ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 1ο Τριμελές
Αριθμός απόφασης: 1429/2025
Αποτελούμενο από τους: Ελπίδα Ανδρονικάκη, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Κυριακή Καϊσίδου και Δημήτριο Κραμποβίτη (Εισηγητή), Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα την Αικατερίνη Καραγεώργου, δικαστική υπάλληλο,
συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2024 για να δικάσει την με αρ. κατάθεσης …./22-6-2020 (αρ. καταχ. …../29-6-2020) έφεση,
των 1) Α………….., κατοίκου …………… (…………), 2) Α………………., , κατοίκου ……….. (οδός …………), 3) Μ……….., κατοίκου ………… (………), 4) Β……….., κατοίκου ………. (οδός …………), 5) Ι………., κατοίκου ………… (…………), 6) Π………., κατοίκου ………… (………), 7) Ι………, κατοίκου ……….. (πάροδος ………), 8) Γ…………, κατοίκου ………. (οδός ………..) και 9) Χ………. κατοίκου ………. (οδός …………), οι οποίοι παραστάθηκαν δια του δικηγόρου Κωνσταντίνου Κατερινόπουλου,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια των Δικαστικών Πληρεξουσίων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτας Κοτσίρη και Μαρίας Κοκκώνη, σύμφωνα με τις κατατεθείσες στις 6-11-2024 και 29-11-2024 (ΔΛΠ ………./6-11-2024 και ΔΛΠ ………./29-11-2024) έγγραφες δηλώσεις τους, κατά το άρθρο 133 παρ. 2 του ανωτέρω Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αντίστοιχα.
Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι που παραστάθηκαν ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. το ………….. e-παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων), ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση της 877/2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα 9ο), με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η από 28.6.2010 αγωγή των εκκαλούντων και αναγνωρίσθηκε, κατόπιν μετατροπής του αιτήματός τους από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, η υποχρέωση του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε έκαστο των Ο……….., Β……….. και Α………… (ο οποίος απεβίωσε και στην θέση του υπεισήλθαν οι κατά τη σειρά αρίθμησής τους στο δικόγραφο της έφεσης 7ος, 8ος και 9η των εκκαλούντων) το ποσό των 200,00 ευρώ ως ηθική βλάβη. Με την εν λόγω αγωγή, οι εκκαλούντες, τέως ιδιοκτήτες ενός ακινήτου επιφάνειας 8.860,00 τ.μ., ευρισκόμενο στην περιοχή του …………….., το οποίο απαλλοτριώθηκε υπέρ του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε εν τέλει για την εκπλήρωση του σκοπού της απαλλοτρίωσης ή άλλου σκοπού δημόσιας ωφέλειας, είχαν ζητήσει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να τους καταβάλει: α) το ποσό των 8.312.472,95 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ως αποζημίωση για την από το έτος 1971 και εντεύθεν στέρηση της κάρπωσης του ακινήτου τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, καθώς και των άρθρων 4 και 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και, επικουρικώς, το ποσό των 3.594.493,78 ευρώ, ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από 14.8.1994, που εκδηλώθηκε η παράνομη άρνηση της Διοίκησης να ανακαλέσει την απαλλοτρίωση έως και την άσκηση της αγωγής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, άλλως, το ποσό των 399.104,31 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, β) το ποσό των 18.918,38 ευρώ, άλλως το ποσό των 2.193,24 ευρώ, για κάθε μήνα καθυστέρησης από την άσκηση της αγωγής και μέχρι την επιστροφή του ακινήτου στην κυριότητά τους, νομιμοτόκως από κάθε μήνα καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση και γ) το ποσό των 60.000,00 ευρώ, σε κάθε έναν από τους Ο……….., Β…….. και Α…….., ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ως άνω παράνομη συμπεριφορά της Διοίκησης.2. Επειδή, στο άρθρο 145 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι: «1. Κάθε διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, εκτός αν ο νόμος που διέπει τη σχέση ορίζει διαφορετικά. Οι άλλοι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ανταποδείξουν.» και στο άρθρο 151 του ίδιου Κώδικα ότι: «Το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάζει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του αποδεικτικό μέσο». Εξάλλου, στο άρθρο 96 παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου ως άνω Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: «2. Επιτρέπεται η προβολή, στην κατ’ έφεση δίκη, νέων πραγματικών ισχυρισμών, εφόσον αφορούν κεφάλαια τα οποία είχαν αμφισβητηθεί στην πρωτόδικη δίκη και η μη προβολή τους κατ’ αυτήν κρίνεται δικαιολογημένη. 3. Για τα αιτήματα και τους πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται παραδεκτώς σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, μπορούν οι διάδικοι να προσκομίσουν και να επικαλεστούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και το δικαστήριο να διατάξει συμπληρωματική απόδειξη». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων του άρθρου 96 του ΚΔΔ, ερμηνευομένων υπό το φως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 53/1974 (Α΄ 256), η επίκληση και προσαγωγή στην κατ’ έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται και προς απόδειξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως, εφόσον η μη επίκληση και προσαγωγή τους στην πρωτόδικη δίκη κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένη (βλ. ΣτΕ 2662/2020, 609/2020, 952/2011 7μ., 3354/2010, 2468, 1848/2008 Ολομ.), ενόψει σχετικών ισχυρισμών του διαδίκου που τα επικαλείται (βλ. ΣτΕ 2662/2020, 609/2020, 2157/2017, 661/2016, 3132/2014, 4947-8/2012). Επιτρέπεται επίσης η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ’ έφεση νέων αποδεικτικών μέσων, εφόσον αυτά είναι οψιγενή, έχουν δηλαδή προκύψει σε ημερομηνία μεταγενέστερη της πρωτόδικης απόφασης, ακόμη και όταν αφορούν απόδειξη ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως (βλ. ΣτΕ 70/2019, 4141/2015, 3560/2011, πρβλ. ΣτΕ 3132/2014, 4947-8/2012, 2681/2019).
3. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α’ 164), ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …». Από την προεκτεθείσα διάταξη συνάγεται ότι, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του, κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Οι κατά το άρθρο αυτό προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς ενόψει της συγκεκριμένης αξίωσης, της οποίας η ικανοποίηση ζητείται με την αγωγή (ΣτΕ 2889/2020, 2676/2015). O αιτιώδης, δε, σύνδεσμος υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει τη ζημία. Εξάλλου, σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., το Δημόσιο υποχρεούται να αποκαταστήσει, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα, κάθε θετική ζημία, καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή, το οποίο προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΣτΕ 1679/2017, 451/2013).
4. Επειδή, το άρθρο 17 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά από την αναθεώρησή του με το ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. 3. … 4. ... H αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως ... 5. Νόμος ορίζει τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ικανοποίησης των δικαιούχων για την πρόσοδο, την οποία έχασαν από το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε έως το χρόνο καταβολής της αποζημίωσης ...».
5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α’ 256), ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Οι δύο τελευταίες διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν περιπτώσεις επέμβασης στο δικαίωμα της αδιατάρακτης χρήσης και κάρπωσης της περιουσίας, πρέπει να ερμηνεύονται ενόψει του γενικού κανόνα, ο οποίος διατυπώνεται στην πρώτη διάταξη. Επομένως, σε κάθε περίπτωση επέμβασης στην περιουσία ενός προσώπου, πρέπει να εξασφαλίζεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου αφενός και των απαιτήσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου αφετέρου (ΣτΕ 7/λούς 1833/2017).
6. Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 12 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 (Α’ 17), όριζε στην αρχική του μορφή ότι: «1. Συντελεσμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ: α) του Δημοσίου, β) νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, γ) Ο.Τ.Α., Α’ και Β’ βαθμού, δ) επιχειρήσεων που ανήκουν στο Δημόσιο και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ε) οργανισμών κοινής ωφέλειας δύναται να ανακληθεί ολικώς ή μερικώς εφόσον η αρμόδια υπηρεσία κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του αρχικού ή άλλου σκοπού που χαρακτηρίζεται από το νόμο ως δημόσιας ωφέλειας και αποδέχεται την ανάκληση ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης. 2. … 3. Η κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ολική ή μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης γίνεται, με απόφαση της αρχής η οποία την έχει κηρύξει … ύστερα από επιστροφή στον βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης της αποζημίωσης που καταβλήθηκε, αναπροσαρμοσμένης κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Ο καθορισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης γίνεται: α) με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εάν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ή για την κήρυξή της έχει συμπράξει ο Υπουργός Οικονομικών και β) με απόφαση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αναπροσαρμογή της επιστρεπτέας αποζημίωσης ενεργείται με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή, που καταρτίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, και εξευρίσκεται δια πολλαπλασιασμού της αποζημίωσης που εισπράχθηκε από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση επί το λόγο (Τ2/Τ1) του δείκτη τιμών καταναλωτή του χρόνου της έκδοσης της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (Τ2) και του χρόνου εισπράξεως της αποζημίωσης από το δικαιούχο (Τ1) …». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η ανάκληση συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α. Α’ και Β’ βαθμού ή υπέρ επιχειρήσεων που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή οργανισμών κοινής ωφελείας, αφίεται, από το νόμο, στη διακριτική εξουσία της Διοίκησης, η οποία δεν υποχρεούται να κινήσει, αν υποβληθεί σχετική αίτηση του πρώην ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τη διαδικασία για την ανάκληση της συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, άσχετα, κατ’ αρχήν, από το χρονικό διάστημα το οποίο παρήλθε από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, δεδομένου ότι ο νόμος δεν τάσσει, σχετικά, χρονικό περιορισμό. Και τούτο, για να εξασφαλιστεί, ενόψει της σημασίας, της ποικιλίας και της ευρύτητας των αναγκών του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των Ο.Τ.Α. Α’ και Β’ βαθμού, των επιχειρήσεων που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ. και των οργανισμών κοινής ωφελείας, η αναγκαία για την κάλυψή τους χρονική άνεση. Οι ανωτέρω, όμως, διατάξεις δεν αποκλείουν την υποχρέωση της Διοίκησης να άρει τη συντελεσμένη απαλλοτρίωση, όταν εκδηλώθηκε σαφώς και ανενδοιάστως βούληση να μη χρησιμοποιηθεί το απαλλοτριωθέν για το σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε ή για άλλο σκοπό δημοσίας ωφελείας, καθώς και όταν, ενόψει του επιδιωχθέντος με την απαλλοτρίωση σκοπού, παρήλθε μακρό, πέραν του ευλόγου, χρονικό διάστημα και η Διοίκηση ή, εν γένει, εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση αδράνησε αδικαιολόγητα για την πραγματοποίηση του αρχικού σκοπού της απαλλοτρίωσης ή άλλου σκοπού δημοσίας ωφελείας (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3388/2011, 1211/2007, ΣτΕ 1146/2019, 259/2016, 4034, 3181/2014, 3437/2013).
7. Επειδή, η παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου, μετά την τροποποίηση, εν συνεχεία, του τρίτου εδαφίου της με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 περ. α’ του ν. 3986/2011 (Α’ 152), ως προς τον τρόπο καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (τιμαριθμική αναπροσαρμογή της εισπραχθείσας αποζημίωσης) όριζε τα εξής: «Ο καθορισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης γίνεται: α) με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εάν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ή για την κήρυξή της έχει συμπράξει ο Υπουργός Οικονομικών και β) με απόφαση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση σε κάθε άλλη περίπτωση. Η επιστρεπτέα αποζημίωση καθορίζεται με βάση τον χρόνο έκδοσης της σχετικής γι’ αυτήν απόφασης σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου, στα οποία περιλαμβάνεται και η τυχόν επαύξηση της αξίας του ακινήτου από εκτελεσθείσες σε αυτό εργασίες και γενικά μεταβολές από τον υπέρ ου η ανακαλούμενη απαλλοτρίωση ...». Τέλος, μετά την νέα τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 127 παρ. 1 του ν. 4070/2012 (Α’ 82), η παρ. 3 του άρθρου 12 του Κ.Α.Α.Α. έλαβε την εξής μορφή: «Η κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ολική ή μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης, γίνεται με απόφαση της Αρχής η οποία την έχει κηρύξει και με την διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 1, ύστερα από καταβολή, στο δημόσιο ή άλλο πρόσωπο που βαρύνεται με την δαπάνη της απαλλοτρίωσης, αποζημίωσης ίσης με την αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο προσδιορισμού αυτής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην παράγραφο 4. Ο καθορισμός της καταβλητέας αποζημίωσης γίνεται: α) με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εάν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί υπέρ του Δημοσίου και β) με απόφαση του υπέρ ου η απαλλοτρίωση σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο καθορισμός (Για τον καθορισμό) του ποσού της αποζημίωσης του ακινήτου, γνωμοδοτεί η Επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 15, ή Ανεξάρτητος Πιστοποιημένος Εκτιμητής κατά την κρίση του αρμόδιου φορέα, εντός δύο μηνών από τη διαβίβαση του σχετικού φακέλου. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της, παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και οι δυνατότητες προσόδου του ακινήτου. Η εκτιμώμενη αξία του ακινήτου δεν μπορεί να είναι μικρότερη της αντικειμενικής του αξίας …». Με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4 του ν. 3986/2011 και 127 του ν. 4070/2012 καταργήθηκε η τιμαριθμική αναπροσαρμογή της εισπραχθείσας αποζημίωσης για την ανάκληση της απαλλοτρίωσης και εισήχθη ως βάση υπολογισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης η τρέχουσα αγοραία αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δηλαδή η αξία του κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης καθορισμού αυτής. Όπως μάλιστα έχει κριθεί (ΣτΕ 7/λους 252/2016, σκ. 9η), οι ανωτέρω νεότερες διατάξεις των ν. 3986/2011 και 4070/2012 - ειδικώς (και μόνο) ως προς τη μέθοδο υπολογισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης - καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος τους περιπτώσεις στις οποίες δεν είχαν εκδοθεί οι σχετικές πράξεις καθορισμού της εν λόγω αποζημίωσης, έστω και αν αυτές εκδίδονται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενόψει του ότι ο μεταγενέστερος του Κ.Α.Α.Α. διαχρονικός νομοθέτης δεν ανέχεται να υπολογιστεί η επιστρεπτέα αποζημίωση με τρόπο που να μην αναφέρεται ευθέως στην τρέχουσα αγοραία αξία του ακινήτου.
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την ..../22.1.1971 κοινή απόφαση των τότε αρμόδιων Υπουργών Οικονομικών και Συντονισμού (Δ’ 23), κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνη του Ε.Ο.Τ. συνολικής έκτασης 338.530,00 τ.μ. στην περιοχή του ………….., για την εκτέλεση έργων τουριστικής ανάπτυξης. Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών, περιλαμβανόταν και το επίμαχο ακίνητο επιφάνειας περίπου 8.860,00 τ.μ. που άνηκε σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους Ε……….. (μητέρα), Ο………, Β………. και Α……….. (τέκνα). Οι τελευταίοι ορίστηκαν δικαιούχοι και έλαβαν το σύνολο της προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης, κατόπιν καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης με την 1084/1977 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο, στις 13.5.1994 με αίτησή τους ζήτησαν την ανάκληση της εν λόγω απαλλοτρίωσης, η οποία, όμως, απορρίφθηκε σιωπηρώς μετά την άπρακτη πάροδο τριμήνου. Κατά της από 14.8.1994 σιωπηρής απόρριψης της αίτησής τους τα ίδια πρόσωπα άσκησαν αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με την 1984/2005 απόφασή του, έκρινε ότι υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια της Διοίκησης προς εκπλήρωση του σκοπού της απαλλοτρίωσης ή άλλου σκοπού δημοσίας ωφέλειας, υπερβαίνουσα τον μακρό, πέραν του εύλογου, χρόνο και ακύρωσε την τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη του αιτήματός τους. Στη συνέχεια, σε συμμόρφωση προς την ως άνω ακυρωτική απόφαση και προκειμένου η αποζημίωση, που καταβλήθηκε για την συντέλεση της απαλλοτρίωσης από τον Ε.Ο.Τ., να επιστραφεί σ’ αυτόν, ώστε να εκδοθεί εν συνεχεία η απόφαση ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, εκδόθηκαν η ………./27.2.2007 πράξη της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και η ........./28.2.2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία καθορίσθηκε η επιστρεπτέα αποζημίωση στα ποσά των 125.498,44 ευρώ για την Ο.......... και 713.177,14 ευρώ για τους λοιπούς. Οι πράξεις αυτές ακυρώθηκαν με την 84/2009 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσης έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχύον κατά το χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσης παράλειψης της Διοίκησης (14.8.1994) δείκτης τιμών καταναλωτή. Στο μεταξύ, όμως, οι ανωτέρω, οι οποίοι είχαν ήδη καταβάλει την πρώτη δόση (εκ των τεσσάρων) της επιστρεπτέας αποζημίωσης, με βάση την ακυρωθείσα πλέον προαναφερόμενη υπουργική απόφαση, ζήτησαν, με την από 11.2.2009 αίτησή τους, την έκδοση νέας απόφασης καθορισμού επιστρεπτέας αποζημίωσης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην 84/2009 δικαστική απόφαση, εξαιρώντας το ήδη καταβληθέν απ’ αυτούς ποσό, και προσέφυγαν στο Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με αίτημα τη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω απόφαση. Εν τω μεταξύ, στις 10.11.2009 η Ε……… απεβίωσε, καταλείποντας ως νόμιμους κληρονόμους τα τέκνα της,Ο…… ………., Β………… και Α…………, στη θέση των οποίων υπεισήλθαν τα τέκνα τους: α) Α………., Α…….., Μ………, β) Ι……… και Π………., γ) Ν………., Ι………., Γ……….. (βάσει του ισχυρισμού τους - επικαλούμενοι, χωρίς να προσκομίζουν, τις ………../3.3.2010 δηλώσεις αποποίησης κληρονομιάς - τον οποίο αποδέχθηκε το εφεσίβλητο). Εν συνεχεία, με το ..../2012 πρακτικό, το Συμβούλιο της Επικρατείας κάλεσε το Υπουργείο Οικονομικών να συμμορφωθεί προς την ως άνω 84/2009 απόφασή του. Κατόπιν αυτού, ο Υπουργός Οικονομικών, με την με αρ. Πρωτ. ......../19.9.2012 απόφασή του επανακαθόρισε την επιστρεπτέα από αυτούς αποζημίωση, την οποία αυτοί, όπως συνομολογεί το καθού στην από 13.5.2013 έκθεση απόψεων, κατέβαλαν ανεπιφύλακτα (βλ. τα διπλότυπα είσπραξης της ΚΓ’ Δ.Ο.Υ. ……. ……, ……, ……, ……., ……., …….., ….., ……, ……. και ……../2012) και εκδόθηκε, στη συνέχεια, η ......../8.4.2013 απόφαση των Υπουργών Τουρισμών και Οικονομικών, με την οποία αποφασίστηκε η ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που είχε κηρυχθεί στο επίμαχο ακίνητο. Εξάλλου, οι εκκαλούντες άσκησαν την από 28.6.2010 αγωγή με την οποία προέβαλαν ότι η πέραν του ευλόγου χρόνου αδράνεια της Διοίκησης να πραγματοποιήσει το σκοπό της απαλλοτρίωσης συνεπάγεται όχι μόνο την - ήδη δικαστικά διαπιστωθείσα - υποχρέωσή της να ανακαλέσει την απαλλοτρίωση του επίμαχου ακινήτου, αλλά και την υποχρέωσή της να αποκαταστήσει την αποθετική ζημία που αυτοί υπέστησαν λόγω της στέρησης της χρήσης και εκμετάλλευσης αυτού από το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης μέχρι και τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Όπως ισχυρίζονται, η αξίωσή τους αυτή στηρίζεται καταρχάς στο ίδιο το σύστημα του Κ.Α.Α.Α.. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 12 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσας παράλειψης της Διοίκησης και προέβλεπε την απόδοση του απαλλοτριωμένου ακινήτου στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση υπό τον όρο της επιστροφής της αποζημίωσης που αυτός έλαβε, τιμαριθμικά αναπροσαρμοσμένης, σκοπός του νόμου είναι η αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής κατάστασης που θα υπήρχε ως εάν δεν είχε μεσολαβήσει η απαλλοτρίωση. Διατείνονται δε ότι με την καταβολή στον υπέρ ου της εισπραχθείσας αποζημίωσης, τιμαριθμικά αναπροσαρμοσμένης βάσει της εξέλιξης του δείκτη τιμών καταναλωτή, ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση επανακτά μεν το ακίνητό του επανερχόμενος στην αρχική περιουσιακή του κατάσταση, ως εάν να μην είχε μεσολαβήσει η ανακληθείσα απαλλοτρίωση, φέρει όμως πλήρως το βάρος των απωλεσθέντων ωφελημάτων τα οποία θα είχε αποκομίσει, εάν νεμόταν το ακίνητο καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που αυτό ήταν απαλλοτριωμένο. Ως εκ τούτου, κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, προκειμένου να επιτευχθεί η ως άνω πλήρης περιουσιακή αποκατάστασή τους, επιβάλλεται, κατά το πνεύμα των ίδιων διατάξεων, η απόδοση και των καθαρών προσόδων που αυτοί απώλεσαν λόγω της στέρησης της χρήσης και εκμετάλλευσης του ακινήτου τους. Σε κάθε περίπτωση, οι εκκαλούντες προέβαλαν ότι τα άρθρα 4 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος, τα οποία κατοχυρώνουν την ισότητα των πολιτών ενώπιον των δημοσίων βαρών και την προστασία της ιδιοκτησίας, αλλά και το άρθρο 1 παρ. 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α επιτάσσουν την αποκατάσταση του ως άνω βάρους, το οποίο υφίστανται μονομερώς χάριν του γενικού συμφέροντος. Εξάλλου, οι εκκαλούντες θεμελίωσαν επικουρικά μέρος των άνω αξιώσεών τους οι οποίες αφορούσαν την περίοδο μετά την 14.8.1994 και στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, εφόσον, όπως υποστήριξαν, η στέρηση της κάρπωσης του ακινήτου τους είναι αποτέλεσμα της παράνομης άρνησης της Διοίκησης να ανακαλέσει την απαλλοτρίωση του ακινήτου τους. Περαιτέρω, όσον αφορά στην έκταση της ως άνω αποθετικής της ζημίας, οι εκκαλούντες υποστήριξαν ότι η εντός του ακινήτου ανεγερθείσα έπαυλη, έκτασης 121 τ.μ., μπορούσε να τους αποδώσει μισθωτική πρόσοδο 10% επί της αγοραίας αξίας της, ήτοι 198,23 ευρώ από το έτος 1972 έως και το 2010, ήτοι σύνολο ωφέλειας σε ονοματικές τιμές 210.894,66 ευρώ και αναπροσαρμοσμένες σήμερα 504.713,06 ευρώ. Ισχυρίστηκαν δε ότι, ενόψει της τοποθεσίας του επίδικου ακινήτου και των ισχυόντων κατά τον χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης όρων δόμησης, όπως προβλέπονταν στο από 6.3.1971 β.δ. (Δ’ 53) και στο από 8.3.1985 (Δ’ 90), το ακίνητό τους θα είχε χρησιμοποιηθεί μετά βεβαιότητας για την ανέγερση τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών και ενοικιαζόμενων δωματίων στην υπολειπόμενη προς δόμηση επιφάνεια των 2.537,00 τ.μ. Επιπλέον, κατά τους ισχυρισμούς τους, η κατασκευή των ανωτέρω θα είχε ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του έτους 1973, ενώ η άμεση εκμίσθωσή τους θα είχε αποφέρει, σύμφωνα με τους περιλαμβανόμενους στο δικόγραφο υπολογισμούς των εκκαλούντων, ετήσια απόδοση για το έτος 1974 ύψους 4.739,00 ευρώ, και αναπροσαρμοζόμενο το ως άνω ποσό τιμαριθμικά μέχρι και τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, θα είχε αποφέρει έσοδα συνολικά σε ονοματικές τιμές 3.434.272,39 ευρώ και αναπροσαρμοσμένες σήμερα 7.807.759,90 ευρώ. Ενόψει τούτου, οι εκκαλούντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εφεσιβλήτου να τους καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, και κατά τα ποσοστά της κληρονομικής μερίδας τους, το συνολικό ποσό των 8.312.472,95 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην συνολική πρόσοδο που θα είχαν αποκομίσει από την εκμίσθωση των ανωτέρω τουριστικών εγκαταστάσεων, εάν το επίμαχο ακίνητό δεν είχε κηρυχθεί απαλλοτριωτέο. Επίσης, οι εκκαλούντες ζήτησαν, επικουρικά, τις προσόδους που θα είχαν αποκομίσει από 14.8.1994 (ημερομηνία συντέλεσης της παράνομης παράλειψης της Διοίκησης να ανακαλέσει την επίδικη απαλλοτρίωση) μέχρι την άσκηση της αγωγής τους, τις οποίες προσδιορίζουν σε 3.594.493,78 ευρώ, άλλως, σε 399.104,31 ευρώ, αναπροσαρμοσμένες, από την επίδοση της αγωγής τους μέχρι την εξόφληση, κατά τους ειδικότερα αναφερόμενους στο δικόγραφο της αγωγής υπολογισμούς. Επίσης, οι εκκαλούντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εφεσιβλήτου να τους καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 18.918,38 ευρώ και, επικουρικά, το ποσό των 2.193,24 ευρώ, για κάθε μήνα καθυστέρησης από την άσκηση της αγωγής και μέχρι την επιστροφή του ακινήτου στην κυριότητά τους. Ζήτησαν δε να καταβληθεί σε έκαστο εκ των Ο………, Β………. και Α………. το ποσό των 60.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν λόγω της παράνομης παράλειψης της Διοίκησης να ανακαλέσει την απαλλοτρίωση και της ψυχικής ταλαιπωρίας που βίωσαν από την περαιτέρω στέρηση της κάρπωσης του ακινήτου τους, αλλά και από την εμπλοκή τους σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες.
9. Επειδή, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε, καταρχάς, ερμηνεύοντας το άρθρο 17 του Συντάγματος, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 12 του Κ.Α.Α.Α. ανάκληση συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης λόγω μη εκπλήρωσης του σκοπού της δεν συνιστά περίπτωση γνήσιας ανάκλησης, δηλαδή αναδρομικής άρσης των συνεπειών της περί απαλλοτρίωσης απόφασης εξ αιτίας νομικών ή πραγματικών σφαλμάτων που εμφιλοχώρησαν κατά την έκδοσή της, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης προς επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, αλλά μία αυτοτελή διαδικασία που αποσκοπεί στην αποκατάσταση του νομικού δεσμού μεταξύ του πρώην ιδιοκτήτη και του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, διασφαλίζοντας, ταυτόχρονα, δια της οικονομικής ισορροπίας των ανταλλασσόμενων παροχών, μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του ίδιου και του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και ότι, σε κάθε περίπτωση, η επίτευξη μιας τέτοιας δίκαιης ισορροπίας δεν προϋποθέτει την καταβολή στον πρώην ιδιοκτήτη ειδικής αποζημίωσης για τη στέρηση της κάρπωσης του ακινήτου του κατά το διάστημα από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης μέχρι την ανάκλησή της, ενώ, άλλωστε, ούτε το άρθρο 12 του Κ.Α.Α.Α. παρέχει έρεισμα για την καταβολή τέτοιας αποζημίωσης, διότι ο πρώην ιδιοκτήτης έχει ικανοποιηθεί πλήρως κατά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης με την καταβολή στον ίδιο πλήρους αποζημίωσης υπό την έννοια του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, την οποία είχε τη δυνατότητα να διαθέσει κατά τον πλέον πρόσφορο για τον ίδιο τρόπο, αντικαθιστώντας π.χ. το απαλλοτριωθέν ακίνητο με άλλο ισάξιο και απολαμβάνοντας κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε τις προσόδους από την κάρπωσή του. Κατόπιν αυτών, με την εκκαλούμενη απόφασή του, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι οι αξιώσεις των εκκαλούντων δεν δύνανται να βρουν έρεισμα στο άρθρο 17 του Συντάγματος, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει μόνο, στην παρ. 5, τη δυνατότητα καταβολής αποζημίωσης για τις απολεσθείσες προσόδους μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, με την καταβολή της αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη. Επίσης, με την εκκαλούμενη κρίθηκε ότι, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η απώλεια των προσόδων από το απαλλοτριωθέν ακίνητο δεν απολήγει στο να επωμίζονται οι εκκαλούντες ένα υπέρμετρο βάρος, που υπερβαίνει τα κατά το Σύνταγμα ανεκτά όρια, η χορήγηση αποζημίωσης δεν επιβάλλεται ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Τέλος, οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων, καθ’ ο μέρος αυτοί επιχείρησαν να θεμελιώσουν επικουρικά τις αξιώσεις τους για αποκατάσταση των διαφυγόντων κερδών, όσον αφορά στο χρονικό διάστημα από 14.8.1994 μέχρι την άσκηση της αγωγής, στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. και την παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να κινήσει τη διαδικασία ανάκλησης της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης του επίμαχου ακινήτου, η οποία ακυρώθηκε με την 1984/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι η ζημία που επικαλούνται ότι υπέστησαν από την παράλειψη ανάκλησης της απαλλοτρίωσης από την ημερομηνία αυτή και μετά, στερούμενοι τα κέρδη που προσδοκούσαν να αποκομίσουν από την αξιοποίηση του ακινήτου, δεν μπορεί βασίμως να πιθανολογηθεί. Ειδικότερα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν προσκομίστηκε εκ μέρους των εκκαλούντων κανένα στοιχείο ή δεδομένο (όπως προπαρασκευαστικά μέτρα, συγκριτικά στοιχεία ακινήτων της περιοχής κ.λπ.), το οποίο να συνηγορεί, με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ότι ήταν πιθανή, τόσο η πραγματοποίηση της εκμετάλλευσης του επίμαχου ακινήτου με τους περιγραφόμενους από τους εκκαλούντες τρόπους, όσο και η αποκόμιση ωφέλειας του προβαλλόμενου ύψους. Ενόψει αυτών, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τόσο τα κονδύλια της αγωγής που αφορούσαν τις απολεσθείσες προσόδους των εκκαλούντων από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης έως την άσκηση της αγωγής όσο και τα κονδύλια τα οποία αφορούσαν τις μελλοντικές προσόδους για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα ως αβάσιμα, ενώ όσον αφορά την ηθική βλάβη αυτών έκρινε ότι λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας την οποία υπέστησαν από τον δικαστικό αγώνα στον οποίο ενεπλάκησαν δικαιούνται 200,00 ευρώ έκαστος και έτσι με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή κατά το μέρος αυτό.
10. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση και τα νομίμως επ’ αυτής κατατεθέντα …./5.12.2024 και …./10.12.2024 υπομνήματα, οι εκκαλούντες ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης προβάλλοντας ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χωρίς νόμιμη αιτιολογία απέρριψε την αγωγή τους κατά την κύρια βάση της. Ειδικότερα, επαναφέροντας τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό τους, υποστηρίζουν ότι από την εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 12 του Κ.Α.Α.Α., συνάγεται ότι, εφόσον η απόδοση του ακινήτου, μετά την ανάκληση της συντελεσμένης απαλλοτρίωσής του, τελεί υπό τον όρο της επιστροφής της ληφθείσας αποζημίωσης τιμαριθμικώς αναπροσαρμοσμένης βάσει της εξέλιξης του δείκτη τιμών καταναλωτή, επιβάλλεται, προς επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η απόδοση, αντίστοιχα, και σ’ αυτήν, των καθαρών προσόδων που απώλεσαν λόγω της στέρησης της χρήσης και εκμετάλλευσης του εν λόγω ακινήτου κατά τον χρόνο που τελούσε υπό απαλλοτρίωση. Υποστηρίζουν δε ότι η απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού τους από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την αιτιολογία ότι αυτοί μπορούσαν να διαθέσουν τη ληφθείσα για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης αποζημίωση κατά τον πλέον πρόσφορο για τους ίδιους τρόπο, «αντικαθιστώντας π.χ. το απαλλοτριωθέν ακίνητο με άλλο ισάξιο και απολαμβάνοντας κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε τις προσόδους από την κάρπωσή του» είναι μη νόμιμη, διότι, αφενός δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα, αφετέρου η τυχόν αξιοποίηση της αποζημίωσης αυτής θα έπρεπε, ως ένσταση συμψηφισμού, να προταθεί και να αποδειχθεί από το εφεσίβλητο Δημόσιο και όχι να αποτελέσει επιχείρημα για την απόρριψη της αγωγής τους. Συναφώς, ισχυρίζονται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναιτιολόγητα και όλως αντιφατικώς προς τις παραδοχές του περί απώλειας προσόδων από το απαλλοτριωθέν ακίνητο, δέχθηκε ότι η εν λόγω απώλεια δεν απολήγει στο να επωμίζονται οι ίδιοι ένα υπέρμετρο βάρος που υπερβαίνει τα κατά το Σύνταγμα ανεκτά όρια, ώστε η χορήγηση της επιδιωχθείσας ειδικής αποζημίωσης σε αυτούς να επιβάλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως αβάσιμος. Τούτο, διότι ερείδεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 12 του Κ.Α.Α.Α. ανάκληση συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης συνιστά περίπτωση γνήσιας ανάκλησης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης προς επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ενώ, αντίθετα, η ανάκληση αυτή συνιστά μία αυτοτελή διαδικασία που αποσκοπεί στην αποκατάσταση του νομικού δεσμού μεταξύ του πρώην ιδιοκτήτη και του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ουδόλως δε συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 12 του Κ.Α.Α.Α. ότι η Διοίκηση υποχρεούται να καταβάλει προς τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ειδική αποζημίωση για τις προσόδους που αυτός, όχι «απώλεσε» αλλά, ορθότερα, «δεν καρπώθηκε» κατά το διάστημα από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης μέχρι την ανάκλησή της, ούτε, άλλωστε, πηγάζει τέτοια υποχρέωση αποζημίωσης από τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι ο πρώην ιδιοκτήτης ικανοποιήθηκε κατά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης με την καταβολή στον ίδιο πλήρους αποζημίωσης υπό την έννοια του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, την οποία είχε τη δυνατότητα να διαθέσει κατά τον πλέον πρόσφορο για τον ίδιο τρόπο, απολαμβάνοντας, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την ανάκληση, τις προσόδους από την κάρπωσή της, είναι δε νομικώς αδιάφορο αν ο λήπτης της αποζημίωσης προέβη πράγματι στην αξιοποίησή της. Ορθά, επομένως, απορρίφθηκε, με την ίδια ως άνω αιτιολογία, η αγωγή των εκκαλούντων κατά την κύρια βάση της.
11. Επειδή, περαιτέρω, οι εκκαλούντες προβάλλουν ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής τους, με την αιτιολογία ότι, ελλείψει προσκόμισης στοιχείων, δεν μπορεί να πιθανολογηθεί η ζημία που ισχυρίστηκαν ότι υπέστησαν από τη στέρηση των κερδών που προσδοκούσαν να αποκομίσουν από την αξιοποίηση του επίμαχου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από 14.8.1994 μέχρι την άσκηση της αγωγής, διότι τέτοια στοιχεία συνιστούν οι δυνατότητες και οι όροι αξιοποίησης του ακινήτου με βάση το καθεστώς του έτους 1994 και τα μισθώματα ανάλογης έκτασης για εξοχική κατοικία στη νοτιοανατολική …... Σε κάθε περίπτωση, όπως υποστηρίζουν, θα έπρεπε για το ύψος των μισθωμάτων, να διαταχθεί από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συμπληρωματική απόδειξη και να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, σύμφωνα με τα άρθρα 151 και 152 του Κ.Δ.Δ.. Συναφώς, ισχυρίζονται ότι το Δημόσιο δεν αμφισβήτησε τα συγκεκριμένα ποσά μισθωμάτων και το ύψος των συγκεκριμένων προσόδων, αλλά περιορίστηκε στη γενική άρνηση αυτών και, ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο ζήτημα, ως μη αμφισβητούμενο, δεν έχρηζε ιδιαίτερης αποδεικτικής διαδικασίας. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι δεν νοούνται προπαρασκευαστικά μέτρα το 1994 σε ξένη ιδιοκτησία, αφού το ακίνητο περιήλθε σε αυτούς το 2010, η δε σχετική εκμετάλλευση με τουριστική αξιοποίηση ή μέσω μίσθωσης εξοχικής κατοικίας είναι το προφανές, αφού το Δημόσιο το απαλλοτρίωσε υπέρ Ε.Ο.Τ. για τουριστική ανάπτυξη, οπότε και μόνο αυτό αρκεί για να καταδείξει ποια ήταν η κατά προορισμό αξιοποίηση και από τον ιδιοκτήτη χωρίς να χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη απόδειξη, άλλωστε και μόνη η ύπαρξη εντός αυτού κατοικίας αποτελεί μη αμφισβητούμενο δεδομένο. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι εκκαλούντες επικαλούνται και προσκομίζουν α) την ……../2021 έκθεση εκτίμησης μισθωμάτων της εταιρείας πιστοποιημένων εκτιμητών ακινήτων «kmsc», με αριθμό μητρώου 9, του Υπουργείου Οικονομικών, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Κ………. και από την οποία, όπως διατείνονται, αποδεικνύεται πλήρως το ύψος των διαφυγόντων κερδών τους από την αξιοποίηση του απαλλοτριωμένου ακινήτου και β) αντίγραφα της 2236/1972 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία απορρίφθηκε η από 22.2.1971 αίτηση ακύρωσης την οποία άσκησε η δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Α…….. κατά της ………/22.1.1971 απόφασης κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της περιοχής στην οποία περιλαμβάνεται το επίμαχο ακίνητο και της 1084/1977 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας για τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν με την προαναφερόμενη απόφαση, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο. Ο ανωτέρω λόγος έφεσης, όμως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 145 του Κ.Δ.Δ., οι εκκαλούντες, μολονότι είχαν υποχρέωση να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους περί της ζημίας που υπέστησαν λόγω της στέρησης μισθωμάτων από την εκμετάλλευση του επίμαχου ακινήτου, δεν προσκόμισαν πρωτοδίκως κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει αυτή τους η πρόθεση και συναφώς η αποκόμιση της ωφέλειας του επικαλούμενου ύψους. Από μόνη δε τη δυνατότητα ανοικοδόμησης και αξιοποίησης του ευρισκόμενου στη συγκεκριμένη τοποθεσία ακινήτου, δεν θεμελιώνεται βεβαιότητα για την κερδοφόρο αξιοποίησή του εκ μέρους των εκκαλούντων, όπως εσφαλμένα αυτοί υπολαμβάνουν. Περαιτέρω, εφόσον δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το τελευταίο δεν είχε τη δυνατότητα να διατάξει τη συμπλήρωση αυτών, ανεξαρτήτως του ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν υποχρεούταν προς τούτο, κατ’ άρθρο 151 του Κ.Δ.Δ. (βλ. ΣτΕ 1018/2014, 964/2010). Εξάλλου, ανεξαρτήτως του αν το προσκομιζόμενο κατά την παρούσα δίκη αποδεικτικό στοιχείο, ήτοι η ………./2021 έκθεση εκτίμησης μισθωμάτων, είναι ικανό να αποδείξει τον πραγματικό ισχυρισμό των εκκαλούντων περί της πρόθεσης αξιοποίησης του επίμαχου ακινήτου με τους πιο πάνω περιγραφόμενους τρόπους, τούτο ως μη οψιγενές - καθόσον συντάχθηκε μεν μετά την έκδοση της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά για την εκτίμηση του ύψους των μισθωμάτων που δυνητικά θα εισπράττονταν από την εκμετάλλευση αυτού, το χρονικό διάστημα από 1ο/1971 έως 6ο/2010 - , απαραδέκτως προσκομίζεται, το πρώτον στις 2.4.2021, ήτοι πριν από τη συζήτηση της έφεσης, δοθέντος ότι η μη επίκληση και προσαγωγή του στην πρωτοβάθμια δίκη, ελλείψει ειδικών ισχυρισμών των εκκαλούντων που να δικαιολογούν την παράλειψη αυτή, δεν κρίνεται δικαιολογημένη. Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται η ζημία που οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από την παράλειψη ανάκλησης της ένδικης απαλλοτρίωσης το χρονικό διάστημα από 14.8.1994 έως την άσκηση της αγωγής και ως εκ τούτου, το εφεσίβλητο Δημόσιο δεν υποχρεούται να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλούμενη απόφαση. Ορθά, τέλος, κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση το ύψος της ηθικής βλάβης των εκκαλούντων, την οποία υπέστησαν από τον μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα άρσης της ένδικης απαλλοτρίωσης η οποία ανήλθε στο εύλογο και προσήκον ποσό των 200,00 ευρώ, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης.
12. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και να καταπέσει το παράβολο που καταβλήθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ.9 του Κ.Δ.Δ.), ενώ πρέπει να καταλογιστούν σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους 341,00 ευρώ (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου.
Καταλογίζει σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου ύψους τριακοσίων σαράντα ενός ευρώ (341,00).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2025 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στην ίδια πόλη σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 30 Απριλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ