ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 223/2025
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Κωνσταντία Συροπούλου, Εφέτη και από τη Γραμματέα Νικολέττα Νέδα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο στις 25-11-2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: … του …, κατοίκου …, οδός …, με ΑΦΜ …, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Κωνσταντίνου Οικονόμου (AM... Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: … του …, κατοίκου …, οδός …, με ΑΦΜ …, για τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του …, που παραστάθηκε βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, της πληρεξούσιας της δικηγόρου Όλγας Χρήστου (AM ... Δ.Σ. Καρδίτσας), η οποία προκατέθεσε προτάσεις.
Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 21-12-2021 και με αριθμ. έκθ. κατ. …/…/22- 12-2021 αγωγή, που στρεφόταν κατά της εφεσίβλητης και ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Επί της αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 6379/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της.
Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα-ενάγουσα άσκησε την από 21- 5-2024 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμ. έκθ. κατ. …/…/22-7-2024, για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ' αριθμ. …/…/1-8-2024 Πράξη της Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία κι έγινε η συζήτηση της υποθέσεως.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως προαναφέρθηκε, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα.
I. Η κρινόμενη έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως ενάγουσας κατά της υπ' αριθμ.6379/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 591, 614 αριθμ. 3 ΚΠολΔ), αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 495 παρ.1 και 2, 499, 511, 513 παρ. 1 β’ 516 παρ. 1, 517 εδ. α', 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 10-5-2023 και η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 22-7-2024,, δηλαδή εντός της προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της εκκαλουμένης. Σημειώνεται ότι, λόγω του ότι η προκειμένη διαφορά είναι εργατική, δεν απαιτείται η καταβολή του προβλεπόμενου, από τη διάταξη του άρθρου 495 § 3, για την άσκηση της εφέσεως παράβολου (άρθρο 495 § 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.
II. Με την από 21-12-2021 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εξέθετε ότι είχε προσληφθεί από τον πατέρα της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης την 1η-7-2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως βοηθός μάγειρα, λαντζιέρα και υπάλληλος σερβιρίσματος στην ταβέρνα που διατηρούσε στο …. Ότι είχαν συμφωνήσει ότι θα της κατέβαλε ως καθαρό μηνιαίο μισθό το ποσόν των 800 ευρώ και ότι θα εργαζόταν 8 ώρες ημερησίως και πέντε ημέρες εβδομαδιαίως. Ότι παρά τη μεταξύ τους συμφωνία, ο ως άνω εργοδότης της, την απασχολούσε και το Σάββατο, ήτοι επί έξι ημέρες εβδομαδιαίως, στερώντας της μία ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης, χωρίς να της καταβάλει την αντίστοιχη αμοιβή της σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ότι για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2017 έως και 12-7-2021, ο μισθός που της καταβαλλόταν ήταν μικρότερος από τον ως άνω συμφωνηθέντα, σύμφωνα με τις ειδικότερες διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι και τα δώρα εορτών, οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, ήταν κατώτερα αυτών που δικαιούνταν να λάβει βάσει του συμφωνηθέντος μισθού, καθώς και ότι ο εργοδότης της δεν της χορηγούσε τη δικαιούμενη άδεια αναψυχής και δικαιούται αντίστοιχη αποζημίωση αδείας κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι κατά το ως άνω διάστημα εργαζόταν και κατά τη διάρκεια της νύκτας, τις ώρες 22.00 έως 2.00, όπως ειδικότερα αναφέρει στην αγωγή της, χωρίς όμως ο εργοδότης της να της καταβάλει την αντίστοιχη προσαύξηση που δικαιούται για τη νυκτερινή της εργασία. Ότι ο εργοδότης της απεβίωσε στις 12-7-2021 και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του είναι η εναγόμενη - κόρη του, η οποία κληρονόμησε και την επιχείρηση, δεν αποποιήθηκε την κληρονομιά και ουδέποτε κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ότι η εναγόμενη δεν της έχει καταβάλει κανένα ποσό για τις ημέρες που εργάστηκε τον Ιούλιο του έτους 2021, ούτε το δώρο Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας για το έτος 2021. Με βάση το ως άνω ιστορικό, η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη, στην οποία μεταβιβάστηκε η σύμβαση εργασίας της ως μοναδική κληρονόμο του εργοδότη της, να της καταβάλει το συνολικό ποσόν των 47.770,49 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αναλυτικά εκτιθέμενο στην αγωγή ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά δε, για την περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ως άνω ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 6379/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε η εναγόμενη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη η εκκαλούσα - ενάγουσα με την κρινόμενη έφεσή της και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που δεν κάνει δεκτή την αγωγή της, προκειμένου να γίνει αυτή δεκτή στο σύνολό της.
III. Ως προς το αγωγικό κονδύλιο της προσαύξησης του 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού, που αξιώνει η ενάγουσα για την εργασία της τα Σάββατα και το οποίο απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμο από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σημειώνονται τα εξής: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 520 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 -120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης που αναφέρονται σε πραγματικά ή νομικά σφάλματα του δικαστηρίου (ενίοτε και του ίδιου του εκκαλούντος). Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, πρέπει δηλ. να καθορίζονται με πληρότητα οι αποδιδόμενες στην απόφαση αιτιάσεις, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του Εφετείου και να είναι σε θέση το δικαστήριο αυτό να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους. Ειδικότερα, είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός των σφαλμάτων που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση, γιατί με τον προσδιορισμό αυτόν συνδέεται η εξουσία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να ασχοληθεί με την υπόθεση, η οποία από το νόμο, κατ'άρθρον 522 ΚΠολΔ, μεταβιβάζεται στο Εφετείο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους λόγους της. Η αοριστία του δικογράφου της έφεσης (εφετηρίου) δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε ν' αναπληρωθεί με την παραπομπή σε άλλα δικόγραφα και της αυτής ακόμη δίκης, Με την έννοια αυτή, όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, πρέπει να καθορίζονται στο εφετήριο οι παραβιασθείσες διατάξεις, καθώς και με ποιο τρόπο παραβιάστηκαν αυτές, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον εκκαλούντα συνιστούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια, διαφορετικά ο σχετικός λόγος έφεσης είναι αόριστος (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 77/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1657/2002 ΕλλΔνη2003.1614, ΕφΛαρ 139/2018, ΕφΠειρ 241/2015, ΕφΛαρ 409/2015, ΕφΔωδ 201/2013, ΕφΔυτΜακ 8/2013, ΕφΛαρ 322/2011, ΕφΛαμ 186/2011 ΝΟΜΟΣ, βλ. Μαργαρίτη σε Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα, Ερμ. ΚΠολΔ, τ. I άρ. 520 αριθ. 9, 11-14, Σαμουήλ Η έφεση έκδοση ΣΤ (2009) § 541, 562, Μπέη Πολ. Δικ. σελ. 1955). Οι αόριστοι λόγοι εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, λόγω αοριστίας (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 1574/2014, ΑΠ 692/2008, ΑΠ 128/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 647/2007 ΕλλΔνη44. 475, ΕφΑΘ 399/2012, ΕφΔωδ 201/2013, βλ. Σ.Σαμουήλ: ο.π. παρ. 541, Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ, άρθρ. 520, αριθμ. 37, Συμπλ.Τόμ. 2001 άρθρ. 520 αριθμ. 12 ). Εξάλλου, οι λόγοι της έφεσης, εκτός από σαφείς και ορισμένοι, πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή να άγουν, αν θεωρηθούν βάσιμοι, σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης. Έτσι, αν ένα κονδύλιο της αγωγής απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμο, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δεν μπορούν να οδηγήσουν, ακόμα κι αν είναι βάσιμοι, σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 558/1990 ΕΕΝ 1991/121, ΑΠ 323/1989, ΕλλΔνη31.770, ΕφΑΘ 1276/2019 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΘεσ 110/2017, ΕφΠειρ 606/2015, ΕφΛαρ 126/2015, ΕφΔωδ 49/2014, ΕφΔωδ 81/2013, ΕφΔωδ 93/2007 ΝΟΜΟΣ, βλ. Σ. Σαμουήλ «Η έφεση» έκδ. 2003, παρ. 542 αρ. 6 σελ. 222, Β. Βαθρακοκοίλη στο άρθρο 520 αρ. 39, ΑΠ 323/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, ο διατυπούμενος στο εφετήριο πρώτος λόγος εφέσεως έχει ως εξής, κατά πιστή μεταφορά: «Η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα αξιολόγησε τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τους αναγραφόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς μου και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο με αποτέλεσμα να απορρίψει την επίδικη αγωγή μας, δεχόμενη εν μέρει τις ενστάσεις, ισχυρισμούς και προτάσεις των αντιδίκων μου, και μη δεχόμενη ότι η αγωγή αποδείχθηκε πλήρως ενώ έπρεπε εκτιμώντας ορθά τα πραγματικά περιστατικά, τα προσαχθέντα έγγραφα, τις μαρτυρικές καταθέσεις, και τους ισχυρισμούς μας, και ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά το νόμο, να δεχθεί την αγωγή μας στο σύνολό της και να απορρίψει τις ενστάσεις, προτάσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου μας στο σύνολό τους». Ο δε ο δεύτερος λόγος της έφεσης αφορά την παραδοχή από την εκκαλούμενη απόφαση της ενστάσεως της εναγόμενης περί της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας ως ουσιαστικά βάσιμης. Βάσει των ως άνω παραπόνων της έφεσης, ο πρώτος λόγος της έφεσης ως προς το σκέλος του ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και απέρριψε την ένδικη αγωγή, καθόσον αφορά το ως άνω κονδύλιο της προσαύξησης του 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού, που αξιώνει η ενάγουσα για την εργασία της τα Σάββατα, το οποίο απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμο από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση λόγου έφεσης που αφορά την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου πρέπει να καθορίζονται στο εφετήριο οι παραβιασθείσες διατάξεις, καθώς και με ποιο τρόπο παραβιάστηκαν αυτές, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον εκκαλούντα συνιστούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια και στην προκειμένη περίπτωση, ο ως άνω πρώτος λόγος της έφεσης δεν περιέχει, κατά τα ως άνω, σαφή επίκληση ορισμένου νομικού σφάλματος καταλογιστέου στην πρωτόδικη απόφαση ως προς το κονδύλιο της αμοιβής για την εργασία του Σαββάτου. Επίσης, ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος του ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις είναι αλυσιτελής ως προς το παραπάνω κονδύλιο και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, ήτοι στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, όμως, ως προς το κονδύλιο της αμοιβής για την εργασία του Σαββάτου, δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής και δεν εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, αλλά το απέρριψε ως μη νόμιμο. Ούτε, άλλωστε, μεταβιβάστηκε, κατ'άρθρον 522 ΚΠολΔ στο παρόν Δικαστήριο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο της προσαύξησης του 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού, που αξιώνει η ενάγουσα για την εργασία της τα Σάββατα, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, καθώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το Εφετείο είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης, ήτοι η έκταση του δευτεροβάθμιου ελέγχου προσδιορίζεται μόνο από τους λόγους της έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 401/2017, ΑΠ 364/2017 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1344/2015, ΑΠ 496/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 723/2009 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 700/2008 ΝΟΜΟΣ, βλ. Δ. Μπαμπινιώτη, Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης και αντικείμενο της έκκλητης δίκης 2016) και στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης αποδίδεται στην εκκαλουμένη μόνο το σφάλμα ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεχόμενη ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας που προέβαλε η εναγόμενη, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της. Κατ'ακολουθίαν των προαναφερομένων το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά το αγωγικό κονδύλιο της προσαύξησης του 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού της, που αξιώνει η ενάγουσα για την εργασία της τα Σάββατα και το οποίο απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμο από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν θα αποτελέσει αντικείμενο έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου. Σε κάθε δε περίπτωση και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι με την κρινόμενη έφεση μεταβιβάστηκε στο παρόν Δικαστήριο και το ως άνω κονδύλιο της προσαύξησης για την εργασία τα Σάββατα, τούτο τυγχάνει απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, καθώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του N. 3846/2010, που φέρει τον τίτλο «Εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά παράβαση του πενθημέρου»: «Η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, προσαυξημένο κατά 30 %. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις». Επομένως, η προσαύξηση ποσοστού 30 % λόγω παροχής εργασίας κατά την 6η ημέρα για όσους απασχολούνται σε επισιτιστικές επιχειρήσεις, όπως κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή είναι η επιχείρηση της χασαποταβέρνας στην οποία απασχολούνταν η ενάγουσα, η τελευταία εξαιρείται ρητά με βάση την ως άνω διάταξη και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο (ΕφΑΘ 878/2024, ΕφΠειρ 141/2024 ΝΟΜΟΣ). Βάσει αυτών, η εκκαλούμενη που έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας (άρθρ. 534 ΚΠολΔ, απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ως νόμω αβάσιμο σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε και η έφεση ως προς αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
IV. Από τα άρθρα 520 παρ.1 και 522 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το σφάλμα της απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που προβάλλεται ως λόγος εφέσεως δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο του λόγου της εφέσεως να εξειδικεύεται, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό. Τούτο δε διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης μετά από συνολική συνεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως (ΑΠ 93/2018 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 755/2016 Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, ο διατυπούμενος στο εφετήριο πρώτος λόγος της έφεσης, με το περιεχόμενο που εκτέθηκε κατ' ακριβή αντιγραφή στην ως άνω υπό στοιχ. Ill σκέψη της παρούσας, κατά το σκέλος που η εκκαλούσα παραπονείται για την εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περιέχει, σύμφωνα με την ως άνω μείζονα σκέψη, σαφή και πλήρη καθορισμό της αποδιδομένης στην εκκληθείσα απόφαση αιτιάσεως, αρκούσης της μνείας ότι λόγω της κακής αξιολόγησης των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή της, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή αποδείχθηκε στο σύνολό της. Επομένως, ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι στο σύνολό του αόριστος καθώς είναι πολύ γενικά διατυπωμένος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 675 παρ. 2 εδ. 1 ΑΚ, με τον θάνατο του εργοδότη η σύμβαση εργασίας λύνεται μόνο όταν τα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο πρόσωπό του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο θάνατος του εργοδότη κατ' αρχήν δεν επιφέρει τη λύση της συμβάσεως. Αυτό συμβαίνει κατ' εξαίρεση, μόνο όταν τα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο πρόσωπο αυτού, όπως όταν αντικείμενο της συμβάσεως εργασίας ήταν η παροχή από τον μισθωτό προσωπικών υπηρεσιών στον εργοδότη, σε τρόπο ώστε, όταν αυτός εκλείψει, να εκλείψει και το αντικείμενο στην ικανοποίηση του οποίου αφορά η κατά τη σύμβαση παροχή των υπηρεσιών του εργαζομένου. Τέτοιες είναι εργασιακές θέσεις ιδιαίτερα προσωποποιημένου ή εμπιστευτικού χαρακτήρα, όπως όταν ο εργαζόμενος συμφώνησε να υπηρετεί ορισμένο πρόσωπο (π.χ. ιδιαίτερη γραμματέας συμβολαιογράφου, νοσοκόμος). Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, η σύμβαση συνεχίζεται με τους υπεισερχόμενους στην εργασιακή σχέση κληρονόμους του εργοδότη, στους οποίους μεταβιβάζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη (ΑΠ 882/2007, ΑΠ 1397/2006, ΕφΑΘ 1256/2022 ΝΟΜΟΣ, βλ. Ι.Ληξουριώτη Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις 7η έκδ. 2021, σελ. 803, Αγραφιώτη σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 675, αριθμ. 4-5, σελ. 561- 562). Ειδικότερα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα μέρη απέβλεψαν στο πρόσωπο του εργοδότη όταν ο εργαζόμενος εργάζεται στην επιχείρηση του εργοδότη, οπότε η σύμβαση εργασίας συνεχίζεται με τους κληρονόμους του εργοδότη και τα δικαιώματα του εργαζομένου έναντι του αρχικού εργοδότη διατηρούνται (βλ. Αγραφιώτη ο.π. άρθρ. 675, αριθμ. 5, σελ. 562). Ωστόσο, προϋπόθεση για να μεταβιβαστεί στον κληρονόμο η υπάρχουσα σύμβαση εργασίας, είναι αυτοί να συνεχίσουν την επιχείρηση του κληρονομουμένου. Κατά συνέπεια, προκειμένου για καθολική διαδοχή εργοδότη ευθύνονται οι κληρονόμοι αυτού για τις αξιώσεις του εργαζομένου που υπήρχαν κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, ως καθολικοί του διάδοχοι (βλ. Κ. Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική έκδ. 1999, σελ. 40, Λ. Ντάσιου Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο Τομ. А/l, έκδ. 5η, σελ. 286).
VI. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ: "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή (ΟλΑΠ 6/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2003/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1294/2007 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018). Για την εφαρμογή της διάταξης δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού, ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1143/2019, ΕφΠειρ 100/2021 ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 783/2023, ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 308/2020). Περαιτέρω, επί αξιώσεων εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών κ.λ.π., μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά τον χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν' ασκήσει τις αξιώσεις αυτές, έστω και αν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 543/2019, ΑΠ 909/2017, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 1103/2013, ΑΠ 1402/2006). Επισημαίνεται δε ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ο ενάγων-εργαζόμενος παραιτήθηκε σιωπηρά από τα νόμιμα εργασιακά του δικαιώματα, η παραίτησή του δεν του στερεί το δικαίωμα να διεκδικήσει αυτά μεταγενέστερα με αγωγή, αφού η συμφωνία περί παραίτησης του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του είναι άκυρη είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας, είτε μετά από αυτή (ΑΠ 543/2019, ΑΠ 875/2018, ΑΠ 843/2002). Εξάλλου, δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτήν την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του. Ήτοι, δεν νοείται καταχρηστική άσκηση μη υπάρχοντος δικαιώματος, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί (ΑΠ 783/2023, ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 1475/2022, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1884/2013, ΕφΑΘ 372/2024 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με δήλωση της πληρεξούσιας της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της καταχρηστικής συμπεριφοράς της ενάγουσας επικαλέστηκε ότι: α) η ενάγουσα σε όλο το χρονικό διάστημα τον δεκαέξι ετών που παρείχε την εργασία της ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τους όρους υπό τους οποίους παρείχε την εργασία της και για τις καταβληθείσες αποδοχές της, υπέγραφε πάντοτε αποδείξεις πληρωμής για τις καταβληθείσες αποδοχές της και ουδέποτε στη διάρκεια της μακροχρόνιας συνεργασίας της με τον θανόντα πατέρα της διατύπωσε οποιαδήποτε επιφύλαξη, β) οι εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας και καταβολής επιδομάτων φέρουν την υπογραφή της ενάγουσας, διαλαμβάνουν αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές της και την αιτία καταβολής έκαστου εξ αυτών και καθ'όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας της μερικής απασχόλησης ουδέποτε διατύπωσε κάποια διαφωνία ή διαμαρτυρία σχετικά με τη μη καταβολή της οφειλόμενης σε αυτήν αμοιβής λόγω υπερωριακής εργασίας ή υπερεργασίας και εργασίας κατά τα Σάββατα, ούτε επικαλείται στην αγωγή της συγκεκριμένες διαμαρτυρίες στην αγωγή της όπως π.χ. εξώδικη όχλησή της για τις ως άνω αιτίες ή έγγραφο που να αποδεικνύει προηγούμενη προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας της, γ) η ενάγουσα διεκδίκησε για πρώτη φορά τις ένδικες αξιώσεις της μετά τον θάνατο του εργοδότη της, σε χρόνο δηλαδή που εκείνος δυστυχώς δεν μπορούσε να αντικρούσει τους αναληθείς ισχυρισμούς της και μετά την πάροδο του τετραμήνου, περίοδο κατά την οποία είχε το δικαίωμα η εναγόμενη να αποποιηθεί την κληρονομιά του αποθανόντος πατρός της και δ) η ευδοκίμηση της αγωγής θα είχε σημαντικές οικονομικές συνέπειες σε βάρος της. Με αυτό το περιεχόμενο, ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα ως άνω περιστατικά που επικαλέστηκε η εναγομένη για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας-εργαζομένης να ασκήσει τα δικαιώματα της για τη διεκδίκηση των αποδοχών της, χωρίς την επίδειξη εκ μέρους της συγκεκριμένης συμπεριφοράς που εύλογα να δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θα προέβαλε τις επίδικες αξιώσεις της, δεν είναι αρκετή για να καταστήσει προφανώς καταχρηστική τη μετέπειτα διεκδίκηση των αξιώσεων αυτών. Εξάλλου, η εναγόμενη ουδόλως αναφερόταν στη δημιουργία σ'αυτήν της εύλογης πεποίθησης ότι η ενάγουσα δεν επρόκειτο να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της. Η έλλειψη δε διαμαρτυρίας εκ μέρους της ενάγουσας επί σειρά ετών, η υπογραφή αποδείξεων πληρωμής χωρίς τη διατύπωση κάποιας επιφύλαξης, δεν συνιστούν περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά της, καθώς, σύμφωνα και με την ως άνω νομική σκέψη, οποιαδήποτε παραίτηση του μισθωτού από τις νόμιμες αξιώσεις του είναι άκυρη, ενώ από το γεγονός και μόνο ότι ο κάθε εργαζόμενος αποδέχεται την καταβολή σ’ αυτόν μικρότερου του νόμιμου μισθού του κατά το διάστημα της εργασίας του, τον οποίο μισθό έχει ανάγκη, δεν μπορεί να συναχθεί και ότι συνειδητά δεν έχει πρόθεση για μετέπειτα δικαστική επιδίωξη των σχετικών απαιτήσεων του. Ούτε, άλλωστε, η ως άνω επικαλούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας συνδέεται με ορισμένη συμπεριφορά της εναγόμενης, που να τελεί σε αιτιώδη σχέση με αυτή, έτσι ώστε η άσκηση σε βάρος της της ένδικης αγωγής, λόγω της μεταβολής της στάσης της ενάγουσας, να προκαλεί μη αναμενόμενες και μη ανεκτές, δυσμενείς συνέπειες για την ίδια. Ομοίως, η επικαλούμενη μετά τον θάνατο του εργοδότη της επιδίωξη της ενάγουσας να λάβει τις διαφορές των αποδοχών της δεν συνδέεται αιτιωδώς και κατά σαφή τρόπο με δυσανάλογη προς την ωφέλεια της τελευταίας επιβάρυνση της εναγόμενης, καθόσον δεν προσδιορίστηκαν καν οι επικαλούμενες από αυτή σημαντικές οικονομικές συνέπειες σε βάρος της. Εξάλλου, ως προς τον ειδικότερο ισχυρισμό της εναγόμενης ότι η ενάγουσα διεκδίκησε τις ένδικες αξιώσεις της μετά την πάροδο του τετραμήνου, περίοδο κατά την οποία είχε το δικαίωμα η εναγόμενη να αποποιηθεί την κληρονομιά του αποθανόντος πατρός της, σημειώνεται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική συμπεριφορά, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1858 του ΑΚ, όσο ο κληρονόμος έχει το δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά δεν μπορεί να ασκηθεί δικαστικώς εναντίον του αξίωση που στρέφεται κατά της κληρονομιάς. Ο ίδιος, τέλος, ισχυρισμός κατά το σκέλος με το οποίο η εναγόμενη επικαλείται μερική μόνο απασχόληση της ενάγουσας και ότι οι ισχυρισμοί της είναι αναληθείς, είναι ομοίως απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, το άρθρο 281 δεν εφαρμόζεται όταν ο διάδικος αρνείται να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου και στην προκειμένη περίπτωση με το μέρος αυτό του ισχυρισμού της η εναγόμενη αρνείται κατ'ουσίαν το δικαίωμα της ενάγουσας να προβεί στις σχετικές αξιώσεις από την επικαλούμενη από αυτήν πλήρη απασχόληση. Το πρωτοβάθμιο, όμως, Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η ένσταση αυτή είναι βάσιμη νομικά και, ακολούθως έκρινε ότι η άσκηση της αγωγής της συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, δεχόμενο ότι η ενάγουσα ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε ποτέ διεκδίκησε τα συμφωνημένα ποσά, ότι μετά τον θάνατο του εργοδότη της η επιχείρηση διέκοψε τις εργασίες της, ότι η εναγόμενη δεν προέβη σε αποποίηση της περιουσίας καθώς δεν γνώριζε για τις απαιτήσεις της ενάγουσας, που είχε τη δυνατότητα να την ενημερώσει για τις αξιώσεις της, καθώς και ότι η παγιωμένη αυτή κατάσταση με την καταβολή των 300 ευρώ μηνιαίως ήδη από το έτος 2003, χωρίς ποτέ η ενάγουσα να έχει ζητήσει περισσότερα χρήματα, δημιούργησε στην εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει οφειλή από τον πατέρα της και ακόμη και τυχόν καταβολές που είχαν γίνει από αυτόν χωρίς θεωρημένες αποδείξεις η εναγόμενη δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει ώστε να αποδείξει επιπλέον καταβολές του προς την ενάγουσα και συνακόλουθα απέρριψε την αγωγή στην ουσία της. Κρίνοντας, όμως, νόμιμη την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τον βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο της έφεσης, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η ως άνω διάταξη για την εφαρμογή της. Επομένως, βάσει αυτών, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 535 ΚΠολΔ) και αφού απορριφθεί η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως νόμω αβάσιμη, να δικαστεί αυτή κατ'ουσίαν.
VII. Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της υπ'αριθμ. …/28-3-2022 ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων … και … ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, που η εκκαλούσα- ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα και η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης-εναγομένης πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες (άρθρα 421, 422 και 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …/22-3-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης … (βλ. και την από 22-3-2022 εξώδικη κλήση- γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων) και των υπ’ αριθμ. … και …/28-3- 2022 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων … και … ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, που η εφεσίβλητη επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα και οι οποίες ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …/22-3-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης … (βλ. και την από 21-3-2022 Γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων-Κλήση) και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 1 περ. γ', 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 13-7-2005 (βλ. την από 13-7-2005 αναγγελία πρόσληψης και την από 13-7-2005 ατομική σύμβαση εργασίας) από τον …, πατέρα της εναγόμενης, ο οποίος απεβίωσε στις 12-7- 2021, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στη χασαποταβέρνα - ψησταριά που λειτουργούσε στο … ως υπάλληλος, για πέντε ημέρες την εβδομάδα, ήτοι Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, από τις 19.00 μέχρι και μέχρι και την ώρα που θα έκλεινε η ταβέρνα κάθε ημέρα. Για τις ως άνω ημέρες εργασίας της ενάγουσας κατέθεσε τόσο η μάρτυρας της εναγόμενης που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από προσωπική αντίληψη, καθώς έμενε ακριβώς πάνω από την ταβέρνα και συχνά τη βοηθούσε και η ίδια, όσο και ο λογιστής του εργοδότη, … στην υπ'αριθμ. …/2022 ένορκη βεβαίωσή του, ενώ οι καταθέσεις τους αυτές ενισχύονται και από το έντυπο της Γνωστοποίησης των όρων της ατομικής συμβάσεως εργασίας και την από 17-10-20214 αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας, όπου καταγράφονται οι ως άνω ημέρες εργασίας εβδομαδιαίως. Συγκεκριμένα, τα καθήκοντα της ενάγουσας ήταν να προετοιμάζει τα φαγητά (ετοίμαζε τις σαλάτες, τα τυριά και τα κρέατα, έκοβε το ψωμί, έπλαθε τα μπιφτέκια, έκοβε τις πατάτες), να στρώνει και να μαζεύει τα τραπέζια, να τηγανίζει τις πατάτες, να ξεπλένει πιάτα/ποτήρια και σκεύη μαγειρικής και να τα βάζει στο πλυντήριο πιάτων, να λαμβάνει παραγγελίες, να σερβίρει τους πελάτες, να πληρώνεται τους λογαριασμούς και να καθαρίζει το κατάστημα μετά την αποχώρηση των πελατών. Ο εργοδότης της, που διατηρούσε επίσης κρεοπωλείο δίπλα στην ταβέρνα, στο οποίο και εργαζόταν κυρίως, στις 19.00 περίπου, πήγαινε και ο ίδιος στην ταβέρνα, όπου έκοβε τα κρέατα και τα έψηνε. Η ταβέρνα ήταν χωρητικότητας 9 τραπέζιών, ενώ το καλοκαίρι έβγαζε και μερικά τραπέζια έξω και ήταν συνολικά 15 τραπέζια και κάθε Δευτέρα και Κυριακή ήταν κλειστή. Στα πλαίσια της εργασίας της αυτής, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2017 και μέχρι τον θάνατο του εργοδότη της, στις 12-7-2021 (βλ. το από 26-1-2022 απόσπασμα της υπ'αριθμ. …/…/2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Δ.Ε. Εχεδώρου), η ενάγουσα προσερχόταν στην ταβέρνα στις 19.00 και αποχωρούσε όταν έφευγαν και οι τελευταίοι πελάτες και ολοκλήρωνε το καθάρισμα του καταστήματος, που ήταν περί ώρα 00.00 τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή και περί ώρα 2.00 το αργότερο κάθε Σάββατο. Μερικές ημέρες, όταν η ταβέρνα εξυπηρετούσε πολύ κόσμο τη βοηθούσαν στις ως άνω εργασίες της η αδερφή του εργοδότη της, ο γιος της και ο σύζυγος της, χωρίς όμως η βοήθεια τους αυτή να μειώνει τις ώρες που απασχολούνταν η ίδια στο κατάστημα. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα εργαζόταν με μερική απασχόληση, μόνο για 4 ώρες την ημέρα και δη από τις 19.30 έως τις 23.30 ημερησίως και προς τούτο κατέθεσε και η μάρτυρας της, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι εργαζόταν από τις 19.30 έως τις 23.30. Πλην όμως, ο ως άνω ισχυρισμός της δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι ενόψει των ως άνω πολλαπλών της καθηκόντων, σε συνδυασμό με το ότι ήταν η μοναδική υπάλληλος που απασχολούνταν σταθερά στην ταβέρνα, ο δε εργοδότης της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας αναπνευστικής φύσεως και λόγω αυτού τον φόρτο εργασίας είχε επωμιστεί κυρίως η ίδια, δεν ήταν δυνατόν, κατά τα διδάγματα της κοινής λογικής, υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, να καλύπτονται όλα τα ως άνω ασκηθέντα από αυτήν καθήκοντα. Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί τετράωρου μόνο απασχόλησης δεν αναιρείται από τα προσκομιζόμενα από αυτήν έντυπο της σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης με ημερομηνία 20-10-2014 (Ε9), στο οποίο καταγράφεται πρόσληψη με σύμβαση μερικής απασχόλησης και 20 ώρες απασχόλησης εβδομαδιαίως, ούτε από το έντυπο Γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, όπου ομοίως καταγράφονται 20 ώρες απασχόλησης εβδομαδιαίως, από 19.30 έως 23.30, με μισθό 295 ευρώ, καθώς από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο (άρθρ. 336 ΚΠολΔ) είναι γνωστό ότι συνηθίζεται οι εργοδότες σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις να δηλώνουν στις αρμόδιες υπηρεσίες λιγότερες ώρες απασχόλησης του προσωπικού τους και χαμηλότερες αποδοχές, για να καταβάλουν λιγότερες ασφαλιστικές εισφορές, όπως έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο μηνιαίος μισθός που είχαν συμφωνήσει να καταβάλλεται για την ως άνω εργασία της στην ενάγουσα, που ήταν έγγαμη, ήταν ο προβλεπόμενος από την εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (εφεξής ΕΓΣΣΕ), η οποία ήταν εφαρμοστέα και κατά ρητή πρόβλεψη του εντύπου της Γνωστοποίησης των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, όπου αναγράφεται ότι: «Η συλλογική σύμβαση σύμφωνα με την οποία πληρώνεστε είναι η ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ-ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΗΛΙΚΙΑΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 25 ΕΤΩΝ», καθώς και κατά το έγγραφο όπου αναφέρονται οι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, στο οποίο αναφέρεται ως εφαρμοστέα η ΕΓΣΣΕ, αλλά κατέθεσε περί αυτού και η μάρτυρας της εναγόμενης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είπε ότι είχε βασικό μισθό 586 ευρώ για 8ωρο, πλην όμως ότι είχε 4ωρη απασχόληση. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η ενάγουσα έπαιρνε 300 ευρώ μηνιαίως, δεν επιβεβαιώνεται από την κατάθεση της ως άνω μάρτυρα της, αφού αυτή, πέραν των προαναφερομένων, κατέθεσε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί πόσα έπαιρνε, ότι μπορεί να είναι 300, μπορεί να είναι 200, ενώ τρεις φορές κατά την κατάθεσή της είπε και ότι πληρωνόταν αναλόγως με τις ώρες που δούλευε. Η κρίση αυτή δεν αποκρούεται από την κατάθεση του μάρτυρα συζύγου της ενάγουσας, …, στην υπ'αριθμ. …/2022 ένορκη βεβαίωση ότι το εστιατόριο λειτουργούσε 6 ημέρες την εβδομάδα, από 18.00 έως 2.00 κάθε μέρα, με συμφωνημένο μισθό 800 ευρώ, καθώς η κατάθεσή του, ως συζύγου της, παρέχει μειωμένη αξιοπιστία και δεν κρίνεται εν πολλοίς αντικειμενική και πειστική. Επιπλέον, σημειώνεται σχετικά ότι ενώ η ενάγουσα εκθέτει στην προσθήκη των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η αύξηση του μισθού της συμφωνήθηκε το έτος 2017 και ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ότι για 4-5 μήνες ο εργοδότης της έδωσε 800 ευρώ καθαρά, συν τα ένσημα, η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της αξιώνει διαφορές αποδοχών για όλους τους μήνες του έτους 2017, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε η καταβολή του ως άνω ποσού των 800 ευρώ για 4-5 μήνες κατά το ίδιο έτος. Έτσι, βάσει της ισχύουσας από 1-1-2017 έως 31-1-2019 ΕΓΣΣΕ και της από 1-2-2019 ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 4046/2012 και ν. 4093/2012 (υποπαρ. ΙΑ.11, άρθρο 1°) και το άρθρο 4 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 6/28-2-2012, την υπ'αριθμ. 4241/127/ 30.01.2019 Υπουργική Απόφαση και το άρθρ. 103 του N. 4172/2013, ο ο καθαρός μηνιαίος μισθός που έπρεπε να λαμβάνει η ενάγουσα ήταν από 1-1- 2017 έως 31-1-2019 και λόγω του ότι κατά τις 14-2-2012 είχε συμπληρώσει ως εργαζόμενη στην ταβέρνα δύο τριετίες [3-6] (άρθρο 1 Υποπαρ. ΙΑ Ν. 4093/2012), το ποσόν των (586,08 + 58,61=) 644,69 ευρώ, ενώ για το χρονικό διάστημα από 1-2-2019 έως 12-7-2021 ήταν (650 + 65=) 715 ευρώ. Σημειώνεται ότι η ίδια η ενάγουσα στην προσθήκη των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητούσε, για την περίπτωση που, δεν αποδειχθεί η συμφωνία για την καταβολή των 800 ευρώ μηνιαίως, τα οφειλόμενα να υπολογιστούν με βάση την Εθνική ΣΣΕ, που προέβλεπε κατώτατο μισθό 586 ευρώ. Ο εργοδότης της, όμως, κατά το ως άνω διάστημα της κατέβαλε λιγότερες από τις συμφωνηθείσες αποδοχές και επομένως η ενάγουσα δικαιούται την αντίστοιχη διαφορά. Συγκεκριμένα: 1) Για το έτος 2017, βάσει της συμφωνίας τους, ο εργοδότης της όφειλε να της καταβάλει το συνολικό ποσόν των ( 644,69 € X 12 μήνες= ) 7.976,28 ευρώ, ωστόσο της κατέβαλε μηνιαίως, όπως η ενάγουσα αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της, το ποσόν των 284,09 ευρώ μηνιαίως (284,09 € X 12 μήνες =)3.409,08 και επομένως δικαιούται τη διαφορά των (7.976,28-3.409,08=)4.567,20 ευρώ. 2) Για το έτος 2018, βάσει της συμφωνίας τους, ο εργοδότης της όφειλε να της καταβάλει το συνολικό ποσόν των ( 644,69 € X 12 μήνες= )7.976,28 ευρώ, ωστόσο της κατέβαλε μηνιαίως, όπως η ενάγουσα αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της, τα εξής ποσά: για τον Ιανουάριο 284,09 €, για τον Φεβρουάριο 281,76 €, για τον Μάρτιο 285,55 €, για τον Απρίλιο 281,76 €, για τον Μάιο 294,55 €, για τον Ιούνιο 284,09 €, για τον Ιούλιο 284,09 ευρώ, για τον Αύγουστο 293,13 ευρώ, για τον Σεπτέμβριο 282,93 €, για τον Οκτώβριο 284,09 ευρώ, για τον Νοέμβριο 284,09 € και για τον Δεκέμβριο 284,09 €, ήτοι συνολικά της κατέβαλε το ποσόν των 3.424,22 ευρώ και επομένως δικαιούται τη διαφορά των (7.976,28-3.424,22=) 4.552,06 ευρώ. 3) Για το έτος 2019, βάσει της συμφωνίας τους, ο εργοδότης της όφειλε να της καταβάλει τον Ιανουάριο το ποσόν των 644,69 ευρώ και από 1-2-2019 (οπότε ίσχυσε η νέα ΕΓΣΣΕ) έως 31-12-2019 το ποσόν των (715 € X 11 μήνες=)7.865 ευρώ και συνολικά όφειλε να της καταβάλει το ποσόν των (644,69 + 7.865=) 8.509,69 ευρώ. Ωστόσο της κατέβαλε μηνιαίως, όπως η ενάγουσα αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της τα εξής ποσά: για τον Ιανουάριο 284,08 €, για τον Φεβρουάριο 310,41 €, για τον Μάρτιο 324,36 €, για τον Απρίλιο 311,22 €, για τον Μάιο 285,65 €, για τον Ιούνιο 311,22 €, για τον Ιούλιο 312,97 ευρώ, για τον Αύγουστο 308,70 ευρώ, για τον Σεπτέμβριο 310,41 €, για τον Οκτώβριο 344,52 ευρώ, για τον Νοέμβριο 312,97 € και για τον Δεκέμβριο 320,33 €, ήτοι συνολικά της κατέβαλε το ποσόν των 3.736,84 ευρώ και επομένως δικαιούται τη διαφορά των (8.509,69 - 3.736,84 =) 4.772,35 ευρώ. 4) Για το έτος 2020, η ενάγουσα, λόγω της αναστολής λειτουργίας εξαιτίας της πανδημίας covit- 19, δεν εργάστηκε τους μήνες Απρίλιο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο, ενώ τον Μάρτιο εργάστηκε μόνο 9 ημέρες και τον Μάιο μόνο 5 ημέρες, όπως και η ίδια η αναφέρει στην αγωγή της. Βάσει της συμφωνίας τους, ο εργοδότης της όφειλε να της καταβάλει για τους 7 μήνες που εργάστηκε το έτος 2020 το ποσόν των (715 X 7 μήνες=) 5.005 ευρώ, για τις 9 ημέρες που εργάστηκε τον Μάρτιο το ποσόν των (715 X 9/25=) 257,40 ευρώ και για τις 5 ημέρες που εργάστηκε το Μάιο το ποσόν των (715 X 5/25=) 143 ευρώ και συνολικά το ποσόν των 5.405,40 ευρώ. Ωστόσο της κατέβαλε μηνιαίως, όπως η ενάγουσα συνομολογεί στην αγωγή της και αφαιρεί από τις διεκδικούμενες αντίστοιχες αποδοχές της, τα εξής ποσά: για τον Ιανουάριο 312,97 €, για τον Φεβρουάριο 311,69 €, για τις 9 ημέρες του Μαρτίου 133,58 €, για τις 5 ημέρες του Μάίόυ 71,12 €, για τον Ιούνιο 311,69 €, για τον Ιούλιο 314,26 ευρώ, για τον Αύγουστο 307,02 ευρώ, για τον Σεπτέμβριο 312,97 € και για τον Οκτώβριο η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της ότι της κατέβαλε 297,18 ευρώ, πλην όμως από την απόδειξη μισθοδοσίας της τράπεζας EUROBANK, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη, προκειμένου να αποδείξει την προβαλλόμενη από αυτή ένσταση εξόφλησης (άρθρ. 416 ΑΚ) προκύπτει ότι για το μήνα αυτό ο εργοδότης της κατέβαλε το ποσόν των 311,03 ευρώ και επομένως της κατέβαλε συνολικά για την εργασία της κατά το έτος 2020 το ποσόν των 2.386,33 ευρώ. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται τη διαφορά των (5.405,40 - 2.386,33 =) 3.019,07 ευρώ και 5) Για τους μήνες που εργάστηκε το έτος 2021: το έτος αυτό η ενάγουσα εργάστηκε μόνο από 5-5- 2021 έως 9-7-2021, που ήταν η τελευταία μέρα που έμεινε ανοικτή η ταβέρνα και βάσει της συμφωνίας τους ο εργοδότης της όφειλε να της καταβάλει για τις 23 ημέρες που εργάστηκε το Μάιο το ποσόν των (715 X 23/25=)657,08 ευρώ, για τον Ιούνιο το ποσόν των 715 ευρώ και για τις 12 ημέρες του Ιουλίου το ποσόν των (715 X 12/25=)343,20 ευρώ και συνολικά το ποσόν των 1.715,28 ευρώ. Ωστόσο, ο εργοδότης, της κατέβαλε για τις 23 ημέρες του Μαΐου το ποσόν των 262,06 ευρώ (βλ. την από 4-6-2021 απόδειξη μισθοδοσίας της τράπεζας EUROBANK), για τον Ιούνιο το ποσόν των 312,63 ευρώ και για τις 12 ημέρες του Ιουλίου το ποσόν των 120,24 ευρώ (όπως η ενάγουσα συνομολογεί στην αγωγή της) και συνολικά της κατέβαλε το ποσόν των 694,93 ευρώ. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται τη διαφορά των (1.715,28 - 694,93 =)1.020,35 ευρώ. Η ενάγουσα αξιώνει και διαφορές μισθών, δώρων εορτών, αποδοχών και επιδόματος αργίας και αμοιβή νυκτερινής εργασίας και για τους επόμενους μήνες από τον Αύγουστο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2021, πλην όμως η σχετική αγωγική της αξίωση για το διάστημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεδομένου ότι την ίδια ημέρα με το θάνατο του εργοδότη της, στις 12-7-2021, έκλεισε οριστικά το κατάστημα και σταμάτησε να λειτουργεί η επιχείρηση (βλ. την από 14-12-2021 βεβαίωση διακοπής εργασιών στη ΔΌ.Υ. από 12-7- 2021), η ενάγουσα δε, εκ του λόγου αυτού δεν ήταν σε θέση εν τοις πράγμασι να προσφέρει την εργασία της σε μία κλειστή επιχείρηση, στοιχείο απαραίτητο για την αξίωση του μισθού της από την εναγόμενη. Ούτε, άλλωστε, η εναγόμενη, η οποία τότε εργαζόταν βιοχημικός ως στην επιχείρηση «…» και ήταν έγκυος και ουδεμία σχέση είχε με την επιχείρηση του πατέρα της, είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει τη λειτουργία της. Έτσι, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχ. V μείζονα σκέψη της παρούσας, η εναγόμενη, ως καθολική διάδοχος του πατέρα της - εργοδότη της ενάγουσας ευθύνεται για τις αξιώσεις της τελευταίας που υπήρχαν κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, ωστόσο, μετά το κλείσιμο και τη διακοπή λειτουργίας της επιχείρησής του, δεν μεταβιβάστηκε σ'αυτή η σύμβαση εργασίας, αφού δεν συνέχισε την επιχείρηση. Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται για διαφορές δεδουλευμένων μισθών το συνολικό ποσόν των (4.567,20+4.552,06+4.772,35+3.019,07 +1.020,35=)17.931,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθρο 655 του ΑΚ). Περαιτέρω, για τις διαφορές για το δώρο Χριστουγέννων, το οποίο είναι καταβλητέο την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους (άρθρο 10 της Υ.Α 19040/1981), η ενάγουσα δικαιούται: 1) Για το έτος 2017: εφόσον η εργασιακή σχέση διήρκησε καθ'όλη την απαιτούμενη από το νόμο χρονική περίοδο από 1 Μαΐου έως και 31 Δεκεμβρίου (άρθρο 1 της υπ'αριθμ. 19040/1981 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας) το ποσόν των 644,69 ευρώ, προσαυξημένο με την αναλογία του συντελεστή επιδόματος αδείας 0,04166, ήτοι το ποσόν των 671,55 ευρώ. Ο εργοδότης όμως της κατέβαλε για δώρο Χριστουγέννων του ίδιου έτους μόνο το ποσόν των 295,93 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της και επομένως δικαιούται τη διαφορά των (671,55 - 295,93 =)376,22 ευρώ. 2) Για το έτος 2018: εφόσον η εργασιακή τους σχέση διήρκησε ολόκληρη την περίοδο από 1η Μαΐου έως 31η Δεκεμβρίου, δικαιούται το ποσόν των 644,69 ευρώ, προσαυξημένο με την αναλογία του συντελεστή επιδόματος αδείας 0,04166, ήτοι το ποσόν των 671,55 ευρώ. Ο εργοδότης όμως της κατέβαλε μόνο το ποσόν των 506,95 ευρώ (που αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της), οπότε δικαιούται τη διαφορά των (671,55-506,95=)164,60 ευρώ. 3) Για το έτος 2019: εφόσον η εργασιακή τους σχέση διήρκησε ολόκληρη την περίοδο από 1η Μαΐου έως 31η Δεκεμβρίου, το ποσόν των 715 ευρώ, προσαυξημένο με την αναλογία του συντελεστή επιδόματος αδείας 0,04166, ήτοι το ποσόν των 744,78 ευρώ (άρθρο 3 της υπ'αριθμ. 19040/1981 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας). Ο εργοδότης της κατέβαλε μόνο το ποσόν των 332,20 ευρώ (που αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της), οπότε δικαιούται τη διαφορά των (744,78-332,20=)412,58 ευρώ. 4) Για το έτος 2020: δεδομένου ότι για το έτος αυτό η απασχόληση της ενάγουσας δεν διήρκεσε όλο το διάστημα από 1η Μαΐου έως 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους), αλλά εργάστηκε Μάιο μόνο 5 ημέρες, καθώς και τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, ήτοι για 158 ημέρες εργασίας, οφείλεται, μόνο αναλογία δώρου Χριστουγέννων, που ισούται με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού της για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής της σύμβασης (άρθρο 1 παρ. 3β της Υ.Α 19040/1981) και επομένως για το διάστημα αυτό, ήτοι για (158 : 19=) 8,31 19ημερα, η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των [8,31 X (2/25 X 715)] = (8,31 X 57,2 ευρώ)=] 475,33 ευρώ και με την προσαύξηση 0,04166 το ποσό των 495,13 ευρώ. Ο εργοδότης της όμως της κατέβαλε ως δώρο Χριστουγέννων το ποσόν των 251,24 ευρώ (που αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της) και επομένως δικαιούται τη διαφορά των (495,13-251,24=)243,89 ευρώ και 5) Για το έτος 2021: δεδομένου ότι για το έτος αυτό η απασχόληση της ενάγουσας δεν διήρκεσε όλο το διάστημα από 1η Μαΐου έως 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους), αλλά η εργασιακή της σχέση διήρκησε μόνο από 5-5-2021 έως 12-7-2021, ήτοι για 70 ημέρες εργασίας, οφείλεται, μόνο αναλογία δώρου Χριστουγέννων, που ισούται με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού της για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής της σύμβασης (άρθρο 1 παρ. 3β της Υ.Α 19040/1981) και επομένως για το διάστημα αυτό, ήτοι για (70 : 19=) 3,68 19ημερα, η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των [3,68 X (2/25 X 715)] = (3,68 X 57,2 =] 210,49 ευρώ και με την προσαύξηση 0,04166 το ποσό των 219,25 ευρώ. Ο εργοδότης της κατέβαλε για δώρο Χριστουγέννων για το έτος αυτό το ποσόν των 89,30 ευρώ (βλ. το από 21-12-2021 αντίγραφο συναλλαγής της τράπεζας EUROBANK) και επομένως της οφείλεται η διαφορά των (219,25-89,30=)129,95 ευρώ. Συνολικά, επομένως, για τις διαφορές δώρου Χριστουγέννων του επίδικου χρονικού διαστήματος, η ενάγουσα δικαιούται το ποσόν των (376,22+164,60+412,58+243,89+ 129,95=)1.327,24 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους το οποίο αφορούν, καθόσον για το Δώρο Χριστουγέννων τάσσεται από το νόμο (άρθρο 10 της Υ.Α 19040/1981) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι συνέπειες της υπερημερίας και να οφείλονται έκτοτε επί χρηματικού χρέους, τόκοι υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α' του Α.Κ. (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482). Επίσης, για τις διαφορές για το δώρο Πάσχα, το οποίο είναι καταβλητέο την 30η Απριλίου έκαστου έτους (άρθρο 10 της Υ.Α 19040/1981), η ενάγουσα δικαιούται: 1) Για το έτος 2017: εφόσον η εργασιακή σχέση διήρκησε καθ'όλη την απαιτούμενη από το νόμο χρονική περίοδο από 1 Ιανουάριου έως και 30 Απριλίου (άρθρο 1 της υπ'αριθμ. 19040/1981 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας) δικαιούται ποσό ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, πλέον 0,04166 αναλογίας επιδόματος αδείας, ήτοι το ποσόν των [644,69:2=322,34+13,42=]335,76 ευρώ. Ο εργοδότης, όμως, της κατέβαλε το ποσόν των 148,23 ευρώ (το οποίο αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της) και επομένως της οφείλει τη διαφορά των (335,76-148,23=) 187.53 ευρώ. Για το έτος 2018: εφόσον η εργασιακή σχέση διήρκησε καθ'όλη την απαιτούμενη από το νόμο χρονική περίοδο από 1 Ιανουάριου έως και 30 Απριλίου (άρθρο 1 της υπ'αριθμ. 19040/1981 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας) δικαιούται ποσό ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, πλέον 0,04166 αναλογίας επιδόματος αδείας, ήτοι το ποσόν των [644,69:2=322,34+13,42=]335,76 ευρώ. Ο εργοδότης, όμως, της κατέβαλε το ποσόν των 138,51 ευρώ (βλ. την εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας 4/2018 και την από 3-4-2018 απόδειξη της τράπεζας Eurobank) και επομένως της οφείλει τη διαφορά των (335,76-138,51 =)197,25 ευρώ. Για το έτος 2019: εφόσον η εργασιακή σχέση διήρκησε καθ'όλη την απαιτούμενη από το νόμο χρονική περίοδο από 1 Ιανουάριου έως και 30 Απριλίου (άρθρο 1 της υπ'αριθμ. 19040/1981 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας) δικαιούται ποσό ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, πλέον 0,04166 αναλογίας επιδόματος αδείας, ήτοι το ποσόν των [744,78:2 =372,39+15,51 =]387,90 ευρώ. Ο εργοδότης, όμως, της κατέβαλε το ποσόν των 163,65 ευρώ (το οποίο αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή) και επομένως της οφείλει τη διαφορά των (387,90-163,65=)224,25 ευρώ. Συνολικά, επομένως, για τις διαφορές δώρου Πάσχα του επίδικου χρονικού διαστήματος, η ενάγουσα δικαιούται το ποσόν των (187,53+197,25 +224,25=)609,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την 1η Μαΐου του έτους που αφορά η κάθε επιμέρους αξίωση. Περαιτέρω, καθ'όσον αφορά στις αξιώσεις για τις αποδοχές αδείας, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθ'όλο το επίδικο χρονικό διάστημα δεν ελάμβανε τη δικαιούμενη άδεια αναψυχής, δεδομένου ότι ούτε οι μάρτυρές της καταθέτουν ότι δεν έπαιρνε καθόλου άδεια, ενώ η μάρτυρας της εναγόμενης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε ότι στις 15 Αυγούστου η ταβέρνα ήταν κλειστή και η ενάγουσα έπαιρνε πιο νωρίς από τις 25 Αυγούστου την άδειά της. Ούτε και πολύ περισσότερο αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα είχε ζητήσει σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία, τη χορήγηση της άδειας αυτής και ότι ο εργοδότης της είχε αρνηθεί να της τη χορηγήσει. Αντίθετα, από την ως άνω κατάθεση της μάρτυρος της εναγόμενης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που ενισχύεται και από τα έντυπα των Γνωστοποιήσεων στοιχείων κανονικής αδείας (Ε11) για τα έτη 2017 έως και 2020, καθώς και από τις εξοφλητικές αποδείξεις των αντίστοιχων ετών, στα οποία αναγράφονται αποδοχές για «Άδεια ληφθείσα», προκύπτει ότι η ενάγουσα ελάμβανε κανονικά την άδειά της (άρθρο 2 του Α.Ν. 539/1945) και δη έλαβε 22 ημέρες το έτος 2017, το έτος 2018 και το έτος 2019, ενώ το έτος 2020, που εργάστηκε λιγότερους μήνες (λόγω Covid-19) έλαβε άδεια 20 ημερών. Επομένως, το περί καταβολής της αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας αγωγικό κονδύλιο, καθώς και της προσαύξησης κατά ποσοστό 100% αυτής, ως αστικής ποινής λόγω της επικαλούμενης υπαίτιας μη χορήγησης της κανονικής αδείας, λόγω και της άρνησης που προέβαλε η εφεσίβλητη, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Καθ'όσον αφορά δε στο επίδομα αδείας, το οποίο οφείλεται εκ του νόμου (άρθρ. 3 παρ. 16 ν. 4504/1966), η ενάγουσα : 1) Για το έτος 2017 δικαιούνταν το ποσόν των 322,34 ευρώ, ο εργοδότης της όμως της κατέβαλε, όπως η ίδια αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της, το ποσόν των 142,43 ευρώ και επομένως της οφείλει τη διαφορά των (322,34-142,43=)179,91 ευρώ. 2) Για το έτος 2018 δικαιούνταν το ποσόν των 322,34 ευρώ, ο εργοδότης της όμως της κατέβαλε, όπως προκύπτει από την εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας του Αυγούστου 2018, το ποσόν των 147,29 ευρώ και επομένως της οφείλει τη διαφορά των (322,34-147,29=) 175,05 ευρώ. 3) Για το έτος 2019 δικαιούνταν το ποσόν των 357,50 ευρώ, ο εργοδότης της όμως της κατέβαλε, όπως αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της, το ποσόν των 166,67 ευρώ και επομένως της οφείλει τη διαφορά των (357,50-166,67=) 190,83 ευρώ. 4) Για το έτος 2020 δικαιούνταν το ποσόν των 357,50 ευρώ, ο εργοδότης της όμως της κατέβαλε, όπως αφαιρεί καθ'υποφορά στην αγωγή της, το ποσόν των 182,15 ευρώ και επομένως της οφείλει τη διαφορά των (357,50-182,15=)175,35 ευρώ. 4) Για το έτος 2021 δικαιούνταν το ποσόν των 60 ευρώ, ο εργοδότης της όμως της κατέβαλε μόνο το ποσόν των 27,42 ευρώ και επομένως δικαιούται τη διαφορά των (60-27,42=)32,58 ευρώ. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται για διαφορές επιδόματος αδείας το συνολικό ποσόν των (179,91+175,05+190,83 +175,35+32,58=) 753,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του οικείου έτους που αφορά (ΟλομΑΠ 40/2002, ΑΠ 1134/2010). Ακολούθως, αναφορικά με τη νυκτερινή εργασία της ενάγουσας, σύμφωνα με τη με αριθμό 18310/1946 (ФЕК В 15/1946) κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, όπως αυτή αυθεντικά ερμηνεύθηκε με τη με αριθμό 25825/1951 κοινή απόφαση επίσης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών (ФЕК В 86/9.5.1951): "Εις τους πάσης φύσεως μισθωτούς (υπαλλήλους, υπηρέτας και εργατοτεχνίτας) των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει συνεχούς ή μη λειτουργίας, οσάκις απασχολώνται από 10 μ.μ. μέχρις 6 π.μ., καταβάλλονται αι εκάστοτε κεκανονισμέναι νόμιμοι αποδοχαί ηυξημέναι κατά 25%". Έτσι, η αμοιβή για νυκτερινή εργασία, υπολογίζεται ανά ώρα και καταβάλλεται για κάθε ώρα εργασίας το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 25% (ΑΠ 1953/2022). Εν προκειμένω, ενόψει του ότι μερικές από τις καθημερινές ημέρες της εργασίας της, ήτοι Τρίτη, Τετάρτη Πέμπτη και Παρασκευή, όπως είναι γνωστό από τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ταβέρνα, λαμβάνοντας υπόψη και ότι βρισκόταν και σε χωριό, δεν είχε πολύ κόσμο, η ενάγουσα τελείωνε την εργασία της στις 00.00, ενώ το Σάββατο τελείωνε στις 2.00. Έτσι, τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη Πέμπτη και Παρασκευή πραγματοποιούσε δύο ώρες νυκτερινής εργασίας (από 22.00 έως 00.00) ανά ημέρα και το Σάββατο 4 ώρες νυκτερινής εργασίας (από 22.00 έως 2.00). Για τον μήνα Αύγουστο, οπότε και μέχρι τις 25 Αυγούστου η ενάγουσα δεν εργαζόταν και λάμβανε την άδειά της, όπως κατέθεσε η μάρτυρας της εναγόμενης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ώρες νυκτερινής της εργασίας θα υπολογιστούν από 26 έως 31 Αυγούστου. Ο εργοδότης της, όμως, δεν κατέβαλε στην ενάγουσα στη διάρκεια της εργασιακής της απασχόλησης τις νόμιμες προσαυξήσεις για την απασχόληση της κατά τη διάρκεια της νύχτας και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οφείλονται σε αυτήν τα κάτωθι ποσά: Το έτος 2017 πραγματοποίησε 580 ώρες νυχτερινής εργασίας. Το ωρομίσθιο της κατά το έτος αυτό ήταν (644,69 X 0,006=)3,86 ευρώ και η προσαύξηση μίας ώρας νυχτερινής εργασίας ανερχόταν σε (3,86 X 25%=)0,96 ευρώ. Επομένως, δικαιούται το ποσό των (0,96 X 580 ώρες=)556,80 ευρώ. Το έτος 2018 πραγματοποίησε 588 ώρες νυχτερινής εργασίας. Το ωρομίσθιο της κατά το έτος αυτό ήταν (644,69 X 0,006=)3,86 ευρώ και η προσαύξηση μίας ώρας νυχτερινής εργασίας ανερχόταν σε (3,86 X 25%=)0,96 ευρώ. Επομένως, δικαιούται το ποσό των (0,96 X 588 ώρες=)564,48 ευρώ. Το έτος 2019 πραγματοποίησε 584 ώρες νυχτερινής εργασίας. Κατά τον μήνα Ιανουάριο το ωρομίσθιό της ήταν (644,69 X 0,006=)3,86 ευρώ και η προσαύξηση μίας ώρας νυχτερινής εργασίας για το μήνα αυτό ανερχόταν σε (3,86 X 25%=)0,96 ευρώ, ενώ για τους υπόλοιπους μήνες το ωρομίσθιό της ήταν (715 X 0,006=)4,29 ευρώ και η αντίστοιχη προσαύξηση μίας ώρας νυχτερινής εργασίας ήταν (4,29 X 25%=)1,07 ευρώ. Επομένως, για το μήνα Ιανουάριο που πραγματοποίησε 54 ώρες νυκτερινής εργασίες δικαιούται το ποσόν των (54 ώρες X 0,96 =)51,84 ευρώ και για τους υπόλοιπους μήνες (530 ώρες X 1,07=) 567,10 ευρώ και συνολικά (51,84+567,10 =)618,94 ευρώ. Το έτος 2020, όπως είναι πασίγνωστο (άρθρ. 336 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα καταστήματα εστίασης, όπως εν προκειμένω η ταβέρνα, όπου εργαζόταν η ενάγουσα, παρέμειναν κλειστά λόγω της πανδημίας Covid-19 από 13-3-2020 (βλ. την ΚΥΑ με αρ Δ1α/ΓΠ οικ. 18149, τ.β. ΦΕΚ 855-13/3/2020) έως 25-5-2020 και από 3-11-2020 έως τέλος του έτους. Η ίδια δε η ενάγουσα συνομολογεί στην αγωγή της ότι το έτος αυτό, λόγω της αναστολής λειτουργίας που επιβλήθηκε στα επισιτιστικά καταστήματα δεν εργάστηκε τους μήνες Απρίλιο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο και ότι τον Μάρτιο εργάστηκε μόνο 9 ημέρες και τον Μάιο μόνο 5 ημέρες. Επίσης, λόγω του ότι με τις ΚΥΑ Δ1α/ΓΠοικ/50678/11-8-2020 (ΦΕΚ 3361/2020), Δ1α/ΓΠοικ/52297/24-8-2020 (ΦΕΚ 3500/2020), Δ1α/ΓΠοικ/ 50678/11-8-2020 (ΦΕΚ 3361/2020), Δ1α/ΓΠοικ/52973/28-8-2020 (ΦΕΚ 3583/2020), Δ1α/ΓΠοικ/ 56425/15-9-2020 (ΦΕΚ 3949/2020), Δ1α/ΓΠοικ/59634/25-9-2020 (ФЕК 4133/ 2020), Δ1α/ΓΠοικ/67924/23-10-2020 (ФЕК 4709/2020), στα πλαίσια εφαρμογής ειδικών κανόνων λειτουργίας για τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, υπήρχε υποχρέωση να κλείνουν τα καταστήματα εστίασης πριν τις 00.00 τα μεσάνυχτα, οι ώρες νυκτερινής εργασίας της ενάγουσας ήταν για όλες τις ημέρες που εργαζόταν μέχρι τις 00.00, ακόμη και τα Σάββατα. Βάσει των προαναφερομένων, το έτος 2020 πραγματοποίησε 338 ώρες νυχτερινής εργασίας. Κατά το έτος αυτό το ωρομίσθιό της ήταν (715 X 0,006=)4,29 ευρώ και η αντίστοιχη προσαύξηση μίας ώρας νυχτερινής εργασίας ήταν (4,29 X 25%=)1,07 ευρώ. Επομένως, δικαιούται το ποσόν των (338 ώρες X 1,07=) 361,66 ευρώ. Το έτος 2021 : Η ενάγουσα κατά το έτος αυτό εργάστηκε στην ταβέρνα από 5 Μαΐου έως και 9 Ιουλίου, ενώ λόγω των μέτρων που είχαν ληφθεί για την αποφυγή διασποράς της πανδημίας του κορωνοϊού (ΚΥΑ Δ1α/ΓΠοικ/28503/8-5-2021-ΦΕΚ В 1872/8-5-2021, Δ1α/ΓΠοικ/29922/13-5-2021- ΦΕΚ β 1944/13-5-2021, Δ1α/ ΓΠοικ/31950/22-5-2021-ФЕК В 2141/22-5-2021, Δ1α/ΓΠοικ/33506/29-5-2021-ΦΕΚ В 2233/29-5-2021, Δ1α/ΓΠοικ/35169/5-6-2021 -ФЕК В 2366/5-6- 2021, Δ1α/ΓΠοικ/36587/ 10-6-2021-ФЕК В 2476/10-6-2021 και Δ1α/ ΓΠοικ/38197/18-6-2021 -ФЕК В 2660/18-6-2021) μέχρι τις 7 Μαΐου το κατάστημα έκλεινε υποχρεωτικά στις 00.00, από τις 8 Μαΐου μέχρι τις 12 Μαΐου στις 22.45, οπότε οι ώρες νυκτερινής εργασίας της ενάγουσας υπολογίζονται μέχρι τις 23.00, από 13 Μαΐου μέχρι τις 9 Ιουνίου έκλεινε στις 00.15, οπότε οι ώρες νυκτερινής εργασίας θα υπολογιστούν μέχρι τις 00.00 για τις καθημερινές και μέχρι τις 00.30 το Σάββατο και από 10 Ιουνίου έως 9 Ιουλίου που εργάστηκε μέχρι τη 1.15, οπότε για τις καθημερινές οι ώρες νυκτερινής εργασίας υπολογίζονται για τις καθημερινές μέχρι τις 00.00 και για το Σάββατο μέχρι τη 1.30. Έτσι, από 5 έως 7 Μαΐου απασχολήθηκε 6 ώρες νύκτα, από 8 έως και 12 απασχολήθηκε 3 ώρες νύκτα και από 13 έως 31 Μαΐου απασχολήθηκε 27,5 ώρες νύκτα και συνολικά το μήνα Μάιο πραγματοποίησε 36,5 ώρες νύκτα. Κατά τον μήνα Ιούνιο απασχολήθηκε συνολικά 43 ώρες νύκτα και από 1 Ιουλίου έως 9 Ιουλίου απασχολήθηκε συνολικά 15 ώρες νύκτα. Επομένως, κατά το ως άνω διάστημα που εργάστηκε το έτος 2021 πραγματοποίησε συνολικά (36,5+43+15,5=)95 ώρες νυκτερινής εργασίας. Κατά το έτος αυτό το ωρομίσθιό της ήταν (715 X 0,006=)4,29 ευρώ και η αντίστοιχη προσαύξηση μίας ώρας νυχτερινής εργασίας ήταν (4,29 X 25%=)1,07 ευρώ. Επομένως, δικαιούται το ποσόν των (95 ώρες X 1,07=) 101,65 ευρώ. Ως εκ τούτου, η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα, για προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, το συνολικό ποσό των (556,80 + 564,48 + 618,94 + 361,66 + 101,65)= 2.203,53 ευρώ, νομιμοτόκως από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση (ΟλΑΠ 39-40/2002, ΕλλΔνη 2003.118, ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 945/2001 ΕΕργΔ 2002.168). Όπως προαναφέρθηκε, ο εργοδότης της ενάγουσας, …, απεβίωσε στις 12-7-2021, και τις ως άνω υποχρεώσεις του από την εργασιακή σύμβαση με την ενάγουσα, κληρονόμησε η εναγόμενη, ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του (βλ. το από 26-1-2022 αντίγραφο του από 2-9-2021 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Δέλτα και το υπ'αριθμ. …/1-3-2022 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης). Περαιτέρω, η εναγόμενη-εφεσίβλητη επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την ένστασή της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας, επικαλούμενη τα περιστατικά που περιγράφονται στην υπό στοιχ. VI σκέψη της παρούσας και προσθέτοντας παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως υπεράσπισή της κατά της έφεσης (άρθρ. 527 περ.1) και ότι ήδη από το έτος 2003 η ενάγουσα παρείχε την εργασία της χωρίς ποτέ να έχει ζητήσει περισσότερα χρήματα, οπότε αυτή η παγιωμένη κατάσταση της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει οφειλή από τον πατέρα της, ενώ διευκρίνισε και τις δυσμενείς συνέπειες σε βάρος της, εκθέτοντας ότι είναι 33 ετών, οι γονείς της έχουν αποβιώσει, είναι μονογονέας ως έχουσα την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου αναγνωρισμένου εκτός γάμου και ότι εργάζεται σε εταιρία ως βιοχημικός με καθαρό μισθό 983,11 ευρώ. Πλην, όμως, η ένσταση αυτή, ακόμη και με την προσθήκη των ως άνω περιστατικών στο παρόν Δικαστήριο, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. VI μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς μόνη η αδράνεια της ενάγουσας - εργαζομένης να διεκδικήσει τις επίδικες αποδοχές της και η έλλειψη διαμαρτυρίας της επί σειρά ετών, και αν ακόμη δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού καταχρηστική. Επιπροσθέτως, αναφορικά με την επικαλούμενη από την εναγόμενη-εφεσίβλητη δήλωση παραίτησης της ενάγουσας από τη διεκδίκηση οιασδήποτε παροχής από τον εργοδότη, η οποία (δήλωση) βρισκόταν παρά πόδας του αναλυτικού πίνακα μηνιαίων αποδοχών της και υπογράφονταν από αυτή, σημειώνεται ότι κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174, 180 και 679 του Α.Κ., 8 του v. 2112/1920, 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945 και 8 παρ. 4 του ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με την μορφή της αφέσεως χρέους (άρθρο 454 Α.Κ.), και άρα είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα να λάβει τα ελάχιστα νόμιμα όρια των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση από άλλα δικαιώματα του που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξεως, ανεξαρτήτως αν η οικεία αξίωση έχει ή δεν έχει ακόμη γεννηθεί (ΑΠ 1569/2017, ΑΠ 1035/2012, ΑΠ 1554/2011, ΑΠ 1402/2006, ΑΠ 1089/2006, ΑΠ 587/2006, ΑΠ 495/2006, ΔΕΕ 2006,948 ΝΟΜΟΣ), η δε δήλωση του μισθωτού επί των εξοφλητικών αποδείξεων ότι ουδεμία αξίωση έχει κατά το εργοδότη, ως παραίτηση από τις παροχές εκ της εργασίας του, θεωρείται ως μη γενομένη (ΕφΠατρ 763/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 6363/2007 Επ.Εργ.Δικ. 67.773). Συνεπώς, η ως άνω επικαλούμενη δήλωση της ενάγουσας, ως άκυρη, δεν έχει κάποια έννομη επιρροή.
VIII. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό της εναγόμενης - εφεσίβλητης ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει αόριστη διότι δεν αναφέρει την ύπαρξη σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης, τον χρόνο σύναψής της, τους όρους της σύμβασης εργασίας, αν ήταν έγγραφη ή προφορική και επίσης δεν αναφέρει συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, δηλαδή πότε η ενάγουσα ξεκινούσε η εργασία της και πότε τελείωνε, ούτε και ποιες συγκεκριμένες ημέρες παρείχε την εργασία της, ώστε δεν προσδιορίζεται σαφώς η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησής της και οι εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας κατά τις οποίες απασχολήθηκε και ακόμη για τα έτη 2020 και 2021 δεν αναφέρει το οικονομικό βοήθημα που έλαβε από το Κράτος λόγω της πανδημίας ως αποζημίωση και ως δώρα εορτών, σημειώνονται τα εξής: Για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 του ΑΚ, η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών στον ενάγοντα - μισθωτό μεταξύ οφειλομένων συμφωνηθέντων (δεδουλευμένων) και καταβληθεισών κατά την αγωγή σε αυτόν μικρότερων αποδοχών, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός μισθός, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές και οι προκύπτουσες από την αιτία αυτή διαφορές αποδοχών, μετ' αφαίρεση εκείνων που κατά τον ενάγοντα ήδη καταβλήθηκαν (ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 904/2022, ΑΠ 535/2020, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 900/2017, ΑΠ 1384/2015). Ειδικότερα δε, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή επιδομάτων εορτών, του επιδόματος αδείας και των αποδοχών της ετήσιας αδείας αναπαύσεως, καθώς και προσαυξήσεων για εργασία κατά τη νύκτα, αρκεί ν' αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας, στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς ημερομηνίες, ενώ δεν απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ' ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας, αλλ' αρκεί η αναφορά αυτών (ΑΠ 525/2018, ΑΠ 430/2014, ΑΠ 984/2013, ΑΠ 1108/2009). Στην προκειμένη δε περίπτωση, αναφέρεται στην αγωγή ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης (1-7-2003), ο χαρακτήρας αυτής ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο σύμφωνη μένος (800 ευρώ) και ο καταβαλλόμενος μισθός (αναλυτικά για κάθε μήνας), το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, ότι συμφωνήθηκε εργασία πέντε ημερών εβδομαδιαίως επί οκταώρου βάσεως, πλην όμως εργαζόταν και την έκτη ημέρα (Σάββατο), ότι εργαζόταν κάθε ημέρα και νύχτα, από 22.00 έως 2.00, το χρονικό διάστημα (από 1-1-2017 έως 12-7-2021) για το οποίο οφείλονται οι αξιούμενες αποδοχές. Επομένως, με το ως άνω περιεχόμενο, αλλά και σύμφωνα και με το ιστορικό της αγωγής, όπως αυτό εκτέθηκε στην υπό στοιχ. II σκέψη της παρούσας, η αγωγή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, είναι πλήρως ορισμένη, καθώς προκύπτει ότι όλα τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που απαιτούνται για την πληρότητα της, αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια και δεν απαιτούνταν περαιτέρω εξειδίκευση με πρόσθετα στοιχεία, όπως υποστηρίζει η εναγόμενη. Εξάλλου, το ζήτημα αν η ενάγουσα είχε προσληφθεί με καθεστώς πλήρους ή μερικής απασχόλησης δεν συνιστά στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, αλλά συνέχεται με την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας. Κατά συνέπεια, η ένσταση αοριστίας που προέβαλε η εναγόμενη-εφεσίβλητη τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη.
IX. Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης που περιλαμβάνεται στην από 27-11-2024 προσθήκη της ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση των εγγράφων της εκκαλούσας διότι δεν αρκεί γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου ότι προσκομίζονται εκ νέου όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, τούτος τυγχάνει αβάσιμος, καθώς η εκκαλούσα νομίμως επικαλείται τα προσκομιζόμενα έγγραφά της με ενσωμάτωση στις από 25-11-2024 προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου των από 29-3-2022 προτάσεων που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στις οποίες, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, επικαλούνταν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τα προσκομιζόμενα έγγραφά της, καθώς δεν πρόκειται, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων της συζήτησης στον πρώτο βαθμό, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο, από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) προτάσεις, καθίστανται ενιαίες (ΑΠ 258/2019 ΑΠ 1106/2018 ΑΠ 98/2017, ΑΠ 696/2017, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009). Άλλωστε, η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1274/2018, ΑΠ 454/2016, ΑΠ 1677/2013, ΑΠ 42/2009, ΑΠ 19/2005, ΑΠ 154/2004).
X. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η από 21-12-2021 αγωγή, η οποία είναι νόμω βάσιμη (άρθρ. 648, 653, 655, 675, 340, 345, 346, 904 ΑΚ, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 §§ 1, 2 και 3, 10 της Υ.Α. 19040/1981, 2 τταρ.2 ν.δ. 3755/1957, 1 ν.δ. 147/1973, 4 β.δ. 748/1966, 2 του αν. 539/1945, 1 παρ. 1 και 3 του ν. 1346/1983, 3 του ν. 4504/1966, 13 παρ. 1 του Ν. 3227/2004 και 1 παρ. 1 του N. 3302/2004), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του …, να καταβάλει στην ενάγουσα, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 12-7-2021, το συνολικό ποσόν των [ 17.931,03 (διαφορές δεδουλευμένων μισθών) + 1.327,24 (διαφορές δώρου Χριστουγέννων) + 609,03 (διαφορές δώρου Πάσχα) + 753,72 (διαφορές επιδόματος αδείας) + 2.203,53 (προσαύξηση νυκτερινής εργασίας)=] 22.806,55 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για τα ποσά που αφορούν τους δεδουλευμένους μισθούς από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν, για τα δώρα Χριστουγέννων από την επόμενη ημέρα της τελευταίας ημέρας (31η Δεκεμβρίου) του οικείου έτους, για τα Δώρα Πάσχα από την επομένη ημέρα της 30ης Απριλίου του έτους που αφορούν, για το επίδομα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους που αφορά, ήτοι από 1η Ιανουαρίου 2016 και 1η Ιανουαρίου 2017 αντίστοιχα και για την αμοιβή της νυκτερινής εργασίας από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος, μεταξύ των διαδίκων, καθώς, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης [άρθρο 179 εδ. β’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 8 και 120 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021)], ακολούθως, δε, να επιβληθεί, σε βάρος της εφεσίβλητης - εναγομένης, μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας - ενάγουσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6379/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων οκτακόσιων έξι ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (22.806,55 €), με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα από τα επί μέρους κονδύλια που το απαρτίζουν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συγκεκριμένα με το νόμιμο τόκο για τα ποσά που αφορούν τους δεδουλευμένους μισθούς από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν, για τα δώρα Χριστουγέννων από την επόμενη ημέρα της τελευταίας ημέρας (31η Δεκεμβρίου) του οικείου έτους, για τα Δώρα Πάσχα από την επομένη ημέρα της 30ης Απριλίου του έτους που αφορούν, για το επίδομα αδείας από την 1η Ιανουάριου του επόμενου έτους που αφορά και για την αμοιβή της νυκτερινής εργασίας από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ, μεταξύ των διαδίκων, μέρος των δικαστικών εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στη Θεσσαλονίκη, την 17/2/2025, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ