ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ 216/2026
Συγκροτούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Σαπουνοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείοιι και από τη Γραμματέα Ευδοκία Ράμτσιου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : …, κατοίκου …, με Α.Φ.Μ. …, που παραστάθηκε διά δηλώσεως, που υποβλήθηκε κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., της πληρεξούσιας του δικηγόρου Βαρβάρας Παναγιωτίδου (ΑΜΔΣΚ …), η οποία προκατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) …, με Α.Φ.Μ. … και 2) …, με Α.Φ.Μ. …, αμφοτέρων κατοίκων …, οδός …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου τους δικηγόρου Χρυσοβαλάντη Αγγελόπουλου (ΑΜΔΣΘ …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης κατατέθηκε κατά την τακτική διαδικασία από τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους η από 6-10-2022 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …/6-10-2022 αγωγή τους κατά του (πρώτου) εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, καθώς και του συνεναγόμενού του και ήδη μη διαδίκου στην παρούσα δίκη …, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην του άνω εναγόμενου … και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η 241/2023 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Την ανωτέρω απόφαση εξεκάλεσε στο παρόν Δικαστήριο ο ηττηθείς (πρώτος) εναγόμενος με την από 5-7-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …/27-7-2023 έφεση, για την οποία με την με αριθμό …/25-6-2024 πράξη του Γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου, ορίστηκε δικάσιμος η 7-2-2025, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την, αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο και συζητήθηκε, όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 5-7-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/27-7-2023 και προσδιορισμού …/25-6-2024) έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος εναγόμενου - εκκαλούντος κατά της 241/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του δεύτερου εναγόμενου και ήδη μη διαδίκου … και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και ήδη διαδίκων, επί της με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης …/161/6-10-2022 αγωγής, με αντικείμενο την απόδοση δανείου, ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, (άρθρα 495§1,2, 511, 513§1β’, 516§1, 517 εδ. α’ ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της κατ’ άρθρο 518§1 ΚΠολΔ οριζόμενης προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα στις 29-6-2023 όπως προκύπτει από την με αρ. …/29-6-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Κατερίνης, …, που προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι. Περαιτέρω, για το παραδεκτό της έφεσης ο εκκαλών κατέβαλε το προβλεπόμενο κατ' άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ παράβολο (βλ την με αρ …/2023 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όπου σημειώνεται η καταβολή του με αρ … e-παράβολου). Συνεπώς, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533§1 ΚΠολΔ), κατά την αυτή, ως άνω, τακτική διαδικασία, από το Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για να την δικάσει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 ΚΠολΔ.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης ασκήθηκε από τους, ήδη, εφεσίβλητους η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/161/6-10- 2022 αγωγή τους κατά του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, καθώς και κατά του συνεναγόμενού του και ήδη μη διαδίκου …, με την οποία οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι την 1-8-2012 κατέβαλαν προς τους εναγόμενους, λόγω προφορικής σύναψης δανείων, από 65.000 ευρώ έκαστος και συνολικά 130.000 ευρώ. Ότι αρχικά συμφωνήθηκε προφορικά να επιστρέψουν οι εναγόμενοι, ως σε ολόκληρο ευθυνόμενοι, τα δύο δάνεια στις 31-12-2012, με το νόμιμο τόκο. Ότι, ακολούθως, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και του πρώτου εναγόμενου το από 14-8-2012 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, στο περιεχόμενο του οποίου αναγράφηκε το συνολικό ποσό των δανείων (130.000 ευρώ) και επαναλήφθηκε ότι αυτό πρέπει να επιστραφεί ως τις 31-12-2012 και ότι ο τόκος που διέπει τις ένδικες συμβάσεις δανείου είναι ο νόμιμος τόκος. Ότι, παρά την παραπάνω συμφωνία, ως τις 31-12-2012 οι εναγόμενοι είχαν καταβάλει μόνο το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ, απομένουσας οφειλής τους από 105.000 ευρώ. Ότι, στη συνέχεια, οι διάδικοι κατήρτισαν το από 8-1-2013 έγγραφο "Ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους", με το οποίο οι εναγόμενοι αναγνώριζαν ότι οφείλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το συνολικό χρηματικό ποσό των 105.000 ευρώ και υποσχόταν να το εξοφλήσουν με την καταβολή περιοδικών δόσεων, η τελευταία των οποίων, ύψους 55.000 ευρώ (εκ παραδρομής στο ιδιωτικό συμφωνητικό γράφτηκε 45.000 ευρώ), ορίστηκε να καταβληθεί ως τις 10-9-2013. Ότι, μετά την υπογραφή του ως άνω νεότερου ιδιωτικού συμφωνητικού, οι εναγόμενοι κατέβαλαν, με τμηματικές καταβολές, μόνο το συνολικό ποσό των 51.000 ευρώ, ώστε να εξακολουθούν να τους οφείλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το συνολικό χρηματικό ποσό των (105.000 - 51.000 -) 54.000 ευρώ, δηλαδή από 27.000 ευρώ σε κάθε ένα ενάγοντα. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά από νομότυπο περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων τους σε αναγνωριστικά, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων, ως σε ολόκληρο ευθυνόμενων, να καταβάλουν το χρηματικό ποσό των 27.000 ευρώ στον κάθε έναν από αυτούς, δυνάμει της από 8-1-2013 σύμβασης αναγνώρισης χρέους, άλλως δυνάμει των προφορικά καταρτισθέντων από 1-8-2012 συμβάσεων δανείου, σε αμφότερες τις περιπτώσεις με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 10ης-9-2013, άλλως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής, άλλως, αν γίνει δεκτή μόνο η επικουρική βάση των οφειλών από συναφθέντα δάνεια, από την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής, η οποία συνιστά και νομότυπη καταγγελία των επίδικων συμβάσεων δανείου και, τέλος, να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην του δεύτερου των εναγόμενων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η 421/2023 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγήι έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγόμενων, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενων, να καταβάλουν σε καθένα από τους ενάγοντες το χρηματικό ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων (27.000) ευρώ, ο μεν πρώτος των εναγόμενων με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ο δε δεύτερος των εναγόμενων με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 10ης-9-2013 και μέχρι την πλήρη εξόφληση και καταδικάστηκαν οι εναγόμενοι στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων ποσού 1.500,00 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών - ηττηθείς (πρώτος) εναγόμενος με την έφεσή του και ζητά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η σε βάρος του ασκηθείσα αγωγή, επικαλούμενος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από κακή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι η αγωγή ήταν ουσιαστικά βάσιμη.
Από την εκτίμηση της με αριθμ. …/1-2-2023 ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων …, … και …, που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κατερίνης και ελήφθη νομότυπα, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση των εναγόμενων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους εφεσίβλητους με αριθμ. …/26-1-2023 και …/27-1-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, …, της με αριθμ. …/2023 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα …, που δόθηκε στις 3-2-2023 ενώπιον της δικηγόρου Κατερίνης … και ελήφθη νομότυπα, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση των εναγόντων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα με αριθμ. …/31-1-2023 και …/31-1-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, με έδρα το Πρωτοδικείο Κατερίνης, …, όλων των προσκομιζόμενων εγγράφων και τις ομολογίες των διαδίκων (για τις οποίες θα γίνει ειδική και περιοριστική μνεία), αποδεικνύονται τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι τυγχάνουν μεταξύ τους αδέρφια και είναι μόνιμοι κάτοικοι Κατερίνης από πολλά έτη. Ήδη από το έτος 2000, αυτοί γνώρισαν τον πρώτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, ο οποίος τους βοηθούσε ώστε να συλλέξουν τα απαιτούμενα ένσημα, προκειμένου να ανανεώσουν την άδεια διαμονής τους στην Ελληνική επικράτεια, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μεταξύ τους σχέση φιλική και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Τα καλοκαίρι του έτους 2012, ο εκκαλών και ο, ήδη μη διάδικος συνεναγόμενός του αναζητούσαν χρήματα, για να αναπτύξουν, ως αφανείς εταίροι, επιχείρηση και ειδικότερα.... Λόγω της προαναφερθείσας φιλικής σχέσης τους με τον εκκαλούντα, οι εφεσίβλητοι- ενάγοντες δέχθηκαν να τους δανείσουν το συνολικό ποσό των 130.000 ευρώ και ειδικότερα από 65.000 ευρώ ο κάθε ένας. Προς το σκοπό αυτό, την 1η Αυγούστου 2012, οι διάδικοι της παρούσας δίκης συνήψαν στην Κατερίνη δύο προφορικές συμβάσεις δανείου και κατέβαλαν αυθημερόν στον εκκαλούντα, ατομικά και για λογαριασμό και του δεύτερου των εναγόμενων (ήδη μη διαδίκου), καθόσον το ως άνω επιχειρηματικό εγχείρημα αφορούσε και τους δύο, το συνολικό χρηματικό ποσό των 130.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ο κάθε εφεσίβλητος-δανειστής-ενάγων κατέβαλε από 65.000 ευρώ, σε μετρητά, με την ειδική, ομοίως προφορική, συμφωνία να τους επιστραφούν (αποδοθούν) τα δάνεια από τους εναγόμενους, ως σε ολόκληρο ευθυνόμενους έναντι κάθε ενάγοντα- δανειστή, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012, με τον προβλεπόμενο νόμιμο τόκο. Στη συνέχεια, για την πληρέστερη αποσαφήνιση της συμφωνίας τους, οι διάδικοι υπέγραψαν το από 14 Αυγούστου 2012 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αναγνωριζόταν η συνολική οφειλή των 130.000 ευρώ και επαναλαμβανόταν, αυτή τη φορά και εγγράφως, οι όροι των προηγούμενων από 1 Αυγούστου 2012 προφορικών συμφωνιών μεταξύ των μερών. Επρόκειτο για σύναψη μη γνήσιας (απλής) επιβεβαιωτικής αναγνωριστικής σύμβασης, η οποία αποσκοπούσε στην απλή επαλήθευση του περιεχομένου της αρχικής οφειλής, χωρίς να δημιουργείται νέα ενοχή. Όμως, παρά τις παραπάνω προφορικές και έγγραφες συμφωνίες των διαδίκων, οι οφειλέτες-εναγόμενοι μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 είχαν καταβάλει μόνο συνολικό χρηματικό ποσό ύψους 25.000 ευρώ, απέμενε δε χρέος τους συνολικού ύψους 105.000 ευρώ, οι δε δανειστές-εφεσίβλητοι άρχισαν να ζητούν ενημέρωση για τα χρήματα τους και να απαιτούν την εξόφληση των δανείων. Ενόψει αυτών και προκειμένου αφενός να καθησυχάσει τους εφεσίβλητους, αφετέρου να λάβει ο ίδιος νεότερη προθεσμία για την αποπληρωμή των οφειλών τους αλλά και να δεσμεύσει ρητά και τον συνοφειλέτη του- δεύτερο των εναγόμενων, ο εκκαλών-πρώτος των εναγόμενων συμφώνησε, συνέταξε: και υπέγραψε, μαζί με τον, ήδη μη διάδικο, δεύτερο των εναγόμενων και τους εφεσίβλητους-ενάγοντες, το νεότερο από 8 Ιανουαρίου 2013 "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΧΡΕΟΥΣ". Σύμφωνα με τα περιεχόμενο του άνω συμφωνητικού "Οι αφενός συμβαλλόμενοι τυγχάνουν αφανείς εταίροι επιχείρησης-...με την επωνυμία "…" στην πόλη της (...) επιχείρηση η οποία λειτουργεί στο όνομα του …. Οι αφενός συμβαλλόμενοι στα πλαίσια της ανωτέρω επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και με έγγραφη και ισχυρή και έγκυρη μέχρι και σήμερα σύμβαση δανείου την 14-8-2012 έλαβαν σε μετρητά από τους αφετέρου συμβαλλομένους το χρηματικό ποσό των 130.000 ευρώ (...) Σήμερα και κατόπιν διαφόρων χρηματικών καταβολών από τους αφενός συμβαλλομένους, οι αφενός συμβαλλόμενοι αναγνωρίζουν εκ νέου και με το παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό ότι οφείλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον συνολικά το χρηματικό ποσό των εκατόν πέντε χιλιάδων ευρώ (105.000 ευρώ), χρηματικό ποσό το οποίο αναλαμβάνουν ρητά την υποχρέωση, όπως αποπληρώσουν με τον παρακάτω τρόπο: Α. Οι αφενός συμβαλλόμενοι θα καταβάλλουν χρηματικό ποσό δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ευρώ) το αργότερο μέχρι και την 15 Φεβρουάριου 2013. Β. Οι αφενός συμβαλλόμενοι θα καταβάλλουν χρηματικό ποσό δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ευρώ) το αργότερο μέχρι και την 15 Μαϊου 2013. Γ. Οι αφενός συμβαλλόμενοι θα καταβάλλουν χρηματικό ποσό δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ευρώ) το αργότερο μέχρι και την 30 Ιουνίου 2013. Δ. Οι αφενός συμβαλλόμενοι θα καταβάλλουν χρηματικό ποσό δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ευρώ) το αργότερο μέχρι και την 30 Ιουλίου 2013. Ε. Οι αφενός συμβαλλόμενοι θα καταβάλλουν χρηματικό ποσό δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ευρώ) το αργότερο μέχρι και την 15 Αυγούστου 2013. ΣΤ. Οι αφενός συμβαλλόμενοι θα καταβάλλουν το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ (45.000 ευρώ - αλλά εννοεί πενήντα πέντε χιλιάδες 55.000 ευρώ, όπως προκύπτει από ορθό μαθηματικό υπολογισμό) το αργότερο μέχρι και την 10 Σεπτεμβρίου 2013. Σε περίπτωση που χωρήσει στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού θα εκδοθεί ανάλογη έγγραφη απόδειξη". Σημειώνεται ότι ο εκκαλών συνομολογεί ότι η τελευταία δόση ανέρχεται στο ποσό των 55.000 ευρώ και όχι 45.000, όπως εκ παραδρομής αναγράφηκε, κατά τα προαναφερόμενα. Από το σαφές περιεχόμενο του, ως άνω, από 8 Ιανουαρίου 2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, συνάγεται ότι συμφωνήθηκε πως ο εκκαλών-πρώτος των εναγόμενων ενέχεται ως οφειλέτης σε ολόκληρο μαζί με τον δεύτερο των εναγόμενων (ήδη μη διάδικο), η δε συγκεκριμένη διατύπωση αυτής της νομικής μορφής οφειλής τους έναντι των δύο δανειστών-εναγόντων ήδη εφεσίβλητων ("οφείλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον") είναι χαρακτηριστική τέτοιου είδους συμφωνίας και δεν καταλείπεται περιθώριο σύγχυσης ή παρερμηνειών. Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η αναφορά "οφείλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον" τέθηκε εκ παραδρομής ενώ στην πραγματικότητα συμφωνήθηκε πως ο κάθε δανειολήπτης οφείλει το ήμισυ του συνολικού ποσού και για το λόγο αυτό καταρτίστηκε το νεότερο συμφωνητικό, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο διότι στο συμφωνητικό αναφέρεται ότι «Οι αφενός συμβαλλόμενοι θα καταβάλλουν χρηματικό ποσό» ενώ, εάν είχε συμφωνηθεί διαιρετή παροχή θα έπρεπε να αναφέρεται ότι "έκαστος των αφενός συμβαλλόμενων αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει χρηματικό ποσό”. Ομοίως, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι υπέγραψε το από 8-1-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό προκειμένου να αποδεικνύεται ότι έκαστος των δανειοληπτών (δηλαδή αυτός και ο συνεναγόμενός του) οφείλει διαιρετά από 52.500 ευρώ, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο διότι, ο εκκαλών υπέγραψε το νεότερο αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό, παρότι η οφειλή του παρέμενε οφειλή σε ολόκληρο, προκειμένου, αφενός να ταχθεί νεότερη προθεσμία για την αποπληρωμή του χρέους του (η προηγούμενη προθεσμία είχε παρέλθει χωρίς αυτός να έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε), και αφετέρου, να αποδεικνύεται ευχερώς η ύπαρξη και άλλου συνοφειλέτη (του δεύτερου των εναγόμενων) και να μπορεί να λάβει χώρα αναγωγή του πρώτου κατά του δεύτερου, μετά την πλήρη εξόφληση των εναγόντων-δανειστών.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι με το τελευταίο ιδιωτικά συμφωνητικό που καταρτίστηκε, αυτός ανέλαβε την υποχρέωση έναντι των δανειστών του-εφεσίβλητων να καταβάλει μόνο το ήμισυ της συνολικής οφειλής που απέμενε, δηλαδή μόνο 52.500 ευρώ, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται, νεότερη ειδική και προφορική συμφωνία των διαδίκων, συναφθείσα κατά τις αρχές του έτους 2014, με την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες τον απάλλαξαν κατά το υπόλοιπο ποσό των 52.500 ευρώ, το οποίο (κατά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος, οι εφεσίβλητοι) Θα αναζητούσαν μόνο από τον δεύτερο των εναγόμενων. Σημειώνεται επίσης ότι ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος (περί προφορικής συμφωνίας το 2014 να οφείλει έκαστος δανειολήπτης διαιρετά το μισό ποσό) παρίσταται, τουλάχιστον χρονικά, ανακόλουθος με τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι ήδη με το συμφωνητικό από 8-1-2013 ανέλαβε διαιρετή υποχρέωση. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι ενάγοντες, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2014 ως και το έτος 2022, ελάμβαναν από τον πρώτο των εναγόμενων ορισμένα χρηματικά ποσά, έναντι του συνόλου της οφειλής του, δεν συνεπάγεται ρητή ή σιωπηρή τους συμφωνία για μεταβολή των όρων του από 8 Ιανουάριου 2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών, αλλά μόνο τη βούλησή τους να αποδεχθούν την μερικότερη, κάθε φορά, καταβολή χρημάτων και την, χάρη στην εκάστοτε επιμέρους καταβολή χρημάτων, απομείωση του συνολικού ύψους των απαιτήσεων τους, ανερχόμενου πλέον αυτού στο συνολικό ποσό των 54.000 ευρώ (αντί 105.000 ευρώ). Η εκκαλουμένη απόφαση, που τα ίδια έκρινε και, με παρόμοια αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, απέρριψε σαν ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του πρώτου εναγόμενου-ήδη εκκαλούντος ότι αυτός με το από 8-1-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό όφειλε να καταβάλει μόνο το ήμισυ της συνολικής οφειλής που απέμενε (52.500), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζει ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσής του παρίστανται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα σαν τέτοια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την κατάρτιση του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού και για αυτήν την αιτία, ο εκκαλών, ατομικά και για λογαριασμό του συνεναγόμενου του, κατέβαλε τμηματικά στους εφεσίβλητους-ενάγοντες συνολικό ποσό ύψους 51.000 ευρώ. Εξάλλου, από το επικαλούμενο από τον εκκαλούντα ιδιόχειρο έγγραφο σημείωμα του ιδίου δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι, εκτός από το χρηματικό ποσό των 51.000 ευρώ (το οποίο συνομολογείται από τους εναγόμενους ότι τους έχει καταβληθεί), έχει καταβληθεί από αυτόν και επιπλέον χρηματικό ποσό ύψους 1.500 ευρώ. Το εν λόγω ιδιόγραφο σημείωμα, στο οποίο αναγράφονται ημερομηνίες και χρηματικά ποσά από τον εκκαλούντα, δεν συνιστά εξοφλητική απόδειξη, ούτε αποδεικνύεται ότι φέρει τις υπογραφές των εναγόντων, ούτε ότι η τυχόν υπογραφή τους έχει συγκεκριμένο νόημα και περιεχόμενο. Σημειώνεται εξάλλου ότι στο εν λόγω σημείωμα υπάρχει εγγραφή με ημερομηνία 24-4-2022 και συνολικά καταβληθέν ποσό 50.000 και ακολούθως υπάρχει εγγραφή με ημερομηνία 28-4-2022 όπου σημειώνεται καταβολή 200 ευρώ και συνολικά καταβληθέν ποσό 51.000, που προφανώς είναι εσφαλμένο αριθμητικά (50.000 +200 = 50.200 και όχι 51.000 όπως αναγράφεται στο σημείωμα, με αποτέλεσμα μετά την πρόσθεση και των λοιπών ποσών που αναγράφονται μέχρι ημερομηνία 16-7-2022 το συνολικό άθροισμα να ανέρχεται σε 51.700 και όχι 52.500 που υποστηρίζει ο εκκαλών). Ως εκ τούτων, η σχετική ένσταση μερικής εξόφλησης, ποσού 1.500 ευρώ, που πρότεινε ο εναγόμενος τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Η εκκαλουμένη απόφαση, που τα ίδια έκρινε και με παρόμοια αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την παρούσα, απέρριψε σαν ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του πρώτου εναγόμενου- ήδη εκκαλούντος ότι αυτός κατάβαλε και επιπλέον ποσό από 1.500 ευρώ και συνολικά 52.500 ευρώ, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζει ο εκκαλών με το δεύτερο λόγο της έφεσής του παρίστανται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα σαν τέτοια. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής τους, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες ενδιαφέρονταν για τις ένδικες απαιτήσεις τους, διαμαρτύρονταν συνεχώς προς τον εκκαλούντα-πρώτο των εναγόμενων για την καθυστέρηση και εισέπρατταν από αυτόν τμήματα των απαιτήσεων τους, με την ελπίδα ότι, εν τέλει, πρόκειται αυτές, κάποια στιγμή, να εξοφληθούν ολοσχερώς. Η εύλογη αυτή προσδοκία τους, η οποία συνδυαζόταν με την επιθυμία τους να μην αντιδικήσουν με τον εκκαλούντα, ανατράπηκε, για πρώτη φορά, με την επίδοση της από 3-6-2022 εξώδικης δήλωσης του εκκαλούντος προς αυτούς, με την οποία ο τελευταίος τους ανακοίνωνε ότι έχει ήδη καταβάλει συνολικό χρηματικό ποσό ύψους 51.000 ευρώ, επιπλέον δε τους δήλωνε μονομερώς και αντισυμβατικά ότι δεν πρόκειται να καταβάλλει κάποιο» άλλο χρηματικό ποσό, πέραν αυτού των 1.500 ευρώ και μόνο αντί του υπολοίπου των οφειλών του προς τους ενάγοντες, συνολικού ύψους 54.000 ευρώ. Όπως ανωτέρω εκτέθηκε δεν αποδείχθηκε πως ο εκκαλών, μετά την αποστολή της άνω εξωδίκου, κατέβαλε το ποσό των 1.500 ευρώ, όπως ισχυρίζεται. Μετά την εξώδικη αυτή δήλωση του, οι εφεσίβλητοι συνέταξαν και άσκησαν, εντός εύλογου χρόνου, την ένδικη αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στις 6-10-2022. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος από μέρους τους, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος ως ουσία αβάσιμου. Η εκκαλουμένη απόφαση, που τα ίδια έκρινε και, με την αυτή αιτιολογία, απέρριψε σαν ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του πρώτου εναγόμενου-ήδη εκκαλούντος ότι οι ενάγοντες ασκούν καταχρηστικά την αγωγή τους καθόσον αφενός αδράνησαν επί μακρό χρόνο αφού παρήλθαν εννέα έτη από την ταχθείσα προθεσμία εξόφλησης (11 Σεπτεμβρίου 2013 σύμφωνα με το από 8-1-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό) αφετέρου έλαβαν τμηματικά ποσό 1.500 ευρώ μετά την επίδοση σε αυτούς στις 3-6-2022 της εξώδικής δήλωσης του εκκαλούντος δημιουργώντας σε αυτόν την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν την ένδικη αγωγή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζει ο εκκαλών με τον τρίτο λόγο της έφεσής του παρίστανται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα σαν τέτοια.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε τα παραπάνω και με βάση τις παραδοχές αυτές έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εκκαλούντος, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενου, να καταβάλει σε κάθε έναν εκ των εναγόντων το χρηματικό ποσό των 27.000 ευρώ, και συνολικά το χρηματικό ποσό των 54.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ορθά έκρινε. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την απόρριψη των λόγων της έφεσης κατά τα προδιαληφθέντα και μη υπάρχοντας ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, να καταδικαστεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή) των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού» δικαιοδοσίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183» 191 §2 ΚΠολΔ), εφόσον δε η έφεση απορρίφθηκε, πρέπει, κατ’ άρθρα 495§3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου του ενδίκου μέσου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ, αντιμωλία των διαδίκων, την από 5-7-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/27-7-2023 και προσδιορισμού …/25-6-2024) έφεση κατά της 421/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του, καταβληθέντος κατά την κατάθεση της έφεσης, με αρ … e-παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την 6η Φεβρουάριου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ