ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 1366/2026
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Παρθένα Ιωαννίδου, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδοπούλου , Εφέτη, Θεοδώρα Θεοδοσιάδου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σόνια Τουχτίδου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 23η Ιανουαρίου 2026, για να δικάσει τις εφέσεις, μεταξύ:
Α’ έφεση (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024): ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, κατοίκου …, ΑΦΜ …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Ζέρβα, του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (AM …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ-ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) …, ΑΦΜ …, ο οποίος απεβίωσε, κατοίκου εν ζωή …, 2) …, κατοίκου …, ΑΦΜ …, ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος-καθολικός διάδοχος του αποβιώσαντος, την 05η.02.2025, πρώτου εφεσίβλητου, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Αθανασίου Κόκκαλη του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (AM …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις 3) …., ΑΦΜ …, 4) …., ΑΦΜ … και 5) …, ΑΦΜ …, απάντων κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Β’ έφεση (ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024): ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΚΑΘ’ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) …, ΑΦΜ …, ο οποίος απεβίωσε, κατοίκου εν ζωή …, 2) …, κατοίκου …, ΑΦΜ …, ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος- καθολικός διάδοχος του αποβιώσαντος, την 05η.02.2025, πρώτου εφεσίβλητου, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Κόκκαλη, του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (AM …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: 1) …, κατοίκου …, ΑΦΜ …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Ζερβά, του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (AM …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 2) …, ΑΦΜ …, 3) …, ΑΦΜ …, και 4) …, ΑΦΜ …, απάντων κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών της με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 έφεσης-πρώτος εφεσίβλητος της με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 έφεσης, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2021 αγωγή, στρεφόμενη κατά των εναγόμενων-εφεσίβλητων της πρώτης έφεσης, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας διατάξεων διαθήκης και αγωγή περί κλήρου και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή. Επί της αγωγής αυτής, η οποία δικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμόν 12830/2022 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη επί των θεμάτων που όρισε. Ακολούθως, μετά την αντικατάσταση των ορισθέντων πραγματογνωμόνων με τις σχετικές αποφάσεις και την διενέργεια εν τελεί της πραγματογνωμοσύνης, με την υπ’ αριθμ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 κλήση, επαναφέρθηκε η συζήτηση της υποθέσεως και εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 13149/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής, παραπονούνται οι εκκαλούντες με τις υπό κρίση εφέσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και προσδιόρισαν προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και συζητήθηκαν.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο, κατά την οποία αυτές εκφωνήθηκαν νόμιμα με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο (με αριθμούς 25 και 54), παραστάθηκαν οι διάδικοι που αναφέρονται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα εκθέτουν στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι υπ’ αριθμ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 εφέσεις (εφεξής α’ και β’ έφεση αντίστοιχα), κατά της υπ’ αριθμόν 13149/2024 οριστικής (και της συμπροσβαλλομένης υπ’ αριθμόν 12830/2022 μη οριστικής) αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι ως άνω εφέσεις, ως στρεφόμενες κατά της αυτής πρωτοδίκου αποφάσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και, επιπρόσθετα, διότι με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31,246 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την έφεση, προκύπτει ότι, η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της έφεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, ύστερα από την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, του λόγου της διακοπής, η οποία πρέπει να γίνει είτε με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του) και επομένως, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που πέθανε δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωση του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης (ΑΠ 7/2020 , ΕφΑιγ 84/2021 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν δεν λάβει χώρα η γνωστοποίηση ή αν δεν γίνει νόμιμα ή από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει τη δίκη, η δίκη συνεχίζεται μέχρι εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, με διάδικο εκείνον που ξεκίνησε τη διεξαγωγή της, ακόμη και αν ο αντίδικος ή το Δικαστήριο γνωρίζει το λόγο της διακοπής (ΑΠ 194/2012, ΑΠ 1697/2009, ΑΠ 1257/2008, ΕφΔωδ 38/2017, ΕφΑθ 618/2015, ΕφΠειρ 643/2015 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η δομή της πολιτικής δίκης στηρίζεται στην αρχή της συμμετοχής δύο διαδίκων, του ενάγοντος και του εναγόμενου, που βρίσκονται σε θέση αντιδικίας. Δεν νοείται διεξαγωγή διαγνωστικής δίκης του ενάγοντος εναντίον του εαυτού του, η οποία θα κατέληγε σε δίκη που δεν θα ήταν πραγματική. Έτσι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου, ο οποίος κληρονομήθηκε αποκλειστικά από τον αντίδικό του, οπότε επέρχεται σύγχυση των ιδιοτήτων του ενάγοντος και του εναγομένου στο ίδιο πρόσωπο, η δίκη δεν διακόπτεται αλλά καταργείται και μάλιστα αυτοδικαίως, δηλαδή χωρίς την ανάγκη εκδόσεως αποφάσεως, η οποία, αν εκδοθεί, έχει απλώς χαρακτήρα αναγνωριστικό της επελθούσης καταργήσεως της δίκης (ΑΠ 796/2021 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω, πριν από την έναρξη της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο δεύτερος εφεσίβλητος της α’ έφεσης-δεύτερος εκκαλών της β’ έφεσης, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε τον επισυμβάντα στις 05.02.2025, ήτοι μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας που εκκίνησε εκ νέου με την άσκηση των υπό κρίση εφέσεων, θάνατο του πρώτου εφεσίβλητου της α’ έφεσης-πρώτου εκκαλούντος της β’ έφεσης … και ότι ο ίδιος συνεχίζει τη δίκη του θανόντος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του και καθολικός διάδοχος αυτού, υπεισερχόμενος στη θέση του, ως προς το μερίδιο της εξ αδιαθέτου διαδοχής που του αναλογεί. Προσκόμισε δε προς τούτο: α) την υπ’ αριθμ. πρωτ. …/2025 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου …, β) το υπ’ αριθμ. πρωτ. …/11.02.2025 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου …, γ) το υπ’ αριθμ. πρωτ. …/2026 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου … και δ) το υπ’ αριθμ. πρωτ. …/2026 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομιάς. Από το ανωτέρω πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών προκύπτει ότι ο …, κατά τον χρόνο θανάτου του, κατέλειπε μοναδικούς πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τον δεύτερο εναγόμενο … (τέκνο του) και τον ενάγοντα … (εγγονό του), τέκνο του προαποβιώσαντος στις 03.01.2010 υιού του …., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία του θανόντος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος (διαδοχή στην πρώτη τάξη κατά ρίζες, άρθρο 1813 παρ.2 ΚΠολΔ). Ο ενάγων διατείνεται με την προσθήκη επί των προτάσεών του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι στις 23.04.2025 με την υπ’ αριθμ. ΓΑΚ/ ΕΑΚ …/23.04.2025 έκθεση αποποιήσεως κληρονομιάς της γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αποποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα την κληρονομία του θανόντος παππού του …. Ωστόσο, η σχετική ως άνω έκθεση αποποιήσεως δεν προσκομίζεται από τον ενάγοντα, ούτε αποδεικνύεται από κάποιο άλλο έγγραφο, η αποποίηση αυτή. Αντίθετα, από το προσκομιζόμενο από τον δεύτερο εφεσίβλητο-εκκαλούντα, υπ’ αριθμ. πρωτ. …/22. 01.2026 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου …, προκύπτει ότι από τον χρόνο θανάτου του τελευταίου, ήτοι από 05.02.2025 μέχρι 21.01.2026, δεν καταχωρήθηκε καμία δήλωση αποποίησης της κληρονομιάς αυτού. Συνεπώς, καθόσον δεν αμφισβητείται από τον εκκαλούντα-πρώτο εφεσίβλητο, η ιδιότητα του δευτέρου εφεσίβλητου-εκκαλούντος, …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του θανόντος, νομίμως δήλωσε αυτός τη βίαιη διακοπή της δίκης και την συνέχιση αυτής από τον ίδιο, κατά το εξ αδιαθέτου μερίδιό του (1/2 εξ αδιαιρέτου) στην κληρονομία του θανόντος πατέρα του …. Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που ο αποβιώσας κληρονομήθηκε από περισσότερους, οι οποίοι και συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας, καθένας από αυτούς μπορεί να επαναλάβει τη δίκη σε σχέση με το μερίδιό του, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξη όλων των κληρονόμων για την επανάληψη της δίκης, η δε δήλωση του ενός δεν ενεργεί έναντι των υπολοίπων, αλλά η δίκη συνεχίζεται ως προς τη μερίδα του κληρονόμου που προέβη στη δήλωση επανάληψης, χωρίς από αυτό να δημιουργείται απαράδεκτο της επανάληψης από τη μη σύμπραξη όλων των ομοδίκων (ΕφΠατρ 190/2021 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Β.Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ άρθρο 290 παρ.5 σελ.302 επ.) Ωστόσο, όσον αφορά τον έτερο εξ αδιαθέτου κληρονόμο του θανόντος, ήτοι τον εκκαλούντα-πρώτο εφεσίβλητο …, δεν τίθεται ζήτημα επανάληψης ή διακοπής της δίκης, λόγω του θανάτου του παππού του …, ο οποίος κληρονομήθηκε και από αυτόν, κατά το λοιπό ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου, διότι υπάρχει σύγχυση των ιδιοτήτων του στο πρόσωπό του και επέρχεται η αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης, καθ’ ο μέρος η αγωγή στρέφεται κατά του πρώτου εναγόμενου και κατά το μερίδιο της κληρονομιάς που περιέρχεται στον ενάγοντα λόγω του θανάτου του τελευταίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμόν …/27.11.2024, …/27.11.2024, …/27.11.2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, …, και τις υπ’ αριθμόν …./07.01.2025,…./08.01.2025, …/07.01.2024 εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, τις οποίες προσκομίζει ο επισπεύδων τις εφέσεις εκκαλών της υπό στοιχ. α’ έφεσης-πρώτος εφεσίβλητος της β’ έφεσης, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα των εφέσεων, με πράξεις καταθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση με σχετική πράξη της γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τρίτη, τέταρτο και πέμπτη των εφεσιβλήτων της α’ έφεσης αντίστοιχα και δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εφεσιβλήτων της β’ έφεσης αντίστοιχα (άρθρα 122, 123, 124, 126 παρ.1 περ. α,, 128 παρ.2 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά την παρούσα δικάσιμο και κατά την εκφώνηση των υποθέσεων από τη σειρά του οικείου πινακίου (με αριθμούς 25 και 54), οι ανωτέρω εφεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατ' άρθρα 524 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι επιθυμούν να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εμφάνισή τους στο ακροατήριο, ούτε κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις. Συνεπώς, εφόσον κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 524 παρ.4 ΚΠολΔ), δίχως να αντιπροσωπεύονται από τον έτερο παριστάμενο εφεσίβλητο, καθόσον δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των κληρονόμων (και μεριδούχων), αλλά σχέση απλής ομοδικίας ως προς την κληρονομική μερίδα που ανήκει στον καθένα, γιατί η αξίωση καθενός ως προς τη μερίδα αυτή, είτε προσδιορίζεται κατ' ιδανικό μέρος, είτε αναφέρεται σε κληρονομιαίο πράγμα, δεν αποτελεί αδιαίρετο δίκαιο, που να επιβάλει τη συμμετοχή στη δίκη όλων των συνδικαιούχων (ΑΠ 55/2008, ΑΠ 977/2005, ΕφΑΠατρ 367/2021 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ομοίως δε, όσον αφορά την υπο στοιχ. β’ έφεση, δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά το άρθρο 76 παρ 1 ΚΠολΔ, μεταξύ των απολιπομένων εφεσιβλήτων και του έτερου παριστάμενου πρώτου εφεσιβλήτου, σχετικά με το υπό κρίση αίτημα της αγωγής που μεταβιβάζεται με την έφεση στο παρόν Δικαστήριο, περί αναγνώρισης ως άκυρης της επίδικης διαθήκης, αλλά απλή ομοδικία καθόσον, ναι μεν το αντικείμενο της δίκης εμφανίζεται ταυτόσημο για τους ενάγοντες ή εναγόμενους ομοδίκους, στην ουσία όμως επιδιώκεται η αναγνώριση της ανυπαρξίας των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την κληρονομιά, καθένας δε από αυτούς μπορεί να προβάλλει, σύμφωνα με την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ δικονομική αρχή της ελεύθερης διάθεσης και της συζήτησης, διαφορετική υπεράσπιση και συνεπώς δεν αποκλείεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (βλ, Β. Βαθρακοκοίλη «ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση» άρθρο 76, αριθμ. 60 σελ. 530, ΑΠ 547/2017 wwwareiospagos.gr, ΕφΔωδ 266/2020 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Οι υπό κρίση εφέσεις κατά της με αριθμό 13149/2024 οριστικής αποφάσεως και της συμπροσβαλλομένης, καίτοι δεν στρέφονται ρητώς προς αυτήν (άρθρο 513 παρ.2 ΚΠολΔ), με αριθμό 12830/2022 μη οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νόμιμα (άρθρα 495, 511, 513, 516, 517 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από της επίδοση της εκκαλουμένης, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, η απόφαση επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 19.11.2024 και 20.11.2024, οπότε και εκκίνησε η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ως προς όλους τους διαδίκους (βλ.υπ'αριθμ. …, …, …, …/19.11.2024 και …/20.11.2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …) και η α’ έφεση ασκήθηκε στις 25.11.2024 (βλ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 πράξη καταθέσεως) και η β' έφεση στις 17.12.2024 (βλ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 πράξη καταθέσεως). Επιπλέον, έχει καταβληθεί από τους εκκαλούντες, το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ παράβολο υπέρ του Δημοσίου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, όπως αναγράφεται στις πράξεις καταθέσεως. Ωστόσο, όσον αφορά την υπό στοιχείο β’ έφεση, αυτή απαραδέκτως στρέφεται κατά του δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων, καθόσον επί απλής ομοδικίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση ισχύει, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω, η έφεση ομοδίκου στρέφεται υποχρεωτικά κατά του αντιδίκου ή των ομοδικούντων αντιδίκων ως προς τους οποίους επιδιώκει ο εκκαλών την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του, εκτός αν η απόφαση περιέχει βλαπτική για τον εκκαλούντα και ευνοϊκή διάταξη για τους ομοδίκους του ή απέρριψε αίτηση που υπέβαλε ομόδικος κατά άλλου ομοδίκου, περίπτωση που δεν ισχύει στην υπό κρίση διαφορά. Έτσι, η έφεση που απευθύνεται κατά των ομοδίκων του εκκαλούντος, είναι απαράδεκτη, το δε απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, διότι αφορά τη νομιμοποίηση, κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ (ΕφΠειρ 1/2025, ΕφΑθ 3865/2023 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Σαμουήλ, Η Έφεση, έκδ. 2009, παρ. 338, 342, σελ. 160, 162). Συνεπώς, η α’ έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και η β’ έφεση να γίνει τυπικά δεκτή, μόνο ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία και μέσα στα όρια που μεταβιβάζεται η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, με τους λόγους εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), απορριπτομένης της υπό στοιχ. β' έφεσης ως απαράδεκτης, ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εφεσιβλήτων.
Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων και ήδη εκκαλών της α’ έφεσης- πρώτος εφεσίβλητος της β’ έφεσης, εξέθετε ότι, στις 04.05.2018, απεβίωσε στο …, όπου και κατοικούσε, η γιαγιά του από την πατρική γραμμή, ….. Ότι ο ίδιος είναι τέκνο του προαποβιώσαντος, στις 03.01.2010, υιού της θανούσης, … και εγγονός της τελευταίας. Ότι κατά το χρόνο θανάτου της …, πλησιέστεροι συγγενείς αυτής, ήταν ο σύζυγός της, … (πρώτος εναγόμενος), ο υιός της … (δεύτερος εναγόμενος) και ο ίδιος. Ότι η θανούσα κατέλειπε την με αριθμό …/29.09.2017 δημόσια διαθήκη της, που συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης … και δημοσιεύθηκε νόμιμα, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τον ίδιο και τους εναγόμενους. Ότι στον ίδιο ειδικότερα, κατέλειπε, κατά ψιλή κυριότητα, ένα ημιυπόγειο κατάστημα που βρίσκεται στο …, επί της οδού … αριθμό … και κατά πλήρη κυριότητα, ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 22.000 τ.μ. και ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 5.000 τ.μ., που βρίσκονται στην εκτός σχεδίου περιοχή «Αγρόκτημα …» της δημοτικής ενότητας … του Δήμου … της Π.Ε. …. Με την διαθήκη αυτή, επέβαλλε επιπλέον στον ενάγοντα, τον όρο απαγόρευσης διαθέσεως, προτού συμπληρώσει το 45ο έτος της ηλικίας του και τον επιβάρυνε με καθολικό καταπίστευμα υπέρ των εγγονών της … και ... (τέταρτου και πέμπτης των εναγομένων) ή όποιου εξ αυτών βρίσκεται εν ζωή για την περίπτωση που προαποβιώσει ο ενάγων χωρίς να αποκτήσει ή υιοθετήσει τέκνα αλλά και υπέρ των τέκνων του, σε περίπτωση που αποκτήσει, καθόσον στην περίπτωση αυτή θα δύναται να διαθέσει τα εν λόγω ακίνητα μόνο με διάταξη τελευταίας βουλήσεως και μόνο στα τέκνα του, ενώ στους εναγόμενους κατέλειπε, τα ειδικότερα αναφερόμενα πλείστα περιουσιακά στοιχεία. Ότι περαιτέρω, με την διαθήκη αυτή όρισε ότι, οποιαδήποτε άλλη περιουσία ήθελε βρεθεί κατά την ημέρα του θανάτου της, να περιέλθει κατ' ισομοιρία, στα εγγόνια της, … και …. Ότι η αξία των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 3.408.300 ευρώ, όπως προσδιορίζει την αξία εκάστου κληρονομιαίου ακινήτου, αφαιρουμένων των χρεών της κληρονομιάς που ανέρχονται στο ποσό των 350.000 ευρώ, ήτοι συνολικά η αξία αυτής, ορίζεται στο ποσό των 3.058.300 ευρώ. Ότι η επίδικη διαθήκη προσβάλλει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του στην κληρονομιά της γιαγιάς του, διότι η αξία των καταληφθέντων σε αυτόν κληρονομιαίων στοιχείων, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 64.600 ευρώ, ενώ η νόμιμη μοίρα του προσδιορίζεται σε ποσοστό 3/16 ή 18,75% εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιαίας περιουσίας, ήτοι στο ποσό των (3.058.300 X 18,75% =) 573.431,25 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως το περιεχόμενο αυτής παραδεκτά διορθώθηκε ακολούθως (άρθρο 224 εδ. β ΑΚ) ως προς τα κληρονομιαία ακίνητα, η συνολική αξία των οποίων, ανέρχεται εν τελεί, μετά την αφαίρεση των χρεών της κληρονομιάς σε 3.000.300 ευρώ και άρα η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των (3.000.300 X 18,75%=) 562.556,25 ευρώ, ζήτησε : α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της υπ’ αριθμόν …/29.09.2017 δημόσιας διαθήκης της …, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης … με την οποία η διαθέτιδα κατέλειπε στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία με περιορισμούς που βαρύνουν τη νόμιμη μοίρα του, όπως εκτιμάται, κατά το μέρος που προσβάλλει την νόμιμη μοίρα του β) να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, ήτοι κατά ποσοστό 3/16 ή 18,75% εξ αδιαιρέτου επί του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας που κατακρατούν οι εναγόμενοι, αντιποιούμενοι το κληρονομικό του δικαίωμα, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτούς να του αποδώσουν, κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου, όλη την κληρονομιαία περιουσία, δ) να αναγνωρισθεί ότι τυγχάνει ψιλός κύριος του υπολοίπου ποσοστού 81,25% επί του καταλειπόμενου με την επίδικη διαθήκη καταστήματος που βρίσκεται στο …, ε) να κηρυχθεί η απόφαση που Θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και στ) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, η οποία δικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε αρχικά, η υπ’ αριθμόν 12830/2022 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1829, 1871 ΑΚ, 70, 907, 943, 176 ΚΠολΔ και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, κατ’ άρθρο 254 ΚΠοΔ, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, επί της αξίας των κληρονομιαίων στοιχείων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην απόφαση. Ακολούθησε η έκδοση των υπ’ αριθμόν 3022/2023 και 8390/2023 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι διορισθέντες πραγματογνώμονες, λόγω αποποιήσεως του διορισμού τους, εν τελεί δε συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. 11/2024 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από τον ορισθέντα με την τελευταία απόφαση πολιτικό μηχανικό-εκτιμητή ακινήτων …. Εν συνεχεία, με την υπ’αριθμ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 κλήση, επαναφέρθηκε η συζήτηση της υποθέσεως και εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 13149/2024 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκρινε το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος και απόδοσης αυτών, ορισμένο μόνο ως προς τα περιγραφόμενα στην αγωγή κληρονομιαία ακίνητα και απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, ως προς την επικαλούμενη κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία, ενώ απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αίτημα περί αναγνώρισης του ενάγοντος ως ψιλού κυρίου, του υπολοίπου 81,25% επί του καταλειπομένου με την διαθήκη καταστήματος . Σημειώνεται ότι, με την ως άνω οριστική απόφαση, απαραδέκτως αποφάνθηκε το Δικαστήριο ως προς τα προαναφερθέντα αιτήματα , καθόσον το ορισμένο και η νομική βασιμότητά τους, είχαν ήδη κριθεί με οριστική διάταξη με την προηγηθείσα μη οριστική κατά τα λοιπά απόφαση, η οποία δεν επιδεχόταν, ως προς το σημείο αυτό, ούτε ανάκληση (άρθρο 309 ΚΠολΔ), πλην όμως το παρόν Δικαστήριο δύναται αυτεπαγγέλτως, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, να ερευνήσει το ορισμένο και νόμω βάσιμο της αγωγής (άρθρο 522 ΚΠολΔ, ΑΠ 470/2018, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 226/2016 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά της υπ’ αριθμόν 13149/2024 οριστικής και της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθμόν 12830/2022 μη οριστικής αποφάσεως, καίτοι δεν γίνεται ρητή μνεία περί της προσβολής της (άρθρο 513 παρ.2 ΚΠολΔ) στρέφονται οι εκκαλούντες με τις υπό κρίση εφέσεις τους για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να γίνουν οι εφέσεις δεκτές, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ο μεν εκκαλών της α’ έφεσης να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του, ο δε εκκαλών (μετά τον θάνατο του έτερου εκκαλούντος) της υπο στοιχ β’ έφεσης να απορριφθεί εν όλω η αγωγή.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, κατόπιν αυτεπάγγελτου ελέγχου από το παρόν Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε του ορισμένου και νόμω βάσιμου της αγωγής, το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντας και απόδοσης αυτών, είναι ορισμένο μόνο ως προς τα περιγραφόμενα στην αγωγή κληρονομιαία ακίνητα και τυγχάνει ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας ως προς την επικαλούμενη «κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία», ενώ το αίτημα περί αναγνώρισης του ενάγοντας ως ψιλού κυρίου του υπολοίπου 81,25% εξ αδιαιρέτου επί του καταλειπομένου με την διαθήκη καταστήματος, τυγχάνει απορριπτέο, ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθόσον ο ενάγων δεν επικαλείται αμφισβήτηση του κληρονομικού του δικαιώματος επί της ψιλής κυριότητας από τους εναγομένους, ως προς το λοιπό αυτό ποσοστό. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την συνεκκαλουμένη υπ’ αριθμόν 12830/2022 απόφαση αποφάνθηκε οριστικά περί του ορισμένου και νόμω βάσιμου των αιτημάτων αυτών, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και θα πρέπει η ανωτέρω απόφαση να εξαφανισθεί ως προς το σημείο αυτό, να κρατηθεί η αγωγή και να απορριφθούν τα αιτήματα αυτά, ως απαράδεκτα, μη καθιστάμενης χειρότερης της θέσης των εκκαλούντων (άρθρο 536 ΚΠολΔ).
II. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710,1813,1820,1825, 1826 και 1828 ΑΚ, δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομούμενου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος. Σε περίπτωση θανάτου του μεριδούχου, το δικαίωμα νόμιμης μοίρας ασκεί ο μεριδούχος που έρχεται στην θέση του, κατά την σειρά της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Η κατάλειψη της νόμιμης μοίρας μπορεί να γίνει και με εγκατάσταση σε δήλο πράγμα, όταν προκύπτει ότι ο διαθέτης ήθελε εγκατάσταση του μεριδούχου ως κληρονόμου, με καταλογισμό των δήλων πραγμάτων στη μερίδα του. Στην περίπτωση αυτή, κατά το μέρος που η εγκατάσταση επί δήλου πράγματος ή ποσού δεν καλύπτει τη νόμιμη μοίρα, ο μεριδούχος είναι αυτοδικαίως συγκληρονόμος στα κληρονομιαία, αποκτώντας έτσι εμπράγματο δικαίωμα κατά το ανάλογο ποσοστό σε όλα τα στοιχεία της κληρονομιάς, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το ν.1329/1983 και στην υπό κρίση περίπτωση, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση, η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, δηλαδή όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), στα οποία προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που έχουν κατά το χρόνο της παροχής, ο,τιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο, είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ηθικό καθήκον. Μετά τον καθορισμό της αυξημένης (πλασματικής) αυτής κληρονομικής ομάδας θα εξευρεθεί, με βάση αυτή, η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου. Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, τα χρέη της και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομούμενου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, οι πιο πάνω παροχές του κληρονομούμενου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση αυτή την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίσθηκε θα εξευρεθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) θα αφαιρεθεί η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν έχει λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά, στ) αν προκύπτει ότι έχει καταλειφθεί σε αυτόν λιγότερο από τη νόμιμη μοίρα του, Θα σχηματισθεί ένα κλάσμα με αριθμητή το υπόλοιπο από την παραπάνω αφαίρεση και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία (χωρίς αφαίρεση των παραπάνω χρεών και δαπανών) θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του. Το κλάσμα αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, αποτελεί το ποσοστό το οποίο πρέπει να λάβει ο μεριδούχος, πέραν εκείνων που τυχόν είχαν καταλειφθεί σε αυτόν, αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα του. Αν στον μεριδούχο έχει καταλειφθεί συγκεκριμένο (δήλο) πράγμα, που δεν συμπληρώνει τη νόμιμη μοίρα του, πρέπει η αξία του να αφαιρεθεί και από τον παρονομαστή του παραπάνω κλάσματος, διότι, για την ανεύρεση του συμπληρώματος της νόμιμης μοίρας του έχει αφαιρεθεί η αξία του πράγματος τούτου από την αξία της νόμιμης μοίρας, διαφορετικά θα υπολογιζόταν δύο φορές η αξία του (ΑΠ 5/2019). Κατά το άρθρο 1832 παρ.1 ΑΚ, η αξία της κληρονομιάς, εφόσον είναι αναγκαία, βρίσκεται "με εκτίμηση". Εξεύρεση της αξίας της κληρονομιάς "με εκτίμηση" σημαίνει ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομιάς δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση, η οποία, σε ομαλές οικονομικές συνθήκες συμπίπτει κατά κανόνα με την αγοραία αξία. (ΑΠ 1132/2021 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
III. Επιπλέον, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1142, 1166, 1800 παρ. 2, 1813, 1825, 1827, 1829, 1831 και 1833 ΑΚ συνάγεται ότι, η εγκατάσταση με διαθήκη αναγκαίου κληρονόμου του διαθέτη (μεριδούχου), όπως είναι και το γνήσιο τέκνο του, σε μόνη την επικαρπία ή σε μόνη την ψιλή κυριότητα ορισμένου ή ορισμένων κληρονομιαίων ακινήτων, των οποίων η ψιλή κυριότητα ή η επικαρπία, αντίστοιχα, καταλείπεται σε άλλους, αποτελεί, κατά το μέρος που βαρύνει τη νόμιμη μοίρα του, περιορισμό αυτού ως μεριδούχου. Για το λόγο τούτο, ο περιορισμός αυτός θεωρείται, σαν να μη έχει γραφεί και ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος με τους λοιπούς κληρονόμους και θα λάβει τα κληρονομιαία αντικείμενα κατά πλήρη κυριότητα, μέχρι του ποσοστού της νόμιμης μοίρας του, το οποίο είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του. Εφόσον δε, δεν υπάρχει στη διαθήκη αντίθετη διάταξη, όρος, δηλαδή, του διαθέτη να περιορισθεί ο μεριδούχος στη νόμιμη μοίρα του, αν επιδιώξει την αναγνώριση ότι ο περιορισμός της νόμιμης μοίρας του θεωρείται σαν να μη έχει γραφεί, θα λάβει αυτός, κατά το υπερβάλλον και την επικαρπία ή την ψιλή κυριότητα, αντίστοιχα, στην οποία έχει εγκατασταθεί (σοκίνειος ρήτρα). Όταν, όμως, εκτός της επικαρπίας ή της ψιλής κυριότητας, καταλείφθηκαν στο μεριδούχο και άλλα περιουσιακά στοιχεία, η αξία των οποίων δεν εξαντλεί τη νόμιμη μοίρα του, μπορεί αυτός να ζητήσει τη συμπλήρωση του ελλείποντος, με τις ίδιες παραπάνω προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ανάγκη λογιστικού προσδιορισμού της νόμιμης μοίρας, με βάση την πλασματική κληρονομική ομάδα. Στη συνέχεια, από τη νόμιμη μοίρα, που προσδιορίζεται κατά τον τρόπο αυτό, αφαιρούνται: α) η αξία των περιουσιακών στοιχείων που καταλείφθηκαν στο μεριδούχο και β) οι παροχές που έγιναν σε αυτόν και είναι καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα του. Δεν αφαιρείται, όμως και η αξία της επικαρπίας ή της ψιλής κυριότητας που του καταλείφθηκε, γιατί αυτό προϋποθέτει ότι η επικαρπία ή η ψιλή κυριότητα αποτελεί μέρος της νόμιμης μοίρας, ενώ τούτο δεν συμβαίνει (ΑΠ 1332/2019, ΑΠ 721/2010). Τέλος, όσα ισχύουν για την επικαρπία ή την ψιλή κυριότητα, ισχύουν και για τα άλλα περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα (ΕφΠειρ 715/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρ. 1827 - 1829 αριθ. 32). Ανεπίτρεπτο δε περιορισμό συνιστά και η σύσταση καταπιστεύματος. Συγκεκριμένα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 201 επ., 1797 και 1925 §1 ΑΚ συνάγεται ότι, αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο υπό αναβλητική αίρεση με τη θετική ή την αρνητική της μορφή, με το θάνατο του διαθέτη η κληρονομιά επάγεται κανονικώς σ’ αυτόν που κατά την εικαζόμενη θέληση εκείνου, πρέπει να έχει την κληρονομιά μέχρι την πλήρωση της αίρεσης και ο οποίος με την πλήρωση αυτή, υποχρεούται να αποκαταστήσει την κληρονομιά στον υπό αίρεση εγκατάστατο. Δηλαδή, η με αναβλητική αίρεση εγκατάσταση, ισχύει ως καταπίστευμα, με καταπιστευματοδόχο τον υπό αίρεση εγκατάστατο και βεβαρημένο εκείνον στον οποίο κατά τη θέληση του διαθέτη πρέπει να παραμένει η κληρονομιά μέχρι την πλήρωση της αίρεσης. Ηρτημένης της αναβλητικής αίρεσης, η επέλευση των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας αναβάλλεται μέχρι την πλήρωσή της. Σε περίπτωση ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης, η εγκατάσταση θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ και αίρεται κάθε δικαίωμα προσδοκίας από την αίρεση. Η εγκατάσταση με το βάρος καταπιστεύματος υπέρ τρίτου, αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, περιορισμό του κληρονόμου ως μεριδιούχου, ο οποίος περιορισμός θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί κατά το μέρος, κατά το οποίο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα του, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εγκατάσταση υπό διαλυτική αίρεση, η οποία περιαιρείται κατά το μέχρι τη νόμιμη μοίρα ποσοστό και ο μεριδιούχος αυτός κατά το ποσοστό αυτό, που είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, μετέχει ως κληρονόμος και δικαιούται να λάβει, το στοιχείο της κληρονομιάς που καταλείφθηκε σ’ αυτόν απαλλαγμένο από το βάρος του καταπιστεύματος, ως προς το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του. Αν δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη στη διαθήκη του κληρονομούμενου, κατά το τυχόν υπερβάλλον, ισχύει το καταπίστευμα (ΑΠ 980/2002, ΕφΑιγ 10/2021, ΕφΑθ 1432/2007 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IV. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1000, 1142, 1143 και 1167 ΑΚ συνάγεται ότι η επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος, που περιορίζει την εξουσία του κυρίου ως προς τη χρησιμοποίηση και κάρπωση του πράγματος, οπότε ο τελευταίος έχει μόνο τη ψιλή κυριότητα, μετά δε την απόσβεση εκείνης με το θάνατο του επικαρπωτή, το περιεχόμενο της περιέρχεται αυτομάτως στον ψιλό κύριο του πράγματος ως απόρροια της βασικής αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν, ώστε δεν νοείται ψιλή κυριότητα επί του πράγματος, χωρίς να υπάρχει δικαίωμα επικαρπίας διαφόρου προσώπου επί τούτου (ΑΠ 1657/2001). Η επικαρπία συνεπώς, εφόσον δεν έχει ορισθεί διαφορετικά, αποσβήνεται με τον θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου, κατ' άρθρο 1167 εδ. α' ΑΚ και όχι ως κληρονόμο (ΑΠ 1050/2019, ΑΠ 1630/2009 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
V. Περαιτέρω, στις προστιθέμενες, κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ, στην κληρονομιά παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και αν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικόν καθήκον. Σε περίπτωση που επήλθε μετά την παροχή και μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, ο οποίος είναι και ο κρίσιμος, κατά το άρθρο 1831 ΑΚ, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομιάς, ουσιώδης υποτίμηση της δραχμής, τότε πρέπει, κατ' εφαρμογή και της κατά το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστεως, να αναχθεί η αξία της παροχής, την οποία αυτή είχε κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε, στο ισάξιο του ποσού αυτού σε δραχμές κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, οπότε και αποτιμάται η κληρονομιά, με βάση τη μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων σχέση της αξίας της δραχμής, η οποία (αξία) εξευρίσκεται με αναγωγή σε χρυσές λίρες Αγγλίας, με βάση και την μεσολαβήσασα αύξηση του τιμαρίθμου. Ειδικότερα, η αξία του αντικειμένου της παροχής σε εγχώριες νομισματικές μονάδες, κατά τον χρόνο που έγινε αυτή, θα αναχθεί σε χρυσές λίρες Αγγλίας με την επίσημη ισοτιμία του χρόνου εκείνου, ακολούθως, το προκύπτον ποσό λιρών Αγγλίας θα αναχθεί στο ισοδύναμο χ ποσό λιρών Αγγλίας του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου, με βάση την διαφορά της αγοραστικής δύναμης της λίρας Αγγλίας μεταξύ των δύο αυτών χρόνων, όπως αυτή η διαφορά προκύπτει από τον επίσημο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και τέλος το, κατά τον τελευταίο χρόνο, ποσό λιρών Αγγλίας, που θα προκόψει, θα μετατραπεί σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την επίσημη ισοτιμία αυτού προς τη λίρα Αγγλίας κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου (ΑΠ 23/2015, ΑΠ 1233/09, ΕφΑΘ 309/2024, ΕφΔωδ 204/2023 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν όμως, από τον χρόνο που έλαβε χώρα η παροχή, μέχρι τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δεν μεσολάβησε νομισματική έκπτωση, υποτίμηση ή σοβαρή νομισματική διακύμανση, δεν απαιτείται να γίνει αναγωγή της αξίας της παροχής αυτής στον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (ΑΠ 1081/2017 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχ. α’ έφεσης, ο εκκαλών αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλεια ως προς την εφαρμογή του άρθρου 1833 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι η προτεινόμενη από τους εναγόμενους ένσταση περί συνυπολογισμού στην κληρονομιά, παροχής ύψους 73.367,57 ευρώ που κατά τους ισχυρισμούς των τελευταίων, πραγματοποίησε η διαθέτιδα προς τον πατέρα του ιδίου (ενάγοντος), θα έπρεπε ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι οι τελευταίοι δεν αναφέρουν την αξία της παροχής κατά το χρόνο που έγινε και τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, με βάση την τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας, λαμβανομένης υπόψη της υποτίμησης που έλαβε χώρα μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η αναφορά αυτή και ο αντίστοιχος υπολογισμός, δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της σχετικής ενστάσεως, εφόσον οι ενιστάμενοι δεν επικαλούνται υποτίμηση του νομίσματος μεταξύ των δύο κρίσιμων χρόνων προκειμένου είναι απαραίτητη η αναγωγή αυτή, αλλά το ζήτημα αυτό θα ερευνηθεί κατά τις αποδείξεις, με βάση την αρχή της καλής πίστης, όπως προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον κριθεί ότι έλαβε χώρα σχετική διακύμανση του νομίσματος.
VI. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 237 παρ.2 εδ.β ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον επίμαχο χρόνο, προκύπτει ότι, η προβολή από κάποιον από τους διαδίκους, με την προσθήκη των πρωτοβαθμίων προτάσεων, νέων ισχυρισμών είναι παραδεκτή μόνο όταν αυτοί τείνουν στην αντίκρουση των διαλαμβανόμενων στις προτάσεις του αντιδίκου του ισχυρισμών (ΑΠ 717/2024, ΑΠ 321/2018, ΑΠ 1419/2014, ΑΠ 133/2008). Επιπλέον, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΑΠ 1183/2015 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή την προσθήκη επ’ αυτών ούτε η επίκληση νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 174/2026, ΑΠ 1897/2025, ΑΠ910/2017, ΑΠ 1087/2014 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 520 και 527 περ. 6 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν μπορούν να προταθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως ή δεν είχαν προταθεί με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527, μεταξύ των οποίων, στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Η έγγραφη απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό, πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 755/2021, ΑΠ 961/2019). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σε αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 472/2025, ΑΠ 1453/2019 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχ. β’ έφεσης, οι εκκαλούντες διατείνονται ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 237 ΚΠολΔ και έλαβε υπ’ όψη νέο ισχυρισμό του ενάγοντος, τον οποίο προέβαλε για πρώτη φορά με την προσθήκη επί των προτάσεών του και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό περί συνυπολογισμού στην κληρονομιαία περιουσία της διαθέτιδος, παροχής ύψους 25.000.000 δραχμών και ήδη ισόποσου 73.367,57 ευρώ που πραγματοποίησε η τελευταία προς τον νόμιμο μεριδούχο της-δεύτερο εναγόμενο. Από την επισκόπηση των προτάσεων μετά της προσθήκης αντίκρουσης επ' αυτών που κατέθεσαν οι διάδικοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα. Οι εναγόμενοι με τις από 22.06.2021 προτάσεις τους προέβαλαν την ένσταση περί συνυπολογισμού στην νόμιμη μοίρα του ενάγοντος (κατ’ άρθρα 1831, 1833 ΑΚ), παροχής ύψους 25.000.000 δραχμών και ισόποσο 73.367,57 ευρώ, στην οποία προέβη η διαθέτιδα το έτος 1988 προς τον νόμιμο μεριδούχο υιό της-πατέρα του ενάγοντος, … προκειμένου ο τελευταίος να αγοράσει ένα κατάστημα, δυνάμει του υπ' αριθμόν …/1989 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …. Ο ενάγων, με την προσθήκη επί των προτάσεών του προέβαλε, επικουρικά, ως αντένσταση, τον ισχυρισμό περί υπολογισμού στην κληρονομιά και καταλογισμού στην νόμιμη μοίρα, παροχής ύψους 25.000.000 δραχμών και ήδη ισόποσου 73.367,57 ευρώ που πραγματοποίησε η διαθέτιδα και προς τον έτερο νόμιμο μεριδούχο υιό της …-δεύτερο εναγόμενο, τμηματικά και συγκεκριμένα κατά την περίοδο 1994 μέχρι το έτος 2005, καταβάλλοντας σε αυτόν, το ποσό των 20.000.000 δραχμών για τις αγορές αυτοκινήτων και κατά την περίοδο 2000-2002 το ποσό των 5.000,000 δραχμών για την ανακαίνιση της κατοικίας του, περί της οποίας καταβολής περιέλαβε σχετική διάταξη και στην από 13.03,2006 δημόσια διαθήκη της. Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προβλήθηκε με την προσθήκη επί των προτάσεων του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, κατ’ αρχήν δεν αποτελεί ισχυρισμό προς αντίκρουση (αντένσταση) της προτεινόμενης από τους εναγόμενους ένστασης συνεισφοράς, αφού δεν κατατείνει στην απόρριψη της τελευταίας, αντίθετα, με τον ισχυρισμό αυτό, εισάγεται ένα νέο στοιχείο υπολογισμού της αξίας της κληρονομιάς και αναιρείται το βιοτικό συμβάν που στηρίζει το αίτημα. Αλλά και περαιτέρω, με τον ισχυρισμό αυτό μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής, καθόσον η επικαλούμενη παροχή προς τον δεύτερο εναγόμενο, θα πρέπει να προστεθεί στην κληρονομιαία περιουσία για να υπολογισθεί η αξία της πλασματικής κληρονομιάς, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται, κατά το υπερβάλλον, το αγώγικό αίτημα ως προς το ύψος της νόμιμης μοίρας που δικαιούται ο εναγών. Η παροχή δε αυτή που ήταν γνωστή στον ενάγοντα, ο οποίος δεν επικαλείται το αντίθετο, δεν περιελήφθη στα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την ιστορική βάση της αγωγής και δεν διασαφηνίζει αγωγικούς ισχυρισμούς. Ούτε δε δύναται να ληφθεί υπ’ όψη κατ' άρθρο 527 περ. 6 ΚΠολΔ ως προνομιακός ισχυρισμός που αποδεικνύεται εγγράφως από την επικαλούμενη από 13.03.2006 δημόσια διαθήκη της θανούσης, όπως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών της α’ έφεσης. Και τούτο διότι, αφενός, κατά τα προεκτεθέντα, απαραδέκτως μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής και το αίτημα (άρθρο 526 ΚΠολΔ), αφετέρου, από την επικαλούμενη ως άνω διαθήκη, το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί «παραχρήμα» σε πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταβολής της παροχής στον δεύτερο εναγόμενο -εφεσίβλητο, πολλώ δε μάλλον όταν ακολούθησαν νεότερες διαθήκες και αυτή ανακλήθηκε, όπως ισχυρίζεται και ο τελευταίος με τις προτάσεις του και θα εκτεθεί κατωτέρω, αλλά θα πρέπει να εκτιμηθεί συνδυαστικά με άλλα αποδεικτικά μέσα προκειμένου να θεμελιωθεί ασφαλή γνώση, δεκτού γενομένου ως ουσία βάσιμου του δεύτερου λόγου της β’ έφεσης.
Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3,339 και 395 ΚΠολΔ), ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της κρινόμενης υπόθεσης, μεταξύ των οποίων η προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα της υπό στοιχ. α’ έφεσης με ημερομηνία 10.06.2020 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας του αρχιτέκτονα μηχανικού … και η προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα της υπό στοιχ. β’ έφεσης με ημερομηνία 14.05.2021 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού …, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα ως γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ), καθώς και από την υπ’ αριθμ. …/29.01.2024 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού-εκτιμητή ακινήτων … που διατάχθηκε από το Δικαστήριο, δυνάμει της υπ’ αριθμόν 12830/2022 μη οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επίσης εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 387 ΚΠολΔ), από την προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα της υπό στοιχ. β’ έφεσης, υπ’ αριθμ. …/17.06.2021 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των μαρτύρων … και …, που ελήφθη, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη της (βλ. την υπ’ αριθμ. …/11.06.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, με τη συνημμένη σε αυτή από 10.06.2021 εξώδικη γνωστοποίηση - κλήση), από τις προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα της υπό στοιχ. α' έφεσης υπ' αριθμ. …/09.07.2021 και …/09.07.2021 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, που ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του που δεν παραστάθηκαν κατά τη λήψη τους (βλ. την υπ’ αριθμ. …/06.07.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, με τη συνημμένη σε αυτή την από 06.07.2021 εξώδικη γνωστοποίηση - κλήση), από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ.1 περ.γ, 448 παρ.2, 457 παρ.4 ΚΠολΔ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), από τις ιδιόχειρες σημειώσεις του πατέρα του ενάγοντος που λαμβάνονται υπ’ όψη ως μη πληρούντα το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 23/2025, ΑΠ 160/2025 ΤΝ ΝΟΜΟΣ), καθώς και από όσα συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 04η Μαΐου 2018 απεβίωσε στην Θεσσαλονίκη, όπου και κατοικούσε, η …, γιαγιά από την πατρική γραμμή του ενάγοντος, σύζυγος του πρώτου αρχικά εναγόμενου, μητέρα του δεύτερου εναγόμενου, πεθερά της τρίτης εναγόμενης και γιαγιά από την πατρική γραμμή, των τέταρτου και πέμπτης των εναγόμενων. Η ανωτέρω αποβιώσασα κατέλειπε, κατά τον χρόνο θανάτου της, πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τον σύζυγό της-πρώτο εναγόμενο, τον υιό της-δεύτερο εναγόμενο και τον εγγονό της-ενάγοντα, ο οποίος είναι τέκνο του προαποβιώσαντος, στις 03.01.2010 υιού της, …. Η αποβιώσασα κατέλειπε, τις εξής διαθήκες: α) την υπ’ αριθμ. …/13.03.2006 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, η οποία δημοσιεύθηκε, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/29.06.2020 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, β) την υπ’ αριθμ. …/13.07.2010 δημόσια διαθήκη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία δημοσιεύθηκε, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/29.06.2020 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, γ) την υπ’ αριθμ. …/18.10.2011 δημόσια διαθήκη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία δημοσιεύθηκε δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./29.06.2020 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δ) την υπ’ αριθμ. …/02.06.2016 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, η οποία δημοσιεύθηκε, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/04.07.2018 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και ε) την υπ’ αριθμ. …/29.09.2017 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, η οποία δημοσιεύθηκε δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/04.07.2018 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία χρονικά ανωτέρω αναφερόμενη δημόσια διαθήκη της, η αποβιώσασα ανακάλεσε κάθε προηγούμενή της διαθήκη, εγκαθιστώντας κληρονόμους της άπαντες τους διαδίκους. Η ακίνητη περιουσία που η διαθέτιδα κατέλειπε κατά τον χρόνο θανάτου της, όπως αυτή περιγράφεται κατωτέρω κατά κληρονομιαίο ακίνητο, αξία κατά τον χρόνο αυτό και κατά κληρονόμο στον οποίο καταλήφθηκε έκαστο, με την τελευταία ως άνω δημόσια διαθήκη, ήταν η εξής: 1)Ένα οικόπεδο, κείμενο στο Ο.Τ. …, αποτελούμενο από τα με αριθμούς ... και ... οικόπεδα, επί των οδών …, στο …, συνολικού εμβαδού 1.784,83 τ.μ, στο οποίο έχουν ανεγερθεί: α) κτήριο Α, ανεγερθέν σε τμήμα οικοπέδου εμβαδού 626,48 τ.μ, β) κτίριο Β, ανεγερθέν σε τμήμα οικοπέδου εμβαδού 614,85 τ.μ, γ) τμήμα οικοπέδου εμβαδού 543,50 τ.μ, αδόμητο. Το όλο οικόπεδο έχει πρόσωπο επί των οδών … και προήλθε από την συνένωση των με αριθμούς .. και ... οικοπέδων του Ο.Τ. …, συνορεύει δε: Ανατολικώς επί προσόψεως με την οδό …, βορείως εν μέρει με όμορο οικόπεδο του ιδίου Ο.Τ. και εν μέρει επί προσόψεως με την οδό …, δυτικώς με όμορα οικόπεδα του ιδίου Ο.Τ και νοτίως με όμορα οικόπεδα του ιδίου Ο.Τ. Τα ως άνω κτήρια, Α’ και Β’, ανεγέρθηκαν δυνάμει της …/2005 οικοδομικής αδείας του Πολεοδομικού Γραφείου …, που αφορά στην ανέγερση δύο διώροφων οικοδομών με ισόγεια καταστήματα, υπόγειο πάρκινγκ, διαμέρισμα στον όροφο, στέγη - δώμα, περίφραξη και υπόστεγο. Ειδικότερα: Στο βορειοανατολικό τμήμα του οικοπέδου, επιφάνειας 614, 85 τ.μ, με πρόσωπο επί της οδού …, που βρίσκεται στα δεξιά για τον προσβλέποντα το οικόπεδο από την παραπάνω οδό, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 34,449% εξ αδιαιρέτου, ανεγέρθηκε, βάσει της …/2005 οικοδομικής αδείας, διώροφη οικοδομή με υπόγειο και απόληξη κλιμακοστασίου, με χαρακτηριστικό στοιχείο Άλφα (Κτίριο Α’). Το Κτήριο Α' αποτελείται από τους εξής χώρους: Α1. Ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 90 τ.μ, περίπου, με υπόγειο αποθηκευτικό χώρο, εμβαδού 90 τ. μ, περίπου. Το κατάστημα είναι ελαφρώς υπερυψωμένο από τον δρόμο και έχει καθαρό εσωτερικό ύψος ισογείου, 5 μέτρα. Έχει πρόσωπο με βιτρίνα επί της οδού … και βρίσκεται δεξιά για τον προσβλέποντα το κτίριο από την παραπάνω οδό. Α2. Ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 67 τ.μ, περίπου, με υπόγειο αποθηκευτικό χώρο επιφάνειας 90 τ.μ,, περίπου. Το κατάστημα είναι ελαφρώς υπερυψωμένο από τον δρόμο και έχει καθαρό εσωτερικό ύψος ισογείου 5 μέτρα. Έχει πρόσωπο με βιτρίνα επί της οδού … και επί του ακαλύπτου (γωνιαίο) και βρίσκεται αριστερά για τον προσβλέποντα το κτίριο από την παραπάνω οδό. A3. Κατοικία τύπου μεζονέτας, τριών επιπέδων, αποτελούμενη από ημιυπόγειο εμβαδού 113 τ. μ, περίπου, ισόγειο, εμβαδού 95 τ.μ περίπου και όροφο, εμβαδού 95 τ,μ περίπου, Έχει πρόσωπο και εξώστες επί του ακαλύπτου, Α4, Διαμέρισμα πρώτου ορόφου (Β' εξώστης), που καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο (οροφοδιαμέρισμα), εμβαδού 245 τ.μ, περίπου, με χώρους κατοικίας. Έχει πρόσωπο και εξώστες επί της οδού … και επί του ακαλύπτου. Α5. Απόληξη κλιμακοστασίου / σοφίτα δευτέρου ορόφου (δώμα), εμβαδού 75 τ.μ περίπου. Έχει πρόσωπο επί της οδού … και επί του ακαλύπτου. Επί του δώματος έχει κατασκευασθεί κεραμοσκεπές ανοιχτό στέγαστρο. Στο νοτιοανατολικό τμήμα του ως άνω οικοπέδου, επιφανείας 626,48 τ,μ, με πρόσωπο επί της οδού …, που βρίσκεται αριστερά για τον προσβλέποντα το οικόπεδο από την παραπάνω οδό, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 35,10% εξ αδιαιρέτου, ανεγέρθηκε, βάσει της υπ' αριθμόν …/2005 οικοδομικής αδείας, μια διώροφη οικοδομή με υπόγειο και απόληξη κλιμακοστασίου με χαρακτηριστικό στοιχείο Βήτα (Κτήριο Β’). Το Κτίριο Β’ αποτελείται από τους εξής χώρους: Β1. Ισόγειο κατάστημα εμβαδού 79 τ.μ περίπου, με υπόγειο αποθηκευτικό χώρο, επιφανείας 100 τ.μ. Το κατάστημα είναι ελαφρώς υπερυψωμένο από τον δρόμο και έχει καθαρό εσωτερικό ύψος ισογείου 5 μέτρα. Έχει πρόσωπο με βιτρίνα επί της οδού … και βρίσκεται αριστερά για τον προσβλέποντα το κτίριο από την παραπάνω οδό. Β2. Ισόγειο κατάστημα εμβαδού 73 τ.μ περίπου, με υπόγειο αποθηκευτικό χώρο επιφανείας 118 τ.μ περίπου. Το κατάστημα είναι ελαφρώς υπερυψωμένο από τον δρόμο και έχει καθαρό εσωτερικό ύψος ισογείου 5 μέτρα. Έχει πρόσωπο με βιτρίνα επί της οδού … και επί του ακαλύπτου (γωνιαίο) και βρίσκεται δεξιά για τον προσβλέποντα το κτίριο από την παραπάνω οδό. Β3. Κατοικία τύπου μεζονέτας, τριών επιπέδων, αποτελούμενη από ημιυπόγειο εμβαδού 129 τ.μ περίπου, ισόγειο, εμβαδού 113 τ.μ περίπου και όροφο, εμβαδού 102 τ.μ περίπου. Έχει πρόσωπο και εξώστες επί του ακαλύπτου. Β4. Διαμέρισμα πρώτου ορόφου (Β’ εξώστης), που καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο (οροφοδιαμέρισμα), εμβαδού 244 τ.μ., περίπου, με χώρους κατοικίας. Έχει πρόσωπο και εξώστες επί της οδού … και επί του ακαλύπτου. Β5. Απόληξη κλιμακοστασίου/ σοφίτα δευτέρου ορόφου (δώμα), εμβαδού 39 τ.μ περίπου. Έχει πρόσωπο επί της οδού … και επί του ακαλύπτου. Επί του δώματος έχει κατασκευασθεί κεραμοσκεπές ανοιχτό στέγαστρο. Το δυτικό τμήμα του όλου οικοπέδου έχει εμβαδόν 543,50 τ.μ με πρόσωπο επί της οδού …, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 30,451%. Πρόκειται για αδόμητη έκταση. Στο Κτηματολογικό Γραφείο …, για το ως άνω οικόπεδο, υφίστανται οι εξής εγγραφές: α) γεωτεμάχιο εμβαδού 659,100 τ.μ, κείμενο στην οδό …, Δήμος …, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της διαθέτιδος με το υπ' αριθμ. …/26.7.1996 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αριθμό …, την 05-05-2004 και με το …/03.05.2004 δωρητήριο συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αριθμό …, την 05-05-2004. Το ΚΑΕΚ του εν λόγω ακινήτου είναι: …. και β) γεωτεμάχιο εμβαδού 1.125,164 τ.μ, κείμενο στην οδό …., στον Δήμο …, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της διαθέτιδος με τίτλο κτήσεως την …/12.01.1974 συμβολαιογραφική πράξη διανομής του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, …, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο … και με α/α …, την 15-01-1974 και με την με αριθμό …./8.2.1994 απόφαση του Νομάρχη ...., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με α/α …, την 11 -03-1994. Το ΚΑΕΚ του εν λόγω ακινήτου είναι: …... Η αξία των ανωτέρω κληρονομιαίων ακινήτων, δεδομένου ότι δεν υπάρχει σύσταση οριζοντίων ή καθέτων ιδιοκτησιών, ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, για το μεν κτήριο Α’ που ανωτέρω περί γράφεται, στο ποσό των οκτακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων (899.000) ευρώ, για το κτήριο Β’ που ανωτέρω περιγράφεται στο ποσό των οκτακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (896.000) ευρώ και για το αδόμητο τμήμα οικοπέδου, εμβαδού 543,50 τ.μ στο ποσό των διακοσίων εβδομήντα τριών χιλιάδων (273.000) ευρώ. Από τα ανωτέρω, η κληρονομούμενη κατέλειπε στον τέταρτο εναγόμενα τα ισόγεια καταστήματα του κτηρίου Α’ και τα διαμερίσματα με το δώμα του κτηρίου Α’, ενώ συνέστησε ως προς αυτά (διαμερίσματα), δουλεία οίκησης υπέρ του δεύτερου εναγόμενου (υιού της και πατέρα του τέταρτου εναγόμενου). Επιπλέον, στον τέταρτο εναγόμενο κατέλειπε και το αδόμητο τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 543,50 τ.μ, ενώ στην πέμπτη εναγόμενη κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα το κτήριο 8’, πλην των κατοικιών, ως προς τις οποίες της κατέλειπε την ψιλή κυριότητα, ενώ την επικαρπία κατέλειπε στον πρώτο εναγόμενο σύζυγό της, την οποία μάλιστα όρισε μεταβιβαστή, ενώ συνέστησε και δουλεία συνοίκησης υπέρ του δεύτερου εναγόμενου εφ’ όρου ζωής. 2) Οκτώ οριζόντιες ιδιοκτησίες κείμενες σε δύο οικοδομές, ευρισκόμενες στην …. (…. Θεσσαλονίκης) και ειδικότερα: α) ισόγειο κατάστημα εμβαδού 45 τ.μ, με αποθηκευτικό χώρο 46,50 τ.μ, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των πενήντα δύο χιλιάδων (52.000) ευρώ και το οποίο η διαθέπδα κατέλειπε κατά ψιλή κυριότητα στην πέμπτη εναγόμενη, την, δε, επικαρπία κατέλειπε στον πρώτο εναγόμενο εφ’ όρου ζωής, β) ισόγειο κατάστημα εμβαδού 42 τ.μ, με αποθηκευτικό χώρο 47,50 τ.μ, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον τέταρτο εναγόμενο, γ) ισόγειο κατάστημα εμβαδού 41 τ.μ, με αποθηκευτικό χώρο 121 τ.μ, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά ψιλή κυριότητα στον ενάγοντα, την, δε, επικαρπία κατέλειπε στον πρώτο εναγόμενο εφ’ όρου ζωής. Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω τρία ισόγεια καταστήματα εμφανίζονται στα κτηματολογικά βιβλία ως ένα ενιαίο κατάστημα - οριζόντια ιδιοκτησία (διαμορφώθηκε εν τοις πράγμασι σε τρεις αυτοτελείς ιδιοκτησίες - καταστήματα), με ΚΑΕΚ …., με τίτλο κτήσης της κληρονομούμενης, το υπ’ αριθμ. …/30-05-1981 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, την 09-06-1981, στον τόμο …. με α/α ….. δ) Διαμέρισμα πρώτου ορόφου εμβαδού 80 τ.μ με ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 29,8%, με ΚΑΕΚ …., το οποίο περιήλθε στην διαθέτιδα δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./30-03-1994 αγοραπωλητήριου συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με α/α …, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων (84.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο, ε) διαμέρισμα ανωγείου εμβαδού 70 τ.μ, με παρακολούθημα αποθήκη εμβαδού 15 τ.μ, με ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 24%, με ΚΑΕΚ …., το οποίο περιήλθε στη διαθέτιδα με το υπ’ αριθμ. …./04-03-1992 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... στον τόμο … με α/α …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των εβδομήντα ενός χιλιάδων (71.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο, στ) διαμέρισμα πρώτου ορόφου εμβαδού 60 τ.μ, με ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 20,56%, με ΚΑΕΚ …., το οποίο περιήλθε στη διαθέτιδα δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./21-04-1989 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και πράξης σύστασης διαιρεμένης ιδιοκτησίας, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... την 11-05-1989 στον τόμο … με α/α …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων (59.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο, ζ) διαμέρισμα ανωγείου εμβαδού 68,10 τ.μ, με ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 30,07%, με ΚΑΕΚ …., το οποίο περιήλθε στη διαθέτιδα δυνάμει της υπ’ αριθμ …./05-12-1997 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., νομίμως μεταγραφείσας, σε συνδυασμό με την …./5.5.2000 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., την 18-04-2006 στον τόμο … με α/α …, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των εβδομήντα εννέα χιλιάδων (79.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο και η) διαμέρισμα πρώτου ορόφου, εμβαδού 60 τ.μ, με ΚΑΕΚ …., με ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 20%, το οποίο περιήλθε στη διαθέτιδα δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./12-12-1984 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, την 08-01-1985, στον τόμο …. με α/α …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων (59.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο. 3) Διαμέρισμα (οριζόντια ιδιοκτησία) του ισογείου, εμβαδού 31,18 τ.μ, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί οικοδομής κείμενης στην οδό …., με ΚΑΕΚ …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των τριάντα μία χιλιάδων (31.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στην πέμπτη εναγόμενη. 4) Δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ευρισκόμενες σε οικοδομή, κείμενη στην οδό …., στο … Ο.Τ στην …., ήτοι: α) διαμέρισμα τρίτου ορόφου εμβαδού 60,69 τ.μ, αποτελούμενο από δύο δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο, αποχωρητήριο και χωλ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο, τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους 6,5% εξ αδιαιρέτου, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των εξήντα μία χιλιάδων (61.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στην πέμπτη εναγόμενη, παραχωρώντας δικαίωμα οίκησης στον δεύτερο εναγόμενο, β) αποθηκευτικός χώρος ισογείου, εμβαδού 138 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο, τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους 3,3% εξ αδιαιρέτου, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων (19.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα και κατ’ ισομοιρία, κατά ποσοστό 34 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των τέταρτου και πέμπτης των εναγόμενων. 5) Επτά διαιρετά τμήματα του οικοπέδου του … Ο.Τ. με αριθμό …, συνολικού εμβαδού 2.814 τ.μ, με ΚΑΕΚ …., κείμενα στον συνοικισμό …., με αριθμούς: α) 42.1, εμβαδού 476,20 τ.μ, αξίας, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) 42.2, εμβαδού 306,20 τ.μ, αξίας, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, γ) 42.3, εμβαδού 306,60 τ.μ, αξίας, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, δ) 42,4, εμβαδού 332 τ.μ, αξίας, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, ε) 42.5, εμβαδού 455,20 τ.μ, αξίας, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, στ) 42.6, εμβαδού 383,80 τ.μ, αξίας, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ και ζ) 42.7, εμβαδού 567 τ.μ, στο οποίο υφίσταται παλαιό ισόγεια μονοκατοικία, εμβαδού 60 τ.μ, αξίας, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, τριάντα δύο χιλιάδων (32.000) ευρώ, εκ των οποίων η διαθέτιδα κατέλειπε τα υπό στοιχείο 42.1, 42.3 και 42.6 στον τέταρτο εναγόμενο, τα υπό στοιχεία 42.2, 42.4 και 42.7 στην πέμπτη εναγόμενη και το υπό στοιχείο 42.5 στην τρίτη εναγόμενη. 6) Ένα οικόπεδο με αριθμό 86.Α, εμβαδού 300 τ.μ, τμήμα ευρύτερου οικοπέδου με εμβαδόν 1.243,77 τ.μ, με ΚΑΕΚ ….., ευρισκόμενο εντός του οικισμού «…» …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στην πέμπτη εναγόμενη. 7) Ένα αγροτεμάχιο με αριθμό ..., εμβαδού 34.447 τ.μ, κείμενο στο αγρόκτημα του οικισμού «…» …, με ΚΑΕΚ …., με πρόσοψη επί αγροτικής οδού, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων (125.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα και κατ’ ισομοιρία, κατά ποσοστό % εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των τέταρτου και πέμπτης των εναγόμενων. 8) ένα αγροτεμάχιο με αριθμό 568, με ΚΑΕΚ …., εμβαδού 3.730 τ.μ, κείμενο στο αγρόκτημα του οικισμού …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στην πέμπτη εναγόμενη, 9) ένα αγροτεμάχιο με αριθμό ..., εμβαδού 3.000 τ.μ, κείμενο επί της επαρχιακής οδού …., με πρόσωπο στην οδό αυτήν, εκτός σχεδίου, εντός των ορίων της τοπικής κοινότητας …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα και κατ’ ισομοιρία, κατά ποσοστό % εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των τέταρτου και πέμπτης των εναγομένων, 10) ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 22.000 τ.μ, κείμενου στην εκτός σχεδίου περιοχή του αγροκτήματος …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα, 11) ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 5.000 τ.μ, κείμενου στην εκτός σχεδίου περιοχή του αγροκτήματος …. της Δ.Κ …. του Δήμου …, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα, επιβάλλοντας καταπίστευμα είτε υπέρ των τέκνων που αυτός αποκτήσει είτε υπέρ του τέταρτου και πέμπτης των εναγόμενων (σε περίπτωση που ο ενάγων δεν αποκτήσει τέκνα) και απαγορεύοντας την εκποίηση πριν ο ίδιος (ενάγων) συμπληρώσει την ηλικία των σαράντα πέντε ετών. Λίγες δε ημέρες μετά την σύνταξη της τελευταίας δημόσιας διαθήκης, με την οποία η διαθέτιδα εγκατέστησε κληρονόμους της τους διαδίκους, συνέταξε τις από 06.10.2017 ιδιόγραφες διαθήκες, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης στις 01.07.2022, με τα υπ’ αριθμ. … και …. πρακτικά δημοσίευσης και κηρύχθηκαν κυρίες, δυνάμει των υπ’ αριθμ. …/2022 και …/2022 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα. Με τις διαθήκες αυτές υπό τον τίτλο «Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ (ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ)» όρισε ρητά ότι «..ΤΡΟΠΟΠΟΙΩ ΤΗΝ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ …/29.9.2017 ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΣΥΝΤΑΧΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ …. ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΗΚΕ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ, ΜΟΝΟ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΑΦΗΝΩ ΣΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ ΜΟΥ …. (ΣΤΗΝ ΕΓΓΟΝΗ ΜΟΥ …. ΣΤΗΝ ΕΤΕΡΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ).ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ ΟΡΙΖΩ ΟΤΙ ΟΛΑ ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ (ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ, ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ, ΑΓΡΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΠΕΔΑ) ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ ΑΦΗΝΩ ΣΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ ΜΟΥ (ΣΤΗΝ ΕΓΓΟΝΗ ΜΟΥ), ΝΑ ΠΕΡΙΕΛΘΟΥΝ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΥΙΟ (ΓΙΟ) ΜΟΥ …. ΚΑΤΑ ΠΛΗΡΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ, ΝΟΜΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗ.ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΜΟΥ ΝΑ ΣΕΒΑΣΘΟΥΝ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΟΥ ΑΥΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ». Στις 05.02.2025 απεβίωσε στο … Θεσσαλονίκης, ο πρώτος εναγόμενος και σύζυγος της διαθέτιδος … (βλ. υπ’ αριθμ. πρωτ. …./2025 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου …). Μετά το θάνατό του, το καταληφθέν σε αυτόν δικαίωμα επικαρπίας επί των αναφερομένων ακινήτων, αποσβέσθηκε, και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο IV. μείζονα σκέψη, το περιεχόμενο της περιήλθε αυτομάτως στον ψιλό κύριο του πράγματος-ενάγοντα, ως απόρροια της βασικής αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν ώστε δεν νοείται ψιλή κυριότητα επί του πράγματος χωρίς να υπάρχει δικαίωμα επικαρπίας διαφόρου προσώπου επί τούτου, η περιέλευση δε αυτή επήλθε εξ ιδίου δικαίου και όχι λόγω της ιδιότητας του ενάγοντος ως κληρονόμου του θανόντος. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ο πρώτος εναγόμενος, κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου έκαστο, τον ενάγοντα και τον δεύτερο εναγόμενο. Ο τελευταίος, κατόπιν της νομότυπης δήλωσης θανάτου του πατέρα του, συνεχίζει τη δίκη αυτού, ως προς το ποσοστό που κληρονόμησε, ενώ η δίκη που ανοίχθηκε με την υπό κρίση αγωγή, καταργείται μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου, λόγω σύγχυσης των ιδιοτήτων του ενάγοντος και του εναγόμενου στο ίδιο πρόσωπο. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι, η πραγματική κληρονομιά της διαθέτιδος, …., αποτελούνταν από τα ανωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα, η δε συνολική αξία αυτής, κατά το χρόνο θανάτου της, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των δύο εκατομμυρίων εννιακοσίων είκοσι επτά ευρώ και οκτακόσιων ευρώ (2.927.800 €). Στην κρίση αυτή, ως προς την αξία των κληρονομιαίων ακινήτων οδηγείται το Δικαστήριο, από την υπ’ αριθμ. …./29.01.2024 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού-εκτιμητή ακινήτων ….., ο οποίος διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμόν 12830/2022 μη οριστικής αποφάσεως. Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, για την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων χρησιμοποίησε την μέθοδο συγκριτικών στοιχείων ή την μέθοδο απαξιωμένου κόστους αντικατάστασης σε συνδυασμό με την μέθοδο συγκριτικών στοιχείων πωλήσεων, δεδομένου ότι στο ακίνητο του …. (οδός … αριθμό …) όπως ειδικότερα αναφέρει για έκαστο. Η ανωτέρω συνολική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων, με αποκλίσεις εντός των αναμενόμενων ορίων, επιβεβαιώνεται και από την αξία που προσδιορίζει ο ίδιος ο ενάγων στην αγωγή του, που ανέρχεται σε 3.000.300 ευρώ. Αλλά και κατά την προσκομιζόμενη από τον τελευταίο, με ημερομηνία 10.06.2020 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας του αρχιτέκτονα μηχανικού …., η αξία αυτών (αφαιρουμένου του ποσού των 58.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία του διαμερίσματος εμβαδού 54 τ.μ επί της οδού …. στην …., ως προς το οποίο ο ενάγων παραιτήθηκε με τη γενόμενη διόρθωση στην αγωγή), εκτιμάται σε (3.735.300 ευρώ - 58.000 ευρώ=) 3.677.300 ευρώ, απόκλιση η οποία μπορεί να δικαιολογηθεί από τις μεθόδους και τον συνδυασμό αυτών που χρησιμοποίησε ο εκτιμητής (μεσοσταθμικά η συγκριτική μέθοδος και η μέθοδος αποσβεσμένου κόστους αντικατάστασης) και τα συγκριτικά στοιχεία που αξιοποίησε. Ο εκκαλών της υπό στοιχ. β’ έφεσης διατείνεται ότι η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας της διαθέτιδος, ανέρχεται στο ποσό του 1.244.800 ευρώ. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει και επικαλείται :α) την με ημερομηνία 14.05.2021 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού …, ο οποίος προσδιορίζει την συνολική αγοραία αξία στο ποσό αυτό, εφαρμόζοντας μόνο τη μέθοδο των συγκριτικών στοιχείων και β) την υπ’ αριθμ. 151/2018 δήλωση φόρου κληρονομιάς της πέμπτης εναγόμενης …. Από τα έγγραφα ωστόσο αυτά, το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί στην κρίση περί αξίας αυτού του ύψους. Και τούτο διότι, όσον αφορά την έκθεση εκτίμησης, οι προσδιορισθεΐσες αξίες υπολείπονται κατά πολύ αυτών που όρισαν οι δύο έτεροι εκτιμητές που συγκλίνουν ως επί τω πλείστω, κατά περίπτωση (βλ. ενδεικτικά διαμέρισμα 60 τ.μ στην …, εκτίμηση 61.000 ευρώ, 65.000 ευρώ και 38.000 ευρώ, κατά έκαστη από τις εκθέσεις αντίστοιχα). Όσον δε αφορά την δήλωση φόρου κληρονομιάς, οι δηλωθείσες αξίες είναι οι αντικειμενικές, οι οποίες, λαμβανομένων υπ’ όψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υπολείπονται των πραγματικών που είναι κρίσιμες, για την εκτίμηση της αξίας των κληρονομιαίων και που σε ομαλές οικονομικές συνθήκες συμπίπτουν κατά κανόνα με τις αγοραίες. Σημειώνεται ότι, οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της υπό στοιχ. α’ έφεσης και τον πέμπτο λόγο της υπό στοιχ. β’ έφεσης αντίστοιχα, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπ’ όψη τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους ίδιους εκθέσεις εκτιμήσεως της αξίας των ακινήτων και δεν δέχθηκε τις αξίες που ορίσθηκαν με αυτές. Ο λόγος αυτός των εφέσεων, στην προκειμένη υπόθεση κατά την οποία ερευνώνται και άλλα αποδεικτικά μέσα, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι ακόμη και σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής του, η προσβαλλομένη απόφαση δεν καθίσταται εξαφανιστέα εκ μόνου του λόγου αυτού, διότι το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κρινόμενης εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), κατά τον έλεγχο των λόγων για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (άρθρου 534 ΚΠολΔ), λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζομένων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων (ΕφΠειρ 659/2023, ΕφΠειρ 425/2021 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όπως προεκτέθηκε, η διαθέτιδα με την επίμαχη δημόσια διαθήκη της, κατέλειπε στον ενάγοντα: α) ένα ισόγειο κατάστημα (όπως περιγράφηκε ανωτέρω) εμβαδού 41 τ.μ, με αποθηκευτικό χώρο 121 τ.μ, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά ψιλή κυριότητα σε αυτόν, την, δε, επικαρπία κατέλειπε στον πρώτο εναγόμενο εφ’ όρου ζωής, β) ποσοστό συγκυριότητας 25% εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 22.000 τ.μ, κείμενου στην εκτός σχεδίου περιοχή του αγροκτήματος … της Δ.Κ … του Δήμου …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα και γ) ποσοστό συγκυριότητας 25% εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 5.000 τ.μ, κείμενου στην εκτός σχεδίου περιοχή του αγροκτήματος …. της Δ.Κ …. του Δήμου …., η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, ανερχόταν στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και το οποίο η διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα. Σε όλα τα κληρονομιαία ακίνητα που η διαθέτιδα κατέλειπε στον ενάγοντα, επέβαλε καταπίστευμα είτε υπέρ των τέκνων που αυτός αποκτήσει είτε υπέρ του τέταρτου και πέμπτης των εναγόμενων (σε περίπτωση που ο ενάγων δεν αποκτήσει τέκνα) και απαγόρευσε την εκποίηση πριν ο ίδιος (ενάγων) συμπληρώσει την ηλικία των σαράντα πέντε ετών. Ωστόσο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις νομικές σκέψεις, η εγκατάσταση με διαθήκη αναγκαίου κληρονόμου του διαθέτη, σε μόνη την επικαρπία ή σε μόνη την ψιλή κυριότητα ή με το βάρος καταπιστεύματος υπέρ τρίτου, αποτελεί, περιορισμό του κληρονόμου ως μεριδούχου, ο οποίος περιορισμός θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί κατά το μέρος, κατά το οποίο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα του. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάλειψη μόνο της ψιλής κυριότητας επί του ανωτέρω περιγραφόμενου καταστήματος όσο και η σύσταση καταπιστεύματος επί όλων των κληρονομιαίων ακινήτων που καταλείφθηκαν στον ενάγοντα, συνιστά περιορισμό της νόμιμης μοίρας του και θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί κατά το μέρος που βαρύνει αυτή. Ως εκ τούτου, εφόσον ο ενάγων δεν εγκαταστάθηκε σε άλλο ακίνητο χωρίς περιορισμό, δεν έχει καταλειφθεί η νόμιμη μοίρα του, η οποία ανέρχεται σε 3/16 άλλως 18,75% (1/2 της εξ αδιαθέτου διαδοχής), δεδομένου ότι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσης … κατά τον χρόνο θανάτου της, ήταν σύζυγός της-πρώτος εναγόμενος (κατά ποσοστό % εξ αδιαιρέτου), ο δεύτερος εναγόμενος-υιός της (κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου) και ο ενάγων-εγγονός της, τέκνο του προαποβιώσαντος έτερου υιού της (κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου). Συνεπώς, η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος θα πρέπει να υπολογισθεί ως ακολούθως: α) η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας ανέρχεται στο ποσό των δύο εκατομμυρίων εννιακοσίων είκοσι επτά ευρώ και οκτακόσιων ευρώ (2.927.800 €), β) από το ποσό αυτό, πρέπει να αφαιρεθούν χρέη της κληρονομιάς, ύψους τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (350.000 €), προερχόμενα από τραπεζικό δανεισμό, όπως εξάλλου και ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του και οι εναγόμενοι συνομολογούν, ενώ δεν αποδείχθηκαν έξοδα κηδείας ή απογραφής. Οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι, πέρα από το χρέος αυτό, υπάρχει και έτερο, ύψους δέκα οκτώ χιλιάδων εκατόν δέκα εννέα ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (18.119,84 ευρώ), προερχόμενο από ΕΝΦίΑ, για τα οικονομικά έτη 2018, 2019 και 2020. Το χρέος όμως αυτό, δεν αφαιρείται από την κληρονομιαία περιουσία, διότι αφορά οφειλές που γεννήθηκαν μετά τον χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης, στις 04.05.2018 και δεν αποτελεί χρέος της κληρονομιάς, αλλά οφειλή πλέον των κληρονόμων κατά το αναλογούν σε έκαστο ποσοστό. Σημειώνεται ότι ο ΕΝΦΙΑ έτους 2018, ναι μεν αφορά και διάστημα περίπου τεσσάρων μηνών κατά το οποίο η διαθέτιδα βρισκόταν εν ζωή, ωστόσο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, μετά το θάνατο αυτής, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των χρεών της κληρονομιάς (2.927.800 ευρώ - 350.000 ευρώ) =2.577.800 ευρώ, πρέπει να προστεθούν, με την αξία που είχαν κατά τον χρόνο της παροχής, οτιδήποτε η διαθέτιδα παραχώρησε όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό της, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον (άρθρα 1831, 1833 ΑΚ). Οι εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως την ένσταση υπολογισμού στην κληρονομιαία περιουσία και καταλογισμού, παροχής ύψους 25.000.000 δραχμών και ήδη ισόποσο 73.367,57 ευρώ που ισχυρίζονται ότι δώρισε η διαθέτιδα, στον υιό της και πατέρα του ενάγοντος, … κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 έως το έτος 2000, με το οποίο ο τελευταίος αγόρασε ένα ακίνητο, δυνάμει του υπ’ αριθμόν …/1989 συμβολαίου αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …. Προς απόδειξη του ισχυρισμού τους επικαλέσθηκαν : α) την υπ’ αριθμ. …/13.03.2006 πρώτη χρονικά δημόσια διαθήκη που η διαθέτιδα συνέταξε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., στην οποία όρισε ότι παρείχε τμηματικά σε έκαστο των υιών της …. και …., το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη ισόποσο 73.367,57 ευρώ) για τους λόγους που προσδιορίζει και ότι τις παροχές αυτές πραγματοποίησε με τη συμφωνία και τον όρο να καταλογισθούν στη νόμιμη μοίρα τους β) την υπ’ αριθμ. …/17.06.2021 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων … και …. Ο εναγών αρνείται την οποιαδήποτε παροχή προς τον πατέρα του από τη διαθέτιδα, ισχυριζόμενος ότι η διαθήκη αυτή συντάχθηκε, προκειμένου να αποκλεισθεί η ικανοποίηση θυμάτων θανάσιμου τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο υιός της …., το οποίο εξαιρούνταν ασφαλιστικής καλύψεως λόγω μέθης του τελευταίου και ότι η αναφορά σε παροχή και προς τον πατέρα του, πραγματοποιήθηκε από την διαθέτιδα, για να μην κινηθούν υποψίες. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και δη από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα υπ' αριθμ. …/09.07.2021 και …./09.07.2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων … και …., προκύπτει ότι η αποβιώσασα ουδέποτε δώρισε στον πατέρα του ενάγοντος, το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Η αγορά του ακίνητου που απέκτησε ο τελευταίος (πατέρας ενάγοντος) δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαιογραφικού εγγράφου, πραγματοποιήθηκε με χρήματα από την προίκα που κατέβαλε ο πεθερός του στη θυγατέρα του- σύζυγό του ιδίου. Οι ανωτέρω μάρτυρες έχουν ιδία και άμεση αντίληψη, λόγω της σχέσης τους με την διαθέτιδα [μητέρα της νύφης της (η πρώτη) και νύφη της (η δεύτερη- σύζυγος του αποβιώσαντος τέκνου της …. και μητέρα του ενάγοντος)], και ως εκ τούτου οι καταθέσεις τους κρίνονται περισσότερο αξιόπιστες ως προς το σημείο αυτό, από αυτές των μαρτύρων ανταπόδειξης, οι οποίοι δεν έχουν ιδία αντίληψη και καταθέτουν με βάση αυτά που ισχυρίζονται ότι τους εκμυστηρεύθηκε η διαθέτιδα, με την οποία δεν αποδείχθηκε ότι τους συνέδεε κάποια ιδιαίτερη σχέση. Η κρίση του Δικαστηρίου περί μη οικονομικής συνδρομής της διαθέτιδος προς τον πατέρα του ενάγοντος, ενισχύεται από τις προσκομιζόμενες ανυπόγραφες σημειώσεις του τελευταίου, στις οποίες εκφράζει το παράπονό του περί τούτου. Οι ιδιόχειρες αυτές σημειώσεις, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, δεν έχουν την αποδεικτική ισχύ εγγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 432 και 443 ΚΠολΔ, πλην όμως δεν παύουν να έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και να είναι υποστατά ως τέτοια, αποτελώντας ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, και συνεκτιμάται σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 23/2025, ΑΠ 160/2025, ΕφΑθ 1840/2022 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αλλά και περαιτέρω, η χρονική στιγμή που συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. …/13.03.2006 δημόσια διαθήκη, ήτοι λίγους μήνες μετά το θανατηφόρο τροχαίο συμβάν στο οποίο ενεπλάκη ο δεύτερος εναγόμενος (13.01.2005) και η εγκατάσταση του τελευταίου μόνο στη νόμιμη μοίρα του, θέτει εν αμφιβόλω την ουσιαστική εγκυρότητα αυτής, λαμβανομένων υπ’ όψιν ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κάποιου έτερου λόγου που να δικαιολογεί τον περιορισμό αυτό. Εξάλλου με τις μεταγενέστερες διαθήκες της, η αποβιώσασα μητέρα του τον εγκατέστησε κληρονόμο στην πλειοψηφία των ακινήτων της κληρονομίας. Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπολογίζεται στην κληρονομιαία περιουσία, ούτε καταλογίζεται στην νόμιμη μοίρα του ενάγοντος, παροχή ύψους 25.000.000 δραχμών ή 73.367,57 ευρώ, η νόμιμη μοίρα του, η οποία ουδόλως του κατελήφθη με την επίδικη δημόσια διαθήκη, λόγω των προαναφερόμενών περιορισμών, ήτοι της εγκατάστασης στην ψιλή κυριότητα και του βάρους του καταπιστεύματος, ανέρχεται στο ποσό των 483.337,5 ευρώ (2.577.800 ευρώ X 3/16), άλλως 18,75 % επί της κληρονομιαίας περιουσίας. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, δεχόμενο ότι του κατελήφθη μέρος της νόμιμης με προγενέστερη παροχή και χρήζει πλέον συμπλήρωσης αυτή, κατά ποσοστό 14,94%, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα διατείνεται ο εκκαλών της σ' έφεσης με τους σχετικούς πρώτο και δεύτερο λόγο της εφέσεώς του που εκτιμάται ως ενιαίος που αφορά την κρίση περί εκτίμησης των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, θα πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως ουσία βάσιμες οι εφέσεις, για το ενιαίο ωστόσο της εκτελέσεως, θα πρέπει να εξαφανισθούν τόσο η προσβαλλόμενη όσο και συμπροσβαλλόμενη αποφάσεις στο σύνολό τους, να διακρατηθεί η αγωγή προς έρευνα από το παρόν Δικαστήριο και να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, ως ουσία βάσιμη. Επισημαίνεται ότι όσον αφορά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος της υπό στοιχ. β' έφεσης, με τον οποίο διατείνεται, στα πλαίσια άρνησης της αγωγής και προσβολής της αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ότι οι τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων, με τις προαναφερόμενες, μεταγενέστερες της ένδικης δημόσιας διαθήκης, από 06.10.2017 ιδιόγραφες διαθήκες της θανούσης. που δημοσιεύθηκαν στις 01.07.2022, απώλεσαν την ιδιότητά τους ως εγκατάστατοι κληρονόμοι αυτής και ότι η μερίδα τους περιήλθε βάσει των διατάξεων των διαθηκών αυτών στον ίδιο και συνεπώς δε νομιμοποιούνται πλέον παθητικά αυτοί (δ' και ε' εναγόμενοι), είναι απορριπτέος, αφενός μεν διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος (εκκαλών υπό στοιχ. β έφεσης) αποδέχθηκε την επαχθείσα με τις προαναφερθείσες ιδιόγραφες διαθήκες κληρονομιά (δεν επικαλείται και προσκομίζει σχετική αποδοχή κληρονομιάς), καθώς επίσης ότι είναι αυτός και μόνο που αντιποιείται το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος (δεν προσκομίσθηκε καμία απόδειξη (έγγραφη αφετέρου δε διότι, οι ανωτέρω εφεσίβλητοι-τέκνα του, δεν προέβαλαν τον σχετικό ισχυρισμό προκειμένου να αποκρούσουν την σε βάρος τους υπό κρίση αγωγή υποστηρίζοντας δηλαδή ότι, οι ίδιοι δεν αντιποιούνται πλέον το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος βάσει της προσβαλλόμενης δημόσιας διαθήκης και ότι δεν κατακρατούν οι ίδιοι τα αντικείμενα της κληρονομιαίας περιουσίας τα οποία βάσει της ένδικης δημόσιας διαθήκης, επήχθησαν σ’ αυτούς, ώστε ο εναγών να νομιμοποιείται να επιδιώκει στρεφόμενος έναντι αυτών την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση από αυτούς της κληρονομιάς, για να επέλθει η συμπλήρωση του περιελθόντος σ’ αυτόν μεριδίου, αντίθετα αυτοί (δ1 και ε1 εναγόμενοι), δεν εμφανίσθηκαν τόσο ενώπιον του παρόντος όσο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση, αν και ήδη κατά την τελευταία (μετ’ απόδειξη συζήτηση) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την 19-4-2024, είχαν ήδη δημοσιευθεί κατά την 1-7-2022, οι ιδιόγραφες αυτές διαθήκες.
VI. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 176,189, 190 παρ. 3, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση που ηττάται ο διάδικος, καταδικάζεται στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του, μετά την υποβολή από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος, ακόμη και όταν δεν έχει υποβληθεί κατάλογος εξόδων. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που ηττήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, ενώ σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το Δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός (άρθρο 178 του ΚΠολΔ). Στην περίπτωση εφαρμογής της τελευταίας διατάξεως, το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προσδιορίσει τα υπέρ του διαδίκου, που εν μέρει νικά και συνακόλουθα εν μέρει ηττάται, δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Δικηγορικού Κώδικα, ακόμη και αν έχει υποβληθεί ο κατάλογος δαπανών και εξόδων. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 193 του ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα. Ως «ουσία της υπόθεσης» κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ενδίκων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνεται, κατ’ άρθρο 189 παρ.1 ΚΠολΔ και η αμοιβή του δικηγόρου, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1688/2017, ΑΠ 1818/2014, ΑΠ 2193/2013, ΑΠ 1637/2011 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανώτερου Δικαστηρίου για έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από την προσβολή και μόνο της απόφασης για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υπόθεσης. Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν η καταδίκη ή ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων είναι μη νόμιμος, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων (ΕφΠατρ 104/2021, ΕφΑθ 625/2020, ΕφΔωδ 176/2020, ΕφΠατρ 160/2019 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, η προβολή λόγου εφέσεως ως προς τα έξοδα αποκτά νόημα αν κριθεί αβάσιμος ο λόγος για την ουσία της υπόθεσης και γι’ αυτό κρίνεται αυτοτελώς (ΤριμΕφΘεσ 1793/2019 ΝΟΜΟΣ. ΜονΕφΠειρ 41/2020 ΝΟΜΟΣ).
Ο εκκαλών της υπό στοιχ. β' έφεσης με τον έκτο λόγο της εφέσεώς του, προσβάλει την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξη της δικαστικής δαπάνης, επικαλούμενος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο, διότι δεν υποβλήθηκε κατάλογος δικαστικών εξόδων από τον ενάγοντα, ενώ το ποσό των 17.000 ευρώ που καθορίσθηκε ως δικαστική δαπάνη, δεν αντιστοιχεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων, αλλά σε ποσό που υπερβαίνει το σύνολο των δικαστικών εξόδων στα οποία υπεβλήθη ο ενάγων. Ο λόγος αυτός ο οποίος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη ανωτέρω νομική σκέψη, παραδεκτά προβάλλεται κατ’ άρθρο 193 του ΚΠολΔ, αφού με την υπό στοιχ. β’ έφεση προσβάλλεται ταυτόχρονα και η ουσία της υπόθεσης, τυγχάνει ωστόσο, κατ’ αρχήν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και απορριπτέος. Και τούτο διότι, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλομένης απόφασης, εξαφανίζεται ολικώς και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως (ΑΠ 521/2002, ΕφΑθ 121/2022 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) συνεπώς, τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επανακαθορισθούν. Επιπλέον, θα πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από τους απολιπόμενους εφεσίβλητους, το έννομο συμφέρον των οποίων προς άσκηση αυτής, κρίνει μόνο το Δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1663/2022 ιστοσελίδα ΑΠ). Τέλος, όπως προεκτέθηκε, όταν εξαφανίζεται ολικώς ή μερικώς η εκκαλουμένη απόφαση, εξαφανίζεται ολικώς και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως και συνεπώς, τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επανακαθορισθούν και εν προκειμένω να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ) λόγω δε της αποδοχής των ενδίκων μέσων πρέπει να διαταχθεί, κατ'άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του προκατατεθέντος για την άσκηση των εφέσεων παράβολου, στους εκκαλούντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις με ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 εφέσεις κατά της υπ’ αριθμόν 13149/2024 οριστικής και της συμπροσβαλλομένης υπ’ αριθμόν 12330/2022 μη οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ερήμην της τρίτης, τέταρτου και πέμπτης των εφεσιβλήτων της με ΓΑΚ/ΕΑΚ …./2024 έφεσης και των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων της με ΓΑΚ/ΕΑΚ …./2024 έφεσης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, συνεχιζόμενης της δίκης ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο-εκκαλούντα αντίστοιχα, ο οποίος απεβίωσε στις 05.02.2025, από τον εξ αδιαθέτου κληρονόμο του-δεύτερο εφεσίβλητο-εκκαλούντα και κατά το κληρονομικό μερίδιο αυτού.
ΘΕΩΡΕΙ καταργημένη τη δίκη που ανοίχθηκε με την με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2021 αγωγή και την με ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2024 έφεση, ως προς τον πρώτο εναγόμενο-εφεσίβλητο, κατά το μέρος που αφορά το εξ αδιαθέτου ποσοστό του % εξ αδιαιρέτου που κληρονόμησε ο ενάγων λόγω του θανάτου του πρώτου εναγόμενου.
ΟΡΙΖΕΙ παράβολο ανακοπής ερημοδικίας, το ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την με ΓΑΚ/ΕΑΚ …./2024 έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την με ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2024 έφεση κατά το μέρος στρέφεται κατά του πρώτου εφεσίβλητου.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τυπικά την ανωτέρω έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων.
ΔΕΧΕΤΑΙ ουσιαστικά, εν μέρει τις εφέσεις,
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ για το ενιαίο της εκτελέσεως, τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την με ΓΑΚ/ΕΑΚ …/2021 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ, κατά τα λοιπά, την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα των διατάξεων της υπ’ αριθμ. …./29.09 2017 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, κατά το μέρος που προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος, ήτοι ως προς την κατάλειψη της ψιλής κυριότητας του περιγραφόμενου καταστήματος και την επιβολή καταπιστεύματος σε όλα τα καταληφθέντα στον ενάγοντα ακίνητα.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, ήτοι κατά ποσοστό 18,75 % εξ αδιαιρέτου επί όλων των περιγραφομένων στο σκεπτικό της παρούσας κληρονομιαίων ακινήτων.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους και κάθε τρίτον που έλκει δικαίωμα από αυτούς, να αποδώσουν στον ενάγοντα τα ανωτέρω κληρονομιαία ακίνητα κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων .
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή των παραβολών ασκήσεως των εφέσεων που αναγράφονται στις πράξεις καταθέσεως αυτών, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, σε έκαστο εκκαλούντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στις 3 Ιουλίου 2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στην Θεσσαλονίκη, την 31 Ιουλίου 2026, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, με την παρουσία της γραμματέως .
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]