ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Α- ΕΝΟΧΙΚΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1267/2025

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τις Δικαστές, Ευαγγελία Τουπαδάκη, Πρόεδρο Εφετών, Μυρσίνη Κοντογιάννη, Εφέτη και Αντωνία Κορφιάτη Εφέτη- Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Τσερτσόγλου Αναστασία.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ….., κατοίκου …. (οδός …..), με Α.Φ.Μ ….., η οποία παραστάθηκε με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Ευαγγελίας Τσιμπίδα (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …..), που προκατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ….., κατοίκου ….. (οδός ….), ΑΦΜ …., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Ζέρβα (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …..), που προκατέθεσε προτάσεις.

Στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατατέθηκε κατά την τακτική διαδικασία από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, η από 20-7-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …../20-7-2021 αγωγή κατά του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 14982/2023 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.

Την ανωτέρω απόφαση εξεκάλεσε στο παρόν Δικαστήριο η ενάγουσα με την από 21-12-2023 και υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης …../2023 έφεση, για την οποία, με την υπ’ αριθμ. ……/2023 πράξη του Γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου, ορίστηκε δικάσιμος η 8-3-2024 Κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο και συζητήθηκε, όπως αναφέρεται παραπάνω, χωρίς να ακουστούν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχοντας προκαταθέσει προτάσεις

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 21-12-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2023 και προσδιορισμού …../2023) έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας κατά της υπ’ αριθμ. 14982/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε. κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. επί της από 20-7-2021 και υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης ....../2021 αγωγής της κατά του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου και, με αντικείμενο αξιώσεις από προσβολή προσωπικότητας, ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495§§1-2, 511, 513§1β'. 516§1, 517 εδ. α' ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της κατ' άρθρο 518§1 ΚΠολΔ προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, δεδομένου ότι η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 21-12-2023 και η επίδοση της εκκαλουμένης έλαβε χώρα στις 27-11-2023, όπως τούτο αποδεικνύεται από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ...... επί του αντιγράφου της εκκαλουμένης. Περαιτέρω, για το παραδεκτό της έφεσης κατατέθηκε από την εκκαλούσα το παράβολο που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (που προστέθηκε με το άρθρο 12§2 του Ν 4055/2012 και κατά το β'εδάφιό της με το άρθρο 93§1 του Ν 4139/2013, με την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν. 4446/22.12.2016, -βλ την υπ' αριθμ. …../2023 έκθεση κατάθεσης έφεσης της αρμόδιας Γραμματέως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου βεβαιώνεται η κατάθεση β-παραβόλου με αριθμό ......./2023, ποσού 150,00 ευρώ). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533§1 ΚΠολΔ), κατά την αυτή, ως άνω, τακτική διαδικασία, από το Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για να τη δικάσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 ΚΠολΔ.

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα η από 20-7-2021 και υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης …../2021 αγωγή κατά του εναγόμενου και ήδη εφεσιβλήτου, με την οποία η ενάγουσα ιστορούσε, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι με τον εναγόμενο τέλεσαν θρησκευτικό γάμο, στις 3-5-2008, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν μία θυγατέρα, την ….., που γεννήθηκε στις 18-1-2009, η δε έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά από αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου και διακόπηκε την 2-4-2009, οπότε ο τελευταίος εξεδίωξε αυτήν και το τέκνο τους από τη συζυγική κατοικία και, τελικά, ο γάμος τους λύθηκε με δικαστική απόφαση, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Οτι ο εναγόμενος δολίως και παρανόμως ισχυριζόταν ότι δεν είναι ο γνήσιος και βιολογικός πατέρας της κόρης τους, ….. και διέδιδε ότι δεν ήταν πιστή στο γάμο τους και ότι είχε εξωσυζυγικές σχέσεις, επιπλέον δε κατέθεσε και αγωγή προσβολής πατρότητας, παρότι γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, και δη κατέθεσε σε βάρος της και σε βάρος του πατέρα της, ……, ως ειδικού επιτρόπου της ανήλικης θυγατέρας τους ……, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ αριθμ. …../2013 αγωγή, που της επιδόθηκε την 19-4- 2013, με αντικείμενο την προσβολή πατρότητας της ανήλικης θυγατέρας τους, στην οποία (αγωγή) περιέλαβε συκοφαντικούς και προσβλητικούς της προσωπικότητάς της ισχυρισμούς, εν γνώσει του ψεύδους τους, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της, και συγκεκριμένα ότι η ανήλικη θυγατέρα τους δεν ήταν γνήσιο και βιολογικό τέκνο του και ότι η ενάγουσα δέχθηκε να τον παντρευτεί, προκείμενου να καλύψει, με τον μανδύα του γάμου, εγκυμοσύνη επιθυμητή σε αυτήν, αλλά αρξάμενη πριν από την τέλεσή του και προκληθείσα από σαρκικές σχέσεις με τρίτο πρόσωπο, με προδιαγεγραμμένο σχέδιο να τον εγκαταλείψει, όταν θα επήρχετο ο τοκετός, τα ανωτέρω δε συκοφαντικά ισχυριζόταν ο εναγόμενος πριν την άσκηση της εν λόγω αγωγής του, αλλά και μετά την άσκηση αυτής, ενώπιον συγγενών του και τρίτων προσώπων-γνωστών της οικογένειάς του ιατρών, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της και την προσωπικότητά της. Ότι επί της παραπάνω αγωγής του νυν εναγομένου εκδόθηκε η υπ' αριθ. 19950/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για να ληφθεί γενετικό δείγμα και να εξακριβωθεί ο βιολογικός πατέρας του ανήλικου τέκνου της, σύμφωνα δε με τη συνταχθείσα έκθεση της ορισθείσας πραγματογνώμονα, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η θυγατέρα της αποτελεί γνήσιο βιολογικό τέκνο του εναγόμενου, κατά ποσοστό 99,9999%, ότι, ακολούθως, η ίδια (ενάγουσα) με την υπ'αριθμ. ...../2015 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση την παραπάνω αγωγή του εναγόμενου, η συζήτηση της οποίας, την 24-2-2017, τελικά, ματαιώθηκε Ότι μετά την άσκηση της ανωτέρω αγωγής υπέβαλε σε βάρος του εναγόμενου έγκληση για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αναφορικά με το περιεχόμενο της αγωγής του, οπότε και ασκήθηκε σχετική ποινική δίωξη σε βάρος του και παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Γ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διάρκεια δε της ακροαματικής διαδικασίας, ο εναγόμενος (εκεί κατηγορούμενος), απολογούμενος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι: «...Ο κύριος ….., χειρουργός και γαμπρός μου, μετά τη γέννηση του παιδιού, μου είπε ότι οι ημερομηνίες δεν είναι φυσιολογικές και με συμβούλεψε να το έχω στο μυαλό μου. Με αυτόν είχε καλές σχέσεις και του έδωσε στοιχεία». Ότι από την παραπάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγόμενου, που στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και, παράλληλα, συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της, υπέστη ηθική βλάβη Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε: 1) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή της προσωπικότητάς της ενώπιον οποιουδήποτε προσώπου έχει ισχυριστεί τα ανωτέρω, αναιρώντας τα όσα ψευδώς ισχυρίστηκε όσον αφορά στο πρόσωπό της, 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παραλείπει κάθε μελλοντική επανάληψη παρόμοιας προσβολής της προσωπικότητάς της, δια της απευθύνσεως σε βάρος της ύβρεων και λοιδοριών, είτε απευθείας σε αυτήν, είτε σε τρίτα πρόσωπα, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, καθώς και να αναφέρει γενικά το όνομά της ενώπιον οποιουδήποτε τρίτου, και να απειληθεί κατά του εναγόμενου, ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης, που θα εκδοθεί, χρηματική ποινή, ύψους 5.000 ευρώ και προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός (1) έτους για κάθε νέα παράβαση της απόφασης, που θα εκδοθεί, 3) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την προαναφερόμενη σε βάρος της αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση) και την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της, το ποσό των 10.000,00 ευρώ (μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αρχικώς αιτηθέντος ποσού των 40.000,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 19-4-2013 (ημερομηνία επίδοσης της ως άνω αγωγής προσβολής πατρότητας), άλλως από την επίδοση της με γενικό αριθμό/ειδικό αριθμό κατάθεσης ……/18-4-2018 προγενέστερης όμοιας αγωγής της, που άσκησε εναντίον του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, με την υπ' αριθ. 7993/4-7-2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, 4) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και 5) να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά της έξοδα Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 14982/2023 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, κρίθηκαν μη νόμιμα τα αιτήματα: α) υπό στοιχ. 1, περί άρσης της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας (με το αιτιολογικό, ότι κατά την αγωγή η προσβολή είχε ήδη συντελεστεί και δεν ήταν πλέον παρούσα και ενεργής), β) το σκέλος του υπό στοιχείο 3 αιτήματος, με το οποίο αιτούνταν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, επιχειρούμενο να θεμελιωθεί σε όσα ο εναγόμενος ανέφερε κατά την απολογία του ενώπιον του Γ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (με το αιτιολογικό ότι αυτά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση), ούτε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, αφού ακόμα και ως διάδοση γεγονότων το επίδικο χωρίο αφορά σε κρίσεις-συστάσεις τρίτου προσώπου, χωρίς κατηγορηματικό περιεχόμενό) και γ) το παρεπόμενο αίτημα περί τοκοδοσίας του υπό στοιχείο 3 αιτήματος από την 19-4-2013, (ημερομηνία επίδοσης της ανωτέρω αγωγής του εναγόμενου περί προσβολής πατρότητας), ακολούθως δε η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, και καταδικάστηκε η ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη του εναγόμενου, ποσού 400,00 ευρώ Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την υπό κρίση έφεσή της, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα αναλυτικώς εκεί εκτιθέμενα, και ζητά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή της αγωγής της.

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ «όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται», κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα «το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται η προσωπικότητα και, κατ' επέκταση, η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1404/2024, ΑΠ 874/2023, ΑΠ 445/2023, ΑΠ 1190/2022), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις- εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Είναι δε τιμή η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία, που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσ'εις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του, για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας, στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια των άρθρ, 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1404/2024, ΑΠ 1190/2022). Εξάλλου, ως άρση της προσβολής νοείται ο άμεσος παραμερισμός της πράξης που συνθέτει την προσβολή και συνεπώς κατευθύνεται στην αποκατάσταση των πραγμάτων στην πριν από την ολοκλήρωση της προσβολής κατάσταση. Η άρση της προσβολής προϋποθέτει αυτή να είναι παρούσα και ενεργή, ενώ εάν έχει συντελεστεί και παραμένουν τα αποτελέσματά της, δεν νοείται άρση αυτής, με την έννοια του άρθρου 57 ΑΚ), αλλά γεννώνται άλλες αξιώσεις με αποκαταστατικό χαρακτήρα, όπως αποκατάστασης ηθικής βλάβης και αποζημίωσης (ΕφΑΘ 2939/2024, ΕφΑΘ 992/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ και Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, Κατ' Άρθρο Ερμηνεία. Τόμος I, Γενικές Αρχές, άρθρο 57 ΑΚ, σελ.103) Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ 1 εδ.α ΑΚ, αλλά και εκείνη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αξίωση για παράλειψη της παράνομης προσβολής, στο μέλλον, προϋποθέτει την αναγκαία επίκληση με το δικόγραφο της αγωγής της ύπαρξης βάσιμης απειλής επικείμενης προσβολής, στο μέλλον. Εάν δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος δεν μπορεί να γίνει λόγος για αξίωση παράλειψης προσβολής στο μέλλον (ΑΠ 706/2020, ΕφΑΘ 18/2022, ΕφΑΘ 184/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντας, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΟλΑΠ 812/1980, ΑΠ 1404/2024. ΑΠ 445/2023) Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά, ασφαλώς, ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 1404/2024, ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία, έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 1404/2024, ΑΠ 43/2023, ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 560/2020, ΑΠ 292/2020) Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προελθεί και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όπως ίσχυαν έως τις 30 4 2024 (πριν το Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23 02 2024), με έναρξη ισχύος από 01 05 2024,) "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες περί της αλήθειας του δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει, όμως, ως έγκλημα, η απλή δυσφήμιση, που επίσης προσβάλλει την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1404/2024, ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 1017/2020) Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ’ αρχήν, αίρεται όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής Όμως, άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π. και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής του άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του. συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με τον δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 1404/2024, ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 149/2020). Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει τη τιμή άλλου, περιστατικά που προτείνονται κατ' αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγόμενου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 1404/2024, ΑΠ 445/2023, ΑΠ 1533/2022) Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 522, 524 παρ.1, 525, 526 και 536 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και των προσθέτων λόγων, έχει την ίδια εξουσία όπως και το πρωτοβάθμιο και κατά συνέπεια μπορεί να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως, μεταξύ άλλων, το ορισμένο, το παραδεκτό ή τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 121/2019, ΑΠ 1481/2013, ΑΠ 1625/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με άλλα λόγια κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Κατόπιν αυτού, το εφετείο αποκτά εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 527 ΚΠολΔ, τόσο από τη μία πλευρά, όσο και από την άλλη και, παρά το ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, παραπονείται για το ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, το εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, ακόμη και με αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη (ΑΠ 140/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1216/1999, ΕλλΔ/νη 1998/573, ΑΠ 389/1999, ΝοΒ 43.251, ΕφΠατρ 390/2005, ΑχΝομ 2006/87). Σε τέτοια περίπτωση, δεν είναι εφικτή η κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι υπάρχει διαφορά ως προς την εμβέλεια του δεδικασμένου που παράγεται από την απόρριψη της αγωγής για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Γι’ αυτό, η έφεση γίνεται δεκτή, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται και η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, ακόμη και χωρίς ειδικό παράπονο, διότι η απόφαση αυτή είναι για τον εκκαλούντα επωφελέστερη, σε σύγκριση με την εκκληθείσα (ΚΠολΔ 68, 536, ΑΠ 347/2020, ΑΠ 140/2019 ό.π., ΑΠ 258/2015, ΑΠ 92/2015. ΑΠ 1951/2007, ΕφΑιγ 98/2025, ΕφΠειρ 63/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν, το ως άνω αγωγικό αίτημα περί παράλειψης της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας ήταν αόριστο και ως τέτοιο απορριπτέο, καθόσον προϋπόθεση της αξίωσης για παράλειψη της παράνομης προσβολής δικαιώματος στο μέλλον είναι η ύπαρξη βάσιμης απειλής επικείμενης μελλοντικής προσβολής, της οποίας πρέπει να γίνεται επίκληση στην αγωγή, πλην όμως η ενάγουσα στην αγωγή της δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής ή επανάληψης της γενόμενης προσβολής στο μέλλον, ήτοι περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις που καθιστούν σφόδρα πιθανό ότι η εναγόμενη προτίθεται πράγματι να επαναλάβει την παράνομη προσβολή. Η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το ως άνω αίτημα, ενώ έπρεπε, κατά τα προαναφερόμενα, να το απορρίψει ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, το σφάλμα δε αυτό, αναγόμενο στο παραδεκτό της αγωγής, εξετάζεται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, και χωρίς ειδικό παράπονο της εκκαλούσας, στα πλαίσια του, εκ του άρθρου 522 ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της υπό κρίση έφεσης, δια της οποίας η εκκαλούσα - ενάγουσα παραπονείται για την απόρριψη του άνω αιτήματος ως ουσία αβάσιμου. Ενόψει αυτών, κατά παραδοχή του λόγου της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα-ενάγουσα παραπονείται για την ουσιαστική απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, μόνον κατά το μέρος που αφορά το αγωγικό αίτημα περί παράλειψης της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας. Στη συνέχεια, αφού δια κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί εκ νέου η από 20-7-2021 και υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης ....../2021 αγωγή της ενάγουσας κατά του εναγόμενου, ως προς το ανωτέρω αγωγικό αίτημα (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί αυτό, ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας. κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα και στο διατακτικό της παρούσας.

Με έτερο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα-ενάγουσα βάλλει κατά της εκκαλούμενης απόφασης, κατά τη διάταξή της που απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα περί άρσης της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας Όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη η αξίωση άρσης της προσβολής προϋποθέτει παρούσα και ενεργή προσβολή, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, καθόσον, η επικαλούμενη με την αγωγή προσβολή της προσωπικότητάς της ενάγουσας έχει συντελεστεί με την κατάθεση της αγωγής προσβολής πατρότητας, ενώ και οι λοιποί ισχυρισμοί διάδοσης των αντίστοιχων προσβλητικών ισχυρισμών ανάγονται σε παρελθόντα χρόνο και επομένως δεν είναι παρούσες και ενεργές ώστε να διαταχθεί η άρση τους, και επομένως, το σχετικό αίτημα τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως μη νόμιμο το άνω αίτημα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο τα αντίθετα υποστηρίζων λόγος έφεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (στα τελευταία περιλαμβάνονται αποφάσεις άλλων ποινικών και πολιτικών Δικαστηρίων μεταξύ των διαδίκων και έγγραφα των σχετικών με αυτά δικογραφιών, η υπ’ αριθμ. …../26-7-2018 ένορκη βεβαίωση της ……, το γένος ….., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και οι υπ' αριθμ. …../24-7-2018 και …../24-7-2018 ένορκες βεβαιώσεις των …… και ……, αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ……, καθώς και η υπ' αριθμ. …./16-9-2013 ένορκη βεβαίωση της …… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, εκ των οποίων οι τρεις πρώτες δόθηκαν στο πλαίσιο της υπ' αριθμ. καταθ ……/18-4-2018 αγωγής της ενάγουσας κατά του εναγόμενου και η τέταρτη, στο πλαίσιο της ...... έγκλησης της ενάγουσας κατά του εναγόμενου), μερικά από τα οποία (έγγραφα) αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, από τις ομολογίες των διαδίκων, για τις οποίες θα γίνει κατωτέρω ειδική και περιοριστική μνεία, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις 3-5-2008, κατά τους Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στον Ιερό Ναό της του …… και στις 18-1-2009 γεννήθηκε η θυγατέρα τους …. Από την αρχή του γάμου δεν υπήρχε ομαλή επικοινωνία στο ζευγάρι και η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά στις 3-4-2009, όταν η ενάγουσα, μετά από διαπληκτισμό που προηγήθηκε με τον εναγόμενο, αποχώρησε με τη θυγατέρα τους, κατόπιν σχετικής απαίτησης του τελευταίου. Τελικά, ο γάμος των διαδίκων λύθηκε αμετάκλητα, με την υπ’ αριθ. 18573/13-7-2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας), μετά από σχετική αγωγή εκ μέρους του νυν εναγόμενου, λόγω του τεκμαιρόμενου εκ της ανωτέρω υπερδιετούς διάστασης σοβαρού κλονισμού (άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ), η δε απόφαση κατέστη αμετάκλητη, στις 17-9-2012, με την παραίτηση αμφοτέρων των διαδίκων συζύγων από το δικαίωμα προσβολής της με άσκηση ένδικων μέσων, τη δε 31-10-2012 η ενάγουσα τέλεσε νέο γάμο με ….., με τη δε με αριθμό 23249/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας) ανατέθηκε η γονική μέριμνα της ανήλικης αποκλειστικά στην ενάγουσα- μητέρα της. Ο εναγόμενος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία), την από 22-2-2013 και με αριθμό κατάθεσης …../26-2-2013 αγωγή κατά της νυν ενάγουσας και του ….. (πατέρα της ενάγουσας), ως ειδικού επιτρόπου της ανήλικης θυγατέρας τους, …., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η ανήλικη ….., που γεννήθηκε διαρκούντος του γάμου του με την ενάγουσα, δεν είναι γνήσιο (βιολογικό) τέκνο του. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος στην ανωτέρω αγωγή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής; α) ότι ο τοκετός του εν λόγω τέκνου της ενάγουσας έλαβε χώρα μετά από οκτώ (8) μήνες και δεκαπέντε (15) ημέρες κύησης από την τέλεση του γάμου τους, στις 3-5-2008, οπότε για λόγους αρχών το πρώτον είχε σαρκική επαφή με την ενάγουσα, το δε νεογνό, όπως παρατήρησαν συγγενείς του, είχε εμφάνιση πλήρους ολοκληρωμένου νεογνού τεχθέντος μετά τη συμπλήρωση κύησης εννέα (9) μηνών, β) άτι το έτος 2012 πληροφορήθηκε από φιλικό του πρόσωπο ότι σε ιστοσελίδα τρίτου προσώπου και τότε συντρόφου της ενάγουσας είχε αναρτηθεί φωτογραφία της ανήλικης ….., την οποία η ενάγουσα και ο σύντροφός της αποκαλούσαν ως κόρη τους. Μάλιστα εξέθετε ότι κατόπιν διαμαρτυρίας του, για το γεγονός αυτό, προς την ενάγουσα, δέχθηκε ανώνυμα τηλεφωνήματα υβριστικού και απειλητικού περιεχομένου, όπου μεταξύ άλλων του ανέφεραν: «και εσένα τι σε νοιάζει ρε... αφού το παιδί δεν είναι δικό σου», γ) ότι η ενάγουσα το έτος 2012 κατέθεσε σε βάρος του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αγωγή, με την οποία ζητούσε να της ανατεθεί αποκλειστικά η επιμέλεια και η γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της, δ) όσες φορές ζήτησε από την ενάγουσα να επικοινωνήσει με την ανήλικη, αυτή του έθετε ως όρο να είναι παρούσα είτε η ίδια, είτε ο πατέρας της, προφανώς για τον εκ των υστέρων αποκαλυφθέντα λόγο ότι ήθελε να αποτρέψει ενδεχόμενη πραγματοποίηση εκ μέρους του εξέτασης DNA στην ανήλικη και ότι όλα τα ανωτέρω καθιστούν βέβαιο πλέον ότι η ενάγουσα «δέχθηκε να τον παντρευτεί, προκειμένου να καλύψει με τον μανδύα του γάμου εγκυμοσύνη επιθυμητή σε αυτήν αλλά αρξάμενη πριν από την τέλεση του γάμου τους και προκληθείσα από σαρκικές σχέσεις με τρίτο πρόσωπο, με προδιαγεγραμμένο σχέδιο να τον εγκαταλείψει, όταν θα επήρχετο ο τοκετός». Επί της εν λόγω αγωγής του νυν εναγόμενου, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε την 27-11-2014, η υπ’ αριθ 19950/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας), με την οποία, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να διενεργηθεί, με τη φροντίδα του εκεί ενάγοντας (άλλωστε το ζήτησε και ο ίδιος), ιατρική πραγματογνωμοσύνη, ώστε κατόπιν λήψης του κατάλληλου βιολογικού υλικού από τους διαδίκους και το ανήλικο τέκνο, να λάβει χώρα, κατά την ενδεδειγμένη ιατρική μέθοδο, γενετική ταυτοποίηση, ήτοι ταυτοποίηση με μοριακή ανάλυση του DNA των τελευταίων, και να συνταχθεί σχετική έκθεση από τη διορισθείσα πραγματογνώμονα, ….., ιατρό-γενετίστρια ….., αναφορικά με το κρίσιμο θέμα εάν ο ενάγων εκείνης της αγωγής (νυν εναγόμενος) είναι ή όχι ο βιολογικός πατέρας της γεννηθείσας την 18-1-2099 ανήλικης ……. Η ανωτέρω πραγματογνώμονας συνέταξε την από 31-3-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που κατατέθηκε στο στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 7-4-2015, με αριθμό 101/2015 Στην εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναγράφεται ως συμπέρασμα «Από τα προηγούμενα αποτελέσματα και τη στατιστική επεξεργασία τους συμπεραίνεται, σύμφωνα με τους διεθνώς αποδεκτούς κανόνες ότι: Ο κύριος ….. είναι ο βιολογικός πατέρας του θήλεος τέκνου …. (που γεννήθηκε στις 18-1-2009), της κυρίας …... με πιθανότητα 99,9999% Αξιοπιστία συμπεράσματος. Διεθνώς στο Δικαστήριο γίνεται αποδεκτό ότι ο πιθανός πατέρας είναι ο βιολογικός, αν στα συμπεράσματα των εργαστηριακών εξετάσεων η τιμή πιθανότητας υπερβαίνει το 99,95%.». Ακολούθως, με την υπ' αριθμ ...../2015 κλήση της η ενάγουσα επανέφερε προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης, την ανωτέρω αγωγή προσβολής πατρότητας, πλην. όμως, η συζήτησή της ματαιώθηκε, κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο, χωρίς να προκύπτει, από το αποδεικτικό υλικό, η περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. Όπως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος, προέβη στην κατάθεση της προαναφερθείσας αγωγής προσβολής πατρότητας του τέκνου του ….., του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση Δικαστές, υπάλληλοι Δικαστηρίων, δικαστικοί επιμελητές, δικηγόροι, οικείοι των διαδίκων, διαλαμβάνοντας σ αυτήν ότι η νυν ενάγουσα "δέχθηκε να τον παντρευτεί, προκειμένου να καλύψει με τον μανδύα του γάμου εγκυμοσύνη επιθυμητή σε αυτήν αλλά αρξάμενη πριν από την τέλεση του γάμου τους και προκληθείσα από σαρκικές σχέσεις με τρίτο πρόσωπο, με προδιαγεγραμμένο σχέδιο να τον εγκαταλείψει, όταν θα επήρχετο ο τοκετός", γεγονός το οποίο μπορεί να βλάψει και έβλαψε την τιμή και υπόληψη της νυν ενάγουσας και το οποίο ήταν ψευδές, πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε δόλια προαίρεση του. προκειμένου να διαστρεβλώσει με τις παραπάνω αναφορές του αληθή γεγονότα, όσα δε ανέφερε, τα ισχυρίστηκε με την, εσφαλμένη, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, πεποίθηση ότι αυτά ήταν αληθή, ενώ δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος ισχυριζόταν ότι η ίδια είχε εξωσυζυγικές σχέσεις, αλλά η αναφορά του αναγόταν στο χρονικό διάστημα πριν το γάμο τους, ήτοι ότι η ενάγουσα είχε συλλάβει την ανήλικη από σχέση της πριν το γάμο της με τον ίδιο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι τον Ιούλιο του 2012 (και πριν τη λύση του γάμου των διαδίκων), φιλικό πρόσωπο του εναγόμενου τον ενημέρωσε ότι ο νέος σύντροφος της ενάγουσας και ήδη σύζυγός αυτής, ……., είχε αναρτήσει στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «facebook» (το οποίο αυτός τηρούσε με το ψευδώνυμο …..) φωτογραφία της ….., αποκαλώντας την ' κόρη του", όταν δε ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε στην ενάγουσα για την ανωτέρω ανάρτηση, δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστα άνδρα, με υβριστικό και απειλητικό περιεχόμενο που τον πληροφορούσε ότι η ….. δεν ήταν γνήσιο τέκνο του Το γεγονός αυτό ενέτεινε τις υποψίες, που είχε ο εναγόμενος, ότι η ….. δεν ήταν βιολογικό του τέκνο, καθόσον οι διάδικοι, λόγω την θρησκευτικών πεποιθήσεων του εναγόμενου, είχαν σαρκικές σχέσεις μόνο μετά την τέλεση του γόμους τους, η δε ….., που γεννήθηκε στις 18-1-2009. ήτοι οκτώ μήνες και δεκαπέντε ημέρες από την ημερομηνία τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα και ήταν πλήρους ανάπτυξης. Εξάλλου, δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος γνώριζε τους ακριβείς λόγους σύστασης από την ιατρό της επιλογής της ενάγουσας, καισαρικής τομής για τον τοκετό στη συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι γνώριζε πόσο νωρίτερα προγραμματίστηκε η καισαρική τομή και για ποιο λόγο, διότι η ενάγουσα επισκεπτόταν κυρίως μόνη της την ιατρό, ενώ η ίδια δεν διευκρινίζει πότε ήταν η εξ αρχής υπολογιζόμενη ημερομηνία τοκετού, ήτοι με βάση τον υπολογισμό των 40 εβδομάδων κύησης Τις εν λόγω υποψίες του εναγόμενου, εξάλλου, είχαν ενισχύσει οι κακές σχέσεις με την ενάγουσα, καθώς και η άρνηση της τελευταίας να υποβληθεί η θυγατέρα τους σε τεστ DNA, όπως και να επικοινωνεί ο εναγόμενος με την ανήλικη δίχως την παρουσία τρίτου προσώπου, προκειμένου, όπως πίστευε ο εναγόμενος, να μη λάβει αυτός (εναγόμενος) από την ανήλικη δείγμα για σχετική εξέταση, όπως, επίσης, και το γεγονός ότι στις 9-11-2012 η ενάγουσα του κοινοποίησε, την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απευθυνόμενη με αριθμό καταθέσεως ...../9-8-2012 αγωγή, δυνάμει της οποίας ζήτησε να της ανατεθεί αποκλειστικά η άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης, θεωρώντας ο εναγόμενος ότι τούτο το ζητούσε η ενάγουσα, επειδή αυτή γνώριζε ότι δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας της ανήλικης. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, κατά το χρονικό διάστημα πριν από την άσκηση της προαναφερθείσας αγωγής προσβολής πατρότητας και μέχρι τις 7-4-2015, ήτοι μέχρι την κατάθεση της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης, το ίδιο το στενό συγγενικό περιβάλλον του εναγόμενου, συσχετίζοντας την ημερομηνία τέλεσης του γάμου των διαδίκων με την ημερομηνία γέννησης της ανήλικης, αμφέβαλαν για το αν η τελευταία είναι βιολογικό τέκνο του εναγόμενου και τις αμφιβολίες τους αυτές τις μετέφεραν και στον εναγόμενο, ο οποίος ήδη είχε τις αμφιβολίες του, το δε γεγονός ότι το οικογενειακό περιβάλλον του εναγόμενου απευθύνθηκε σε άλλους γιατρούς δεν καθιστά τον εναγόμενο υπεύθυνο γι’ αυτό. ενώ, εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, πέραν της ανωτέρω αγωγής του, περί προσβολής πατρότητας, μετέφερε τα ανωτέρω και σε τρίτα πρόσωπα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο εναγόμενος είχε την εύλογη πεποίθηση, ότι τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην επίδικη αγωγή του, προσβολής πατρότητας, ήταν αληθή και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η εκ μέρους του τέλεση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, σε σχέση με το πρόσωπο της ενάγουσας, δεδομένου ότι για την πλήρωση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται η εκφορά ισχυρισμών, που περιέχουν αναληθή γεγονότα, να γίνεται εν γνώσει τούτου. Το ανωτέρω συμπέρασμα ενισχύεται και από το γεγονός ότι, αφότου ο εναγόμενος έλαβε γνώση του πορίσματος της άνω πραγματογνωμοσύνης, δεν προχώρησε σε κάποια ενέργεια, προκειμένου να συνεχιστεί η διαδικασία επί της παραπάνω αγωγής προσβολής πατρότητας, σχετικά δε σύντομα ήλθε σε μιας μορφή συμβιβασμού με ενάγουσα, όπως αυτή εξωτερικεύθηκε με τη συμφωνία τους περί αμοιβαίας ανάκλησης των εγκλήσεών τους. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, μετά την άσκηση της προαναφερθείσας (...../26-2-2013) αγωγής προσβολής πατρότητας, η ενάγουσα υπέβαλε σε βάρος του εναγόμενου την ....... έγκληση, για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω αγωγή του, οπότε και ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για την εν λόγω πράξη, με χρόνο τέλεσης την 26-2-2013, ήτοι ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής προσβολής πατρότητας και ο τελευταίος παραπέμφθηκε ενώπιον του Γ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ’ αριθ 18973/15-11-2017 απόφασή του, δεχόμενο ότι τα όσα αυτός ισχυρίστηκε στην αγωγή προσβολής πατρότητας ήταν ψευδή, πλην, όμως, αυτός πίστευε ότι ήταν αληθινά, επηρεαζόμενος αφενός μεν από συνομιλίες που είχε με τρίτα πρόσωπα του περιβάλλοντός του, αφετέρου δε λόγω της κακής σχέσης που είχε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο με την ενάγουσα, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, που απαιτεί άμεσο δόλο, σχετικά με την αναλήθεια του γεγονότος, που ισχυρίζεται ή διαδίδει κάποιος, ακολούθως, μετέτρεψε την αποδιδόμενη στον εναγόμενο κατηγορία από συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρο 363 ΠΚ), σε απλή δυσφήμηση (άρθρο 362 ΠΚ), κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, και, στη συνέχεια έπαυσε υφ' όρον, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 4411/2016, την ασκηθείσα κατά κατ’ αυτού ποινική δίωξη για την πράξη της απλής δυσφήμησης. Κατά της απόφασης αυτής (που εκτιμάται, όπως προαναφέρθηκε, ως δικαστικό τεκμήριο) άσκησε έφεση ο Εισαγγελέας και όπως ομολογείται από τους διαδίκους, κατόπιν συμφωνία τους, κατά τη συζήτησή της, έλαβε χώρα ανάκληση της σχετικής έγκλησης από την ενάγουσα, όπως έλαβε χώρα και ανάκληση από τον εναγόμενο της αντίστοιχης έγκλησης που είχε υποβάλει σε βάρος της ενάγουσας, για συκοφαντική δυσφήμηση, αμέσως μετά την προαναφερθείσα αγωγή του, περί προσβολής πατρότητας. Με βάση όλα τα παραπάνω, ο εναγόμενος δεν τέλεσε σε βάρος της ενάγουσας, όπως προαναφέρθηκε, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά η συμπεριφορά του ενέχει τα στοιχεία της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ), που συνιστά αδικοπραξία, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, και της συνδεόμενης με αυτήν παράνομης προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας (άρθρο 57 ΑΚ), καθόσον τα ως άνω διαλαμβανόμενα στην αγωγή του, περί προσβολής πατρότητας, μπορούσαν αντικειμενικά να βλάψουν, όπως και έβλαψαν, την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας και προσέβαλαν την προσωπικότητά της, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος προέβη στην εν λόγω ενέργεια όχι με πρόθεση να δυσφημήσει την ενάγουσα και να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της, αλλά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του, οι ανωτέρω δε ισχυρισμοί του, όπως διατυπώθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν υπερέβησαν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη έννομου συμφέροντος του, το οποίο συνίστατο στο ενόψει των εύλογων, όπως αναφέρθηκε, αμφιβολιών του, να διαπιστώσει εάν είναι πράγματι ο βιολογικός πατέρας της ανήλικης ……. Για το λόγο αυτό η πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ, 1 γ’ΠΚ σχετική ένσταση που είχε προτείνει πρωτοδίκως ο εναγόμενος, την οποία ο τελευταίος επαναφέρει με το δικόγραφο των προτάσεών του (σε κάθε δε περίπτωση, δεδομένου ότι την πρωτόδικη απόφαση εκκαλεί η ηττηθείσα πρωτοδίκως ενάγουσα, το σχετικό κεφάλαιο μεταβιβάστηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με την άσκηση της έφεσης αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή, όσον και ως προς την ένσταση,- βλ. ΑΠ 192/2018, ΑΠ 747/2017, ΑΠ 431/2016 ιστοσελίδα ΑΠ). Εξάλλου, δεν προέκυψε σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας, από τον τρόπο εκδήλωσης και τις εν γένει περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η απλή εκ μέρους του εναγόμενου δυσφήμηση της ενάγουσας και δη δεν αποδείχτηκε ότι οι ενέργειες του εναγόμενου ενείχαν σκοπό προσβολής της τιμής της ενάγουσας με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας της, ούτε δε καταφρονητική σε βάρος της συμπεριφορά, ο δε τρόπος εκδήλωσης της συμπεριφοράς του, ήταν ο απολύτως αναγκαίος, για την απόδοση των πεποιθήσεων του και τη στοιχειοθέτηση της σχετικής αγωγής του και δεν αποδείχτηκε ότι αυτός εν γνώσει του, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή της ενάγουσας και σε κάθε περίπτωση, η τελευταία δεν υπέβαλε σχετική αντένσταση, κατά το άρθρο 367 παρ, 2 ΠΚ, ότι από τον τρόπο εκδήλωσης και τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε εκ μέρους του εναγόμενου η απλή δυσφήμηση και προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας προέκυψε σκοπός εξύβρισής της. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης του εναγόμενου, ήτοι της απλής δυσφήμησης, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς του, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου και ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν δικαιούται την αιτούμενη, κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ούτε έχει αντίστοιχη υποχρέωση ο εναγόμενος-εφεσίβλητος, η δε αγωγή, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο παρόν Δικαστήριο, ήτοι της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη), έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης (κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμο) ως ουσιαστικά αβάσιμη, αν και εν μέρει διαφορετικές και ελλειπείς αιτιολογίες, που αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από αυτές της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά, κατ' αποτέλεσμα, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ενόψει του ότι η υπό κρίση έφεση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα προαναφερθέντα, αναφορικά με το αγωγικό αίτημα περί παραλείψεως της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας, πρέπει, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα-ενάγουσα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, τα δε δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων που εφαρμόστηκαν, αλλά και διότι, εκτιμωμένων των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ)

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 21.12.2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2023 και προσδιορισμού ……/2023) έφεση κατά της υπ' αριθμ. 14982/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτικής διαδικασίας)

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την ανωτέρω απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά το αγωγικό αίτημα περί παραλείψεως της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας, καθώς και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 6.7.2021 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……./13.7.2021 αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημα περί παραλείψεως της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το ανωτέρω αγωγικό αίτημα.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην εκκαλούσα του κατατεθέντος, για την έφεση, με αριθμό ……../2023, ηλεκτρονικού παράβολου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 26 Ιουνίου 2025 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]