ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 230/2026
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρία Δήμου, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου και τη Γραμματέα Μυρτώ Καζαντζή.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουάριου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Α) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : ... ... του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός …. αρ...., με Α.Φ.Μ. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...» και τον δ.τ. «... ΑΕ», που εδρεύει στον Δήμο …, Τ.Κ. … , με ΓΕ.ΜΗ ..., με Α.Φ.Μ. ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Αντιγόνης Βαλτά (ΑΜ ΔΣ … ...), 2. ... ... του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός … αρ...., με ΑΦΜ ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευτυχίας Νιούρη (ΑΜΔΣ .. ...) και 3. Της εταιρίας με την επωνυμία «...INC», που εδρεύει στην πόλη … της Λιβερίας και διατηρεί εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη, οδός …. , με Α.Φ.Μ. ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ευτυχίας Νιούρη (... ...).
Β) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1. Της εταιρίας με την επωνυμία «...INC», που εδρεύει στην πόλη ... της Λιβερίας και διατηρεί εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη, οδός ...αρ.... , με Α.Φ.Μ. ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ευτυχίας Νιούρη (... ...) και 2. ... ... του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός … αρ...., με ΑΦΜ ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευτυχίας Νιούρη (......).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...» και τον δ.τ. «... ΑΕ», που εδρεύει στον Δήμο ..., Τ.Κ. … , με ΓΕ.ΜΗ ..., με Α.Φ.Μ. ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Αντιγόνης Βαλτά (... ...) και 2. ... ... του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός .... αρ..., με Α.Φ.Μ. ..., ο οποίος δεν παρατάθηκε.
Στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατατέθηκε η από 03.02.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2021 αγωγή της ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία «...» και τον δ.τ. «... ΑΕ» κατά των εναγομένων 1. Της εταιρίας με την επωνυμία «...INC», 2 του ... ... του ... και 3. του ... ... του ..., η οποία εκδικάσθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Το εν λόγω Δικαστήριο, με την απ’ αριθ. 10.471/2023 οριστική απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εναγόμενοι, ήτοι, τόσο ο δεύτερος εναγόμενος με την από 19.10.2023 έφεσή του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που έχει κατατεθεί με αριθμούς καταθέσεως στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...2023 και του παρόντος Δικαστηρίου ....2024, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε αρχικώς η 21η.02.2025 και μετά από αναβολή η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, όσο και οι πρώτη και τρίτος των εναγομένων με την από 19.10.2023 έφεσή τους, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμούς καταθέσεως στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....2023 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2024, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε αρχικώς η 21η.02.2025 και μετά από αναβολή η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης.
Κατά τη συζήτηση των εφέσεων, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως ως άνω σημειώνεται, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς, που περιέχονται στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι ακόλουθες εφέσεις, ήτοι: α) Η από 19.10.2023 (υπ’ αρ. εκθ. καταθ. στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...2023 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης ....2024, έφεση (εφεξής υπό στοιχείο Α’ έφεση) και β) η από 19.10.2023 (υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....2023 και υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ. στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης ...2024) έφεση (εφεξής υπό στοιχείο B' έφεση), οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 10.471/2023 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσης κατά την τακτική διαδικασία , αντιμωλία των διαδίκων. Οι εν λόγω εφέσεις πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθ’ όσον βάλλουν κατά της ιδίας οριστικής αποφάσεως, υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, με την ένωση και συνεκδίκασή τους, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποτρέπεται το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 246 και 524 παρ.1 του ΚΠολΔ, ΕφΑΘ 608/2022, ΕφΑΘ 476/2019, ΕφΑΘ 6057/2018 δημοσιευθείσες στην τράπεζα νομικών πληροφοριών «νόμος», ΕφΑΘ 143/2012 ΕφΑΔ 2012.622, ΕφΑΘ 4299/2006 ΕλΔνη 47.1508).
I. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, «Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή». Όπως ίσχυε και πριν την ανωτέρω τροποποίηση, η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (ΟλΑΠ 16/1990 ΝοΒ 1990.1337, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 635/2020, ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 268/2016 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του τεκμαίρεται, ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 476/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 268/2016 ό.π). Όμως, της απόρριψης της έφεσης κατ’ ουσίαν προηγείται η εξέταση του παραδεκτού της. Με τη συμπλήρωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 524 διευκρινίζεται με τον πλέον σαφή τρόπο, ότι η απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης είναι απόρριψη επί της ουσίας, άρα δογματικώς προϋποθέτει παραδεκτή άσκησή της. Επομένως, εάν η έφεση είναι για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτη, ιδίως εκπρόθεσμη ή λόγω μη καταβολής του παράβολου του άρθρου 495 ΚΠολΔ, ή λόγω έλλειψης άλλων διαδικαστικών προϋποθέσεων, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη και όχι ως ανυποστήρικτη, δηλαδή επί της ουσίας. Εξάλλου, το άρθρο 532 ορίζει την εξέταση του παραδεκτού της έφεσης ανεξαρτήτως του εάν ο εκκαλών παρίσταται ή όχι στη δίκη (I. Κατράς, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 3η έκδ., 2021, σ. 667, sakkoulas-online). Ειδικότερα από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει σήμερα, συνάγεται, ότι επί ερημοδικίας του εκκαλούντος στην κατ’ έφεση δίκη η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εφόσον είναι παραδεκτή. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση (άρθρα 524 παρ.1, 3 ΚΠολΔ). Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν ότι το Δικαστήριο θα ερευνήσει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης. Αν το γεγονός αυτό δεν διευκρινίζεται, τότε η συζήτηση της έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτη γιατί λείπει η απαιτούμενη προδικασία της κλήσης προς συζήτηση (ΕφΑΘ 1535/2001 ΑρχΝ 52.563), ενώ εάν αυτή επισπεύδεται από τον σπόντα εκκαλούντα και το αποδεικνύει ο παριστάμενος εφεσίβλητος, προσκομίζοντας επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως, που του έχει επιδοθεί με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση (άρθρα 139 παρ. 3, 498 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), απορρίπτεται η έφεση, χωρίς την περαιτέρω έρευνα της διότι, τεκμαίρεται παραίτηση του εκκαλούντος από την έφεση και αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 476/2017, ΑΠ 268/2016 Νόμος). Το ίδιο αποφασίζει το Εφετείο και όταν τη συζήτηση της έφεσης επισπεύδει ο εφεσίβλητος και το αποδεικνύει, προσκομίζοντας έκθεση επίδοσης αντιγράφου της έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση (άρθρα 139 παρ. 1 και 2, 498 ΚΠολΔ, βλ. ΟλΑΠ 16/1990 ΕλλΔνη 31.804, ΕφΑιγ 104/2023 αδημ., ΕφΑΘ 7913).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα - πρώτη εφεσίβλητη στην υπό στοιχ. A ' έφεση, άσκησε την από 03.02.2021 (αρ. έκθ. κατάθ. ...2021) αγωγή της, εναντίον των : 1. Της εταιρίας με την επωνυμία «...INC» (τρίτης εφεσίβλητης), 2 του ... ... του ... - εκκαλούντος και 3. Του ... ... του ... (δευτέρου εφεσίβλητου), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 10.471/2023 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου , με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Την πρωτόδικη απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 19.10.2023 (αρ. εκθ. καταθ. ...2023) έφεσή του(υπό στοιχ. Α'). Η συζήτηση της ένδικης έφεσης επισπεύδεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (αριθ. εκθ. πράξης προσδιορισμού ....2024), με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου της πρώτης εφεσίβλητης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21.02.2025 κατά την οποία η συζήτηση της εφέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμ. ….2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, ο δικηγόρος της πρώτης εφεσίβλητης επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον εκκαλούντα , ακριβές αντίγραφο της ένδικης έφεσης και το υπ’ αριθμ. .../2025 πρακτικό αναβολής του παρόντος Δικαστηρίου περί αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση για να παραστεί ο εκκαλών στη συζήτησή της . Κατά την ημερομηνία αυτή (16.01.2026), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, ο εκκαλών κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Συνεπώς, πρέπει σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη (II), ο εκκαλών , που κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη σημερινή δικάσιμο, εφόσον δεν παραστάθηκε, να δικαστεί ερήμην. Ωστόσο, προ της κατ’ ουσίαν απόρριψης της εφέσεως για τον λόγο αυτό, θα πρέπει κατά τα προεκτεθέντα, να προηγηθεί η εξέταση του παραδεκτού της. Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ. 1, 498 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ),εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η εκκαλουμένη επιδόθηκε επιμελεία της εφεσίβλητης στις 19.09.2023 (βλ. την από 19.09.2023 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης …. στο σώμα της εκκαλουμένης αποφάσεως) και η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 19.10.2023, ενώ για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί εκ μέρους του εκκαλούντος το προβλεπόμενο παράβολο με αρ. …./2023 e- παράβολο (βλ. σχετική σημείωση της Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στη με αριθμό .../2023 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου). Μετά ταύτα, εφόσον η έφεση είναι παραδεκτή και ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, η έφεσή του, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή κι ακολούθως να απορριφθεί στην ουσία της ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα της, λόγω δε της ήττας του εκκαλούντος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ αυτός (εκκαλών) πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 184 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από τον εκκαλούντα (άρθρα 501, 502 παρ.1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 271 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ιδίου κώδικα εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης και του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της έφεσης, το Δικαστήριο ερευνά αν η έφεση και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σ’ αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, ο παριστάμενος δε διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτήν, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς κρίση η από 19.10.2023 (αρ. έκθ. κατάθ. ....2023) έφεση (υπό στοιχ. Β') της πρώτης και τρίτου των εναγομένων κατά της υπ’ αριθμ. 10.471/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης. Η συζήτηση της ένδικης έφεσης επισπεύδεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (αριθ. εκθ. πράξης προσδιορισμού ...2024), με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου της πρώτης εφεσίβλητης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21.02.2025 κατά την οποία η συζήτηση της εφέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμ. ….2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …., ο δικηγόρος της πρώτης εφεσίβλητης επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο εφεσίβλητο, ακριβές αντίγραφο της ένδικης έφεσης και το υπ’ αριθμ. 90/2025 πρακτικό αναβολής του παρόντος Δικαστηρίου περί αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση για να παραστεί ο δεύτερος εφεσίβλητος στη συζήτησή της . Κατά την ημερομηνία αυτή (16.01.2026), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, ο δεύτερος εφεσίβλητος, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Έτσι, αυτός δικάζεται ερήμην, η υπόθεση όμως εξετάζεται σαν ήταν και αυτός παρών (άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ), εφόσον προσκομίζονται το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, οι προτάσεις του στον πρώτο βαθμό, η απόφαση και τα πρακτικά της δίκης αυτής (βλ. και Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 1993, παρ. 1078 -1088, σελ. 322-326 και Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τ. Ρ, άρθρο 531, παρ. 9, 10 και 13).
Η υπό στοιχ. Β' έφεση των εν μέρει ηττηθέντων πρωτοδίκως πρώτης και τρίτου των εναγομένων κατά της υπ’ αριθμ. 10.471/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ. 1, 498 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ),εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η εκκαλουμένη επιδόθηκε επιμελεία της πρώτης εφεσίβλητης στις 19.09.2023 (βλ. την από 19.09.2023 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης … στο σώμα της εκκαλουμένης αποφάσεως) και η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 19.10.2023, ενώ για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί εκ μέρους των εκκαλούντων το προβλεπόμενο παράβολο με αρ. …./2023 e- παράβολο (βλ. σχετική σημείωση της Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στη με αριθμό .../2023 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή, ως προς την πρώτη των εφεσιβλήτων - ενάγουσα (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξετασθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Με τα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 ΚΠολΔ ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος..." και ότι "η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες του άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον υπόχρεοι για αποζημίωση από αδικοπραξία (ΑΚ 926), νομιμοποιείται παθητικά ως εφεσίβλητος, ο αντίδικος του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, έναντι του οποίου ο εκκαλών νικήθηκε, όχι, όμως και ο ομόδικος του εκκαλούντος, εκτός αν, λόγω της φύσης της δίκης, ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη διανομής, ή αν η απόφαση περιέχει διάταξη βλαπτική για τον εκκαλούντα και επωφελή για τον ομόδικό του (ΑΠ 700/2020, ΑΠ 754/2019, ΑΠ 559/2009).[ΑΠ 1891/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος εφεσίβλητος, ως δεύτερος συνεναγόμενος πρωτοδίκως, με τους ως άνω εκκαλούντες, πρώτη και τρίτο εναγόμενους και εις ολόκληρον συνυπεύθυνους εξ αδικοπραξίας, δεν είναι αντίδικος αυτών, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 517 ΚΠολΔ , αλλά ομόδικός τους (βλ. άθρ. 80 επ. ΚΠολΔ) και συνεπώς δεν δύναται να προσλάβει την ιδιότητα του εφεσίβλητου, προσέτι, δε, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τον κανόνα της προαναφερθείσας διάταξης, διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει επιβλαβή διάταξη για τους ανωτέρω ομοδίκους και υπέρ άλλου, ούτε απορρίφθηκε αίτηση , που υποβλήθηκε από ένα των ομοδίκων κατά των λοιπών ( βλ. Σ. Σαμουήλ: "Η Έφεση", έκδ. E‘ (2003), παρ. 336 και 338, σελ. 146 και 154 αντίστοιχα). Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση, κατά του δευτέρου εφεσίβλητου να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άνευ καθορισμού δικαστικών εξόδων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, υπέρ του ως άνω εφεσίβλητου, διότι εξαιτίας της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα για καταδίκη στα έξοδα (άρ. 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας υπέρ αυτού που ερημοδικεί θα οριστεί κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την από 03.02.2021 (αρ. εκθ. Καταθ. ...2021) αγωγή της κατά των εναγομένων : 1. Της εταιρίας με την επωνυμία «...INC», 2 του ... ... του ... και 3. Του ... ... του ..., εξέθεσε ότι στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας εισέπραξε στις 07.01.2016 από την εναγόμενη εταιρία, έναντι υλικών και εφοδίων που της παρείχε, τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας … και συγκεκριμένα : α) την υπ' αριθ....-1, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.03.2016, ποσού 8.000,00 €, β) την υπ' αριθ. ...-4, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.04.2016, ποσού 8.000,00 € και γ) την υπ' αριθ. ...-..., με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.05.2016, ποσού 10.712,92 €. Ότι εμφάνισε την πρώτη επιταγή νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, ωστόσο αυτή σφραγίσθηκε στις 05.04.2016 λόγω έλλειψης διαθεσίμων. Ότι η δεύτερη επιταγή οπισθογραφήθηκε στην εταιρία «…. ΟΕ», που με τη σειρά της την οπισθογράφησε στην ... ... για να την εισπράξει για λογαριασμό της, εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, αλλά σφραγίσθηκε στις 06.05.2016 λόγω έλλειψης διαθεσίμων, οπότε η ενάγουσα την αντικατέστησε με άλλη ισόποση επιταγή, καθιστάμενη έτσι εκ νέου νόμιμη κομίστρια της ακάλυπτης επιταγής. Ότι η τρίτη επιταγή οπισθογραφήθηκε στην εταιρία «… ΟΕ», που με τη σειρά της την οπισθογράφησε στον ... ... για να την εισπράξει για λογαριασμό της, εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, αλλά σφραγίσθηκε στις 31.05.2016 λόγω έλλειψης διαθεσίμων και η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 10.712,92 € στην ως άνω εταιρία ώστε να αναλάβει το σώμα της επιταγής. Ότι οι επίδικες επιταγές είχαν υπογράφει από τον δεύτερο εναγόμενο σε χρόνο που ακόμη ήταν συνδιαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρίας μαζί με τον τρίτο εναγόμενο υιό του, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας. Ότι ο τρίτος εναγόμενος, κατά τον χρόνο που ο ίδιος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, έθεσε τις επιταγές σε κυκλοφορία, αποσιωπώντας σκόπιμα ότι οι υπογραφές είχαν τεθεί από τον πατέρα του, εξαπατώντας την ενάγουσα. Ότι από τις ανωτέρω παράνομες ενέργειες των εναγομένων η ενάγουσα έχει υποστεί πλέον της περιουσιακής ζημία της και ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της εμπορικής της φήμης. Για τους λόγους αυτούς η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος : α) το ποσό των 26.712,98 € ως αποζημίωση για τη θετική της ζημία και β) το ποσό των 3.287,08 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι το συνολικό ποσό των 30.000,00 €, νομιμοτόκως από την εμφάνιση κάθε επιταγής, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, η ενάγουσα ζήτησε να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί σε βάρος των 2ου και 3ου των εναγομένων προσωπική κράτηση έως ένα έτος και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα. Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 10.471/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την τακτική διαδικασία (εκκαλουμένη), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, παραπονούνται η πρώτη και ο τρίτος των εναγομένων για τους διαλαμβανόμενους στην ως άνω έφεσή τους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εις βάρος τους ως άνω αγωγή.
Οι εκκαλούντες με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου αυτής, παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο διότι σε βάρος της πρώτης εκκαλούσας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 7176/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με βάση τις επίδικες επιταγές και επομένως η απαίτηση της ενάγουσας- εφεσίβλητης έχει ήδη εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο με ισχύ δεδικασμένου. Συνακόλουθα, ισχυρίζονται ότι αν η εκκαλουμένη ορθά εφάρμοζε το νόμο θα απέρριπτε την ως άνω αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης λόγω της επικαλούμενης τελεσθείσας αδικοπραξίας λόγω ύπαρξης δεσμευτικού δεδικασμένου που απορρέει από την ανωτέρω διαταγή πληρωμής που καλύπτει τόσο την ύπαρξη της ανωτέρω απαίτησης της ενάγουσας από τις ακάλυπτες επιταγές που πλέον δεν μπορεί να αμφισβητηθεί όσο και το αξιούμενο δικαίωμα αποζημίωσης από την επικαλούμενη αδικοπραξία. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο που γεννάται από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, αφορά την αξίωση από τα αξιόγραφα, αφού αντικείμενο είναι η ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, ενώ αντικείμενο της παρούσας δίκης, που ανοίχθηκε με τη ένδικη αγωγή, είναι η αξίωση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, προκληθείσα από αδικοπραξία η οποία δεν ταυτίζεται ούτε κατά τη νομική ούτε κατά την ιστορική αιτία με τη διαταγή πληρωμής αφορώσα την ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησης της ενάγουσας, ζητήματα για τα οποία δεν αποτέλεσε αναγκαία προϋπόθεση η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εκκαλούντων που διαλαμβάνεται στον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. (ΑΠ 916/2021, Α.Π 462/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 81/1989 Δ 1990326).
Οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο διότι απέρριψε σιγή την προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ενώ αν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε τον νόμο θα την είχε κάνει δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η αξίωση της ενάγουσας για το ποσό των ένδικων επιταγών, για το οποίο έχει ήδη εξοπλιστεί με τίτλο τελεσίδικο, εκτελεστό και εκκαθαρισμένο, που παράγει δεδικασμένο, είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει σαφώς την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, καθόσον επιδιώκει την εκ νέου επιδίκαση ποσού το οποίο έχει ήδη επιδικαστεί τελεσιδίκως σε αυτήν. Με το περιεχόμενο αυτό ο τρίτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δε συνιστούν καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας, καθόσον η τελευταία άσκησε νόμιμο δικαίωμά της για τη διεκδίκηση της οφειλής της, εντός των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 1742/2004 ΤΝΠ «Νόμος», ΕφΛαρ 298/2008, ΤΝΠ - Νόμος, ΕφΛαρ 114/2007, Δικογραφία 2007, 241).Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε σιγή την ένσταση αυτή, ορθά κατ’ αποτέλεσμα τον νόμο εφήρμοσε, με αιτιολογία που συμπληρώνεται από την παρούσα απόφαση (αρ. 534 ΚΠολΔ) και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθούν.
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης οι εναγόμενοι παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, εσφαλμένως εφάρμοσε τον νόμο και κήρυξε την εκκαλουμένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αλυστελώς προβαλλόμενος (άρθρο 68 ΚΠολΔ), αφού με την έκδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου η εκκαλούμενη απόφαση γίνεται τελεσίδικη και ως εκ τούτου εκτελεστή (Σ. Σαμουήλ, Η έφεση Ε' έκδοση, 2003, παρ. 542 αρ. 5, ΕφΔωδ. 178/2005, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ. 10813/1996, ΕλλΔνη 38, 1653) .
Από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίζουν νόμιμα μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που το πρώτον προσάγονται ενώπιον του, παραδεκτά, κατ’ άρθρο 529 § 1 ΚΠολΔ, και ειδικότερα από τις υπ’ αριθ. πρωτ. …. ένορκες βεβαιώσεις των …. και …. αντίστοιχα ενώπιον του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Η. (AM ...) που λήφθηκαν με πρωτοβουλία του δεύτερου εναγομένου, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήση της ενάγουσας (βλ. την υπ' αριθ. …. έκθεση επίδοσης του διορισμένου στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δικαστικού επιμελητή ….) και όλων των εγγράφων που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, ενώ ορισμένα απ’ όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων έγγραφα μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρία δραστηριοποιείται στον χώρο της εμπορικής ναυτιλίας, με αντικείμενο τη διαχείριση πλοίων, που ανήκουν σε τρίτους. Νόμιμος εκπρόσωπος της έως τις 15.05.2015 ήταν ο δεύτερος εναγόμενος μαζί με τον τρίτο εναγόμενο υιό του, ο οποίος -μετά την αποχώρηση του πατέρα του- παρέμεινε μόνος διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρίας. Στα πλαίσια της πολυετούς συνεργασίας των δύο εταιριών, η εναγομένη εξέδωσε σε διαταγή της ενάγουσας τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας …. και συγκεκριμένα- α) την υπ' αριθ. ...-..., με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.03.2016, ποσού 8.000,00 €, 8) την υπ' αριθ. ...-..., με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.04.2016, ποσού 8.000,00 € και γ) την υπ' αριθ. ...-..., με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.05.2016, ποσού 10.712,92 €. Τα σώματα των ανωτέρω επιταγών παραδόθηκαν στη λήπτρια στις 07.01.2016 (βλ. τη σχετική απόδειξη: είσπραξης της ενάγουσας). Ακολούθως, η ενάγουσα εμφάνισε την πρώτη επιταγή νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, ωστόσο αυτή σφραγίσθηκε στις 05.04.2016 λόγω έλλειψης διαθεσίμων. Η δεύτερη επιταγή οπισθογραφήθηκε στην εταιρία «… ΟΕ», που με τη σειρά της την οπισθογράφησε στην ... ... για να την εισπράξει για λογαριασμό της. Η επιταγή εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή από την τελευταία κομίστρια, αλλά σφραγίσθηκε στις 06.05.2016 λόγω έλλειψης διαθεσίμων. Ακολούθως, η ενάγουσα αντικατέστησε την ανωτέρω επιταγή με άλλη ισόποση (υπ' αριθ. ...-... της …. ΜΠΑΝΚ, με ημερομηνία έκδοσης 10.05.2016), την οποία παρέδωσε στην εταιρία «…. ΟΕ», καθιστάμενη έτσι εκ νέου νόμιμη κομίστρια της ακάλυπτης επιταγής. Παρομοίως, η τρίτη επιταγή οπισθογραφήθηκε στην εταιρία «...ΟΕ», που με τη σειρά της την οπισθογράφησε στον ..... για να την εισπράξει για λογαριασμό της. Η επιταγή εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή από τον τελευταίο κομιστή, αλλά σφραγίσθηκε στις 31.05.2016 λόγω έλλειψης διαθεσίμων. Έτσι, η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 10.712,92 € (Βλ. το από 02.06.2016 παραστατικό της Τράπεζας …) στην ως άνω εταιρία και ανέλαβε το σώμα της επιταγής. Στη συνέχεια, η ενάγουσα υπέβαλε έγκληση για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση σε βάρος του τρίτου εναγομένου, ... ..., ο οποίος πρωτοδίκως κρίθηκε ένοχος με την με αριθμό .../2019 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, σε δεύτερο βαθμό, με την με αριθμό .../09.10.2020 απόφαση του A' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ... ... απαλλάχθηκε τελεσίδικα των κατηγοριών, καθώς αποδείχθηκε ότι εκδότης των επίδικων επιταγών ήταν ο πατέρας του. ... ... (δεύτερος εναγόμενος), ο οποίος κλήθηκε από το Δικαστήριο και κατέθεσε ενόρκως κατά την μετ' αναβολή εκδίκαση της υπόθεσης ότι εκείνος είχε θέσει την υπογραφή του στα σώματα των επιταγών σε προγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο ήταν ακόμη νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, μαζί με τον συνεναγόμενο υιό του. Εξάλλου, με την ως άνω ποινική απόφαση κρίθηκε ότι ο ... ... δεν ευθυνόταν ούτε ως ηθικός αυτουργός για την έκδοση των εν λόγω ακάλυπτων επιταγών. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι υπήρχαν και άλλες τραπεζικές επιταγές, εκτός των επίδικων, που έφεραν την υπογραφή του δεύτερου εναγομένου, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης μεταγενέστερη της τυπικής αποχώρησης του δευτέρου εναγομένου από την εταιρία, τον Μάιο 2015. Πρόκειται για την υπ' αριθ. ...-8 επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 18.177.56 €, με ημερομηνία έκδοσης 14.03.2016, για την υπ' αριθ. ...-5 επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 41.688,36 €. με ημερομηνία έκδοσης 19.01.2016, για την υπ' αριθ. ...-.... επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 13.670 €, με ημερομηνία έκδοσης 08.12.2015, για την υπ' αριθ. ...-.... επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 14.234 $, με ημερομηνία έκδοσης 02.01.2016, καθώς και δύο επιταγές της Τράπεζας ..., ήτοι η υπ αριθ. ...-6, ποσού 189.846,88 $, με ημερομηνία έκδοσης 18.09.2015 και η υπ αριθ. …-2, ποσού 94.542,40 $, με ημερομηνία έκδοσης 21.09.2015. Από τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι επρόκειτο για συνήθη πρακτική που εφαρμοζόταν από τους εναγόμενους (να υπογράφει επιταγές ο δεύτερος εναγόμενος και να τις θέτει σε κυκλοφορία ο τρίτος εναγόμενος), ακόμη και μετά την τυπική αποχώρηση του δεύτερου εξ αυτών, καθώς δεν μπορεί να θεωρηθεί λογικό ο τελευταίος να έχει θέσει την υπογραφή σε τουλάχιστον εννέα φύλλα επιταγών και να τα αφήσει στα γραφεία της εταιρίας, ενώ υποτίθεται ότι ο ίδιος πλέον δεν δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά. Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του τρίτου εναγομένου ότι αγνοούσε πως οι υπογραφές στις εν λόγω επιταγές είχαν τεθεί από τον πατέρα του. Τουναντίον, ενώ το γνώριζε, όπως και το ενδεχόμενο έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων για κάλυψη των επίδικων επιταγών, καθώς ήδη είχαν σφραγισθεί επιταγές της εταιρίας, παρόλα αυτά τις μεταβίβασε στην ενάγουσα, υπολογίζοντας ότι ατομικά δεν θα είχε κάποια ευθύνη, εφόσον εκδότης των επιταγών ήταν ο πατέρας του, προκειμένου να αποκομίσει και ο ίδιος περιουσιακό όφελος σε βάρος της ενάγουσας. Η πρώτη φορά που ο τρίτος εναγόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν αυτός ο εκδότης των επιταγών ήταν ενώπιον του A' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, δικαζόμενος πλέον σε δεύτερο βαθμό για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο το ως άνω Δικαστήριο ανέβαλε την εκδίκαση της έφεσης κατά τη δικάσιμο της 01.07.2020, προκειμένου να κληθεί και να καταθέσει ως μάρτυρας ο ... ..., εξ ου και αναφέρεται ως μάρτυρας κατηγορίας και όχι υπεράσπισης στα πρακτικά της με αριθμό ..../2020 απόφασης. Αντίθετα, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας με αριθμό ..../2019 απόφασης του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δεν αποδεικνύεται ότι ο τρίτος εναγόμενος είχε προβάλει πρωτοδίκως τον σχετικό ισχυρισμό. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από τους έγγραφους ισχυρισμούς της ενάγουσας που προτάθηκαν το πρώτον στις 09.10.2020 και περιλαμβάνονται στην με αριθμό ...../2020 απόφαση του A' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, περί επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας σε βάρος του ... ... από φυσική σε ηθική αυτουργία. Ομοίως δεν προβλήθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός στη δίκη επί της με αρ. κατ. .../2016 ανακοπής που άσκησε η πρώτη εναγομένη κατά της υπ' αριθ..../2016 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της ενάγουσας, βάσει των επίδικων επιταγών. Μάλιστα, ο τρίτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, είχε λάβει σε κάθε περίπτωση- γνώση των επίμαχων επιταγών, εφόσον αντίγραφα τους προσκομίσθηκαν με τις από 09.03.2017 προτάσεις της ανακόπτουσας εταιρίας. Από τα ανωτέρω, λοιπόν, προκύπτει ότι η ενάγουσα υπέστη περιουσιακή βλάβη, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των τριών επιταγών, από τις παράνομες ενέργειες και του τρίτου των εναγομένων, ως εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα. Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα έχει ήδη πετύχει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της πρώτης εναγομένης βάσει της αξίωσης της από τις επίδικες επιταγές, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο παρόν στάδιο, ήτοι πριν την εκτέλεση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια , ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι επίδικες επιταγές περιλήφθηκαν στις απαιτήσεις της από 28.12.2020 συμφωνίας εξυγίανσης της πρώτης εναγομένης, που επικυρώθηκε με την ως άνω δικαστική απόφαση. Η εξέλιξη αυτή όμως, δεν επάγεται την άρση του στοιχείου της υπαιτιότητας, ούτε και του στοιχείου του παρανόμου χαρακτήρα της πράξεως της απάτης στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου κατά τους όρους του άρθρου 914 ΑΚ και ως εκ τούτου ο δεύτερος εναγόμενος δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του προς αποζημίωση της ενάγουσας, αφού αυτή είναι πρόσθετη με αυτή του νομικού προσώπου προς αποζημίωση (πρβλ. ΑΠ 271/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ αφορά πτώχευση). Επομένως, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως προς την πρώτη εναγομένη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας στην άσκηση αυτής. Κατόπιν αυτών, θα πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως προς τον δεύτερο εκκαλούντα ως ουσιαστικά αβάσιμη, να γίνει όμως δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου έφεσης, ως προς την πρώτη εκκαλούσα -εταιρία, να επιστραφεί το παράβολο ασκήσεως ενδίκου μέσου σε αυτή, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί η αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως προς την πρώτη εναγομένη. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών και λόγω της εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης, ενόψει και της κοινής εκπροσώπησης των εκκαλούντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 19.10.2023 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...2023) - υπό στοιχείο A’ έφεση και β) την από 19.10.2023 (υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. ....2023) έφεση - υπό στοιχείο B' έφεση, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 10.471/2023 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσης κατά την τακτική διαδικασία , ερήμην του εκκαλούντος στην υπό στοιχ. Α' έφεση και ερήμην του δευτέρου εφεσίβλητου στην υπό στοιχ. Β' έφεση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΟΡΙΖΕΙ, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από τον εκκαλούντα στην υπό στοιχ. Α' έφεση- δεύτερο εφεσίβλητο στην υπό στοιχ. Β' έφεση, παράβολο ερημοδικίας ποσού διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ουσιαστικά την υπό στοιχ. Α' έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο και κατάπτωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου του καταβληθέντος από τον εκκαλούντα παράβολου άσκησης έφεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την υπό στοιχ. Β' έφεση όσον αφορά τον δεύτερο εφεσίβλητο ... ... του ....
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα λοιπά τυπικά την υπό στοιχ. Β' έφεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή κατ’ ουσία ως προς τον δεύτερο εκκαλούντα (... ... του ...)
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτή κατ’ ουσία ως προς την πρώτη εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία «...INC».
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου ασκήσεως ενδίκου μέσου στην πρώτη εκκαλούσα.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υττ’ αριθμ. 10.471/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς την πρώτη εκκαλούσα.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 03.02.2021 (αρ. έκθ. κατάθ. ...2021) αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10.02.2026, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ