ΤΜΗΜΑ ΙΔ’ - ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ
ΑΡΙΘΜΟΣ 2390/2018
Πρόεδρος : Μ. Αγγελακοπούλου - Ξυπολιτά, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.
Εισηγήτρια : Σπ. Δεγαΐτα, Εφέτης Δ.Δ.
Δικηγόροι : Απ. Παπακωνσταντίνου, Αλ. Ζαχείλας (Ν.Σ.Κ.)
[…] 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, οι αιτούντες ζητούν να ακυρωθεί το με αριθ. Πρωτ. .../16.3.2016 πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, με το οποίο επιβλήθηκε σ αυτούς, κατά το 1/4 στον καθένα, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990 και του άρθρου 67Α παρ. 5 του ν. 998/1979 ειδική αποζημίωση, ποσού 3.173.988,02 ευρώ, λόγω διατήρησης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2000 έως 31.12.2015, αυθαίρετων κτισμάτων μέσα σε δασική και αναδασωτέα έκταση στη θέση «…» της Περιφέρειας του Δήμου …..
6. Επειδή, ο ν. 4280/2014 (Α 159/8.8.2014) ορίζει, στο άρθρο 52 παρ. 7, όπως η παρ. αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 7 του ν. 4315/2014 (Α 269), ότι «Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί, που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, συνεχίζουν τη λειτουργία τους για μια τριετία από την έναρξη ισχύος του παρόντος, εντός της οποίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 6 του άρθρου 45 του ν. 998/1979, έγκριση περιβαλλοντικών όρων ή υπαγωγή σε πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις (ΠΠΔ), σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και τα πιστοποιητικά από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία ή την άδεια δόμησης, όπου απαιτούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4056/2012. Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξης τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία. Τυχόν καταβληθέντα ποσά δεν επιστρέφονται ούτε συμψηφίζονται. ...».
7. Επειδή, ο προβαλλόμενος λόγος κατά τον οποίο μη νόμιμα εκδόθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ενώ διαρκούσε η τασσόμενη από την πιο πάνω διάταξη τριετής μεταβατική περίοδος, κατά την οποία σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη της ίδιας διάταξης, είχε ανασταλεί η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξης εκτάσεων ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί η εν λόγω διάταξη αφορά μόνο σε αναστολή ισχύος των πράξεων επιβολής προστίμων και όχι σε αναστολή έκδοσης τέτοιων πράξεων.
8. Επειδή, περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, που εκτίθενται στη σκέψη 3, συνάγεται ότι, σε περίπτωση ανέγερσης, αυθαιρέτως, οποιασδήποτε κατασκευής σε δάσος ή δασική έκταση, η υποχρέωση του φερόμενου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου της κατασκευής να προβεί στην καθαίρεσή της και την αποκατάσταση του δάσους, κατ ακολουθία δε και η ευθύνη του για την καταβολή της ειδικής αποζημίωσης σε περίπτωση που παραλείπει να συμμορφωθεί προς την πιο πάνω υποχρέωση, γεννώνται από την κλήτευσή του, η οποία αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας και διενεργείται πριν από την έκδοση της διαταγής κατεδάφισης της αυθαίρετης κατασκευής, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση του υποχρέου για την έκδοση, στη συνέχεια, πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης λόγω διατήρησης της αυθαίρετης κατασκευής σε δάσος ή δασική έκταση (ΣτΕ 302/2018, 271/2014, πρβλ. ΣτΕ 1785/2001 7μ, 4468/2005, 626/2008, 3174/2008 κ.ά.). Εξάλλου, κατά το νόμο, το πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης αφορά το κτίσμα και όχι τον ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του, είναι δηλαδή πράξη πραγματοπαγής (ΣτΕ 271/2014, 2670/2001 7μ. κ.ά.) και, συνεπώς, αν ο ενδιαφερόμενος απέκτησε κάποια από τις πιο πάνω ιδιότητες μετά την έκδοση της διαταγής κατεδάφισης, η υποχρέωσή του για την κατεδάφιση του κτίσματος και, συνακόλουθα, η ευθύνη του για την καταβολή της αποζημίωσης γεννώνται από τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε γνώση της ύπαρξης της διαταγής κατεδάφισης, στην περίπτωση δε αυτή δεν απαιτείται κλήτευσή του για την έκδοση πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης σε βάρος του, αφού ο ενδιαφερόμενος τελεί εγκαίρως σε γνώση της από το νόμο επερχόμενης έννομης συνέπειας και μπορεί να αποτρέψει με δικές του ενέργειες την καταβολή της ειδικής αποζημίωσης (πρβλ. ΣτΕ 271/2014, 1785/2001 7μ.).
9. Επειδή, με την υπό κριση αίτηση, προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο είναι ακυρωτέο, διότι, πέραν του γεγονότος ότι επιβάλλει σε βάρος των αιτούντων ειδική αποζημίωση για απαιτήσεις που, προκειμένου για τα έτη 2000 έως 2010, έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη πενταετή παραγραφή, ουδέποτε επιδόθηκε σ αυτούς κλήση για την κατεδάφιση των υπόψη κτισμάτων, με αποτέλεσμα όχι μόνο να στερηθούν οι αιτούντες του δικαιώματος τους προηγούμενης ακρόασης (άρθρο 20 παρ. 2 Συντ.), αλλά, επιπροσθέτως, οι ίδιοι να μην έχουν, σε αντίθεση με το δικαιοπάροχο τους, τη δυνατότητα επιλογής της οικειοθελούς απομάκρυνσης των κτισμάτων αυτών. Ο λόγος, όμως, αυτός, έτσι όπως προβάλλεται, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι, αντιστοίχως, οι αιτούντες δεν αναφέρουν και τους ισχυρισμούς που θα προέβαλαν ενώπιον της Διοίκησης αν είχαν κληθεί προς ακρόαση πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (πρβλ. ΣτΕ 4447/2012 Ολομ.), ενώ, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 705/2016, 188/2012, 4668/2011, 4587/2009 7μ.), εφόσον παραδοθεί, οικειοθελώς, προς κατεδάφιση η αυθαίρετη κατασκευή, έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης που έχει ήδη επιβληθεί σε βάρος του, ανεξαρτήτως του ύψους στο οποίο έχει ανέλθει η οφειλή. Και τούτο, ανεξάρτητα από το ότι οι αιτούντες τελούσαν σε γνώση της από το νόμο επερχόμενης έννομης συνέπειας τουλάχιστον από 28.3.2008, οπότε άσκησαν έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της πιο πάνω 3536/2007 απόφασης του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση ακύρωσης του δικαιοπαρόχου τους Γ. κατά της προαναφερόμενης .../7.12.2004 πράξης κατεδάφισης, και μπορούσαν, ήδη από την πιο πάνω ημερομηνία, να αποτρέψουν με δικές τους ενέργειες την καταβολή της ειδικής αποζημίωσης τουλάχιστον για το από 28.3.2008 έως 31.12.2015 χρονικό διάστημα, χωρίς να απαιτείται από το νόμο κλήτευση τους πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου, κατά το μέρος που αυτό αφορά το εν λόγω, μεταγενέστερο της γνώσης τους για την υποχρέωση κατεδάφισης, διάστημα (28.3.2008 έως 31.12.2015). Τέλος, ενόψει του ότι η προβλεπόμενη από τις προεκτιθέμενες διατάξεις «ειδική αποζημίωση» δεν έχει το χαρακτήρα αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιας δασικής έκτασης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αιτούντες, αλλά κατ ουσία αποτελεί διοικητική κύρωση, επιβαλλόμενη για την ανέγερση και διατήρηση αυθαίρετης κατασκευής σε δάσος ή δασική έκταση (ΣτΕ 302/2018), δεν τίθεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ζήτημα παραγραφής σχετικών αξιώσεων του Δημοσίου, αναγόμενων στα έτη 2000 έως 2010.
10. Επειδή, ο λόγος ακύρωσης ότι το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, κατά το μέρος που επιβάλλει σε βάρος των αιτούντων την ένδικη αποζημίωση από τη 1.2.2000 και όχι από τις 10.1.2005, ημερομηνία επίδοσης στο δικαιοπάροχο τους της .../7.12.2004 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής για την κατεδάφιση των υπόψη κτισμάτων, δεν είναι νόμιμο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, η ευθύνη προς καταβολή ειδικής αποζημίωσης του φερόμενου ως κυρίου, νομέα ή κατόχου της αυθαίρετης κατασκευής σε δάσος ή δασική έκταση γεννάται από την κλήτευση του προς κατεδάφιση της αυθαίρετης αυτής κατασκευής, η οποία στην εξεταζόμενη περίπτωση χώρησε τη 1.2.2000, και όχι από την επίδοση της σχετικής απόφασης περί κατεδάφισης, η οποία κινεί μόνο την προθεσμία προς δικαστική προσβολή της.
12. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας της διοικητικής δράσης η Διοίκηση χώρησε στην έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου, ενώ εκκρεμούσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας η συζήτηση της από 12.11.2012 αίτησης ακύρωσης (αρ. Κατ..../2012) που άσκησαν οι αιτούντες, από κοινού με άλλους κατόχους ακινήτων της ίδιας περιοχής, κατά της παράλειψης της Διοίκησης να διαγνώσει, ύστερα από σχετικό αίτημά τους, για την υπαγωγή ή μη της ιδιοκτησίας τους στις εξαιρέσεις της 108424/1934 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, περί κηρύξεως ως αναδασωτέας της περιοχής του λεκανοπεδίου Αττικής, και, συνακόλουθα, να εξετάσει εκ νέου το δασικό χαρακτήρα της και να ανακαλέσει την εν λόγω υπουργική απόφαση κατά το μέρος που τους αφορά. Ο λόγος αυτός, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι η Διοίκηση σε συμμόρφωση ακριβώς προς την αρχή της νομιμότητας προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, εφόσον οι πράξεις της περί κήρυξης της επίμαχης έκτασης ως αναδασωτέας και κατεδάφισης των πιο πάνω κτισμάτων δεν είχαν ανακληθεί διοικητικώς ούτε ακυρωθεί δικαστικώς, η δε εκκρεμοδικία της πιο πάνω αίτησης ακύρωσης που ασκήθηκε από τους και ήδη αιτούντες δεν αποτελεί λόγο αναστολής της έκδοσης του πρωτοκόλλου.
13. Επειδή, επιπροσθέτως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι νόμιμη, διότι ο υπολογισμός της ένδικης αποζημίωσης έγινε κατ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990, οι οποίες, όμως, κατά την έκδοσή της είχαν ήδη καταργηθεί με το άρθρο 53 του ν. 4289/2014, και, πάντως, είναι αυθαίρετος και αναιτιολόγητος ως προς το ποσό των 0,587 ευρώ που λήφθηκε υπόψη ως βάση. Και ο λόγος αυτός, όμως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η προεκτιθέμενη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990, ο οποίος ίσχυσε έως τις 7.8.2014, ως ουσιαστική, είναι εφαρμοστέα προς υπολογισμό της ένδικης αποζημίωσης για το έως την ημερομηνία αυτή χρονικό διάστημα της διατήρησης των πιο πάνω αυθαίρετων κατασκευών, με τη διάταξη αυτή δε, η οποία αναφέρεται στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο και, μάλιστα, ανά χρονικό διάστημα εφαρμογής της έως και τις 7.8.2014, καθορίστηκε το ποσό των 200 δραχμών, και ήδη 0,587 ευρώ, ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος και ανά ημέρα διατήρησης για τον υπολογισμό της ένδικης κύρωσης.
14. Επειδή, εξάλλου, ενόψει του επιδιωκόμενου με τις οικείες διατάξεις σκοπού, που συνίσταται τελικώς στην κατεδάφιση των κτισμάτων που έχουν αυθαίρετα κατασκευαστεί σε δάσος ή δασική έκταση (ΣτΕ 705/2016), για την επίτευξη του οποίου η υπόψη κύρωση δεν είναι από τη φύση της ακατάλληλη ούτε τον υπερακοντίζει (πρβλ. ΣτΕ 197/2012, 4252/2009, 2491/2008, 1785/ 2001 7μ.), ενώ οι δυσμενείς για το διοικούμενο συνέπειες από την έκδοση πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης θα μπορούσαν να αρθούν με την οικειοθελή παράδοση προς κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής (ΣτΕ 705/2016, 188/2012, 4668/2011, 4587/2009 7μ.), και εφόσον η κύρωση αυτή επιβάλλεται χωρίς εξαιρέσεις και με βάση συγκεκριμένες παραμέτρους (επιφάνεια της αυθαίρετης κατασκευής, ορισμένη κατά ποσό ημερήσια αποζημίωση για χρονικό διάστημα ενός έτους), στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το είδος του αυθαίρετου κτίσματος, κατασκευής ή εγκατάστασης (ΣτΕ 300/2017), ο λόγος ακύρωσης κατά τον οποίο η επιβολή της ένδικης ειδικής αποζημίωσης αντίκειται προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας, ενόψει ιδίως του χαρακτήρα των ένδικων αυθαιρέτων ως απλού ποιμνιοστασίου και όχι ως οικίας ή βίλας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
15. Επειδή, τέλος, όπως προεκτέθηκε, η υποχρέωση όποιου εγκατέστησε αυθαίρετη κατασκευή μέσα σε δάσος ή δασική έκταση να προβεί στην καθαίρεσή της και την αποκατάσταση του δάσους αρχίζει από την κλήτευσή του, που διενεργείται πριν από την έκδοση της διαταγής κατεδάφισης ή, σε κάθε περίπτωση, από τη γνώση του χαρακτηρισμού της κατασκευής αυτής ως κατεδαφιστέας, με τον τρόπο δε αυτόν ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος τελεί εγκαίρως σε γνώση της από το νόμο επερχόμενης έννομης συνέπειας, μπορεί να αποτρέψει με δικές του ενέργειες την καταβολή της ειδικής αποζημίωσης. Εξάλλου, η σχετική διαδικασία συνεχίζεται με δίκη που ξεκινά με πρωτοβουλία του ενδιαφερομένου, ο οποίος, ως εκ τούτου, μπορεί και πρέπει να παρακολουθεί την διαδικαστική της εξέλιξη, γνωρίζοντας, άλλωστε, ήδη την έννομη συνέπεια της τυχόν απορριπτικής απόφασης, ενώ, τέλος, όπως προεκτέθηκε, αν αυτός παραδώσει οικειοθελώς προς κατεδάφιση το κτίσμα, έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης που έχει επιβληθεί, σε όποιο ποσό και αν έχει ανέλθει αυτή (ΣτΕ 705/2016, 188/2012, 4668/2011, 4587/2009 7μ.). Ενόψει αυτών, μετά την έκδοση της ../7.12.2004 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής περί κατεδάφισης του αυθαιρέτου και την τελεσίδικη απόρριψη, με την 2515/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, της αίτησης ακύρωσης που ασκήθηκε κατ αυτής, ο μόνος τρόπος να αποφύγουν οι αιτούντες την επιβολή της ένδικης κύρωσης ήταν η παράδοση των κτισμάτων προς κατεδάφιση. Κατά συνέπεια, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι ευλόγως αυτοί απέκτησαν αντίθετες προσδοκίες και αβασίμως επικαλούνται ότι η έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης μετά από μακροχρόνια διοικητική αδράνεια συνιστά παράβαση της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, αφού η εν λόγω αρχή, ανεξάρτητα από το ότι αποτελεί ζήτημα που αφορά τη διαταγή κατεδάφισης του αυθαίρετου κτίσματος, στην οποία στηρίζεται, κατά τα προαναφερόμενα, το επίμαχο πρωτόκολλο, και αποτελεί, επομένως, αντικείμενο της δίκης για την κατεδάφιση του κτίσματος που προηγείται (ΣτΕ 3109/2014, πρβλ. ΣτΕ 1785/2001 7μ.), δεν δύναται να καταστήσει ανεκτή τη διατήρηση σε δασική έκταση αυθαίρετων κατασκευών, των οποίων έχει διαταχθεί η κατεδάφιση. Αντίθετη εκδοχή θα αναιρούσε τις έννομες συνέπειες της απόφασης κατεδάφισης και θα καθιστούσε ανενεργή την συνταγματική υποχρέωση του Κράτους να προστατεύει τα δάση και τις δασικές εκτάσεις από την αυθαίρετη αλλαγή χρήσης τους. Τέλος, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 420/2017, 1817/2012), δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της χρηστής διοίκησης κατά την επιβολή της ειδικής αποζημίωσης, διότι αυτή είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση και δεν ανάγεται στη διακριτική της ευχέρεια. Συνεπώς, ο αντίθετος λόγος ακύρωσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
[ ΠΗΓΗ : ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ]