 επταμ. σκ. 13η, 2615/2002 σκ. 2η, βλ. ΔΕφΠειρ. 838/2022, 1562/2019, 2557/2017).

8. Επειδή, περαιτέρω, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 2970/2019 σκ.12, 2190-1/2014 Ολομ.), οι διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 του ν. 1473/1984 (Α’ 127), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2120/1993 (Α’ 24), καθ’ ο μέρος ορίζουν ότι, επί επιστροφής φόρων, δασμών, κλπ. αχρεωστήτως καταβληθέντων κατά τα κριθέντα με οριστική δικαστική απόφαση, η τοκοφορία αρχίζει μετά την πάροδο εξαμήνου από την πρώτη του μήνα του επομένου της κοινοποίησης στη φορολογική αρχή της δικαστικής απόφασης, έχουν ως συνέπεια την μη προσήκουσα αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας του αχρεωστήτως καταβαλόντος τον φόρο, η οποία προκλήθηκε από τη διαγνωσθείσα ως εξαρχής αχρεώστητη καταβολή του φόρου. Η ρύθμιση αυτή είναι ασύμβατη με τα άρθρα 4 παρ. 5 του Συντάγματος περί ισότητας των πολιτών ενώπιον των δημοσίων βαρών και 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) περί προστασίας της ιδιοκτησίας και, συνακόλουθα, ανίσχυρη. Και τούτο, διότι η υποχρέωση καταβολής τόκων, που εξ ορισμού αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας από στέρηση περιουσιακών στοιχείων, περιορίζεται στο χρονικό διάστημα μετά την πάροδο εξαμήνου από την πρώτη του μηνός του επομένου της κοινοποίησης στη φορολογική αρχή της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου και, συνεπώς, αφήνει ακάλυπτο μακρό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο φορολογούμενος υφίσταται μη νομίμως περιουσιακή ζημία και του οποίου χρονικού διαστήματος η διάρκεια εξαρτάται από γεγονότα εκτός του πεδίου επιρροής του, όπως ο χρόνος συζήτησης της υπόθεσης και της δημοσίευσης και κοινοποίησης της απόφασης. Επομένως, κατά τα ως άνω κριθέντα, ο χρόνος έναρξης της τοκοφορίας ρυθμίζεται, κατ’ αρχήν, από την προγενέστερη διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6/10.7.1944, η οποία εφαρμόζεται και επί οφειλής που απορρέει από σχέση δημοσίου δικαίου, όπως η φορολογική, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις. Επιπλέον, όπως συναφώς κρίθηκε, κατ’ επίκληση πάγιας νομολογίας του ΔΕΕ (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 18-4-2013, C-565/2011, Mariana Irimie, σκ.21-26, της 19-7-2012, C-591/2010, Littlewoods Retail, σκ.24-34 και την σε αυτές παρατιθέμενη νομολογία), αφού λήφθηκε υπόψη ότι εθνικό σύστημα το οποίο περιορίζει τους τόκους στους γεγενημένους από την επομένη της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης επιστροφής του αχρεωστήτως εισπραχθέντος φόρου δεν συνάδει προς τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου, διότι η ζημία του αχρεωστήτως καταβαλόντος χωρεί, κατ’ αρχήν, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας της αχρεώστητης καταβολής του φόρου και της ημερομηνίας επιστροφής αυτού, κρίθηκε ότι και οι διατάξεις της προγενέστερης διάταξης του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944) αντίκεινται στο ενωσιακό δίκαιο, κατά το μέρος που ορίζουν ως χρόνο έναρξης της τοκοφορίας εκείνον της άσκησης της προσφυγής με την οποία υποβάλλεται το αίτημα για επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου (ΣτΕ 2812/2018, 412/2018, 2083/2017, 4054-5/2014, κ.ά).

9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο προσφεύγων, μόνιμος εν ενεργεία αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού (ΑΜ: ...), με συνεχή στρατιωτική υπηρεσία, τοποθετήθηκε στις ...στο JFCNP που εδρεύει στη Νάπολη της Ιταλίας με επαναπατρισμό αυτού το έτος … σύμφωνα με την ΕΠΦ….. Φεβ 2025/ΓΕΝ/Β3 διαταγή (σχετ. η από …. βεβαίωση του Διευθυντή του Εθνικού Γραφείου Υποστήριξης του JFC HQ NAPLES σε συνδυασμό με το … φύλλο πορείας ΝΑΤΟ). Κατά την ως άνω παραμονή του στην Ιταλία, και πιο συγκεκριμένα στις 2.12.2022, ο προσφεύγων αγόρασε ένα επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας ...., μοντέλου U11, έκδοσης X1 sDrive18i, κυβισμού 1499 cc, με αριθμό πλαισίου ….. Ακολούθως, ο προσφεύγων, με την κατάθεση της COM …. δήλωσης ειδικού φόρου κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών στο B΄ Τελωνείο Πειραιά, ζήτησε τον τελωνισμό και την παραλαβή του ως άνω αυτοκινήτου, με χώρα αποστολής την Ιταλία και στατιστική αξία 34.700,00 ευρώ. Με την κατάθεση της ως άνω ειδικής δήλωσης ο προσφεύγων προσκόμισε και προσάρτησε επ’ αυτής τα αναγραφόμενα στη θέση 44 της ανωτέρω δήλωσης έγγραφα. Το ως άνω αυτοκίνητο παραλήφθηκε από τον προσφεύγοντα στις 8.5.2025, αφού αυτός κατέβαλε το τέλος ταξινόμησης ποσού 6.182,33 ευρώ (σχετ. το από 8.5.2025 αποδεικτικό ηλεκτρονικής είσπραξης).

10. Επειδή, ήδη με την κρινόμενη προσφυγή, ο προσφεύγων ζητεί να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη χρέωσης, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του τέλος ταξινόμησης ποσού 6.182,33 ευρώ, και περαιτέρω, να υποχρεωθεί το καθ’ ου να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, άλλως επικουρικώς, το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 80% του προαναφερθέντος τέλους, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, με τον νόμιμο τόκο από την κατάθεση της προσφυγής, προβάλλοντας ότι μη νόμιμα, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου καθώς και της διάταξης του άρθρου 3 της Δ.245/11/1.31993 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, εισπράχθηκε από το καθ’ ου Δημόσιο το ως άνω ποσό, καθόσον, ως μόνιμος κάτοικος αλλοδαπής κατά το χρονικό διάστημα από ...έως 10.5.2025, για την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτήν υπηρεσίας, ήταν δικαιούχος της σχετικής ατέλειας Προς απόδειξη των ισχυρισμών του επικαλείται και προσκομίζει: α) την από 17.3.2025 βεβαίωση του Διευθυντή του Εθνικού Γραφείου Υποστήριξης του JFC HQ NAPLES και το … φύλλο πορείας ΝΑΤΟ, β) το από 15.4.2022 συμβόλαιο μίσθωσης ακινήτου μετά της μετάφρασής του από την ιταλική στην ελληνική γλώσσα, γ) το από 22.10.2025 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασής του καθώς και φωτοαντίγραφα των ειδικού τύπου ταυτοτήτων (NATO ID CARD) που είχαν χορηγηθεί στη σύζυγο και στο τέκνο του προσφεύγοντος, δ) το … ξενόγλωσσο τιμολόγιο αγοράς του επίμαχου οχήματος μετά της μετάφρασής του από την ιταλική στην ελληνική γλώσσα, ε) την από 13.4.2025 δήλωση άφιξης οχήματος, στ) την COM …. δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών και ζ) το από 8.5.2025 αποδεικτικό ηλεκτρονικής είσπραξης του επιδίκου τέλους. Αντιθέτως, το καθ’ ου Δημόσιο, με την από 2.9.2025 έκθεση απόψεων της Προϊσταμένης της Τελωνειακής Περιφέρειας Αττικής, ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης προσφυγής, προβάλλοντας ότι ο προσφεύγων, με την κατάθεση της επίδικης δήλωσης, δεν ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις περί ατελείας των μετοικούντων ούτε προσκόμισε τα απαραίτητα έγγραφα και δικαιολογητικά ατελείας, αλλά μόνο τα μνημονευόμενα στην επίδικη δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών (θέση 44) έγγραφα. Περαιτέρω, το καθ’ ου υποστηρίζει ότι δεν προκύπτει ότι ο προσφεύγων είχε μεταφέρει τη συνήθη κατοικία του στην Ιταλία κατά το διάστημα που επικαλείται, καθόσον παρέμεινε στην εν λόγω χώρα για ορισμένο χρονικό διάστημα, αποκλειστικά και μόνο για την εκτέλεση της υπηρεσίας του και με τη λήξη αυτής επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα. Δεν προκύπτει, δηλαδή, ότι είχε μεταφέρει στη χώρα αυτή εκτός από τους επαγγελματικούς και τους προσωπικούς της δεσμούς [όπως π.χ. στοιχεία μόνιμης διαμονής και εργασίας, φορολογικά στοιχεία υποβαλλόμενα στην αλλοδαπή, στοιχεία κοινωνικής ασφάλισης στην αλλοδαπή, τυχόν στοιχεία φοίτησης τέκνων, στοιχεία ιδιόκτητης ή μισθωμένης οικίας, στοιχεία τρεχουσών συναλλαγών (λογαριασμών κοινής ωφελείας, κλπ.) στην αλλοδαπή, κλπ.] και ότι, ως εκ τούτων, δεν απέδειξε, ως φέρων το βάρος απόδειξης, ότι πληρούσε τους όρους και τις προϋποθέσεις για τον τελωνισμό του εν λόγω αυτοκινήτου, κατ’ άρθρα 3, 5, 6 της Δ.245/11/1.3.1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Επιπλέον, το καθ’ ου προβάλλει ότι, σε κάθε περίπτωση, η απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης δεν είναι πλήρης, αλλά ανέρχεται σε ποσοστό 80% επί του προβλεπόμενου κατά περίπτωση τέλους ταξινόμησης, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 3 περιπτ. α΄ του ν.2682/1999, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ και τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης, η φορολογική ατέλεια παρέχεται μόνο για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και τους άλλους φόρους που επιβάλλονται κατά την οριστική εισαγωγή προσωπικών ειδών από ιδιώτες και δεν επεκτείνεται στους φόρους που αφορούν στη χρήση στο εσωτερικό της χώρας, όπως είναι το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος επιβατικών αυτοκινήτων που μαζί με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ενσωματώθηκαν στο τέλος ταξινόμησης. Τέλος, κατά το καθ’ ου, το αίτημα περί της έντοκης επιστροφής από την κατάθεση της υπό κρίση προσφυγής προβάλλεται μη νόμιμα, κατ’ άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 1473/1984, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2120/1993.

11. Επειδή, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, όπως ερμηνεύθηκαν, και ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει, καταρχάς, υπόψη ότι μετά την κατάργηση των άρθρων 25 και 26 της Δ.245/11/1.3.1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με το άρθρο 6 του ν. 2459/1997, οι Έλληνες αξιωματικοί που παρέμεναν στο εξωτερικό με αποστολή για περισσότερα από δύο συνεχή χρόνια, εξακολουθούσαν να τυγχάνουν των αυτών ατελειών δυνάμει της διάταξης του άρθρου 3 της ως άνω υπουργικής απόφασης, όπως αυτή ίσχυε κατά τα το κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο και υπό τις εκεί τεθείσες προϋποθέσεις, ήτοι, εφόσον αποδεικνύεται ότι απέκτησαν «συνήθη κατοικία» σε άλλη χώρα, γεγονός το οποίο δεν αποκλείεται, κατά τα γενόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εκ του ότι διέμεναν στην άλλη χώρα για την εκτέλεση υπηρεσιακής αποστολής με καθορισμένη διάρκεια. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η έννοια της «συνήθους κατοικίας» - υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια - προϋπέθετε διαμονή μαζί με τα μέλη της οικογένειας του ενδιαφερομένου επί 185 τουλάχιστον ημέρες ανά έτος σε άλλο κράτος μέλος για την εκτέλεση υπηρεσιακής αποστολής με καθορισμένη διάρκεια στο άλλο αυτό κράτος μέλος. Εν προκειμένω από τα στοιχεία του φακέλου αποδεικνύεται η μεταφορά των επαγγελματικών, οικογενειακών και εν γένει προσωπικών δεσμών του προσφεύγοντος κατά τον ένδικο χρόνο της - ανατεθείσας με σχετική διαταγή του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού - παραμονής του στην Ιταλία. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο προσφεύγων είχε μεταφέρει, κατά τον ως άνω χρόνο, τη συνήθη κατοικία του στην Ιταλία, αναπτύσσοντας εκεί τους επαγγελματικούς, οικογενειακούς και εν γένει προσωπικούς της δεσμούς. Επιπλέον, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, ο προσφεύγων είχε στην κυριότητα και κατοχή του το ένδικο αυτοκίνητο, πλέον των έξι (6) μηνών πριν από την εισαγωγή του επίμαχου αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο προσφεύγων πληροί, δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ καθώς και του άρθρου 3 της Δ.245/11/1.3.1988 υπουργικής απόφασης, τις προϋποθέσεις απαλλαγής από το καταλογισθέν και ήδη εξοφληθέν τέλος ταξινόμησης. Επιπλέον, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ανωτέρω ποσό πρέπει να επιστραφεί στον προσφεύγοντα νομιμοτόκως, με το επιτόκιο που ορίζει το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 (Α’ 65), καθόσον η εν λόγω οφειλή δεν εμπίπτει ratione materiae στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, και με χρόνο έναρξης της τοκοφορίας από την ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής (14.5.2025), δεδομένου ότι το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 και 5 του Κ.Δ.Δ., δεν έχει εξουσία να επιδικάσει πέραν των αιτηθέντων με την κρινόμενη προσφυγή (πρβλ. ΣτΕ 3234/2013 σκ. 7, 1472/2000 σκ.12), απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του καθ’ ου περί έναρξης του εντόκου της επιστροφής μετά την πάροδο εξαμήνου από την πρώτη του μήνα του επομένου της κοινοποίησης στη διάδικη αρχή της παρούσας απόφασης, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 2 του ν. 1473/1984, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2120/1993.

12. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη προσφυγή και να ακυρωθεί η επί της υπ’ αριθμ. …. δήλωσης ειδικού φόρου κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών πράξη χρέωσης του αρμοδίου οργάνου του ... Τελωνείου Πειραιά. Περαιτέρω, πρέπει να επιστραφεί στον προσφεύγοντα το ποσό των 6.182,33 ευρώ, που καταβλήθηκε αχρεωστήτως, νομιμοτόκως, με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παρ.1 του ν. 4607/2019, από την ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής έως την εξόφληση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στον προσφεύγοντα (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α’ του Κ.Δ.Δ.), ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε’ του Κ.Δ.Δ.).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την επί της υπ’ αριθμ. …. δήλωσης ειδικού φόρου κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών από 8.5.2025 πράξη χρέωσης τέλους ταξινόμησης ποσού 6.182,33 ευρώ που καταλογίσθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος από όργανο του ... Τελωνείου Πειραιά.

Διατάσσει την επιστροφή στον προσφεύγοντα του ποσού των έξι χιλιάδων εκατόν ογδόντα δύο ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (6.182,33 ευρώ), ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, νομιμοτόκως από την άσκηση της προσφυγής (14.5.2025) και μέχρι την εξόφληση, με το προβλεπόμενο στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 επιτόκιο.

Διατάσσει την απόδοση στον προσφεύγοντα του καταβληθέντος παραβόλου.

Απαλλάσσει το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 11.2.2026.

 

      Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΑΜΠΟΥΚΑΣ  ΕΙΡΗΝΗ ΓΚΟΓΚΑ