ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 14746/2025

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Κωνσταντίνα Κιζιρίδου, Πρωτόδικη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τη Γραμματέα Αιμιλία Γούση.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2024, για να δικάσει τη με γενικό αριθμό κατάθεσης ...../24-7-2024 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ...../24-7-2024 αγωγή, με αντικείμενο τη ρύθμιση άσκησης της επιμέλειας ανηλίκου τέκνου.

ΕΝΑΓΩΝ : ……….., κάτοικος ………. (οδός ………..), με Α.Φ.Μ. ………., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Στέλλας Κουλοβασιλοπούλου (Α.Μ.Δ.Σ. Θεσσαλονίκης …….), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ : ………. κάτοικος ………. (οδός ………..), με Α.Φ.Μ. ……….., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Κόκκα (Α.Μ.Δ.Σ. Θεσσαλονίκης ………), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με το ν. 4800/2021 (ΦΕΚ Α' 81/21-5-2021) περί "Μεταρρυθμίσεων αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις" και δη με τα Κεφάλαια Α και Β αυτού αντικαθίσταται ή τροποποιείται σειρά διατάξεων του ενδέκατου Κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα για τις σχέσεις γονέων και τέκνων και ιδίως για τα θέματα της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων (άρθρα 1510-1541 του Αστικού Κώδικα), ως ίσχυαν, ιδίως μετά τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η οποία συντελέστηκε με το ν. 1329/1983 και εναρμόνισε τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος για την ισότητα των φύλων και προς το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία της παιδικής ηλικίας. Η ισχύς του νόμου αυτού, ως προς τα ανωτέρω Κεφάλαια, αρχίζει από τις 16-9-2021 (Κεφάλαιο Η' άρθρο 30), ενώ, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 18 (Κεφάλαιο Ε'), τα Κεφάλαια δ' και Γ εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου, αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Το Κεφάλαιο Α, υπό τον τίτλο "Σκοπός και Αντικείμενο", ορίζει ότι "Ο παρών νόμος αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντος το τέκνου δια της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων κατά την ανατροφή του και την εκπλήρωση της ευθύνης τους έναντι αυτού. Οι διατάξεις του ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, που δεσμεύουν τη Χώρα, ιδίως με τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992 και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), που κυρώθηκε με το ν. 4531/2018. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 και 1520 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκαν ή τροποποιήθηκαν με τον ως άνω νόμο, συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει, ιδίως, την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επιπλέον δε, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορά στο πρόσωπο ή στην περιουσία του. Σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, ωστόσο, οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Με την εν λόγω ρύθμιση, η οποία βρίσκεται σε αρμονία με τη διάταξη του άρθρου 1510 εδαφ. α' του Α.Κ., που αναφέρεται στην έγγαμη συμβίωση, καθιερώνεται εκ του νόμου η κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, ακόμη και αν δεν υπάρχει συμφωνία των γονέων ή απόφαση του δικαστηρίου. Με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 1513 του Α.Κ., η συνέχιση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μπορεί να αποκλειστεί, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1514 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και όχι σε κάθε περίπτωση. Με την έννοια αυτή, η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, σύμφωνα με το νέο δίκαιο είναι υποχρεωτική, αφού ισχύει εκ του νόμου και ανεξάρτητα από το εάν τη θέλουν οι γονείς. Με τον όρο "εξακολουθούν" καταφάσκεται η αναγκαιότητα αδιατάρακτης και αδιάκοπης διαβίωσης του ανηλίκου, υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες ζούσε πριν από το χωρισμό των γονέων του και, ιδίως, αυτές που αφορούν στις μεθόδους και στη φιλοσοφία ανατροφής, διαπαιδαγώγησης, εκπαίδευσής του, τις επιλογές ως προς τις εξωσχολικές του δραστηριότητες, την ψυχαγωγία του και τις κοινωνικές του συναναστροφές, αφού η διάσταση, το διαζύγιο, η διακοπή της συμβίωσης ή η ακύρωση του γάμου των γονέων του, δεν πρέπει να μεταβάλουν τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου, η οποία πρέπει να ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς, καθόσον βασικός σκοπός είναι η ψυχική υγεία του ανήλικου τέκνου, η ομαλή ένταξή του στο κοινωνικό περιβάλλον και η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Με τον όρο "εξίσου" αποδίδεται η θεμελιώδης αρχή του οικογενειακού δικαίου, η οποία εισήχθη με το ν. 1329/1983 και εναρμόνισε, στο θέμα τούτο, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς τα άρθρα 4 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, περί της ισότιμης συμβολής και των δύο γονέων στην ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση του τέκνου και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Για τη λήψη της απόφασης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του για την άσκηση της γονικής μέριμνας. Με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1514 του Α.Κ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων δεν είναι δυνατή, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων, η ρύθμιση αυτής γίνεται από το δικαστήριο, ενώ, ως περιπτώσεις διαφωνίας αναφέρονται, ενδεικτικά ("ιδίως"), οι περιπτώσεις που ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει στη γονική μέριμνα ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησής της, ή αν συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου, ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αρκεί, απλώς, η διαφωνία των γονέων για να απονείμει ο δικαστής την αποκλειστική επιμέλεια στον ένα γονέα. Πιο συγκεκριμένα, αν δεν συντρέξει σπουδαίος λόγος, που εγκυμονεί κινδύνους για το παιδί (περίπτωση κακοποιητικού, ψυχικά διαταραγμένου ή παντελώς αδιάφορου γονέα) ή αν δεν συντρέξει πραγματική αδυναμία άσκησης της συνεπιμέλειας από τον ένα γονέα, λόγω της μόνιμης μετεγκατάστασης του παιδιού σε άλλη πόλη ή χώρα, δεν νοείται ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στον άλλο γονέα ή έστω κατανομή της επιμέλειας, που μόνο κατ' επίφαση θα επέτρεπε την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του παιδιού, διότι, διαφορετικά, ο δικαστής θα υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και θα ερμήνευε ή και θα εφάρμοζε εσφαλμένα το άρθρο 1514 του Α.Κ. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του τέκνου και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το "βέλτιστο συμφέρον του τέκνου”, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητα και υπεύθυνη προσωπικότητα. Ο όρος "βέλτιστο συμφέρον" κατ' ουσίαν αποδίδει την προϊσχύσασα έννοια του "συμφέροντος του τέκνου" και, επομένως, δεν εισάγεται διαφοροποίηση σε σχέση με το προϊσχύσαν δίκαιο, ως προς την έννοια και το περιεχόμενο της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του παιδιού. Ως τέτοιο (συμφέρον του παιδιού) νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Πα την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας παρέχονται, για πρώτη φορά, από το νομοθέτη, εκ των προτέρων, προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις, εξαιτίας του φύλου, του σεξουαλικού του προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1511 παρ. 2 του Α.Κ. "η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχαν συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν στο τέκνο”. Τα κριτήρια αυτά αναδεικνύονται από το νομοθέτη και ισχυροποιούνται έναντι άλλων, χωρίς, ωστόσο, να δεσμεύουν το δικαστήριο, ως προς την ιεράρχηση ή την υιοθέτησή τους, στο σύνολό τους. Το κανονιστικό νόημα της αόριστης νομικής έννοιας υπερτερεί έναντι άλλου έννομου συμφέροντος, κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας (λ.χ. του συμφέροντος των γονέων, των απώτερων ανιόντων, τρίτων προσώπων που έρχονται σε επαφή με το παιδί). Γνώμονας για τη σχετική απόφαση του δικαστηρίου είναι μόνο το συμφέρον του ανήλικου παιδιού, όπως τούτο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Η εξατομικευμένη κρίση συνιστά και εφαρμογή της επιταγής του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία αποκλείει τη στερεότυπη αντιμετώπιση, ως προς την αξιολόγηση ατόμων και προσωπικών σχέσεων. Έτσι, κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, υπό καθεστώς ηρεμίας και ασφάλειας, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντας ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του, ενώ μεγάλης σημασίας είναι και η, κατά το δυνατό, μικρότερη διατάραξη του μέχρι τοΰδε τρόπου ζωής του παιδιού, έτσι ώστε να διαφυλαχθεί, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος του, δεδομένου ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής, έχει ήδη κλονίσει την ψυχική ισορροπία και την αίσθηση ασφάλειας του τέκνου. Η μικρή ηλικία του ανήλικου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές, παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την πρώιμη νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται υπεροχή στη μητέρα, ενώ, για το μεταγενέστερο χρόνο, αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού ωριμότητάς του, εφόσον αυτή είναι προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου. Πρέπει, εξάλλου, να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το βέλτιστο συμφέρον του. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής, το συμφέρον του ανηλίκου μπορεί να επιβάλει να συμβιώνει τόσο με τη μητέρα του όσο και με τον πατέρα του και, ακολούθως, εφόσον έτσι προκαλείται η μικρότερη δυνατή διατάραξη του τρόπου ζωής του, να ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας αυτού από κοινού στη μητέρα και τον πατέρα του, δηλαδή, να γίνεται χρονική (ή εναλλασσόμενη) κατανομή αυτής ανάμεσα στους δύο γονείς ενώ και η γονική μέριμνα να ανήκει από κοινού και στους δύο, οι οποίοι θα οφείλουν να φροντίζουν για την ομαλή ανάπτυξη και το καλό του τέκνου τους από κοινού. Η έλλειψη δε συνεργασίας των γονέων δεν πρέπει να συνιστά εμπόδιο επιλογής της χρονικής κατανομής της επιμέλειας. Επίσης, η τυχόν εξάρτηση της χρονικά κατανεμημένης γονικής μέριμνας ή επιμέλειας από τη διάθεση συνεργασίας των γονέων αποδυναμώνει τη συγκεκριμένη λύση, διότι αφήνει τη δυνατότητα στο γονέα, που είναι περισσότερο συναισθηματικά δεμένος με τα παιδιά, να τα επηρεάσει σε βάρος του άλλου γονέα και να επιτύχει, μέσω της άρνησής του να συνεργαστεί για μια τέτοια λύση, το μείζον, ήτοι να ασκεί αυτός αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των τέκνων, περιθωριοποιώντας τον άλλο γονέα. Για το σκοπό αυτό, λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα και υπευθυνότητα κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Διάκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ της χρονικής κατανομής της άσκησης της επιμέλειας μεταξύ των γονέων και της εναλλασσόμενης διαμονής (κατοικίας) του τέκνου. Η πρώτη συνιστά μορφή κατανομής της άσκησης της γονικής μέριμνας με περιοδικότητα και συνεπάγεται ότι το παιδί έχει εναλλασσόμενη κατοικία στον τόπο κατοικίας του γονέα του, ο οποίος, στο πλαίσιο αυτό, ασκεί μόνος του, κάθε φορά, τις πράξεις επιμέλειας του παιδιού για όλα τα θέματα, με εξαίρεση εκείνα που αφορούν στον πυρήνα, κατ' άρθρο 1519 παρ. 1 του Α.Κ. Αντιθέτως, η εναλλασσόμενη διαμονή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο αυτοτελώς, χωρίς την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, οπότε οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του παιδιού (συνεπιμέλεια) (Α.Π. 535/2022, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 426/2021, Α.Π. 1135/2020, Α.Π. 358/2019). Εφόσον δε, ενόψει των ανωτέρω, το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 426/2021, Α.Π. 1175/2020/βλ.για όλα τα ανωτέρω ΑΠ 78/2023,ΤΝΠ Νόμος).

II. Η διάταξη του άρθρου 1520 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του Ν 4800/2021, προβλέπει ότι "Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση. Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου. Αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για τη διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους ανώτερους ανιόντες και τους αδελφούς του, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους που έχουν αναπτύξει μαζί του κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης, εφόσον με την επικοινωνία εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου. Τα σχετικά με την επικοινωνία ζητήματα καθορίζονται ειδικότερα είτε με έγγραφη συμφωνία των γονέων είτε από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται και η παρ. 4 του άρθρου 1511. Όταν συντρέχει περίπτωση κακής ή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο τη μεταρρύθμιση της επικοινωνία.". Υπό τη νέα ρύθμιση καθιερώνεται ελάχιστο τεκμήριο χρόνου επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει. Σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση, «η καθιέρωση του ανωτέρω τεκμηρίου δημιουργεί μια υπαρκτή βάση διαλόγου μεταξύ των γονέων, ώστε να αποφεύγονται οι εντάσεις και οι διαφωνίες μεταξύ τους, ως προς το δικαίωμα επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα με το οποίο δεν διαμένει, οι οποίες αποβαίνουν εν τέλει σε βάρος του τέκνου». Επιπλέον, από τη διατύπωση της ρύθμισης συνάγεται ότι το δικαίωμα επικοινωνίας του άρθρου 1520 ΑΚ είναι λειτουργικό δικαίωμα, όπως και το δικαίωμα της γονικής μέριμνας, διότι συνιστά και υποχρέωση του γονέα ο οποίος διαμένει με το τέκνο. Ωστόσο, παρά την άνω πρόβλεψη εξακολουθεί, όπως και στο προϊσχύον δίκαιο, να μην υφίσταται αγώγιμη αξίωση, αφού όπως πάγια δέχεται μέχρι σήμερα η νομολογία και η θεωρία, δεν συνάδει με τη φύση της σχέσης γονέα και τέκνου αλλά και με το συμφέρον του τέκνου ο εξαναγκασμός του γονέα να επικοινωνεί με το τέκνο του, θέση η οποία εναρμονίζεται και με το σκοπό των τροποποιήσεων που επήλθαν με το Ν .4800/2021 όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 1 του άνω νόμου που, όπως προειπώθηκε, είναι η «εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου» (Ε. Κουνουγέρη- Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τ.Π, έκδ. 2021, σελ. 348, Κ. Φουντεδάκη, Το νέο δίκαιο των σχέσεων γονέων και παιδιών, εκδ. 2021, σελ. 84-85). Άλλωστε, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η πραγματική συγγενική σχέση δεν δημιουργείται ούτε διατηρείται με επιβαλλόμενη επικοινωνία και η δυνατότητα ή όχι επικοινωνίας με την εκτέλεση της σχετικής απόφασης. Και τούτο διότι, εφόσον πρόκειται για πράξη που αποκλειστικά εξαρτάται από τον υπόχρεο προσωπικώς, η εκτέλεση της απόφασης αυτής θα γινόταν κατά τις διατάξεις του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν θα επέφερε την πραγμάτωσή της, αφού η απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του υπόχρεου γονέα δεν εξασφαλίζει απαραίτητα πραγμάτωσή της (Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, 2004, τόμος Ε', άρθρο 1520, αριθμ. 5, σελ. 982, Ε.Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό δίκαιο II (4η εκδ. 2008), σελ. 331). Για την εφαρμογή του άρθρου 1520 ΑΚ σημασία έχει μόνο το γεγονός ότι ο γονέας μένει χωριστά από το τέκνο ανεξάρτητα από το αν ασκεί από κοινού με τον άλλο γονέα την επιμέλεια (βλ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ο.π, σελ 337). Επίσης προβλέπεται ως ειδική υποχρέωση του γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο η διευκόλυνση και η προώθηση της επικοινωνίας του τέκνου με τον άλλο γονέα, η οποία νοείται ως η εμφύσηση στο παιδί καλών αισθημάτων για τον άλλο γονέα και η καλή συνεργασία προκειμένου να καθοριστούν οι πρακτικές λεπτομέρειες της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας (βλ. Ε Κουνουγέρη- Μανωλεδάκη, ο.π. σελ 338). Περαιτέρω, ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου. Η εν λόγω ρύθμιση εισάγει μαχητό τεκμήριο ως προς το χρόνο επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, καθοριζόμενου στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, θέτει ως στόχο την ομαλή ψυχοπνευματική του ανάπτυξη τέκνου και την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του και ταυτόχρονα την αποφυγή δικαστικών διενέξεων και εντάσεων μεταξύ των γονέων, οι οποίες αντιβαίνουν το συμφέρον του τέκνου (βλ. Αιτιολογική Έκθεση). Ωστόσο, συνεπέστερη στον παιδοκεντρικό χαρακτήρα των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου είναι η θέση να μην εμμείνει κανείς αυστηρά στην τυπική λειτουργία του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου, που θα επέβαλε το βάρος απόδειξης της αντίθεσης του 1/3 προς το συμφέρον του παιδιού να φέρει ο αντίδικος του δικαιούχου της επικοινωνίας, ενόψει και της ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του εδαφ. β' του άρθρου 1520 ΑΚ, να καθορίσει μικρότερο ή μεγαλύτερο χρόνο επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, με γνώμονα πάντοτε τη μη διατάραξη της καθημερινότητας του τέκνου, όταν από το σύνολο του πραγματικού υλικού που έχει τεθεί υπόψη του προκύπτει η αντίθεσή του προς το πραγματικό συμφέρον του παιδιού, ακόμη και όταν ο εναγόμενος γονέας δεν προβάλλει σχετικό ισχυρισμό, η κρίση ωστόσο του Δικαστηρίου, περί καθορισμού μικρότερου ή μεγαλύτερου χρόνου επικοινωνίας, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στη διάταξη (Κ.Φουντεδάκη, ο.π., σελ. 91). Ειδικότερα, δε επισημαίνεται ότι η επιβαλλόμενη συνεκτίμηση της προσωπικής γνώμης του ίδιου του ανήλικου (άρθρο 1520 § 1 εδ. 4 ΑΚ) σε συνδυασμό με την αξιολογική στάθμιση και αξιολόγηση των συμφερόντων των γονέων και του τέκνου μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική ad hoc διευθέτηση του χρόνου και τρόπου επικοινωνίας από αυτή που προτείνουν στο Δικαστήριο οι διάδικοι γονείς ή τεκμαίρεται ex ante και in abstracto ως ωφέλιμη από το άρθρο 1520 §1 εδ.γ' ΑΚ (ΜΠρΘεσ317/2022,ΤΝΠ Νόμος). Το συμφέρον του τέκνου, ως κριτήριο για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που εξειδικεύεται από το δικαστήριο ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, συνεκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν με βάση αξιολογικά κριτήρια, αντλούμενα από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδο ψυχιατρικής (ΑΠ 58/2017, ΑΠ 255/2011 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, «συνολικός χρόνος» είναι αυτός που προσδιορίζεται ημερολογιακά, ήτοι το ένα τρίτο (1/3) της εκάστοτε χρονικής περιόδου που διανύει το παιδί στη ζωή του (σχολική χρονιά, θερινές ή εορταστικές διακοπές κ,ο.κ.), χωρίς να ενδιαφέρει ο εννοιοκρατικός υπολογισμός του 1/3 εκ του συνόλου των ωρών ενός έτους (Α. Βαλτούδης, Συνεπιμέλεια και εναλλασσόμενη κατοικία στο νέο οικογενειακό δίκαιο, ΕλλΔνη 2021, σελ. 1007). Η εκδοχή ότι για τον καθορισμό του χρόνου επικοινωνίας και τον υπολογισμό του τεκμηρίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός "διαθέσιμος" χρόνος του τέκνου δημιουργεί περαιτέρω ασάφειες και άρα κίνδυνο για περαιτέρω δικαστικές διενέξεις μεταξύ των γονέων, ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου αυτού (διαθέσιμου), Ιδίως κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους όπου είναι αυξημένες όχι μόνο οι καθημερινές υποχρεωτικές σχολικές δραστηριότητες του ανηλίκου τέκνου, αλλά και οι αναγκαίες εξωσχολικές δραστηριότητες που κατατείνουν στην ψυχοπνευματική του ανάπτυξη και την κοινωνική του ανέλιξη (αθλητικές, καλλιτεχνικές κ.α.), ενώ παράλληλα ανακύπτει ζήτημα αν για τον προσδιορισμό του χρόνου αυτού (διαθέσιμου) θα λαμβάνεται ή όχι ο χρόνος ανάπαυσης, ψυχαγωγίας και των κοινωνικών συναναστροφών του τέκνου και ιδίως με τους συνομηλίκους του, αλλά και για το ποια είναι η διάρκεια και ποιος είναι ο αναγκαίος χρόνος για την πραγμάτωση όλων των ανώτερων, προκεψένου αφού υπολογισθούν χρονικά οι ανελαστικές (π.χ. σχολικές δραστηριότητες, ανάπαυση) και ελαστικές (πχ. ψυχαγωγία) ανωτέρω ανάγκες του ανηλίκου τέκνου να εξευρεθεί ο «διαθέσιμος» συνολικός χρόνος επί του οποίου θα ισχύσει το άνω τεκμήριο (βλ. για όλα τα ανωτέρω ΜΕφΑΘ 20/2023,ΤΝΠ Νόμος).

III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 4640/2019, κατά τις κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις του, ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό διαμεσολάβησης που πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαμεσολαβητή, β) την ημερομηνία και τον τόπο που έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση, γ) τα πλήρη στοιχεία των μερών που προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση και τα ονόματα των νομικών παραστατών τους, δ) αναφορά στη συμφωνία ή τον ειδικότερο τρόπο με τον οποίο τα μέρη προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος, ε) τα πλήρη στοιχεία τυχόν άλλων προσώπων που μετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και στ) τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά τη διαμεσολάβηση ή τη διαπίστωση περί μη επίτευξης συμφωνίας (παρ.1). Μετά το πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης, το πρακτικό υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες τους. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, το πρακτικό μπορεί να υπογράφεται μόνο από τον διαμεσολαβητή. Κάθε μέρος δύναται να καταθέσει το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας οποτεδήποτε στη γραμματεία του καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Μετά την κατάθεση του πρακτικού στο Δικαστήριο η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται... Το πρακτικό της διαμεσολάβησης του παρόντος άρθρου αποτελεί, από την κατάθεσή του στη γραμματεία του κατά την παράγραφο 2 αρμόδιου δικαστηρίου, εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ, εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Το απόγραφο εκδίδεται ατελώς από τον δικαστή ή τον πρόεδρο του κατά την παράγραφο 2 αρμόδιου Δικαστηρίου (παρ.3). Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το πρακτικό διαμεσολάβησης επιδρά και διαμορφώνει έννομες σχέσεις του ουσιαστικού δικαίου και επομένως μπορεί να συνιστά και σύμβαση ουσιαστικού δικαίου (ενοχική, υποσχετική και αμφοτεροβαρή), που ενσωματώνει συμφωνία των μερών που έχει τον χαρακτήρα εξωδικαστικού συμβιβασμού. Δεν έχει δε το χαρακτήρα δικαστικής απόφασης, δεν ελέγχεται ούτε επικυρώνεται από Δικαστή, μολονότι με την κατάθεσή του επιφέρει κατάργηση τυχόν εκκρεμούς δίκης στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών (ήτοι επέρχεται συνέπεια αντίστοιχη με ύπαρξη δεδικασμένου, που προϋποθέτει δικαστική διάγνωση της διαφοράς), αλλά εκφράζει και περιέχει δεσμευτικά τη βούληση των μερών (βλ. σχετικά με τη νομική φύση του πρακτικού διαμεσολάβησης εκτενέστερα, Πλεύρη Α., Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, Ερμηνεία κατ’άρθρο,2021, υπό άρθρο 8, σελ. 229-256 και ιδίως 232-233,239-240,244-245 και 254-255). Εξάλλου, υπό το νέο νομικό καθεστώς του ν.4800/2021, αν οι γονείς συμφωνούν να παρεκκλίνουν από τον κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας, δεν προσφεύγουν πια στο δικαστήριο, όπως χρειαζόταν υπό το προηγούμενο δίκαιο, αλλά μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα (άρθρο 1514 § 1 του ΑΚ). Ειδικότερα, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 1514 § 1 του ΑΚ, όπως ισχύει «Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα. Το ανωτέρω έγγραφο ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) έτη και παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή του». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1520 παρ. 3 ΑΚ προβλέπεται ειδικά για το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με ανήλικο τέκνο ότι «Τα σχετικά με την επικοινωνία ζητήματα καθορίζονται ειδικότερα είτε με έγγραφη συμφωνία των γονέων είτε από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται και η παρ. 4 του άρθρου 1511». Στα ανωτέρω έγγραφα (βέβαιης χρονολογίας, μάλιστα, ως προς τα ζητήματα της γονικής μέριμνας) περί ρύθμισης του τρόπου άσκησης της γονικής μέριμνας ανηλίκου και επικοινωνίας με αυτό, ενόψει των χαρακτηριστικών του που αμέσως προεκτέθηκαν, εντάσσεται κατά τη γνώμη του παρόντος Δικαστηρίου και το πρακτικό εξωδικαστικής διαμεσολάβησης, συνταχθέν κατά το άρθρο 8 του ν. 4640/2019, το οποίο δυνητικά, εφόσον κατατεθεί στη Γραμματεία του καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η εκδίκαση της υπόθεσης, μπορεί να αποτελεί εκτελεστό τίτλο ως προς τις συμφωνίες που περιέχει και να επιφέρει και κατάργηση τυχόν εκκρεμούς δίκης. Ωστόσο, ο εξοπλισμός του πρακτικού διαμεσολάβησης με την ιδιότητα εκτελεστού τίτλου σύμφωνα με την περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ δεν προσδίδει στο ανωτέρω πρακτικό, όπως προεκτέθηκε και την ιδιότητα δικαστικής απόφασης, ώστε να αναδίδει συνέπειες συνδεόμενες με αυτήν (πχ δεδικασμένο) και συνεπώς τυχόν μεταρρύθμιση των συμφωνιών ως προς τα ζητήματα άσκησης της γονικής μέριμνας που εμπεριέχει θα μπορούσε να εξεταστεί υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων αναλογικής (και όχι ευθείας) εφαρμογής του άρθρου 1536 ΑΚ [βλ.σχετικά και ΜΠρΠειρ 60/2022, ΤΝΠ Νόμος, σύμφωνα με την οποία συμφωνίες ενόψει συναινετικού διαζυγίου (ΑΚ 1441), συμφωνίες μετά το διαζύγιο (παλαιό ΑΚ 1513) ή τη διάσταση (παλαιό ΑΚ 1514), συμφωνίες για την άσκηση της επικοινωνίας είναι δυνατό να ανακληθούν ή μεταρρυθμιστούν κατ’ εφαρμογή της ΑΚ 1536 , η οποία εφαρμόζεται αναλογικά, ακόμα και κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων].

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ύστερα από την παραδεκτή και νόμιμη παραίτησή του με αυτήν από την υπ’ αρ. κατάθεσης ………./2024 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατ’ άρθρ. 294 εδ. α, 295 § 1 εδ. α και 297 ΚΠολΔ, η οποία ως εκ τούτου θεωρείται μη ασκηθείσα, ο ενάγων εκθέτει ότι κατά τη διάρκεια του γάμου του με την εναγόμενη απέκτησαν τρία τέκνα, τον …….., που γεννήθηκε στις 9-2-2003, τον ………, που γεννήθηκε στις 16-5-2005 και τον ………., που γεννήθηκε στις 9-7-2015. Ότι κατόπιν της διακοπής της έγγαμης συμβίωσής τους, λόγω της επιθυμίας και επιλογής του να αποφευχθεί η ταλαιπωρία του ανήλικου Ι………… σε δικαστικές αίθουσες, προσέφυγαν στο θεσμό της διαμεσολάβησης για την επίλυση όλων των εκκρεμών ζητημάτων που αφορούσαν το ανήλικο τέκνο τους και τελικά υπέγραψαν το από 4-10-2022 πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 7-10-2022 με αριθμό ..../2022. Ότι δυνάμει του ανωτέρω πρακτικού διαμεσολάβησης, το οποίο ορίστηκε ότι θα έχει διάρκεια δύο ετών, ήτοι έως τον Αύγουστο του έτους 2024, συμφωνήθηκε ότι αμφότεροι οι γονείς του ανήλικου …….. θα ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του, ενώ ρυθμίστηκε και το δικαίωμα επικοινωνίας του ίδιου με το τέκνο κατά τον αναφερόμενο τρόπο. Περαιτέρω, εκθέτει ότι η εναγόμενη παραβιάζει συστηματικά τους όρους του προαναφερόμενου πρακτικού διαμεσολάβησης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, αρνείται να προσφύγουν εκ νέου στη διαδικασία της διαμεσολάβησης για να επιλύσουν τις σχετικές με τον τρόπο άσκησης της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου διαφορές τους, και παρεμποδίζει την ομαλή επικοινωνία του με το τέκνο. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος ότι έχει αναπτύξει έναν ισχυρό ψυχικό και συναισθηματικό δεσμό με το ανήλικο τέκνο του, ότι επιδιώκει συστηματική και ουσιαστική επικοινωνία με αυτό, ότι ο ίδιος φροντίζει το ανήλικο τέκνο με απόλυτη καταλληλότητα και επάρκεια, ότι το συμφέρον του τέκνου εξυπηρετείται από τη συμμετοχή και των δύο γονέων του στην ανατροφή του, καθώς και το γεγονός ότι η οικία του βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από την κατοικία της εναγόμενης, ζητεί να ρυθμιστεί η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου με την ανάθεσή της από κοινού σε αμφότερους τους διαδίκους με το σύστημα της εναλλασσόμενης διαμονής του στις κατοικίες τους ανά εβδομάδα, κατά τον περιγραφόμενο τρόπο, και να διαταχθεί η απόδοση του τέκνου στον ίδιο κατά τους αναφερόμενους χρόνους, με απαγγελία σε βάρος της εναγόμενης χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός για την περίπτωση μη συμμόρφωσής της, άλλως να ρυθμιστεί η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του με το ανήλικο κατά τον προτεινόμενο στην αγωγή τρόπο, με αντίστοιχη υποχρέωση της εναγόμενης να ανέχεται την επικοινωνία και με απαγγελία σε βάρος της χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνών για την περίπτωση μη συμμόρφωσής της. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτά και αρμόδια καθ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 17 αρ. 1 και 2, 22 ΚΠολΔ), εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρο 592 επ. Και 606 επ ΚΠολΔ). Εξάλλου για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής α) επιχειρήθηκε εκ μέρους του Δικαστηρίου προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς στο ακροατήριο, κατ’ άρθρο 611 ΚΠολΔ, η οποία απέβη ανεπιτυχής, όπως εκτίθεται αναλυτικά κατωτέρω και β) προσκομίστηκε το από 22-7-2024 έγγραφο ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση (άρθρο 3 παρ. 2 ν. 4640/2019) και το από 8-10-2024 πρακτικό περάτωσης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, στην οποία υπάγεται η παρούσα οικογενειακή διαφορά (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 4640/2019). Κατά τα λοιπά, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518, 1520 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν.4800/2021, καθώς και 176, 613, 907, 908, 950 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ. Εξάλλου, το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής στο σύνολό της είναι μη νόμιμο ως προς τις διαπλαστικές διατάξεις που αφορούν στην ανάθεση της άσκησης της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου. Το ίδιο ως άνω παρεπόμενο αίτημα έχει πεδίο εφαρμογής και είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 907, 908 παρ. 1 περ. β': α) ως προς την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 613 και 950 παρ. 1 ΚΠολΔ διάταξη περί απόδοσης ή παράδοσης τέκνου, η οποία έχει καταψηφιστικό χαρακτήρα και περιλαμβάνεται πλέον αυτεπαγγέλτως σε κάθε απόφαση με την οποία ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου ανηλίκου τέκνου στον έναν γονέα (βλ. σχετ. Πλεύρη Α., «Οι συμπληγάδες της αναγκαστικής εκτέλεσης επί υποχρέωσης προς παράδοση ή απόδοση τέκνου και επί παρεμπόδισης του δικαιώματος επικοινωνίας γονέα με τέκνο - Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 950 Κ.ΠολΔ., ΕλλΔνη4/2021 (62),σελ. 1034 επ. καθώς και σχόλια της ιδίας επί της ΜΠρΘεσ 5607/2022, Αρμ 2022 (6), σελ. 961 επ.), β) ως προς τη ρυθμίζουσα την επικοινωνία γονέα και τέκνου διάταξη, με την οποία ταυτόχρονα ο ένας γονέας υποχρεώνεται να ανέχεται την επικοινωνία του άλλου γονέα με το τέκνο, που μπορεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, κατ'άρθρο 908 παρ.1 ΚΠολΔ, όταν το Δικαστήριο εκτιμά ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο, διότι αυτό επιτάσσει το συμφέρον του τέκνου, ενώ ως προς την εκτέλεση της απόφασης που απαγγέλλει την προσωπική κράτηση, απαιτείται τελεσιδικία (βλ. ΜΠρΘεσ 4752/2022,ΤΝΠ Νόμος=Αρμ 5/2022, 774επ., με σύμφωνες παρατηρήσεις Α. Πλεύρη, ΜΠρΠατρ 562/2018, ΜΠρΑθ 652/2016, για την αντίθετη άποψη σε ΜΠρΑθ 2466/2018, ΜΠρΘεσ 16005/2018, ΜΠρΛαρ 525/2015, Νόμος). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, λαμβανόμενα υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων α) η υπ'αρ, 15785/2023 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και η υπ'αρ. 959/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν μεταξύ των ιδίων διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία, β) οι υπ'αρ. 16438/2022 και 2188/2023 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού που εκδόθηκαν μεταξύ των ιδίων διαδίκων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η υπ'αρ. 7989/2024 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που εκδόθηκε μεταξύ του ενάγοντας και των ενήλικων τέκνων του, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, γ) οι προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες (άρθρο 444 § 1 περ. γ' ΚΠολΔ), των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε από την αντίδικό του, δ) οι εκτυπώσεις μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (email) που περιήλθαν στους διαδίκους, ως παραλήπτες και εμπίπτουν στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου ως μηχανικής απεικόνισης του άρθρου 444 αρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 405/2008 ΕΠολΔ 2008,σελ 657, παρατηρήσεις Γ. Κόντη, ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004, σελ 724),ε) η άνευ ημερομηνίας γνωμοδότηση της ψυχολόγου Α……… συνταχθείσα με επιμέλεια της εναγόμενης (άρθρο 390 ΚΠολΔ), από την από 11-11-2024 ένορκη βεβαίωση του Ι………., ενώπιον της δικηγόρου Άννας Πάγκου (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. ………), νομίμως κατατεθείσα στο Δικηγορικό Σύλλογο με αρ. πρωτ. /11-11-2024, κατ’ άρθρ. 83 §§5, 17 Ν. 4790/2021, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, με πρωτοβουλία του οποίου έγινε μετά από νόμιμη πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση της αντιδίκου του (βλ. την από 5-11-2024 εξώδικη πρόσκληση μετά της συνημμένης υπ’ αρ. ……../ 76-11-2024 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Η………), από τις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη υπ'αρ. …../1-8-2022 και ……../1-8-2022 ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων, χωρίς να λαμβάνονται όμως υπ’όψιν ί) εκτυπώσεις που αφορούν μηνύματα του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων προς τον ενάγοντα, διότι δεν προκύπτει η χορήγηση συναίνεσης προς τούτο από την συνασκούσα τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του τέκνου εναγόμενη (βλ.και ΜΠρΧαν 176/2022,ΤΝΠ Νόμος), ii) τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με την προσθήκη επί των προτάσεων του ενάγοντος έγγραφα, και η υπ’αρ. ………._2024 ένορκη βεβαίωση της Β………. ενώπιον της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Άννας Πάγκου, διότι ουδόλως αφορούν σε αντίκρουση συγκεκριμένων αυτοτελών ισχυρισμών, ττροταθέντων με τις προτάσεις της αντιδίκου του, όπως απαιτείται για την παραδεκτή επίκληση και προσαγωγή τους, δοθέντος ότι η προσκομιδή αποδεικτικών μέσων στην προθεσμία της προσθήκης στις προτάσεις κατ' άρθρο 591 παρ. 1 στ. στ' ΚΠολΔ επιτρέπεται μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν για πρώτη φορά με τις κατατεθείσες προτάσεις, τοιούτων νοούμενων των αυτοτελών ισχυρισμών (ενστάσεων), και όχι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη της αγωγής ή την αντίκρουση πραγματικών περιστατικών, όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 623/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 543/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1103/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 659/2007 ΝοΒ 2007.1823), ίίί) η υπ’αρ. ......./15-11-2024 ένορκη βεβαίωση της ......... ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ........., που η εναγόμενη το πρώτον επικαλείται με την προσθήκη επί των προτάσεών της, καθότι ουδόλως αφορά σε αντίκρουση συγκεκριμένων αυτοτελών ισχυρισμών, προταθέντων με τις προτάσεις του αντιδίκου της, όπως απαιτείται για την παραδεκτή επίκληση και προσαγωγή της με την προσθήκη, αλλά απλώς αντικρούει τους αγωγικούς ισχυρισμούς και ενισχύει αντίστοιχα τους δικούς της ισχυρισμούς και, συνεπώς, θα έπρεπε να γίνεται επίκλησή της με τις προτάσεις της (βλ. άρθρο 591 παρ. 1 περ. στ.ΚΠολΔ/ΑΠ 471/2021, ΑΠ 321/2018, ΑΠ 543/2014, ΑΠ 163/2014, ΕφΔυτΜακ 39/2015, ΤΝΠ Νόμος), από τις ομολογίες των διαδίκων, που περιέχονται στις προτάσεις τους και ενυπάρχουν στις διευκρινίσεις που παρείχαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι οποίες ειδικά και περιοριστικά μνημονεύονται παρακάτω και εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 597 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι (ενήλικοι) διάδικοι τέλεσαν πολιτικό γάμο στις 7-11-2001 στο Δημαρχείο ........., που ακολούθως ιερολογήθηκε κατά το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα στις 25-8-2002 στον Ιερό Ναό …………. στη …………. Από τον γάμο τους απέκτησαν τρία τέκνα, τον …….., που γεννήθηκε στις 9-2-2003, τον ……., που γεννήθηκε στις 16-5-2005, ήδη ενήλικα σήμερα και τον …….., που γεννήθηκε στις 9-7-2015. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε οριστικά σε ιδιαίτερα τεταμένο κλίμα με περιστατικά συνεχών διαπληκτισμών, κατά τον Αύγουστο του έτους 2022, οπότε και η εναγόμενη άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε βάρος του ενάγοντας την υπ'αρ. κατάθεσης ………/2022 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε την προσωρινή μετοίκηση του ενάγοντας από την ευρισκόμενη επί της οδού ……… στη ……… οικογενειακή στέγη και την παραχώρησή της στην ίδια. Επί της αίτησης αυτής, και αφού ήδη ο ενάγων είχε αποχωρήσει από την οικογενειακή στέγη, οπότε η εναγόμενη παραιτήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από το σχετικό αίτημα μετοίκησής του, εκδόθηκε η με αριθμό 16438/2022 απόφαση, δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε προσωρινά στην εναγόμενη η αποκλειστική χρήση της ανωτέρω οικογενειακής στέγης. Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την με αριθμό κατάθεσης ………../2022 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα την προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου τους, ………., από κοινού σε αμφότερους τους γονείς του, με το σύστημα της εναλλασσόμενης ανά εβδομάδα διαμονής του τέκνου στην οικία εκάστου γονέα. Επίσης, προέβη σε αντίστοιχο αίτημα προσωρινής διαταγής και εκδόθηκε σχετικά η από 30-8-2022 προσωρινή διαταγή της Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ανατέθηκε προσωρινά η αποκλειστική επιμέλεια του ανηλίκου σε αμφότερους τους γονείς του, απορρίφθηκε το αίτημα περί ορισμού εναλλασσόμενης κατοικίας του τέκνου και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντας με το ανήλικο τέκνο του. Επιπλέον, άσκησε την υπ'αρ. κατάθεσης ………/23- 8-2022 αγωγή, με αίτημα την λύση του γάμου του με την εναγόμενη και την ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου τους ……….. από κοινού σε αμφότερους τους γονείς του, με το σύστημα της εναλλασσόμενης ανά εβδομάδα διαμονής του τέκνου στην οικία εκάστου γονέα. Εξάλλου, πριν από τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων (αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και αγωγής) σε μια προσπάθεια των διαδίκων να επιλύσουν τα ζητήματα που άπτονταν της γονικής μέριμνας των τέκνων τους, ………. και ………, χωρίς προσφυγή στη δικαστική οδό, προκειμένου τα τέκνα να μην υποβληθούν στη δικαστική διαδικασία, στις 7-10- 2022 κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου το με αριθμό βιβλίου ………/2022 πρακτικό διαμεσολάβησης που υπέγραψαν ενώπιον του διαμεσολαβητή ………. Με βάση το ανωτέρω πρακτικό οι διάδικοι συμφώνησαν στην από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας των ανωτέρω τέκνων τους. Επιπλέον, ρύθμισαν το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με τον ……… ως ακολούθως: α) κάθε δεύτερο και τέταρτο σαββατοκύριακο του μήνα, ο πατέρας θα παραλαμβάνει το τέκνο από την εκάστοτε οικία της μητέρας του το Σάββατο και ώρα 9.00 π.μ. και θα το πηγαίνει τη Δευτέρα και ώρα 8.00 στο σχολείο του, ήτοι στο …….. Δημοτικό Σχολείο, από όπου θα το παραλαμβάνει το μεσημέρι η μητέρα του. Σε περίπτωση που το τέκνο δεν θα έχει σχολείο, τότε η μητέρα θα το παραλαμβάνει από την εκάστοτε οικία του πατέρα στις 9.00 π.μ. της Δευτέρας, β) κάθε πρώτη και τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα, το απόγευμα της Πέμπτης, ο πατέρας θα παραλαμβάνει το παιδί από το σχολείο στις 16.00 μ.μ., εκτός αν έχει αγγλικά, οπότε θα το παραλαμβάνει από το φροντιστήριο των αγγλικών στις 18.30 μ.μ. και η μητέρα θα το παραλαμβάνει από την εκάστοτε οικία του πατέρα ημέρα Σάββατο και ώρα 19.00 μ.μ., γ) κάθε εβδομάδα την ημέρα Τρίτη το απόγευμα, εφόσον δεν το απαγορεύουν οι περιστάσεις, ο πατέρας θα παραλαμβάνει το παιδί από την εκάστοτε οικία της μητέρας του στις 17.00, εκτός αν έχει αγγλικά, οπότε θα το παραλαμβάνει από το φροντιστήριο των αγγλικών στις 18.30 μ.μ. και η μητέρα θα το παραλαμβάνει από την εκάστοτε οικία του πατέρα, την ίδια ημέρα το βράδυ στις 21.00 μ.μ., δ) ως προς τις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι η επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους θα γίνεται ανά μια εβδομάδα εναλλάξ για τον κάθε γονέα, κατόπιν συνεννόησης και πάντα σύμφωνα με τις εργασιακές και λοιπές υποχρεώσεις τους και ειδικότερα κατά τις εορτές των Χριστουγέννων ο πατέρας θα παραλαμβάνει το τέκνο από την εκάστοτε οικία της μητέρας του από ώρα 17.00 της 23ης Δεκεμβρίου έως ώρα 17.00 της 30 Δεκεμβρίου, οπότε και η μητέρα θα το παραλαμβάνει από την εκάστοτε οικία του πατέρα, κατά τα μονά έτη και αντίστοιχα κατά τα ζυγά έτη ο πατέρας θα παραλαμβάνει το τέκνο από ώρα 17.00 της 30ης Δεκεμβρίου έως ώρα 17.00 της 6ης Ιανουαρίου, οπότε η μητέρα θα το παραλαμβάνει από την εκάστοτε οικία του πατέρα. Κατόπιν συνεννόησης η επικοινωνία με το παιδί κατά τη διάρκεια των διακοπών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς ενδέχεται να μεταβάλλεται, τηρουμένης της αναλογίας των εφτά ημερών για κάθε γονέα, εφόσον δεν απουσιάζει το παιδί εκτός …….. σε διακοπές με τον έτερο γονέα, ο οποίος οφείλει να ενημερώσει τον άλλο γονέα τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν, ε) κατά τις εορτές του Πάσχα ο πατέρας θα παραλαμβάνει το τέκνο από την εκάστοτε οικία της μητέρας του από ώρα 17.00 της Μ. Δευτέρας έως ώρα 21.00 της Κυριακής του Πάσχα κατά τα μονά έτη, οπότε η μητέρα θα το παραλαμβάνει από την εκάστοτε οικία του πατέρα και από ώρα 17.00 της Δευτέρα της Διακαινησίμου έως ώρα 21.00 της Κυριακής του Θωμά κατά τα ζυγά έτη οπότε η μητέρα θα το παραλαμβάνει από την εκάστοτε οικία του πατέρα. Κατόπιν συνεννόησης η επικοινωνία με το παιδί κατά τη διάρκεια των διακοπών του Πάσχα ενδέχεται να μεταβάλλεται, τηρουμένης της αναλογίας των εφτά ημερών για κάθε γονέα, εφόσον δεν απουσιάζει το παιδί εκτός ………. σε διακοπές με τον έτερο γονέα, ο οποίος οφείλει να ενημερώσει τον άλλο γονέα τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν, στ) κατά τις θερινές διακοπές κατά τον μήνα Ιούλιο και Αύγουστο ο ………… θα βρίσκεται για δέκα ημέρες με τον πατέρα του κατά τον μήνα Ιούλιο και για δέκα ημέρες κατά τον μήνα Αύγουστο, κατόπιν ειδικότερης συνεννόησης μεταξύ αμφότερων των συμβαλλόμενων για τον καθορισμό των ωρών και των ημερών. Αν αυτό δεν καθίσταται δυνατό, η συνεννόηση και επικοινωνία θα γίνεται μέσω των πληρεξούσιων δικηγόρων τους. Η επικοινωνία του πατέρα με τον ……….. κατά το υπόλοιπο των θερινών μηνών (20 ημέρες τον Ιούλιο και 20 ημέρες τον Αύγουστο) θα γίνεται κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο της σχολικής περιόδου, εφόσον το πρόγραμμα του παιδιού το επιτρέπει. Επιπλέον, στην ανωτέρω συμφωνία επισημάνθηκε ότι οι γονείς οφείλουν καί υπόσχονται να μην μεταφέρουν τις μεταξύ τους διαφωνίες στα ανήλικα τέκνα τους, ενώ συμφωνήθηκε ότι η παραπάνω επικοινωνία θα διατηρηθεί μέχρι το τέλος του Αυγούστου του έτους 2024, εκτός αν οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσουν στην έγγραφη τροποποίηση αυτής. Ως προς το ζήτημα συνεισφοράς του ενάγοντας στη διατροφή του τέκνου, ήταν αναγκαία η δικαστική παρέμβαση, καθόσον δεν ήταν εφικτή η εξωδικαστική επίλυσή του, εκδόθηκε δε σχετικά η με αριθμό 2188/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ο νυν ενάγων υποχρεώθηκε να καταβάλλει προσωρινά στην εναγόμενη, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, το ποσό των 250 ευρώ. Επίσης, κατόπιν άσκησης από τον ενάγοντα της υπ'αρ. κατάθεσης ………./2022 αγωγής, συνεκδικασθείσας με την υπ'αρ. κατάθεσης ………./2022 ανταγωγή της εναγόμενης, εκδόθηκε η με αριθμό 15785/2023 απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία, δυνάμει της οποίας, αφού έγινε δεκτή η αγωγή και απορρίφθηκε η ανταγωγή, απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων. Κατά της ανωτέρω απόφασης η εναγόμενη άσκησε την υπ'αρ. κατάθεσης ………./2024 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 959/2024 απόφαση, με την οποία, -κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα της λύσης του γάμου των διαδίκων- απορρίφθηκε η έφεση, καθόσον κρίθηκε ότι η εκκαλούσα και νυν εναγόμενη δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που αυτή επεδίωκε με την αγωγή της, δηλαδή η λύση του γάμου, έχει ήδη επέλθει με την παραδοχή με την εκκαλουμένη απόφαση της αγωγής διαζυγίου του εφεσίβλητου. Σημειώνεται ότι κατά της ανωτέρω απόφασης η εναγόμενη έχει ασκήσει την υπ'αρ. κατάθεσης ……../2024 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι, μετά τη σύναψη του ανωτέρω πρακτικού διαμεσολάβησης, οι διάδικοι υπήρξαν γενικά συνεπείς στην τήρηση του ορισθέντος προγράμματος επικοινωνίας του εναγόμενου με τον ανήλικο ………., ενώ, κατά την εφαρμογή του, έλαβαν χώρα άτυπα αλλαγές μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα η επικοινωνία κατά την Τρίτη κάθε εβδομάδας, λόγω της σύντομης διάρκειάς της, περιέπεσε σε αχρησία, όπως ισχυρίζεται ο εναγών και ουδόλως αρνείται η εναγόμενη. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί συστηματικής παραβίασης των όρων του πρακτικού διαμεσολάβησης εκ μέρους της εναγόμενης δεν κρίνεται βάσιμος. Πράγματι, δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι υπήρξαν φορές που το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με τον ανήλικο ……… δεν ασκήθηκε με τους όρους που προβλέφθηκαν στην ανωτέρω συμφωνία, το γεγονός ωστόσο αυτό οφείλεται σε αμφοτέρους τους διαδίκους, η διαπροσωπική σχέση των οποίων ουδέποτε εξομαλύνθηκε. Η ένταση στη διαπροσωπική σχέση των διαδίκων και η αμοιβαία διατήρηση αρνητικών συναισθημάτων του καθενός για το πρόσωπο του άλλου, έχει διοχετευτεί και στον τρόπο άσκησης της επιμέλειας του ανηλίκου και του δικαιώματος επικοινωνίας του ενάγοντας μαζί του. Και ναι μεν ο εναγών ουδέποτε υπήρξε ασυνεπής ή απρόθυμος να τηρήσει την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του ή να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων που αφορούν την άσκηση της επιμέλειας του, ωστόσο, η ελλιπής ενημέρωσή του από την πλευρά της εναγόμενης σε περιπτώσεις που η επικοινωνία του με τον ανήλικο δεν μπορούσε να ασκηθεί κατά τον τρόπο που είχε συμφωνηθεί για αντικειμενικούς λόγους που είχαν ανακύψει, οφείλεται στην απροθυμία αμφότερων να συνεργαστούν, αλλά και στο γεγονός ότι ο ενάγων, όπως ο ίδιος ομολογεί, έχει αποκλείσει την εναγόμενη από τις τηλεφωνικές του επαφές, μετά από ένα συμβάν που έλαβε χώρα στις 17-2-2023, κατά το οποίο ο ανήλικος διέγραψε από το κινητό τηλέφωνο του ενάγοντος τις συνομιλίες του με την εναγόμενη, ώστε η τελευταία δεν δύναται να επικοινωνήσει μαζί του, χωρίς να παραβλέπεται, ωστόσο, και η απροθυμία της εναγόμενης να εξαντλήσει όλους τους δυνατούς τρόπους επικοινωνίας μαζί του. Η ανωτέρω περιγραφείσα κατάσταση αποτυπώνεται γλαφυρά σε πλήθος εξώδικων δηλώσεων που αντάλλαξαν οι διάδικοι μεταξύ τους, - και μετά τη σύναψη του ανωτέρω πρακτικού διαμεσολάβησης-,και προσκομίζουν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά και στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της εναγόμενης προς τον διαμεσολαβητή ………, όπου εκφράζει παράπονα για τη συμπεριφορά του ενάγοντας και τη μη δυνατότητα επικοινωνίας μαζί του, καθώς και στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ενάγοντας προς τον ανωτέρω διαμεσολαβητή και προς το σχολείο όπου φοιτεί ο ανήλικος. Ήδη κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, έχει λήξει η ισχύς της ανωτέρω συμφωνίας των διαδίκων, δεδομένου δε, ότι οι διάδικοι δεν προέβησαν αυτόνομα σε διαμόρφωση νέας μεταξύ τους συμφωνίας ενόψει των διαφωνιών τους, ανακύπτει ανάγκη δικαστικής επέμβασης. Ο ενάγων πατέρας του ανήλικου με την ένδικη αγωγή του ζητεί να ανατεθεί η επιμέλεια του από κοινού στους διαδίκους, επικαλούμενος αφενός το γεγονός ότι μεταξύ του ιδίου και του ανήλικου τέκνου του έχει αναπτυχθεί ισχυρός συναισθηματικός δεσμός αφετέρου ότι η εναγόμενη παρεμποδίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του, και ασκεί πλημμελώς την επιμέλειά του, ιδίως σε ό,τι αφορά τις σχολικές του υποχρεώσεις. Από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, αλλά και μετά την σύναψη της ως άνω συμφωνίας, η μητέρα του τέκνου, που ανέλαβε την συνεπιμέλειά του, και με την οποία διέμενε ο ανήλικος, περιβάλλει το ανήλικο τέκνο με αγάπη και στοργή, επιδεικνύει αμέριστο ενδιαφέρον γΓ αυτό, τη σωστή ανατροφή του, και την περαιτέρω σωστή διαπαιδαγώγησή του, έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερα τρυφερή σχέση μαζί του και έχει εξασφαλίσει έναν ήρεμο τρόπο οικογενειακής ζωής, ώστε ανταποκρίνεται απόλυτα στο λειτουργικό της καθήκον της άσκησης της συνεπιμέλειας, όπως ομοίως έπραττε και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον ενάγοντα. Είναι, συνεπώς, απολύτως κατάλληλη και ικανή για να επιμελείται και να φροντίζει το ανήλικο τέκνο της, καθώς μεριμνά για τη σωματική και ψυχική ανάπτυξή του, με φροντίδα για τις καθημερινές πρακτικές και εκπαιδευτικές ανάγκες του. Τα παραπάνω αποδέχτηκε και ο ενάγων στην άνω συμφωνία τους από την οποία προκύπτει ότι δεν αμφισβητεί την καταλληλότητα της αντιδίκου του για την ανάθεση σ' αυτήν του παραπάνω γονικού καθήκοντος. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγόμενη παρουσιάζει ανεπάρκεια κατά την προετοιμασία του ανήλικου για τα σχολικά του καθήκοντα, δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον από τον έλεγχο προόδου σχολικού έτους 2023-2024 του …… Δημοτικού Σχολείου, όπου φοιτεί ο ανήλικος, τον οποίο προσκομίζει ο ενάγων, προκύπτει ότι οι σχολικές του επιδόσεις κινούνται σε ικανοποιητικό επίπεδο. Περαιτέρω, από το υπ'αρ. πρωτ. ……/20-6-2024 έγγραφο της Διευθύντριας του ανωτέρω σχολείου, εκδοθέντος κατόπιν σχετικής αίτησης του ενάγοντος, προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια του ανωτέρω σχολικού έτους, ο ανήλικος απουσίασε από το σχολείο δέκα φορές και προσήλθε αργοπορημένα πέντε φορές, πλην, όμως, αυτό δεν δύναται να οδηγήσει στην κρίση περί ακαταλληλότητας της εναγόμενης μητέρας του τέκνου κατά την άσκηση της επιμέλειάς του, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι απουσίες του ανηλίκου ήταν μεμονωμένες και οφείλονταν σε λόγους υγείας, που κατά τα διδάγματα κοινής πείρας παρουσιάζονται σε παιδιά της ηλικίας του, ώστε δεν μπορούν να κριθούν αδικαιολόγητες και να καταδείξουν πλημμελή φροντίδα εκ μέρους της εναγόμενης. Το γεγονός, επίσης, ότι η εναγόμενη συνεπικουρείται κατά την άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου της από τη μητέρα της, -όπως εξάλλου και ο ενάγων- δεν υποδηλώνει αδιαφορία και ασυνέπεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της, αλλά κρίνεται εύλογο. Σε κάθε περίπτωση, τρίτα πρόσωπα που θα συνεπικουρούν τον γονέα, στον οποίο πρόκειται να ανατεθεί η επιμέλεια, στη φροντίδα του τέκνου, όταν ο γονέας αυτός απουσιάζει λόγω της εργασίας του από το σπίτι, μπορεί να είναι συγγενείς ή τρίτοι φροντιστές που επιμελούνται το τέκνο κατ' εντολή, υπό την εποπτεία και στα πλαίσια των οδηγιών που τους έχουν ανατεθεί από το γονέα, οι οποίες (εντολές, οδηγίες, εποπτεία) πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον και την σωστή φροντίδα του ανηλίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχτηκε ότι η μητέρα θα αδιαφορήσει για τη φροντίδα του ανηλίκου όταν αυτή εργάζεται και συνεπώς απουσιάζει από το σπίτι, ούτε αποδείχτηκε ότι δεν θα μεριμνήσει να επιλέξει τα κατάλληλα προς τούτο άτομα. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, επομένως, προκύπτει ότι η εναγόμενη ανταποκρίνεται με απόλυτη καταλληλότητα και επάρκεια στην άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου της. Παράλληλα, όμως, αποδείχθηκε ότι και ο πατέρας του ανηλίκου τρέφει όμοια αισθήματα αγάπης προς το τέκνο του και παρά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με τη μητέρα του και την επακόλουθη μη μόνιμη συγκατοίκησή του με αυτό έχει επιδείξει διάθεση, προκειμένου να διατηρήσει και να αναπτύξει τον συναισθηματικό του δεσμό μαζί του επιδεικνύοντας σταθερά ενδιαφέρον για την ανατροφή του. Κατά το χρονικό διάστημα που ασκεί το λειτουργικό δικαίωμά του συνεπιμέλειας και επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του, αποδείχθηκε η αγωνία του να μην στερηθεί αυτό, λόγω της μη συνοίκησής τους, το φροντίζει επιδεικνύοντας αγάπη γι’ αυτό, μεριμνά για τις σχολικές του υποχρεώσεις και την καλλιέργεια των κλίσεών του, ενώ επέδειξε διάθεση να αξιοποιήσει δημιουργικά τον χρόνο που περνούν μεταξύ τους με εκδρομές τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα. Τα ανωτέρω συμπεράσματα επιβεβαιώθηκαν πλήρως και κατά τη διάρκεια της κατ’ άρθρο 612 ΚΠολΔ επικοινωνίας της Δικαστή με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων. Κατά τη διάρκεια αυτής, δόθηκε στο Δικαστήριο η δυνατότητα σχηματισμού άμεσης αντίληψης σχετικά με την προσωπικότητα και τη συναισθηματική κατάσταση του ανηλίκου, τις συνθήκες ζωής του και τις προσωπικές του επιθυμίες και ανάγκες και εκφράστηκε από αυτό η αγάπη του και για τους δύο γονείς του και η σταδιακή προσαρμογή του στις νέες συνθήκες ζωής του.

Από την επικοινωνία με το ανωτέρω ανήλικο τέκνο των διαδίκων προέκυψε ότι αυτό έχει αναπτύξει έναν ισχυρό ψυχικό και συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα του, καθώς επίσης ότι επιθυμεί να διατηρήσει σχέση με τον πατέρα του. Από το σύνολο των προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων, εκτιμώμενων σε συνδυασμό και με την προσωπική γνώμη του τέκνου που εκφράστηκε κατά την επικοινωνία του με τη Δικαστή, διαπιστώθηκε, ωστόσο, και δεν μπορεί να αγνοηθεί και η συναισθηματική φόρτιση την οποία βίωσε λόγω των έντονων προστριβών μεταξύ των γονέων του, καθώς και μία ψυχική απομάκρυνση από τον ενάγοντα πατέρα του, η οποία οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εν μέρει στην μη μόνιμη συνοίκησή τους μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και εν μέρει στην εκδήλωση κάποιες φορές νευρικής συμπεριφοράς εκ μέρους του ενάγοντας, με την εκτόξευση μάλιστα δυσμενών χαρακτηρισμών για τη μητέρα και τα αδέρφια του ανήλικου, στην εσφαλμένη από μέρους του (ενάγοντας) θεώρηση κάθε εκδήλωσης επιθυμίας του τέκνου ως υποκινούμενης από τη μητέρα του, και στην ασκούμενη πίεση για την εντατικοποίηση της μελέτης του, στην οποία αποδείχθηκε ότι πράγματι ο εναγών προβαίνει, ακόμα και αληθούς υποτιθέμενης της πρόθεσής του να συμβάλλει στη βελτίωση των σχολικών επιδόσεων του ανήλικου. Ωστόσο, κρίνεται ότι τα ανωτέρω δεν αναιρούν την εν γένει καταλληλότητα του ενάγοντος για την άσκηση των γονεϊκών του καθηκόντων,αφού ούτε και σε αυτόν μπορεί να αποδοθεί ανικανότητα ή αδιαφορία για την άσκηση της γονικής μέριμνας. Υπό τα δεδομένα αυτά και εφόσον αποδείχθηκε η καταλληλότητα και επάρκεια αμφότερων των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου και η θέλησή τους να ασχοληθούν συστηματικά και ενεργά με την ανατροφή του, σύμφωνα με τα κριτήρια των άρθρων 1511 και 1514 παρ. 3 τελ. εδ., όπως ισχύουν, μετά την τροποποίηση τους με το ν. 4800/2021, λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες του, στο οποίο το Δικαστήριο αποβλέπει (άρθρο 1511 ΑΚ), και το οποίο εξυπηρετείται από την ουσιαστική και ισότιμη συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και στη φροντίδα του, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει λόγος να παρεκκλίνει από τη ρύθμιση του άρθρου 1513 του ΑΚ, το οποίο καθιερώνει, ως νόμιμο σύστημα την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μετά το χωρισμό των γονέων. Εξάλλου, αν δεν συντρέξει σπουδαίος λόγος, που εγκυμονεί κινδύνους για το παιδί (περίπτωση κακοποιητικού, ψυχικά διαταραγμένου ή παντελώς αδιάφορου γονέα) ή αν δεν συντρέξει πραγματική αδυναμία άσκησης της συνεπιμέλειας από τον ένα γονέα, λόγω της μόνιμης μετεγκατάστασης του παιδιού σε άλλη πόλη ή χώρα, (στοιχεία που εν προκειμένω δε συντρέχουν στο πρόσωπο ουδενός εκ των διαδίκων ώστε να τον αποκλείουν από την άσκηση της γονικής μέριμνας) δεν νοείται ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στον άλλο γονέα. Σημειώνεται ότι την ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου με την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του από κοινού σε αμφότερους τους γονείς του, ουδόλως αρνείται και αντικρούει η εναγόμενη μητέρα του, αφού κατά τις διασαφήσεις που παρείχε ενώπιον του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά και με τις προτάσεις της, αρνήθηκε μόνο την άσκηση της συνεπιμέλειας με το σύστημα της εναλλασσόμενης διαμονής του ανηλίκου ανά εβδομάδα στην οικία έκαστου γονέα. Επισημαίνεται, επίσης, ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι διάδικοι, παρά την αμοιβαία πικρία που διατηρούν ο καθένας για τη συμπεριφορά έκαστου κατά τη διάρκεια του γάμου τους και την απογοήτευσή τους για τη δυσάρεστη κατάληξη της μακροχρόνιας σχέσης τους, ως συγκροτημένα και υπεύθυνα άτομα, με αληθινό ενδιαφέρον για τις ανάγκες του τέκνου τους, είναι σε θέση να παραμερίσουν τις προσωπικές τους αντιπαραθέσεις και να αποκτήσουν τη στοιχειώδη και απαραίτητη επικοινωνία μεταξύ τους όσον αφορά τα ζητήματα του ανήλικου τέκνου τους, για τα οποία ουδέποτε προέκυψε ότι έχουν ανακΰψει σοβαρές μεταξύ τους, θεμελιώδεις και συστηματικές διαφωνίες κατά τη διάρκεια τόσο των ετών που διαβιούσαν μαζί, όσο και των ετών που διαβιούν χωριστά, η διαφωνία τους δε ως προς την επιλογή της ζωγραφικής ως εξωσχολικής δραστηριότητας του ……., ήταν μεμονωμένη και κρίνεται ότι προερχόταν περισσότερο από την ένταση που διαπνέει τη σχέση τους παρά από την επί της ουσίας διάσταση των μεταξύ τους απόψεων ως προς την επιλογή των δραστηριοτήτων του τέκνου. Οι τεταμένες, δε, μεταξύ τους σχέσεις κρίνεται ότι θα αμβλύνθούν διαρκούντος του χρόνου και η ένταση μεταξύ τους θα βαίνει μειούμενη, προς αυτήν δε την κατεύθυνση πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειες τους, προκειμένου να υπηρετήσουν το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου τους, που αποτελεί την κυρίαρχη προτεραιότητα στη ζωή αμφότερων. Άλλωστε προφανώς και η επιδείνωση των σχέσεων των συζύγων (ή συντρόφων) κατόπιν της επελθούσας διάστασής τους αποτέλεσε παράγοντα που λήφθηκε υπ’όψιν κατά τη θέσπιση της προαναφερθείσας διάταξης (του άρθρου 1513 του ΑΚ), χωρίς να θεωρηθεί, όμως, εμπόδιο για τη ρύθμιση της κοινής άσκησης γονικής μέριμνας που προβλέπει. Επομένως, το σχετικό αίτημα της κρινόμενης αγωγής πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, και να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων από κοινού σε αμφότερους τους γονείς του. Ωστόσο, και αφού επισημανθεί ότι η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας νοηματοδοτείται ως συναπόφαση και σύμπραξη στα ζητήματα επιμέλειας και δεν έχει σχέση με τα χρονικά διαστήματα παραμονής του παιδιού με τον ένα ή τον άλλο γονέα, ούτε συνεπώς επιβάλλει την εναλλασσόμενη και ισόχρονη διαμονή του τέκνου στις κατοικίες των γονέων του ή αυτών στην κατοικία του τέκνου (βλ. Κ.Φουντεδάκη, Το νέο δίκαιο των σχέσεων γονένων και παιδιών, Οι αλλαγές που επέφερε στον Αστικό Κώδικα ο ν.4800/2021, σελ. 38-39, 43) η αιτούμενη από τον ενάγοντα, ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας με καθορισμό εναλλασσόμενης διαμονής του ανηλίκου τέκνου ανά εβδομάδα στην οικία εκάστου των διαδίκων γονέων του, δεν κρίνεται πρόσφορη εν προκειμένω για τον ανήλικο ………., συνεκτιμώντας και τη γνώμη του ανήλικου τέκνου, όπως αυτή εκφράστηκε κατά την ανωτέρω επικοινωνία της Δικαστή μαζί του. Και τούτο, διότι, λαμβανομένης υπ’όψιν και της ηλικίας του (10 ετών) η εξυπηρέτηση του συμφέροντος του ανηλίκου στο στάδιο που διανύει, επιτάσσει σταθερότητα. Η σταθερότητα αυτή επιτυγχάνεται χάρη στον σταθερό χώρο κατοικίας, στη σταθερότητα του βασικού προσώπου φροντίδας, στο ήρεμο κλίμα που επικρατεί στις οικογενειακές σχέσεις, στη σαφήνεια των ρόλων, των χώρων και των σχέσεων. Αντίθετα, η εναλλασσόμενη διαμονή του ανηλίκου με έκαστο των γονέων του κρίνεται ότι θα οδηγούσε σε μια παράλληλη ύπαρξη δυο κέντρων ζωής που θα δημιουργούσε σ’ αυτόν έλλειψη σταθερότητας και ασφάλειας, και θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο απορρύθμισής του. Επιπλέον, τούτο θα σήμαινε μια νέα αλλαγή σε σύντομο χρονικό διάστημα στην κατάσταση που ο ανήλικος - από όσο διαπιστώθηκε και κατά την επικοινωνία του με τη Δικαστή-, με προσαρμοστικότητα αποδέχτηκε μετά τη διάσταση των γονέων του, χωρίς να εκφράζει οποιονδήποτε ενδοιασμό ή επιθυμία για τροποποίηση του τρόπου και χρόνου επαφής του με έκαστο των γονέων του, και επομένως θα ενείχε τον κίνδυνο διατάραξης της ψυχικής του ισορροπίας και της σταθερότητας της εξέλιξής του με δυσμενείς συνέπειες για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και άρα αντίκειται στο βέλτιστο συμφέρον του. Συνεπώς και ενόψει της διαφωνίας των διαδίκων ως προς τον προσδιορισμό του τόπου κατοικίας του ανηλίκου, που εμπεριέχεται κατ’ εκτίμηση του Δικαστηρίου, στο αίτημα του ενάγοντας για ανάθεση της άσκησης της επιμέλειάς του σε αμφότερους τους γονείς από κοινού με το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας και την άρνηση της αντιδίκου του, το Δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει, κατ’ άρθρο 1514 παρ. 3 α'ΑΚ, και προς το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, να ρυθμίσει τον τρόπο άσκησης της από κοινού επιμέλειας του ανηλίκου, ορίζοντας ότι αυτό πρέπει να συνεχίσει να διαμένει στην κατοικία της μητέρας του (που σημειωτέον ουδόλως κρίνεται ότι υστερεί σε χώρους και καταλληλότητα για την διαμονή του), όπου και κατοικεί ήδη από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, καθόσον λόγω των παραγόντων που προεκτέθηκαν, η αλλαγή ή εναλλαγή περιβάλλοντος για τον ίδιο, τουλάχιστον επί του παρόντος, Θα επιβαρύνει την ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση. Περαιτέρω αυτονόητη προϋπόθεση για την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανηλίκου και τη συναισθηματική του πληρότητα είναι η επικοινωνία του με τον γονέα με τον οποίο δε διαμένει, προκειμένου αυτός να μετέχει πιο ενεργά στην καθημερινότητα του και στην εν γένει ανατροφή του. Άλλωστε η επικοινωνία του τέκνου με τον πατέρα του θα ενισχύσει τον μεταξύ τους συναισθηματικό δεσμό, ο οποίος λειτουργεί υποστηρικτικά στην υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας του τέκνου, καλύπτοντας το πατρικό πρότυπο, το οποίο δεν στερείται και του οποίου έχει απόλυτη ανάγκη για την ισόρροπη ψυχοσυναισθηματική του εξέλιξη. Με όλα αυτά τα δεδομένα και, αφού επισημανθεί ότι ο εναγών ως δικαιούχος της επικοινωνίας δύναται να προσδιορίσει στο δικόγραφο το περιεχόμενο της επικοινωνίας που επιθυμεί να έχει με το τέκνο του, οπότε το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το αίτημα της αγωγής και να κρίνει με βάση τις αποδείξεις αν ο προτεινόμένος από το δικαιούχο τρόπος, χρόνος και λοιπές περιστάσεις επικοινωνίας είναι και σε ποιο βαθμό συμφέρουσες για το τέκνο, καθορίζοντας το περιεχόμενο της επικοινωνίας, πλην όμως δεν δεσμεύεται από τον προτεινόμενο τρόπο επικοινωνίας (βλ. ΑΓΊ 989/2015 σε ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΑθ 127/2017 σε ΕλλΔνη 2017, 869), πρέπει το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με τον ανήλικο ………. να ρυθμιστεί ως εξής: α) Την πρώτη και τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα, από την Πέμπτη κατά την ώρα που σχολάει το τέκνο από το σχολείο, οπότε και ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από το σχολείο (ή την οικία της μητέρας σε περίπτωση αργίας ή ασθένειας του τέκνου) έως το Σάββατο και ώρα 18.00, οπότε η εναγόμενη μητέρα του θα το παραλαμβάνει από την οικία του ενάγοντος, β) Κάθε δεύτερο και τέταρτο Παρασκευοσαββατοκύριακο του μήνα από την Παρασκευή κατά το χρόνο λήξης του σχολικού ωραρίου, μέχρι τη Δευτέρα το πρωί (τρεις διανυκτερεύσεις), οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο την Παρασκευή από το σχολείο του (ή την οικία της μητέρας σε περίπτωση αργίας ή ασθένειας του τέκνου) και αντίστοιχα θα μεταφέρει το τέκνο του τη Δευτέρα στο σχολείο του (ή την οικία της μητέρας σε περίπτωση αργίας ή ασθένειας του τέκνου), γ) Κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς κατά μεν τα μονά έτη από ώρα 17:00 της 23ης Δεκεμβρίου, οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία της μητέρας του, μέχρι ώρα 17:00 της 30ης Δεκεμβρίου, οπότε η εναγόμενη θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία του πατέρα του, κατά δε τα ζυγά έτη από ώρα 17:00 της 30ης Δεκεμβρίου, οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία της μητέρας του μέχρι ώρα 17:00 της 6ης Ιανουαρίου, οπότε η εναγόμενη θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία του πατέρα του, δ) Κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα κατά μεν τα μονά έτη από ώρα 17:00 το πρωί της Μεγάλης Δευτέρας, οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία της μητέρας του, μέχρι ώρα 20:00 της Κυριακής του Πάσχα, οπότε η εναγόμενη θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία του πατέρα του, κατά δε τα ζυγά έτη από ώρα 17:00 της Δευτέρας της Διακαινησίμου, οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία της μητέρας του μέχρι ώρα 20:00 της Κυριακής του Θωμά, οπότε η εναγόμενη θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία του πατέρα του, ε) Κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών συνολικά 20 διανυκτερεύσεις, χωρισμένες σε δύο περιόδους των δέκα συνεχών διανυκτερεύσεων σε έκαστο των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου, κατόπιν συνεννόησης των γονέων, και εάν αυτό δεν καταστεί δυνατό κατά τον κατωτέρω τρόπο για κάθε μήνα/έτος: Κατά τα ζυγά έτη από 1Π Ιουλίου και ώρα 12:00 μέχρι και 11Π Ιουλίου και ώρα 12:00, και από 1η Αυγούστου και ώρα 12:00 μέχρι και 11π Αυγούστου και ώρα 12:00 και κατά τα μονά έτη από 10η Ιουλίου και ώρα 12:00 μέχρι και 20η Ιουλίου και ώρα 12:00, και από 10 Αυγούστου και ώρα 12:00 μέχρι και 20 Αυγούστου και ώρα 12.00. Κατά τη διάρκεια των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα (για το χρονικό διάστημα που διαμένει με τη μητέρα του) και κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών και δη κατά το χρονικό διάστημα κατά τον Ιούλιο ή/και τον Αύγουστο που η εναγόμενη μητέρα του θα πραγματοποιεί τις θερινές διακοπές με το τέκνο της εκτός της Θεσσαλονίκης, η επικοινωνία με φυσική παρουσία του ενάγοντας πατέρα με το τέκνο του, όπως καθορίζεται στα στοιχεία α’ και β’ θα ατονεί, στ) Καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία ή επικοινωνία μέσω skype ή άλλου σύγχρονου οπτικοακουστικού μέσου (πχ βιντεοκλήσης) του ενάγοντας με το τέκνο του (αλλά και της εναγόμενης κατά το χρόνο επικοινωνίας του τέκνου με τον πατέρα του) τις απογευματινές ώρες μεταξύ 19.00-21.00, ανάλογα με το πρόγραμμα και τις ανάγκες του τέκνου. Σημειώνεται ότι, όταν κατά τους παραπάνω χρόνους επικοινωνίας το ανήλικο έχει εξωσχολικές δραστηριότητες, θα το μεταφέρει σε αυτές ο ενάγων πατέρας του. Πρέπει, επιπλέον, να τονιστεί ότι τόσο η υπαίτια παράλειψη της παραπάνω υποχρέωσης από την πλευρά της εναγόμενης - μητέρας να σέβεται και να προωθεί την επικοινωνία του ενάγοντος πατέρα με το τέκνο τους όσο και η υπαίτια παράλειψη της αυτοπρόσωπης επικοινωνίας από τον ενάγοντα πατέρα, αλλά και η με κάθε τρόπο εκ μέρους των γονέων του πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με έκαστο αυτών (λ.χ. εκτόξευση κατηγοριών, ύβρεων μεταξύ τους ενώπιον του τέκνου του) συνιστούν κακή άσκηση του γονεϊκού τους ρόλου (1532§2 περ γ' και δ' ΑΚ), καθόσον η επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα που δεν διαμένει, είναι καθοριστικής σημασίας για τη θεμελίωση ψυχικών και συναισθηματικών δεσμών του παιδιού με το γονέα αυτό, οι οποίοι και θα το βοηθήσουν στην ισορροπημένη ψυχολογική του ανάπτυξη. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι ο προτεινόμενος από την εναγόμενη τρόπος ρύθμισης της επικοινωνίας του ενάγοντος με τον ανήλικο δεν κρίνεται πρόσφορος, καθόσον η έλλειψη διά ζώσης επικοινωνίας μεταξύ τους για συνεχόμενο χρονικό διάστημα είκοσι ημερών δεν κρίνεται ότι θα βοηθούσε στην ενίσχυση του συναισθηματικού τους δεσμού, αλλά αντίθετα θα επιφέρει συναισθηματική απομάκρυνση και αποξένωση. Κατ’ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ουσίαν βάσιμη και ί) να ανατεθεί οριστικά η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των διαδίκων σε αμφότερους τους γονείς του από κοινού, με ορισμό του τόπου διαμονής του ανηλίκου στην κατοικία της μητέρας του και ΐΐ) να ρυθμιστεί ο τρόπος επικοινωνίας του ενάγοντας με το ανήλικο τέκνο του κατά τον οριζόμενο στο διατακτικό τρόπο, με την αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης να ανέχεται την επικοινωνία, με τον προαναφερόμενο τρόπο και να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η σχετική διάταξη διότι συντρέχουν εξαιρετικοί για αυτό λόγοι και δη διότι τούτο επιτάσσει το συμφέρον του τέκνου (907, 908 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να γίνει δεκτό και ως κατ’ουσίαν βάσιμο το παρεπόμενο αίτημα του ενάγοντας περί απειλής σε βάρος της εναγόμενης προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός (1) μηνός και χρηματικής ποινής τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την προαναφερόμενη επικοινωνία του ενάγοντας με το ανήλικο τέκνο του, παραβιάζουσα τους αναφερόμενους στο διατακτικό περί αυτής όρους. Τέλος, τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν λόγω της μεταξύ τους συζυγικής σχέσης (άρθρο 179 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΘΕΤΕΙ την άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ………., σε αμφότερους τους γονείς του από κοινού.

ΟΡΙΖΕΙ τόπο διαμονής του ανηλίκου την κατοικία της μητέρας του-εναγόμενης.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανωτέρω ανήλικο τέκνο του και υποχρεώνει αντιστοίχως την εναγόμενη αυτής να ανέχεται την επικοινωνία αυτή, με τον ακόλουθο τρόπο: α) Την πρώτη και τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα, από την Πέμπτη κατά την ώρα που σχολάει το τέκνο από το σχολείο, οπότε και ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από το σχολείο (ή την οικία της μητέρας σε περίπτωση αργίας ή ασθένειας του τέκνου) έως το Σάββατο και ώρα 18.00, οπότε η εναγόμενη μητέρα του θα το παραλαμβάνει από την οικία του ενάγοντος, β) Κάθε δεύτερο και τέταρτο Παρασκευοσαββατοκύριακο του μήνα από την Παρασκευή κατά το χρόνο λήξης του σχολικού ωραρίου, μέχρι τη Δευτέρα το πρωί (τρεις διανυκτερεύσεις), οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο την Παρασκευή από το σχολείο του (ή την οικία της μητέρας σε περίπτωση αργίας ή ασθένειας του τέκνου) και αντίστοιχα θα μεταφέρει το τέκνο του τη Δευτέρα στο σχολείο του (ή την οικία της μητέρας σε περίπτωση αργίας ή ασθένειας του τέκνου), γ) Κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς κατά μεν τα μονά έτη από ώρα 17:00 της 23ης Δεκεμβρίου, οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία της μητέρας του, μέχρι ώρα 17:00 της 30ης Δεκεμβρίου, οπότε η εναγόμενη θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία του πατέρα του, κατά δε τα ζυγά έτη από ώρα 17:00 της 30ης Δεκεμβρίου, οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία της μητέρας του μέχρι ώρα 17:00 της 6ης Ιανουαρίου, οπότε η εναγόμενη θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία του πατέρα του, δ) Κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα κατά μεν τα μονά έτη από ώρα 17:00 το πρωί της Μεγάλης Δευτέρας, οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία της μητέρας του, μέχρι ώρα 20:00 της Κυριακής του Πάσχα, οπότε η εναγόμενη θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία του πατέρα του, κατά δε τα ζυγά έτη από ώρα 17:00 της Δευτέρας της Διακαινησίμου, οπότε ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία της μητέρας του μέχρι ώρα 20:00 της Κυριακής του Θωμά, οπότε η εναγόμενη θα παραλαμβάνει το τέκνο από την οικία του πατέρα του, ε) Κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών συνολικά 20 διανυκτερεύσεις, χωρισμένες σε δύο περιόδους των δέκα συνεχών διανυκτερεύσεων σε έκαστο των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου, κατόπιν συνεννόησης των γονέων, και εάν αυτό δεν καταστεί δυνατό κατά τον κατωτέρω τρόπο για κάθε μήνα/έτος: Κατά τα ζυγά έτη από 1η Ιουλίου και ώρα 12:00 μέχρι και 11η Ιουλίου και ώρα 12:00, και από 1η Αυγούστου και ώρα 12:00 μέχρι και 11η Αυγούστου και ώρα 12:00 και κατά τα μονά έτη από 10η Ιουλίου και ώρα 12:00 μέχρι και 20η Ιουλίου και ώρα 12:00, και από 10η Αυγούστου και ώρα 12:00 μέχρι και 20η Αυγούστου και ώρα 12.00. Κατά τη διάρκεια των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα (για το χρονικό διάστημα που διαμένει με τη μητέρα του) και κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών και δη κατά το χρονικό διάστημα κατά τον Ιούλιο ή/και τον Αύγουστο που η εναγόμενη μητέρα του θα πραγματοποιεί τις Θερινές διακοπές με το τέκνο της εκτός της Θεσσαλονίκης, η επικοινωνία με φυσική παρουσία του ενάγοντας πατέρα με το τέκνο του, όπως καθορίζεται στα στοιχεία α’ και β’ θα ατονεί, στ) Καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία ή επικοινωνία μέσω skype ή άλλου σύγχρονου οπτικοακουστικού μέσου (πχ βιντεοκλήσης) του ενάγοντας με το τέκνο του (αλλά και της εναγόμενης κατά το χρόνο επικοινωνίας του τέκνου με τον πατέρα του) τις απογευματινές ώρες μεταξύ 19.00-21.00, ανάλογα με το πρόγραμμα και τις ανάγκες του τέκνου. Σημειώνεται ότι, όταν κατά τους παραπάνω χρόνους επικοινωνίας το ανήλικο έχει εξωσχολικές δραστηριότητες, θα το μεταφέρει σε αυτές ο ενάγων πατέρας του.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την προαναφερθείσα διάταξη προσωρινά εκτελεστή.

ΑΠΕΙΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παρεμπόδιση του δικαιώματος επικοινωνίας του ενάγοντας.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 30-06-2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 30-06-2025

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]