ΑΡΙΘΜΟΣ 1616/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2024, με την εξής σύνθεση: Ευαγγελία Νίκα, Πρόεδρος, Σπυριδούλα Χρυσικοπούλου, Διομήδης Κυριλλόπουλος, Μαρίνα Παπαδοπούλου, Χρήστος Ντουχάνης, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Βασίλειος Αραβαντινός, Βαρβάρα Ραφτοπούλου, Παρασκευή Μπραΐμη, Βασιλική Κίντζιου, Βικτωρία Πλαπούτα, Δημήτριος Εμμανουηλίδης, Μαρία Σωτηροπούλου, Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου, Χριστίνα Σιταρά, Φραντζέσκα Γιαννακού, Δημήτριος Βασιλειάδης, Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη, Γεωργία Ανδριοπούλου, Βασιλική Μόσχου, Σύμβουλοι, Ευαγγελία Τζιράκη, Ελένη Κουλεντιανού, Αικατερίνη Σούκη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη και Γεωργία Ανδριοπούλου, καθώς και η Πάρεδρος Ελένη Κουλεντιανού, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελένη Γκίκα.
Για να δικάσει την από 16 Φεβρουαρίου 2020 έφεση:
της …., κατοίκου ... (...), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Δημήτριο Μέλισσα (Α.Μ. ....), που νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση,
κατά των: 1. Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Στριλάκο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, 2. Δήμου ... Αττικής, ο οποίος δεν παρέστη και 3. ..., κατοίκου ... (...), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) Σπυρίδωνα Βλαχόπουλο (Α.Μ. ...) και β) Αριστείδη Γουλανδρή (Α.Μ. ...), που τους διόρισε με πληρεξούσια,
και κατά της υπ’ αριθμ. 2791/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η πιο πάνω έφεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της 91/2024 απόφασης του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής απόφασης, η οποία επέχει θέση εισήγησης, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Δημήτριο Βασιλειάδη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της εκκαλούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση, τους πληρεξουσίους του εφεσιβλήτου και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241), της Αντιπροέδρου Σπυριδούλας Χρυσικοπούλου και της Συμβούλου Κωνσταντίνας Κονιδιτσιώτου, τακτικών μελών της σύνθεσης που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση, έλαβαν μέρος αντί αυτών στη διάσκεψη και την ψηφοφορία, ως τακτικά μέλη, οι Σύμβουλοι Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη και Γεωργία Ανδριοπούλου, οι οποίες είχαν ορισθεί ως αναπληρωματικά μέλη της σύνθεσης (βλ. το .../12.6.2024 πρακτικό διάσκεψης της Ολομελείας).
2. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (e-παράβολο .../2020).
3. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 2791/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως του 3ου εφεσιβλήτου, αντίστοιχα δε απορρίφθηκε η παρέμβαση της εκκαλούσας, και ακυρώθηκε η .../24.11.2016 (θέμα ...) απόφαση (πρακτικό) του Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων («ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.») της Περιφερειακής Ενότητας (ΠΕ) Βορείου Τομέα Αθηνών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής. Με την τελευταία, το ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. απέρριψε προσφυγή του ως άνω εφεσιβλήτου κατά δήλωσης (αίτησης), την οποία υπέβαλε η εκκαλούσα σύμφωνα με τον ν. 4014/2011 και «μετέφερε» στον ν. 4178/2013 με βάση τη διαδικασία και τα δικαιολογητικά του άρθρου 11 (παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. ι΄) αυτού, για την υπαγωγή στον τελευταίο νόμο αυθαιρέτων κατασκευών κατ’ επέκταση ισογείου διαμερίσματος επί της οικοδομής στην οδό ... του Δήμου ... Αττικής.
4. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια κατόπιν της 91/2024 απόφασης του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ισχυρισμός του τρίτου εφεσιβλήτου περί κατάργησης της δίκης λόγω της υπαγωγής των επίμαχων αυθαιρέτων κατασκευών στις διατάξεις του μεταγενέστερου ν. 4495/2017 (βλ. σκ. 9) και περαιτέρω παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια προς επίλυση, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. Ι΄ του ν. 4178/2013, η οποία επί συστάσεως οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας σε ακίνητο προβλέπει, μεταξύ άλλων, την υποβολή αίτησης από συνιδιοκτήτη, που κατέχει ή συγκεντρώνει την πλειοψηφία των ποσοστών της συνιδιοκτησίας, για την υπαγωγή στον ν. 4178/2013 αυθαιρέτων κατασκευών ή χρήσεων επί κοινοχρήστων χώρων του ακινήτου.
5. Επειδή, η κρινόμενη έφεση απαραδέκτως στρέφεται κατά του Δήμου ... Αττικής, ο οποίος άλλωστε δεν παρέστη κατά τη συζήτηση παρ’ ότι του κοινοποιήθηκαν νομοτύπως αντίγραφα της παραπεμπτικής απόφασης και της από 23.2.2024 πράξης της Προέδρου του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι με την αίτηση ακυρώσεως δεν είχε προσβληθεί πράξη οργάνου του και ο Δήμος δεν παρέστη κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (πρβλ. ΣτΕ 2210/2020 Ολομ. σκ. 6).
6. Επειδή, η υπό κρίση έφεση απαραδέκτως, επίσης, στρέφεται κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παρέστη ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου με την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου (καθ’ ου η αίτηση) και εδικαιούτο, ως ηττηθείς διάδικος, να ασκήσει αυτοτελή έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης. Περαιτέρω, ο ως άνω Υπουργός δεν νομιμοποιείται να παρίσταται στην παρούσα δίκη, την ανοιγείσα με την έφεση της εκκαλούσας, ως εφεσίβλητος ή παρεμβαίνων διάδικος, διότι ο νόμος δεν παρέχει τέτοια ευχέρεια, ως εκ τούτου δε πρέπει η παράσταση του ανωτέρω Υπουργού στο ακροατήριο να κηρυχθεί άκυρη και να μην ληφθεί υπόψη το κατατεθέν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης υπόμνημά του.
7. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και επαναλήφθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), “Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου”. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλουμένης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (ΣτΕ, ΑΠ, ΕλΣ) ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών (ΣτΕ 180-181/2023 Ολομ. σκ. 5 κ.ά.).
8. Επειδή, προς θεμελίωση κατ’ άρθρο 58 παρ. 1 εδ. β΄ του π.δ. 18/1989 του παραδεκτού της κρινόμενης έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μοναδικό τιθέμενο με την εν λόγω έφεση νομικό ζήτημα της ερμηνείας της διάταξης της υποπερ. ι΄ της περιπτ. Δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4178/2013 (κατωτ. σκ. 12), την οποία, κατά τα προβαλλόμενα, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε η εκκαλούμενη απόφαση, δεχθείσα ότι για την υποβολή αίτησης υπαγωγής αυθαιρέτων στον ν. 4178/2013 απαιτείτο συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και, συνεπώς, η κρινόμενη έφεση ασκείται παραδεκτώς από την άποψη αυτή.
9. Επειδή, στο άρθρο 1002 («Ιδιοκτησία ορόφου») του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι «Κυριότητα χωριστή σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου. Όροφοι θεωρούνται και τα υπόγεια καθώς και τα δωμάτια κάτω από τη στέγη», στο δε άρθρο 1117 («Αναγκαία συγκυριότητα σε περίπτωση ιδιοκτησίας ορόφου») του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι «Όταν πρόκειται για οικοδομή, ο κύριος ορόφου ή διαμερίσματός του είναι αυτοδικαίως συγκύριος εξ αδιαιρέτου κατ’ ανάλογη μερίδα πάνω στα μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν στην κοινή και των λοιπών κυρίων χρήση, όπως είναι ιδίως το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η αυλή». Περαιτέρω, στον ν. 3741/1929 «Περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους» (Α΄ 4), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ δυνάμει του άρθρου 54 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1 «1. Αναγνωρίζεται η διηρημένη κατ’ ορόφους ή μέρη αυτών ιδιοκτησία επί του αυτού οικοδομήματος. 2. …». Άρθρο 2 «1. Αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία, επί του εδάφους, των θεμελίων, των πρωτοτοίχων, της στέγης, των καπνοδόχων, των αυλών, φρεάτων, ανελκυστήρων, βόθρων, εγκαταστάσεων κεντρικής θερμάνσεως, και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν. 2. … 3. Αγωγή προς διαίρεσιν των αδιαιρέτων ως άνω πραγμάτων επιτρέπεται μόνον μετά πλήρη καταστροφήν του οικοδομήματος …». Άρθρο 3 «1. Ο ιδιοκτήτης εκάστου ορόφου ή μέρους αυτού έχει πάντα τα εις τον κύριον ανήκοντα δικαιώματα, εφ’ όσον η άσκησις αυτών δεν παραβλάπτει την χρήσιν των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειοί την ασφάλειαν αυτών ή του οικοδομήματος. 2. Υπό τους αυτούς όρους δύναται να επιχειρήση μεταβολάς ή προσθήκας επί των αδιαιρέτως κοινών μερών του οικοδομήματος». Άρθρο 4 «1. Επιτρέπεται εις τους συνιδιοκτήτας ίνα δι’ ιδιαιτέρας συμφωνίας, εις ην είναι απαραίτητος η κοινή πάντων συναίνεσις, κανονίσωσι τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσεις, να καθορίσωσι γενικάς συνελεύσεις και να δώσωσιν εις καθωρισμένην πλειοψηφίαν, δυναμένην να μεταβληθή αναλόγως της σοβαρότητος των ληφθησομένων αποφάσεων, το δικαίωμα να λαμβάνη εν τω κοινώ συμφέροντι πάσαν απόφασιν σχετικήν με την συντήρησιν, βελτίωσιν και χρήσιν των κοινών μερών της οικίας. 2. … 3. …». Άρθρο 5 «Εν ελλείψει πάσης μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας ως προς τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις αυτών περί των κοινών πραγμάτων, κρατούσι τα εξής: α) Έκαστος των συνιδιοκτητών δικαιούται να ποιήται απόλυτον χρήσιν των κοινών πραγμάτων και να προβαίνη εις την επισκευήν και ανανέωσιν αυτών, υπό τον όρον να μη βλάπτη τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, μηδέ να μεταβάλλη τον συνήθη προορισμόν αυτών. β) … γ) …». Άρθρο 13 «1. Πάσα σύμβασις κανονίζουσα ή μεταβάλλουσα τα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των ιδιοκτητών γίνεται δια συμβολαιογραφικού εγγράφου και καταχωρίζεται εις το βιβλίον μεταγραφών. 2. Η καταχώρησις γίνεται εις το περιθώριον των μεταγραφών του τίτλου της ιδιοκτησίας. 3. …». Εξάλλου, κατά το άρθρο 242 (περ. 22) του, κυρωθέντος με το π.δ. της 14-27.7.1999, Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Δ΄ 580, ΚΒΠΝ), στο οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 2 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ 1985), «κοινής χρήσης χώροι του κτιρίου και του οικοπέδου είναι οι χώροι, που προορίζονται για χρήση από όλους τους ενοίκους του κτιρίου».
10. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3741/1929 συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, η οποία αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θερμάνσεως. Εξάλλου, τα κριτήρια για την υπαγωγή στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής τα οποία δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στον νόμο προσδιορίζονται με βάση το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929, το οποίο ορίζει ότι αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία «και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν». Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί. Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτε από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις. Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με κοινή από αυτούς χρήση. Δεδομένου δε ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, ο οποίος έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε εγκύρως, με τον συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από τον νόμο, κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΣτΕ 4762/2014 7μ. σκ. 7, πρβλ. ΑΠ 505/2022, 23/2000 Ολομ.). Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες οικοδομής που έχει υπαχθεί στο καθεστώς του ν. 3741/1929 επιτρέπεται να ρυθμίσουν ελευθέρως με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους ως προς τα αναγκαστικώς αδιαίρετα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, και μάλιστα κατά παρέκκλιση από τις ανωτέρω διατάξεις του ανωτέρω νόμου και του ΑΚ. Επιτρέπεται δηλαδή, με ειδική συμφωνία, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται, το δικαίωμα χρήσεως σε κάποιο από τα κοινά μέρη να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε ορισμένους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς, όποτε δημιουργούνται περιορισμοί της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων πραγμάτων, από την οποία απορρέει και το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους (ΣτΕ 4762/2014 σκ. 7, πρβλ. ΑΠ 505/2022). Περαιτέρω, από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις προκύπτει, ακόμη, ότι κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες, με τον όρο ότι δεν μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό αυτών, δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών και δεν παρεμποδίζει τη σύγχρηση εκ μέρους αυτών, δεν επιφέρει μεταβολές στην αισθητική του κτιρίου, δεν δημιουργεί κίνδυνο για τη στατικότητα της οικοδομής ή των διαμερισμάτων της και δεν θίγει την ασφάλειά τους (πρβλ. ΑΠ 594/2024, 505/2022, 92/2017). Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσεως της οροφοκτησίας. Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως (πρβλ. ΑΠ 442/2019, 38/2015, καθώς και ΑΠ 386/2021, 70/2019, 1300/2014). Η εφαρμογή των κανόνων αυτών, αναγόμενη στις ρυθμιζόμενες από το ιδιωτικό δίκαιο σχέσεις των συνιδιοκτητών, εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΣτΕ 2030/2023, πρβλ. ΑΠ 386/2021, 70/2019), δεν αποκλείεται, όμως, να εκφέρουν παρεμπίπτουσα κρίση επ’ αυτών και διοικητικά όργανα, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση της αρμοδιότητάς τους (πρβλ. ΣτΕ 153/2024, 2030/2023, 4762/2014 7μ., 3733/2015).
11. Επειδή, τα θέματα της αυθαίρετης δόμησης επιχειρήθηκε να ρυθμισθούν εκ νέου συνολικά, μετά δηλαδή τον ν. 1337/1983, με διατάξεις του ν. 4014/2011 «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος» (Α΄ 209). Με τις 3341/2013, 1118/2014 και 1119/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 4014/2011, με τις οποίες επιτράπηκε κατ’ ουσίαν, λόγω της αναστολής επιβολής κυρώσεων, η επί μακρόν διατήρηση κατασκευών και χρήσεων που παραβιάζουν τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, εφαρμοζομένου του μέτρου αυτού και σε κατασκευές μεταγενέστερες του ν. 1337/1983, είναι αντίθετες στις επιταγές που απορρέουν από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος. Ακολούθως, τα θέματα της αυθαίρετης δόμησης ρυθμίστηκαν εκ νέου με τον ν. 4178/2013 «Αντιμετώπιση της Αυθαίρετης Δόμησης – Περιβαλλοντικό Ισοζύγιο και άλλες διατάξεις» (Α΄ 174). Με τον νόμο αυτό επανεισήχθη το πρότυπο των ρυθμίσεων που είχαν επιχειρηθεί με τον ν. 4014/2011 με προσθήκες νέων ρυθμίσεων (όπως η κατηγοριοποίηση των αυθαιρεσιών με το άρθρο 8, από την οποία συναρτάται η χορήγηση εξαιρέσεως ή αναστολής από την κατεδάφιση) και διαφοροποιήσεις, είτε επί το επιεικέστερο [όπως, άρθρα 1 (παρ. 2 περ. ζ), 2 (παρ. 2 περ. α, δ, ζ, η, ι, ιστ), 3 (παρ. 9, 10, 11)], είτε επί το αυστηρότερο [όπως, άρθρο 7 παρ. 2 για την απόδειξη χρόνου κατασκευής με βάση εισηγμένες στο ηλεκτρονικό σύστημα αεροφωτογραφίες της 28.7.2011] για τις αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις. Με την απόφαση 1858/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, μεταξύ άλλων, καθ’ ερμηνεία των άρθρων 7, 8 και 9 του ν. 4178/2013 και των λοιπών διατάξεων του ίδιου νόμου που αναφέρονται στην απόφαση (βλ. σκ. 18 και 19) ότι οι σχετικές ρυθμίσεις του νόμου που αναφέρονται στα αυθαίρετα του παρελθόντος είναι συνταγματικώς ανεκτές, απορρίφθηκαν δε ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους είχε προβληθεί ότι οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του ν. 4178/2013, κατά το μέρος που προβλέπουν αναστολή επιβολής κυρώσεων ή και οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών και αλλαγών χρήσεως μεταγενέστερων του έτους 1983, αντίκεινται στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, στη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου και στην αρχή της ισότητας (βλ. σκ. 21-23). Με την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας έγινε, ακόμη, δεκτό ότι με διατάξεις του ν. 4178/2013 παρέχεται η δυνατότητα αυθαίρετες κατασκευές που είχαν υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 4014/2011 να υπαχθούν στη νέα ρύθμιση και ότι για τις ανωτέρω αυθαίρετες κατασκευές οι συνέπειες της υπαγωγής ρυθμίζονται αποκλειστικά από τον ν. 4178/2013 και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4014/2011 που κρίθηκαν αντισυνταγματικές, απορρίφθηκε δε ο προβληθείς λόγος ακυρώσεως ότι με τον ν. 4178/2013 ανατρέπονται τα κριθέντα με τις προαναφερθείσες αποφάσεις 3341/2013 και 1118 – 1119/2014 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (βλ. σκ. 25). Αντιθέτως, οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 23 του νόμου, καθ’ ο μέρος περιλαμβάνονται σε αυτές και οι περιπτώσεις αδειών που ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, κρίθηκαν ως ανίσχυρες, λόγω της αντίθεσής τους προς τα άρθρα 26, 20 (παρ. 1) και 95 (παρ. 5) του Συντάγματος (βλ. σκ. 26).
12. Επειδή, στο άρθρο 11 του ν. 4178/2013, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαιολογητικά υπαγωγής αυθαίρετης κατασκευής ή αυθαίρετης αλλαγής χρήσης στις διατάξεις του παρόντος», ορίζονται τα εξής: «Εξουσιοδοτημένος Μηχανικός εισάγει στο πληροφοριακό σύστημα του παρόντος όλα τα στοιχεία και δικαιολογητικά που αφορούν την αυθαίρετη κατασκευή ή την αυθαίρετη αλλαγή χρήσης συμπληρώνοντας τα φύλλα καταγραφής κατά το Παράρτημα Α του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των επομένων άρθρων. Η υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος νόμου συνοδεύεται από τα εξής δικαιολογητικά, τα οποία φυλάσσει ο ιδιοκτήτης μετά την εισαγωγή τους στο πληροφοριακό σύστημα: 1. Αίτηση. Σε κάθε οικόπεδο ή γήπεδο η διαδικασία υπαγωγής αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαίρετης αλλαγής χρήσης στις διατάξεις του παρόντος μπορεί, κατ’ επιλογή του ιδιοκτήτη, να γίνεται είτε με μία αίτηση υπαγωγής για το σύνολο των αυθαιρέτων κατασκευών ή χρήσεων είτε με περισσότερες αιτήσεις για κάθε μεμονωμένο αυτοτελή χώρο οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, που αποτελεί αντικείμενο μεταβίβασης. Την αίτηση υποβάλλει: α) [...] δ) ο συνιδιοκτήτης: i) Επί αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαιρέτων αλλαγών χρήσης επί κοινοχρήστων χώρων ακινήτου, στο οποίο έχει συσταθεί οριζόντιος ή κάθετος ιδιοκτησία μετά από απόφαση της πλειοψηφίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της οροφοκτησίας, άλλως με απλή πλειοψηφία. ii) [...]». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4178/2013, κύριος σκοπός των διατάξεών του είναι η ευρύτερη δυνατή καταγραφή και κατηγοριοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών, προκειμένου να αποτραπεί η δημιουργία νέων αυθαιρέτων και να αμβλυνθούν οι συνέπειες της υφιστάμενης αυθαίρετης δόμησης μέσω του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και των κατάλληλων περιβαλλοντικών δράσεων, καθώς και η διαφύλαξη της ασφάλειας δικαίου με την αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων στις συναλλαγές που αφορούν τα ακίνητα.
13. Επειδή, από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις του ν. 4178/2013, οι οποίες είναι ερμηνευτέες σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου και υπό το φως των άρθρων 17 και 24 (παρ. 2) του Συντάγματος, καθώς και σε συνδυασμό με διατάξεις της λοιπής νομοθεσίας που καθορίζουν την έκταση και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου (ανωτ. σκ. 9), τις οποίες άλλωστε ο νόμος ουδόλως έθιξε, συνάγεται ότι για να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 4178/2013 αυθαίρετη κατασκευή ή χρήση σε κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος ακινήτου στο οποίο έχει συσταθεί οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, από την άποψη της σχετικής διαδικασίας και των δικαιολογητικών, θα πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο διοικητικός νόμος και επιπλέον να μην θίγεται το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας των λοιπών συνιδιοκτητών. Εν όψει των ανωτέρω, η διάταξη της υποπερ. ι΄ της περ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4178/2013, που ορίζει ότι την αίτηση υπαγωγής στον ν. 4178/2013 αυθαιρέτων κατασκευών ή αλλαγών χρήσης επί κοινοχρήστων χώρων ακινήτου, στο οποίο έχει συσταθεί οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, μπορεί να υποβάλει ο συνιδιοκτήτης μετά από απόφαση της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της οροφοκτησίας, άλλως με απλή πλειοψηφία, αποβλέπει, στην τελευταία αυτή περίπτωση, μόνο στη διευκόλυνση των ενδιαφερομένων για πρακτικούς λόγους κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης προκειμένου να καταστεί εφικτή η πλήρης καταγραφή και αντιμετώπιση των αυθαιρέτων κατασκευών ή χρήσεων ακινήτων. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, εφόσον διατυπωθούν αντιρρήσεις από άλλους συνιδιοκτήτες του ακινήτου για την υπαγωγή των ως άνω αυθαιρέτων στον ν. 4178/2013. Κατά συνέπεια, αν δεν υπάρχει κανονισμός οροφοκτησίας και εγερθεί αμφισβήτηση από συνιδιοκτήτη για τη νομιμότητα υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 4178/2013 αυθαίρετης κατασκευής ή αλλαγής χρήσης, που πραγματοποιήθηκε σε κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου, τα αρμόδια για τον έλεγχο των αυθαιρέτων και των σχετικών αιτήσεων όργανα (οικεία Υπηρεσία Δόμησης, ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. κ.ά.) δεν δύνανται να αποδεχθούν την αίτηση ρητώς ή σιωπηρώς, συναφώς δε και την υπαγωγή της αυθαίρετης κατασκευής ή χρήσης στον ν. 4178/2013 (βλ. ΣτΕ 2210/2020 Ολομ. σκ. 9), με μόνη την τυπική διαπίστωση ότι η σχετική αίτηση υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 11 (παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. ι΄) του νόμου από συνιδιοκτήτη που κατέχει ή συγκεντρώνει την πλειοψηφία των ποσοστών της συνιδιοκτησίας, αλλά, οφείλουν, εφόσον οι αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγές χρήσεων πραγματοποιήθηκαν σε κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου, να απορρίψουν ή να ακυρώσουν την αίτηση υπαγωγής ή και να ανακαλέσουν τη σχετική πράξη εφόσον η αίτηση έχει περαιωθεί. Το περαιτέρω δε ζήτημα της έκτασης των δικαιωμάτων των συνιδιοκτητών επί των κοινοχρήστων μερών του ακινήτου ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. Ι΄ του ν. 4178/2013, έχουσα την προαναφερθείσα έννοια, δεν αντίκειται στα άρθρα 17 και 24 παρ. 2 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1736/2023 7μ. σκ. 5, 1982/2005 Ολομ. σκ. 6, 5467/1995, 1439/1992, 744/1987 Ολομ., καθώς και ΣτΕ 1858/2015 Ολομ.). Μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Δ. Κυριλλόπουλος και η Σύμβουλος Μ.-Α. Τσακάλη, οι οποίοι υποστήριξαν τα ακόλουθα: Η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. ι΄ του ν. 4178/2013, η οποία είναι ερμηνευτέα, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τη γραμματική της διατύπωση, κατά το μέρος που επιτρέπει την υποβολή αίτησης από συνιδιοκτήτη που κατέχει ή συγκεντρώνει την πλειοψηφία των ποσοστών συνιδιοκτησίας, για την υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 4178/2013 αυθαιρέτων επί κοινοχρήστων χώρων ακινήτων στα οποία έχει συσταθεί οριζόντιος ή κάθετος ιδιοκτησία, προσκρούει στα άρθρα 17 και 24 παρ. 2 του Συντάγματος και είναι ανεφάρμοστη. Ειδικότερα, κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, η ως άνω διάταξη αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, δεδομένου ότι άγει, κατά τροποποίηση της σχετικής συστατικής δικαιοπραξίας περί προσδιορισμού των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, με απλή πλειοψηφία των ποσοστών συνιδιοκτησίας και χωρίς συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, σε αλλοίωση των εμπραγμάτων και ενοχικών δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σχέση της συνιδιοκτησίας καθώς και στην άρση των συνεπειών του διοικητικού νόμου για την κατεδάφιση των αυθαιρέτων κατασκευών που πραγματοποιήθηκαν σε κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του ακινήτου. Περαιτέρω, η ίδια διάταξη διευκολύνει τη νομιμοποίηση ή έστω τη διατήρηση αυθαιρέτων κατασκευών και χρήσεων στα κοινόχρηστα μέρη των προαναφερθέντων ακινήτων και για τον λόγο αυτόν αντιβαίνει και στις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν, υφ’ οιανδήποτε ερμηνευτική εκδοχή της διάταξης (γραμματική ή τελολογική), τη στενή ερμηνεία των διατάξεων του ν. 4178/2013 για τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων (πρβλ. ΣτΕ 1736/2023 7μ. σκ. 5, 1604/2023 σκ. 7, 2145/1977 Ολομ.).
14. Επειδή, μετά την επίλυση του αναφερόμενου στην προηγούμενη σκέψη ζητήματος, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου κρίνει ότι πρέπει να κρατήσει και να εκδικάσει εξ ολοκλήρου την υπόθεση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 14 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).
15. Επειδή, εν προκειμένω, από την εκκαλούμενη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν, πλην άλλων, τα εξής: Με την .../6.3.1978 πράξη συμβολαιογράφου Αθηνών συνεστήθη οριζόντια ιδιοκτησία κατ’ ορόφους επί της οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ... στον Δήμο ... Αττικής. Σύμφωνα με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, την .../16.12.1986 δωρεά εν ζωή οριζόντιας ιδιοκτησίας και την .../22.1.2003 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας εκ διαθήκης, που καταρτίστηκαν επίσης με συμβολαιογραφικές πράξεις, καθώς και τα λοιπά στοιχεία, η Π. [νυν εκκαλούσα] φέρεται ως κυρία ισογείου διαμερίσματος της ανωτέρω οικοδομής, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 178/1000, η Α. φέρεται ως κυρία του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 253/1000 και ο Γ. ... [νυν εφεσίβλητος] φέρεται ως κύριος διαμερισμάτων του δευτέρου και του τρίτου ορόφου, με ποσοστά συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 261/1000 και 150/1000, αντίστοιχα. Από τις ως άνω πράξεις προκύπτει, ακόμη, ότι το δικαίωμα υψούν της οικοδομής, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 158/1000, ανήκει από κοινού στον Γ. και στην Α.. Στην προαναφερθείσα .../6.3.1978 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας αναγράφεται ότι το ισόγειο διαμέρισμα της οικοδομής, επιφάνειας 127,10 τ.μ., συνορεύει βόρεια με την οδό ...., ανατολικά με την οδό ...., νότια με κλιμακοστάσιο, πλατύσκαλο και ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και δυτικά με κλιμακοστάσιο και ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Οι συνιδιοκτήτες της ανωτέρω οικοδομής δεν ρύθμισαν με ειδική συμφωνία (κανονισμό) το δικαίωμα χρήσεως των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής. Ύστερα από αίτηση της Π., η αυθαίρετη μετατροπή δύο ελευθέρων (ανοικτών) χώρων (18,20+6,79 τ.μ.) της πιλοτής (pilotis) σε χώρους κύριας χρήσεως της ανωτέρω οικοδομής υπήχθη στις ρυθμίσεις του ν. 3843/2010. Ο Γ. ... υπέβαλε καταγγελία με την οποία δήλωσε ότι ως συνιδιοκτήτης της ανωτέρω οικοδομής δεν συναινεί στην «τακτοποίηση» των αυθαιρέτων κατασκευών που είναι κατεδαφιστέες, διότι έχουν ανεγερθεί στον κοινόχρηστο χώρο της πιλοτής και στους εξώστες του κτιρίου. Κατόπιν τούτου, υπάλληλοι της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου .... διενήργησαν στις ....2012 και ....2012 αυτοψίες στην οικοδομή, κατά τις οποίες διαπίστωσαν ότι πραγματοποιήθηκε αυθαίρετη επί πλέον επέκταση του υπάρχοντος ισογείου και κατασκευή αποθήκης στην εκ δεξιών βεράντα του ισογείου καθ’ υπέρβαση της .../1976 οικοδομικής άδειας, καθώς και ότι οι υπαχθείσες στις ρυθμίσεις του ν. 3843/2010 επεκτάσεις του ισογείου διαμερίσματος είχαν καταλάβει κοινόχρηστο τμήμα της πιλοτής, επέβαλαν δε με τις εκθέσεις αυτοψίας πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων κατασκευών. Εξάλλου, η Π. υπέβαλε αίτηση για την υπαγωγή αυθαιρέτων κατασκευών και στις διατάξεις του ν. 4014/2011 (α/α .../2011), την οποία στη συνέχεια μετέφερε στη διαδικασία και τις διατάξεις του ν. 4178/2013 με την υποβολή σχετικής αίτησης και την έκδοση της με α/α .../4.8.2014 βεβαίωσης περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 4178/2013 για αυθαίρετες κατασκευές (προσθήκες κατ’ επέκταση ισογείου κατοικίας-κλείσιμο βεράντας) συνολικού εμβαδού κατά την τεχνική έκθεση 38,88 τ.μ. Στην ως άνω βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 4178/2013 (α/α .../4.8.2014) συμπεριελήφθησαν και οι υπαχθείσες στον ν. 3843/2010 αυθαίρετες κατασκευές στο κοινόχρηστο τμήμα της πιλοτής του κτιρίου. Ο Γ. ... υπέβαλε καταγγελία-προσφυγή με την οποία αμφισβήτησε τη νομιμότητα και της ανωτέρω δήλωσης με α/α .../2011, η οποία είχε μεταφερθεί στον ν. 4178/2013, και ζήτησε την ακύρωσή της, ισχυριζόμενος ότι η εν λόγω αίτηση παρανόμως είχε υποβληθεί μόνο από την Π., διότι αφορούσε αυθαίρετες κατασκευές καθ’ υπέρβαση της δόμησης και κάλυψης στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, και θα έπρεπε να έχει τη συναίνεση των λοιπών συνιδιοκτητών και του ιδίου. Η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε με την .../24.11.2016 (θέμα ...) πράξη του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. της Π.Ε. Βορείου Τομέα Αθηνών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, με την αιτιολογία ότι, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. δ υποπερ. ι΄ του ν. 4178/2013 και επειδή στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται κανονισμός πολυκατοικίας, για την υπαγωγή των αυθαιρέτων στον ν. 4178/2013 υπάρχει η απαιτούμενη από την ισχύουσα νομοθεσία πλειοψηφία των ψήφων των συνιδιοκτητών του ακινήτου ανάλογα με τα ποσοστά της συνιδιοκτησίας τους και ειδικότερα η συναίνεση της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών (άνω του 50%). Μετά ταύτα, ο Γ. άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά της ανωτέρω πράξης του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α., με την οποία προέβαλε, πλην άλλων, ότι παραβιάζεται το δικαίωμά του στην ιδιοκτησία (άρθρο 17 του Συντάγματος), διότι με την τακτοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών επέρχεται, κατ’ αποτέλεσμα, αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος, στον βαθμό που κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι του ακινήτου, οι οποίοι από την πράξη σύστασης μένουν αδόμητοι, οικοδομήθηκαν και προσαρτήθηκαν παράνομα σε ιδιοκτησία και, ως εκ τούτου, δεν είναι πλέον κοινόχρηστοι. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 2791/2019 απόφαση δέχθηκε την αίτηση ακυρώσεως και ακύρωσε την προαναφερθείσα πράξη του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. κατά το μέρος που είχε απορρίψει την προσφυγή του αιτούντος, απέρριψε δε αντίστοιχα την ασκηθείσα ενώπιόν του παρέμβαση της Π., η οποία άσκησε στη συνέχεια την κρινόμενη έφεση κατά της ως άνω 2791/2019 απόφασης.
16. Επειδή, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο με βάση τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου και εν όψει όσων δέχθηκε ως προς την έννοια των διατάξεων του άρθρου 11 (παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. ι΄) του ν. 4178/2013 και των άρθρων 1 (παρ. 1) , 2 (παρ. 1 και 3), 3 (παρ. 1 και 2), 4 (παρ. 1), 5 και 13 (παρ. 1 και 2) του ν. 3741/1929 «Περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους» (Α΄ 4) και 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικα, έκρινε (σκ. 11) ότι, εφόσον οι επίδικες αυθαίρετες κατασκευές έγιναν σε κοινόχρηστους χώρους του ισογείου της προαναφερθείσας οικοδομής και οι συνιδιοκτήτες της δεν ρύθμισαν με κανονισμό το δικαίωμα χρήσεως των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, απαιτείτο, για την υπαγωγή των επίδικων αυθαίρετων κατασκευών στον ν. 4178/2013, η συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών και όχι μόνο της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών ανάλογα με τα ποσοστά της συνιδιοκτησίας τους, διότι η ανέγερση των επίδικων αυθαίρετων κατασκευών σε κοινόχρηστους χώρους του ισογείου της οικοδομής παρεμποδίζει τη σύγχρηση των κοινόχρηστων χώρων αυτών εκ μέρους των λοιπών οροφοκτητών στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο αιτών. Το δικάσαν έκρινε περαιτέρω ότι για τον ανωτέρω λόγο, βασίμως προβαλλόμενο, η προσβαλλόμενη .../24.11.2016 (θέμα ...) απόφαση του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. της ΠΕ Βορείου Τομέα Αθηνών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής είναι πλημμελώς αιτιολογημένη και την ακύρωσε κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η προσφυγή του αιτούντος-εφεσιβλήτου κατά της δήλωσης υπαγωγής των προαναφερθεισών αυθαιρέτων κατασκευών στον ν. 4014/2011, όπως η δήλωση μεταφέρθηκε στις διατάξεις του ν. 4178/2013.
17. Επειδή, με τον μοναδικό λόγο εφέσεως προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 (παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. ι΄) του ν. 4178/2013 έκρινε ότι για τη δήλωση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του νόμου κατασκευών σε κοινόχρηστους ή κοινόκτητους χώρους του ακινήτου απαιτείτο η συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών της οικοδομής επί της οδού ... και δεν αρκούσε η συναίνεση της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών με βάση τα ποσοστά της συνιδιοκτησίας τους, παρά το περί του αντιθέτου σαφές γράμμα της ως άνω διάταξης του νόμου.
18. Επειδή, όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, οι επίμαχες αυθαίρετες κατασκευές πραγματοποιήθηκαν σε κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του ισογείου της οικοδομής στην οδό ... του Δήμου ... Αττικής. Εξάλλου, στην ως άνω οικοδομή δεν είχε καταρτισθεί κανονισμός οροφοκτησίας και, επιπλέον, ο εφεσίβλητος, που είναι κύριος οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής, αμφισβήτησε με καταγγελίες και προσφυγή στο ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. τη νομιμότητα της υπαγωγής των επίμαχων αυθαιρέτων κατασκευών και αλλαγών χρήσεων επί κοινοχρήστων μερών της οικοδομής στον ν. 4014/2011 και ακολούθως στον ν. 4178/2013, ισχυριζόμενος ότι οι αυθαίρετες κατασκευές είναι κατεδαφιστέες, διότι πραγματοποιήθηκαν σε κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και ότι για την υπαγωγή απαιτείτο και η δική του συναίνεση. Εν όψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν για την έννοια της διάταξης του άρθρου 11 (παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. ι΄) του ν. 4178/2013 (ανωτ. σκ. 13), εν προκειμένω η πολεοδομική αρχή και, αντίστοιχα, το ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. της ΠΕ Βορείου Τομέα Αθηνών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, δεν μπορούσαν να αποδεχθούν την αίτηση για την υπαγωγή των επίμαχων κατασκευών στον ν. 4178/2013, την οποία είχε υποβάλει η εκκαλούσα, θεωρώντας ότι αρκεί η πλειοψηφία των ποσοστών των συνιδιοκτητών της ανωτέρω οικοδομής, αλλά όφειλαν, λόγω της εναντίωσης του εφεσιβλήτου, συνιδιοκτήτη οριζόντιων ιδιοκτησιών στην οικοδομή, να δεχθούν την προσφυγή του και να απορρίψουν ή να ακυρώσουν την υποβληθείσα αίτηση της εκκαλούσας. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία που παρέθεσε το ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. στην .../24.11.2016 (θέμα ...) πράξη του ήταν μη νόμιμη και, ως εκ τούτου, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ορθώς, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, ακύρωσε την πράξη αυτή, καθ’ ο μέρος το εν λόγω όργανο είχε απορρίψει την προσφυγή του εφεσιβλήτου κατά της αίτησης της εκκαλούσας περί υπαγωγής των επίμαχων αυθαιρέτων κατασκευών στις διατάξεις του ν. 4178/2013, ο δε λόγος εφέσεως και όλοι οι συναφείς με αυτόν ισχυρισμοί της εκκαλούσας με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, ερειδόμενοι επί διαφορετικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 11 (παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. ι΄) του ν. 4178/2013, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, η διάταξη του άρθρου 11 (παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. ι΄) του ν. 4178/2013 αντίκειται στα άρθρα 17 και 24 (παρ. 2) του Συντάγματος για τους λόγους που εκτέθηκαν και, επομένως, δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής για την υποβολή αίτησης υπαγωγής των επίμαχων αυθαιρέτων κατασκευών στον ν. 4178/2013. Νομίμως, συνεπώς, το δικάσαν, ανεξαρτήτως της ορθότητος της αιτιολογίας του, ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α., ο δε προβαλλόμενος λόγος εφέσεως, που αμφισβητεί τη νομιμότητα και ορθότητα της αιτιολογίας της εκκαλούμενης απόφασης, πρέπει, κατά τη γνώμη αυτή, να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
19. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Κηρύσσει άκυρη την παράσταση στο ακροατήριο του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Επιλύει το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 11 (παρ. 1 περ. δ΄ υποπερ. ι΄) του ν. 4178/2013, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Διακρατεί και εκδικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της έφεσης.
Επιβάλλει στην εκκαλούσα τη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται συνολικά (ενώπιον του Ε΄ Τμήματος και της Ολομελείας) στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2024
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
και μετά την αποχώρησή της
Ευαγγελία Νίκα Σταυρούλα Χάρου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2025.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Μιχαήλ Πικραμένος Σταυρούλα Χάρου