ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Τμήμα Γ΄ ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Αριθμός Απόφασης: 187/2026
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2025, με δικαστές τις: Σεβαστή Μελετλίδου, Εφέτη Δ.Δ., Προεδρεύουσα, που ορίστηκε με την ΠΤΣ 9/2025 πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου, Θεοφανώ Ταραβίρα, Εφέτη Δ.Δ. και Ευγενία Παπαδοπούλου, Εφέτη Δ.Δ. (Εισηγήτρια), που μετακινήθηκε προσωρινά στο παρόν Τμήμα του Δικαστηρίου δυνάμει της ΠΤΣ 14/2025 πράξης του ως άνω Συμβουλίου και γραμματέα τον Αθανάσιο Πολυχρονίδη, δικαστικό υπάλληλο,
για να δικάσει:
Α) την έφεση, με χρονολογία κατάθεσης 13/11/2023 (με αριθμό καταχώρησης στο παρόν Δικαστήριο ……/8-12-2023),
του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, και παραστάθηκε δια της δικαστικής πληρεξούσιας Α΄ του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δήμητρας Παλληκάρη, κατόπιν υποβολής, στις 16/5/2025, της προβλεπομένης στην παράγραφο 2 του άρθρου 133 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δήλωσης,
κατά της Θ……του..., κατοίκου …… (……), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Θεσσαλονίκης Παύλου Κεσόγλου,
Β) την έφεση, με χρονολογία κατάθεσης 22/11/2023 (με αριθμό καταχώρησης στο παρόν Δικαστήριο ……/11-12-2023),
της Θ……του ..... κατοίκου …… (……), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Θεσσαλονίκης Παύλου Κεσόγλου,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, και παραστάθηκε δια της δικαστικής πληρεξούσιας Α΄ του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δήμητρας Παλληκάρη, κατόπιν υποβολής, στις 16/5/2025, της προβλεπομένης στην παράγραφο 2 του άρθρου 133 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δήλωσης,
αμφότερες οι εφέσεις στρέφονται κατά της 4066/2023 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφτηκε κατά τον Νόμο
Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς
1. Επειδή, με τις κρινόμενες αντίθετες εφέσεις, ζητείται η εξαφάνιση -και δη κατά το έννομο συμφέρον κάθε διαδίκου- της 4066/2023 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η με χρονολογία κατάθεσης 13-1-2022 αγωγή της ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας και, μετά τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής σε αναγνωριστικό, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 932 του Αστικού Κώδικα και 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, μόνον το ποσό των 8.000 ευρώ, αντί του αιτηθέντος ποσού των 200.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που η εφεσίβλητη-εκκαλούσα υπέστη από παράνομες πράξεις των οργάνων της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ...., κατά τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου στην ατομική της επιχείρηση και συγκεκριμένα από την παράνομη σε βάρος της επιβολή προστίμου Κ.Β.Σ., ύψους 133.142,40 ευρώ, δυνάμει της ……/2013 απόφασης επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ. και προστίμων Κ.Β.Σ., συνολικού ποσού 354.335,40 ευρώ, δυνάμει της ……/2013 απόφασης επιβολής προστίμου του ίδιου Προϊσταμένου.
2. Επειδή, οι κρινόμενες εφέσεις αρμοδίως φέρονται προς συνεκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, λόγω της πρόδηλης, κατά το άρθρο 122 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας συνάφειάς τους, ως στρεφόμενες κατά της ίδιας απόφασης, για τον λόγο, δε, αυτόν, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατ’ άρθρο 125 του ως άνω Κώδικα (ΣτΕ 644/2023, 1025/2022, 1612/2018). Εξάλλου, για το παραδεκτό της δεύτερης έφεσης, για την οποία και μόνο οφείλεται, καταβλήθηκε παράβολο συνολικού ποσού 200 ευρώ (σχετ. το με κωδικό πληρωμής …… ηλεκτρονικό παράβολο μετά της σχετικής από 19/5/2025 βεβαιώσεως εξοφλήσεως της Τράπεζας ……).
3. Επειδή, οι εφέσεις ασκήθηκαν εμπροθέσμως και, εν γένει, παραδεκτώς και πρέπει να εξεταστούν, περαιτέρω, κατ’ ουσίαν.
4. Επειδή, στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ (π.δ. 456/1984, Α’ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διατάξεως που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …». Kατά την έννοια της ως άνω διάταξης, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση απαιτείται έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράνομη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, ή παράνομη υλική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης υλικής ενέργειας των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας (ΣτΕ 1612-1615/2025, 1651/2024, 370/2023, 227/2021, 1776/2019, 1678/2017 κ.ά.). Ευθύνη του Δημοσίου υφίσταται, επίσης, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, όχι μόνον όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα ή υποχρεώσεις που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, καθώς και εκείνα που, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και της καλής πίστης, προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 1342/2025, 1288/2025, 45-46/2025, 423/2024, 1202/2023, 1181/2023). Επιπλέον, στο άρθρο 299 του ΑΚ προβλέπεται ότι: «Για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος» και στο άρθρο 932 του ΑΚ ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής …». Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, σε περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, δεν αποκλείεται αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, ενώ, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, «να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού …». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο της ουσίας μπορεί να επιδικάσει σε βάρος του Δημοσίου εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Επίσης, εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να επιδικασθεί και υπέρ εκείνου του οποίου έχει προσβληθεί η προσωπικότητα σε οποιαδήποτε από τις επιμέρους εκφάνσεις της (όπως π.χ. η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η σωματική ακεραιότητά του) από παράνομη πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητά τους, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ (ΣτΕ 552/2022 σκ. 3, 3292/2017 σκ. 4, 1326/2017 σκ. 3, 1970/2009 σκ. 4 κ.ά.). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ παρέχεται στο Δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (συνθήκες γενικά της προσβολής, είδος, ένταση και συνέπειες της βλάβης του παθόντος, ηλικία του παθόντος, οικονομική και κοινωνική κατάσταση αυτού, βαρύτητα του πταίσματος του οργάνου του υποχρέου κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε στον προσβληθέντα ηθική βλάβη (ΣτΕ 1384/2025, 1109/2022, 2447/2021, 465/2021, 2694/2020).
5. Επειδή, εξάλλου, στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις», στο άρθρο 63 παρ. 1, ότι: «Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή», στο άρθρο 71, ότι: «1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. 2. … 3. … 4. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αγωγή είναι απαράδεκτη αν πρόκειται για αξίωση φορολογικού εν γένει περιεχομένου», στο άρθρο 78, ότι: «Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αγωγή για αξίωση που θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης δεν είναι απαράδεκτη αν, κατά της πράξης ή της παράλειψης αυτής, δεν ασκήθηκε το από τις κείμενες διατάξεις προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα. Στην περίπτωση αυτήν, κατά την εκδίκαση της αγωγής έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρο 80», στο άρθρο 80 παρ. 2, ότι: «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή παράλειψης αυτής» και στο άρθρο 197, ότι: «1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το, ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. … 2. … 3. Το αναφερόμενο στις προηγούμενες παραγράφους δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διατέλεσαν διάδικοι …». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 1 και 71 παρ. 1 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται κατά τον καταλογισμό φόρων, δασμών, τελών, εισφορών και συναφών κυρώσεων, ο διοικούμενος δύναται να ασκήσει ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού Δικαστηρίου μόνο το ένδικο βοήθημα της προσφυγής και όχι αυτό της αγωγής (ΣτΕ 159/2023, 1182/2020). Ωστόσο, η αποκατάσταση κάθε άλλης ζημίας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του διοικουμένου, προκαλείται από παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων της φορολογικής διοίκησης και δεν αποτελεί, κατά νόμο, αντικείμενο του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής, άρα και η χρηματική ικανοποίηση λόγω της αποδιδόμενης στην ίδια αιτία ηθικής βλάβης, μπορεί να επιδιωχθεί παραδεκτώς με αγωγή (ΣτΕ Ολομ. 334/2025 σκ. 12, 159/2023 σκ. 10, 2738-40/2022 7μ. σκ. 12, 849/2022 σκ. 10). Περαιτέρω, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του ως άνω Κώδικα συνάγεται ότι σε περίπτωση αγωγής κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, η ύπαρξη δεδικασμένου αποκλείει κάθε νέα διαφορετική κρίση για τη νομιμότητα ή μη διοικητικής πράξης ή παράλειψης, που αποτέλεσε αντικείμενο προηγούμενης δίκης, όταν αυτή αποτελεί προϋπόθεση ή προδικαστικό ζήτημα για τη διάγνωση της ένδικης αξίωσης (ΔΕφΑθ 4129/2025, 3313/2025, 384/2024, ΔΕφΘεσ 783/2019).
6. Επειδή, πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας αποτελεί ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, που επιβάλλει στο Κράτος την υποχρέωση να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή των νόμων και να σέβεται και να προάγει με κάθε πρόσφορο μέσο την εμπιστοσύνη των πολιτών στον νόμο και την έννομη τάξη, την ύπαρξη και τη διατήρηση της οποίας εγγυάται η αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών επιβολής και εφαρμογής του νόμου (πρβλ. ΣτΕ Ολομέλεια 3500/2009, ΔΕφΠει 345/2025, ΔΕφΠατ 224/2025). Για την πραγμάτωση της εν λόγω υποχρέωσης, η δράση της Διοίκησης πρέπει να διέπεται από την, ερειδόμενη στην αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της χρηστής διοίκησης, που αποτελεί γενική αρχή του διοικητικού δικαίου. Από αυτήν δε απορρέει ειδικότερα η υποχρέωση της Διοίκησης να ασκεί επικαίρως τις ανατιθέμενες σε αυτήν αρμοδιότητες και να συμπράττει, επίσης, σε ενέργειες από τις οποίες εξαρτάται η έκδοση διοικητικών πράξεων που ενδιαφέρουν τους διοικούμενους και η ικανοποίηση εν γένει εννόμων συμφερόντων των διοικουμένων (ΣτΕ 227/2021, 92/2016, 1378/2008). Εξάλλου, για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, η κείμενη νομοθεσία περιέχει γενικές και ειδικές διατάξεις, με τις οποίες τάσσονται προθεσμίες στη Διοίκηση (ως έντονες υποδείξεις προς ενέργεια), εντός των οποίων οφείλει αυτή να ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή να διεκπεραιώνει τις υποθέσεις των διοικουμένων, κατόπιν αίτησής τους (όπως είναι η γενική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ν. 2690/1999). Εκ τούτου παρέπεται ότι, ο νομοθέτης έχει θεσπίσει κανόνες διαδικασίας που αποβλέπουν προεχόντως στη λειτουργική αποτελεσματικότητα της Διοίκησης και στην ποιοτική αναβάθμιση των παρεχόμενων προς τον πολίτη υπηρεσιών, ειδικότερα δε στη δραστηριοποίηση των διοικητικών υπηρεσιών για την ταχεία και αποτελεσματική εξυπηρέτηση των πολιτών (ΣτΕ 668/2022, 3938/2013, 3004/2010 Ολομέλεια).
7. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 440 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες», στο άρθρο 441, ότι: «Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν» και στο άρθρο 442, ότι: «Ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση». Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι το δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή η πρόταση από εκείνον στον οποίο απευθύνεται (ΑΠ 450/2013, 1411/2011). Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, χωρίς να απαιτείται, ως όρος του συμψηφισμού, ταυτότητα της νομικής αιτίας που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, ούτε η απαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη (ΣτΕ 1824/2018, ΑΠ 1460/2012). Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξωδίκως είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης, είναι δε δυνατόν να προβληθεί και σε κάθε στάση της δίκης και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως (ΑΠ 1617/2009). Ως άμεση απόδειξη, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 442 του ΑΚ, νοείται εκείνη που γίνεται με έγκυρα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου του προτείνοντος, δηλαδή αμέσως, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω έρευνα της βασιμότητας του ισχυρισμού με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΣτΕ 1824/2018, 820/2015, 1632/2012).
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας, που τέθηκαν υπόψη ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η από 27-3-2013 έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων ... (...) του Σ.Δ.Ο.Ε., Ε…… …… και Σ…… καθώς και η από 8-7-2014 έκθεση ελέγχου της ελεγκτού της Δ.Ο.Υ... Σ…… προκύπτουν τα εξής: Η εφεσίβλητη-εκκαλούσα, κατά το έτος 2008, διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών «επαγγελματικοί εξοπλισμοί παντός τύπου», με έδρα τον... και τηρούσε βιβλία Β΄ κατηγορίας Κ.Β.Σ. Κατόπιν εντολής του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ..., οι ελεγκτές της Φορολογικής Αρχής προέβησαν σε διασταυρωτικό έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, προκειμένου να ερευνηθούν οι συναλλαγές της με την εταιρεία «…… Α.Ε.», σε φορολογικό έλεγχο της οποίας είχε ήδη προβεί η Φορολογική Αρχή. Κατά τον διασταυρωτικό έλεγχο στην ατομική της επιχείρηση, επιδόθηκε στον σύζυγο της, Χ. η ……/2012 πρόσκληση για προσκόμιση Βιβλίων και Στοιχείων, με την οποία ζητήθηκε ειδικότερα να προσκομισθούν α) το με Α.Π.Θ ……/19-2-2010 Βιβλίο Απογραφής με αρίθμηση 1-100, β) το με Α.Π.Θ ……/9-5-2005 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής με αρίθμηση 1-50, γ) το Βιβλίο Εσόδων-Εξόδων διαχειριστικών ετών 2008 και 2009, δ) μηνιαίες καταστάσεις Βιβλίου Εσόδων-Εξόδων διαχειριστικών ετών 2008 και 2009, ε) αποδεικτικά πληρωμών και εισπράξεων των ληφθέντων και εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων από και προς την εταιρεία «…… Α.Ε.» και στ) το Βιβλίο Εσόδων-Εξόδων διαχειριστικού έτους 2011, τα οποία επιδείχθηκαν μέσω του λογιστή της εφεσίβλητης-εκκαλούσας και κατασχέθηκαν με την ……/2012 Έκθεση κατάσχεσης Βιβλίων και Στοιχείων (εκτός από τις μηνιαίες καταστάσεις Βιβλίου Εσόδων-Εξόδων διαχειριστικού έτους 2008 που είχαν ήδη προσκομισθεί στη Δ.Ο.Υ ...). Από τον έλεγχο των στοιχείων διαπιστώθηκε ότι, κατά τη χρήση 2008, η ως άνω εταιρεία «…… Α.Ε.» εξέδωσε δέκα τιμολόγια με λήπτρια την εφεσίβλητη-εκκαλούσα, εκ των οποίων τα πέντε ήταν τιμολόγια πώλησης υλικών (π.χ. τσιμέντα, άμμος κ.λ.π.) και τα πέντε ήταν τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (π.χ. τοποθέτηση καλωδίων, δικτύου σωλήνων κ.λ.π.). Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι, κατά τη χρήση 2009, η ως άνω εταιρεία «…… Α.Ε.» εξέδωσε είκοσι δύο τιμολόγια με λήπτρια την εφεσίβλητη-εκκαλούσα, και, ειδικότερα, εννέα τιμολόγια πώλησης υλικών και δεκατρία τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Συναφώς, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα με ανυπόγραφη δήλωση είχε ισχυρισθεί ενώπιον της Φορολογικής Διοικήσεως ότι στις αρχές του έτους 2007 αγόρασε από την …… Τράπεζα μία αποθήκη 1.005 τ.μ. για να στεγάσει την επαγγελματική της δραστηριότητα, και προκειμένου να την αξιοποιήσει προέβη σε ανακαίνιση, την οποία ανέλαβε η εταιρεία «…… Α.Ε.». Οι εργασίες που εκτελέσθηκαν από την τελευταία αφορούσαν σε περίφραξη οικοπέδου, τοποθέτηση ηλεκτροκινούμενων θυρών, τοποθέτηση κουφωμάτων, τοποθέτηση πλακιδίων, κεραμιδιών στέγης, σιδηροκατασκευές, διαμόρφωση γραφείων κ.ά. Ωστόσο, ο έλεγχος έκρινε, σύμφωνα με την από 27-3-2013 έκθεση ελέγχου των οργάνων της Δ.Ο.Υ. ..., ότι τα επίμαχα, εκδοθέντα από την «…… Α.Ε.» τιμολόγια, είναι εικονικά ως προς τη συναλλαγή, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται παράβαση των διατάξεων του Κ.Β.Σ. Ακολούθως, και αφού στις 13-3-2013 επιδόθηκε στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα κλήση προς ακρόαση προκειμένου να προβάλει τις απόψεις της, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ ... εξέδωσε την ……/5-4-2013 απόφαση επιβολής προστίμου, με την οποία αποδόθηκαν σ’ αυτήν οι παραβάσεις των διατάξεων του Π.Δ. 186/1996 και της επιβλήθηκε πρόστιμο για τη λήψη, κατά τη χρήση 2008, επτά εικονικών στοιχείων, ποσού ενός εκάστου ανώτερου των 880 ευρώ, ίσο με το διπλάσιο της καθαρής αξίας αυτών, καθώς και πρόστιμο ίσο με το τριπλάσιο του ποσού των 586 ευρώ για τη λήψη των λοιπών τριών εικονικών στοιχείων, και συνολικά επιβλήθηκε σε βάρος της πρόστιμο, ποσού 133.142,40 ευρώ. Πέραν τούτων, ο ως άνω Προϊστάμενος εξέδωσε και την ……/5-4-2013 απόφαση επιβολής προστίμου, με την οποία αποδόθηκαν στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα οι παραβάσεις της λήψης, κατά τη χρήση 2009, α) είκοσι ενός εικονικών στοιχείων, ποσού ενός εκάστου άνω των 880 ευρώ, για τα οποία της επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ποσού ίσου με το διπλάσιο της καθαρής αξίας αυτών (176.874,70€ x 2 = 353.749,40€) και β) ενός εικονικού στοιχείου αξίας κάτω των 880 ευρώ, για το οποίο της επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 586,00 ευρώ, ήτοι επιβλήθηκε σε βάρος της συνολικά το ποσό των 354.335,40 ευρώ.
9. Επειδή, εν συνεχεία, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα, στις 30-4-2013, κατέθεσε στην Κεντρική Υπηρεσία του Σ.Δ.Ο.Ε. αναφορά-αίτημα διενέργειας αυτοψίας στην επιχείρησή της, προκειμένου να αποδείξει την πραγματοποίηση των ως άνω φερόμενων ως εικονικών συναλλαγών και, κατόπιν εγγράφων της Επιτροπής Αξιολόγησης καταγγελιών του άρθρου 16 παρ. 6 του ν. 2873/2000 της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, διενεργήθηκε νέος έλεγχος και αυτοψία στην επαγγελματική εγκατάστασή της. Ειδικότερα, κλιμάκιο της Φορολογικής Αρχής διενήργησε στις 9-4-2014 επιτόπιο έλεγχο (αυτοψία) στην επαγγελματική της εγκατάσταση στον ..., κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι: το οικόπεδο ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, υπήρχαν 2 εξωτερικές πόρτες ηλεκτροκινούμενες, η κεραμοσκεπή, οι πόρτες, τα παράθυρα και τα κουφώματα ήταν καινούρια, υπήρχε μεταλλική κατασκευή σκελετού για επιγραφές καθώς και μουσαμάς με επιγραφές, είχαν πραγματοποιηθεί νέες ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις καθώς και εγκαταστάσεις αποχέτευσης, υπήρχαν τρεις τουαλέτες με θερμοσίφωνο, το δάπεδο του εσωτερικού χώρου ήταν καλυμμένο με πλακάκια, υπήρχε πατάρι μπετοφορμ καλυμμένο με μουσαμά, συναγερμός, κάμερα και προβολείς. Επίσης, ο έλεγχος ζήτησε από την εφεσίβλητη-εκκαλούσα να προσκομίσει τιμολόγια σχετικά με την αγορά των υλικών που σχετίζονταν με τις ως άνω εκτελεσθείσες εργασίες και αυτή προσκόμισε τιμολόγια χρήσης 2007, τα οποία ο έλεγχος έκρινε ότι αφορούσαν σε προμήθεια υλικών για τις ως άνω εργασίες, δηλώνοντας παράλληλα υπευθύνως στον έλεγχο ότι δεν είχε εκδοθεί οικοδομική άδεια, ότι δεν είχε γίνει επιμέτρηση εργασιών και δεν γνώριζε το απασχοληθέν από την εταιρεία «…… Α.Ε.» προσωπικό. Ακολούθως, με βάση όλα τα ανωτέρω στοιχεία, ο νέος έλεγχος, για τον οποίο συντάχθηκε η από 8-7-2014 έκθεση ελέγχου, έκρινε ότι τα είδη που αναφέρονται ως πωληθέντα στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα και περιγράφονται στα επίμαχα εκδοθέντα από την «…… Α.Ε.» τιμολόγια-δελτία αποστολής αντιστοιχούσαν σε υλικά, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή-ανακαίνιση της αποθήκης της και ότι οι εργασίες, για τις οποίες εκδόθηκαν τα επίμαχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών από την ίδια ως άνω εταιρεία προς την εφεσίβλητη-εκκαλούσα, είχαν πραγματοποιηθεί και, επομένως, οι συγκεκριμένες συναλλαγές ήταν πραγματικές. Κατόπιν αυτών, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα υπέβαλε την από 23-11-2015 αίτηση περί διαγραφής των επιβληθέντων προστίμων, η οποία, ωστόσο, με την από 27-11-2015 απάντηση της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ....., απορρίφθηκε, λόγω καταργήσεως της, κατ’ άρθρο 75 του ν. 2238/1994, αρμοδιότητας του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. για ακύρωση ή τροποποίηση φύλλων ελέγχου. Επιπλέον, υπέβαλε και την ……/30-11-2016 αίτηση ανάκλησης των ανωτέρω αποφάσεων επιβολής προστίμων ενώπιον της Δ.Ο.Υ. ...., η οποία ζήτησε οδηγίες από τη Γενική Διεύθυνση Φορολογικής Διοίκησης, που με το από 17-2-2017 έγγραφό της, απήντησε ότι: «… δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε παρέμβαση από διοικητικής πλευράς …». Εξάλλου, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα είχε ασκήσει κατά της ……/5-4-2013 απόφασης επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. .... προσφυγή, με την οποία, επίσης, υποστήριξε ότι όλες οι εργασίες που αναφέρονται στα επίμαχα τιμολόγια εκτελέστηκαν από το προσωπικό της εταιρείας «…… Α.Ε.», γεγονός που αποδεικνυόταν από το σύνολο των στοιχείων της Φορολογικής Αρχής, αλλά και από τον διενεργηθέντα επιτόπιο έλεγχο, και η οποία (προσφυγή) έγινε δεκτή με την 10267/2018 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με την τελευταία: «… πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές που αναφέρονται στα ένδικα τιμολόγια μεταξύ της προσφεύγουσας και της εκδότριας εταιρίας «…… Α.Ε.» και, συνεπώς, δεν στοιχειοθετούνται οι αποδιδόμενες σε βάρος της παραβάσεις της λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων [σκέψη 8] …». Εν συνεχεία, με την 1149/2020 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε η έφεση του εκκαλουμένου-εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση. Επίσης, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα άσκησε, ομοίως, προσφυγή και κατά της δεύτερης ……/5-4-2013 απόφασης επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ....., η οποία έγινε, ομοίως, δεκτή με την 10216/2018 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η κρίση της οποίας επικυρώθηκε με την 1150/2020 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Πέραν τούτων, στις 20-5-2015, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. .... άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος της εφεσίβλητης-εκκαλούσας για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, ποσού 600.431,08 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονταν, κατά τον συνημμένο σ’ αυτήν πίνακα χρεών, τα ποσά των ως άνω επιβληθέντων προστίμων, συνολικού ύψους μαζί με τις προσαυξήσεις 589.311,13 ευρώ. Για το αδίκημα αυτό η εφεσίβλητη-εκκαλούσα κηρύχθηκε τελεσιδίκως αθώα, δυνάμει της 197/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, κατόπιν της ……/2016 έγγραφης παραγγελίας της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ ..., επιβλήθηκε σε βάρος της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, με την ……/15-4-2016 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ...., και αναγκαστική κατάσχεση επί του περιγραφόμενου σε αυτήν ακινήτου της, ήτοι επί του αγρού, έκτασης 3.584,86 τ.μ., στη θέση «……» ή «……», στη δημοτική ενότητα ……, στη νοτιοδυτική πλευρά του οποίου είναι κτισμένη η ως άνω επίμαχη ισόγεια αποθήκη εμβαδού 1.005 τ.μ., που λειτουργεί ως χώρος επαγγελματικού της εξοπλισμού. Η ανωτέρω κατάσχεση επιβλήθηκε προς είσπραξη χρεών της εφεσίβλητης-εκκαλούσας προς το εκκαλούν-εφεσίβλητο, ποσού 529.868,52 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων ποσού 159.500,72 ευρώ και συνολικά ποσού 689.369,24 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα ανωτέρω ποσά προστίμων, ύψους 133.142,40 ευρώ και 354.335,40 ευρώ, που επιβλήθηκαν, αντιστοίχως, με τις ……/2013 και ……/2013 πράξεις επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ., και ακυρώθηκαν, μετέπειτα, δυνάμει των προαναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων. Κατά της εν λόγω πράξεως κατασχέσεως, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα άσκησε ανακοπή, η οποία, με την 5009/2022 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, έγινε εν μέρει δεκτή και τροποποιήθηκε η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, ως προς τα χρέη της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, για τα οποία επισπεύθηκε η αναγκαστική εκτέλεση, αποφαινόμενο το Δικαστήριο ότι: «σε αυτά δεν περιλαμβάνονται οι οφειλές της με Α.Τ.Β.: ……/04.07.2013, Α.Χ.Κ. 49, γραμμή 1 και ……/04.07.2013 Α.Χ.Κ. 49, γραμμή 2, που αναφέρονται στον οικεία πράξη καθορισμού χρεών με α/α 7 και 8, ποσού (133.102,27 + 354.335,40 =) 487.437,67 ευρώ [κεφάλαιο] και (36.465,56 + 102.402,92 =) 138.868,48 ευρώ [συνεισπραττόμενα/ προσαυξήσεις] και συνολικά (487.437,67 + 138.868,48 = ) 626.306,15 ευρώ».
10. Επειδή, με την ασκηθείσα ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αγωγή και το επ’ αυτής νομίμως κατατεθέν από 21-3-2023 υπόμνημα, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα προέβαλε ότι παρανόμως επιβλήθηκαν εις βάρος της, με τις ……/2013 και ……/2013 αποφάσεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., τα προαναφερθέντα στη σκέψη 7 πρόστιμα. Όπως δε υποστήριξε, μετά τον επανέλεγχο από τα αρμόδια όργανα της ως άνω Δ.Ο.Υ., κατά τον οποίο κατέληξαν στο πόρισμα ότι οι περιγραφόμενες στα επίμαχα τιμολόγια συναλλαγές ήταν πραγματικές, όχι μόνο δεν προέβησαν στη διαγραφή των εξοντωτικών αυτών προστίμων, αλλά επεδίωξαν την απόρριψη των προσφυγών της κατά των αποφάσεων επιβολής των επίμαχων προστίμων, άσκησαν εφέσεις κατά των πρωτόδικων αποφάσεων που τη δικαίωσαν, επιπλέον δε προχώρησαν στην επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης εις βάρος ακίνητης περιουσίας της, επί της οποίας μάλιστα είναι κτισμένη αποθήκη λειτουργούσα ως χώρος του επαγγελματικού της εξοπλισμού. Περαιτέρω, παρά τον ως άνω επανέλεγχο, ασκήθηκε εις βάρος της και ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, πλην όμως, δυνάμει της 197/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, κηρύχθηκε τελικώς αθώα για το αδίκημα αυτό. Συνεπεία των ανωτέρω αποδιδόμενων παράνομων πράξεων και παραλείψεων, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα υποστήριξε ότι υπέστη ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται στην προσβολή της προσωπικότητάς της, λόγω της καθ’ όλα συκοφαντικά αποδοθείσας σε αυτήν ιδιότητας της λήπτριας εικονικών φορολογικών στοιχείων. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί η τιμή, η υπόληψη και η επιχειρηματική της φήμη, αλλά και να επιβαρυνθεί παράλληλα η οικογενειακή της ζωή. Περαιτέρω, προέβαλε ότι, λόγω των επίμαχων οφειλών που παρανόμως εμφαίνονταν στην καρτέλα της, αδυνατούσε να ρυθμίσει και τις τρέχουσες υποχρεώσεις της και να τηρήσει οποιαδήποτε ρύθμιση οφειλών της προς το εκκαλούν-εφεσίβλητο, καθόσον στις οφειλές φέρονταν συγκεντρωτικά και αυτές των επίμαχων προστίμων, μετά των προσαυξήσεων, το ύψος των οποίων ήταν εξοντωτικό. Για τον λόγο αυτόν, και προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 200.000 ευρώ. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, τα εξής έγγραφα: α) την ……Ε’/14-1-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου... από την οποία προέκυπτε ότι η από 13-1-2022 αγωγή της επιδόθηκε στο εκκαλούν-εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 14-1-2022, β) την αρχική από 27-3-2013 έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων ... του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, γ) την από 8-7-2014 έκθεση μερικού επιτόπιου ελέγχου των αρμόδιων οργάνων της Δ.Ο.Υ. ..., σύμφωνα με την οποία: «… από τον επιτόπιο έλεγχο διαπιστώθηκε ότι πραγματοποιήθηκαν εργασίες όπως αναλυτικά αναφέρονται παραπάνω (περίφραξη οικοπέδου με συρματόπλεγμα, τοποθέτηση εξωτερικών πορτών ηλεκτροκινούμενων, κ.λπ.), για τις οποίες εκδόθηκαν τιμολόγια από την «…… Α.Ε.», τα οποία κρίθηκαν εικονικά ως προς το σύνολο της συναλλαγής στην ……/2013 έκθεση ελέγχου, που συντάχθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ... και στην ……/2013 έκθεση ελέγχου, που συντάχθηκε από την Περιφερειακή Δ/νση ΣΔΟΕ ....», δ) την ……/5-4-2013 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., την προσφυγή που άσκησε κατ’ αυτής ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την έκθεση απόψεων που ο Προϊστάμενος κατέθεσε επί της εν λόγω προσφυγής, την 10267/2018 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς την επικυρώσασα αυτήν 1149/2020 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου, ε) την ……/5-4-2013 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., την προσφυγή που άσκησε κατ’ αυτής ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την έκθεση απόψεων που ο Προϊστάμενος κατέθεσε επί της εν λόγω προσφυγής, την 10216/2018 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς την επικυρώσασα αυτήν 1150/2020 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου, στ) την ……/15-4-2016 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας με την επ’ αυτής πράξη καθορισμού χρεών της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. ..., τις εκθέσεις απόψεων που κατέθεσε ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ... ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί της ανακοπής που άσκησε η εφεσίβλητη-εκκαλούσα κατά της προαναφερόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, καθώς και την 5009/2022 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή αυτή, ζ) την 197/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε τελεσιδίκως αθώα για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Ελληνικό Δημόσιο, η) την ……/25-4-2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, των μαρτύρων Χ. (συζύγου αυτής) και Ε. (κόρης αυτής) (σχετ. η ……Ε’/12-4-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου ....). Αντιθέτως, το εκκαλούν-εφεσίβλητο Δημόσιο, με την έκθεση απόψεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ...., αλλά και με το από 2-5-2023 νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης, προβάλλοντας ότι δεν στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, αποζημιωτική ευθύνη του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Ειδικότερα, το εκκαλούν-εφεσίβλητο υποστήριξε ότι: α) η διαγραφή των επίδικων προστίμων δεν ήταν δυνατή κατά νόμο, μετά την κατάργηση του άρθρου 75 του ν. 2238/1994 περί ακυρώσεως οριστικής εγγραφής, με το άρθρο 72 παρ. 22 του ν. 4172/2013, και την παύση λειτουργίας της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης με το άρθρο πρώτο παρ. ε΄ περ. 3 υποπερ. α΄ και β΄ του ν. 4254/2014, β) στις απόψεις που υπέβαλε η Φορολογική Αρχή ενώπιον των Δικαστηρίων που επελήφθησαν της υποθέσεως ανέφερε ότι με νέα έκθεση αποδείχθηκαν πραγματικές οι επίμαχες συναλλαγές της εφεσίβλητης-εκκαλούσας και γ) η αναγκαστική κατάσχεση εις βάρος της επιβλήθηκε και για άλλες οφειλές της, η πλειονότητα των οποίων δεν είχε εξοφληθεί έως την ημέρα σύνταξης των από 18-8-2021 συμπληρωματικών απόψεων της Δ.Ο.Υ. ... επί της ΑΚ ……/2016 ανακοπής της εφεσίβλητης-εκκαλούσας. Τέλος, προέβαλε ότι η επίδικη αξίωση αποζημίωσης, που στηρίζεται στις εκδοθείσες το 2013, ……/2013 και ……/2013 αποφάσεις επιβολής προστίμων, είχε υποπέσει στην κατ’ άρθρο 141 εδ. α΄ του ν. 4270/2014 πενταετή παραγραφή. Επικουρικώς δε, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της από 13-1-2022 αγωγής, προέβαλε και ένσταση συμψηφισμού με βεβαιωμένη απαίτησή του κατά της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, συνολικού ποσού 120.498,670 ευρώ. Τέλος, ως προς το αίτημα των τόκων, υποστήριξε ότι η τοκογονία δεν δύναται να επέλθει, λόγω ακυρότητας της επιδόσεως της αγωγής, η οποία διενεργήθηκε εσφαλμένως στον Υπουργό Οικονομικών, και όχι στον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., που εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο.
11. Επειδή, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του εκκαλούντος-εφεσίβλητου, κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται από τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Στην κρίση του δε αυτή ήχθη, αφού έλαβε υπόψη ότι: α) σε περίπτωση αγωγής, βάσει των διατάξεων του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, η ύπαρξη δεδικασμένου αποκλείει κάθε νέα διαφορετική κρίση για τη νομιμότητα ή μη διοικητικής πράξης ή παράλειψης, που αποτέλεσε αντικείμενο προηγούμενης δίκης, όταν αυτή συνιστά προϋπόθεση ή προδικαστικό ζήτημα για τη διάγνωση της ένδικης αξίωσης, β) με τις 1149/2020 και 1150/2020 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντιστοίχως, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι μη νομίμως εκδόθηκαν εις βάρος της εφεσίβλητης-εκκαλούσας οι ……/2013 και ……/2013 αποφάσεις επιβολής προστίμων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ...., ποσών ύψους 133.142,40 ευρώ και 354.335,40 ευρώ, αντιστοίχως, γ) η Φορολογική Αρχή, η οποία εν τέλει, έκρινε, σύμφωνα με την από 8-7-2014 νέα έκθεση ελέγχου των υπαλλήλων της, ότι το σύνολο των στοιχείων με εκδότη την «…… Α.Ε.» και λήπτρια την εφεσίβλητη-εκκαλούσα, χρήσης 2008 και 2009, αντιστοιχούσε σε καθ’ όλα πραγματικές συναλλαγές και συγκεκριμένα στην πώληση υλικών και στην παροχή υπηρεσιών για την κατασκευή-ανακαίνιση αποθήκης -την οποία μεταγενέστερα κατέσχεσε- και συνεπώς, παρανόμως επιβλήθηκαν τα ως άνω πρόστιμα, όχι μόνο δεν προέβη, κατ’ εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοίκησης, στη διαγραφή των επίμαχων υπέρογκων προστίμων, κατόπιν των από 23-11-2015 και από 30-11-2016 αιτήσεων της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, αλλά τουναντίον ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ,.... κίνησε ποινική δίωξη εις βάρος της, δυνάμει της από 20-5-2015 αίτησης ποινικής δίωξης για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, ποσού 600.431,08 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονταν, κατά τον συνημμένο σ’ αυτήν πίνακα χρεών, τα ποσά των ως άνω παρανόμως επιβληθέντων προστίμων, συνολικού τότε ύψους, μαζί με τις προσαυξήσεις 589.311,13 ευρώ, δ) η Προϊσταμένη της εν λόγω Δ.Ο.Υ. προέβη καθ’ όλα καταχρηστικά, μεταξύ άλλων και για τα εν λόγω ποσά, και στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της εφεσίβλητης-εκκαλούσας και ειδικότερα στην αναγκαστική κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας της και μάλιστα της λειτουργούσας ως χώρος επαγγελματικού της εξοπλισμού αποθήκης - η οποία κατασκευάστηκε με τα υλικά και την παροχή υπηρεσιών, που περιγράφονται στα τιμολόγια της εταιρείας «…… Α.Ε.», που εσφαλμένως θεωρήθηκαν εικονικά και ε) ακόμη και υπό την εκδοχή ότι η διαγραφή των επίδικων προστίμων δεν ήταν νομικά δυνατή, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας των δικαστικών προσφυγών της εφεσίβλητης-εκκαλούσας κατά των καταλογιστικών πράξεων, η Φορολογική Αρχή, εν γνώσει της μη στοιχειοθετήσεως των αποδιδόμενων στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα παραβάσεων, άσκησε, παρά ταύτα, τις από 7-3-2019 και 13-3-2019 εφέσεις κατά των 10216/2018 και 10267/2018 πρωτόδικων αποφάσεων που τη δικαίωσαν, κατά παράβαση των αρχών της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης (άρθρο 42 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας). Περαιτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του: α) το είδος και τη σοβαρότητα της παρανομίας των οργάνων της Δ.Ο.Υ. ..., που έγκειται στη μη νόμιμη έκδοση, όπως δεσμευτικώς κρίθηκε με τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, των επίμαχων καταλογιστικών αποφάσεων επιβολής προστίμων, στη μη διαγραφή των επίμαχων προστίμων, ακόμη και μετά τη σύνταξη της από 8-7-2014 νέας έκθεσης ελέγχου των ίδιων των οργάνων του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου, που διαπίστωσαν ότι οι επίμαχες συναλλαγές ήταν πραγματικές, στην άσκηση εφέσεων κατά των αποφάσεων που δικαίωσαν την εφεσίβλητη-εκκαλούσα πρωτοδίκως, αλλά και στην άσκηση ποινικής δίωξης και στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της για τις φερόμενες οφειλές των εν λόγω προστίμων και β) τις συνέπειες που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, επέφερε στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα η κατά τα ως άνω περιγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου, συνιστάμενες τούτες αφ’ ενός στην τρώση της φήμης και της υπόληψής της, καθώς εμφανιζόταν αναληθώς ως λήπτρια εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφ’ ετέρου στην επιβάρυνση της οικογενειακής της ζωής, εξαιτίας των εν λόγω παράνομων και εξοντωτικών προστίμων και της εμπλοκής της σε δικαστικούς αγώνες, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση αυτών και των επακόλουθων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, έκρινε, με την εκκαλουμένη απόφαση, ότι η εφεσίβλητη-εκκαλούσα υπέστη, κατά τη διάρκεια των ετών αυτών από την έκδοση (5-4-2013) των ήδη τελεσιδίκως ακυρωθεισών αποφάσεων επιβολής προστίμου, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, έπρεπε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου να της καταβάλει, κατ’ άρθρο 932 του ΑΚ, το ποσό των 8.000 ευρώ, νομιμοτόκως, από την επίδοση σε αυτό της αγωγής, κατά μερική αποδοχή του σχετικού αιτήματος της. Απέρριψε δε ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής και ως αόριστη την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε το Δημόσιο.
12. Επειδή, ήδη, με την πρώτη από τις κρινόμενες εφέσεις και το επ’ αυτής νομίμως υποβληθέν από 22/5/2025 υπόμνημα, το εκκαλούν-εφεσίβλητο προβάλλει ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με πλημμελή αιτιολογία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα το υπέρογκο ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που η τελευταία υπέστη, καθόσον από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν ενώπιόν του δεν αποδείχθηκε ούτε ο βαθμός της ψυχικής ταλαιπωρίας αυτής, ούτε η οικονομική δυσχέρεια της επιχείρησής της, ενώ, εξάλλου, μόνο η εμπλοκή της εφεσίβλητης-εκκαλούσας σε δικαστικούς αγώνες δεν συνιστά επαρκές έρεισμα για τη απόδειξη της ηθικής της βλάβης. Περαιτέρω, προβάλλει ότι με πλημμελή αιτιολογία και κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, η εκκαλουμένη απέρριψε ως αόριστη την ένσταση συμψηφισμού που παραδεκτώς προτάθηκε τόσο με το υποβληθέν υπόμνημα του Δημοσίου, όσο και με την έκθεση απόψεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., ενώ, εξάλλου, εσφαλμένως κρίθηκε ότι η ανωτέρω ένσταση έπρεπε να αποδεικνύεται αμέσως, δικονομική προϋπόθεση στην οποία το Δημόσιο δεν ανταποκρίθηκε.
13. Επειδή, εξάλλου, με τη δεύτερη από 22/11/2023 κρινόμενη έφεση, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα αμφισβητεί την ορθότητα της εκκαλούμενης αποφάσεως και ζητεί την εξαφάνισή της, κατά το μέρος που της επιδικάσθηκε μόνον το ποσό των 8.000 ευρώ, αντί του αιτηθέντος ποσού των 200.000 ευρώ, ως ηθική βλάβη, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν αντικατοπτρίζει το ύψος της ηθικής της βλάβης, η οποία προήλθε από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της Δ.Ο.Υ. ...και είχαν ως αποτέλεσμα τη συκοφάντησή της ως λήπτρια εικονικών φορολογικών στοιχείων, τη διάλυση της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησής της, την απώλεια των ρυθμίσεων των τρεχουσών υποχρεώσεών της και της φορολογικής της ενημερότητας και την επιβάρυνση της οικογενειακής της ζωής, ύστερα από τους μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες στους οποίους υποβλήθηκε.
14. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, συνδυαστικά εκτιμώμενα, κατά τα γενόμενα ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου, κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται από τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, όπως ορθώς και νομίμως κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση με την αυτή αιτιολογία. Και τούτο καθόσον, ή ίδια Φορολογική Αρχή, δυνάμει της από 8/7/2014 νέας έκθεσης ελέγχου των υπαλλήλων της, έκρινε ότι το σύνολο των στοιχείων με εκδότη την «…… Α.Ε.» και λήπτρια την εφεσίβλητη-εκκαλούσα, για τις επίμαχες χρήσεις 2008 και 2009, αντιστοιχούσε σε καθ’ όλα πραγματικές συναλλαγές, πλην όμως, όχι μόνον δεν προέβη σε διαγραφή των υπέρογκων προστίμων (ύψους 133.142,40 ευρώ και 354.335,40 ευρώ), αλλά, αντιθέτως, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ...ένα περίπου έτος μετά τη σύνταξη της ανωτέρω νέας εκθέσεως ελέγχου, κίνησε ποινική δίωξη εις βάρος της για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, ποσού 600.431,08 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα ποσά των επίμαχων προστίμων, το συνολικό ύψος των οποίων, κατόπιν προσαυξήσεων, είχε ανέλθει σε 589.311,13 ευρώ. Επιπροσθέτως, η ανωτέρω Φορολογική Αρχή προχώρησε σε λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της εφεσίβλητης-εκκαλούσας (αναγκαστική κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας της και, ειδικότερα, της λειτουργούσας, ως χώρος επαγγελματικού της εξοπλισμού, αποθήκης), ενώ, ακόμη και μετά την ακύρωση των εν λόγω προστίμων Κ.Β.Σ. με τις 10216/2018 και 10267/2018 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, άσκησε έφεση κατά αυτών, ενώ τελούσε σε γνώση της μη στοιχειοθετήσεως της αποδιδομένης στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα παραβάσεως της λήψεως εικονικών φορολογικών στοιχείων. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις προεκτεθείσεις στη σκέψη 4 της παρούσας διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ. και την ερμηνεία τους σύμφωνα με τις οποίες παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως (όπως, ιδίως, το είδος και τις συνθήκες τελέσεως της παρανομίας, τη βαρύτητα και τις συνέπειες της προσβολής, την ηλικία του παθόντος, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση αυτού, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν κρίνει ότι επήλθε στον παθόντα ηθική βλάβη, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής. Ειδικότερα, στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) το είδος και τη σοβαρότητα της παρανομίας των οργάνων της Δ.Ο.Υ. ... κατά τα ανωτέρω παρατεθέντα, η οποία έγκειται στη μη νόμιμη έκδοση των επίμαχων καταλογιστικών αποφάσεων επιβολής προστίμων Κ.Β.Σ., κατά τα δεσμευτικώς κριθέντα με τις 1149/2020 και 1150/2020 τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, στη μη διαγραφή των επίμαχων προστίμων, ακόμη και όταν διαπιστώθηκε ότι οι επίμαχες συναλλαγές ήταν πραγματικές, βάσει της συνταχθείσας από 8/7/2014 νέας έκθεσης ελέγχου των ίδιων οργάνων του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου, στην άσκηση εφέσεων κατά των αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις οποίες είχαν ακυρωθεί στον πρώτο βαθμό οι ως άνω καταλογιστικές πράξεις και, περαιτέρω, στην άσκηση ποινικής διώξεως εις βάρος της εφεσίβλητης-εκκαλούσας και στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για τις φερόμενες οφειλές των εν λόγω προστίμων και β) τις περαιτέρω συνέπειες που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, επέφερε στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα η, κατά τα ανωτέρω περιγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου, στην επαγγελματική δραστηριότητά της και στον ψυχισμό αυτής, συνιστάμενες αφ’ ενός στην τρώση της φήμης και της υπόληψής της, δεδομένου ότι αναληθώς εμφανιζόταν, ως λήπτρια εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφ’ ετέρου στην επιβάρυνση της οικογενειακής της ζωής, εξαιτίας των εν λόγω παράνομων και εξοντωτικών προστίμων και της εμπλοκής της σε συνεχείς μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση αυτών και των επακόλουθων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατόπιν όλων αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εκκαλούν-εφεσίβλητο Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα, ως χρηματική ικανοποίηση, κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ., το εύλογο χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα οριζόμενα στην πρωτόδικη απόφαση, κατά μερική αποδοχή της κρινόμενης έφεσής της. Συνεπώς, η σχετική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που επιδίκασε το ποσό των 8.000 ευρώ για την ως άνω αιτία είναι εσφαλμένη και θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί αναλόγως. Εξάλλου, νομίμως απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η προτεινόμενη από το εκκαλούν-εφεσίβλητο ένσταση συμψηφισμού με φερόμενες οφειλές της εφεσίβλητης-εκκαλούσας προς τη Δ.Ο.Υ...., με την αιτιολογία της αοριστίας αυτής, καθόσον, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη, η προταθείσα με την έκθεση απόψεων του Δημοσίου (και, περαιτέρω, αναπτυχθείσα με το από 2/5/2023 υπόμνημά του) ένσταση συμψηφισμού αναφερόταν σε σύνολο χρεών, ύψους 120.498,69 ευρώ, χωρίς αναφορά στο είδος, την αιτία και τον νόμιμο τίτλο βεβαίωσης εκάστου, έλλειψη που δεν μπορούσε να αναπληρωθεί με μόνη την προσκόμιση των από 14/11/2022 και 15/11/2022 πινάκων χρεών της εφεσίβλητης-εκκαλούσας και του συζύγου της Χ. αντιστοίχως. Και τούτο διότι, η πρόταση συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα ενώπιον Δικαστηρίου, με τη μορφή ένστασης, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως (άρθρο 442 του Αστικού Κώδικα), με έγκυρα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου του προτείνοντος (ΣτΕ 820/2015 7μ. σκ. 6), απορριπτομένου του αντίθετου λόγου της έφεσης του Δημοσίου.
15. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η από 13/11/2023 (ΕΦ ……/8-12-2023) έφεση του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου Δημοσίου θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη. Κατ’ εκτίμηση δε των περιστάσεων, το εκκαλούν-εφεσίβλητο πρέπει να απαλλαγεί από την καταβολή των δικαστικών εξόδων (άρθρο 275 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας). Περαιτέρω, η έφεση της Θ. πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να μεταρρυθμιστεί αναλόγως η εκκαλούμενη 4066/2023 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν αναπροσαρμογής του ποσού που επιδικάστηκε με αυτήν στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση μέρους του καταβληθέντος παραβόλου, ποσού 100 ευρώ, υπέρ του Δημοσίου, το δε υπόλοιπο ποσό παραβόλου, ύψους 100 ευρώ, να αποδοθεί στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω μερικής νίκης και ήττας (άρθρα 277 παρ. 9, 275 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Συνεκδικάζει τις αντίθετες εφέσεις.
Απορρίπτει τη με αριθμό καταχώρησης ΕΦ ……/8-12-2023 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου.
Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη της αντιδίκου του.
Δέχεται εν μέρει την αντίθετη με αριθμό καταχώρησης ΕΦ ……/11-12-2023) έφεση της Θ.
Μεταρρυθμίζει την 4066/2023 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, στην Θ., το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο έως και την πλήρη εξόφληση, με επιτόκιο υπολογιζόμενο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019.
Διατάσσει να καταπέσει το μισό του καταβληθέντος παραβόλου έφεσης, ύψους εκατό (100) ευρώ, υπέρ του Δημοσίου, το δε υπόλοιπο ποσό παραβόλου, ύψους εκατό (100) ευρώ, να αποδοθεί στην εκκαλούσα.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 3 Σεπτεμβρίου 2025 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ