ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 13° - ΕΝΟΧΙΚΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1646/2025

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Γεωργία Βρεττού, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και την Γραμματέα Κυριακή Σωτηράκου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουάριου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των εκκαλοόντων: 1) …., κατοίκου …., οδ. …. αρ. 3, με ΑΦΜ … και 2) …. ..., με ΑΦΜ …, κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αναστασόπουλο του Χρήστου (Α.Μ. Δ.Σ. Αθηνών ….) με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατοίκου Αθηνών, οδ. …., της ΔΕ «Δ. Αναστασόπουλος-Α.Αφράτη και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρία με AM …., που εδρεύει ομοίως, η οποία κατέθεσε το υπ' αριθμ. Π …./2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Των εφεσιβλήτων : 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «... BANK», που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδ. …., με ΑΦΜ …. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... ….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδ. …. αρ. 25-29 με ΑΦΜ … ΔΟ.Υ ΦΑΕ Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης της εταιρίας με την επωνυμία «... ….» (…. Αθήνα), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια του Λεωνίδα (Α.Μ. Δ.Σ. ….) με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατοίκου Αθηνών, οδ. …., της ΔΕ «...και Συνεταίροι Δικηγορική Εταιρία» με AM …., η οποία κατέθεσε το υπ' αριθμ. Π …./2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 21-6-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../.../21-6-2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτή. Το παραπάνω Δικαστήριο αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εξέδωσε την υπ7 αριθμόν 12674/2020 απόφασή του με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι ενάγοντες με την από 5-9-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου .../…./6-9-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών .../.../6-9-2022 έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό 29 και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης παραστάθηκαν στο Δικαστήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

I) Η υπό κρίση από 5-9-2022 και με αριθμό κατάθεσης .../.../6-9-2022 έφεση των εναγόντων ήδη εκκαλούντων έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός δηλαδή της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (11-9-2020) και προ πάσης επίδοσης αυτής, καθόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα ότι έγινε επίδοση της εκκαλουμένης (αρθρ. 495 επ., 511, 513, 516, 517, 518 παρ.2, όπως αντικ. από το αρθρ. 1 αρθρ. τρίτο του N 4335/2015 και 520 του ΚΠολΔ), αρμόδια δε φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ όπως αντικ. από το άρθρ. 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011) και έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το παραδεκτό της συζήτησης παράβολο των εκατό (100) ευρώ κατ' άρθρο 495 παρ. 3 Αβ ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ A' 240/22.12.2016) (βλ. e-παράβολο με αριθμό …. και τη συνοδεύουσα αυτό απόδειξη πληρωμής, καθώς και το υπ' αριθμ. Π ….20222 γραμμάτιο προείσπραξης του ΔΣΑθηνών, που προσαρτώνται στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (αρθρ. 532 του ίδιου κώδικα) και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια τακτική διαδικασία. Σημειώνεται ότι στη θέση της πρώτης εφεσίβλητης υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον δτ «... BANK» που εδρεύει την Αθήνα επί της οδ. …. με ΑΦΜ ….- Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, κατόπιν διάσπασης της πρώτης εφεσίβλητης με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα ως άνω τραπεζική εταιρία που συνεχίζει τη δίκη ( αρθρ. 16 N. 2515/1997, αρθρ. 57 παρ. 3 και 59-74 του N. 4601/2019)

II) ι) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι : 1) η ανθρώπινη συμπεριφορά, 2) ο παράνομος χαρακτήρας αυτής, 3) η υπαιτιότητα, 4) η επέλευση ζημίας και 5) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Για την έννοια του παρανόμου δεν είναι αναγκαίο η ανθρώπινη συμπεριφορά να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα, αλλά αρκεί ότι αυτή αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και τους σκοπούς του. Ειδικότερα, το στοιχείο του παρανόμου θεμελιώνεται και σε περίπτωση αντίθεσης της πράξης στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης / ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας, αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας. Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα (ΑΠ 524/2024, ΑΠ 16/2024 δημ ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 858/2023, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1182/2021 δημ στην ιστοσελίδα Αρείου Πάγου), ιι) Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπο του, κατά τη διενέργεια, υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο, εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σε αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σε αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1230/2021). Είναι δε αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψη του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (АП ΑΠ 524/2024 οπ, ΑΠ 858/2023 οπ, ΑΠ 1/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 780/2019 δημ στην ιστοσελίδα Αρείου Πάγου) . ιιι) Περαιτέρω το ομόλογο είναι χρεόγραφο που εκδίδεται από μια κυβέρνηση ή μια επιχείρηση η οποία επιθυμεί να δανειστεί κεφάλαια για διάρκεια μεγαλύτερη του ενός έτους. Ο εκδότης πουλάει στην αγορά ομολόγων τίτλους, οι οποίοι υπόσχονται στον κάτοχό τους μία πληρωμή της ονομαστικής αξίας που αναγράφονται σε αυτούς τη χρονική στιγμή της λήξης τους, καθώς και μία σειρά πληρωμών, περιοδικά πριν τη λήξη, με τη μορφή τοκομεριδίων ή κουπονιών (συνήθως σε ποσοστό επί τοις εκατό της ονομαστικής αξίας). Ο εκδότης σε αντάλλαγμα παίρνει κατά την ημέρα αγοράς του ομολόγου ένα ποσό, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών του δραστηριοτήτων. Το ομόλογο δεν είναι απαραίτητα προσωπικό και ο κάτοχός του μπορεί να το μεταπωλήσει σε άλλους αν το επιθυμεί. Αυτό γίνεται σε μια οργανωμένη αγορά, την αγορά ομολόγων, που μπορεί να είναι είτε η πρωτογενής αγορά, είτε η δευτερογενής. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές ομολόγων, όπως αυτά που δεν πληρώνουν κουπόνια, αυτά που πληρώνουν κουπόνια, τα οποία είναι σταθερά ή μεταβαλλόμενα και ενδεχόμενα συνδεδεμένα με κάποιο δείκτη επιτοκίων ή τον πληθωρισμό, ομόλογα ot πληρωμές των οποίων (ονομαστική αξία και κουπόνια αν υπάρχουν) είναι συνδεδεμένες με κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο, το οποίο και τις υποστηρίζει και ομόλογα χωρίς λήξη - διηνεκή. Τα ομόλογα είναι τίτλοι που ενέχουν κίνδυνο, όπως ο κίνδυνος επιτοκίου, ο κίνδυνος επανεπένδυσης, ο πιστωτικός κίνδυνος (ο εκδότης του να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά στην πληρωμή των κουπονιών ή/και της ονομαστικής αξίας στη λήξη), ο κίνδυνος πληθωρισμού και ο κίνδυνος ρευστότητας. Ο επενδυτής με την αγορά ομολόγων προσδοκά να επωφεληθεί από την είσπραξη τόκων ή και από μια πιθανή άνοδο της τιμής του ομολόγου στη δευτερογενή αγορά. Τα ομόλογα, που εκδίδονται από εταιρίες, καλούνται εταιρικά και ανάλογα με το είδος του επιτοκίου (τοκομερίδιο), που πληρώνουν, διακρίνονται σε σταθερού (fixed-rate) και κυμαινόμενου (floating-rate) επιτοκίου. Στα ομόλογα κυμαινόμενου επιτοκίου η πληρωμή τού τόκου κάθε περιόδου αναπροσαρμόζεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα με βάση το επιτόκιο αναφοράς (π.χ. Euribor ή libor). Το επιτόκιο αναφοράς, καθώς και το τυχόν περιθώριο (spread), το οποίο προστίθεται ή αφαιρείται από το επιτόκιο αναφοράς, ορίζονται κατά την έκδοση του ομολόγου. Ο τόκος που λαμβάνει ο επενδυτής σε κάθε περίοδο εξαρτάται από τις διακυμάνσεις του επιτοκίου αναφοράς. Αν ο δείκτης μειωθεί την ημερομηνία αναπροσαρμογής του επιτοκίου, μειώνεται και το επιτόκιο και το αντίστροφο. Ομόλογα με δικαίωμα ανάκλησης από τον εκδότη είναι τα ομόλογα, στους όρους έκδοσης των οποίων ορίζεται ότι, ο εκδότης έχει δικαίωμα να τα ανακαλέσει σε συγκεκριμένες μελλοντικές ημερομηνίες, δηλαδή να τα αποπληρώσει πριν την προκαθορισμένη λήξη τους. Για παράδειγμα, εάν τα επιτόκια της αγοράς μειωθούν σημαντικά σε σχέση με το επιτόκιο των ομολόγων, τότε ο εκδότης μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πρόωρης εξαγοράς των ομολόγων από τους επενδυτές στην τιμή και την ημερομηνία, που έχουν καθορισθεί κατά την έκδοσή τους. Τα ομόλογα διακρίνονται επίσης σε υψηλής εξασφάλισης (senior dept instruments) και χαμηλής εξασφάλισης (subordinated dept instruments), ανάλογα με την προτεραιότητα κάλυψης των κατόχων τους σε περίπτωση εκκαθάρισης της εκδότριας εταιρίας. Η πιστοληπτική δε διαβάθμιση των ομολόγων αφορά την κατάταξή τους με βάση τον πιστωτικό κίνδυνο, που αυτά εμπεριέχουν και ο οποίος απορρέει κυρίως από τον εκδότη τους. Εξωτερικοί Οργανισμοί Πιστοληπτικής Αξιολόγησης (Ε.Ο.Π.Α.) εκτιμούν τον πιστωτικό κίνδυνο των εκδοτών των ομολόγων. Αναλυτικότερα, οι Ε.Ο.Π.Α. συγκεντρώνουν και διασταυρώνουν πληροφορίες από πολλές πηγές, που αφορούν τον εκδότη των χρεογράφων, την αγορά στην οποία αναπτύσσει τη δραστηριότητα του, τη γενική οικονομική του κατάσταση, τη φύση των χρεογράφων και γενικότερα την ικανότητα του εκδότη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του απέναντι στον κάτοχο του ομολόγου (ΕφΑθ 1083/2023 δημ ΤΝΠ Νόμος, ΤρΕφΘεσ 2428/2018 Αρμ. 2018, σελ. 1675, Οδηγός για επενδυτές -έκδοση 1.0-Μάρτιος 2014 από ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ -ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ-προσκομιζόμενος). iv) Εξάλλου, οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 N. 2251/1994, που μεταξύ άλλων ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 пαρ. 3 Ν.2251/1994. Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" -και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" -και του ιδιώτη επενδυτή-, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα την σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής (AΠ 1406/2021, ΑΠ 1182/2021 οπ). Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται ιδίως στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4 α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσόμενων (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 947/2018, ΑΠ 865/2017 δημ ΤΝΠ Νόμος). Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του "προμηθευτή" συνίσταται κυρίως σε αποζημίωση του 1 καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Το άρθρο, δε, 8 του ίδιου νόμου ορίζει ότι ο παρέχω ν υπηρεσίες ευθύνεται για τη ζημία που προκάλεσε, αν διέπραξε πταίσμα. Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας. Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα, στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή ευλογών συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη. Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017). ν) Περαιτέρω, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ В/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1.11.2007, με το άρθρο 85 του ν.3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: «Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς». [...] Τρίτη αρχή: «Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές». Τέταρτη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς». [...] Έβδομη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς». Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης των επιδίκων συμβάσεων, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα, κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6. ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6. 1 ΚΔΕ11ΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6. 2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντας επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις, ιδιαίτερα, επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή, τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς ν.3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό, νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1738/2013). νί)Τέλος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ μπορεί να συναφθεί, έστω και σιωπηρώς, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών μεταξύ της διαμεσολαβούσας τράπεζας και του πελάτη της, στοιχεία δε που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών είναι πρώτον, ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει γι' αυτόν τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για την επένδυση των κεφαλαίων του. Δεύτερο στοιχείο είναι ότι επειδή ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις εμπιστεύεται και αναμένει μια υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική τους ενασχόληση. Οι ως άνω επιχειρήσεις έχουν και ίδιο άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους. Από τη συναλλακτική σχέση που δημιουργείται μεταξύ τράπεζας και του πελάτη της προκύπτουν τόσο γενικής όσον και ειδικής φύσης υποχρεώσεις διότι α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω δε της θέσης αυτής, μπορεί να προκόψει υποχρέωσή της να καταστήσει τον πελάτη της κοινωνό ορισμένων πληροφοριών ή να του παρέχει συμβουλές, β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτης της, γ) οι σχέσεις τράπεζας και πελάτη έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η πρώτη γνωρίζει πολλά προσωπικά και ενδεχομένως απόρρητα στοιχεία του δεύτερου, δ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας, διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία, κάτι που τους επιβάλλει την υποχρέωση ομαλής και καλόπιστης συνεργασίας τους με τους πελάτες τους και ε) η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της, πράγμα που δικαιολογεί τη δημιουργία αυξημένης υποχρέωσης προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση και τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, καθώς και σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τους, Έτσι, η τράπεζα έχει υποχρέωση να μην επιδιώκει μονομερώς την ικανοποίηση των ατομικών της συμφερόντων, καθώς και ότι η παροχή της πρέπει να τελεί σε σχέση αναλογίας με την αιτούμενη από τον πελάτη της αντιπαροχή, υποχρεούται δε να παρέχει συμβουλές ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες και το επίπεδο γνώσεων του πελάτη της, ιδίως όταν είναι πρόδηλο ότι ο συγκεκριμένος πελάτης της δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους από την επιδιωκόμενη συναλλαγή ή όταν η τράπεζα γνωρίζει ορισμένα γεγονότα που αν τα γνώριζε ο πελάτης της, πιθανότατα δεν θα προέβαινε στη σύναψή της. Το ίδιο δε συμβαίνει και για την παροχή επενδυτικών συμβουλών (ΑΠ 524/2024 οπ).

III) Στην από 21-6-2017 και με αριθμ. καταθ. .../.../21-6-2017 αγωγή τους οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι ο πρώτος, ηλικίας 51 ετών, είναι οδοντοτεχνίτης και η δεύτερη, ηλικίας 44, είναι εκπαιδευτικός. 'Οπ θέλοντας να τοποθετήσουν τις οικονομίες τους εξασφαλίζοντας και απόδοση μεγαλύτερη από τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων, κατόπιν σύστασης από τρίτο πρόσωπο απευθύνθηκαν, περί τις αρχές του έτους 2007 στο υποκατάστημα των εναγομένων στα ..., όπου συνάντησαν τον προστηθέντα υπάλληλό τους, ... ..., αρμόδιο για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στο κοινό. Όπ έλαβαν πληροφορίες για την τοποθέτηση του κεφαλαίου τους και αποχώρησαν χωρίς να δώσουν εντολή. Ότι έκτοτε οι εναγόμενες, δια του υπαλλήλου τους, τους οχλούσαν για να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σε αυτές. Ότι σε μία από τις συνομιλίες τους ο υπάλληλος των εναγομένων τους παρουσίασε ως μεγάλη ευκαιρία την τοποθέτηση των χρημάτων τους οε τραπεζικά ομόλογα με ετήσια απόδοση 4,35 %, τοποθέτηση που έπρεπε να γίνει άμεσα. Όπ σε νέα συνάντηση στο υποκατάστημα των εναγομένων στα ..., υπέγραψαν με τον ... ... ένα ερωτηματολόγιο που επισυνάπτεται στην αγωγή ως ΠΑΠΑΡΤΗΜΑ Γ, σύμφωνα με το οποίο το προφίλ τους ως επενδυτών περιγράφεται ως συντηρητικό και ακολούθως την υπ'αριθμ .../7-2-2007 «Βασική Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών», την από 7-2-2007 πρόσθετη πράξη, το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ, το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε, χωρίς να αναγνώσουν τα έγγραφα που υπέγραψαν, λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση των υπαλλήλων των εναγομένων όπ περιέχουν στερεότυπους όρους και όπ υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη των απαιτήσεων του επενδυτή κατά των εταιριών στην ... Ασφαλιστική κατά τα αναφερόμενα στην παρ. 14.4 της σύμβασης. Οτι στην πραγματικότητα οι εναγόμενες ήταν εκείνες που τους παρείχαν συμβουλές σχετικά με την τοποθέτηση των χρημάτων τους, καταρτισθείσας έτσι σιωπηρώς σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Ότι πεισθέντες ότι δεν διέτρεχαν κίνδυνο μέσω της τοποθέτησης των χρημάτων τους με τον τρόπο που τους υπέδειξαν οι εναγόμενες δια των υπαλλήλων τους στις 12-2-2007, αγόρασαν ομόλογο εκδόσεως της «….», με κωδικό αριθμό ISIN : ..., ονομαστικής αξίας 123.000 €, με τιμή αγοράς υπέρ το άρτιο 100.50 και ποσό διακανονισμού 124. 764,15 €, δεκαετούς διάρκειας (λήξεως 26-5-2016), το οποίο τους διαβεβαίωσαν ότι μπορούσαν να ρευστοποιήσουν στην πενταετία στην ονομαστική του αξία, παρά τη δεκαετή διάρκεια, καθώς και ότι η επένδυση ήταν εγγυημένη από την ίδια την τράπεζα και ασφαλισμένη στην ασφαλιστική της εταιρία. Ότι εκ των υστέρων διαπίστωσαν ότι το εν λόγω ομόλογο, στην αγορά του οποίου προέβησαν καθ' υπόδειξη και προτροπή των υπαλλήλων της εναγομένης, αποτελούσε εξ υπαρχής, ήδη κατά την αγορά του, μία ριψοκίνδυνη και αβέβαιη επένδυση που δεν είχε σχέση με το προφίλ τους και τους στόχους τους, οι ίδιοι δεν κατανοούσαν τους όρους και τα ειδικά χαρακτηριστικά του, ούτε ενημερώθηκαν από τους υπαλλήλους της εναγομένης τράπεζας ότι δεν προστατεύονται σε περίπτωση πτώχευσης ή αφερεγγυότητας της εκδότριας τράπεζας. Ότι οι εναγόμενες τους απέκρυψαν ότι τοποθετήθηκαν σε ομόλογα δεκαετούς διάρκειας η τιμή των οποίων θα υφίστατο συνεχείς διακυμάνσεις και ότι το επιτόκιο με το οποίο τα ομόλογα εκτοκίζονταν ήταν κυμαινόμενο και όχι σταθερό όπως τους είχαν διαβεβαιώσει. Ότι εξαιτίας των ψευδών παραστάσεων των υπαλλήλων της εναγομένης, περί της ασφάλειας του ομολόγου, πείσθηκαν και προέβησαν στην αγορά του. Ότι δεν τους επέστρεψαν το κεφάλαιο στη λήξη της πενταετίας και ότι τους παραπλανούσαν λέγοντας ότι δεν τους συνέφερε η ρευστοποίηση πριν τη λήξη του. Ότι στη συνέχεια στις 17-5-2012 έλαβαν επιστολή από την πρώτη εναγομένη, σύμφωνα με τη οποία η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα τους προσκαλούσε, ως κατόχους του ανωτέρω ομολόγου, στην εξαγορά αυτού στο 55% της ονομαστικής του αξίας, πρόταση που οι ίδιοι απέρριψαν. Ότι λόγω της οριστικής πτώχευσης της κυπριακής τράπεζας το 2013 απώλεσαν το κεφάλαιό τους. Ότι η ζημία τους οφείλεται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίες δια των οργάνων τους-υπαλλήλων τους τους διαβεβαίωσαν ότι το εν λόγω επενδυτικό προϊόν ήταν ασφαλές με εγγυημένη προστασία του κεφαλαίου του, οι οποίες επιπροσθέτως στα πλαίσια σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών -συμβουλών, που συνήφθη μεταξύ τους, ουδόλως τους ενημέρωσαν και καθοδήγησαν και παρότι γνώριζαν το συντηρητικό τους επενδυτικό προφίλ, παρέλειψαν να τους παράσχουν επενδυτικές συμβουλές προσαρμοσμένες σε αυτό, και επιπλέον παρέλειψαν να τους ενημερώσουν για τα χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου, υποχρέωση που απορρέει από τον Κώδικα Δεοντολογίας των EΠΕΥ, τις αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Ότι, τέλος, η ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων ως παρέχουσες υπηρεσίες, υπό την έννοια του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή συνιστά και παραβίαση του άρθρου 8 του ν. 2251/1994. Οτι από την περιγραφόμενη συμπεριφορά των εναγομένων υπέστησαν ζημία εκ ποσού 123.615 €, καθώς και ηθική βλάβη λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας και στενοχώριας που υπέστησαν από την απώλεια ενός σημαντικού μέρους των αποταμιεύσεων τους. Κατόπιν τούτων ζητούσαν, όπως παραδεκτά παραιτήθηκαν του δικογράφου της από 4-11-2013 και με αριθμ. καταθ. .../.../2013 αγωγής τους, ώστε αυτή να θεωρείται ότι ουδέποτε ασκήθηκε (294, 295 ΚΠολΔ) και όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της αγωγής στο σύνολό του σε αναγνωριστικό και το επιμέρους αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης από το ποσό των 100.000 στο ποσό των 40.000 € (223 ΚΙ ΙολΔ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλλουν εις ολόκληρον εκάστη, άλλως διαιρετώς, α) στον πρώτο των εναγόμενων το ποσό των 61.807,50 €, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό του κεφαλαίου που απώλεσε (=123.615 € δια 2) και το ποσό των 20.000 € ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και β) στη δεύτερη των εναγομένων το ποσό των 61.807,50 €, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό του κεφαλαίου που απώλεσε (=123.615 € δια 2) και το ποσό των 20.000 € ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της με αριθμ. καταθ. .../.../2013 αγωγής, ήτοι από 8-11-2013, άλλως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και τέλος να καταδικαστούν οι εναγόμενες στα δικαστικά τους έξοδα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του (12674/2020), έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρων 71, 281, 288, 297, 298, 299,330, 334,340,345, 346,361, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, αρ.2 και 7 ν. 2396/1996, ως ισχύει και μετά την κατάργησή του από τον ν. 3606/2007 σε πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νεότερου νόμου την 1-11-2007 (αρθρ. 71 και 85 N. 3606/2007), αρθρ. 8,9γ-9ε N. 2251/1994 και αρθρ. 70,176 ΚΠολΔ και στη συνέχεια απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη και καταδίκασε τους ενάγοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων εκ ποσού 3.300 €. Σημειωτέον ότι το νόμιμο της αγωγής πρέπει να συμπληρωθεί με τις διατάξεις των άρθρων 481 και 713 επ ΑΚ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με την υπό κρίση ως άνω έφεση οι εκκαλούντες (ενάγοντες), για τους περιεχόμενους σ' αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να γίνει δεκτή η από 21-6-2017 και με αριθμ. καταθ. .../.../21-6-2017 αγωγή τους στο σύνολό της.

IV) Από την επανεκτίμηση της υπ' αριθμ. …. ένορκης βεβαίωσης του ... ..., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων, που λήφθηκε νομότυπα, με επιμέλεια των εναγόντων, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων κατ' άρθρ 421, 422ΚΠολΔ (βλ. υπ' αριθμ. …. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ….), την υπ' αριθμ. …. ένορκη βεβαίωση του …. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, …., που λήφθηκε νομότυπα, με επιμέλεια των εναγομένων, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων κατ' άρθρο 421, 422 ΚΠολΔ, (βλ. υπ' αριθμ. …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ….) και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή τεκμηρίων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση ακολούθως, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020 δημ. ΤΝΠ Νόμος), αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες τυγχάνουν σύζυγοι, ο μεν πρώτος εργάζεται ως οδοντοτεχνίτης, η δε δεύτερη είναι εκπαιδευτικός. Έχοντας συγκεντρώσει το ποσό των 125.000 € από την εργασία τους και την εκποίηση ενός ακινήτου και επιθυμώντας να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σε μία επένδυση με υψηλότερη απόδοση από εκείνη της προθεσμιακής κατάθεσης, αλλά εξίσου ασφαλή, απευθύνθηκαν, μετά από παρότρυνση του ... ..., ξαδέρφου του πρώτου των εναγόντων (βλ. ένορκη βεβαίωση αυτού) στο τμήμα ιδιωτικής τραπεζικής («Private Banking») της πρώτης εναγομένης στα ..., υπηρεσία, η οποία παρεχόταν σε πελάτες με υψηλά χρηματικά διαθέσιμα, όπως οι ενάγοντες, προκειμένου να έχουν εξατομικευμένη εξυπηρέτηση και να ενημερώνονται για προσφερόμενες επενδυτικές δυνατότητες σε διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Προϊστάμενος του εν λόγω τμήματος ήταν ο ... .... Εκεί ενημερώθηκαν από τον τελευταίο για τα είδη συμβάσεων που παρείχε η τράπεζα χωρίς να προχωρήσουν σε άλλη πράξη. Εν συνεχεία ο ανωτέρω σε τηλεφωνικές επικοινωνίες τους ενημέρωσε για τη δυνατότητα επωφελέστερης τοποθέτησης των χρημάτων τους σε ομολογιακά προϊόντα. Οι εκκαλούντες -ενάγοντες, πεισθέντες από τις διαβεβαιώσεις του υπαλλήλου των εναγομένων -εφεσίβλητων εταιριών, ότι με την επένδυσή τους στο επίδικα ομόλογα το κεφάλαιό τους θα ήταν εξασφαλισμένο και εγγυημένο, υπέγραψαν, ως επενδυτές, την υπ'αριθμ. Ρ .../7-2-2007 βασική «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» με την πρώτη εναγομένη και την εταιρεία με την επωνυμία «... …», η οποία συγχωνεύτηκε με απορρόφησή της από τη δεύτερη εναγομένη, αποκαλούμενες μαζί «... Private Bank». Δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης με το προδιατυπωμένο περιεχόμενό της, η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με τα παραρτήματα της, ήτοι την με ίδια ημερομηνία πρόσθετη πράξη συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών- λήψη και διαβίβαση εντολών, το Παράρτημα Δ με τίτλο «Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής», το Παράρτημα Ε με τίτλο «Παραδοχές Αποτίμησης», τα έγγραφα με τίτλο «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΗ ΦΥΣΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ» στα οποία περιλαμβάνονται τα προσωπικά στοιχεία των επενδυτών και δηλώθηκε η διεύθυνση αλληλογραφίας αυτών και έγγραφο με τίτλο «ΑΝΈΚΚΛΗΤΗ ΕΝΤΟΛΗ-ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ", με την οποία οι ενάγοντες παρείχαν εξουσιοδότηση προς τις εναγόμενες, μεταξύ άλλων και για χορήγηση εντολών για χρέωση και πίστωση του λογαριασμού που ανοίχτηκε επ' ονόματι των επενδυτών, καταθέτοντας κατ αναλαμβάνοντας τα αντίστοιχα ποσά, καθώς και για τη διενέργεια κάθε απαραίτητης ενέργειας για την παροχή προς τους επενδυτές υπηρεσιών σε εκτέλεση των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ αυτών και των εναγομένων εταιριών, καθώς και το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ που ακολούθως θα αναφερθεί, οι εναγόμενες ανέλαβαν, έναντι αμοιβής, την υποχρέωση να καταρτίζουν συναλλαγές επί του χαρτοφυλακίου των επενδυτών - εναγόντων, σύμφωνα με τις εκάστοτε εντολές που θα λάμβαναν από τους τελευταίους, για αόριστο χρόνο, επί χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 α(Ι) του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996 (όροι 2 και 4). Ως εντολή θεωρούνταν κάθε είδους εντολή ή παραγγελία των εναγόντων προς τις ως άνω εταιρίες για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και παρεπόμενων πράξεων, μπορούσε δε, να δοθεί εγγράφως, τηλεφωνικώς, με τηλεομοιοτυπία, τηλέτυπο ή με κάθε ηλεκτρονικό μέσο (όρος 3.2 και 5.1). Για την εξυπηρέτηση του σκοπού της σύμβασης ανοίχθηκε στην πρώτη εναγομένη ο υπ' αριθμ. ... τραπεζικός λογαριασμός και παρασχέθηκε στις αντισυμβαλλόμενες -εναγόμενες η εντολή να τον κινούν, δηλαδή να αναλαμβάνουν και να καταθέτουν σε αυτόν τα αντιστοιχούντα, σε κάθε ειδικότερη συναλλαγή, ποσά και να πραγματοποιούν τις σχετικές χρεωπιστώσεις (όρος 5 της πρόσθετης πράξης). Περαιτέρω με τους ειδικότερους όρους 6.1 και 6.2 της ίδιας σύμβασης ορίσθηκε: «6.1 Ρητά συμφωνείται ότι λόγω των μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι Εταιρείες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα των επενδύσεων, ούτε ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία του Επενδυτή» και «6.2 Οι Εταιρείες δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία, που τυχόν υποστεί ο Επενδυτής, από συναλλαγή που καταρτίσθηκε ως αποτέλεσμα εκτελέσεως εντολής του, ο δε Επενδυτής ρητά δηλώνει ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις Εταιρείες είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των Εταιρειών». Κατά τον όρο δε 14 της ίδιας σύμβασης «ο επενδυτής δηλώνει ότι μελέτησε το Παράρτημα Δ, έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται η επένδυση σε κινητές αξίες και έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθει σε τυχόν ολοκληρωτική απώλεια των επενδύσεων αυτών» (14.1), ενώ «οι εταιρίες δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε υποχρέωση πλέον των προβλεπομένων στη σύμβαση, με την επιφύλαξη διαφορετικής ειδικής έγγραφης συμφωνίας με τον Επενδυτή και δεν οφείλουν να ενημερώνουν τον Επενδυτή για ενδεχόμενη ζημία του από τυχόν διακυμάνσεις τιμών των στοιχείων του χαρτοφυλακίου που έχουν περιέλθει ή δύνανται να περιέλθουν στην κατοχή των Εταιριών καθώς και για τις πάσης φύσεως μεταβολές συνθηκών οι οποίες δύνανται να επιδράσουν στις τιμές των εν λόγω στοιχείων...»(14.6). Οι όροι αυτοί εμπεριέχονταν μαζί με άλλους στην αποτελούμενη από τέσσερις σελίδες σύμβαση και ακολουθούσε το Παράρτημα Δ. Στο Παράρτημα αυτό, δύο ομοίως προδιατυπωμένων σελίδων, με τίτλο «επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής» αναφέρονταν ότι «πέρα από τη μελέτη και κατανόηση των κινδύνων... ο επενδυτής πρέπει να γνωρίζει ότι η βασική αρχή είναι ότι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου που αναλαμβάνει, ότι οι πάσης φύσεως επενδυτικές επιλογές ενέχουν, εκ της φύσεως αυτών, κινδύνους μειώσεως της αξίας της επενδύσεως για τους οποίους οι εταιρίες δεν είναι δυνατόν να φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη...». Ακολουθούσε αναλυτική απορρύθμιση δέκα επτά Βασικών και οκτώ Ειδικών Κινδύνων, μεταξύ των οποίων και ο πιστωτικός κίνδυνος, ο οποίος προκαλείται εφόσον η εκδότρια των αξιών εταιρία ή ο αντισυμβαλλόμενος κατά περίπτωση ενδέχεται να μην εκπληρώσουν αναληφθείσες υποχρεώσεις τους. Οι αντισυμβαλλόμενες -εναγόμενες συμμορφούμενες προς τον Κώδικα Δεοντολογίας των επιχειρήσεων παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, έλαβαν, αυθημερόν με τη σύναψη της ως άνω σύμβασης, πληροφορίες που αφορούσαν στους επενδυτικούς στόχους και επιδιώξεις των εναγόντων -επενδυτών, ζητώντας από τους τελευταίους τη συμπλήρωση ειδικού ερωτηματολογίου. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το παράρτημα Γ της παραπάνω σύμβασης, στις διατυπωθείσες ερωτήσεις του οποίου οι ενάγοντες απάντησαν μεταξύ άλλων: 1. Ο επενδυτικός τους στόχος έγκειται στην επίτευξη κυρίως σταθερού εισοδήματος και μικρής κεφαλαιακής υπεραξίας σε βάθος χρόνου, 2. Προτιμούν ένα συνδυασμό επενδύσεων με βαρύτητα κυρίως στα χαμηλότερα επίπεδα κινδύνου γνωρίζοντας ότι η αξία των επενδύσεών τους μπορεί να παρουσιάσει μικρές διακυμάνσεις ζημιών/κερδών, 3. Η επενδυτική εμπειρία του είναι καταθέσεις, 4.0 χρονικός ορίζοντας της επένδυσής τους φθάνει από 1 έως 3 έτη, 5. Σκοπεύουν να ρευστοποιήσουν μέρος (άνω του 30%) των επενδύσεων τους εντός 1 έως 3 ετών, 6. Ενδιαφέρονται μόνον, για προϊόντα αποταμιευτικού χαρακτήρα, που δίνουν εγγυημένη απόδοση. Με βάση όλα τα παραπάνω το «επενδυτικό προφίλ» των εναγόντων αναδείχθηκε ως «συντηρητικό», που αντιστοιχεί δηλαδή σε εκείνον τον επενδυτή που «στοχεύει στην προστασία του αρχικού κεφαλαίου και παράλληλα σε περιορισμένη κεφαλαιακή υπεραξία μακροπρόθεσμα, αποδεχόμενος μικρές διακυμάνσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, το δε χαρτοφυλάκιο απαρτίζεται, κυρίως από βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις ομόλογα (κυμαινόμενου, σταθερού ή μεταβλητού επιτοκίου), ομόλογα εγγυημένου κεφαλαίου, εναλλακτικές επενδύσεις και σε μικρό ποσοστό από μετοχικές αξίες», ενώ συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι το είδος του χαρτοφυλακίου των εναγόντων θα είναι η «συντηρητική κατανομή επενδύσεων». Οι εναγόμενες, δια του ... ..., τελούντος σε υπαλληλική σχέση με αυτές, οι οποίες τον χρησιμοποιούσαν για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας της και υπέκειτο στις οδηγίες και εντολές τους ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, τους πρότειναν να επενδύσουν το ποσό αυτό στο κατωτέρω περιγραφόμενο ομόλογο, το οποίο προωθούσε η πρώτη εναγόμενη. Το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο ο ανωτέρω το περιέγραψε ως προϊόν υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, χαμηλής διακινδύνευσης και εξασφαλισμένου, κατά το χρόνο λήξης της επένδυσής του κεφαλαίου, εκ του οποίου θα εισέπραττε το προβλεπόμενο τοκομερίδιο, καθώς και ότι πρόκειται κατ' ουσίαν για αποταμιευτικό προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου, με δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης. Έτσι οι ενάγοντες, πεισθέντες από τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων των εναγομένων για την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, αγόρασαν στις 12-2-2007 το επίδικο ομόλογο έκδοσης της …. «...». Η εν λόγω αγορά έλαβε χώρα με χρέωση του τηρηθέντος στην πρώτη εναγόμενη εκ μέρους των δύο πρώτων εναγόντων υιι' αριθμ.... τραπεζικού λογαριασμού, με το ποσό των 125.000 ευρώ. Όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες - εκκαλούντες χορήγησαν στις εναγόμενες και αντισυμβαλλόμενες ως άνω εταιρίες την από 7-2-2007 ανέκκλητη εντολή - εξουσιοδότηση προς εκτέλεση συναλλαγών. Βάσει αυτής το Τμήμα Ιδιωτικής Τραπεζικής ("PRIVATE BANKING") των εναγομένων ανέλαβε αποκλειστικά τη συμβουλευτική διαχείριση του δημιουργηθέντος εκ των ανωτέρω ενεργειών χαρτοφυλακίου των εναγόντων - εκκαλούντων, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εναγομένων - εφεσιβλήτων ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σχέση απλής λήψης και διαβίβασης των εντολών των εναγόντων, καθόσον η υπεύθυνη πληροφόρηση είχε μεγάλη σημασία για τους τελευταίους, στην οποία προσέβλεπαν, αφού αυτή θα αποτελούσε τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για την επένδυση των κεφαλαίων τους και επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των εναγόντων - εκκαλούντων από το τμήμα Ιδιωτικής Τραπεζικής καταρτίστηκε σιωπηρά, μεταξύ των διαδίκων σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενες - εφεσίβλητες εταιρίες ανέλαβαν την υποχρέωση να δίνουν συμβουλές στους ενάγοντες - εκκαλούντες για χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τις εφεσίβλητες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Η επικαλούμενη, επίσης, από τις εναγόμενες - εφεσίβλητες για την επίρρωση των ως άνω ισχυρισμών τους, περί ανυπαρξίας συμβουλευτικής σχέσης, λόγω έλλειψης αμοιβής για τις παρεχόμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες, δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν αναιρεί τα παραπάνω, διότι, ακόμη και η προσδοκία προσέλκυσης πελατών ή η ενίσχυση των δεσμών συνεργασίας με τους ήδη υπάρχοντες αποτελούν ένα είδος οικονομικού οφέλους. Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η «μεταπήδηση» των εναγόντων από τον τομέα των καταθέσεων στον τομέα των επενδύσεων έγινε με δική τους πρωτοβουλία, επιδιώκοντας μεγαλύτερο κέρδος, διαφορετικά θα απευθύνονταν στο τραπεζικό κατάστημα της περιοχής τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, ως ήδη προεκτέθηκε, αυτό έγινε κατόπιν προτροπής τους από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων εταιριών. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την ένορκη βεβαίωση του ... που προσκόμισαν οι εναγόμενες - εφεσίβλητες, ο οποίος είναι υπάλληλος των τελευταίων και συγκεκριμένα υποδιευθυντής της Δ/ νσης Private Banking της πρώτης, καθόσον αυτός δεν έχει άμεση αντίληψη για τα γεγονότα, αλλά αντλεί τη γνώση του από το σχετικό φάκελο της τραπέζης, όπως αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωσή του. Ούτε άλλωστε κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόμενων, ότι δηλαδή οι ενάγοντες προσήλθαν στο κατάστημα της εναγόμενης τράπεζας και ζήτησαν αυτοβούλως να αγοράσουν το ανωτέρω ομόλογο, μετά την αναλυτική ενημέρωση περί των διαθέσιμων ομολόγων. Και τούτο διότι, πληροφορίες για τη συγκεκριμένη επένδυση δεν θα μπορούσαν να έχουν οι ενάγοντες, αφού δεν είχαν λάβει γνώση του ενημερωτικού δελτίου, το οποίο σημειωτέον, δεν έχει προσκομιστεί μέχρι σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά και τα επανειλημμένα αιτήματα των εναγόντων, ώστε να γνωρίζουν για την ύπαρξη και τα χαρακτηριστικά του. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι ενάγοντες, δεν διέθεταν οποιοσδήποτε μορφής ειδικότερη εκπαίδευση ή εμπειρία, η οποία θα τους επέτρεπε να επιλέγουν οι ίδιοι τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων τους, περαιτέρω δε, λόγω της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων, δεν ήταν σε καμία περίπτωση σε θέση να κατανοήσουν, να συνδυάσουν και να αξιολογήσουν το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων πληροφοριών, που αφορούν τα πιο εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα, τούτο δε τους καθιστούσε ανίκανους να ταξινομήσουν τα προϊόντα αυτά ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να περικλείει η επιλογή τους. Σε κάθε περίπτωση δεν διέθεταν το απαιτούμενο επίπεδο εξειδικευμένων γνώσεων επί των χρηματοπιστωτικών μέσων, ώστε να μην έχουν ανάγκη, κατά το στάδιο της επιλογής της κατάλληλης για τους ίδιους επένδυσης, από την ανάλογη παροχή συμβουλών των εξειδικευμένων προοτηθέντων υπαλλήλων της διεύθυνσης private banking της εναγόμενης εταιρείας, εξ αυτού δε του λόγου απευθύνθηκαν στην ανωτέρω διεύθυνση. Εξάλλου οι ενάγοντες σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφέρονταν για μία ριψοκίνδυνη και υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζαν υψηλά κέρδη σε βραχύ χρονικό διάστημα, αντίθετα, ενδιαφέρονταν για ένα ασφαλές επενδυτικό προϊόν, που θα προσομοίαζε σε αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, το οποίο θα διασφάλιζε, πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου τους και σε βάθος ετών θα τους απέφερε κέρδη από τους τόκους. Τούτο καθίσταται σαφές από τις προηγούμενες επενδυτικές επιλογές, οι οποίες περιορίζονταν σε τοποθέτηση των αποταμιεύσεών τους σε προθεσμιακούς ή απλούς καταθετικούς λογαριασμούς, ενώ δεν αποδείχθηκε η κατά το παρελθόν τοποθέτηση των αποταμιεύσεων τους σε ομόλογα, ή σε μετοχές ελληνικών τραπεζών και εταιρειών ή σε επενδυτικά προϊόντα με υψηλό επιχειρηματικό ρίσκο, σε συνδυασμό με το προφίλ τους ως επενδυτών, όπως αυτό αναδείχθηκε με το επενδυτικό ερωτηματολόγιο κατά τα προαναφερόμενα. Υπό τους ανωτέρω όρους, το Δικαστήριο, το οποίο και μόνο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει το είδος μίας σχέσης με βάση τα χαρακτηριστικά αυτής, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που θα προσδώσουν σε αυτήν τα μέρη, πολύ δε περισσότερο στην περίπτωση που ο χαρακτηρισμός αυτής γίνεται από το κυρίαρχο μέρος της, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τις εναγόμενες εταιρίες, λαμβανομένης υπόψη και της έλλειψης γνώσεων και εμπειρίας των εναγόντων, κρίνει ότι η σχέση που συνέδεε τους τελευταίους με τις εναγόμενες δεν ήταν αυτή της εκτέλεσης απλώς από τις τελευταίες των εντολών τους για την απόκτηση επενδυτικών προϊόντων κατόπιν απόφασης, στην οποία είχαν καταλήξει αποκλειστικά και μόνο οι ίδιοι, μετά από μία απλή ενημέρωση εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγόμενης για τα προϊόντα που ήταν διαθέσιμα, παρά αυτή της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, δεδομένου ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της διεύθυνσης private banking, και συγκεκριμένα ο μη διάδικος ήταν αυτός που διαμόρφωσε το περιεχόμενο της επιλογής των εναγόντων, δηλαδή της αγοράς του επίδικου ομολόγου, για το οποίο θα γίνει λόγος ακολούθως. Στην αγορά δε αυτή προέβησαν χωρίς οποιαδήποτε προσυμβατική ενημέρωση για την εν λόγω επένδυση και ειδικότερα για τα χαρακτηριστικά, τη φύση και τους κινδύνους που ελλοχεύει η αγορά του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, ενόψει και του ότι επρόκειτο για συντηρητικούς καταθέτες. Επίσης αποδείχθηκε ότι, στα πλαίσια λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης, πείστηκαν να συναινέσουν στην τοποθέτηση - επένδυση του κατωτέρω αναφερομένου χρηματικού ποσού στο κάτωθι ομόλογο, κατόπιν συμβουλών και παραινέσεων του προστηθέντος των εναγομένων, χωρίς όμως να έχει παρασχεθεί σε αυτούς (ενάγοντες) οποιαδήποτε έγγραφη ή προφορική ενημέρωση σχετικά με τους κινδύνους των προτάσεων των εναγομένων, παρά μόνο η διαβεβαίωση ότι το προτεινόμενο από αυτές (εναγόμενες) δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους προϊόν είναι εγγυημένο από την πρώτη των εναγομένων και ασφαλή ως προς το κεφάλαιο που επενδύεται, λόγω ασφάλισης των απαιτήσεων από την δεύτερη, καθώς και ότι θα ήταν ρευστοποιήσιμο πριν τη λήξη του. Πλέον συγκεκριμένα οι ενάγοντες, στις 12-2-2007, αγόρασαν το επίδικο ομόλογο έκδοσης της ... Τράπεζας ... «...,», με κωδικό ISIN : XSO ..., δεκαετούς διάρκειας, ήτοι με ημερομηνία έκδοσης 26.5.2006 και ημερομηνία λήξης 26.5.2016, ονομαστικής αξίας 123.000 ευρώ, με καθαρή τιμή 100.50 και ποσό διακανονισμού 124.764,15 και τρίμηνο εκτοκισμό και επιτόκιο 4,368%. Το πιο πάνω ομόλογο που εκδόθηκε στις 26-5-2006 από την τράπεζα «...», ήδη τελούσα σε ειδική εκκαθάριση, ήταν δεκαετούς διάρκειας και προερχόταν από δευτερογενή αγορά, αγοράστηκε από τους ενάγοντες - εκκαλούντες κατόπιν προτροπής του προστηθέντος των εναγομένων - εφεσιβλήτων, κατά τα προαναφερόμενα και ήταν μια ομολογία σε ευρώ, μειωμένης εξασφάλισης, όπως άλλωστε εκθέτουν και οι εναγόμενες στις προτάσεις τους. Έτσι (ως μειωμένης εξασφάλισης) χαρακτηρίζονται, σύμφωνα, με τον προσκομιζόμενο από τις εναγόμενες Οδηγό για Επενδυτές - έκδοση Μάρτιος 2014 του Χρηματιστηρίου Αθηνών, τα ομόλογα τα οποία έρχονται τελευταία σε προτεραιότητα ικανοποίησης, στην περίπτωση ρευστοποίησης μιας εταιρίας (μετά τους τίτλους υψηλής εξασφάλισης), κατ' ουσίαν δηλαδή στερούνται εγγύησης, λόγω δε, της χαμηλότερης αυτής εξασφάλισής τους έχουν υψηλότερο κουπόνι. Στην περίπτωση ομολόγων μειωμένης εξασφάλισης συνήθως πρόκειται για ομόλογα ανασφάλιστα, που, όπως όλα τα ομόλογα, προηγούνται των μετοχών. Η ύπαρξη αυτού του υψηλού κουπονιού (τοκομεριδίου) κάνει ελκυστικά τα συγκεκριμένα προϊόντα (ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης). Το συνολικό ποσό της έκδοσης ανήλθε σε 450.000 ευρώ και διατέθηκε στους επενδυτές μέσω της «... Bank» ως αναδόχου και άλλων υποσναδόχων, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η πρώτη εναγόμενη τραπεζική εταιρία (βλ. ad hoc АП 858/2023 δημ σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου), ενώ το τοκομερίδιό του υπολογιζόταν και πληρωνόταν ανά τρίμηνο, επί τη βάσει του τρίμηνου επιτοκίου που κυμαινόταν (floating rate) ανάλογα με την απόδοση του διατραπεζικού επιτοκίου euribor, πλέον 0,75% ετησίως έως την ημερομηνία πιθανής ανάκλησης από την εκδότρια, που ήταν τον Μάιο του έτους 2011 και πλέον περιθωρίου (spread) 1,75% ετησίως μετά την ημερομηνία πιθανής ανάκλησης, ενώ η εκδότρια τράπεζα είχε τη διακριτική ευχέρεια να το ανακαλέσει μετά τις 26-5-2011 και σε κάθε καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής τόκου που ακολουθούσε, ήτοι σε κάθε επόμενο τρίμηνο. Κατά τη λήξη του ως άνω ομολόγου, εάν όλα έβαιναν ομαλά, οι ενάγοντες-εκκαλούντες θα εισέπρατταν την ονομαστική του αξία, ενώ παράλληλα, καθ' όλη τη διάρκεια της επένδυσής τους θα λάμβαναν το προβλεπόμενο τοκομερίδιο. Επιπλέον, μπορεί το ομόλογο αυτό να μην υπαγόταν στην κατηγορία των αόριστης διάρκειας ομολόγων - perpetual, συμβολαίων δικαιωμάτων προαίρεσης - options, συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης - futures, συμβάσεων ανταλλαγής - swaps κ.λπ., ωστόσο, δεν επρόκειτο για ένα απλό ομόλογο (ΑΠ 858/2023, ΑΠ 619/2021 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου), αφού η απόδοσή του ήταν συνδεδεμένη με το ύψος του διατραπεζικού επιτοκίου (euribor) και ήταν μειωμένης εξασφάλισης (subordinated), παρά, λόγω αυτών και με βάση την ΠΔ/ΊΈ 2501/2002, καθώς και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA), το επίδικο ομόλογο θεωρείται σύνθετο επενδυτικό προϊόν και κατά το χρόνο αγοράς του (12-2-2007). Σύμφωνα με το διεθνή οίκο αξιολόγησης με την επωνυμία «…» η διαβάθμιση του άνω ομολόγου ως προς τον επενδυτικό κίνδυνο, που αυτό εγκυμονεί κατά το χρόνο αγοράς του, ήταν Baa2 και σύμφωνα με την επεξήγηση του άνω συμβόλου από τον προαναφερθέντα οίκο τα ομόλογα που κατατάσσονται στις κλίμακες με στοιχεία Baal έως ВааЗ, όπως το επίδικο κατά το χρόνο αγοράς του, είναι μέσης ποιότητας, οι πληρωμές τόκων και κεφαλαίου θεωρούνται άμεσα καταβλητέες και ενέχουν πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο. Επίσης, το συγκεκριμένο ομόλογο, κατά το χρόνο έκδοσής του, είχε πιστοληπτική αξιολόγηση από τους αντίστοιχους οίκους αξιολόγησης με τις επωνυμίες «standards & Poor's »: «Fitch Ratings» BBB+, ήτοι βαθμίδα, που αφορά ομόλογα που θεωρείται ότι έχουν επαρκή πιστοληπτική ικανότητα και τα οποία παρίσταται πολύ πιθανό, σε περίπτωση αρνητικών οικονομικών συνθηκών, να οδηγήσουν σε μείωση της δυνατότητας εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό, στοιχεία ασύμβατα με το προδιαληφθέν, επενδυτικό προφίλ των εναγόντων και τούτο διότι το ως άνω επενδυτικό προϊόν δεν ήταν εγγυημένο, ούτε παρείχε εξασφάλιση του κεφαλαίου του κατά το χρόνο λήξης της επένδυσής του. Σημειώνεται δε ότι για τον ομολογιακό αυτό τίτλο δεν έχει εγκριθεί ενημερωτικό δελτίο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ούτε έχει διαβιβαστεί σε αυτήν κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους - μέλους, ενώ σκοπός της έκδοσης του συγκεκριμένου ομολογιακού δανείου ήταν αποκλειστικά και μόνο η άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και η διοχέτευσή τους στην εκδότρια εταιρία για την ενίσχυση του δείκτη της κεφαλαιακής της επάρκειας (βλ. ΑΠ 858/2023 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Επομένως, από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι το ως άνω ομόλογο ήταν ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς, μειωμένης εξασφάλισης, υψηλού κινδύνου, που ενέπιπτε στην έννοια του σύνθετου τραπεζικού προϊόντος και ενείχε σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο και δεν εντασσόταν στην κατηγορία χαμηλού επιπέδου επενδυτικού κινδύνου, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες - εκκαλούντες. Περαιτέρω, όπως ήδη ελέχθη, οι τελευταίοι θα εισέπρατταν από αυτό το ομόλογο το προβλεπόμενο τοκομερίδιο, που θα υπολογιζόταν και θα καταβαλλόταν ανά τρίμηνο κατά τα παραπάνω ποσοστά, μέχρι την πιθανή ανάκλησή του (του ομολόγου) από την εκδότρια, που ήταν τον Μάιο του έτους 2011 και έως το έτος 2016 με βάση τους ειδικότερους όρους έκδοσής του (applicable call option), εφόσον δεν ανακαλείτο κατά το χρόνο εκείνο και παρατεινόταν η διάρκεια του για μια επιπλέον πενταετία, ενώ κατά τη λήξη του θα εισέπρατταν την ονομαστική αξία του, εφόσον δεν συνέτρεχε περίπτωση συνδρομής κάποιου πιστωτικού κινδύνου, όπως για παράδειγμα, πτώχευση της εκδότριας εταιρείας, τον οποίο κίνδυνο είχαν αναλάβει οι ενάγοντες, κατά τα ανωτέρω κατά το στάδιο κατάρτισης των συμβάσεων. Η πλήρης και αναλυτική ενημέρωση των εναγόντων για τις ως άνω τεχνικές - οικονομικές παραμέτρους του συγκεκριμένου ομολόγου, στο οποίο επένδυσαν, κατόπιν προτροπής των εναγομένων, με τρόπο μάλιστα εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, συνιστούσε αναληφθείσα από τις αντισυμβαλλόμενες τους εναγόμενες, κύρια υποχρέωση, η οποία απέρρεε από τις ως άνω συναφθείσες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών -συμβουλών, έχοντας για τους ενάγοντες πρωταρχική σημασία για τη λήψη ή μη της απόφασης να επενδύσουν σε αυτό το επενδυτικό προϊόν, δοθέντος ότι με βάση το προαναφερθέν μορφωτικό και επαγγελματικό επίπεδό τους, αυτές στερούνταν εξειδικευμένων γνώσεων σχετικών με τις επενδύσεις σε ομολογιακούς τίτλους. Όμως, όπως αποδείχθηκε από το ίδιο αποδεικτικό υλικό, ο προστηθείς από τις εναγόμενες υπάλληλός τους, με τον οποίο οι ενάγοντες, ενταχθείσες στον κατάλογο των εξυπηρετούμενων από αυτόν πελατών του τμήματος private banking, ερχόταν σε απευθείας επαφή, προκειμένου να προβούν στην ανωτέρω επενδυτική επιλογή αναφορικά με το κεφάλαιό τους, δεν τους ενημέρωσε για τα παραπάνω οικονομοτεχνικά χαρακτηριστικά του ομολόγου, στο οποίο εκείνοι τελικά επένδυσαν, παρότι γνώριζε αυτά ενόψει της θέσης του και της εξειδίκευσής του στον εν λόγω τραπεζικό τομέα, παρά τους γνωστοποίησε ότι ήταν κατάλληλο σύμφωνα με την επιθυμία τους για ασφαλή επένδυση του κεφαλαίου τους. Πλέον συγκεκριμένα, οι ενάγουσες δεν ενημερώθηκαν από αυτόν : α) για το ότι αυτό ήταν μειωμένης εξασφάλισης, όπως αυτό αναλύθηκε ανωτέρω β) για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του, που για το συγκεκριμένο ομόλογο ήταν μέτριος, γ) για το ποια ήταν η αξιολόγηση αυτού (ομολόγου), το οποίο συνιστά εκτίμηση, με αντικειμενικά κριτήρια, της μελλοντικής φερεγγυότητας του εκδότη του, η οποία εκτίμηση, ανάλογα με το πρακτορείο, που την εκδίδει, εκφράζεται με σύμβολα (π.χ. A, ΒΒ, CCC.) και αποτελεί αντικειμενική, ακριβή και επίκαιρη εικόνα της πορείας του εκδότη, που η τράπεζα και η Ε.Π.Ε.Υ. οφείλουν να παρουσιάζουν στον επενδυτή πελάτη τους κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, δ) για το ποια ήταν η φύση του εν λόγω ομολόγου, ε) για το ποιες ήταν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε αυτό να μην αποδώσει καθόλου κέρδος ή ακόμη και να επιφέρει τον κίνδυνο απώλειας του επενδυθέντος κεφαλαίου των εναγόντων, σε συνδυασμό και με τον προαναφερθέντα μακροπρόθεσμο χαρακτήρα του. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η παράλειψη επισήμανσης των παραμέτρων σχετικά με τη φύση και τα χαρακτηριστικά του ομολόγου όπως προεκτέθηκαν ήταν τόσο σημαντική, που αν, οι ενάγοντες γνώριζαν (τις παραμέτρους), θα μπορούσαν, να κατανοήσουν τη φύση του ομολόγου και την επικινδυνότητα που ενείχε η τοποθέτηση των χρημάτων τους σ' αυτό και θα είχαν λάβει διαφορετική απόφαση για την επένδυση του κεφαλαίου τους. Εν συνεχεία και μετά την ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της οδηγίας 2004/39ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFiD) με τον ν.3606/2007 υπεγράφησαν μεταξύ των ίδιων ανωτέρω συμβαλλομένων και της ... FINANCE ΑΕΠΕΥ σε επικαιροποίηση της αρχικής ως άνω σύμβασης οι με αριθμούς ….2010 , και Ρ... …-2010, «Συμβάσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» με έκαστο των εναγόντων αντίστοιχα, με ίδιο περιεχόμενο και όρους, με τις οποίες (ενάγοντες-επενδυτές) αναγνώρισαν τις μέχρι τότε πράξεις και τις κινήσεις κατά τη λειτουργία της μεταξύ τους σύμβασης και του συνδεμένου με αυτή λογαριασμού με αριθμό ... (σχετ.επιστολή ενάγοντος). Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι μετά την κατάρρευση της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας «LEHMAN BROTHERS.» και την επέκταση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και στην Κύπρο και κατόπιν της ολοκλήρωσης της διαδικασίας αντικατάστασης τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους μειωμένης ονομαστικής αξίας, με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (PSI- Private Sector Involvement), στις αρχές του έτους 2012, επλήγησαν καίρια η κυπριακή οικονομία και κυπριακές τράπεζες, με περαιτέρω επακόλουθο τη ραγδαία υποτίμηση της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Προς το σκοπό αντιμετώπισης αυτής της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και βελτίωσης των αρνητικών δεικτών δανεισμού της, η εκδότρια του ομολόγου «...», στο οποίο είχαν επενδύσει οι ενάγοντες,, απηύθυνε προς τους ομολογιούχους της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, πρόταση είτε επαναγοράς των υφιστάμενων ομολόγων έναντι μετρητών σε ποσοστό 55% της αρχικής ονομαστικής τους αξίας, είτε να αντικαταστήσουν αυτούς με νέα ομόλογα σταθερού επιτοκίου υψηλής εξασφάλισης, ληξιπρόθεσμα το 2016. Συγκεκριμένα στις 17-5-2012 η πρώτη των εναγομένων απέστειλε στους ενάγοντες επιστολή περιέχουσα τη σχετική πρόταση, την οποία οι τελευταίοι δεν αποδέχθηκαν. Η εκδότρια, άλλωστε, δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει την ανωτέρω δυσμενή οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει, με αποτέλεσμα η Κυπριακή Δημοκρατία που ήταν αποκλεισμένη από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου λόγω της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης της άνω εκδότριας τραπεζικής εταιρείας, συνήψε στις 16.2.2013 με το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) συμφωνία για την δημοσιονομική προσαρμογή της στο πλαίσιο της οποίας ψηφίστηκε ο «Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος (17) 2013». Στη συνέχεια με βάση Διατάγματα (Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ... που λειτουργούσε ως Αρχή Εξυγίανσης, το Μάρτιο του 2013, εκδόθηκε το «Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της ...Διάταγμα του 2013», με το οποίο, η εκδότρια του ομολόγου, στο οποίο επένδυσαν (και) οι νυν ενάγοντες, ...και η Τράπεζα ..., διασπάστηκε σε «καλή» και «κακή» τράπεζα (good bank/bad bank) και τα μεν στοιχεία του ενεργητικού της πρώτης μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα ... προκειμένου μόνο η τελευταία και όχι η ...να ενισχυθεί κεφαλαιακά και να διασωθεί, τα δε στοιχεία του παθητικού της δεύτερης τέθηκαν σε ειδική εκκαθάριση, οπότε και οι ομολογιακές εκδόσεις της (... Τράπεζας) κατέστησαν άνευ αξίας, δοθέντος ότι δεν υπήρχε πλέον αγορά για τα χρηματοοικονομικά προϊόντα αυτής και, ως εκ τούτου, δεν παρεχόταν αποτίμηση γι' αυτά αλλά αυτή εμφανιζόταν μηδενική. Το ένδικο ομόλογο συμπεριλήφθηκε στα στοιχεία της «κακής τράπεζας», με επακόλουθο να απωλέσει πλήρως την αξία του, να μην εξοφληθεί κατά το χρόνο λήξης του το ποσό της τότε ονομαστικής αξίας του και να υποστούν οι ενάγοντες ως δικαιούχοι της συναφούς επένδυσης, ισόποση ζημία (ΑΠ 16/2024, ΑΠ 1251/2024 δημ ΤΝΠ Νόμος). Σημειώνεται ότι η κατά περιοδικά διαστήματα αποστολή στους ενάγοντες αναλύσεων του επενδυτικού λογαριασμού τους, στους οποίους εμφαινόταν η σταθερά πτωτική πορεία της τρέχουσας αξίας πώλησης αυτού (ομολόγου), δε μπορεί να νοηθεί ως επαρκής κατά τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, της οικείας νομοθεσίας και της καλής πίστης εκπλήρωση της υποχρέωσης των εναγομένων προς παροχή επίκαιρων πληροφοριών για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της συναφούς επένδυσης, καθώς αποδείχθηκε πως δεν συνοδεύθηκε από την παροχή ειδικής πληροφόρησης σχετικά με την πτωτική αποτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας και συστάσεων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της συγκεκριμένης εξέλιξης, παρά μόνο το Μάιο του 2012, οπότε και ο αρμόδιος υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης ενημέρωσε αυτούς για την δημόσια πρόταση της εκδότριας Τράπεζας προς ρευστοποίηση ή ανταλλαγή του επίδικου ομολόγου. Με βάση τα ανωτέρω κρίνεται ότι οι εναγόμενες αθέτησαν στο πλαίσιο των ανωτέρω εγγράφως καταρτισθέντων μεταξύ αυτών και των εναγόντων συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την υποχρέωση για ακριβή, πλήρη και κατάλληλη καθοδήγηση, διαφώτιση και ενημέρωση τους σχετικά με τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους του άνω επενδυτικού προϊόντος, όπως το περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής προσδιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 ΑΚ και τον Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. ποο ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ η δεσμευτικότητα των όρων των συμβάσεων προϋποθέτει την προηγούμενη παροχή πλήρους, σαφούς, αναλυτικής και εμπεριστατωμένης ενημέρωσης στον επενδυτή και, εν προκειμένω, στους ενάγοντες, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, οι απαλλακτικές ρήτρες στερούνται εγκυρότητας, ως αντικείμενες στην από τα άρθρα 332, 729 ΑΚ και 6 παρ. 12 N. 2251/1994 προβλεπόμενη ακυρότητα της κάθε εκ των προτέρων συμφωνίας περιορισμού του παρέχοντος υπηρεσίες από την ευθύνη (ΑΠ 1406/2021 δημ ΤΝΠ Νόμος), σχετικά με τα προς αγορά επενδυτικά προϊόντα, ώστε αυτές ν' αναλάβουν, κατά πλήρη ευθύνη, την αντίστοιχη επενδυτική απόφαση, στηριζόμενες επί αληθών δεδομένων, ενημέρωση που δεν αποδείχθηκε ότι παρασχέθηκε στην υπό κρίση περίπτωση. Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά συνιστά παράβαση του «Κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» (που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότησή του άρθ. 7 παρ. 1 του ήδη καταργηθέντος N. 2396/1996) οι αρχές του οποίου παρατίθενται στην οικεία avto μείζονα σκέψη, σύμφωνα με τις οποίες δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης της εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών : α) εάν δεν εφιστούν εγγράφως αλλά και με προφορική ανάλυση (αναλόγως των δυνατοτήτων κάθε επενδυτή) την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, ιδιαιτέρως εάν πρόκειται για προϊόν περισσότερο πολύπλοκο ή επικίνδυνο από τα μέχρι τότε επιλεγόμενα και στην προκειμένη περίπτωση το άνω ομόλογο προωθήθηκε στους ενάγοντες χωρίς να τους παρασχεθούν οι σχετικές πληροφορίες και να χορηγηθεί σε αυτούς ενημερωτικό δελτίο, στο οποίο να αναφέρονται λεπτομερώς τα χαρακτηριστικά του και όλες οι αναγκαίες για το σχηματισμό επενδυτικής απόφασης ως άνω πληροφορίες, β) εάν δεν πραγματοποιούν, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των περιλαμβανομένων στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα κινητών αξιών, γ) εάν δεν ενημερώνουν τον επενδυτή κατά τρόπο απολύτως σαφή και ακριβή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων προς επένδυση τίτλων και δ) εάν δεν λαμβάνουν υπόψη και δεν αξιολογούν ορθώς και προς το συμφέρον του επενδυτή την οικονομική του κατάσταση, τους επιδιωκομένους από αυτόν στόχους, την εμπειρία και τις γνώσεις του, δεδομένου ότι οι συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη και στο αντικείμενο της επένδυσης. Εξάλλου, στις ανωτέρω συμβάσεις, οι επίδικοι όροι ήταν προδιατυπωμένοι, χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης και μη κατανοητοί στους ενάγοντες, οι οποίοι συμβλήθηκαν, φέροντας την ιδιότητα του καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 2251/1994, δηλαδή ως αποδέκτες των παρεχόμενων από τις εναγόμενες υπηρεσιών και ειδικότερα επενδυτικών συμβουλών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την επένδυση των εναγόντων στο ανωτέρω ομόλογο, η αξία αποτίμησης του χαρτοφυλακίου τους ως προς αυτό άρχισε σταδιακά να φθίνει, γεγονός που, όπως προαναφέρθηκε, αποτυπωνόταν στις επιστολές ανάλυσης επενδυτικού λογαριασμού που λάμβαναν, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την αγορά του μέχρι και την κάτωθι αναφερόμενη υποβολή δημόσιας πρότασης από την εκδότρια, για ρευστοποίηση ή ανταλλαγή του, τον Μάιο του έτους 2012. Για την επαρκή, όμως και σύμφωνη με τους όρους των συμβάσεων, της οικείας νομοθεσίας και της καλής πίστης εκπλήρωση της υποχρέωσης περί παροχής πληροφόρησης, ενημέρωση των εναγόντων δεν επαρκούσε ούτε το γεγονός ότι, με μέριμνα των εναγομένων, αυτοί λάμβαναν την προαναφερθείσα ανάλυση του επενδυτικού λογαριασμού τους, όπου αποτυπωνόταν η σταθερή πτωτική πορεία της τρέχουσας αξίας πώλησης του επίδικου ομολόγου. Και τούτο διότι η εν λόγω τακτικά αποστελλόμενη ανάλυση δεν συνοδεύτηκε από παροχή ειδικής πληροφόρησής του σχετικά με την πιθανή προοπτική της πτωτικής αποτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας της εκδότριας του χρεογράφου και αντίστοιχων συστάσεων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της συγκεκριμένης εξέλιξης, παρά μόνο τον Μάιο του 2012, οπότε, κατά τα κατωτέρω, τις ενημέρωσαν για την δημόσια πρόταση της εκδότριας περί ρευστοποίησης ή ανταλλαγής του ομολόγου, όπως προελέχθη. Σε κάθε δε περίπτωση, η περιοδική αποστολή στους ενάγοντες επιστολής περί αποτίμησης του χαρτοφυλακίου τους, ουδόλως υποκαθιστά την ενημέρωση που όφειλαν να τους παρέχουν οι αντισυμβαλλόμενες τους εναγόμενες ως προς τα ακριβή χαρακτηριστικά του ομολόγου στο οποίο είχαν αυτοί επενδύσει, όπως και για τη σταδιακή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της εκδότριας αυτού εταιρίας που έχει ιδιαίτερη σημασία, ειδικά για τους επενδυτές συντηρητικού προφίλ, όπως οι ενάγοντες , οι οποίοι ενδιαφέρονταν να επενδύσουν σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα και σε καμία περίπτωση σε μια ριψοκίνδυνη, υψηλού ρίσκου και απόδοσης επένδυση, επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στις εναγόμενες για την ασφαλή επένδυση του κεφαλαίου τους και την προστασία τους από ριψοκίνδυνες επενδύσεις και για τους οποίους (ενάγοντες) οι συμβουλές και οι πληροφορίες των εναγομένων δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους, είχαν καίρια σημασία, αποτελώντας τη μοναδική πηγή γνώσεων τους και, συνακόλουθα, τη βάση για τη λήψη της απόφασης για την επένδυση και την πορεία αυτής στο επίδικο ομόλογο. Εξάλλου η εκ μέρους του προστηθέντος υπαλλήλου, του τμήματος private banking των εναγομένων από το οποίο εξυπηρετούνταν οι ενάγοντες, προπεριγραφείσα πλημμελής εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης των εναγόντων συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, εφόσον αντιβαίνει στον ισχύσαντα κατά το έτος 2007 Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. και του ν. 2369/1996, καθώς διά των παραπάνω διαβεβαιώσεων προς αυτούς, αλλά και της αποσιώπησης των παραπάνω ουσιωδών περιστατικών, οι τελευταίοι πείστηκαν να προβούν στην αγορά του ένδικου επενδυτικού προϊόντος, για την άδικη δε αυτή πράξη θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη των εναγομένων ως προστησάντων τον εν λόγω υπάλληλο τους (ΑΚ 922). Επίσης, θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη αυτών, διότι ο άνω προστηθείς υπάλληλος διά της περιγραφείσας υπαίτιας συμπεριφοράς του παραβίασε τις απορρέουσες από την καλή πίστη συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και προστασίας των συμφερόντων των εναγόντων (914, 281, 288 και 922 ΑΚ). Περαιτέρω, καθόσον οι ενάγοντες, ως αντισυμβαλλόμενοι των εναγομένων που υπάγονται στην έννοια της παρέχουσας υπηρεσίες κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του N. 2251/1994, υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών, η προπεριγραφείσα αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων πληροί και τη νομοτυπική μορφή της εκτεθείσας στην οικεία μείζονα σκέψη διάταξης του άρθρου 8 του ν.2251/1994. Άλλωστε, εφαρμόζεται εν προκειμένω ο ν.2251/1994, αφού οι ενάγοντες δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω, δεν είχαν προηγούμενη ενασχόληση με αντίστοιχα επενδυτικά προϊόντα, ούτε διέθεταν υπερβαίνουσα, το μέσο όρο των καταναλωτών με τα δικά τους χαρακτηριστικά, γνώση και εμπειρία από συναλλαγές τέτοιου είδους, ενώ το ύψος του επενδυθέντος ως άνω ποσού δεν δύναται να αναιρέσει τα ανωτέρω, καθώς αποδείχθηκε από το ίδιο ως άνω υλικό ότι ήταν προϊόν αποταμιεύσεων της οικογένειας τους και εκποίησης έτερου περιουσιακού τους στοιχείου, ενώ υφίσταται πληροφοριακή ασυμμετρία μεταξύ των εναγομένων και των εναγόντων, συνιστάμενη στο γεγονός ότι το στελεχιακό δυναμικό των εναγομένων διαθέτει εμπειρία στις παραπάνω χρηματοοικονομικές συναλλαγές, που δεν κατείχαν οι ενάγοντες, το δε αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας τους (οδοντοτεχνίτης - εκπαιδευτικός) ουδεμία συνάφεια έχει με επενδύσεις στα άνω προϊόντα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι εν λόγω εναγόμενες είχαν διαπραγματευτική υπεροχή έναντι αυτών, καθώς οι τελευταίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν το περιεχόμενο των προδιατυπωμένων ΓΟ.Σ. που περιελήφθησαν στις ως άνω συναφθείσες συμβάσεις. Επίσης, η ως άνω εκτεθείσα υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, όπως εκδηλώθηκε δια του προστηθέντος υπαλλήλου τους, συνδέεται αιτιωδώς με την προκληθείσα στους ενάγοντες ζημία, η οποία αντιστοιχεί στη αξία κτήσης του επίδικου ομολόγου, ήτοι στο ποσό που με βεβαιότητα δεν θα είχαν αυτοί απωλέσει, εφόσον δεν είχαν προβεί στη συγκεκριμένη επενδυτική επιλογή και περί του οποίου ύψους ειδικότερα θα αναφερθεί ακολούθως. Η επιλογή δε αυτή, οπωσδήποτε δεν θα είχε λάβει χώρα, αν οι εναγόμενες είχαν εκτελέσει προσηκόντως, την υποχρέωση της να ενημερώσουν τους ενάγοντες για τα επικίνδυνα χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου και δεν είχαν επιδείξει, δια του ανωτέρω προστηθέντα υπαλλήλου τους, την προπεριγραφόμενη αδικοπρακτική εις βάρος τους συμπεριφορά. Εξάλλου, το προαναφερθέν γεγονός της απρόβλεπτης και παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που ακολούθησε την κατάρρευση της προαναφερομένης αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας και οδήγησε στην πτώχευση της εύρωστης κατά το χρόνο απόκτησης του επίδικου ομολόγου από τους ενάγοντες , εκδότριάς του αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, ουδόλως δύναται να εκτιμηθεί ως γεγονός το οποίο διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων , όπως εκδηλώθηκε δια του προστηθέντος ως άνω υπαλλήλου της, με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα της απώλειας του επενδυθέντος κεφαλαίου των εναγόντων, καθώς η εν λόγω απώλεια επήλθε αποκλειστικά από την εκδηλωθείσα ως άνω υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος από τις εναγόμενες υπαλλήλου, διά της παροχής συμβουλής για επένδυση στο επίδικο προϊόν, που δεν ήταν συμβατό με το άνω προφίλ των εναγόντων ως συντηρητικών και άπειρων επενδυτριών σε συνδυασμό με την αποσιώπηση των άνω χαρακτηριστικών του, όπως προαναφέρθηκε, η οποία συμπεριφορά ήταν ικανή να προκαλέσει και προκάλεσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων την κάτωθι αναφερόμενη στους ενάγοντες ζημία, καθώς, εάν οι τελευταίοι, γνώριζαν, όπως αναφέρθηκε, τους παραπάνω κινδύνους που εγκυμονεί η εν λόγω επένδυση, δεν θα είχαν προβεί στην αγορά του, η οποία ήταν αντίθετη με τη θέλησή τους για ασφαλή επένδυση του κεφαλαίου τους και έτσι θα είχε αποφευχθεί η ζημία που υπέστησαν. Η δε ζημία των εναγόντων επήλθε από την κακή πορεία της εκδότριας του ομολόγου και όχι από την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ... να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας, η οποία (ανάκληση) δεν ήταν αντικειμενικά μη προβλέψιμη αλλά σταδιακή, ούτε ο N. 17(1)/2013 της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν απρόβλεπτος εξωτερικός παράγων, αφού ο εν λόγω νόμος εκδόθηκε επειδή ακριβώς η εκδότρια είχε ήδη καταρρεύσει και προκειμένου να περιοριστούν οι συνέπειες στην κυπριακή οικονομία από το γεγονός αυτό . Επομένως, αναφορικά με το εν λόγω ομόλογο η επικαλούμενη οικονομική κρίση και η εν συνεχεία έκδοση των οικείων διαταγμάτων στην Κύπρο δεν διέκοψαν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και ζημίας των εναγόντων, καθώς τα οικεία διατάγματα αφορούσαν στη διάσωση μόνο της ως άνω τράπεζας που αντιμετώπιζε προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας και όχι και τις λοιπές κυπριακές τράπεζες. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής του ομολόγου και των αποδόσεών του, οι ενάγοντες δεν γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους, οι δε εναγόμενες δεν προέβησαν, ως όφειλαν, σε σχετική ενημέρωσή τους. Επιπλέον, οι εναγόμενες, που φέρουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν ότι οι ενάγοντες θα αγόραζαν τα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, έστω δηλαδή και αν είχαν δοθεί σε αυτούς όλες οι επιβαλλόμενες συμβουλές και πληροφορίες και ειδικότερα αν είχαν ενημερωθεί με ακρίβεια και σαφήνεια για τα χαρακτηριστικά των επίδικων ομολόγων (σύνθετα δομημένα, μειωμένης εξασφάλισης σύμφωνα με την αξιολόγησή τους από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης), όπως αυτά αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω για καθένα ειδικότερα, που τα καθιστούσαν ιδιαίτερα επισφαλείς επενδύσεις. Παράλληλα, η προαναφερθείσα συμπεριφορά συνιστά και πλημμελή εκπλήρωση της υποχρέωσης των εναγομένων, που απορρέει από την ένδικη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, περί παροχής στους ενάγοντες πλήρους, σαφούς και συνεχούς πληροφόρησης αναφορικά με το επίδικο επενδυτικό προϊόν, εξαιτίας δε των παραπάνω πράξεων και παραλείψεων των εναγόμενων οι ενάγοντες θεώρησαν ότι, με την αγορά του συγκεκριμένου ομολόγου ήταν εξασφαλισμένο το κεφάλαιό τους και για το λόγο αυτό προχώρησαν και συμφώνησαν για την αγορά του, πράξη στην οποία, προφανώς, δε θα προέβαιναν σε περίπτωση που είχαν ενημερωθεί για τους κινδύνους και τα χαρακτηριστικά του και για την πιθανότητα απώλειας του κεφαλαίου τους. Το σύνολο των ανωτέρω παραδοχών δεν αναιρούνται από την ένορκη βεβαίωση του υπαλλήλου των εναγομένων, ο οποίος, όπως προελέχθη δεν ήταν παρών σε καμία από τις συναντήσεις των εναγόντων με τον προαναφερόμενο προστηθέντα υπάλληλο, δεν έχει άμεση αντίληψη για τα γεγονότα, αλλά καταθέτει από πληροφορίες του τηρούμενου φακέλου και με βάση τη διαδικασία, που οι υπάλληλοι των εναγόμενων ακολουθούσαν, βάσει οδηγιών που λάμβαναν από αυτές, εν όψει σύναψης απλής σύμβασης λήψης και διαβίβασης εντολών. Τα όσα δε καταθέτει σχετικά με το επίμαχο ομόλογο ως ασφαλούς επενδυτικής επιλογής δεν επαληθεύονται από τα ως άνω αποδειχθέντα οικονομοτεχνικά χαρακτηριστικά του, ενώ η κατάθεση του περί πρότασης στους ενάγοντες περισσότερων επενδυτικών προϊόντων και επιλογής του επίδικου τυγχάνει αόριστη σχετικά με τη φύση και τα ιδιαίτερα στοιχεία των προταθεισών επενδυτικών προϊόντων. Περαιτέρω η θετική ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες αντιστοιχεί, στην ως άνω δαπάνη απόκτησης του ομολόγου (βλ. προσκομιζόμενο από ενάγοντες αντίγραφο Επενδ. Μερίδας ομολόγων με ημερομηνία αναφοράς 18-6-2015), η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την προεκτεθείσα συμπεριφορά των εναγομένων (δια του προστηθέντος υπαλλήλου τους), που δεν θα είχαν αυτοί απολέσει, εφόσον δεν είχαν προβεί στη συγκεκριμένη επενδυτική επιλογή και ανέρχεται στο ποσό των 123.615 € Από το ποσό αυτό δεν πρέπει ν' αφαιρεθεί το ποσό των 18.064,71 ευρώ, ως η ωφέλεια που οι ενάγοντες αποκόμισαν από την τοκοφορία του κεφαλαίου τους κατά τον χρονικό διάστημα που κατείχαν τα επίδικα ομόλογα (297,298 και 914 του ΑΚ), καθόσον το κέρδος αυτό των εναγόντων δεν προήλθε από τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξ αιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, οφειλόμενη στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων-εφεσιβλήτων (δια του προστηθέντα τους) όπως παραπάνω εκτέθηκε, αλλά από το μη επιζήμιο διαφορετικό γεγονός της παραχώρησης του κεφαλαίου τους προς εκμετάλλευση, που απέδωσε στους ενάγοντες τους συμφωνημένους καρπούς (τόκους). Συνεπώς δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία των εναγόντων, απορριπτομένης της προβληθείσας από τις εναγόμενες -εφεσίβλητες ένστασης συμψηφισμού ζημίας -κέρδους ως νομικά αβάσιμης. Εξ άλλου, ο προταθείς αυτός από τις εναγόμενες συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην συναλλακτική καλή πίστη, που δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβαίνει προς όφελος των ζημιωσάντων (ΑΠ 114/2022 δημ σε ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1289/2022, δημ σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Περαιτέρω οι εναγόμενες με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκαν ότι οι ενάγοντες είναι συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 95% στην πρόκληση της ζημίας τους, διότι μπορούσαν α) να ρευστοποιήσουν τον Δεκέμβριο 2009 όπως έπραξαν άλλοι επενδυτές ή β) να αποφύγουν την επέλευση της ζημίας τους ή να περιορίσουν αυτήν, καθώς θα μπορούσαν το Μάιο του 2012, να συναινέσουν σε πρόταση εξαγοράς του από την εκδότρια σε ποσοστό 55% της αξίας του, περιορίζοντας στο ελάχιστο τη ζημία του. Ο εν λόγω ισχυρισμός που κρίνεται νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 300 пαρ. 1ΑΚ, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθότι η προεκτεθείσα υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων διά του προστηθέντος υπαλλήλου της, εξακολούθησε και κατά τη διάρκεια δια κράτησης του επίδικου ομολόγου από τους ενάγοντες, αφού δεν γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ως εκ της έλλειψης ειδικών γνώσεων και εξειδικευμένης εμπειρίας περί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους. Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν είχαν ολοκληρωμένη εικόνα για τον υψηλό και μη ανταποκρινόμενο στο συντηρητικό επενδυτικό προφίλ τους πιστωτικό κίνδυνο που είχαν αναλάβει και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να λάβουν απόφαση ρευστοποίησης στηριζόμενοι σε ασφαλή κριτήρια. Η δε τυχόν επιλογή τους να συναινέσουν σε πρόταση εξαγοράς του ομολόγου από την εκδότρια αυτού σε ποσοστό 55% της ονομαστικής αξίας του, λαμβανομένου υπόψη ότι θα συνοδευόταν και από παραίτησή τους από το δικαίωμά τους για αποζημίωση, θα συνιστούσε επιλογή οικονομικής ζημίας τους και όχι περιστολής αυτής, δοθέντος και ότι επιδίωξή τους ήταν να διατηρήσουν ασφαλές και ακέραιο το κεφάλαιό τους. Επομένως η ζημία για αμφότερους τους ενάγοντες ανέρχεται στο ποσό των 123.615 € και για έκαστο από αυτούς στο ποσό των (123.615 : 2=) 61.807.50 ευρώ. Τέλος, αποδείχθηκε ότι από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων δια του προστηθέντος υπαλλήλου τους, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, εξαιτίας της στεναχώριας, της απογοήτευσης και της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστησαν από την απώλεια του κεφαλαίου τους, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, το βαθμό του πταίσματος του προστηθέντος υπαλλήλου της, τις συνέπειες της αδικοπραξίας για τους ενάγοντες, το είδος και την έκταση της ζημίας τους, καθώς και της εν γένει κοινωνική και οικονομική κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 2.500 ευρώ για έκαστο εξ αυτών. Το ποσό αυτό κρίνεται ως δίκαιο και εύλογο, δηλαδή ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας [άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ], όπως η αρχή αυτή, εξειδικεύεται με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (ΟλΑΠ 9/2015).

V) Σύμφωνα με τα ανωτέρω η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Το Πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι η αγορά του επίδικου ομολόγου υπήρξε προϊόν πρωτοβουλίας των εναγόντων και όχι αποτέλεσμα επενδυτικής συμβουλής των εναγομένων με το σκεπτικό ότι, ότι το επίδικο ομόλογο ήταν κοινό ομόλογο τράπεζας με απλή και όχι σύνθετη ή δομημένη μορφή, απόλυτα συμβατό με το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ των εναγόντων, ότι οι εναγόμενες είχαν παράσχει προσυμβατική ενημέρωση αναφορικά με τη φύση και τους κινδύνους της επίδικης επένδυσης, ότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα του υπαλλήλου των εναγομένων και συνακόλουθα ευθύνης των ιδίων για την απώλεια των χρημάτων των εναγόντων, αφού εκείνες ουδέποτε ανέλαβαν τον πιστωτικό κίνδυνο της εκδότριας των τίτλων, εγγυώμενες τη διατήρηση του επενδυμένου κεφαλαίου, καθόσον οι εναγόμενες τήρησαν δια του προστηθέντος υπαλλήλων τους, όλες τις αναγκαίες διατυπώσεις και συναλλακτικά ορθές πρακτικές, αναφορικά με την αγορά των τραπεζικών ομολόγων των τραπεζικών εταιριών, έσφαλε καθόσον σφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που εκκαλείται, αναγκαίως δε και κατά διάταξη αυτής περί επιβολής των δικαστικών εξόδων, αφού η δικαστική δαπάνη καθορίζεται εξ'υπαρχής ενιαία για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού δικαστικών εξόδων και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή (535 ΚΠολΔ) να ερευνηθεί κατ' ουσίαν και να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αφού ληφθεί υπόψη ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον η καθεμία σε κάθε ενάγω ντο το ποσό των 64.307,5 €(=61.80,50 + 2.500 €=) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 7-11-2013, οπότε επιδόθηκε σε αυτές η από 4-11-2013 και με αριθμ. καταθ. .../.../2013 προγενέστερη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες είχαν ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαίτησης (βλ. υπ7 αριθμ. …. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….), από το δικόγραφο της οποίας οι ενάγοντες παραιτήθηκαν, ώστε αυτή να θεωρείται ότι ουδέποτε ασκήθηκε (294, 295 παρ. 1,297 ΚΠολΔ), η επίδοση της οποίας (προγενέστερης αγωγής) δεν εξέλιπε λόγω της παραίτησης ως όχληση δημιουργική υπερημερίας (Ολ ΑΠ 14/1994, ΑΠ 234/2022 δημ ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, λόγω της νίκης των εκκαλούντων, η επιστροφή σε αυτούς του κατατεθέντος παράβολου της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα, να επανακαθοριστούν και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αφού υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες και να επιβληθεί μέρος αυτών, λόγω της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας των διαδίκων, σε βάρος των εναγομένων - εφεσιβλήτων (άρθρα 176,178 παρ. 1, 191 παρ. 2,183 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα άρθρα 63 παρ. 1 σιοιχ. ι περ. (α), 68 και 69 του v. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 5-9-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../6-9-2022 έφεση κατά της υπ' αριθ. 12674/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία,

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου για την άσκηση της έφεσης στους εκκαλούντες.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση υπ' αριθμ. 12674/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 21-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../.../21-6-2017 αγωγή.

Δέχεται αυτήν εν μέρει.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον εκάστη σε κάθε εν άγοντα το ποσό των εξήντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (64.307,5 ) με το νόμιμο τόκο από 8- 11-2013 και μέχρι την εξόφληση

Επιβάλλει σε βάρος των εφεσιβλήτων-εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων - εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις5 Μαρτίου 2025 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ