ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

Αριθμός Απόφασης 233/2026

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαργαρίτα Βλαστού, η οποία ορίσθηκε με Πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Ναυπλίου Προέδρου Πρωτοδικών, και από την Γραμματέα Παναγιώτα Τζιαμουράνη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 29 Ιανουάριου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α' ΑΝΑΚΟΠΗ (ΠΤαν/…/1-7-2025):

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: Γ. του .., κατοίκου …, οδός …, με Α.Φ.Μ…, ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας του δικηγόρου Γεωργίας Δαραβέλια και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: 1) Π. του ..., κατοίκου …, οδός …, με Α.Φ.Μ. …, 2) Α. .. του ..., κατοίκου …, με Α.Φ.Μ. …, 3) Δ. του ..., κατοίκου …, οδός …, με Α.Φ.Μ. …, οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ευθυμίου Γκολέμη και κατέθεσε προτάσεις.

Ο ανακόπτων ζητά να γίνει δεκτή η από 30-6-2025 ανακοπή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ΠΤαν/…/1-7-2025, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο και εκφωνήθηκε στη σειρά της από αυτό.

Β’ ΑΝΑΚΟΠΗ (ΠΤαν/…/28.7.2025):

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΩΝ: 1) Π. του ..., κατοίκου …, οδός …, με Α.Φ.Μ. …, 2) Α. Του .., κατοίκου …, με Α.Φ.Μ…., 3) Δ. του.., κατοίκου …., με Α.Φ.Μ. …, οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ευθυμίου Γκολέμη και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Γ. του .., κατοίκου …, οδός …, με Α.Φ.Μ. …., ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας του δικηγόρου Γεωργίας Δαραβέλια και κατέθεσε προτάσεις.

Οι ανακόπτουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 28-7-2025 ανακοπή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ΠΤαν/…/1-7-2025, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο και εκφωνήθηκε στη σειρά της από αυτό.

Γ' ΑΝΑΚΟΠΗ (ΠΤαν/…/24.9.2025):

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΩΝ: 1) Π. του ..., κατοίκου …, οδός …, με Α.Φ.Μ. …, 2) Α. του .., κατοίκου …, με Α.Φ.Μ. …, 3) Δ. του ..., κατοίκου …, με Α.Φ.Μ. … οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ευθυμίου Γκολέμη και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Γ. του .., κατοίκου …., με Α.Φ.Μ. …, ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας του δικηγόρου Γεωργίας Δαραβέλια και κατέθεσε προτάσεις.

Οι ανακόπτουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 22-9-2025 ανακοπή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ΠΤαν/…/24.9.2025, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο και εκφωνήθηκε στη σειρά της από αυτό.

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω, και οι πληρεξούσιες δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι ανωτέρω αναφερόμενες υπό στοιχεία Α', Β’ και Γ' ανακοπές, οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, εφόσον αμφότερες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, υπάγονται στην ίδια διαδικασία (ως προς την υπό στοιχεία Α' αίτηση, γίνεται λόγος κατωτέρω), αφορούν αξιώσεις που απορρέουν από το ίδιο βιοτικό συμβάν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων και κατά την κρίση του Δικαστηρίου από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται κι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ συγχρόνως επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31, 246, 285, σε συνδυασμό με τα άρθρα 591 παρ. 1 και 6, 741επ , 933 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 819 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του Ν.5095/2024 και ισχύει από 1.6.2024 «Το πιστοποιητικό για το κληρονομικό δικαίωμα (κληρονομητήριο) χορηγείται μετά από πράξη δικηγόρου, μέλους του δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του Πρωτοδικείου του δικαστηρίου της κληρονομιάς, κατόπιν αίτησης η οποία κατατίθεται στο δικαστήριο της κληρονομιάς από τον κληρονόμο ή τον καταπιστευματοδόχο ή τον κληροδόχο ή τον εκτελεστή διαθήκης... Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 1956 περί της έννοιας του κληρονομητηρίου, 1957 περί του περιεχομένου της αίτησης, 1958, 1959, 1960 περί περισσότερων κληρονόμων και 1961 περί περιεχομένου του κληρονομητηρίου του Αστικού Κώδικα ο δικηγόρος εκδίδει σχετική απορριπτική πράξη...», ενώ σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 820 ΚΠολΔ ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 4 του ν. 5095/2024 «η πράξη του δικηγόρου και η απόφαση του δικαστηρίου της κληρονομιάς που επιλαμβάνεται, πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του κληρονομούμενου, β) τα ονοματεπώνυμα των κληρονόμων ή καταπιστευματοδόχων ή κληροδόχων στους οποίους παρέχεται, γ) τις κληρονομικές μερίδες του καθενός ή τα αντικείμενα τα οποία περιέρχονται στον καθένα, δ) τους όρους ή τους περιορισμούς με τους οποίους η κληρονομιά, το καταπίστευμα ή η κληροδοσία περιέρχεται στον καθένα και, ιδιαίτερα αν πρόκειται για κληρονόμο, τα καταπιστεύματα και τα κληροδοτήματα που βαρύνουν «την κληρονομιά», και ε) τα ονοματεπώνυμα των εκτελεστών διαθήκης και τις εξουσίες που η διαθήκη τους παρέχει», ενώ σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρ. 824 ΚΠολΔ ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 του ν. 5095/2024 «κάθε πράξη, η οποία εκδίδεται από τον δικηγόρο και στην οποία στηρίζεται η παροχή ή η μη παροχή πιστοποιητικού, προσβάλλεται με ανακοπή εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των άρθρων 583, 584 και 585 από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευσή της. Η προθεσμία της ανακοπής και η άσκησή της αναστέλλουν την ισχύ της πράξης και την έκδοση του πιστοποιητικού».

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 586 παρ. 1 και 588 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι κάθε τρίτος, ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων - με την έννοια της μη ουσιαστικής συμμετοχής του είτε εκουσίως είτε παρά την πρόσκληση άλλου - ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ'αυτόν η δίκη από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο (με την έννοια της πρόσκλησης για τη συμμετοχή στη συγκεκριμένη δίκη η οποία προέρχεται από ενέργεια άλλου, δηλαδή δυνατότητας γνώσης της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης και συμμετοχής σ' αυτήν, χωρίς να είναι απαραίτητη η μετά από πρόσκληση συμμετοχή σε αυτήν) μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, η οποία πρέπει να είναι οριστική. Ειδικότερα, η τριτανακοπή στην εκουσία δικαιοδοσία (αρθ. 773 ΚΠολΔ) αποκτά ιδιαίτερη πρακτική σημασία, καθώς αποτελεί το κύριο μέσο κατοχύρωσης του δικαιώματος έννομης προστασίας και δικαστικής ακρόασης κάθε μη συμμετασχόντος στην διαδικασία τρίτου, ο οποίος μάλιστα, δεν αποκλείεται να είναι και το άμεσα επηρεαζόμενο από την απόφαση πρόσωπο. Η έννοια του τρίτου στην προκειμένη διάταξη προσδιορίζεται, αρνητικά σε σχέση, με τους διαδίκους της εκούσιας δικαιοδοσίας. Αντιδιαστέλλονται, έτσι, τα νομιμοποιούμενα προς άσκηση τριτανακοπής πρόσωπα από τους διαδίκους της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως και η τριτανακοπή καθεαυτήν από τα ένδικα μέσα, που αποτελούν την μοναδική δυνατότητα ανατροπής της αποφάσεως από τους διαδίκους. Έτσι, τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ασκήσουν τριτανακοπή, εντοπίζονται σε όσους δεν συμμετείχαν στη δίκη ως αιτούντες ή με ένα από τους αναφερόμενους στα άρθρα 748 παρ.3, 752 και 753 τρόπους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και εκείνος εναντίον του οποίου απευθύνθηκε η αίτηση, χωρίς να το επιβάλλει ο νόμος (ΑΠ 1040/2009, ΑΠ 646/1975) ή αυτός που κλητεύθηκε με πρωτοβουλία του αιτούντος, χωρίς διαταγή του δικαστηρίου, εφόσον δεν έλαβαν μέρος εκουσίως, με την άσκηση παρεμβάσεως, στη δίκη (ΑΠ 1040/2009). Αίτημα της τριτανακοπής είναι η ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης, εφόσον προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα, κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ, με βάση το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει, αγωγή ή παρέμβαση. Ο τρίτος που δεν συμμετέχει στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή χωρίς άλλη προϋπόθεση, ενώ δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο α) για τους διαδίκους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται μ' αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση (άρθρ. 333 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) για εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, μόνο αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρ. 586 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη που εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση. Η τριτανακοπή δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα, που δεν υπόκειται σε ορισμένη προθεσμία, δεν ασκείται με αυτήν κάποιο ουσιαστικό δικαίωμα ούτε επιδιώκεται η διάγνωσή του, αλλά η ενέργειά της εξαντλείται στην ανενέργεια ή ακύρωση της απόφασης απέναντι στον τριτανακόπτοντα. Έννομο συμφέρον για την άσκηση τριτανακοπής έχει εκείνος που βλάπτεται άμεσα ή έμμεσα από τις έννομες συνέπειες της τριτανακοπτόμενης απόφασης ή εκείνος για τα συμφέροντα του οποίου δημιουργείται άμεσος ή ενδεχόμενος κίνδυνος από την έκδοση αυτής και τις έννομες συνέπειές της (ΑΠ 41/2003, ΑΠ 128/1991). Οι λόγοι δε, της τριτανακοπής δεν αναφέρονται ασφαλώς σε σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αποτελούν οιονεί αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλονται νομικοί λόγοι ή πραγματικά περιστατικά, που παριστούν την εκφρασθείσα με την τριτανακοπτόμενη δικαστική κρίση βλαπτική των εννόμων συμφερόντων του τριτανακόπτοντος για την άσκηση της τριτανακοπής (ΑΠ 429/2024, ΑΠ 1513/2018).

Ακόμα, από τις διατάξεις των άρθρων 1901, 1902, 1904, 1905 και 1907 ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος, που αποδέχθηκε την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του για τα χρέη της κληρονομιάς, αλλά εξακολουθεί να ευθύνεται γι' αυτά. Η ευθύνη του, όμως, εκτείνεται έως το ενεργητικό της κληρονομιάς, δηλαδή μόνο με τα στοιχεία αυτής και όσο αυτά επαρκούν (cum viribus hereditatis), χωρίς να ευθύνεται και με την ατομική του περιουσία, από την οποία η περιουσία του κληρονομουμένου έχει αποχωρισθεί και αποτελεί χωριστή ομάδα. Παρά την περιορισμένη ευθύνη του, εξακολουθεί να είναι ο καθολικός διάδοχος του κληρονομουμένου και γι' αυτό ενάγεται από τους δανειστές της κληρονομιάς για το σύνολο του χρέους. Ενδεχόμενη ανεπάρκεια της κληρονομικής περιουσίας προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των κληρονομικών δανειστών δεν επηρεάζει ούτε τη νομιμοποίηση των τελευταίων να ασκήσουν κατά του εξ απογραφής κληρονόμου αγωγή για την επιδίκαση των απαιτήσεών τους, ούτε τη βασιμότητα της εν λόγω αγωγής. Απλώς, έχει ως συνέπεια ότι για την ικανοποίηση των εν λόγω απαιτήσεων δεν επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική εκτέλεση επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου, αλλά μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το ίδιο ισχύει και επί αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής για απαιτήσεις κατά της κληρονομιάς. Ως εκ τούτου, η αποδοχή της κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, η οποία αποκλείει μόνο την - με βάση τη διαταγή αυτή πληρωμής - επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως επί της ατομικής περιουσίας του εξ απογραφής κληρονόμου, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο ανακοπής προς ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Αν στον εκτελεστό τίτλο αναγράφεται ότι ο κληρονόμος του οφειλέτη είναι απλός και όχι εξ απογραφής, η αναφορά αυτή είναι πλεοναστική γιατί δεν είναι από τα υποχρεωτικά κατά νόμο στοιχεία μίας διαταγής πληρωμής (άρθρο 630 ΚΠολΔ). Ως πλεοναστική δεν δημιουργεί δεδικασμένο ούτε προκαλεί κάποιο απαράδεκτο (άρθρα 330, 933 § 3 και 935 ΚΠολΔ). Για τον ίδιο λόγο, δεν απαιτείται να μνημονεύεται στη διαταγή πληρωμής ότι αυτή είναι εκτελεστή μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς. Τέλος, και η σε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής κατά το άρθρο 924 ΚΠολΔ επιδιδόμενη στον εξ απογραφής κληρονόμο επιταγή, η οποία αφετηριάζει την αναγκαστική εκτέλεση, δηλαδή είναι η πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνάμα αποτελεί την προδικασία της εκτελεστικής διαδικασίας (ΑΠ 194/1995), αρκεί για το κύρος της να περιέχει ακριβή καθορισμό της απαίτησης σύμφωνα με τον εκτελεστό τίτλο. Δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ότι η εκτέλεση θα γίνει μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς ή το τυχόν μικρότερο όριο ευθύνης του εξ απογραφής κληρονόμου οφειλέτη. Στη συνέχεια όμως η αναγκαστική εκτέλεση και ειδικότερα η κατάσχεση θα περιορισθεί επί των στοιχείων της κληρονομιάς. Επομένως, ο ισχυρισμός του κληρονόμου ότι έχει αποδεχθεί την κληρονομιά του οφειλέτη με το ευεργέτημα της απογραφής μπορεί να προταθεί (μόνο) ως λόγος ανακοπής κατά της - τυχόν επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου - επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως (ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1311/2011, ΑΠ 750/2011, ΑΠ 630/2009, ΑΠ 638/1997).

Η απογραφή πραγμάτων, δηλαδή η λεπτομερής και ακριβής καταγραφή όλων των στοιχείων της κληρονομιάς (ενεργητικού - παθητικού), η οποία αποβλέπει στην επακριβή βεβαίωση της ύπαρξης ή της κατάστασης των απογραφομένων πραγμάτων με τρόπο, ώστε να μην είναι δυνατή η αμφισβήτηση της ύπαρξής τους ή η απόκρυψή τους, διακρίνεται στην δικαστική και στην εξώδικη. Η δικαστική απογραφή είτε επιβάλλεται ευθέως εκ του νόμου είτε διατάσσεται προς αποτροπή κινδύνου. Όταν τη απογραφή επιτάσσεται από διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή του όρου της αποτροπής κινδύνου για την ενέργειά της. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1902 εδ. α' - β' ΑΚ, όσο ο κληρονόμος έχει το δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά, μπορεί να δηλώσει ότι την αποδέχεται με το ευεργέτημα της απογραφής. Η δήλωση γίνεται στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς. Κατά το άρθρο 1903 ΑΚ ο κληρονόμος με απογραφή οφείλει να τελειώσει την απογραφή της κληρονομιάς μέσα σε τέσσερις μήνες, αφότου γίνει η δήλωση του άρθρου 1902 ΑΚ. Εξάλλου, στα άρθρα 1904, 1905, 1907 και 1911 ΑΚ ορίζεται ότι ο κληρονόμος με απογραφή ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς ως το ενεργητικό της. Καμία σύγχυση δεν επέρχεται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του έναντι της κληρονομιάς. Αφότου γίνει η δήλωση της αποδοχής κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της κληρονομιάς αποχωρίζονται αυτοδικαίως από την περιουσία του κληρονόμου και αποτελούν χωριστή ομάδα. Ο κληρονόμος με απογραφή διοικεί την ομάδα της κληρονομιάς, ευθύνεται για κάθε αμέλεια και υπόκειται σε λογοδοσία. Ο κληρονόμος χάνει το ευεργέτημα της απογραφής: 1) αν δεν συνέταξε εμπρόθεσμα απογραφή, 2) αν δολίως έκανε ανακριβή απογραφή, 3) σε περίπτωση δόλου σχετικά με την διαχείριση της κληρονομικής ομάδας και 4) αν εκποίησε ακίνητα ή δημόσια χρεόγραφα ή μετοχές ή ομολογίες ανώνυμων εταιρειών χωρίς άδεια του δικαστηρίου. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το ευεργέτημα της απογραφής, που αποκτάται με την νομότυπη δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς μέσα στην προθεσμία αποποίησης αυτής (από την οποία και επέρχεται αποχωρισμός της περιουσίας του κληρονόμου από την κληρονομιά), χάνει ο κληρονόμος, εκτός άλλων περιπτώσεων, και αν δεν συνέταξε την απογραφή της κληρονομιάς μέσα σε τέσσερις μήνες, αφότου γίνει η παραπάνω δήλωση. Η απώλεια του ευεργετήματος της απογραφής στην περίπτωση αυτή επέρχεται από τον νόμο ως συνέπεια της συμπεριφοράς του κληρονόμου και δη ως παράλειψη υλικών ενεργειών (πράξεων διοίκησης), που εξαρτώνται από αυτόν, για την εμπρόθεσμη ολοκλήρωση της απογραφής ανεξάρτητα από την βούληση αυτού (ΑΠ 470/1996, ΤρΕφΑΘ 1290/2025, NOMOS). Η εμπρόθεσμη, δηλαδή, σύνταξη απογραφής αποτελεί επιβαλλόμενη από τον νόμο στον κληρονόμο, που αποδέχθηκε με το ευεργέτημα της απογραφής, πράξη διοίκησης της κληρονομιάς. Η απογραφή αυτή είναι δικαστική απογραφή, φέρει δε χαρακτήρα ρυθμιστικού μέτρου, το οποίο λαμβάνεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή του όρου της αποτροπής κινδύνου (ΠΠρΘ 6390/1993, ΜΠρΑθ 3843/2002, ΕιρΝικ 8/2008, ΕιρΡοδ 12/2005, ΝΟΜΟΣ). Την απογραφή την διατάσσει το μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο ορίζει τον συμβολαιογράφο, που θα την συντάξει, και τους πραγματογνώμονες, που θα εκτιμήσουν τα αντικείμενα, τα οποία θα απογραφούν (άρθρο 838 παρ. 2-3 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν), πρέπει δε αυτή να περατωθεί μέσα σε τετράμηνη αποκλειστική προθεσμία από την δήλωση αποδοχής κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής (άρθρο 1903 ΑΚ), αλλιώς ο κληρονόμος εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής (ΑΠ 470/1996, ΑΠ 246/1993, ΤρΕφΑΘ 1290/2025, ΕφΑΘ 5097/2001, ΜΠρΘ 20106/2014, ΝΟΜΟΣ). Η κατά τα ανωτέρω απώλεια του ευεργετήματος της απογραφής χωρεί αυτοδικαίως αναδρομικά από τον θάνατο του κληρονομουμένου και ο κληρονόμος έκτοτε γίνεται απλός κληρονόμος ευθυνόμενος και με την ατομική του περιουσία (ΑΠ 112/2010, ΤρΕφΑΘ 1290/2025, NOMOS). Επιπλέον, κάθε δανειστής της κληρονομιάς έχει έννομο συμφέρον να εγείρει κατά του κληρονόμου αναγνωριστική αγωγή, προκειμένου να βεβαιωθεί η απώλεια του ευεργετήματος (ΑΠ 212/2010, ΤρΕφΑΘ 1290/2025, NOMOS), και αντίστοιχα κάθε κληρονόμος επ' ωφελεία απογραφής έχει έννομο συμφέρον να εγείρει κατά των δανειστών της κληρονομιάς αναγνωριστική αγωγή, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι δεν απώλεσε το σχετικό ευεργέτημα. Εξάλλου, ο όρος «συνέταξε» (άρθρο 1911 περ. 1 ΑΚ) υποστηρίζεται ότι είναι ερμηνευτέος συσταλτικά για τον κληρονόμο, δηλαδή πρέπει να νοηθεί ότι η έκπτωση δεν επέρχεται, αν προηγήθηκε εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης προς το δικαστήριο να διατάξει την απογραφή και η απόφαση επί της αίτησης εκδόθηκε ή η απογραφή πραγματοποιήθηκε από τον ορισθέντα συμβολαιογράφο καθυστερημένα. Υπό την έννοια αυτή έκπτωση επέρχεται, μόνο αν ο κληρονόμος δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα την αίτηση και όχι αν η απόφαση εκδόθηκε ή η απογραφή ολοκληρώθηκε αργότερα, καθόσον με την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου και ακολούθως με τον διορισμό του συμβολαιογράφου, που θα διενεργήσει την απογραφή, εκφεύγει από την σφαίρα εξουσίας του κληρονόμου η δυνατότητα ολοκλήρωσης της απογραφής. Αν ο κληρονόμος συνετέλεσε στην καθυστέρηση με το να υποβάλει την αίτηση με αρκετή βραδύτητα, αλλά εμπροθέσμως, δεν χάνει το ευεργέτημα, αλλά μπορεί να ευθύνεται κατά την διάταξη του άρθρου 1907 Α.Κ. Συνεπώς, επειδή ο κληρονόμος ευθύνεται για την διοίκηση, μόνο αν έχει υπαιτιότητα, κατά μείζονα λόγο θα εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής, μόνο αν υπαιτίως συνετέλεσε στην μη εμπρόθεσμη σύνταξη απογραφής (ΤρΕφΑΘ 1290/2025, ΕιρΡοδ 119/2017, Ειρλαμ 64/2016, ΝΟΜΟΣ, Παντελίδου, σε Α.Κ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, τόμος X. Κληρονομικό Δίκαιο, έκδοση 1998, άρθρα 1911 - 1912, αρ. 4, σελ. 288 - 289, Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμος ΣΤ, Ημίτομος Β, έκδοση 2010, άρθρο 1911, αρ. 4, σελ. 264, Παναγιωτόπουλος, σε ΣΕΑΚ. Γεωργιάδη, τόμος 11, έκδοση 2013, άρθρα 1911 - 1912, αρ. 5, σελ. 1486, Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο, τόμος 1, έκδοση 2004, παρ. 4, σελ. 112 - 113). Επιπρόσθετα, η διάταξη του άρθρου 1903 ΑΚ, σε αντίθεση με το άρθρο 1847 ΑΚ, δεν παρέχει παράταση ούτε αναστολή της ανωτέρω προθεσμίας (ΤρΕφΑΘ 1290/2025, NOMOS, Παντελίδου, σε ΑΚ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, τόμος X. Κληρονομικό Δίκαιο, έκδοση 1998, άρθρα 1903, αρ. 10, σελ. 269). Κατά την ορθότερη άποψη, όμως, η προθεσμία για την διενέργεια της απογραφής αναστέλλεται για όσους λόγους και η παραγραφή κατά τα άρθρα 255 επ. ΑΚ και τούτο, καθόσον η φύση της προθεσμίας, το σταθερό σημείο έναρξής της και ο σκοπός, που επιδιώκει, δεν καθιστούν ασυμβίβαστη την εφαρμογή των διατάξεων παράτασης και αναστολής της απογραφής και ειδικότερα αυτής του άρθρου 279 ΑΚ (Αναγνωστόπουλος, Εισήγηση με τίτλο «Συνήθη ζητήματα υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας αποκλειστικής αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου», σε επιμορφωτικό σεμινάριο ΕΣΔΙ με τίτλο «ΟΙ ΝΕΟΙ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΣ», 5-7 Φεβρουάριου 2020, δημοσιευμένη σε http://www.esdi.gr/nex/images/stories/pdf/epimorfosi/2020/anagnostopoulos_2020.pdf), κατά το οποίο οι διατάξεις περί παραγραφής εφαρμόζονται αναλόγως και επί αποσβεστικής προθεσμίας τασσομένης από τον νόμο, εφόσον η εφαρμογή της σχετικής διάταξης δεν αντίκειται προς την φύση της προθεσμίας και προς τον με αυτήν επιδιωκόμενο σκοπό. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι αναστέλλεται η προθεσμία αυτή κατά το άρθρο 255 ΑΚ, κάθε φορά που ο κληρονόμος κωλύθηκε στην περάτωση της απογραφής από λόγους ανωτέρας βίας (Γεωργιάδης, Κληρονομικό Δίκαιο, έκδοση 2013, σελ. 758, Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμος ΣΤ, ημίτομος Β, έκδοση 2010, άρθρο 1903, αρ. 9, σελ. 242), όπως είναι ο διαδραμών χρόνος από τότε, που ο αποδεχόμενος την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής υπέβαλε στο δικαστήριο σχετική αίτηση, προκειμένου να διαταχθεί η απογραφή, μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου (Αναγνωστόπουλος, Εισήγηση με τίτλο «Συνήθη ζητήματα υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας αποκλειστικής αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου», σε επιμορφωτικό σεμινάριο ΕΣΔΙ με τίτλο «ΟΙ ΝΕΟΙ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΣ», 5-7 Φεβρουάριου 2020, δημοσιευμένη σε http://www.esdi.gr/nex/images/stories/pdf/epimorfosi/2020/anagnostopoulos_2020.pdf). Επίσης, λόγω του κινδύνου έκπτωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 1911 αρ. 2. ΑΚ, ο κληρονόμος θα αποφύγει να αποκρύψει σκόπιμα περιουσιακά στοιχεία, που βρίσκονται εκτός της περιφέρειας του δικαστηρίου της κληρονομιάς, ενώ και στην περίπτωση, που έχει την πεποίθηση ύπαρξης κληρονομιαίας περιουσίας, και πάλι θα αποφύγει να μην προβεί στην αναζήτησή της, αφού, αν συντάξει ανακριβή απογραφή από αμέλεια (έστω και ελαφρά), αυτός δεν θα εκπέσει από το ευεργέτημα της απογραφής, αλλά θα υποχρεωθεί σε αποζημίωση των δανειστών της κληρονομιάς σε περίπτωση ζημίας τους (ΤρΕφΑΘ 1290/2025 ΝΟΜΟΣ, Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, έκδοση 1985, σελ. 85) σύμφωνα με το άρθρο 1907 ΑΚ, από το οποίο συνάγεται ότι ο κληρονόμος έχει υποχρέωση και κατά το στάδιο της απογραφής να διοικεί την χωριστή ομάδα της κληρονομιάς όχι μόνο προς το δικό του συμφέρον, αλλά και προς το συμφέρον των δανειστών, ευθυνόμενος για κάθε πταίσμα και με την προσωπική του περιουσία σε περίπτωση ζημίας των δανειστών (ΤρΕφΑΘ 1290/2025, ΝΟΜΟΣ, Παντελίδου, σε ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, τόμος X, Κληρονομικό Δίκαιο, έκδοση 1998, άρθρα 1911 - 1912, αρ. 4, σελ. 269). Κατά την αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 255 ΑΚ επί της προθεσμίας απογραφής της κληρονομιάς, κατά τα ανωτέρω, δεν πρέπει να παραβλέπονται, ωστόσο, και τα αντίστοιχα συμφέροντα των δανειστών της κληρονομιάς, οι οποίοι κατά τον διαδραμόντα χρόνο δεν μπορούν να στραφούν εναντίον του κληρονόμου επ' ωφελεία απογραφής, για όσο αυτός αναμένει τη σύνταξη της απογραφής, για δικαιώματά τους, τα οποία έχουν ήδη γεννηθεί. Τούτο δε, υπό την έννοια ότι δημιουργείται εις βάρος τους (δανειστών) περιορισμός στο δικαίωμα τους (περιουσία τους), ο οποίος ελέγχεται τόσο με βάση τις διατάξεις του άρθου 281 ΑΚ, όσο και με βάση την Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (βλ. Σαρμά/Κοντιάδη/Ανθόπουλο, σ. 1044- 1045), αφού η νομική αδυναμία των δανειστών να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις τους για τυχόν μακρό χρονικό διάστημα, επιρρίπτει στους τελευταίους δυσανάλογο βάρος σε σχέση με την - εξίσου σημαντική βεβαίως — προστασία των επ' ωφελεία απογραφής κληρονόμων, οι οποίοι στη πλειοψηφία των περιπτώσεων, μάλιστα, τυγχάνουν ανήλικοι. Ελέγχεται δηλαδή το εάν το κληρονόμος συνεργάζεται ή όχι ενεργητικά και καλόπιστα προς την ολοκλήρωση της απογραφής, ή εάν, αντιθέτως, στην πραγματικότητα επιδιώκει την επ' αόριστον παρέλκυση αυτής.

Α) Με την υπό κρίση υπό στοιχεία Α' ανακοπή του, ο ανακόπτων εκθέτει ότι με την υπ' αριθμ. .../2025 Πράξη του παρόντος Δικαστηρίου, που εκδόθηκε με βάση τη διάταξη του άρθρου 819 ΚΠολΔ, μη ορθά έγινε δεκτή η από 15.4.2025 και με αριθμ. Κατάθεσης ΓΑΚ .../…/2025 αίτηση των καθ' ων για χορήγηση Κληρονομητηρίου επί της κληρονομιαίας περιούσιας της Α. του .. και της ..., που απεβίωσε αδιάθετη στις 21.9.2023, με την οποία διατάσσεται η Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδώσει Κληρονομητήριο που να πιστοποιεί ότι οι καθ' ων είναι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ανωτέρω Α., κληρονομώντας αυτήν η πρώτη σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου και οι δεύτερη και τρίτη σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου έκαστη, έχοντας υποβάλλει η κάθε μία εξ αυτών δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής. Ότι ειδικότερα κακώς και κατά παράβαση των περί απογραφής διατάξεων των άρθρων 1902 επ. ΑΚ δεν έχουν αναγραφεί στην προσβαλλόμενη Πράξη ο ειδικός σκοπός έκδοσης του Κληρονομητηρίου, οι όροι και οι περιορισμοί εκάστου των εξ απογραφής κληρονόμων και οι συγκεκριμένες ενέργειες, στις οποίες μπορεί να προβεί έκαστος εξ απογραφής κληρονόμος, και ειδικότερα ότι θα έπρεπε να αναφέρεται πως ο ειδικός σκοπός έκδοσης του Κληρονομητηρίου είναι για διερεύνηση - ενημέρωση των καθ' ων προς όφελος της απογραφής των περιουσιακών στοιχείων του κληρονομουμένου σε τραπεζικά ιδρύματα του εξωτερικού και όχι για την απόδοση σε αυτές των στοιχείων αυτών και πως απαγορεύεται η ανάληψη ή μεταφορά σε προσωπικό τους τραπεζικό λογαριασμό χρημάτων από την κληρονομιαία περιουσία. Ότι για τους λόγους αυτούς είναι ανακριβής η προσβαλλόμενη Πράξη δυνάμει της οποίας θα εκδοθεί το Πιστοποιητικό - Κληρονομητήριο και ζητά να ακυρωθεί αυτή, κατά τα ανωτέρω, μη εκδιδομένου, περαιτέρω, αντιστοίχου Πιστοποιητικού - Κληρονομητηρίου, καθώς και να καταδικασθούν οι καθ’ ων η αίτηση στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο κι αιτήματα η υπό κρίση υπό στοιχεία Α' ανακοπή, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι τριτανακοπή, καθώς ο αιτών δεν ήταν διάδικος/αιτών κατά τη διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, πλην όμως τυγχάνει, κατά τους ισχυρισμούς του δανειστής της σχετικής κληρονομιαίας περιουσίας, έχοντας έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτής, αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπον εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκδόθηκε η ανακοπτόμενη Πράξη (άρθρα 583, 584, 739επ, 824 παρ. 1 ΚΠολΔ), έχουσα ασκηθεί εμπροθέσμως, αφού η προσβαλλόμενη Πράξη εκδόθηκε την 20.6.2025 και η ανακοπή κατατέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την 1.7.2025, κοινοποιηθείσα στις καθ' ων την 2.7.2025 (βλ. υπ' αριθμ. …/2.7.2025, …/2.7.2025 και …/2.7.2025 Εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου, Χ.), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 824 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, πλην όμως, αναρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, καθώς η προσήκουσα διαδικασία είναι αυτή της εκούσιας δικαιοδοσίας βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη Πράξη (εκδοθείσα κατά τη διάταξη του άρθρου 819 ΚΠολΔ), αφού ρητά στη διάταξη του άρθρου 824 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η ανωτέρω Πράξη προσβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ, η οποία, ως επί το πλείστον, δεν εμφανίζεται να εφαρμόζεται αυτοτελώς, παρά μόνο ως γενικότερη διάταξη, στην οποία εμπίπτουν οι ειδικότερες διατάξεις, που προβλέπουν ανακοπή, όπως οι κλασικές ανακοπές των άρθρων 632, 642, 933 κ.λπ. ΚΠολΔ, όπου επ’ αυτών προβλέπεται ειδικότερα η καθ’ ύλην αρμοδιότητα και διαδικασία εκδίκασης, στην τελευταία, μάλιστα, διάταξη (933 ΚΠολΔ), κατά συνήθη λογική, ορίζεται ως αυτή του δικαστηρίου του εκδώσαντος την πράξη/διάταξη δικαστή. Όμοια λογική ακολουθεί και η αρμοδιότητα της ανακοπής των άρθρων 583επ. ΚΠολΔ, κατά την οποία η αρμοδιότητα θα πρέπει καταρχάς να προσδιορισθεί κατά τις γενικές διατάξεις περί καθ’ ύλην αρμοδιότητας, δηλαδή τα άρθρα 13 επ. ΚΠολΔ, ενώ ως διαδικασία, εν προκειμένω, θα πρέπει να επιλεγεί η εκούσια δικαιοδοσία κατ’ εφαρμογή των άρθρων 739 - 740 ΚΠολΔ ως αποτέλεσμα της επιλογής του δικαστηρίου της κληρονομιάς σε συνδυασμό με την διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη Πράξη (Αρβανιτάκης, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμος άρθρων 682 - 903, έκδοση 2020, άρθρο 808, αρ. 2, σελ. 566, Γρύλλης, Οι αλλαγές, που επιφέρει στην Πολιτική Δίκη, ο Ν. 4055/2012 με τίτλο «Δίκαιη Δίκη και Εύλογη Διάρκεια αυτής», NOMOS, άποψη την οποία ενστερνίζεται το παρόν Δικαστήριο). Με επιπλέον επιχείρημα υπέρ της εν λόγω διαδικασίας το γεγονός ότι η πράξη, κατά της οποίας στρέφεται, προβλέται στις σχετικές διατάξεις. Παρά ταύτα, χάριν οικονομίας της δίκης, κατ' άρθρο 741 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 § 6 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο θα κρατήσει την υπόθεση και θα την δικάσει κατά την προσήκουσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δοθέντος ότι έχουν τηρηθεί, εν προκειμένω, οι όροι των άρθρων 215επ. ΚΠολΔ, έχει καλυφθεί η προφορικότητα της διαδικασίας ενώπιον του ακροατηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία έκαστος διάδικος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του δια των πληρεξουσιών δικηγόρων του, μη καθιστάμενης, έτσι, ανεπιεικούς για τους τελευταίους της άμεσης εφαρμογής της προσήκουσας, ειδικής διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών (Ποδηματά σε Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος II, υπό άρ. 591, παρ.10 ΕφΑΘ 1199/2008 ΕλλΔνη 2009.245,6033/1995 ΕλλΔνη 1996.1145,3537/1992 ΝοΒ 1992.891, ΠΠρΘεσ 17264/2015 αδημ., Π.Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ2, Εισαγωγικές παρατηρήσεις άρθρων 739-866, αρ. 5, Κ. Βαρσάνης σε Ν. Λεοντή, Εκούσια Δικαιοδοσία, σελ. 192, υπ' αριθμ. 3488/2018 απόφαση του ΜΠρΘεσσαλονίκης, ΝΟΜΟΣ, 70/2016 απόφαση του ΜΠρΤρικαλ ΝΟΜΟΣ, Βλ. 156/2023 ΜΠΡ ΡΟΔΟΥ, 1291/2011 ΠΠΡ ΑΘΗΝΩΝ, 358/2005 ΜΠΡ ΡΟΔΟΥ ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν των ανωτέρω, κρατώντας και δικάζοντας την υπό κρίση Α' ανακοπή, αυτή τυγχάνει ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα κατά την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ στοιχεία για την νομική θεμελίωση και την δικαστική της εκτίμηση, και νόμιμη, στηριζόμενη στις προμνησθείσες διατάξεις, πλην του αιτήματος περί αναγραφής στην Πράξη επί της οποίας θα εκδοθεί το Κληρονομητήριο, ως και στο τελευταίο αυτό, του ειδικού σκοπού έκδοσής του, καθώς δεν περιλαμβάνεται στα απαιτούμενα κατά το άρθρο 820 ΚΠολΔ στοιχεία, του αιτήματος περί αναγραφής σε ποιες συγκεκριμένες ενέργειες μπορεί να προβεί έκαστη εξ απογραφής κληρονόμος και ειδικότερα ότι θα έπρεπε να αναφέρεται ότι μπορούν μόνο να διερευνήσουν - ενημερωθούν προς όφελος της απογραφής περί των περιουσιακών στοιχείων του κληρονομουμένου και όχι να τους αποδοθούν τα στοιχεία αυτά και ότι απαγορεύεται η ανάληψη ή η περαιτέρω διάθεση της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς αυτό δεν προβλέπεται κατά το άρθρο 820 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί η υπό κρίση ανακοπή κατά το μέρος, που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, αφού έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη.

Β) Με την υπό κρίση Β' ανακοπή τους οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι στις 22 Ιουλίου 2025 τους επιδόθηκε η ανακοπτόμενη από 21 Ιουλίου 2025 δήλωση επιβολής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου του καθ’ ου, ως δανειστή της κληρονομιάς της κληρονομουμένης Α., με την οποία επιτάσσονται οι μισθωτές ακινήτου της κληρονομιάς της Α., ευρισκομένου στην … , Δ.Κ. του … και της …και Ε.Α. του …και της…, να καταβάλουν στον καθ' ου, κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό, τις απαιτήσεις της κληρονομιάς Κ. εις βάρος τους ως μισθωτών, με τον ισχυρισμό ότι ο καθ' ου τυγχάνει δανειστής της ως άνω κληρονομιάς Κ. Ότι στις 21 Σεπτεμβρίου 2023 απεβίωσε στον Πειραιά η θυγατέρα της πρώτης εξ αυτών και θεία των άλλων δύο, Α. του ..., κάτοικος εν ζωή…., η οποία δεν άφησε διαθήκη και ότι, συνακόλουθα, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και από τις ίδιες, μητέρα και ανεψιές της αντίστοιχα, κληθείσες στην κληρονομιά κατά την β' τάξη, δεδομένου ότι η αποθανούσα δεν είχε σύζυγο ή τέκνα κατά την στιγμή του θανάτου της, είχε όμως εν ζωή την αδελφή της και μητέρα των δεύτερης και τρίτης εξ αυτών, Α., η οποία αποποιήθηκε νομίμως την κληρονομιά της αποθανούσης στις 19 Ιανουάριου 2024 διά της υπ αριθμ. …/2024 δηλώσεως αποποίησης. Ότι την ως άνω κληρονομιά αποδεχθήκαν με το ευεργέτημα της απογραφής η πρώτη στις 19 Ιανουάριου 2024 και οι άλλες δύο στις 19 Απριλίου 2024. Ότι ο καθ' ου δεν τυγχάνει δανειστής της κληρονομιαίας περιουσίας της Α., αλλά του συζύγου αυτής και προαποβιώσαντος Δ. μετά τον θάνατο του οποίου, η Α., βασική κληρονόμος αυτού κατά ποσοστό 50%, αποδέχθηκε την κληρονομιά του Δ. με το ευεργέτημα της απογραφής, η οποία ήδη διενεργείται, χωρίς να έχει εισέτι ολοκληρωθεί, από λόγους που δεν άπτονται της δικής της υπαιτιότητας, αλλά εξαιτίας των αναφερομένων στο ένδικο δικόγραφο λόγων ανωτέρας βίας. Ότι, με δεδομένο ότι η τετράμηνη προθεσμία του άρ. 1903 ΑΚ δεν έχει το νόημα ότι ο κληρονόμος πρέπει να περατώσει την απογραφή εντός τετραμήνου από την σχετική δήλωσή του, για τον λόγο ότι η διεκπεραίωση της απογραφής δεν εξαρτάται από αυτόν, αλλά από τα όργανα της απογραφής που διορίζονται με την σχετική απόφαση του Ειρηνοδικείου, και άρα η μόνη υποχρέωση του κληρονόμου είναι η εντός τετραμήνου υποβολή προς το Ειρηνοδικείο της σχετικής αίτησης περί διενεργείας απογραφής και έκτοτε, ήτοι μετά την εμπρόθεσμη υποβολή της αιτήσεως, η διενέργεια της απογραφής είναι απρόθεσμη, δεν συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση, παραβίαση της τετράμηνης προθεσμίας, ώστε η Α. να θεωρείται ότι έχει εκπέσει από το ευεργέτημα της απογραφής, αφού η σχετική της δήλωση εμπροθέσμως υποβλήθηκε ενώπιον του (τότε) Ειρηνοδικείου. Ότι αποδέχθηκαν την εξ αδιαθέτου επαχθείσα κληρονομιά της Α. στις 19 Ιανουάριου 2024 η πρώτη και στις 19 Απριλίου 2024 οι δεύτερες, επ' ωφελεία απογραφής. Ότι η απογραφή της κληρονομιάς του Δ. ευρίσκεται εν εξελίξει και ουδέποτε εξέπεσε η Α. από το ευεργέτημα της απογραφής, με αποτέλεσμα μη νομίμως η αναγκαστική εκτέλεση να στρέφεται επί της ατομικής περιουσίας της Α. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητούν να ακυρωθούν η από 21.7.2025 δήλωση επιβολής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου του καθ' ού, ως κατά παράβαση εκδοθείσα και λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησεως στο πρόσωπό τους, οι σχετικές δηλώσεις τρίτων και κάθε άλλη συναφής πράξη εκτέλεσης, να επιστραφούν σε αυτές, ως εξ αδιαθέτου επ' ωφελεία απογραφής κληρόνομους της Α., όσα ποσά μισθωμάτων εισπράξει ο καθ' ου και να καταδικαστεί ο καθ' ου στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση Β' ανακοπή, στην οποία παραδεκτώς σωρεύονται, κατ' άρθρο 218 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά της εκτέλεσης εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατ' άρθρο 914 ΚΠολΔ, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 933 παρ. 1 εδ. α’ και 3 ΚΠολΔ, όπως πλέον ισχύουν μετά την τροποποίηση με το ν. 4842/2021), έχοντας ασκηθεί, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 934 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προθεσμίας των σαράντα πέντε (45) ημερών από την επίδοση αντιγράφου της προσβαλλόμενης αναγκαστικής κατάσχεσης στις ανακόπτουσες, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη αναγκαστική κατάσχεση επιδόθηκε στις ανακόπτουσες στις 18.7.2025 (βλ. τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του αντιγράφου της προσβαλλόμενης αναγκαστικής κατάσχεσης που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ανακόπτουσες) και η κρινόμενη ανακοπή επιδόθηκε στον καθ' ου στις 28.7.2025 (βλ. σχετική επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή Χ. στο σώμα της κοινοποιηθείσας προς τον καθ' ου ανακοπής). Περαιτέρω, αρμόδια φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 614 επ. του ίδιου Κώδικα). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό, η νομική και η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, εκτός από το αίτημα με το οποίο ζητείται η ακύρωση και κάθε άλλη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθόσον δεν προσβάλλεται συγκεκριμένη πράξη της εκτέλεσης, η οποία πάσχει από ακυρότητα, αλλά γενικά η όλη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει ότι αίτημα της ανακοπής αυτής είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξης της εκτέλεσης (βλ. Απαλαγάκη/Βαφειάδου σε Ερμηνεία κατ’ άρθρο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Απαλαγάκη, τόμος 2ος, έκδοση 2016, άρθρο 933, σελ. 2430 και 2436, παρ. 2 και 17). Ο μοναδικός δε, λόγος ανακοπής τους, όπως αυτός εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, και βάλλει κατά της εκτέλεσης που έχει επιβληθεί κατά της ατομικής τους περιουσίας, είναι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, νόμιμος και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία του.

Γ) Με την υπό κρίση Γ' ανακοπή τους οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι δια των υπ' αριθμ. …-…-…/14.07.2025 Εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου, Χ., επιδόθηκαν προς αυτές οι από 14.7.2025 αντίστοιχες επιταγές προς εκτέλεση του καθ' ού εκ των υπ' αριθμ. … και …α’ εκτελεστού α' απογράφου της υπ' αριθμ. … τελεσίδικης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, δια των οποίων επιτάσσονται, υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Δ., να καταβάλλουν προς τον καθ' ου τα ποσά που αναφέρονται στις ως άνω επιταγές. Ότι ακολούθως στις 18.9.2025 ο καθ' ου τους επέδωσε, τις από 15.9.2025 δηλώσεις επιβολής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου δια των οποίων επέτασσε τις εκεί αναφερόμενες τράπεζες ως τρίτες, να καταβάλλουν στον καθ' ου τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως δανειστές των οφειλετών - ανακοπτουσών κληρονόμων της κληρονομουμένης Α., με τον ισχυρισμό ότι ο καθ' ου τυγχάνει δανειστής της ως άνω κληρονομιάς Κ. Ότι στις 21 Σεπτεμβρίου 2023 απεβίωσε στον Πειραιά η θυγατέρα της πρώτης εξ αυτών και θεία των άλλων δύο, Α. του .., κάτοικος εν ζωή …, η οποία δεν άφησε διαθήκη και ότι, συνακόλουθα, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και από τις ίδιες, μητέρα και ανεψιές της αντίστοιχα, κληθείσες στην κληρονομιά κατά την β' τάξη, δεδομένου ότι η αποθανούσα δεν είχε σύζυγο ή τέκνα κατά την στιγμή του θανάτου της, είχε όμως εν ζωή την αδελφή της και μητέρα των δεύτερης και τρίτης εξ αυτών, Α., η οποία αποποιήθηκε νομίμως την κληρονομιά της αποθανούσης στις 19 Ιανουάριου 2024 διά της υπ' αριθμ. …/2024 δηλώσεως αποποίησης. Ότι την ως άνω κληρονομιά αποδεχθήκαν με το ευεργέτημα της απογραφής η πρώτη στις 19 Ιανουάριου 2024 και οι άλλες δύο στις 19 Απριλίου 2024. Ότι ο καθ' ου δεν τυγχάνει δανειστής της κληρονομιαίας περιουσίας της Α., αλλά του συζύγου αυτής και προαποβιώσαντος Δ., μετά τον θάνατο του οποίου, η Α., βασική κληρονόμος αυτού κατά ποσοστό 50%, αποδέχθηκε την κληρονομιά του Δ. με το ευεργέτημα της απογραφής, η οποία ήδη διενεργείται, χωρίς να έχει εισέτι ολοκληρωθεί, από λόγους που δεν άπτονται της δικής της υπαιτιότητας, αλλά εξαιτίας των αναφερομένων στο ένδικο δικόγραφο λόγων ανωτέρας βίας. Ότι, με δεδομένο ότι η τετράμηνη προθεσμία του άρ. 1903 ΑΚ δεν έχει το νόημα ότι ο κληρονόμος πρέπει να περατώσει την απογραφή εντός τετραμήνου από την σχετική δήλωσή του, για τον λόγο ότι η διεκπεραίωση της απογραφής δεν εξαρτάται από αυτόν, αλλά από τα όργανα της απογραφής που διορίζονται με την σχετική απόφαση του Ειρηνοδικείου, και άρα η μόνη υποχρέωση του κληρονόμου είναι η εντός τετραμήνου υποβολή προς το Ειρηνοδικείο της σχετικής αίτησης περί διενεργείας απογραφής και έκτοτε, ήτοι μετά την εμπρόθεσμη υποβολή της αιτήσεως, η διενέργεια της απογραφής είναι απρόθεσμη, δεν συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση, παραβίαση της τετράμηνης προθεσμίας, ώστε η Α. να θεωρείται ότι έχει εκπέσει από το ευεργέτημα της απογραφής, αφού η σχετική της δήλωση εμπροθέσμως υποβλήθηκε ενώπιον του (τότε) Ειρηνοδικείου. Ότι αποδέχθηκαν την εξ αδιαθέτου επαχθείσα κληρονομιά της Α. στις 19 Ιανουάριου 2024 η πρώτη και στις 19 Απριλίου 2024 οι δεύτερες, επ' ωφελεία απογραφής. Ότι η απογραφή της κληρονομιάς του Δ. ευρίσκεται εν εξελίξει και ουδέποτε εξέπεσε η Α. από το ευεργέτημα της απογραφής, με αποτέλεσμα μη νομίμως η αναγκαστική εκτέλεση να στρέφεται επί της ατομικής περιουσίας της Α. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητούν να ακυρωθούν οι ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές προς εκτέλεση και δηλώσεις επιβολής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου του καθ' ού, ως κατά παράβαση εκδοθείσες και λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησεως στο πρόσωπό τους και να επιστραφούν σε αυτές, ως εξ αδιαθέτου επ' ωφελεία απογραφής κληρόνομους της Α., όσα ποσά τυχόν εισπράξει ο καθ' ου και να καταδικαστεί ο καθ' ου στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση Γ’ ανακοπή, στην οποία παραδεκτώς σωρεύονται, κατ' άρθρο 218 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά της εκτέλεσης εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατ' άρθρο 914 ΚΠολΔ, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 933 παρ. 1 εδ. α’ και 3 ΚΠολΔ, όπως πλέον ισχύουν μετά την τροποποίηση με το ν. 4842/2021), έχοντας ασκηθεί, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 934 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προθεσμίας των σαράντα πέντε (45) ημερών από την επίδοση αντιγράφου της προσβαλλόμενης αναγκαστικής κατάσχεσης στις ανακόπτουσες, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη αναγκαστική κατάσχεση επιδόθηκε στις ανακόπτουσες στις 18.9.2025 (βλ. τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του αντιγράφου έκαστης προσβαλλόμενης αναγκαστικής κατάσχεσης που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ανακόπτουσες) και η κρινόμενη ανακοπή επιδόθηκε στον καθ' ου στις 25.9.2025 (βλ. σχετική επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή Γ. στο σώμα της κοινοποιηθείσας προς τον καθ' ου ανακοπής). Περαιτέρω, αρμόδια φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 614 επ. του ίδιου Κώδικα). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό, η νομική και η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Ο μοναδικός δε, λόγος ανακοπής τους, όπως αυτός εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, και βάλλει κατά της εκτέλεσης που έχει επιβληθεί κατά της ατομικής τους περιουσίας, είναι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, νόμιμος και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία του.

Ο καθ' ου ζήτησε την απόρριψη αμφοτέρων των ως άνω δύο (υπό στοιχεία Β' και Γ') ανακοπών, λόγω έκπτωσης των ανακοπτουσών από το ευεργέτημα της απογραφής, αφού έχουν παρέλθει προ πολλού οι νόμιμες προθεσμίες ολοκληρώσεώς αυτής, κατά τα αναλυτικώς εκτεθέντα στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, προβάλλοντας, επικουρικά για την περίπτωση που τυχόν γίνει δεκτό ότι η προθεσμία της διενέργειας της απογραφής μπορεί να παραταθεί πέραν του 4μήνου και δη για λόγους ανωτέρας βίας, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των ανακοπτουσών και των δικαιοπαρόχων τους αντίστοιχα, συνιστάμενο στην εκ δόλου καθυστέρηση εκ μέρους τους της όλης διαδικασίας της απογραφής και της ολοκληρώσεώς αυτής, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στα δικόγραφα των προτάσεών τους πραγματικά περιστατικά και ισχυρισμούς. Η ένσταση αυτή παραδεκτώς προβληθείσα, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 255 και 281 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.

Από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, και συγκεκριμένα όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά δε εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα, στην συνέχεια, χωρίς κανένα, ωστόσο, να παραλείπεται κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, τις ομολογίες, που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων (άρθρα 261, 352 παρ. 1 και 353 ΚΠολΔ), τις προτάσεις των διαδίκων, τις προφορικές εξηγήσεις των πληρεξουσίων τους δικηγόρων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του αυτεπάγγελτα, πιθανολογήθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 16-12-2020 απεβίωσε στην οικία του στη δημοτική ενότητα … δήμου …. ο Δ. του … και της …, ο οποίος πριν το θάνατό του είχε υποχρεωθεί, με την με αριθμό … τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, να καταβάλει στον καθ' ου το ποσό των …. νομιμότοκα από τις 2-12-2010 και το ποσό των …. για την δικαστική του δαπάνη. Ο ως άνω Δ., μετά τον κατά την ανωτέρω ημερομηνία θάνατό του, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Α. σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου και από τους Α., Γ., Α., Π. και Π., σε ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου έκαστος, οι οποίοι άπαντες, πλην του Π. ο οποίος αποδέχθηκε σιωπηρά την κληρονομιά χωρίς το ευεργέτημα της απογραφής, αποδέχθηκαν τη σε αυτούς επαχθείσα κληρονομιά, κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας του έκαστος, με το ευεργέτημα της απογραφής δυνάμει των υπ’ αριθμ. …/16-4-2021 (για την Α.), …/16-4-2021 (για την Α.), …/19-4-2021 (για τη Γ.), …/19-4-2021 (για τον Α.) και …/19-4-2021 (για την Π.) δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς με το ευεργέτημα ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου. Οι εκ των ανωτέρω κληρονόμων Α., Α., Γ. και Π. κατέθεσαν ενώπιον του (τότε) Ειρηνοδικείου Ναυπλίου τις με αριθμούς κατάθεσης …/16-4-2021 η πρώτη και …/26-4-2021 οι λοιποί αιτήσεις για τη διενέργεια απογραφής και ορισμού συμβολαιογράφου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό …/2021 απόφαση, η οποία συνεκδικάζοντας αυτές, διέταξε τη διενέργεια απογραφής ορίζοντας τα αιτούμενα πρόσωπα για τη διενέργειά της, ήτοι τη συμβολαιογράφο Ναυπλίου … και πραγματογνώμονες τον μηχανικό … και λογιστή τον …. Η εκ των κληρονόμων Α. κατέθεσε στις 17-8-2021, ήτοι κατά την τελευταία ημέρα της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1903 ΑΚ, ενώπιον του (τότε) Ειρηνοδικείου Αθηνών, αίτηση για τη διενέργεια απογραφής και ορισμό συμβολαιογράφου και πραγματογνωμόνων, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης ΕΑΚ…/17-8-2021 και επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό …/15-12-2021 απόφαση του (τότε) Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την αίτηση να δικαστεί από το αρμόδιο κατά τόπον (τότε) Ειρηνοδικείο Ναυπλίου. Ακολούθως, η Α. με τη με αριθμό κατάθεσης ΕΑΚ…/14-2-2022 κλήση της ενώπιον του (τότε) Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, επανέφερε προς συζήτηση την ανωτέρω αίτησή της περί διενέργειας απογραφής και ορισμού συμβολαιογράφου της συμβολαιογράφου Ναυπλίου … και πραγματογνωμόνων, αφενός μηχανικού του …, αφετέρου λογιστή του …., επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό …/5-7-2022 απόφαση, η οποία διέταξε τη διενέργεια απογραφής και διόρισε τα αιτούμενα από αυτήν ίδια ως άνω πρόσωπα για τη διενέργεια της απογραφής. Δυνάμει των υπ’ αριθμ. …/18-5-2021 και …/2022 αποφάσεων του (τότε) Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, οι οποίες έκαναν δεκτές τις με αριθμούς κατάθεσης …/19-11-2021 και …/15-7-2022 αιτήσεις της διορισθείσας συμβολαιογράφου …, παρατάθηκε η τετράμηνη προθεσμία για τη διενέργεια της απογραφής μέχρι 19-7-2022 και 19-7-2023 αντίστοιχα, ενώ απορρίφθηκε, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/2023 απόφασης του (τότε) Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης η ακολουθήσασα εκ μέρους της ιδίας συμβολαιογράφου με αριθμό κατάθεσης …/3-7-2023 νέα αίτησή της περί νέας παράτασης. Επομένως, με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα, η προθεσμία για τη διενέργεια της απογραφής παρατάθηκε δικαστικά μέχρι την 19-7-2023 και μέχρι τότε έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί, γεγονός το οποίο δεν συνέβη και ακόμα εκκρεμεί. Ακολούθως, την 21.9.2023 απεβίωσε η κατά ποσοστό 50% κληρονόμος του Δ., σύζυγός του, Α., αδιάθετη, κληρονομούμενη από τη μητέρα της, πρώτη ανακόπτουσα σε ποσοστό ½ της κληρονομιάς και από την αδελφή της Α. κατά ποσοστό 1/2 της κληρονομιάς. Η τελευταία αποποιήθηκε την σε αυτήν επαχθείσα κληρονομιά της αδελφής της, Α., δια της από 19.1.2024 αιτήσεώς της, με συνέπεια να καταστούν κληρονόμοι της Α. τα τέκνα της Α., ήτοι η δεύτερη και η τρίτη εκ των ανακοπτουσών σε ποσοστό 1/4 επί της κληρονομιάς Α., έκαστη. Στη συνέχεια οι ανακόπτουσες - μετακληρονόμοι του Δ. προέβησαν νομίμως και εμπροθέσμως σε αποδοχή της κληρονομιάς της Α. με το ευεργέτημα της απογραφής, δια των σχετικών δηλώσεων που υπέβαλαν ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου έκαστη εξ αυτών και δη την 19.1.2024 η πρώτη και την 19.4.2024 η δεύτερη και τρίτη, υποβάλλοντας στη συνέχεια εμπροθέσμως αίτηση για διενέργεια απογραφής της κληρονομιάς Α., η μεν πρώτη ανακόπτουσα στις 19.4.2024, οι δε δεύτερη και τρίτη στις 18.7.2024. Οι εν λόγω αιτήσεις συνεκδικάστηκαν στις 18.9.2024, γενόμενες δεκτές δια της υπ' αριθμ. …/31.10.2024 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου. Ωστόσο, η διαταχθείσα δια της αποφάσεως αυτή απογραφή δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα μέχρι σήμερα. Όπως αποδείχθηκε, περαιτέρω, οι ανακόπτουσες, την 18.9.2024 υπέβαλαν αίτηση μεταρρύθμισης της υπ' αριθμ. …/2022 του (τότε) Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, η οποία διέτασσε τη διενέργεια απογραφής της κληρονομιάς του Δ., ορίζοντας πρόσωπα για τη διενέργειά της τη συμβολαιογράφο Ναυπλίου … και πραγματογνώμονα τον λογιστή …, ως προς τα πρόσωπα αυτά λόγω κωλυμάτων τους. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ αριθμ. …/8.8.2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία, αφού έκρινε ότι η Α. είχε ήδη εκπέσει από το ευεργέτημα της απογραφής, αφού δεν είχε ολοκληρώσει αυτήν μέχρι την 19.7.2023 (καταληκτική ημερομηνία χορηγηθείσας παρατάσεως, κατά τα ανωτέρω, μην έχοντας χορηγηθεί έκτοτε περαιτέρω παράταση) και ότι, ως εκ τούτου, εφόσον δεν είχε γεννηθεί στο πρόσωπο της κληρονομουμένης Α., το δικαίωμα μεταρρύθμισης της με αριθμό …/2022 απόφασης, δεν νομιμοποιούνται ούτε οι εκεί αιτούσες - εδώ ανακόπτουσες κληρονόμοι της, να ζητήσουν τη μεταρρύθμιση της απόφασης αυτής, απέρριψε τελικώς αυτήν. Εν τω μεταξύ, οι ανακόπτουσες, οι οποίες πέτυχαν την έκδοση της υπ' αριθμ. …/2024 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου δια της οποίας διατάχθηκε η απογραφή της κληρονομιαίας περιούσιας της Α., ακόμα δεν έχουν ολοκληρώσει την σχετική απογραφή, κατά τα προδιαμηφθέντα, αλλ' αντιθέτως υπέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την υπ' αριθμ. …/25.8.2025 αίτησή τους για τη χορήγηση παράτασης της διενέργειας αυτής (απογραφής), επικαλούμενες ότι δια της υπ' αριθμ. …/2024 αποφάσεως διορίστηκε ως όργανο της απογραφής (οικονομολόγος - πραγματογνώμονας) η κ. …, υπάλληλος της ΔΟΥ..., πλην όμως, όπως, εκ των υστέρων, διαπίστωσαν, ότι η κ. … δεν περιλαμβανόταν στους οικείους καταλόγους πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Ναυπλίου για το έτος 2024, με αποτέλεσμα να ζητηθεί η αντικατάστασή της από το Δικαστήριο, το οποίο δια της υπ' αριθμ. …/3.5.2025 απόφασης του αντικατάστησε αυτή και όρισε στη θέση της τον οικονομολόγο πραγματογνώμονα … του …. Επί της ως άνω αυτής αιτήσεως περί χορήγησης παράτασης για την απογραφή εκ μέρους, πια, των ανακοπτουσών, εξεδόθη η υπ' αριθμ. …/18.12.2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που απέρριψε αυτήν, με την (ορθή κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου) αιτιολογία ότι «ουδόλως προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου με τον εν λόγω περιεχόμενο, παρά μόνο μπορεί να κριθεί στο πλαίσιο σχετική αναγνωριστικής αγωγής (ή άλλου ενδίκου μέσου) η τυχόν απώλεια του ευεργετήματος της απογραφής». Κατόπιν των ανωτέρω, οι ανακόπτουσες, παρά την έκδοση τόσο της αποφάσεως αυτής (υπ' αριθμ. …/2025 του παρόντος Δικαστηρίου) δια της οποίας δεν τους χορηγήθηκε παράταση της προθεσμίας διενέργειας απογραφής της κληρονομιάς Α., καθώς και της προηγηθείσας υπ' αριθμ. …/2025 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου δια της οποίας, επίσης, απορρίφθηκε το όμοιου περιεχομένου αίτημά τους (να τους χορηγηθεί δηλαδή παράταση της προθεσμίας απογραφής της κληρονομιάς Μ.), με την κρίση ότι η Α. εξέπεσε από το ευεργέτημα της απογραφής ήδη από 19.7.2023, εφόσον μέχρι τότε δεν είχε ολοκληρώσει τη σχετική απογραφή, κατά τα προδιαμηφθέντα, ισχυρίζονται ότι δεν έχουν, μέχρι σήμερα, εκπέσει από το ευεργέτημα της απογραφής, όπως δεν είχε εκπέσει ούτε η Α., καθώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, η μη ολοκλήρωση της απογραφής εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και δη στους αναφερόμενους παραπάνω λόγους, οι οποίοι δεν οφείλονται σε δική τους υπαιτιότητα. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του αυτός, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 255 ΑΚ, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς αφενός μεν τα επικαλούμενα εκ μέρους τους πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λόγους ανωτέρας βίας, αφετέρου δε, ακόμα και υπό το πρίσμα αυτό, στην προκειμένη περίπτωση, έχει παρέλθει μακρό χρονικό διάστημα από την άσκηση της αίτησης προς διενέργεια απογραφής της κληρονομιάς Μ., το οποίο δεν καθιστά ανεκτή εκ μέρους του δανειστή της κληρονομιαίας περιουσίας την περαιτέρω αναμονή του, με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, ανώτερη βία, κατά τους όρους του άρθρου 255 ΑΚ, αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξ αιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια (ΑΠ 582/2023, ΑΠ 157/2021, ΑΠ 1387/2015, ΝΟΜΟΣ). Πλην όμως, τα επικαλούμενα από τις ανακόπτουσες περιστατικά δεν συνιστούν, κατ’ αντικειμενική κρίση, γεγονότα ανώτερης βίας και δη η αντικατάσταση των πραγματογνωμόνων ή του συμβολαιογράφου και μόνον, λαμβανομένων υπόψη και συνεκτιμώντας και την όλη συμπεριφορά των ίδιων και της δικαιοπαρόχου τους Α., οι οποίες δεν πρόεκυψε ότι συνεργάστηκαν ενεργητικά και καλόπιστα προς την ευόδωση της απογραφής, αλλά αντιθέτως, ήδη από τον θάνατο του Δ., καθυστερούν συστηματικά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της απογραφής από ενέργειες που εξαρτώνται (και) από τις ίδιες. Ειδικότερα, αν και όλοι οι υπόλοιποι κληρονόμοι του Δ. κατέθεσαν ενώπιον του αρμοδίου (τότε) Ειρηνοδικείου, ήδη από τον Απρίλιο του 2021 αιτήσεις τους για τη διενέργεια απογραφής και ορισμού συμβολαιογράφου (επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό …/19.7.2021 απόφαση), κατά τα ανωτέρω, εντούτοις η Α. κατέθεσε αντίστοιχη αίτηση της, στις 17-8-2021, (την τελευταία ημέρα της 4μηνης προθεσμίας του άρ. 1903 ΑΚ) και μάλιστα ενώπιον αναρμοδίου, κατά τόπον, Δικαστηρίου, αφού την κατέθεσε ενώπιον του (τότε) Ειρηνοδικείου Αθηνών, παρά το ότι ο θανών ήταν κάτοικος …. και ουδεμία σχέση είχε με την Αθήνα και παρά το ότι ήδη οι λοιποί κληρονόμοι είχαν ήδη πετύχει την έκδοση της …/19.7.2021 αποφάσεως από το αρμόδιο κατά τόπον Δικαστήριο. Η πράξη της αυτή καθυστέρησε την έναρξη της διαδικασίας της απογραφής, αφού, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. …/15.12.2021 παραπεμπτικής προς το παρόν Δικαστήριο αποφάσεως του (τότε) Ειρηνοδικείου Αθηνών, η Α., άφησε να παρέλθει ένα ακόμα 2μήνο έως ότου καταθέσει κλήση της ενώπιον του (τότε) Ειρηνοδικείου Ναυπλίου (αριθμ. Κατάθεσης κλήσης της …/14.2.2022) προκειμένου να εκδικαστεί η αίτησή της περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …/5.7.2022 απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια απογραφής και διόρισε τα - αιτούμενα από την ίδια - πρόσωπα για τη διενέργεια της απογραφής και δη τη συμβολαιογράφο Ναυπλίου … και τον λογιστή …. Στη συνέχεια, η ανωτέρω διορισθείσα συμβολαιογράφος και όχι η ίδια η Α., ως όφειλε εκ της ιδιότητάς της ως κληρονόμος με απογραφή που υποχρεούται να διαχειρίζεται την κληρονομιά ως κύρια, άσκησε ενώπιον του (τότε) Ειρηνοδικείου Ναυπλίου δύο αιτήσεις περί χορήγησης παράτασης της 4μηνου προθεσμίας για τη διενέργεια της απογραφής της κληρονομιάς Μ., με βασική αιτία την έλλειψη συνεργασίας των κληρονόμων Μ., μεταξύ των οποίων και της Α., με την ίδια, προς την οποία αρνούνταν να προσκομίσουν τα αναγκαία στοιχεία που τους είχε ζητήσει, γεγονός που βεβαιώνει αργότερα η ως άνω συμβολαιογράφος και δια της υπ' αριθμ. πρωτ. …/17.9.2024 Βεβαιώσεως - Δηλώσεώς της (ήτοι δύο ολόκληρα έτη μετά την έκδοση της αποφάσεως περί διενέργειας απογραφής, ακόμα υπήρχε έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους τους). Επιπλέον, ο διορισθείς, δια της υπ' αριθμ. …/2022 απόφασης του (τότε) Ειρηνοδικείου, πραγματογνώμων λογιστής, …, ουδόλως διορίστηκε εκ παραδρομής κατά τους ουσία αβασίμους ισχυρισμούς των ανακοπτουσών, αφού προτάθηκε από την ίδια την αιτούσα Α. (βλ. υπ' αριθ. …/2022 κλήση της και από 16-3-2022 προτάσεις της), με συνέπεια να κρίνεται ουσία αβάσιμος και ο ισχυρισμός της ότι η ολοκλήρωση της απογραφής δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, αλλά σε εξωγενείς παράγοντες που δεν μπορούσε να ελέγξει ή να προβλέψει, όπως εν προκειμένω ο διορισμός πραγματογνώμονα που δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο του Δικαστηρίου, καθώς και ο διορισμός πραγματογνώμονα, ο οποίος εν τέλει αποποιήθηκε του διορισμού του (δύο έτη αργότερα, ωστόσο, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω). Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 372 και 374 ΚΠολΔ, ο διορισμός πραγματογνώμονα που δεν συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο δεν καθιστά, άνευ άλλου τινός, ελαττωματικό ή άκυρο τον διορισμό του, αφού το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να επιλέξει αποκλειστικά και μόνο από τον κατάλογο αυτόν. Επιπλέον, η μη αποδοχή του διορισμού από έναν πραγματογνώμονα ουδόλως εμπίπτει στην έννοια του απρόβλεπτου της διάταξης του άρθρου 255 ΑΚ, αφού εκτός του ότι είναι σύνηθες περιστατικό, ο ενδιαφερόμενος, μπορεί επιδεικνύοντας την απαιτούμενη άκρα επιμέλεια να προβεί έγκαιρα στην αντικατάστασή του. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, ο … έλαβε γνώση του διορισμού του ως λογιστή της απογραφής της κληρονομιάς Μ. στις 20.7.2021 με την επίδοση σ’ αυτόν, το πρώτον, της υπ' αριθμ. …/2021 απόφασης, και εν συνεχεία της υπ' αριθμ. …/2022 απόφασης (με διάδικο την Α.), χωρίς να εκφράσει οποιαδήποτε άρνηση ή αδυναμία για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, μέχρι την 24.7.2024, δηλαδή τρία (3) έτη αργότερα από την πρώτη απόφαση και δύο (2) έτη αργότερα από την δεύτερη απόφαση, όταν με υπεύθυνη δήλωση του εξέφρασε την αδυναμία του να διενεργήσει τη σχετική πραγματογνωμοσύνη. Κατά τη διάρκεια αυτής της διετίας, κατά την οποία ως άνω λογιστής δεν ολοκλήρωσε την απογραφή, η Α., η οποία τον είχε προτείνει προς το Δικαστήριο, ουδέποτε παραπονέθηκε για έλλειψη συνεργασίας μαζί του, αντιθέτως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του πρώτου, οι κληρονόμοι Μ. ουδέποτε τον όχλησαν προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία της απογραφής. Εξάλλου και οι ανακόπτουσες, μετά τον θάνατο της Α. την 21.9.2023, άφησαν να παρέλθει ένα έτος έως ότου καταθέσουν την υπ' αριθμ. ΕΜ…/18-11-2024 αίτησή τους προς χορήγηση περαιτέρω παράτασης της προθεσμίας απογραφής (επί της οποίας εκδόθηκε η, ορθή κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, υπ' αριθμ. …/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου). Επίσης, ουδόλως επικαλούνται οποιαδήποτε αίτηση της Α. προς δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα (τράπεζες, μητρώο ακινήτων) στο εξωτερικό, όπου φέρεται ότι ο κληρονομούμενος Μ. είχε περιουσία, από την οποία να αποδεικνύεται ότι είχαν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προκειμένου να ενημερωθούν για την περιουσία του τελευταίου και, κατ' αυτόν τον τρόπο, να συνεισφέρουν, ως όφειλαν στην διενέργεια της απογραφής. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίνεται, επομένως, ότι δεν υφίσταται περίπτωση ανωτέρας βίας στα πρόσωπα των ανακοπτουσών και της δικαιοπαρόχου τους Α., αφού ουδόλως προέκυψαν γεγονότα απρόβλεπτα από τα οποία, μάλιστα, να καθίσταται ανέφικτη η ολοκλήρωση της υποχρεώσεώς τους περί απογραφής της κληρονομιάς Μ.. Αντιθέτως, αποδεικνύονται μεθοδευμένες ενέργειες εκ μέρους των τελευταίων προκειμένου να κωλυσιεργήσουν την ολοκλήρωση της απογραφής και, τελικώς, να αποφύγουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ως κληρονόμοι Μ., ικανοποιώντας τους δανειστές του, μεταξύ των οποίων και τον καθ' ου. Η άποψη δε, που υιοθετούν οι ανακόπτουσες με σκοπό να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί ύπαρξης ανωτέρας βίας - και συνακόλουθα της ύπαρξης εξωγενών παραγόντων στην καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας - βάσει της οποίας υφίστανται αντιφατικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Ναυπλίου) το οποίο αρχικά έκανε δεκτές τις αιτήσεις χορήγησης παράτασης της προθεσμίας διενέργειας απογραφής, ενώ στη συνέχεια απέρριψε αυτήν, δεν λαμβάνει υπόψη της την μεταβολή των συνθηκών και τον διαδραμόντα χρόνο μεταξύ της άσκησης της πρώτης αίτησης της Α. έως και την τελευταία που συζητήθηκε τον Μάρτιο του 2025, κάτι που αντιθέτως έλαβε υπόψη του το ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του περί έκπτωσης των ανακοπτουσών από το ευεργέτημα της απογραφής και δη ακριβώς λόγω έλλειψης στο πρόσωπό τους των περιστατικών ανωτέρας βίας που επικαλούνται ως λόγο νόμιμης αναστολής της 4μηνης προθεσμίας της απογραφής. Και ναι μεν, γίνεται αποδεκτό ότι η απογραφή της κληρονομιάς Μ. είχε αντικειμενικές δυσκολίες, ενόψει του υψηλού ενεργητικού και παθητικού της, με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν ανέφικτο να ολοκληρωθεί εντός του πρώτου 4μηνου, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, ο διαδραμών χρόνος εκφεύγει παρασάγγας από τον εύλογο χρόνο παράτασης της ολοκλήρωσης αυτής, σε βαθμό που να διαταράσσεται η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας εις βάρος του καθ' ου δανειστή, ο οποίος επί σειρά ετών αδυνατεί να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του σε αποκλειστική και απόλυτη προστασία των επ' ωφελεία απογραφής κληρονόμων. Εάν δε, ληφθεί υπόψη και η τελευταία εκδοθείσα υπ' αριθμ. …/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου επί ακόμα μιας αιτήσεως των ανακοπτουσών για την χορήγηση και περαιτέρω παράτασης της προθεσμίας διενέργειας απογραφής, η οποία απέρριψε αυτήν, γίνεται αντιληπτό ότι η κατάσταση αυτή φέρει χαρακτηριστικά που της επιτρέπουν να διαινωνίζεται στο διηνηκές χωρίς τελικώς να λήξει με τον οποιοδήποτε τρόπο. Καθίσταται, συνεπώς, σαφές ότι ακόμα και εάν υιοθετηθεί η άποψη ότι η διενέργεια της απογραφής, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο κληρονόμο, είναι απρόθεσμη (άποψη με την οποία δεν συντάσσεται το παρόν Δικαστήριο), σε κάθε περίπτωση η διενέργεια αυτής δεν μπορεί να διαρκεί στο διηνεκές, αλλά θα πρέπει να ελέγχεται με βάση της αρχή της αναλογικότητας, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, κατά τα ανωτέρω.

Κατόπιν τούτων κρίνεται ότι οι ανακόπτουσες εξέπεσαν, πλέον, από το ευεργέτημα της απογραφής, αφού δεν ολοκλήρωσαν την απογραφή της κληρονομιάς Μ. και Α.., αντίστοιχα, εντός των νομίμων προθεσμιών που είχαν λάβει με τις ανωτέρω αναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις και δη από τη δική τους υπαιτιότητα, κατά τα ανωτέρω, γενομένης δεκτής της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος των ανακοπτουσών που προέβαλε ο καθ' ου. Συνεπεία δε, τούτου, θεωρούνται απλοί και όχι επ' ωφελεία απογραφής κληρονόμοι της Α., η οποία ήταν κληρονόμος του Δ. σε ποσοστό 50% επί της κληρονομιαίας περιουσίας του και νομίμως ο καθ' ου επέσπευσε τις προσβαλλόμενες αναγκαστικές κατασχέσης εις βάρος της περιουσίας τους, υπό την ιδιότητά τους αυτή. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι υπό στοιχεία Β' και Γ' ανακοπές, οι οποίες έχουν ταυτόσημο αντικείμενο και λόγους και να επικυρωθούν αντίστοιχα οι προσβαλλόμενες δι' αυτών (ανακοπών) πράξεις εκτέλεσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Αναφορικά με την υπό στοιχεία Α' ανακοπή, συνεπεία της ανωτέρω κρίσεως, και ειδικότερα ότι οι καθ' ων η ανακοπή αυτή - ανακόπτουσες Β' και Γ' ανακοπών, αντίστοιχα, έχουν εκπέσει από το ευεργέτημα της απογραφής ως προς την κληρονομιαία περιουσία της Α., σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο ανακλήτεο Κληρονομήτηριο αναγράφεται μεν ότι οι καθ' ων είναι κληρονόμοι της Α. με το ευεργέτημα της απογραφής, χωρίς όμως να διευκρινίζονται στα αντίστοιχα πεδία οι συνέπειες του ευεργετήματος της απογραφής, ήτοι να γίνεται έστω απλή μνεία των σχετικών άρθρων του ΑΚ, στα οποία ορίζονται η έννοια και οι συνέπειες του ευεργετήματος της απογραφής, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αυτό θα πρέπει να ανακληθεί, γενομένης δεκτής της σχετικής υπό στοιχεία Α' ανακοπής.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, ως προς όλες τις ανωτέρω ανακοπές, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους, στο σύνολο τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν (άρ. 179 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις υπό στοιχεία Ά από 30.6.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΠΤαν/…/1-7-2025, υπό στοιχεία Β' από 28.7.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΠΤαν/…/28.7.2025 και υπό στοιχεία Γ' από 22.9.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΠΤαν/…/24.9.2025 ανακοπές αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την υπό στοιχεία Α' ανακοπή.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ' αριθμ. …/2025 Πράξη του παρόντος Δικαστηρίου βάσει της οποίας η Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου θα εξέδιδε σχετικό Πιστοποιητικό - Κληρονομητήριο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου να γνωστοποιήσει την παρούσα σε όλα τα πρόσωπα, για τα οποία έχουν εκδοθεί επικυρωμένα αντίγραφα του ως άνω Κληρονομητηρίου.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις υπό στοιχεία Β' και Γ' ανακοπές.

 


ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ τις από 22.7.2025 δηλώσεως επιβολής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, καθώς και τις από 14.07.2025 επιταγές προς εκτέλεση του καθ' ου που επιδόθηκαν στις ανακόπτουσες δια των υπ' αριθμ. …-…-…/14.07.2025 Εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου, Χ., εκ των υπ' αριθμ. … και … α’ εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. … τελεσίδικης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα έξοδα μεταξύ των διαδίκων ως προς όλες τις ανακοπές.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο Ναύπλιο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι ούτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, συντεταγμένη σε πρωτότυπο και σε ηλεκτρονική μορφή από την Δικαστή, στις 6.3.2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ