Αριθμός 172/2026
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2025, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Πρόεδρος, Ηλίας Μάζος, Άννα Καλογεροπούλου, Δημήτριος Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Βασίλειος Αραβαντινός, Βαρβάρα Ραφτοπούλου, Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Δημήτριος Μακρής, Ταξιαρχία Κόμβου, Σοφία Βιτάλη, Βικτωρία Πλαπούτα, Μαρία Σωτηροπούλου, Αγορίτσα Σδράκα, Χρήστος Λιάκουρας, Ευσταθία Σκούρα, Κωνσταντία Λαζαράκη, Αικατερίνη Ρωξάνα, Ειρήνη Σταυρουλάκη, Μαρία Αθανασοπούλου, Μαρία Σταματοπούλου, Ιωάννης Μιχαλακόπουλος, Ουρανία Νικολαράκου, Σταυρούλα Λαμπροπούλου, Οδυσσέας Σπαχής, Καλλιόπη Κατρά, Ιωάννης Παπαγιάννης, Αθανάσιος Ασημακόπουλος, Σύμβουλοι, Σωτηρία-Ελπίδα Σταφυλά, Ζωή Θεοδωρικάκου, Δημήτριος Πυργάκης, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Αγορίτσα Σδράκα και Ιωάννης Παπαγιάννης καθώς και ο Πάρεδρος Δημήτριος Πυργάκης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Σταυρούλα Χάρου.

Για να δικάσει την από 1ης Μαΐου 2024 έφεση:

των: 1. Χ. του ., 2. Ε. του... , 3. Α. του..., 4. Λ. του...., 5. Σ. του ...., 6. Β. Του ..., 7. Έ. του ...., 8. Α. του ..., 9. Π. του..., 10. Ά. του ..., 11. Ζ. του..., 12. Α. του ..., 13. Π. του ..., 14. Α. του .. και 15. Α. του ..., κατοίκων Αθηνών (...), οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) Σπυρίδωνα Βλαχόπουλο (Α.Μ. …..) και β) Ιωάννη Τουτζιαράκη (Α.Μ. ……), που τους διόρισαν με πληρεξούσια, κατά της 3ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας (Δ.Υ.ΠΕ.), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (...), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ευστράτιο Παναγιωτίδη (Α.Μ. ……. Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με απόφαση του Διοικητή της και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.

Η πιο πάνω έφεση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 1ης Οκτωβρίου 2024 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και της από 20ής Μαρτίου 2025 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.

Με την έφεση αυτή οι εκκαλούντες επιδιώκουν να εξαφανισθεί η υπ’ αριθ. .../2024 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Σταυρούλας Λαμπροπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους των εκκαλούντων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την από 1.5.2024 έφεσή τους οι εκκαλούντες ζητούν να εξαφανισθεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί η .../2024 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθ’ ο μέρος απορρίφθηκε η από 11.11.2022 αγωγή τους. Με την τελευταία οι εκκαλούντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εφεσίβλητης Δ.Υ.ΠΕ. να καταβάλει, νομιμοτόκως, σε έκαστον από αυτούς ιατρό του Ε.Σ.Υ., υπηρετούντα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, τα αναλυτικώς αναγραφόμενα στο δικόγραφο της αγωγής ποσά, λόγω καταβολής στους ίδιους μειωμένων ακαθάριστων αποδοχών και αμοιβών για εφημερίες, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2020 έως 30.9.2022, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 138 έως 140 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), με τις διατάξεις των οποίων αναμορφώθηκε το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και οι οποίες, όπως κρίθηκε, αντίκεινται στο Σύνταγμα και σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Τα εν λόγω ποσά οι εκκαλούντες τα ζητούσαν κατ’ ευθεία εφαρμογή του νόμου και, ειδικότερα, δυνάμει των άρθρων 43, 44 και 45 του ν. 3205/2003 (Α΄ 297), όπως ίσχυαν την 31.7.2012, ήτοι πριν από την τροποποίησή τους με τις, κριθείσες ως αντισυνταγματικές, διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) και του ν. 4472/2017, επικουρικώς δε ως αποζημίωση βάσει των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ (π.δ. 456/1984, Α΄ 164), άλλως σε περίπτωση που θα γινόταν δεκτή μετά την άσκηση της αγωγής η συνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 4472/2017 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 155 του ν. 4472/2017, ως προσωπική διαφορά.

2. Επειδή, ο ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης…» (Α΄ 213) όρισε στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 του ν. 5119/2024 (Α΄ 103/5.7.2024), ο οποίος νόμος, ενόψει της εισαγωγής της υποθέσεως ενώπιον της Ολομελείας με τη, μεταγενέστερη της ενάρξεως ισχύος του, .../1.10.2024 πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 του ως άνω ν. 3900/2010, τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής (βλ. άρθρο 36 του εν λόγω νόμου), τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς επιτροπής, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός εκ των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες σε ευρύτερο κύκλο προσώπων […]. Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών, αναρτάται στον ιστότοπο του Συμβουλίου της Επικρατείας και κοινοποιείται ηλεκτρονικά στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων γνωστοποιεί την πράξη αυτή σε όλα τα διοικητικά δικαστήρια και αναρτά στον ιστότοπό της τη σχετική γνωστοποίηση. Μετά από την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο».

3. Επειδή, η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, εισήχθη δε στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατόπιν αιτήσεως των εκκαλούντων, η οποία έγινε δεκτή με την προαναφερθείσα .../1.10.2024 πράξη της κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 Τριμελούς Επιτροπής. Τούτο δε προκειμένου να κριθεί το γενικοτέρου ενδιαφέροντος ζήτημα, έχον συνέπειες σε ευρύτερο κύκλο προσώπων, εάν ρήτρα, όπως εκείνη της απόφασης ΣτΕ .../2022 Ολομ., η οποία, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), εξαιρεί από τη μη αναδρομικότητα των συνεπειών της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας όσους έχουν ασκήσει “ένδικα μέσα ή βοηθήματα” μέχρι τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, καταλαμβάνει κατά την έννοιά της, και όσους, όπως εν προκειμένω, έχουν υποβάλει μέχρι τον χρόνο αυτόν, αίτηση ενώπιον της Διοικήσεως για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεών τους. Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών («ΤΑ ΝΕΑ», φύλλο της 8.10.2024, και «ΕΣΤΙΑ», φύλλο της 9.10.2024), όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του ν. 3900/2010. Περαιτέρω, με την από 20.3.2025 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας η υπόθεση εισήχθη λόγω σπουδαιότητας ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου.

4. Επειδή, ειδικότερα, οι εκκαλούντες είναι ιατροί του Ε.Σ.Υ. διαφόρων ειδικοτήτων, που απασχολούνταν ως μόνιμοι υπάλληλοι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2020 έως 30-9-2022 σε μονάδες υγείας της εφεσίβλητης 3ης Δ.Υ.ΠΕ.. Με την από 11.11.2022 αγωγή τους προέβαλαν ότι μη νομίμως μειώθηκαν οι αποδοχές τους κατά το προαναφερόμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4472/2017, οι οποίες διατάξεις αντιβαίνουν στο Σύνταγμα και σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ζήτησαν δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του ήδη εκκαλουμένου ν.π.δ.δ. να καταβάλει, νομιμοτόκως, σε καθέναν από αυτούς τα αναφερόμενα λεπτομερώς στην αγωγή τους ποσά, κατ’ ευθεία εφαρμογή του νόμου και, ειδικότερα, βάσει των άρθρων 43, 44 και 45 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν την 31-7-2012, πριν, δηλαδή, την τροποποίησή τους με τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές διατάξεις των ν. 4093/2012 (ΣτΕ Ολομ. 431/2018) και ν. 4472/2017 (ΣτΕ Ολομ. 1408/2022), επικουρικώς δε ως αποζημίωση βάσει των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Με το σκεπτικό, ειδικότερα, ότι αν και αυτοί είχαν υποβάλει πριν από τη δημοσίευση της .../2022 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 28.6.2022 (με εξαίρεση μία εκκαλούσα η οποία είχε καταθέσει την αίτησή της στις 30.12.2022), αιτήματα προς την εφεσίβλητη 3η Δ.Υ.ΠΕ. προκειμένου να τους καταβληθούν οι σχετικές διαφορές αποδοχών (οι οποίες προέκυπταν αν υπολογίζονταν σύμφωνα με τον νόμο που ίσχυε πριν από την ψήφιση των αντισυνταγματικών μισθολογικών διατάξεων των ν. 4472/2017 και 4093/2012) που παράνομα δεν κατεβλήθησαν και παρακρατήθηκαν, οι αιτήσεις απερρίφθησαν σιωπηρά, αναιτιολόγητα και παράνομα, αν και οι μισθολογικές διατάξεις του ν. 4472/2017 κρίθηκαν εν τέλει αντισυνταγματικές με την απόφαση .../2022 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προέβαλαν δε οι εκκαλούντες, ότι η Διοίκηση, απορρίπτοντας και μη ικανοποιώντας τα, υποβληθέντα, πριν την έκδοση της ΣτΕ Ολ .../2022 στις 28.6.2022, γραπτά νόμιμα αιτήματα των ιατρών, παραβίασε το Σύνταγμα και εφάρμοσε νόμους που αντίκεινται σε αυτό. Υποστήριξαν, εξ άλλου, ότι με τη ΣτΕ .../2022 Ολομ. έγινε δεκτό ότι οι συνέπειες της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας θα είχαν αναδρομικό αποτέλεσμα για όσους είχαν ήδη ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα και ότι στις περιπτώσεις αυτές συμπεριλαμβάνονταν και όσοι είχαν ασκήσει αίτηση προς τη διοίκηση για τη διεκδίκηση των περικοπεισών αποδοχών τους, καθώς δεν υπήρχε διάταξη της ως άνω αποφάσεως της Ολομελείας με την οποία να περιορίζονται οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας, ειδικά στην περίπτωση εκκρεμών αιτήσεων ενώπιον της Διοίκησης. Τούτο δε, όπως υποστηρίζεται, διότι η Διοίκηση, όπως και τα δικαστήρια, είχε υποχρέωση να μην εφαρμόσει αντισυνταγματικό νόμο. Ως εκ τούτου, έπρεπε να λάβει κατά την απάντησή της υπόψη την αντισυνταγματικότητα του ν. 4472/2017, μη πράξασα δε τούτο παραβιάζει την υποχρέωσή της να μην συμμορφώνεται με προδήλως αντισυνταγματικούς νόμους. Εξ άλλου, όπως υποστηρίζεται, οι αξιώσεις των εκκαλούντων είχαν αποκρυσταλλωθεί πριν από τη δημοσίευση της ΣτΕ Ολ .../2022. Τέλος, με την αγωγή τους, οι εκκαλούντες ζήτησαν επικουρικώς την καταβολή των σχετικών ποσών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 155 του ν. 4472/2017, ως προσωπική διαφορά. Τους ισχυρισμούς αυτούς αντέκρουσε η εφεσίβλητη Δ.Υ.ΠΕ. με τη 19425/20.4.2023 έκθεση απόψεων και το από 26.4.2023 υπόμνημα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εμμένοντας στο γράμμα της αποφάσεως ΣτΕ .../2022 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τη .../2024 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η αγωγή των ήδη εκκαλούντων. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, ελήφθη υπόψη ότι α) για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. που δεν είχαν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι τον χρόνο δημοσίευσης της .../2022 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, ήτοι μέχρι τις 28-6-2022, οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 4472/2017 επέρχονταν μετά τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, χωρίς τούτο να αντιβαίνει ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στα άρθρα 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., β) η αγωγή κατατέθηκε στις 11-11-2022, ήτοι μετά τη δημοσίευση της .../2022 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με βάση τα ανωτέρω κρίθηκε ότι οι ήδη εκκαλούντες αβασίμως επικαλούνταν την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 4472/2017 για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων που αφορούσαν τις περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, εν γένει αποδοχές τους κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2020 έως 30-9-2022, διότι οι αξιώσεις ανάγονταν κυρίως σε χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσίευσης της ανωτέρω .../2022 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω κρίθηκε, ότι η ανωτέρω αντισυνταγματικότητα δεν είχε αναδρομικό χαρακτήρα ούτε για όσους πριν τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας είχαν επιδιώξει την ικανοποίηση των σχετικών απαιτήσεών τους με υποβολή αίτησης προς τα αντίδικα νομικά πρόσωπα ή το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ή με άλλα νόμιμα μέσα, αφού δεν περιλαμβάνονταν στις περιπτώσεις αναδρομικότητας που ορίζονταν περιοριστικά στην ως άνω απόφαση, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εκκαλούντων. Εξ άλλου, απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της αγωγής περί αντισυνταγματικότητας του ν. 4472/2017 και για το χρονικό διάστημα από 28-6-2022 έως και 30-9-2022, ως ερειδόμενοι επί της εσφαλμένης νομικής προϋπόθεσης ότι εφαρμοστέος ήταν για το διάστημα αυτό ο ν. 4472/2017. Τούτο δε, διότι δυνάμει των άρθρων 74 και 75 του ν. 4999/2022 (Α΄ 225/7.12.2022), οι διατάξεις των άρθρων 136 έως 140 του ν. 4472/2017 καταργήθηκαν αναδρομικά από τις 28-6-2022. Συνεπώς, εφόσον οι εκκαλούντες με την αγωγή τους δεν προέβαλαν αντίθεση των διατάξεων του ν. 4999/2022 προς υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις του Συντάγματος ή του Ενωσιακού δικαίου ή της Ε.Σ.Δ.Α. ούτε απέδωσαν άλλη παρανομία στο εφεσίβλητο ν.π.δ.δ. για το επίμαχο χρονικό διάστημα (28-6-2022 έως 30-9-2022), η ένδικη αγωγή απερρίφθη ως αβάσιμη και κατά το μέρος που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 28-6-2022 έως 30-9-2022. Τέλος, σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση, μετά την κρίση της .../2022 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας περί αντισυνταγματικότητας του θεσπισθέντος με τα άρθρα 138-140 του ν. 4472/2017 μισθολογίου των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και περί αναβίωσης των μισθολογικών ρυθμίσεων που ίσχυαν πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4093/2012, ήτοι πριν από την 1-8-2012, δεν καταλειπόταν πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 155 του ν. 4472/2017 περί καταβολής επιδόματος προσωπικής διαφοράς. Ενόψει των ανωτέρω και του γεγονότος ότι οι εκκαλούντες δεν απέδωσαν άλλη παρανομία στην εφεσίβλητη Δ.Υ.ΠΕ. για το επίμαχο χρονικό διάστημα (1-1-2020 έως 30-9-2022), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως αβάσιμη. Οι εκκαλούντες άσκησαν κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την κρινόμενη έφεση, με την οποία προβάλλεται, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως την απόφαση ΣτΕ .../2022 της Ολομελείας, κρίνοντας ότι α) η εν λόγω απόφαση περιόρισε, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3 εδ. β΄ του π.δ. 18/1989, την αναδρομή των συνεπειών της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας των ως άνω διατάξεων του ν. 4472/2017 και β) στον εν λόγω περιορισμό υπάγονται τόσο όσοι άσκησαν, διεκδικώντας την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεών τους, ένδικα βοηθήματα ή μέσα μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης αλλά και όσοι είχαν απλώς υποβάλει πριν το κρίσιμο αυτό χρονικό σημείο αιτήσεις ενώπιον της Διοικήσεως, με τις οποίες διεκδικούσαν την ικανοποίηση των εν λόγω αξιώσεών τους. Τούτο διότι, κατά τα προβαλλόμενα, δεν υφίσταται διαφοροποίηση μεταξύ των προσώπων που έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης της Ολομελείας του ΣτΕ και όσων έχουν υποβάλει αίτηση ενώπιον της Διοικήσεως μέχρι τον χρόνο αυτό για διεκδίκηση των περικοπεισών αποδοχών τους, καθώς και στις δύο περιπτώσεις, τόσο τα δικαστήρια όσο και οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν βάσει του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, να μην εφαρμόσουν τον κηρυχθέντα ως αντισυνταγματικό νόμο. Ειδικότερα, με την έφεση οι εκκαλούντες προβάλλουν, ότι εσφαλμένως, η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε τις αξιώσεις τους με την αιτιολογία ότι ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης αυτής, διότι το κριτήριο εξαίρεσης από τον κανόνα αναδρομικής ακύρωσης συνδέεται όχι με τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι αξιώσεις, αλλά με τον χρόνο προβολής των αξιώσεων, εκείνων δηλαδή για τις οποίες οι προσφεύγοντες ή άλλοι άσκησαν διαθέσιμα νόμιμα μέσα πριν την έκδοση της ΣτΕ .../2022 Ολομ.. Ενόψει δε ότι, κατά τους εκκαλούντες, αφενός μεν η εν λόγω απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ ουδεμία σκέψη περιέλαβε για τις περιπτώσεις υποβολής αιτήματος προς τη διοίκηση πριν τη δημοσίευσή της και αφετέρου δεν επιτρέπεται η διεύρυνση των περιπτώσεων περιορισμού της αντισυνταγματικότητας, ο περιορισμός της αντισυνταγματικότητας δεν καταλαμβάνει και όσους, όπως οι ίδιοι, είχαν ασκήσει νόμιμο δικαίωμά τους ζητώντας από τη Διοίκηση να τους καταβληθεί η διαφορά αποδοχών λόγω της παράνομης εφαρμογής των αντισυνταγματικών περικοπών του ν. 4472/2017. Η υποβολή της αίτησης αυτής, κατά τα προβαλλόμενα, ρυθμίζεται από τον νόμο, είναι ισότιμη με την προσφυγή στα δικαστήρια και εξισώνεται με αγωγή, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διακοπή παραγραφής των αξιώσεων. Σε κάθε περίπτωση, όπως υποστηρίζεται, η νομιμότητα ή μη της σιωπηλής απόρριψης των αξιώσεων πρέπει να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, ενώ οι αποζημιωτικές αξιώσεις δεν θίγονται, σύμφωνα με το άρθρο 50 περ. 3δ του π.δ. 18/1989, από τον περιορισμό της αναδρομικότητας της διαγνωσθείσης αντισυνταγματικότητας. Αντίθετη άποψη, κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, σύμφωνα με την οποία θα περιοριζόταν κάθε δυνατότητα δικαστικού ελέγχου για αξιώσεις που υπεβλήθησαν με αίτηση στη Διοίκηση, αντιβαίνει στα άρθρα 93 παρ. 4 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και τα άρθρα 6 παρ. 1 Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου.
5. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989 ορίζεται ότι «Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη». Την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου αυτού, την οποία το Συμβούλιο της Επικρατείας παγίως εφήρμοζε με την έννοια ότι η ακύρωση της διοικητικής πράξεως ανατρέχει στον χρόνο εκδόσεώς της, τροποποίησε το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), το οποίο προσέθεσε παράγραφο 3β έχουσα ως εξής: «Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης», καθώς και παράγραφο 3δ σύμφωνα με την οποία «Η εφαρμογή των παραγράφων 3α, 3β, και 3γ δεν θίγει τις αποζημιωτικές αξιώσεις.». Με τη νέα διάταξη εδόθη η δυνατότητα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υπό προϋποθέσεις τις οποίες το ίδιο σταθμίζει, να αποκλίνει, σε εξαιρετικές πάντως περιπτώσεις, από τον κανόνα της αναδρομικής ακυρώσεως και να καθορίζει μεταγενέστερο χρόνο επελεύσεως των συνεπειών της ακυρώσεως (βλ. ΣτΕ 1408/2022 Ολομ., 431/2018 Ολομ., 4446/2015 Ολομ.). Τα αυτά και για τους ίδιους λόγους δέον αναλογικώς να ισχύουν και επί αγωγών και άλλων διαφορών ουσίας, που άγονται προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας μέσω του νέου δικονομικού θεσμού της πρότυπης δίκης (βλ. ΣτΕ 1408/2022 Ολομ. σκ. 30, 431/2018 Ολομ. σκ. 19, 4741/2014 Ολομ. σκ. 25, 2288/2015 σκ. 25, πρβλ. ΔΕΕ C-43/75 της 8.4.1976 D. κατά S. και C-262/78 της 17.5.1990 B. κατά Guardian Royal Exchange Assurance Group).

6. Επειδή, με την απόφαση ΣτΕ .../2022 της Ολομελείας κρίθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι: Οι διατάξεις των άρθρων 138-140 του ν. 4472/2017, με τις οποίες καθορίστηκε ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια εφημεριών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., στο πλαίσιο θεσμοθετήσεως εξ υπαρχής νέου ειδικού μισθολογίου για τους ανωτέρω, και των οποίων διατάξεων η εφαρμογή εξειδικεύεται στα άρθρα 154 και 155 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 136 και 137 αυτού, αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και στις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Κατόπιν αυτών, έγινε δεκτή η προσφυγή των αιτούντων, καθ’ o μέρος είχε ζητηθεί η ακύρωση των εκδοθεισών από τον μήνα Ιούλιο 2018 μισθοδοτικών καταστάσεών τους, οι οποίες με την εν λόγω απόφαση ακυρώθηκαν, η δε υπόθεση αναπέμφθηκε στη Διοίκηση προς διενέργεια των νομίμων. Σε σχέση με το αίτημα της ακύρωσης της σιωπηρής απορρίψεως του αιτήματός τους περί ανακλήσεως των μισθοδοτικών καταστάσεων για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο έτους 2012 έως τον Ιούνιο έτους 2018 και την επανέκδοση αυτών με υπολογισμό των αποδοχών, βάσει των διατάξεων που ίσχυαν προ του (εν τέλει κριθέντος ως αντισυνταγματικού με την απόφαση 431/2018 της Ολομελείας του ΣτΕ) ν. 4093/2012, κρίθηκε ότι: Ως προς τις μισθοδοτικές καταστάσεις της χρονικής περιόδου από 1.1.2017 έως και 22.6.2018 (των οποίων ζητήθηκε η ανάκληση) τούτες εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων του ν. 4472/2017, ο οποίος, κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος ανακλήσεως δεν είχε ακόμη κριθεί αντισυνταγματικός, και όχι βάσει των, κριθεισών ως αντισυνταγματικών, διατάξεων του ν. 4093/2012. Δεν συνέτρεχε, συνεπώς, κατά την ως άνω απόφαση της Ολομελείας (ΣτΕ .../2022), η απαιτούμενη προϋπόθεση της υπάρξεως ταυτότητος διατάξεων, ώστε να θεωρηθεί ότι η Διοίκηση υπείχε υποχρέωση επανεξετάσεως της νομιμότητος της διοικητικής πράξεως της οποίας η ανάκληση ζητήθηκε, και, κατ’ επέκτασιν, να θεωρηθεί ότι, μη πράξασα τούτο, παρέλειψε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Ως προς τις εκδοθείσες προ της 1.1.2017 μισθοδοτικές καταστάσεις, οι προσφεύγοντες, κατά την ως άνω απόφαση, δεν ηδύναντο, κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματός τους (22.6.2018), να επικαλεστούν ενώπιον της Διοικήσεως τη διαγνωσθείσα, με την απόφαση 431/2018, αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 4093/2012 για τη θεμελίωση αξιώσεων αφορωσών σε περικοπείσες, βάσει αυτών, αποδοχές τους ή για τη θεμελίωση αιτημάτων επιστροφής των περικοπεισών αποδοχών. Και τούτο διότι, κατά τα κριθέντα με την απόφαση αυτή με σχετική ρήτρα κατ’ άρθρο 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, οι συνέπειες της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας των ως άνω διατάξεων επέρχονται μετά τη δημοσίευσή της, ήτοι μετά την 26.2.2018, και όχι αναδρομικώς, ώστε να καταστήσουν παράνομες τις εκδοθείσες έως τις 31.12.2016 βάσει των διατάξεων του ν. 4093/2012 μισθοδοτικές καταστάσεις, εφόσον, άλλωστε, οι προσφεύγοντες δεν προέβαλαν ότι είχαν ασκήσει κατ’ αυτών προσφυγή ουσίας ή ότι είχαν διεκδικήσει τις αποδοχές του χρονικού αυτού διαστήματος με ένδικο βοήθημα κατατεθέν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων πριν από τη δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως. Κρίθηκε, συνεπώς, ότι ούτε για τις μισθοδοτικές καταστάσεις της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου συνέτρεχαν και οι δύο προϋποθέσεις που απαιτούνται, με βάση τη νομολογιακώς διαμορφωμένη γενική αρχή των «ομοίων» πράξεων, η οποία θα γεννούσε υποχρέωση της Διοικήσεως να επανεξετάσει τη νομιμότητα ατομικής διοικητικής πράξεως της οποίας ζητείται η ανάκληση. Και τούτο διότι, ναι μεν συνέτρεχε η προϋπόθεση της υπάρξεως ταυτότητος διατάξεων, πλην δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση της υπάρξεως κρίσεως, ανατρέχουσας σε χρόνο προ της 1.1.2017, περί αντιθέσεως των διατάξεων επί των οποίων ερείδεται η διοικητική πράξη της οποίας ζητείται η ανάκληση σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ώστε να θεωρηθεί ότι η Διοίκηση υπείχε υποχρέωση επανεξετάσεως της νομιμότητος της τελευταίας αυτής πράξεως, και κατ’ επέκτασιν, να θεωρηθεί ότι, μη πράξασα τούτο, παρέλειψε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Τούτο ειδικότερα, ενόψει της προαναφερθείσας κρίσεως της αποφάσεως 431/2018 περί περιορισμού των συνεπειών της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητος των διατάξεων αυτών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως και εντεύθεν. Ενόψει αυτών, η προσφυγή, καθ’ ο μέρος στρεφόταν κατά της σιωπηρής απορρίψεως του αιτήματος των προσφευγόντων περί ανακλήσεως των μισθοδοτικών καταστάσεων για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο έτους 2012 έως τον Ιούνιο έτους 2018 και επανεκδόσεως αυτών βάσει των διατάξεων που ίσχυαν προ του ν. 4093/2012, κρίθηκε απορριπτέα ως στρεφόμενη κατά μη εκτελεστής παραλείψεως. Τέλος, με την ως άνω απόφαση ΣτΕ .../2022 Ολομ. κρίθηκε καθ’ ερμηνεία του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, ότι η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 138-140 του ν. 4472/2017, καθ’ ο μέρος θεσπίσθηκε εξ υπαρχής νέο ειδικό μισθολόγιο για τους ιατρούς Ε.Σ.Υ., θα συνεπήγετο υποχρέωση της Διοικήσεως να συμμορφωθεί με αναδρομική καταβολή των αποδοχών που περιεκόπησαν, βάσει των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων, όχι μόνο στους προσφεύγοντες (για το χρονικό διάστημα από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων και εντεύθεν), αλλά και σε ιδιαιτέρως ευρύ κύκλο προσώπων που αφορούσε την πρότυπη δίκη. Ενόψει των δεδομένων τούτων, το Δικαστήριο, κάνοντας χρήση της διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, και κατόπιν σταθμίσεως του δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενου στη μέχρι πρότινος ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, οφειλόμενη στην προηγηθείσα οξυμένη δημοσιονομική κρίση, αλλά και στο γεγονός ότι, ενόψει της προηγηθείσας πανδημίας, ο νομοθέτης αναγκάστηκε να υιοθετήσει έκτακτα μέτρα στηρίξεως της ελληνικής οικονομίας που δεν είχαν ληφθεί στο σύνολό τους υπ’ όψιν κατά την κατάρτιση των προϋπολογισμών των τελευταίων δύο ετών και τα οποία ενδέχετο να επηρεάσουν την ήδη από τα έτη 2018 και 2019 βελτιούμενη δημοσιονομική πορεία της χώρας, όρισε ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων θα επέλθουν μετά τη δημοσίευση της αποφάσεώς του επί της κριθείσας προσφυγής. Τούτο δε, κατ’ εξάντληση του απώτατου χρονικού ορίου περιορισμού του ακυρωτικού αποτελέσματος που επιτρέπει ο νόμος (χρόνος προγενέστερος εκείνου της δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως), πέραν του οποίου τίθεται ζήτημα παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, διότι, ορίζοντας το εν λόγω άρθρο ότι: «Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα», απαγορεύει την σε συμμόρφωση μάλιστα με δικαστική απόφαση εφαρμογή νόμου μετά την κρίση αυτού ως αντίθετου προς το Σύνταγμα. Όρισε δε, εξ άλλου, το δικαστήριο ότι, “οίκοθεν νοείται ότι για τους προσφεύγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα”. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αξιώσεων άλλων ιατρών του Ε.Σ.Υ. που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, αποδοχές τους, ή για τη θεμελίωση αιτημάτων επιστροφής των περικοπεισών αυτών αποδοχών, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της εκδοθησόμενης επί της κρινομένης προσφυγής αποφάσεως. Η θέση αυτή του δικαστηρίου, δεν συγκρούεται ούτε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί της αξιώσεως δικαστικής προστασίας, ούτε με τα άρθρα 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, διότι αφενός μεν η αναδρομικότητα των συνεπειών των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι αυτονόητη και αποκλειστική κάθε άλλης ρυθμίσεως, αφετέρου δε με τον ως άνω τιθέμενο περιορισμό δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των διοικουμένων, εφόσον αυτοί δεν αποστερούνται των δικαιωμάτων τους, τα οποία απλώς περιορίζονται για τους προαναφερόμενους λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος.

7. Επειδή, από το παρατιθέμενο στην προηγούμενη σκέψη περιεχόμενο της αποφάσεως .../2022 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας προκύπτει, ότι η επέλευση των συνεπειών της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας των, σχετικών με τις περικοπές των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., διατάξεων του ν. 4472/2017, προσδιορίσθηκε από το δικαστήριο, κατ’ επίκληση της παραγράφου 3β του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, στο χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση της απόφασης και εφεξής, εξαιρώντας, κατά τούτο, ρητώς τους [εκεί] προσφεύγοντες και “όσους άλλους είχαν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα”, ως προς τους οποίους η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα είχε, κατ’ εξαίρεση, αναδρομικό χαρακτήρα. Όρισε δε το Δικαστήριο ότι, ενόψει των ανωτέρω, δεν θα ηδύνατο να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών “για τη θεμελίωση αξιώσεων άλλων ιατρών του Ε.Σ.Υ.” που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, αποδοχές τους “ή για τη θεμελίωση αιτημάτων επιστροφής” των περικοπεισών αυτών αποδοχών, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της εκδοθείσας επί της κριθείσας προσφυγής αποφάσεως (βλ. σκ. 31). Η εν λόγω ρήτρα της αποφάσεως, εξαγγελθείσα κατ’ εφαρμογή της διατάξεως της παραγράφου 3β του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, είναι δεσμευτική. Ουδόλως δε επηρεάζεται η δεσμευτικότητά της από τις διατάξεις της περιπτώσεως β΄ του άρθρου 51 του ν.δ. 496/1974 “Λογιστικό των ν.π.δ.δ.” (Α΄ 204) ή/και της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 143 του ν. 4270/2014 “Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις” (Α΄ 143), δυνάμει των οποίων δύναται να επιδιωχθεί, επί τη βάσει υποβολής, εκ μέρους των ενδιαφερομένων, σχετικής αιτήσεως ενώπιον της Διοικήσεως, διακοπή της παραγραφής συναφών αξιώσεων, ανεξαρτήτως δε τούτου, η βάσει αυτής ικανοποίηση των εν λόγω αξιώσεων με εξόφληση. Τούτο δε διότι, εν πάση περιπτώσει, μία τέτοια αίτηση ενώπιον της Διοικήσεως δεν συνιστά μέσο έννομης προστασίας ισοδύναμο με ένδικο βοήθημα (ΔΕΕ C-43/75 της 8.4.1976, D. κατά S., σκ. 75, C-262/78 της 17.5.1990 B. κατά Guardian Royal Exchange Assurance Group, σκ. 45, C-24/86 της 2.2.1988, B. κατά Πανεπιστημίου Λιέγης κ.λπ., σκ. 35, C-109/91 της 6.10.1993, T. O. κατά S. B. voor het G. S., σκ. 19) ούτε συνεπάγεται εκκρεμοδικία, κατ’ άρθρο 75 παρ. 1 Κ.Δ.Δ., η οποία σημαίνει αμφισβήτηση, δια της δικαστικής οδού, της συνταγματικότητας των επίδικων διατάξεων προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του αιτούντος (πρβλ. ΕΣ 244/2017 Ολομ.), αναλαμβάνοντας τις αντίστοιχες άμεσες και έμμεσες δικαστικές δαπάνες (ΕΔΔΑ απόφαση της 12.2.2019, Κ. Φραντζεσκάκη κατά Ελλάδας, σκ. 40, 42). Εάν, συνεπώς, το δικαστήριο, χρησιμοποιώντας τη ρήτρα της παραγράφου 3β του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, συμπεριλαμβάνει στον περιορισμό της αναδρομικότητας των συνεπειών της αντισυνταγματικότητας των ως άνω κρίσιμων διατάξεων και όσους ασκήσουν ένδικα βοηθήματα μετά τη δημοσίευση της οικείας αποφάσεως της Ολομελείας, εγγενώς περιορίζει και όσους τυχόν έχουν υποβάλει πριν τη δημοσίευση της αποφάσεως αίτηση ενώπιον της διοικήσεως για τη θεμελίωση σχετικών αξιώσεων, η οποία, άλλωστε, δεν αποτελεί προπαρασκευαστική ενέργεια για την προσφυγή στα δικαστήρια. Η θέση αυτή του δικαστηρίου, εξ άλλου, προκύπτει και από τη σκέψη 29 της ίδιας ως άνω αποφάσεως ΣτΕ .../2022 Ολομ.. Ειδικότερα, το δικαστήριο, αναγόμενο στη διεκδίκηση τμήματος των απαιτήσεων των [εκεί] προσφευγόντων ιατρών που αφορούσαν χρονικό διάστημα προγενέστερο της δημοσιεύσεως της, περιέχουσας όμοια περιοριστική της αναδρομικότητας της αντισυνταγματικότητας ρήτρα, αποφάσεως ΣτΕ 431/ 2018 της Ολομελείας, χρησιμοποιεί ως κριτήριο για την κρίση του την προηγούμενη άσκηση ή μη εκ μέρους των προσφευγόντων ενδίκου μέσου, ορίζοντας ότι οι συνέπειες της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας των οικείων διατάξεων επέρχονται μετά τη δημοσίευση της εν λόγω δικαστικής απόφασης, και όχι αναδρομικώς, “εφόσον, άλλωστε, οι προσφεύγοντες δεν προβάλλουν ότι είχαν ασκήσει κατ’ αυτών προσφυγή ουσίας ή ότι είχαν διεκδικήσει τις αποδοχές του χρονικού αυτού διαστήματος με ένδικο βοήθημα κατατεθέν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων πριν από τη δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως”. Σε αντίθεση, συνεπώς, με τα προβαλλόμενα, οι εκκαλούντες ιατροί του Ε.Σ.Υ., οι οποίοι είχαν απλώς υποβάλει πριν τη δημοσίευση της ανωτέρω .../2022 απόφασης της Ολομελείας του ΣτΕ (28.6.2022) αίτηση ενώπιον της εφεσίβλητης Δ.Υ.ΠΕ., ζητώντας την καταβολή εκ μέρους της τελευταίας των περικοπεισών, δυνάμει των ως άνω αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 4472/2017 καθώς και αυτών του ν. 4093/2012, αποδοχών τους, αναγομένων κυρίως στο χρονικό διάστημα πριν τη δημοσίευση της αποφάσεως της Ολομελείας (1.1.2020 έως 30.9.2022), ταυτοχρόνως δε τη διακοπή της παραγραφής των σχετικών απαιτήσεών τους, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 51 περ. β΄ του ν.δ. 496/1974, δεν συμπεριλαμβάνονται σε εκείνους οι οποίοι κατά την παράγραφο 3β του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989 εξαιρούνται από τον περιορισμό της μη αναδρομικότητας, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά τη γνώμη όμως του Συμβούλου Β. Αραβαντινού, στο άρθρο 50 παρ. 3β και 3δ του π.δ. 18/1989 (όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 4274/2014, Α΄ 147) ορίζεται ότι σε περίπτωση ακυρώσεως διοικητικής πράξεως, το Συμβούλιο της Επικρατείας, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά τον χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης και ότι αυτή η κρίση δεν δύναται να θίγει αποζημιωτικές αξιώσεις. Αυτό με την πάροδο του χρόνου έχει κριθεί ότι δύναται να ισχύσει αναλογικώς/διασταλτικώς και επί αγωγών και άλλων διαφορών ουσίας, που άγονται προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας μέσω του δικονομικού θεσμού της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος (πρότυπης δίκης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, Α΄ 213, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 του ν. 5119/2024, Α΄ 103). Με βάση τη νομολογία αυτή, σε περιπτώσεις πιλοτικών δικών, με τις οποίες έχει αναγνωρισθεί η αντισυνταγματικότητα νομοθετικών ρυθμίσεων περικοπών αποδοχών, το Δικαστήριο ορίζει κατά την κρίση του ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων κάθε φορά διατάξεων θα επέλθουν μετά τη δημοσίευση της αποφάσεώς του κυρίως για λόγους δημοσιονομικής σταθερότητος. Τούτο δε, κατ’ εξάντληση του απώτατου χρονικού ορίου περιορισμού του ακυρωτικού αποτελέσματος που επιτρέπει ο νόμος (χρόνος προγενέστερος εκείνου της δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως), πέραν του οποίου τίθεται ζήτημα παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος που καθιερώνει τον διάχυτο και παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητος των τυπικών νόμων. Ο δε έλεγχος αυτός για λόγους ασφαλείας του δικαίου υπόκειται στην ασφαλιστική δικλείδα του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με τον οποίο όταν (και εάν) μία υπόθεση αχθεί ενώπιον Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αντισυνταγματικότητα πρέπει να κριθεί με απόφαση της Ολομελείας του. Σύμφωνα με το ίδιο αυτό άρθρο εξαιρούνται από τον περιορισμό της αναδρομικότητας των συνεπειών της αντισυνταγματικότητας, οι ενάγοντες και όσοι άλλοι έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως για τους οποίους η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα. Εις τα εν λόγω ένδικα βοηθήματα προφανώς υπάγεται η κατ’ άρθρο 51 του ν.δ. 496/1974 (Α΄ 204) αίτηση περί διακοπής της παραγραφής η οποία εντάσσεται στη διαδικασία παροχής εννόμου προστασίας κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και εξυπηρετεί, εκτός από το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του διοικουμένου, αφού του εξασφαλίζει χρόνο για να ασκήσει με περίσκεψη και χωρίς πίεση αποσβεστικών προθεσμιών το δικαίωμά του, αλλά και την ευχέρεια στη Διοίκηση να λάβει γνώση των ενδεχομένως παρανόμων πράξεών της και να ενεργήσει ανάλογα. Χαρακτηριστικόν δε είναι ότι με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου προβλέπεται ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως και ότι για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την «ταυτότητα» της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια δημόσια όργανα να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 576/2023, 399/2021, 796/2018, 1643/2017, 1938/2008). Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι συνταγματικά ανεκτή η κατ’ επίκληση αναλογικής εφαρμογής διατάξεων τυπικού νόμου, που αναφέρονται καταρχήν σε ακυρωτικό αποτέλεσμα αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, χρονική μετατόπιση της ενάρξεως ισχύος της κρίσεως περί αντισυνταγματικότητος σε πρότυπη δίκη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 επί αγωγής αποζημιώσεως, ούτως ώστε να αποβαίνει εις βάρος διοικουμένων που είχαν προηγουμένως καλοπροαίρετα ασκήσει το κατ’ άρθρο 51 του ν.δ. 496/1974 (Α΄ 204) δικαίωμά τους σε δικαστική προστασία. Και επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, ο σχετικός λόγος εφέσεως θα έδει να γίνει δεκτός και να εξαφανιστεί η περί του αντιθέτου κρίση του Διοικητικού Πρωτοδικείου.

8. Επειδή, περαιτέρω, το ένδικο ερώτημα παρίσταται αλυσιτελές αναφορικά με τις αιτούμενες αποδοχές των εκκαλούντων οι οποίες ανάγονται στο, μεταγενέστερο της δημοσιεύσεως της ανωτέρω αποφάσεως ΣτΕ Ολομ. .../2022, διάστημα από 28.6.2022 έως 30.9.2022, δεδομένου ότι οι εν λόγω αξιώσεις δεν καταλαμβάνονται από τον περιορισμό της αναδρομικότητας της διαγνωσθείσας με αυτήν αντισυνταγματικότητας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ανάγονται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ΣτΕ .../2022 Ολομ. (28.6.2022). Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι, μετά τη δημοσίευση της ως άνω .../2022 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και σε συμμόρφωση προς τη δικαστική αυτή απόφαση (κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού νόμου), δημοσιεύθηκε ο ν. 4999/2022, με το κεφάλαιο Α΄ του μέρους ΙΔ΄ του οποίου θεσπίσθηκαν νέες μισθολογικές ρυθμίσεις για τους ιατρούς και οδοντιάτρους του Ε.Σ.Υ., καταργήθηκαν δε αναδρομικά οι διατάξεις του ν. 4472/2017.

9. Επειδή, ομοίως, το ένδικο ερώτημα παρίσταται αλυσιτελές αναφορικά με τη 14η εκκαλούσα, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, υπέβαλε αίτηση ενώπιον της Διοικήσεως στις 30.12.2022 (αρ. πρωτ. 6321), ήτοι μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω κρίσιμης αποφάσεως ΣτΕ .../2022 της Ολομελείας (28.6.2022) και, ως εκ τούτου, δεν συμπεριλαμβάνεται στην κατηγορία των εκκαλούντων, οι οποίοι, έχοντας υποβάλει αίτηση πριν τη δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως, διεκδικούν, εν προκειμένω, να εξομοιωθούν με τους ασκήσαντες ένδικα βοηθήματα κατά το ανωτέρω κρίσιμο χρονικό διάστημα.
10. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, ότι ρήτρα, όπως εκείνη της .../2022 απόφασης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εξαιρεί από τη μη αναδρομικότητα των συνεπειών της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας όσους “έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα” έως τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνει, κατά την έννοιά της, και όσους, όπως εν προκειμένω, είχαν υποβάλει έως τον χρόνο δημοσιεύσεως της απόφασης αυτής αίτηση ενώπιον της Διοικήσεως για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεών τους.

11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, ότι μετά την επίλυση του ζητήματος το οποίο ετέθη παραδεκτώς με το ως άνω προδικαστικό ερώτημα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Μονομελές Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. στ΄ του ν. 3900/2010, όπως, εν προκειμένω, ισχύει).


Δ ι ά τ α ύ τ α

Επιλύει το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα κατά το σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2025 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 2026.


Ο Πρόεδρος

Μιχαήλ Πικραμένος

 

Η Γραμματέας

Σταυρούλα Χάρου