ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 25ο - ΤΡΙΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1375/2026
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2025, με δικαστές τις: Μαρία Παπουτσάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων (Δ.Δ.), Δήμητρα Ντισλίδου (εισηγήτρια), Αναστασία Πούλου, Πρωτοδίκες Δ.Δ., και γραμματέα τη Στυλιανή Λιάνου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 3.12.2019,
της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «….» και τον διακριτικό τίτλο «... Ο.Ε.» νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στη …. και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου Ανδριανής Κολοκυθά, συνεργάτιδας της εδρεύουσας στην Αθήνα (οδ. …) δικηγορικής εταιρείας, με την επωνυμία «ΜΕΤΑΞΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ»,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, της δικαστικής πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ευγενίας Ζερβοπούλου.
Κατά τη συζήτηση, η διάδικος που εμφανίσθηκε και παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία,
σκέφθηκε κατά τον νόμο.
1. Επειδή, η κρινόμενη αγωγή νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά τη δημοσίευση της 4990/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (Τμήμα 25ο, Τριμελές). Με την απόφαση αυτή, ανεστάλη η πρόοδος της δίκης μέχρι τη δημοσίευση από το Α΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας των οριστικών αποφάσεων επί των με αριθμ. ... και …./2019 αγωγών, που εισήχθησαν ενώπιον της επταμελούς σύνθεσής του, με τις με αριθμ. 6 και 7/2019 πράξεις της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), σε συνέχεια των οποίων δημοσιεύθηκαν οι 2423/2023 και 2077/2024 αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
2. Επειδή, με την αγωγή, αυτή, όπως το αίτημα αυτής μετατράπηκε νομίμως, κατ’ άρθρο 75 παρ. 3 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας εταιρείας στο ακροατήριο, κατά τη δικάσιμο της 25ης.2.2022 (βλ. τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της 25ης.2.2022 του παρόντος Δικαστηρίου) η ενάγουσα, ιδιοκτήτρια δύο φωτοβολταϊκών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, εγκατεστημένοι, ο πρώτος στη θέση «….» του Δήμου ... και ο δεύτερος στη θέση «….» ομοίως του Δήμου ... ζητεί, παραδεκτώς, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής α) συνολικό ποσό 188.781,69 ευρώ, ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), για την αποκατάσταση της ζημίας, που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τη μείωση της εγγυημένης συμβατικής τιμής πώλησης, που συμφωνήθηκε με τη Δ.Ε.Η. Α.Ε. και, ήδη, Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε., για την παραγόμενη από αυτήν ηλεκτρική ενέργεια, από τους ως άνω φωτοβολταϊκούς σταθμούς, από τον Απρίλιο του έτους 2014 έως τον Μάιο του έτους 2019, σύμφωνα με την υποπαρ. ΙΓ.1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85), καθώς και από την υποχρέωσή της να παράσχει έκπτωση, ποσοστού 20%, επί της αξίας της εγχεομένης κατά το έτος 2013 ενέργειας, σύμφωνα με την υποπαρ. ΙΓ.3 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ίδιου νόμου επικουρικώς, δε, ζητεί το ποσό αυτό ως αποζημίωση βάσει του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος και β) ποσό 50.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τις ίδιες ως άνω αιτίες.
3. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ. - π.δ. 456/1984, Α’ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με κανονιστική διοικητική πράξη, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτον, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανά της ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ 656/2025 7μ., 2077/2024 7μ., 1920 - 1925/2024 7μ., 2423/2023 7μ., 2216/2020, 2544/2016 7μ., κ.α.). Στην τελευταία αυτήν περίπτωση απαραίτητη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης του Δημοσίου είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αντίθετης σε υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες δικαίου νομοθέτησης ή παράλειψης νομοθέτησης και της επελθούσας ζημίας (ΣτΕ 656/2025 7μ., 2077/2024 7μ., 1920 - 1925/2024 7μ., 2423/2023 7μ., 2544/2016 7μ. κ.α.) . Ειδικότερα, στην ως άνω περίπτωση νομοθέτησης, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται, όλως εξαιρετικώς, μόνον αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη (ΣτΕ 734/2016 Ολομ., 704, 1269, 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ. κ.α.), πριν και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της είτε με πράξη της Διοίκησης (ΣτΕ 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ., 2435/2017, 2773/2010 7μ.) είτε με διμερή δικαιοπραξία (σύμβαση) (ΣτΕ 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ.). Στην περίπτωση που οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται πρωτογενώς από την εφαρμογή του ως άνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτήν πράξη (ΣτΕ 2077/2024 7μ. 2423/2023 7μ., βλ. σχετικώς και ΣτΕ 2435/2017, 734/2016 Ολομ., 2773/2010 7μ, 3093/2009, 1038/2006 7μ., πρβ. ΣτΕ 450/2013 7μ.). Το ίδιο ισχύει και όταν η επίμαχη ρύθμιση για την εφαρμογή της σε συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σύμβασης (ΣτΕ 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ., πρβ. ΣτΕ 3089/2009 7μ.). Ειδικότερα, όταν ο κανόνας δικαίου αφορά συμβατικό όρο και, επομένως, είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί μόνο στο πλαίσιο συμβατικής σχέσης, οι επιζήμιες συνέπειες δεν επέρχονται ευθέως από τη θέσπιση της επίμαχης διάταξης αλλά από την εφαρμογή της κατά την εκτέλεση της σύμβασης (ΣτΕ 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ.). Ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται η κατ’ εξαίρεση αστική ευθύνη του Δημοσίου από πράξη νομοθετικού οργάνου ή της κανονιστικώς δρώσας Διοίκησης, αφού ελλείπει η ως άνω προϋπόθεση (ήτοι η ζημία να προκαλείται ευθέως από τη νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση) και άρα ελλείπει η απαιτούμενη προϋπόθεση της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της κατά τα ανωτέρω νομοθέτησης και της επελθούσας ζημίας. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να θεμελιωθεί στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. αξίωση προς αποζημίωση από νομοθέτηση παραβιάζουσα κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ.). Εξάλλου, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται και από παράνομη υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων της Διοίκησης κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας. Περαιτέρω, για να στοιχειοθετηθεί αστική ευθύνη του Δημοσίου απαιτείται επιπλέον (πέραν δηλαδή της παρανομίας οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας) επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας διοικητικού οργάνου και της επελθούσας ζημίας. Οι ως άνω κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. προϋποθέσεις της ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (ΣτΕ 656/2025 7μ., 704, 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ. κ.α.). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 932 Α.Κ., το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και επί ευθύνης του Δημοσίου κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (βλ. ΣτΕ 1648/2024, 405/2024, 370/2023, 911/2022 κ.ά.).
4. Επειδή, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή της ευθύνης των κρατών - μελών για ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου που τους καταλογίζονται είναι σύμφυτη προς το σύστημα των Συνθηκών (Δ.Ε.Ε. 19.11.1991, C - 6/90 και C - 9/90, Francovich, σκ. 35, Δ.Ε.Ε. 5.3.1996, C - 46/93 και C - 48/93, Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 31, Δ.Ε.Ε. 24.5.2009, C - 445/06, Danske Slagterier, σκέψεις 19 - 20, Δ.Ε.Ε. 26.1.2010, C - 118/08, Transportes Urbanos y Servicios Generales, σκ. 29 κ.α.). Η ευθύνη αυτή ισχύει για κάθε περίπτωση παράβασης του ενωσιακού δικαίου από κράτος - μέλος, ανεξαρτήτως της εθνικής αρχής η οποία διέπραξε την παράβαση και φέρει, κατά το εσωτερικό δίκαιο του κράτους – μέλους, το βάρος της αποκατάστασης της προκληθείσας ζημίας (βλ. τη προπαρατεθείσα απόφαση, Brasserie du pêcheur και Factortame , σκ. 32, Δ.Ε.Ε. 1.6.1999, C - 302/97, Konle, σκ. 62, Δ.Ε.Ε. 4.7.2000, C - 424/97, Haim, σκ. 27, Δ.Ε.Ε. 30.9.2003, C - 224/01, Köbler, σκ. 31 κ.α.). Κατά την αρχή αυτή, οι ζημιωθέντες ιδιώτες έχουν δικαίωμα αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: α) ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) η παράβαση του κανόνα αυτού είναι κατάφωρη, γ) υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράβασης και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες. Οι προϋποθέσεις αυτές, βάσει των οποίων στοιχειοθετείται η ευθύνη των κρατών - μελών για ζημίες που προκαλούνται σε ιδιώτες από παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου εξετάζονται από τα εθνικά Δικαστήρια, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που παρέχει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή των προϋποθέσεων αυτών (Δ.Ε.Ε. 25.11.2010, C - 429/09, Günter Fuß κατά Stadt Halle, σκ. 48, Δ.Ε.Ε. 12.12. 2006, C - 446/04, Test Claimants in the FII Group Litigation, σκ. 210). Αν ελλείπει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, δεν γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης βάσει του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα δε, όσον αφορά την ως άνω τρίτη (σωρευτικώς απαιτούμενη) προϋπόθεση, γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) ότι στα εθνικά Δικαστήρια εναπόκειται να ερευνήσουν εάν υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ενωσιακού δικαίου από κρατικό όργανο (συμπεριλαμβανομένου του εθνικού νομοθέτη) και της βλάβης την οποία υπέστησαν οι ζημιωθέντες (βλ. τη προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 65, αποφάσεις Δ.Ε.Κ. της 23.5.1996, C - 5/94, Hedley Lomas Ltd., σκ. 30, Δ.Ε.Κ. Τμήμα μείζονος σύνθεσης της 17.4.2007, C - 470/03, A.G.M. - COS.MET Srl, σκ. 83, Δ.Ε.Ε. της 14.3.2013, C - 420/11, Jutta Leth, σκ. 45-46, προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 116 κ.ά.). Οι ως άνω προϋποθέσεις (απονομή δικαιώματος σε ιδιώτες, κατάφωρος χαρακτήρας παράβασης ενωσιακού δικαίου και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράβασης και ζημίας) αρκούν να θεμελιώσουν αξίωση των ιδιωτών προς αποζημίωση (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 66 και Δ.Ε.Κ. Köbler, σκ. 57 και Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 32 κ.ά.) και συγκροτούν την ελάχιστη ρύθμιση, η οποία εξασφαλίζει την αποτελεσματική ικανοποίηση των δικαιωμάτων των ιδιωτών προς αποκατάσταση των ζημιών που τους προκαλούν αντίθετες προς το ενωσιακό δίκαιο πράξεις των εθνικών αρχών. Στην περίπτωση αυτή το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Francovich και Bonifaci, σκ. 41 - 42, Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 67 και 74, Δ.Ε.Κ. A.G.M. - COS.MET, σκ. 89 κ.ά.). Ελλείψει σχετικής ρύθμισης του δικαίου της Ένωσης, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται ο καθορισμός των αρμόδιων δικαστηρίων και η θέσπιση των δικονομικών κανόνων άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης (βλ. τη προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Κ. Francovich και Bonifaci, σκ. 42, απόφαση Δ.Ε.Ε. της 19.5.2011, C -452/09, Tonina Enza Iaia και λοιποί, σκ. 16, προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 122, Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 177 κ.ά.). Εξάλλου, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει μεν στα κράτη - μέλη να θέτουν προϋποθέσεις, τόσον ουσιαστικές όσον και τυπικές (δικονομικές), σχετικά με την ως άνω ευθύνη λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που ισχύουν για παρόμοιες απαιτήσεις κατά το εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ή να θέτουν προϋποθέσεις τέτοιες που καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικώς δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Francovich και Bonifaci, σκ. 43, Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 67 και 74, Δ.Ε.Κ. Köbler, σκ. 58)· ωστόσο, δεν αποκλείει τη δυνατότητα θεμελίωσης της ευθύνης του κράτους (για παραβιάσεις ενωσιακών κανόνων δικαίου) υπό λιγότερο περιοριστικές - σε σχέση με εκείνες που κατά τα ανωτέρω έχει θέσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης - προϋποθέσεις βάσει του εθνικού δικαίου (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 66, Δ.Ε.Κ. A.G.M. - COS.MET, σκ. 85, Δ.Ε.Ε. Günter Fuß, σκ. 66, Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 121, απόφαση Δ.Ε.Ε. της 8.7.2021, C - 120/20, Koleje Mazowieckie – KM Sp. z o.o., σκ. 62-63, προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 32 κ.ά.). Συναφώς, η αστική ευθύνη του Δημοσίου λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης από τον νομοθέτη (κοινό και κανονιστικό) διέπεται, στην ελληνική έννομη τάξη, από τις ίδιες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να θεμελιωθεί στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου λόγω παραβίασης του ελληνικού Συντάγματος (καθώς και του εν γένει ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου) από τον νομοθέτη. Κατόπιν των ανωτέρω, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία προκληθείσα εξ αιτίας παράβασης του ενωσιακού δικαίου συντρέχει υπό τις αυτές ακριβώς προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, οι προϋποθέσεις δε αυτές είναι λιγότερο αυστηρές σε σχέση με τις προϋποθέσεις που έχει θέσει το Δ.Ε.Ε., αφού δεν απαιτείται η ύπαρξη «κατάφωρης» παραβίασης του ενωσιακού δικαίου (βλ. ΣτΕ 2423/2023 7μ., πρβ. ΣτΕ 2544/2016 7μ., 4403/2015, 3696/2015, 1629/2014 7μ.).
5. Επειδή, στο άρθρο 107 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) [όπως διαμορφώθηκε μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας της 13.12.2007, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3671/2008 (Α΄ 129) και ισχύει από 1.12.2009 (βλ. ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης για την Ε.Ε. και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ε.Ε. στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 326/26.10.2012 σελ. 1 επ. και ήδη C 202/07.06.2016 σελ. 1 επ.] [αρχικώς άρθρο 92 της Συνθήκης περί ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΣυνθΕOΚ) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 945/1979 (Α΄ 170), το οποίο μετέπειτα αναριθμήθηκε σε άρθρο 87 της Συνθήκης περί ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2691/1999, Α΄ 47)] ορίζεται ότι: «1. Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως. 2. Συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά: … 3. Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά: α) … β) … γ) οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον· δ) … ε) …». Στο άρθρο 108 της Σ.Λ.Ε.Ε. (αρχικώς άρθρο 93 της ΣυνθΕΟΚ και μετέπειτα άρθρο 88 της ΣΕΚ) ορίζεται ότι: «1. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. 2. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 107, ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει. Αν το εν λόγω κράτος δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά παρέκκλιση των άρθρων 258 και 259. Κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει ομοφώνως ότι ενίσχυση που έχει θεσπισθεί ή που πρόκειται να θεσπισθεί από το κράτος αυτό θεωρείται συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 107 ή των προβλεπόμενων από το άρθρο 109 κανονισμών, αν εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούν μια τέτοια απόφαση. Αν η Επιτροπή έχει κινήσει, ως προς την ενίσχυση αυτή, τη διαδικασία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αίτηση του ενδιαφερομένου κράτους προς το Συμβούλιο έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της σχετικής διαδικασίας μέχρις ότου αποφανθεί το Συμβούλιο. Αν το Συμβούλιο δεν αποφανθεί εντός τριών μηνών από την υποβολή της αιτήσεως, αποφασίζει η Επιτροπή. 3. Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, κατά το άρθρο 107, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση. 4. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κανονισμούς σχετικά με τις κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων για τις οποίες το Συμβούλιο έχει ορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 109, ότι μπορούν να μην υπόκεινται στη διαδικασία της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου». Σύμφωνα δε με το άρθρο 109 της Σ.Λ.Ε.Ε. (πρώην άρθρο 89 της Σ.Ε.Κ.), «Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δύναται να εκδίδει κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108, και ιδίως να καθορίζει τους όρους εφαρμογής του άρθρου 108 παράγραφος 3 και τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από τη διαδικασία αυτή.».
6. Επειδή, με τους ν. 2773/1999 («Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας - Ρύθμιση θεμάτων ενεργειακής πολιτικής και λοιπές διατάξεις», Α΄ 286), 3468/2006 («Παραγωγή Ηλεκτρικής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης και λοιπές διατάξεις», Α΄ 129) και 3851/2010 («Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ...», Α΄ 85), μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι Οδηγίες 96/92/ΕΚ, 2001/77/ΕΚ και 2009/28/ΕΚ, με τις οποίες η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (Α.Π.Ε.) στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κατέστη ύψιστη προτεραιότητα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, προκειμένου να διασφαλιστεί ο ενεργειακός εφοδιασμός των κρατών-μελών, η προστασία του περιβάλλοντος και η συμμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόσο προς τις απαιτήσεις του Πρωτοκόλλου του Κιότο όσο και προς τις δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί σχετικώς στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Συναφώς, ο ν. 2773/1999 περιέλαβε, στο Κεφάλαιο Ι΄, ρυθμίσεις σχετικά με τη συμπαραγωγή και την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ειδικότερα, ο νόμος αυτός προέβλεψε: α) στο άρθρο 35 ρυθμίσεις για την υποχρέωση του Διαχειριστή του Συστήματος να δίνει προτεραιότητα, κατά την κατανομή του φορτίου, σε διαθέσιμες εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε., καθώς και μέσω συμπαραγωγής, κατά τα οριζόμενα σε αυτό το άρθρο, β) στο άρθρο 36 ρυθμίσεις για την υποχρέωση της Δ.Ε.Η., ως Διαχειριστή του Δικτύου και αποκλειστικού προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά, να απορροφά την ηλεκτρική ενέργεια από Α.Π.Ε., γ) στο άρθρο 37 ρυθμίσεις για τη σύναψη δεκαετών συμβάσεων, με δυνατότητα ανανέωσης, μεταξύ των παραγωγών και του Διαχειριστή του Συστήματος ή του Διαχειριστή του Δικτύου, δ) στο άρθρο 38 ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας που απορροφάται στο Σύστημα και ε) στο άρθρο 39 ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας που απορροφάται στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά. Στο άρθρο 40 του ν. 2773/1999, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα με τον ν. 4001/2011 και άλλες συναφείς διατάξεις, συνεστήθη ειδικός λογαριασμός, υπό τη διαχείριση αρχικώς του Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε. και στη συνέχεια της Λ.ΑΓ.Η.Ε. Α.Ε., με σκοπό την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., σύμφωνα με τις εγγυημένες τιμές που καθορίζονται δια της νομοθεσίας και των αντίστοιχων συμβάσεων. Ο λογαριασμός αυτός λειτουργεί ως μηχανισμός ισοσκέλισης εσόδων και εξόδων για τη διασφάλιση της καταβολής των συμφωνημένων τιμών στους παραγωγούς Α.Π.Ε., δια της χρήσης κρατικά ελεγχόμενων ή νομοθετικά επιβαλλόμενων πόρων, τελούντων υπό δημόσιο έλεγχο. Σχετικές ρυθμίσεις διέλαβε, περαιτέρω, και ο ν. 3468/2006, με τον οποίο προσαρμόστηκε το ελληνικό δίκαιο στις δεσμεύσεις που προέκυπταν από το Πρωτόκολλο του Κιότο. Σύμφωνα με τη σχετική αιτιολογική έκθεση, με τον νόμο αυτό επιχειρήθηκε, ειδικότερα, η δημιουργία ενός σύγχρονου και ελκυστικού περιβάλλοντος για την ενίσχυση των επενδύσεων στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη διασφάλιση της αυξημένης διείσδυσης της παραγόμενης από αυτές ηλεκτρικής ενέργειας στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, με τη συστηματοποίηση και τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων ρυθμίσεων, οι οποίες, πέραν του ότι περιέχονταν σε διάφορα διάσπαρτα νομοθετήματα που δεν κάλυπταν μάλιστα πλήρως το σύνολο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, δεν ανταποκρίνονταν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, στις ιδιαιτερότητες της ανάπτυξης της ηλεκτροπαραγωγής με χρήση ανανεώσιμων πηγών. Ο εν λόγω ν. 3468/2006, με τον οποίο τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι σύμφωνα με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, συμπεριέλαβε στα άρθρα 9 επ., μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις σχετικά με την κατά προτεραιότητα ένταξη των σταθμών παραγωγής από Α.Π.Ε. στο Σύστημα ή το Δίκτυο (άρθρο 9) καθώς και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (άρθρο 10), τη σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 12) και την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. (άρθρο 13), καταργώντας τις προμνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1-3, 36, 37, 38 και 39 του ν. 2773/1999 (βλ. άρθρο 28 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 3468/2006). Ακολούθως, με τον ν. 3851/2010, με τον οποίο επήλθαν ευρείας έκτασης τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του ν. 3468/2006, επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2008/28/ΕΚ, η προώθηση των Α.Π.Ε. ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για την χώρα. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου τούτου, η υψηλή κατά κεφαλήν ενεργειακή κατανάλωση, σε συνδυασμό με τη μειωμένη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο εθνικό ενεργειακό ισοζύγιο και τις πενιχρές αποδόσεις της χώρας στην εξοικονόμηση ενέργειας και στην αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων, οδήγησαν σε αύξηση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, μεγαλύτερη από εκείνη για την οποία είχε διεθνώς δεσμευθεί η χώρα. Για τους λόγους αυτούς και προς τον σκοπό της εκπλήρωσης των σχετικών διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με τον νόμο δε αυτόν καθορίστηκαν οι εθνικοί στόχοι για τις Α.Π.Ε. μέχρι το 2020 και, περαιτέρω, τροποποιήθηκαν οι σχετικές με τις συμβάσεις πώλησης και με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. διατάξεις του ν. 3468/2006 (άρθρα 1 και 5 παρ. 1, 2 του ν. 3851/2010). Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3468/2006, όπως τούτο ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3851/2010: «1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής της. 2. Η Σύμβαση Πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ισχύει για είκοσι (20) έτη και μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τους όρους της άδειας αυτής, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, εφόσον ισχύει η σχετική άδεια παραγωγής. … 3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή και γνώμη της Ρ.Α.Ε., καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια» (βλ. ήδη την απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ΑΥ/Φ1/οικ.17149/2010 στην επόμενη σκέψη). Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ν. 3468/2006 καθορίστηκε η τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται, μεταξύ άλλων, μέσω σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. και απορροφάται από το Σύστημα ή το Δίκτυο, συμπεριλαμβανομένου και του Δικτύου Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με πίνακα τιμών, με πρόβλεψη συγκεκριμένης τιμής σε ευρώ ανά MWh, για ενέργεια αιολική, υδραυλική, ηλιακή από μονάδες τεχνολογίας διάφορης των φωτοβολταϊκών, γεωθερμική, βιομάζας, αερίων εκλυόμενων κ.λπ. λοιπών Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Οι τιμές του εν λόγω πίνακα τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3851/2010. Εξάλλου, με το άρθρο 27Α του ν. 3734/2009 (Α΄ 8) είχε ήδη τροποποιηθεί ο τρόπος τιμολόγησης της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται ειδικά από τα φωτοβολταϊκά συστήματα και είχαν προβλεφθεί νέες τιμές (όπως αυτές παρατίθενται στον πίνακα της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου) ανά κατηγορία φωτοβολταϊκών σταθμών. Εξάλλου, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 27Α [όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4203/2013 (Α΄ 235)] ορίσθηκε ότι με υπουργική απόφαση, εκδιδόμενη ύστερα από γνώμη της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (Ρ.Α.Ε.), μπορεί να μεταβάλλονται οι τιμές που καθορίστηκαν για τα φωτοβολταϊκά συστήματα με την παρ. 3 του εν λόγω άρθρου 27Α και ότι για τη μεταβολή αυτή λαμβάνονται κυρίως υπόψη η διείσδυση των φωτοβολταϊκών σταθμών στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, ο βαθμός επίτευξης των εθνικών στόχων διείσδυσης των Α.Π.Ε. και οι επιπτώσεις για τον καταναλωτή από τη σχετική επιβάρυνση λόγω του ειδικού τέλους Α.Π.Ε. Ακολούθως, με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 3851/2010 τροποποιήθηκαν οι τιμές του πίνακα της παρ. 3 του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009 για την ενέργεια που παράγεται από φωτοβολταϊκούς σταθμούς, εν συνεχεία δε οι τιμές αυτές μειώθηκαν: α) με την Υ.Α.Π.Ε./Φ1/οικ.2262/2012 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Π.Ε.Κ.Α.) (Β΄ 97) από τον Φεβρουάριο του 2012, β) με την Υ.Α.Π.Ε./Φ1/2301/οικ.16933/2012 απόφαση του Υφυπουργού Π.Ε.Κ.Α. (Β΄ 2317) από τον Αύγουστο του 2012 και γ) με την Υ.Α.Π.Ε./Φ1/1288/9011/2013 απόφαση του Υφυπουργού Π.Ε.Κ.Α. (Β΄ 1103) από τον Ιούνιο του 2013.
7. Επειδή, περαιτέρω, με την απόφαση ΑΥ/Φ1/οικ.17149/2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β΄ 1497/6.9.2010), εκδοθείσα κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 3468/2006 (όπως τροποποιήθηκε, κατά τα προεκτεθέντα), καθορίσθηκαν (άρθρο 1) ο τύπος και το περιεχόμενο των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτονται μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος (ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε., μετέπειτα ΛΑΓΗΕ Α.Ε. και ήδη ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.) και των παραγωγών που αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.) και συνδέονται στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο της χώρας. Το άρθρο πρώτο του προτύπου σύμβασης προβλέπει ότι ο ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε. αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. και αντίστοιχα ο παραγωγός να πωλεί την ενέργεια αυτή, στον ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε., ενώ το άρθρο δεύτερο της σύμβασης προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων κωδίκων διαχείρισης «καθώς επίσης και με το σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας». Το άρθρο έβδομο αναφέρεται στην τιμολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας και ορίζει, εκτός των άλλων, τα εξής: «Ο Παραγωγός, ο σταθμός του οποίου συνδέεται στα δίκτυα χαμηλής, μέσης ή υψηλής τάσης και λειτουργεί παράλληλα με το διασυνδεδεμένο σύστημα, δικαιούται να λαμβάνει το τίμημα που αντιστοιχεί στο σύνολο της καθαρής παραγωγής ενέργειας που παραδίδει στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφάται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27Α του ν. 3734/2009 και το άρθρο 5 του ν. 3851/2010, καθώς και τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας». Το άρθρο δωδέκατο, με τίτλο «Λογαριασμοί και Πληρωμές», προβλέπει, περαιτέρω, τα ακόλουθα: «1. Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από τον ΔΑΣΜΗΕ σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, τον ν. 3468/2006, το άρθρο 27Α του ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία. Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση αέργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ΔΕΣΜΗΕ κατ’ αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο, στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ΔΕΣΜΗΕ πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό. Το τιμολόγιο του Παραγωγού αποστέλλεται στον ΔΕΣΜΗΕ για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στον ΔΕΣΜΗΕ. 2. Η εξόφληση του τιμολογίου του Παραγωγού γίνεται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ακόμη και αν υπάρχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά την ακρίβεια του λογαριασμού. Το συμβαλλόμενο μέρος που έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις τις γνωστοποιεί αμελλητί στο άλλο μέρος. Σε περίπτωση που τελικά διαπιστωθεί σφάλμα, το συμβαλλόμενο μέρος σε βάρος του οποίου προκύπτει διαφορά, οφείλει να την επιστρέψει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος έντοκα, με το νόμιμο τόκο της υπερημερίας από την ημέρα εξόφλησης των τιμολογίων, μέχρι την ημέρα επιστροφής της διαφοράς. 3. Σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης λογαριασμού ή τιμολογίου πέραν της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο ΔΕΣΜΗΕ οφείλει να πληρώσει στον Παραγωγό και τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη ειδοποίηση. 4. Η εκκαθάριση και οι πληρωμές θα γίνονται από τον ΔΕΣΜΗΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας». Τέλος, το άρθρο εικοστό πρώτο θεσπίζει - με την επιφύλαξη αντίθετης διάταξης του ανωτέρω Κώδικα - ειδική διαδικασία επίλυσης οποιασδήποτε διαφοράς τυχόν ανακύψει κατά την εκτέλεση ή ερμηνεία της σύμβασης πώλησης ενώπιον τριμελούς Επιτροπής ή μέσω τεχνικής πραγματογνωμοσύνης της ΡΑΕ, οριζομένου περαιτέρω ότι «τα μέρη δύνανται να υπαγάγουν με έγγραφη συμφωνία τους τη διάγνωση της διαφοράς σε Διαιτησία της ΡΑΕ ..., άλλως ως αρμόδια για την επίλυση αυτής συμφωνούνται τα πολιτικά Δικαστήρια των Αθηνών.».
8. Επειδή, ακολούθως, δημοσιεύτηκε ο ν. 4254/2014 (Α΄ 85), με την υποπαράγραφο ΙΓ του οποίου θεσπίσθηκαν νέες ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της παραγόμενης από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά τα αναφερόμενα συναφώς στην εισηγητική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου, με τις ρυθμίσεις αυτές «επιδιώκεται η επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η αγορά των ΑΠΕ και έχουν οδηγήσει στην έλλειψη ρευστότητας και συνακόλουθα σε μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές προς τους παραγωγούς καθώς και η ρύθμιση θεμάτων τιμολόγησης ΣΗΘΥΑ. Οι ρυθμίσεις βρίσκονται σε συμφωνία με τις βασικές αρχές της πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ... και ειδικότερα τη δέσμευση για έλεγχο του κόστους προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας που καλούνται να επιμεριστούν οι τελικοί καταναλωτές ... Οι βασικές αρχές σχεδιασμού των εισαγόμενων ρυθμίσεων συνοψίζονται ως εξής: - Διασφάλιση ασφαλούς και φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας. - Αντιμετώπιση του συσσωρευμένου χρέους του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999. - Διασφάλιση της βιωσιμότητας του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 χωρίς την δημιουργία νέων ελλειμμάτων, σε μακροχρόνια βάση. - Προστασία των καταναλωτών από υπέρμετρες αυξήσεις στο Ειδικό Τέλος Εκπομπής Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ) το οποίο, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, θα αυξηθεί σημαντικά βάσει της Απόφασης 86/2014 της ΡΑΕ, στην οποία προβλέπεται υπερδιπλασιασμός του με αύξηση από τη μεσοσταθμική τιμή των 14,96 €/Mwh σε 33,68 €/MWh. - Συμμετοχή στα νέα μέτρα όλων των έργων και τεχνολογιών κατά το δυνατόν ανάλογα με τα περιθώρια απόδοσης των σχετικών επενδύσεων, παράγοντας στον οποίο αντικατοπτρίζεται και η συμμετοχή τους στην δημιουργία του ελλείμματος. - Θέσπιση κριτηρίων με σκοπό την αξιολόγηση των αποδόσεων των επενδύσεων και της βιωσιμότητας αυτών ...». Εξάλλου, με την υποπαράγραφο ΙΓ.1 της ως άνω παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 έγινε επανακαθορισμός (κατά κανόνα μείωση) των τιμών τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από λειτουργούντες σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., με έναρξη εφαρμογής των νέων τιμών την 1.4.2014. Ο επανακαθορισμός αφορά, μεταξύ των άλλων, την τροποποίηση των στοιχείων και τιμών των οικείων πινάκων του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3468/2006 και της παραγράφου 3 του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως οι τιμές αυτές είχαν αναπροσαρμοσθεί και εφαρμόζονταν κατά την εκτέλεση των συμβάσεων πώλησης για τους σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., οι οποίοι κατά την κρίσιμη ημερομηνία έναρξης ισχύος της υποπαραγράφου αυτής βρίσκονταν σε λειτουργία (κανονική ή δοκιμαστική). Περαιτέρω, στην υποπαράγραφο ΙΓ.2 αναφέρονται τα κριτήρια υπαγωγής στις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΓ.1. Στην επόμενη υποπαράγραφο ΙΓ.3, η οποία φέρει τον τίτλο «Παροχή έκπτωσης», ορίζονται τα ακόλουθα (περ. 1 και 2): «1. Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ... προβαίνουν στην έκδοση και παράδοση πιστωτικού τιμολογίου με βάση το Ειδικό Ενημερωτικό Σημείωμα που θα εκδώσουν ο ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και ο ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών. Οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ υποχρεούνται να εκδώσουν πιστωτικό τιμολόγιο κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) (ν. 4093/2012), με το οποίο παρέχουν έκπτωση επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το 2013 ενέργειας: α) σε ποσοστό 34% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν έως 31.12.2009, β) σε ποσοστό 35% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν από 1.1.2010 έως 31.12.2011, γ) σε ποσοστό 37% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν από 1.1.2012 έως 31.12.2012, δ) σε ποσοστό 37,5% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν από 1.1.2013 έως 31.12.2013, ε) σε ποσοστό 20% ειδικά για φωτοβολταϊκούς σταθμούς έως και 100 kW (συμπεριλαμβανομένων των σταθμών που ανήκουν σε κατ’ επάγγελμα αγρότες), στ) σε ποσοστό 10% για τις υπόλοιπες ΑΠΕ/ΣΗΘΥΑ. 2. Μέχρι την έκδοση και παράδοση στον ΛΑΓΗΕ του πιστωτικού τιμολογίου που αναφέρεται στην περίπτωση αυτή, αναστέλλεται η υποχρέωση του ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και του ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, καταβολής τιμήματος για την ποσότητα ενέργειας που έχει παραδοθεί και δεν έχει εξοφληθεί. Τα ακριβή οικονομικά και φορολογικά στοιχεία του πιστωτικού τιμολογίου θα παρέχονται στους παραγωγούς ΑΠΕ/ΣΗΘΥΑ από τον ΛΑΓΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ μέσω Ειδικού Ενημερωτικού Σημειώματος. Όσον αφορά στα λοιπά θέματα φορολογικής απεικόνισης πιστωτικών τιμολογίων, ισχύουν οι διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000) και του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ), ν. 4093/2012, με επιφύλαξη των ακόλουθων περιπτώσεων 4, 5 και 6». Η υποπαράγραφος ΙΓ.4 προβλέπει την αυτοδίκαιη επέκταση των συμβάσεων πώλησης για όλους τους σταθμούς ΑΠΕ της υποπαραγράφου ΙΓ.1. Με την υποπαράγραφο ΙΓ.5 τροποποιείται το άρθρο 13 του ν. 3468/2006 και θεσπίζονται νέες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τους σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ που τίθενται σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιείται η σύνδεσή τους μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω παραγράφου ΙΓ ενώ με την υποπαράγραφο ΙΓ.6 προστίθεται παράγραφος 10 στο άρθρο 27Α του ν. 3734/2009 και επαναπροσδιορίζεται το μέγιστο επίπεδο συνολικής ισχύος φωτοβολταϊκών σταθμών ανά έτος μέχρι το 2020. Στην δε υποπαράγραφο ΙΓ.13 προβλέπεται ότι «η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις της» (όπως στην υποπαράγραφο ΙΓ.1, η ισχύς της οποίας αρχίζει από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα έναρξης ισχύος της παρούσας παραγράφου, ήτοι από την 1.4.2014).
9. Επειδή, με τις 2423/2023 και 2077/2024 αποφάσεις της Επταμελούς Σύνθεσης του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εκδόθηκαν επί αγωγών που αφορούσαν συμβάσεις συμψηφισμού του «Ειδικού Προγράμματος Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων σε κτιριακές εγκαταστάσεις και ιδίως σε δώματα και στέγες κτιρίων», κρίθηκε ότι η νομοθετική ρύθμιση της υποπαρ. ΙΓ.1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, με τις διατάξεις της οποίας επιβλήθηκε επανακαθορισμός (με μείωση από 1η.1.2014) των τιμών αναφοράς – αποζημίωσης, οι οποίες είχαν ορισθεί με το προγενέστερο νομικό καθεστώς και αποτελούσαν όρο των υπό εκτέλεση συμβάσεων συμψηφισμού, που είχαν συναφθεί υπό το κράτος ισχύος του προγενέστερου, προ της 1ης.4.2014, καθεστώτος, αποτελεί παρέμβαση σε καταρτισθείσες ιδιότυπες αναγκαστικές συμβάσεις με σκοπό την εξάλειψη του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 (Α΄ 286) και μετέπειτα του άρθρου 143 του ν. 4001/2011 (Α΄ 179), προς διασφάλιση της βιωσιμότητάς του και, εντεύθεν, του μηχανισμού στήριξης των Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α.. Μόνη, όμως, η θέσπιση των διατάξεων αυτών κρίθηκε πως δεν αρκεί αφ’ εαυτής να επιφέρει περιουσιακή ζημία στον ιδιοκτήτη του οικείου οικιακού φωτοβολταϊκού συστήματος, συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος ανταλλάγματος με βάση τη μειωμένη τιμή του καθεστώτος του ν. 4254/2014 και του ανταλλάγματος, όπως αυτό διαμορφώνεται με βάση την τιμή του προγενέστερου καθεστώτος, η οποία είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση συμψηφισμού. Και τούτο, διότι οι τυχόν επιζήμιες συνέπειες των επίμαχων διατάξεων δεν επέρχονται ευθέως από τη θέσπιση με τον ν. 4254/2014 των ως άνω μέτρων, αλλά επέρχονται από τη διαφοροποιημένη, κατ’ εφαρμογή των μέτρων αυτών, εκτέλεση των κατ’ ιδίαν συμβάσεων συμψηφισμού, που καταρτίσθηκαν βάσει των προϊσχυουσών ρυθμίσεων, όσον αφορά στην τιμολόγηση και τη διάρκειά τους. Κατά συνέπεια, τυχόν αξίωση κατά του Ελληνικού Δημοσίου για την αποκατάσταση της ζημίας, περιουσιακής και μη, που επικαλείται ιδιοκτήτης οικιακού φωτοβολταϊκού συστήματος ότι υπέστη από νομοθέτηση (των διατάξεων της υποπαρ. ΙΓ.1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014) κατά παράβαση διατάξεων υπέρτερης ισχύος του εθνικού και, εν γένει, ευρωπαϊκού δικαίου, κρίθηκε πως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στο άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., καθόσον δεν συντρέχει μία από τις σωρευτικώς απαιτούμενες, τόσο από το ενωσιακό όσο και από το εσωτερικό δίκαιο, προϋποθέσεις για την ευθύνη του κράτους προς αποζημίωση και, συγκεκριμένα, η προϋπόθεση της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράβασης και της ζημίας (βλ. ΣτΕ 2423/2023 7μ., σκ. 34, 2077/2024, σκ. 40).
10. Επειδή, ειδικότερα, όσον αφορά το ζήτημα της ευθύνης του κράτους για αποκατάσταση της συγκεκριμένης θετικής ζημίας λόγω παράβασης του άρθρου 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε., με τις ίδιες υπ’ αριθμ. 2077/2024 και 2423/2023 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε πως, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αποφανθεί δεσμευτικώς [βλ. σχ. C(2018) 6777 της 10.10.2018 στην υπόθεση S.A. 38967 (2014/ΝΝ-2) “Greece - National Operating aid scheme for renewable energy sources and highly efficient combined heat and power installations” και την απόφαση του Δ.Ε.Ε. της 07.04.2022 (C-429/20 P), με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. Τ-143/19 απόφασης του Γ.Δ.Ε.Ε. της 03.07.2020, που απέρριψε αίτηση ακύρωσης κατά της ως άνω απόφασης της Επιτροπής], πως η ενίσχυση του νεότερου ν. 4254/2014 αποτελεί κρατική ενίσχυση υπέρ των παραγωγών Α.Π.Ε., κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 Σ.Λ.Ε.Ε. και δη παράνομη, λόγω παράλειψης των αρμόδιων ελληνικών αρχών να της κοινοποιήσουν το σχετικό μέτρο προτού θεσπισθεί και να αναμείνουν την εκτίμησή της, προτού αυτό τεθεί σε εφαρμογή, το αιτούμενο ποσό της διαφοράς μεταξύ της ενίσχυσης με βάση την τιμή που ίσχυε αρχικώς βάσει του προϊσχύσαντος κανονιστικού καθεστώτος και εκείνης που πράγματι εισπράχθηκε, με βάση τη νέα, μειωμένη τιμή του νεότερου νόμου (ο οποίος, όπως δέχθηκε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την από 07.04.2022 απόφασή του, επί της υπόθεσης C-429/20 P, μείωσε ενίσχυση προγενεστέρως χορηγηθείσα στους παραγωγούς Α.Π.Ε.), έχει χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης και όχι «αποζημιώσεως», κατά τη σχετική νομολογία του Δ.Ε.Ε.. Όμως, τυχόν επιδίκαση από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο των ποσών που αξιώνουν οι ενώπιόν του ενάγοντες θα ισοδυναμούσε με θέσπιση άλλης κρατικής ενίσχυσης υπέρ των παραγωγών με δικαστική απόφαση, πράγμα ανεπίτρεπτο ως μη ανήκον στη δικαστική εξουσία. Συνεπώς, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει, εν προκειμένω, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβίασης του άρθρου 108 παρ. 3 Σ.Λ.Ε.Ε. και της ζημίας που επικαλούνται οι ενάγοντες, η αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπέστησαν εξαιτίας της παράβασης εκ μέρους των οργάνων της Διοίκησης και του κοινού νομοθέτη των κανόνων του ενωσιακού δικαίου για τις κρατικές ενισχύσεις, κρίθηκε πως πρέπει να απορριφθεί, ως νόμω αβάσιμη, για τον ανωτέρω λόγο. Κατά τα λοιπά, κρίθηκε πως, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θεμελιώνεται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση, βάσει του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., δεν μπορεί να επιδιωχθεί και να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά το άρθρο 932 ΑΚ (βλ. ΣτΕ 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ.).
11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα εταιρεία δραστηριοποιείται στην ανεξάρτητη παραγωγή, εμπορία και διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και διατηρεί δύο φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε λειτουργία, εγκατεστημένοι, ο πρώτος στη θέση «…. (…)» του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας... της Περιφέρειας..., αδειοδοτημένης ισχύος 99,9 kW και ο δεύτερος στη θέση «….» ομοίως του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας ... της Περιφέρειας ..., αδειοδοτημένης ισχύος 52,65 kW, αμφότεροι με ημερομηνία σύνδεσης 14.3.2013. Για τους φωτοβολταϊκούς αυτούς σταθμούς η ενάγουσα εταιρεία έχει συνάψει τις από 31.1.2012 συμβάσεις πώλησης και αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τη Δ.Ε.Η. Α.Ε. και ήδη Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε. με αντικείμενο την πώληση προς τον ως άνω διαχειριστή της παραγόμενης από έκαστο των προαναφερόμενων φωτοβολταϊκό σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας βάσει της συγκεκριμένης, εγγυημένης και σταθερής τιμής αναφοράς, που προβλεπόταν στις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 3468/2006 και του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009. Με το άρθρο έβδομο των εν λόγω συμβάσεων καθορίστηκε το τίμημα για την πώληση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς της ενάγουσας, το οποίο, κατόπιν των νόμιμων τιμαριθμικών μεταβολών, τον Μάρτιο του 2014 είχε διαμορφωθεί, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, σε 0,40343 €/kWh. Με τις θεσπισθείσες από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διατάξεις της υποπαρ. ΙΓ.1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαρ. ΙΓ.2 της ίδιας παραγράφου, προβλέφθηκε ο επανακαθορισμός των τιμών πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από παραγωγούς Α.Π.Ε. προς την ως άνω αντισυμβαλλόμενή της εταιρεία, με μείωσή τους, από 1.4.2014. Κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η νέα μειωμένη τιμή πώλησης για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς της ενάγουσας ανήλθε στο ποσό των 0,280 ευρώ/kWh, ήτοι σε ποσοστό 49,18%, έναντι της τιμής των 0,40343 ευρώ/kWh, η οποία ίσχυε βάσει του προϊσχύσαντος καθεστώτος. Επίσης, με τις διατάξεις της υποπαρ. ΙΓ.3 της ίδιας παραγράφου προβλέφθηκε η υποχρεωτική παροχή έκπτωσης επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το έτος 2013 ενέργειας, από παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, όπως η ενάγουσα, από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, με έκδοση πιστωτικού τιμολογίου, βάσει ειδικού ενημερωτικού σημειώματος που θα εξέδιδε για τον σκοπό αυτό η Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε. Με βάση τις τελευταίες αυτές διατάξεις, η Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε. εξέδωσε τα σχετικά πιστωτικά σημειώματα του έτους 2013, με τα οποία ζήτησε από την ενάγουσα εταιρεία την παροχή έκπτωσης 20% επί του συνόλου των χρεοπιστώσεών της για το έτος αυτό, η οποία, ανήλθε στο ποσό των 20.572,94 ευρώ, και μετά από την αφαίρεση της έκτακτης ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, στο ποσό των 14.910,66 ευρώ, η δε ενάγουσα εξέδωσε τα δύο ταυτάριθμα 1/30.4.2014 πιστωτικά τιμολόγια προς τη Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε., συνολικού πληρωτέου ποσού 14.910,66 ευρώ. Κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, το ποσό αυτό της υποχρεωτικής έκπτωσης εξόφλησε η ενάγουσα στη Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε., δια συμψηφισμού με τα ήδη ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο παράδοσης των πιστωτικών τιμολογίων ανεξόφλητα τιμολόγια έναντι της παραγωγής προηγούμενων μηνών, για καθένα φωτοβολταϊκό σταθμό, αντίστοιχα.
12. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με τα νομίμως κατατεθέντα στις 2.3.2022, 8.3.2022, 22.10.2025 και 24.10.2025 υπομνήματα η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι οι διατάξεις των υποπαραγράφων ΙΓ.1 και ΙΓ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, με τις οποίες επιβλήθηκε ο μονομερής επανακαθορισμός επί τα ελάττω της τιμής αποζημίωσης για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., με ισχύ από 1.4.2014, και οι διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΓ.3 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, με τις οποίες επιβλήθηκε στους παραγωγούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. η υποχρέωση παροχής έκπτωσης επί των ακαθάριστων εσόδων του έτους 2013, κατ’ εφαρμογή των οποίων η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει, εκδίδοντας προς τούτο πιστωτικά τιμολόγια, ποσό ίσο με το ποσοστό 20%, επί της συνολικής αξίας της παραχθείσας από τους ως άνω φωτοβολταϊκούς σταθμούς και πωληθείσας ηλεκτρικής ενέργειας προς τη Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε. εντός του έτους 2013, συνιστούν ανεπίτρεπτη νομοθετική επέμβαση στον συνεστημένο συμβατικό δεσμό της με τον ως άνω διαχειριστή. Συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς της, οι διατάξεις των υποπαραγράφων ΙΓ.1, ΙΓ.2 και ΙΓ.3 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 αντίκεινται: i) στην οικονομική ελευθερία και την ελευθερία των συμβάσεων, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η μονομερής εν προκειμένω νομοθετική επέμβαση στις συνεστημένες συμβατικές σχέσεις της με τη Δ.Ε.Η. Α.Ε. και, πλέον, Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε., δεν δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο σημαντικού και έκτακτου δημοσιονομικού συμφέροντος, ικανό να δικαιολογήσει τον εν λόγω περιορισμό, ενώ τέτοιο λόγο δεν συνιστά, κατά την ίδια, η ανάγκη αποκατάστασης της βιωσιμότητας του μηχανισμού στήριξης και του μηδενισμού του ελλείματος του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999, ii) στην αρχή της αναλογικότητας κατ’ άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω του απρόσφορου, υπερβολικού και μη αναγκαίου χαρακτήρα του επίμαχου περιορισμού, iii) στην αρχή της ισότητας κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς το βάρος της κάλυψης του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. επιρρίφθηκε (μόνο) στους παραγωγούς ενέργειας από Α.Π.Ε., οι οποίοι δεν ευθύνονταν για τη δημιουργία του ελλείμματος, χωρίς αντίστοιχη επιβάρυνση και άλλων κατηγοριών συμμετεχόντων που είχαν συντελέσει στη δημιουργία του ελλείμματος, όπως οι προμηθευτές και οι παραγωγοί ενέργειας από συμβατικές μονάδες, ενώ, άλλωστε, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εταιρείας, για τον υπολογισμό της επιβάρυνσης κάθε παραγωγού από Α.Π.Ε. ελήφθη υπόψη μόνο ο χρόνος σύνδεσης της εγκατάστασής του στο σύστημα και όχι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε εγκατάστασης και φορέα υλοποίησης, ενώ υπήρξε και αδικαιολόγητη διακριτική μεταχείριση ορισμένων κατηγοριών παραγωγών Α.Π.Ε., iv) στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και της ασφάλειας δικαίου, ενόψει και της μη πρόβλεψης μεταβατικών ρυθμίσεων για την έναρξη ισχύος τους και τέλος v) στα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [(Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με την εν λόγω σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, Α' 256] και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), καθώς οι υπό κρίση διατάξεις επέφεραν στέρηση της περιουσίας της, χωρίς να τηρηθεί η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σχετικού δικαιώματός της και του επιδιωκόμενου σκοπού. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι εν λόγω διατάξεις του ν. 4254/2014 συνιστούν μέτρο κρατικής ενίσχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε., προς όφελος των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, για το οποίο δεν τηρήθηκε από τη Διοίκηση η διαδικαστική προϋπόθεση της προηγούμενης, της θέσπισής τους, κοινοποίηση του μέτρου αυτού στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά παράβαση του άρθρου 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε.. Σε περίπτωση δε αμφιβολίας σχετικά με τον χαρακτήρα των ως άνω μέτρων ως παράνομης κρατικής ενίσχυσης, κατά τα άρθρα 107 και 108 της Σ.Λ.Ε.Ε., ζητεί όπως το Δικαστήριο απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο Δ.Ε.Ε., κατά τις διατάξεις του άρθρου 267 της Σ.Λ.Ε.Ε.. Ενόψει των ανωτέρω, υφίσταται, κατά την ενάγουσα, υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. αλλά και δυνάμει της αυτοτελούς ευθύνης των κρατών μελών για παραβίαση του ενωσιακού δικαίου. Εξάλλου, η ενάγουσα εταιρεία, με τα κατατεθέντα στις 22.10.2025 και 24.10.2025 υπομνήματά της, προβάλλει ότι οι 2423/2023 και 2077/2024 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι δεσμευτικές για το Δικαστήριο, καθώς έχουν εκδοθεί επί υποθέσεων με διαφορετική πραγματική και νομική βάση και δεν αφορούν το ίδιο ζήτημα, με αυτό που τίθεται με την κρινόμενη αγωγή. Ειδικότερα, κατά την ενάγουσα, οι ανωτέρω αποφάσεις εκδόθηκαν επί αγωγών ιδιοκτητών οικιακών φωτοβολταϊκών συστημάτων, εγκατεστημένων σε δώματα ή στέγες κτιρίων, οι οποίοι συνάπτουν συμβάσεις ενεργειακού συμψηφισμού με ιδιωτικές εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας (και όχι συμβάσεις πώλησης με τον διαχειριστή), με αντικείμενο δηλαδή τον συμψηφισμό της παραχθείσας από το οικιακό φωτοβολταϊκό τους σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας (η οποία δεν εγχέεται στο δίκτυο) με την καταναλωθείσα μέσω της συνδεδεμένης παροχής ενέργεια και ως εκ τούτου την εξοικονόμηση χρημάτων γι' αυτούς, δια της μείωσης της ενέργειας προς χρέωση στους λογαριασμούς ρεύματός τους. Οι συμβάσεις αυτές συνιστούν διακριτή κατηγορία και διέπονται, κατά τα προβαλλόμενα, από διαφορετικές διατάξεις νόμου, Άλλωστε, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, η κρινόμενη αγωγή περιλαμβάνει και αίτημα για αποζημίωση της ενάγουσας λόγω της εφαρμογής της υποπαρ. ΙΓ.3 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, ζήτημα το οποίο δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο των ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δικών, επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις. Κατόπιν των ανωτέρω, η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει, νομιμοτόκως, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, το συνολικό ποσό των 188.781,69 ευρώ, που αντιστοιχεί στη ζημία που υπέστη από τη θέσπιση των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 4254/2014, το οποίο αναλύεται ως εξής: α) στο ποσό των 173.871,03 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά ανάμεσα στο τίμημα που θα είχε εισπράξει για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από τους δύο φωτοβολταϊκούς σταθμούς που διατηρεί, με βάση την ισχύουσα προ της δημοσίευσης του ν. 4254/2014 εγγυημένη συμβατική τιμή αναφοράς των 0,40343ευρώ/kWh που ίσχυε τον Μάρτιο του 2014, όπως αυτή θα είχε, εν συνεχεία, αναπροσαρμοσθεί νομίμως για τα έτη 2015 – 2019, και στο μειωμένο τίμημα που πράγματι εισέπραξε βάσει της μειωμένης τιμής αναφοράς των 0,280 ευρώ/kWh που εφαρμόσθηκε δυνάμει των διατάξεων της υποπαρ. ΙΓ.1 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2014 έως τον Μάιο του 2019, κατά τα ειδικώς εκτεθέντα στο δικόγραφο της αγωγής και β) στο ποσό των 14.910,66 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην έκπτωση, σε ποσοστό 20%, που υποχρεώθηκε να παράσχει επί της αξίας της πωληθείσας κατά το έτος 2013 ηλεκτρικής ενέργειας, για κάθε έναν από τους δύο φωτοβολταϊκούς σταθμούς που διατηρεί (10.001,94 + 4.908,72 ευρώ, αντιστοίχως), σύμφωνα με την υποπαρ. ΙΓ.3 του του ίδιου άρθρου και ισοδυναμεί με το ποσό των εκδοθέντων από την ίδια, δύο ταυτάριθμων 1/30.4.2014 πιστωτικών τιμολογίων. Επικουρικά, η ενάγουσα διεκδικεί να της καταβληθούν τα ανωτέρω κονδύλια κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Τέλος, ζητεί το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, βάσει του άρθρου 932 Α.Κ., για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τις ίδιες ως άνω αιτίες.
13. Επειδή, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την με αριθμ. πρωτ. ...έκθεση απόψεων της Διεύθυνσης Α.Π.Ε. και Εναλλακτικών Καυσίμων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και τα νομίμως κατατεθέντα στις 28.2.2022 και στις 22.10.2025 υπομνήματά του, ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής, ως νόμω και ουσία αβάσιμης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, πέραν του ότι οι κρίσιμες διατάξεις του ν. 4254/2014 δεν αντίκεινται σε υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες δικαίου, ελλείπει, σε κάθε περίπτωση, ο απαραίτητος αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην, κατά την ενάγουσα, αντίθεσή τους σε υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες δικαίου και στην επικαλούμενη ζημία της, η οποία δεν μπορούσε να επέλθει με μόνη τη θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων, χωρίς την εφαρμογή τους στα πλαίσια των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων μεταξύ αυτής και της Δ.Ε.Η. Α.Ε (ήδη Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.). Περαιτέρω, κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, ακόμη κι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράβασης, εκ μέρους των οργάνων της Διοίκησης και του κοινού νομοθέτη, των κανόνων των ενωσιακού δικαίου για τις κρατικές ενισχύσεις και της επικαλούμενης ζημίας της ενάγουσας εταιρείας, τυχόν αποδοχή των αγωγικών αιτημάτων της τελευταίας θα ισοδυναμούσε, όχι με επιδίκαση αποζημίωσης, αλλά με θέσπιση άλλης κρατικής ενίσχυσης, πράγμα ανεπίτρεπτο καθώς η αρμοδιότητα αυτή δεν ανήκει στη δικαστική εξουσία. Επικουρικά δε, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή κονδύλια περιουσιακής ζημίας παρίστανται αόριστα, ενώ το κονδύλι της ηθικής βλάβης αβάσιμο, καθώς δεν υφίσταται ούτε αδικοπραξία ούτε βλάβη της ενάγουσας εταιρείας. Προς υποστήριξη δε των ανωτέρω, το εναγόμενο επικαλείται σχετικώς τις 2423/2023 και 2077/2024 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικράτειας.
14. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνει, καταρχάς, υπόψη ότι τα κριθέντα με τις ανωτέρω 2423/2023 και 2077/2024 αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, ισχύουν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όχι μόνο για τις συμβάσεις συμψηφισμού, αλλά και για τις συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας παραχθείσας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς, όπως τούτο προκύπτει και από την κατ' αρχήν ενιαία μεταχείρισή τους από τις διατάξεις της υποπαρ. ΙΓ.1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014. Συνεπώς, μόνη η θέσπιση των διατάξεων των υποπαραγράφων ΙΓ.1 και ΙΓ.3 της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, να επιφέρει την περιουσιακή ζημία, που επικαλείται η ενάγουσα με την αγωγή της, ήτοι, θετική ζημία συνιστάμενη στη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος ανταλλάγματος με βάση τη μειωμένη τιμή του νεότερου καθεστώτος του ν. 4254/2014 και του ανταλλάγματος, που, κατά τους ισχυρισμούς της, έπρεπε να λάβει με βάση την τιμή του προγενέστερου καθεστώτος, η οποία είχε συμφωνηθεί με τις συμβάσεις πώλησης, που είχε συνάψει με τη Δ.Ε.Η. Α.Ε. και ήδη Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε. βάσει των προϊσχυουσών ρυθμίσεων. Και τούτο, διότι οι επιζήμιες, κατά την ενάγουσα εταιρεία, συνέπειες των επίμαχων διατάξεων δεν επέρχονται ευθέως από τη θέσπιση με τον ν. 4254/2014 των ως άνω μέτρων, αλλά από τη διαφοροποιημένη, κατ’ εφαρμογή των μέτρων αυτών, εκτέλεση των κατ’ ιδίαν συμβάσεων πώλησης, που καταρτίσθηκαν βάσει των προϊσχυουσών ρυθμίσεων, όσον αφορά στην τιμολόγηση και τη διάρκειά τους. Το ίδιο, άλλωστε, ισχύει και για τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη η ενάγουσα από τη θέσπιση της υποπαρ. ΙΓ.3 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, δεδομένου ότι η ζημία αυτή δεν επήλθε άμεσα από καθ’ εαυτή τη νομοθέτηση περί παροχής υποχρεωτικής έκπτωσης επί της εκγχεόμενης το έτος 2013 ηλεκτρικής ενέργειας από τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω φωτοβολταϊκών συστημάτων, αλλά από την, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, έκδοση των σχετικών ενημερωτικών σημειωμάτων από την Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε., στο πλαίσιο των συμβάσεων μεταξύ αυτής και της ενάγουσας. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αξιώσεις για αποζημίωση, αλλά και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που προβάλλει η ενάγουσα κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω αντίθεσης των κρίσιμων διατάξεων του ν. 4254/2014 σε διατάξεις του Συντάγματος, της Ε.Σ.Δ.Α. και του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε., δεν μπορούν να θεμελιωθούν στο άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. (και στο άρθρο 932 Α.Κ.), καθόσον δεν συντρέχει, εν προκειμένω, μία από τις σωρευτικώς απαιτούμενες, τόσο από το ενωσιακό όσο και από το εσωτερικό δίκαιο, προϋποθέσεις για την ευθύνη του κράτους προς αποζημίωση και, συγκεκριμένα, η προϋπόθεση της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράβασης και της ζημίας.
15. Επειδή, περαιτέρω, ως προς την προβαλλόμενη από την ενάγουσα θέσπιση με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4254/2014, απαγορευμένης κρατικής ενίσχυσης υπέρ των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, κατά παράβαση του άρθρου 107 της Σ.Λ.Ε.Ε. και για την οποία δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε., το Δικαστήριο κρίνει ότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην 10η σκέψη της παρούσας, τυχόν επιδίκαση από το αρμόδιο εθνικό Δικαστήριο του αξιώμενου από την ενάγουσα εταιρεία ποσού της διαφοράς μεταξύ της ενισχύσης με βάση την τιμή, η οποία δυνάμει του προϊσχύσαντος κανονιστικού καθεστώτος είχε καθορισθεί ως το συμβατικό αντάλλαγμα στις ήδη καταρτισθείσες συμβάσεις πώλησης, και εκείνης που πράγματι εισέπραξε με βάση τη νέα, μειωμένη, τιμή του ν. 4254/2015, θα ισοδυναμούσε με θέσπιση άλλης κρατικής ενίσχυσης υπέρ των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, όπως είναι και η ενάγουσα, με δικαστική απόφαση, πράγμα ανεπίτρεπτο ως μη ανήκον στη δικαστική εξουσία. Εξάλλου, κατόπιν των ανωτέρω και ιδίως των εκτεθέντων στη σκέψη 10 της παρούσης και λαμβάνοντας υπόψη και ότι το εθνικό Δικαστήριο έχει ευχέρεια και όχι υποχρέωση να παραπέμψει το σχετικό ζήτημα στο Δ.Ε.Ε. (βλ. Δ.Ε.Κ, απόφαση της 6ης.11.1982, C -283/81 Cilfit, σκ.16), ενώ σε κάθε περίπτωση η κρίση για τη λυσιτέλεια και την αναγκαιότητα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του εθνικού Δικαστηρίου και δεν εξαρτάται από τις προτάσεις των διαδίκων (βλ. Δ.Ε.Ε., απόφασης της 12ης.2.2008, C-2/06, Kempter, σκ.41-42 και C-210/06, και της 16ης.12.2008, Cartesio, σκ. 90-91), το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν καταλείπεται καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την ερμηνεία της ως άνω από 10-10-2018 τελικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ως προς το ότι τα κρίσιμα εν προκειμένω μέτρα της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση υπέρ των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας κατά το άρθρο 107 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε. και, ως εκ τούτου, ότι δεν συντρέχει λόγος υποβολής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. (πρβλ. ΣτΕ 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ.). Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα εταιρεία δεν δικαιούται τα ποσά που ζητεί ως αποζημίωση ούτε βάσει του άρθρου 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε., σε συνδυασμό με το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. ή αυτοτελώς, ενώ για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αυτή δεν δικαιούται ούτε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη της, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις (πρβλ. ΣτΕ 2423/2023 7μ., σκ. 41) και πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η αγωγή και κατά τούτο, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει εν προκειμένω αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβίασης του άρθρου 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε. και της ζημίας που επικαλείται η ενάγουσα (βλ. ΣτΕ 2077/2024 7μ., 2423/2023 7μ.). Τέλος, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα και κατά την επικουρική βάση της, δηλαδή κατά το μέρος της με το οποίο επιχειρείται η θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι δεν εξειδικεύεται στην αγωγή εάν το επίμαχο νομοθετικό μέτρο της μείωσης των εγγυημένων τιμών σε ήδη καταρτισθείσες συμβάσεις, σύμφωνα με την υποπαράγραφο ΙΓ.1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, δημιούργησε στην ενάγουσα τόσο δυσμενείς συνθήκες ώστε αυτή δεν μπορούσε πλέον να διατηρήσει τη δραστηριότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από τα εν λόγω φωτοβολταϊκά συστήματά της.
16. Επειδή, κατ’ ακολουθία, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, κατ’ εκτίμηση, όμως, των περιστάσεων, η ενάγουσα πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του ΚΔΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την αγωγή.
Απαλλάσσει την ενάγουσα από τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στις 20.1.2026, εξ αποστάσεως, με τη χρήση υπηρεσιακών ηλεκτρονικών μέσων, σύμφωνα με το άρθρο 36 του ν. 4745/2020 (Α΄ 214), και η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΑ ΝΤΙΣΛΙΔΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΛΙΑΝΟΥ