ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 192/2026

 

Συγκροτήθηκε από τον δικαστή Γεώργιο Μιχαλόπουλο, Εφέτη, ο οποίος ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης και από τη γραμματέα Αναστασία Τσερτσόγλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουάριου 2026 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …. η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ιορδάνη Χορόζογλου (Δ.Σ. …).

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Διοίκηση 3ης Υγειονομικής Περιφέρειας ...», που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ειρήνης Πατσινακίδου (Δ.Σ. …), βάσει της από 9-1-2026 δήλωσής της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η εκκαλούσα - ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 11-11-2024 έφεση που άσκησε κατά της υπ' αριθμό 9959/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ...-2024 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης ….2024 και, κατόπιν αναβολής, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την παραπάνω δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας - ενάγουσας αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε. Η πληρεξούσια δικηγόρος του εφεσίβλητου - εναγομένου κατέθεσε προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθμό 9959/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, έχει ασκηθεί από την ηττηθείσα διάδικο σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και θεωρείται εμπρόθεσμη εφόσον δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει γίνει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης από το χρόνο δημοσίευσης της οποίας (31-7-2024) μέχρι τις 21-11-2024, οπότε και κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το δικόγραφο της έφεσης (βλ. τη συνημμένη επ' αυτού υπ ' αριθμό .../21-11-2024 έκθεση κατάθεσης ένδικου μέσου της γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), δεν παρήλθε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 5221/2025) διετία και, επομένως η έφεση θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδικαζόμενη κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία.

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 ΑΚ και 9 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν η διάρκεια αυτής συνομολογείται μέχρι την επέλευση ορισμένου χρονικού σημείου ή ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή την παρέλευση του χρονικού σημείου η σύμβαση παύει αυτοδικαίως να ισχύει. Συνεπώς, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε επειδή τούτο συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε επειδή τούτο προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της παρεχόμενης εργασίας Χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, σε αντίθεση με τη σύμβαση αορίστου χρόνου, είναι ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο λήξης της και ως εκ τούτου η σύμβαση παύει αυτοδικαίως μόλις λήξει ο χρόνος για τον οποίο συμφωνήθηκε (άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ) χωρίς να απαιτείται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (βλ. ΑΠ 817/2025, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 290/2022, ΑΠ 132/2021 δημ. ΤΝΠ «Νόμος»). Περαιτέρω, στο πλαίσιο της απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που ισχύει και στο χώρο των εργασιακών σχέσεων και εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, οι συμβαλλόμενοι αφενός μεν είναι ελεύθεροι να επιλέξουν το είδος της σύμβασης που θα καταρτίσουν, αφετέρου δε ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει την επιλογή της πρόσληψης ή μη πρόσληψης συγκεκριμένου υποψηφίου και η επιλογή αυτή δεν ελέγχεται από το δικαστήριο ούτε για υπέρβαση των ορίων που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει επίκληση της διάταξης αυτής από τον εργαζόμενο του οποίου έληξε η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για τη θεμελίωση αξιώσεων λόγω της μη ανανέωσης της σύμβασης εργασίας του (βλ. ΑΠ 132/2021 δημ. ΤΝΠ «Νόμος»). Ακολούθως, με тг> διάταξη του άρθρου 106 του N. 4461/2017 («Μεταρρύθμιση της Διοικητικής Οργάνωσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, Κέντρα Εμπειρογνωμοσύνης σπάνιων και πολύπλοκων νοσημάτων, τροποποίηση συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων του N. 4387/2016 και άλλες διατάξεις») προβλέφθηκε η συγκρότηση Τοπικών Ομάδων Υγείας (Τ.ΟΜ.Υ.) προς το σκοπό της υποστήριξης του έργου που παρέχουν οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. και οι αποκεντρωμένες μονάδες τους. Οι Τοπικές Ομάδες Υγείας συγκροτούνται με απόφαση του Διοικητή τις οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στην παρ. 2 της ως άνω διάταξης και στελεχώνονται από επαγγελματίες υγείας και λοιπό προσωπικό συγκεκριμένων ειδικοτήτων και κλάδων που προβλέπονται στην παρ. 3 της εν λόγω διάταξης και, πιο συγκεκριμένα, από ιατρούς με ειδικότητα Γενικής Ιατρικής, Παθολογίας και Παιδιατρικής ΠΕ Νοσηλευτικής, ΠΕ Κοινωνικών Λειτουργών, ΠΕ Διοικητικού/Οικονομικού, ТЕ Νοσηλευτικής, ТЕ Κοινωνικών Λειτουργών, ТЕ Επισκεπτών/τριών Υγείας ТЕ Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας, ΔΕ Βοηθών Νοσηλευτών και Διοικητικών Γραμματέων. Στην παρ. 4 της ίδιας διάταξης ορίζεται αναλυτικά ο τρόπος πρόσληψης του ως άνω προσωπικού με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας κατόπιν προκήρυξης των αντίστοιχων θέσεων που εκδίδεται από το Υπουργείο Υγείας και εγκρίνεται από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού ενώ με την παρ. 5α της ως άνω διάταξης ρυθμίζονται οι εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και, ειδικότερα, προβλέπεται ότι: «Το προσωπικό που προσλαμβάνεται με τη διαδικασία της παραγράφου 4 συνάπτει με τη Διοίκηση της οικείας Υ.ΠΕ. σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, διετούς διάρκειας η οποία δύναται να ανανεώνεται μέχρι τη λήξη του προγράμματος. Για τον καθορισμό των αποδοχών του προσλαμβανόμενου προσωπικού εκδίδεται κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας Διοικητικής Ανασυγκρότησης Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για τη στελέχωση των Τοπικών Ομάδων Υγείας κατά την προαναφερόμενη διαδικασία, συνάπτει υποχρεωτικά σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου η οποία έχει διετή διάρκεια. Η σύμβαση αυτή μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τη λήξη του προγράμματος από το οποίο χρηματοδοτείται η μισθοδοσία του προσωπικού και καλύπτονται τα λοιπά έξοδα εγκατάστασης και λειτουργίας (τα οποία μπορούν να καλύπτονται από ενωσιακούς ή άλλους πόρους είτε στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων είτε και εκτός τέτοιου πλαισίου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 παρ. 7 του N. 4461/2017), πλην όμως η ανανέωση αυτής δεν είναι υποχρεωτική αλλά δυνητική για τον εργοδότη, όπως σαφώς προκύπτει από τη χρήση της έκφρασης «δύναται να ανανεώνεται» χωρίς η ανανέωσή της να εξαρτάται από τη συνέχιση ή μη του αντίστοιχου χρηματοδοτικού προγράμματος με την οποία συναρτάται μόνον η λήξη της διάρκειας της σύμβασης.

Β. Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος 119 της από 25-3-1997 ιδρυτικής Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. και 288 ΑΚ, ο εργοδότης που απασχολεί περισσότερους μισθωτούς οι οποίοι έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας για την εξυπηρέτηση αναγκών της ίδιας κατηγορίας, έχει την υποχρέωση να τους μεταχειρίζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο και, συνεπώς, να μην εξαιρεί ορισμένους από αυτούς από τις παροχές που έχουν άμεσο οικονομικό ενδιαφέρον ή αφορούν μισθολογική ή βαθμολογική εξέλιξη στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο. Ωστόσο, η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης προϋποθέτει αναγκαίως ότι η σύμβαση εργασίας ήταν ενεργή κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο εργαζόμενος επικαλείται ότι υπήρξε διακριτική σε βάρος του μεταχείριση κατά παράβαση της ως άνω αρχής και, επομένως, η προϋπόθεση αυτή δε συντρέχει τόσο κατά το χρόνο που προηγείται της έναρξης της σύμβασης εργασίας όσο και κατά το χρονικό διάστημα που ακολουθεί τη λήξη της αφού, στις περιπτώσεις αυτές, δεν υφίσταται νομικός δεσμός μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου (βλ. ΑΠ 994/2022, ΑΠ 569/2021, ΑΠ 1080/2011, ΑΠ 524/2008, ΕφΘεσ 34/2019, ΕφΑθ 966/2010 δημ. ΤΝΠ «Νόμος», I. Ληξουριώτη: «Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», έκδ. 7η, σελ. 685).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 18-4-2024 και με αριθμό κατάθεσης ...2024 αγωγή με την οποία ισχυρίστηκε ότι με το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο κατάρτισε την υπ' αριθμό …-2018 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 παρ. 5 του N. 4461/2017 και βάσει της οποίας προσλήφθηκε για να εργαστεί ως επισκέπτρια υγείας στην… Τ.ΟΜ.Υ. του Δήμου …. Ότι με την υπ' αριθμό ...2020 τροποποιητική σύμβαση που κατάρτισε με το εναγόμενο η ανωτέρω σύμβαση εργασίας τροποποιήθηκε ως προς τη διάρκεια της και, ειδικότερα, προστέθηκε όρος σύμφωνα με τον οποίο προβλέφθηκε η δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης μέχρι τη λήξη του οικείου προγράμματος χρηματοδότησης. Ότι με την υπ ’ αριθμό … 2021 απόφαση του Διοικητή του εναγομένου τέθηκε σε κατάσταση αναστολής καθηκόντων για επιτακτικούς λόγους δημόσιας υγείας κατ ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 206 του N. 4820/2021 λόγω μη εμβολιασμού της κατά της ασθένειας που προκαλείται από τον κορονοϊό covid-19. Ότι στις 11-4-2022 το εναγόμενο ανάρτησε στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» δήλωση για λήξη της παραπάνω σύμβασης εργασίας της και δεν προέβη σε ανανέωση αυτής για άλλα δύο έτη όπως έπραξε για το υπόλοιπο προσωπικό του που είχε προσληφθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του N. 4461/2017. Ότι εξαιτίας της μη ανανέωσης της παραπάνω σύμβασης εργασίας άσκησε σε βάρος του εναγομένου αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ ’ αριθμό…./2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία: α) αναγνωρίστηκε ότι η από 11- 4-2022 βεβαίωση - δήλωση του εναγομένου, ως εργοδότη, που καταχωρίστηκε στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», ισοδυναμούσε με καταγγελία της σύμβασης εργασίας που ήταν άκυρη ως καταχρηστική και β) υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία της, με τους όρους που ίσχυαν πριν από την ως άνω καταγγελία, έως τις 11-4-2024. Ότι σε συμμόρφωση με την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση το εναγόμενο την απασχόλησε έως τις 11-4-2024 αρνούμενο να παρατείνει τη σύμβαση έως τις 31-12-2024, όπως έπραξε για τους υπόλοιπους εργαζόμενους στην Τ.ΟΜ.Υ. ... και παρά το ότι η ίδια εξυπηρετούσε με την εργασία της πάγιες και διαρκείς ανάγκες για τη λειτουργία του εναγομένου. Ότι η άρνηση του εναγομένου να ανανεώσει τη σύμβαση εργασίας της έως τις 31-12-2024 είναι παράνομη και καταχρηστική επειδή αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς της και συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος της. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως αναλυτικά εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής η ενάγουσα ζήτησε: α) Να αναγνωριστεί ότι είναι παράνομη η μη ανανέωση της ως άνω σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να προβεί σε ανανέωση της σύμβασης εργασίας της έως τις 31-12-2024 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 του N. 4461/2017 καθώς επίσης και να ανανεώσει αυτή και πέραν του ως άνω χρονικού σημείου εφόσον προβεί σε ανανέωση των συμβάσεων εργασίας των υπόλοιπων συναδέλφων της που εργάζονται σε Τ.ΟΜ.Υ. και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να παύσει την σε βάρος της διακριτική μεταχείριση. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθμό 9959/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση και τους λόγους αυτής για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ζητά να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή της. Από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι αντικείμενο αυτής είναι ο δικαστικός έλεγχος της μη ανανέωσης της ένδικης σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (η οποία αφορούσε απασχόληση της ενάγουσας σε Τ.ΟΜ.Υ. με την ειδικότητα της επισκέπτριας υγείας) που καταρτίστηκε κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 106 του N. 4461/2017 και της οποίας η λήξη επήλθε στις 11- 4-2024, οπότε και έληξε η υποχρέωση του εναγομένου για συμμόρφωση με το διατακτικό της υπ’ αριθμό …./2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, με δεδομένο ότι η εν λόγω σύμβαση εργασίας υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 106 παρ. 5 του N. 4461/2017 η ανανέωση αυτής δεν ήταν υποχρεωτική για το εναγόμενο και η επιλογή της μη ανανέωσής της δεν ελέγχεται από το δικαστήριο κατ' άρθρο 281 ΑΚ σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο A νομική σκέψη και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε σε όμοια κρίση και, συνακόλουθα, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το παραπάνω μέρος της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην ως άνω νομική σκέψη νομοθετικές διατάξεις και, επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Επιπλέον, με την αγωγή γίνεται επίκληση ότι η άρνηση του εναγομένου να ανανεώσει την ένδικη σύμβαση εργασίας αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο σχετικό δικόγραφο, το εναγόμενο προέβη σε ανανέωση των αντίστοιχων συμβάσεων εργασίας των υπόλοιπων συναδέλφων της ενάγουσας έως τις 31-12-2024 σε αντίθεση με την ένδικη σύμβαση εργασίας, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο В νομική σκέψη επειδή κατά το χρόνο έγερσης της κρινόμενης αγωγής (η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 19-4-2024, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό ....19-4-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα) η ένδικη σύμβαση εργασίας δεν ήταν ενεργή καθόσον είχε λήξει στις 11-4-2024. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με όμοια αιτιολογία έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και κατά το μέρος της με το οποίο γίνεται επίκληση της παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις και, επομένως, το σχετικό παράπονο που διατυπώνει η εκκαλούσα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αλλά και με τον τρίτο λόγο της έφεσης τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμο και απορριπτέο. Τέλος, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως δεν δέχθηκε ότι η σύμβαση που τη συνέδεε με το εναγόμενο είχε καταστεί αορίστου χρόνου επειδή κάλυπτε με την εργασία της πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και, επιπλέον, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν ορισμένου χρόνου, δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για τη μη ανανέωση αυτής. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 526 ΚΠολΔ επειδή με την προβολή του επιχειρείται ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος και του αντικειμένου της αγωγής τα οποία συνίστανται, όπως ήδη εκτέθηκε, στην ανανέωση της ένδικης σύμβασης ορισμένου χρόνου έως τις 31-12-2024 και όχι στην αναγνώριση αυτής ως σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελής επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, η ένδικη σύμβαση εργασίας δεν έληξε κατόπιν καταγγελίας της από το εναγόμενο αλλά λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειας που είχε οριστεί με την υπ ' αριθμό…/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα ύπαρξης σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί τη λήξη της. Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υφίσταται προς εξέταση έτερος λόγος, η κρινόμενη έφεση θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί η εκκαλούσα στην πληρωμή των οριζόμενων στο διατακτικό δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας τα οποία δεν θα επιβληθούν μειωμένα κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 επειδή η νομική υπεράσπιση του εφεσίβλητου δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (βλ. ΑΠ 830/2025, ΑΠ 64/2025, ΑΠ 57/2025 δημ. ΤΝΠ «Νόμος»).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση κατά το τυπικό μέρος της.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά το ουσιαστικό μέρος της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500,00 €).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στη Θεσσαλονίκη, στις 3-2-2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ