ΑΡΙΘΜΟΣ 1244/2025

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2024, με την εξής σύνθεση: Ταξιαρχία Κόμβου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος και της αρχαιοτέρας της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Νικόλαος Σκαρβέλης, Άννα Μπόνου, Σύμβουλοι, Αντώνιος Ζιαμπάρας, Δημήτριος Τσαρούχας, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Νικόλαος Αθανασίου.

Για να δικάσει την από 18 Μαρτίου 2021 αίτηση:

του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.), ο οποίος παρέστη με την δικηγόρο Ιωάννα Ζωγράφου (Α.Μ. ...), που την διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του... του ..., κατοίκου ... , ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Κουτρούλη (Α.Μ. ... Δ.Σ. ...), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Φορέας επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. .../2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου....

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Αντωνίου Ζιαμπάρα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία του αναιρεσείοντος Φορέα, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου [άρθρα 62 παρ. 3 περίπτ. Θ του ν. 4387/2016 (Α΄ 85), όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4445/2016 (Α΄ 236) - σε συνδυασμό με το άρθρο 51Α παρ. 1 εδ. δεύτερο του ν. 4387/2016, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020 (Α΄ 43) - και 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 (Α΄ 31)].

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της ../2020 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου ..., με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) κατά της .../2019 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου .... Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη προσφυγή του Ε.Φ.Κ.Α., ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.), κατά της .../ 14.12.2016 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δυτικής Ελλάδος του Ο.Α.Ε.Ε., με την οποία έγινε δεκτή ένσταση του αναιρεσιβλήτου κατά της .../30.10.2015 απόφασης της Προϊσταμένης της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Ε. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε αποφασιστεί η μετατροπή του αναιρεσιβλήτου από «νέο» σε «παλαιό» ασφαλισμένο και είχε εκκαθαριστεί σε βάρος του συνολική οφειλή ύψους 9.797,10 ευρώ, πλέον τελών καθυστέρησης και προσαυξήσεων ύψους 6.086,43 ευρώ, λόγω διαφοράς ασφαλιστικών εισφορών για τη χρονική περίοδο από τον Μάιο του έτους 1999 έως τον Μάιο του έτους 2006.

3. Επειδή, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 51Α παρ. 1 εδ. πρώτο του ν. 4387/2016, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020, νομίμως άσκησε την κρινόμενη αίτηση και παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ο Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.), όπως μετονομάστηκε από την 1η.3.2020 ο Ε.Φ.Κ.Α.

4. Επειδή, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και ακολούθως η παράγραφος 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), αν πρόκειται για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο, για το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως απαιτείται προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλει η διάταξη της παρ. 3. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να προβάλει και να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 885/2022 7μ., 535/2022 7μ., 1819, 1455/2022, 764/2021, 379/2021, 2965/2020, 2115/2019, 485/2018 κ.ά.). Περαιτέρω, με τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016 παρέχεται στον αναιρεσείοντα η δυνατότητα επίκλησης και προσκόμισης δικαστικών αποφάσεων αντίθετων προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, υπό την προϋπόθεση της προβολής με το εισαγωγικό δικόγραφο συγκεκριμένου ισχυρισμού περί ανυπαρξίας νομολογίας ή περί αντίθεσης προς τη νομολογία (ΣτΕ 1997/2023, 1633/2022 κ.ά.).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την .../30.10.2015 απόφαση της Προϊσταμένης της Περιφερειακής Διεύθυνσης .. του Ο.Α.Ε.Ε. αποφασίσθηκε η μετατροπή του αναιρεσιβλήτου από «νέο» σε «παλαιό» ασφαλισμένο και εκκαθαρίστηκε σε βάρος του συνολική οφειλή ύψους 9.797,10 ευρώ, πλέον τελών καθυστέρησης και προσαυξήσεων ύψους 6.086,43 ευρώ, λόγω προκύπτουσας διαφοράς ασφαλιστικών εισφορών για τη χρονική περίοδο από τον Μάιο του έτους 1999 έως τον Μάιο του έτους 2006. Ένσταση του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης αυτής έγινε δεκτή με την .../14.12.2016 απόφαση της Τ.Δ.Ε. της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Ε. Κατά της τελευταίας απόφασης της Τ.Δ.Ε. ο Ε.Φ.Κ.Α., ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Ο.Α.Ε.Ε., άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου... την με ημερομηνία κατάθεσης 11.4.2017 προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι είχε ασκηθεί μετά την πάροδο εξήντα ημερών από την επομένη της έκδοσης της ως άνω απόφασης της Τ.Δ.Ε. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ο Ε.Φ.Κ.Α. άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου ..., με την οποία προέβαλε ότι η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής εκ μέρους του Ο.Α.Ε.Ε. δεν είχε ως αφετηρία την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά την πλήρη γνώση του περιεχομένου της από τον Διοικητή του Οργανισμού. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 64 και 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) και κατ’ επίκληση της 386/2019 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε ότι μετά την επαναφορά σε ισχύ της παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. ΙΑ περ. 3 του ν. 4052/2012 και 55 του ν. 4144/2013, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής εκ μέρους των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης κατά πράξεων των οργάνων τους έχει διάρκεια ενενήντα ημέρες και αφετηρία την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (ή τη δημοσίευση αυτής, αν επιβάλλεται κατά νόμον δημοσίευσή της) και όχι την επίδοση ή την αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της, όπως ισχύει για τις προσφυγές των «πολιτών». Στη συνέχεια, το διοικητικό εφετείο, αφού έλαβε υπόψη ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79 (παρ. 1) και 97 του Κ.Δ.Δ., το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει την υπόθεση μέσα στα όρια των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά της πρωτόδικης απόφασης και ότι εν προκειμένω με την έφεσή του ο Ε.Φ.Κ.Α. είχε πλήξει την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μόνον ως προς το ζήτημα της αφετηρίας της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής εκ μέρους του Ο.Α.Ε.Ε. και όχι και ως προς το ζήτημα της διάρκειας αυτής, απέρριψε τελικώς την έφεση με την αιτιολογία ότι ως προς το ζήτημα αυτό (της αφετηρίας της προθεσμίας) η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν ορθή, ενώ εξάλλου στην κατ’ έφεση δίκη δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης σχετικά με τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής.

6. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου ... στις 31.3.2021 και, επομένως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Με την αίτηση δε αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο, καθώς συνάπτεται προεχόντως με τον χαρακτηρισμό του αναιρεσιβλήτου ως «παλαιού ασφαλισμένου», με παρεπόμενη συνέπεια τον καταλογισμό σε βάρος του συμπληρωματικών εισφορών, προσθέτων τελών και προσαυξήσεων (βλ. ΣτΕ 1232/2023, 2662/2019). Συνεπώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην 4η σκέψη, για το παραδεκτό της άσκησης της κρινόμενης αίτησης απαιτείται ο αναιρεσείων φορέας να προβάλει και να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 66 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύουν, έκρινε το διοικητικό εφετείο ότι η προθεσμία για την άσκηση της ως άνω προσφυγής εκ μέρους του Ο.Α.Ε.Ε. άρχισε από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης και όχι από τον χρόνο κατά τον οποίο ο Διοικητής του Ο.Α.Ε.Ε. έλαβε πλήρη γνώση αυτής. Με τον λόγο δε αυτόν τίθεται το νομικό ζήτημα της ερμηνείας των εφαρμοστέων στην προκειμένη περίπτωση διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας όσον αφορά την αφετηρία της εξηκονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων προσφυγής εκ μέρους του Ο.Α.Ε.Ε. κατά πράξεων των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών του Οργανισμού μετά την επαναφορά σε ισχύ, δυνάμει των ως άνω διατάξεων των ν. 4052/2012 και 4144/2013, των διατάξεων του άρθρου 33 παρ. 4 του ν. 702/1977 που είχαν καταργηθεί. Εξάλλου, για τη θεμελίωση του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως από την άποψη των ως άνω διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι σχετικά με το τιθέμενο με τον προβαλλόμενο λόγο ως άνω νομικό ζήτημα δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται βασίμως, διότι ναι μεν κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης υπήρχε η 386/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση όμως αυτή του Δικαστηρίου κρίθηκε το παρόμοιο ζήτημα της προθεσμίας για την άσκηση ενδοστρεφούς προσφυγής από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και όχι από τον Ο.Α.Ε.Ε., όπως στην ένδικη υπόθεση (βλ. ΣτΕ 885, 535/2022 7μ., 1819, 1455/2022 κ.ά.). Εξάλλου, η 17/2022 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, με την οποία αντιμετωπίστηκε το πρώτον το επίμαχο νομικό ζήτημα και την οποία επικαλείται και ο e–E.Φ.Κ.Α. με τα από 19.1.2024 και 24.5.2024 υπομνήματα που κατατέθηκαν πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δημοσιεύθηκε στις 10.1.2022, μετά δηλαδή την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς κατά την παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, δεδομένου δε ότι είναι και κατά τα λοιπά παραδεκτή, είναι περαιτέρω εξεταστέα κατ’ ουσίαν.

7. Επειδή, κατά το άρθρο 64 του Κ.Δ.Δ. (ν. 2717/1999, Α΄ 97), με τίτλο του άρθρου «Ενεργητική νομιμοποίηση», όπως η παρ. 2 του άρθρου αυτού ίσχυε αρχικώς, πριν δηλαδή αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010: «1. Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος: α) ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή β) στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου. 2. Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει: α) Ο υπουργός Οικονομικών, καθώς και ο αρμόδιος οικονομικός επιθεωρητής, υπέρ του Δημοσίου, κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας. β) Κάθε άλλη αρχή, καθώς και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον ειδική διάταξη νόμου αναγνωρίζει ρητώς σε αυτούς τέτοιο δικαίωμα». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 66 του ίδιου Κώδικα, με τίτλο του άρθρου «Προθεσμία», όπως η παρ. 2 ίσχυε αρχικώς, πριν συμπληρωθεί με το άρθρο πέμπτο παρ. Β υποπαρ. 2 εδάφ. α΄ του ν. 4079/2012 και τελικώς αντικατασταθεί με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ υποπαρ. ΙΓ2 υποπερ. 2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222): «1. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει: Α. Σε περίπτωση ρητής πράξης: α) Για εκείνους τους οποίους αφορά: i. από την κατά νόμο επίδοσή της σε αυτούς, ή ii. σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της. β) Για τους τρίτους: i. από τη δημοσίευσή της, αν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλος ειδικότερος τρόπος γνωστοποίησής της, ή ii. σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της. Β. Σε περίπτωση παράλειψης, από τη συντέλεσή της. 2. Ειδικώς, στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64, η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημερών από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης. 3. …».

8. Επειδή, το άρθρο 33 του ν. 702/1977 «Περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια, αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως διατάξεων του Ν.Δ. 170/1973 “περί του Συμβουλίου της Επικρατείας”» (Α΄ 268), όπως οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 733/1977 (Α΄ 309), ορίζει στην παρ. 2 ότι: «Από της ημερομηνίας καθ’ ην, συμφώνως προς το άρθρον 36 παρ. 2 του παρόντος, καθίστανται αρμόδια τα τριμελή Διοικητικά Πρωτοδικεία προς εκδίκασιν των κατά το άρθρον 7 διαφορών και προσφυγών, καταργούνται: α) Αι κατά την κειμένην νομοθεσίαν διατάξεις, διά των οποίων παρέχεται η δυνατότης ασκήσεως και δευτέρας απλής ή ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής κατά πράξεως εκδοθείσης επί ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής και β) τα υφιστάμενα ειδικά προς εκδίκασιν αποκλειστικώς και μόνον των κατά το προηγούμενον εδάφιον προσφυγών δευτέρου βαθμού όργανα». Περαιτέρω, στην παρ. 4 (πρώην παρ. 3) του ίδιου άρθρου 33 του ν. 702/1977, όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 733/1977, ακολούθως δε καταργήθηκε με την περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1470/1984 (Α΄ 112) αλλά επαναφέρθηκε σε ισχύ με την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 1649/1986 (Α΄ 149), ορίζονται τα εξής: «Οσάκις υπό της κειμένης περί κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσίας παρέχεται εις ασφαλιστικόν φορέα η ευχέρεια προσβολής πράξεως οργάνου αυτού εκδοθείσης μετ’ άσκησιν υπό ενδιαφερομένου ενδικοφανούς προσφυγής και υποκειμένης του λοιπού, βάσει του παρόντος νόμου, εις προσφυγήν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, η ευχέρεια αύτη διατηρείται, δύναται δε ο ασφαλιστικός φορεύς να ασκήση κατά της πράξεως ταύτης του οργάνου του την κατ’ άρθρον 7 του παρόντος προσφυγή». Εξάλλου, στο άρθρο 7 του ως άνω ν. 702/1977 ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι διοικητικές διαφορές ουσίας που αναφύονται από την άρνηση ασφαλιστικού φορέα να ικανοποιήσει, εν όλω ή εν μέρει, αίτημα ασφαλισμένου κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης.

9. Επειδή, από τις εκτεθείσες στις δύο προηγούμενες σκέψεις διατάξεις, σε συνδυασμό με τη νομοθεσία του Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (Τ.Ε.Β.Ε.) (βλ. άρθρα 57 παρ. 1 περ. ε και 60 του π.δ. 948/1977, Α΄ 322) και του Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) (βλ. άρθρο 22 παρ. 1 του ν.δ. 404/1974, Α΄ 127, και άρθρα 18, 22 και 53 του π.δ. 669/1981, Α΄ 169), προκύπτει ότι το Τ.Ε.Β.Ε. (βλ. ΣτΕ 1706, 3668/1988) και το Τ.Σ.Α. (βλ. ΣτΕ 3289/1990) μπορούσαν να ασκούν προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά των πράξεων των οργάνων τους οι οποίες εκδίδονταν ύστερα από άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής από τους ενδιαφερομένους, δηλαδή κατά πράξεων των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών τους. Εξάλλου, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης σε σχέση με τα δικά τους όργανα, άρα και το Τ.Ε.Β.Ε. και το Τ.Σ.Α., δεν επείχαν θέση διοικουμένου αλλά θεωρούνταν «άλλη αρχή», κατά την έννοια της περίπτ. β της παρ. 2 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ., όπως ίσχυε αρχικώς. Συνεπώς, η προθεσμία για την άσκηση ενδοστρεφούς προσφυγής από οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης ήταν, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ., ενενήντα (90) ημέρες με αφετηρία την έκδοση ή τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης πράξης, αν η πράξη ήταν κατά νόμον δημοσιευτέα (βλ. ΣτΕ 17, 535, 885/2022 7μ.).

10. Επειδή, εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 2676/1999 (Α΄ 1) συνεστήθη ο Ο.Α.Ε.Ε. (ν.π.δ.δ.), ως καθολικός διάδοχος καταργούμενων ασφαλιστικών ταμείων [Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (Τ.Ε.Β.Ε.), Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (Τ.Α.Ε.) και Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.), άρθρα 2, 3 και 4 επομ.]. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του νόμου αυτού, από την έναρξη ισχύος του προβλεπόμενου στο άρθρο 12 παρ. 2 του εν λόγω νόμου Οργανισμού του Ο.Α.Ε.Ε., το Τ.Α.Ε., το Τ.Ε.Β.Ε. και το Τ.Σ.Α. καταργούνται, ενώ, περαιτέρω, όλοι οι ασφαλισμένοι των καταργούμενων ταμείων, κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του ίδιου νόμου (2676/1999), μεταφέρονται στον Ο.Α.Ε.Ε. και θεωρούνται ασφαλισμένοι του. Επακολούθησε η έκδοση του π.δ. 154/2006 «Οργανισμός του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία “Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.)”» (Α΄ 167/4.8.2006, έναρξη ισχύος από 1.1.2007 κατ’ άρθρο 39 αυτού), σύμφωνα με το άρθρο 36 του οποίου «Οι οργανικές διατάξεις των Ταμείων ΤΑΕ, ΤΕΒΕ, ΤΣΑ από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος καταργούνται». Κατ’ εξουσιοδότηση δε της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2676/1999, κατά την οποία με προεδρικό διάταγμα καταρτίζεται το Καταστατικό του Ο.Α.Ε.Ε., με το οποίο ορίζονται, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις απονομής των παροχών και η εν γένει διαδικασία χορήγησης αυτών, εκδόθηκε το π.δ. 258/2005 «Καταστατικό του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών» (Α΄ 316), με έναρξη ισχύος από την 1η.1.2006, σύμφωνα με το άρθρο 38 αυτού (βλ. ΣτΕ 373, 2574, 2607/2020, 1841/ 2018 κ.ά.). Εξάλλου, στην παρ. 3 του άρθρου 50 του ν. 3518/2006 (Α΄ 272/21.12.2006) με τίτλο «Αναδιάρθρωση των κλάδων του Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.) και ρύθμιση άλλων θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας» ορίζεται ότι: «Σε κάθε Περιφερειακή Διεύθυνση του Ο.Α.Ε.Ε. συνιστάται 5μελής Τοπική Διοικητική Επιτροπή (Τ.Δ.Ε.), που απαρτίζεται ως ακολούθως: α) Η Τ.Δ.Ε. των Περιφερειακών Διευθύνσεων των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης αποτελείται από: … β) Η Τ.Δ.Ε. των Περιφερειακών Διευθύνσεων των υπόλοιπων νομών της χώρας αποτελείται από: αα) ... γ) Ο Πρόεδρος, τα μέλη των Τ.Δ.Ε. και ο γραμματέας, μετά ισαρίθμων αναπληρωτών, των Περιφερειακών της Διευθύνσεων του Νομού Αττικής διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και των λοιπών Περιφερειακών Διευθύνσεων με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας. δ) Η θητεία των Τ.Δ.Ε. είναι τριετής. ε) Τα μέλη των Τ.Δ.Ε. και ο γραμματέας, με ισάριθμους αναπληρωτές, υποδεικνύονται ή επιλέγονται, ως ακολούθως: αα) … εε) Ο γραμματέας της Τ.Δ.Ε. και ο αναπληρωτής του υποδεικνύονται από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης στην οποία συνιστάται η οικεία Τ.Δ.Ε. Με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Ε., ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά στη σύνθεση, στη συγκρότηση, στις αρμοδιότητες, στη λειτουργία των Τ.Δ.Ε. του Ο.Α.Ε.Ε. και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. …». Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 70 του ως άνω ν. 3518/2006, ορίζεται ότι: «Γενικές ή ειδικές διατάξεις που αφορούν τα καταργούμενα από 1-1-2007, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ Α΄ 1) Ταμεία ΤΕΒΕ, ΤΑΕ και ΤΣΑ, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν έχουν καταργηθεί ρητά ή το θέμα στο οποίο αναφέρονται δεν έχει ρυθμισθεί διαφορετικά με νεότερη διάταξη της νομοθεσίας του Ο.Α.Ε.Ε.». Τέλος, κατ’ εξουσιοδότηση της προαναφερθείσας διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 50 του ν. 3518/2006 εκδόθηκε η Φ10035/31008/2208/2.2.2007 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας «Σύνθεση, συγκρότηση, αρμοδιότητες και λειτουργία των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.)» (Β΄ 187/14.2.2007), η οποία στο άρθρο 1 με τίτλο «Σύσταση και σύνθεση» επαναλαμβάνει τη ρύθμιση του άρθρου 50 παρ. 3 του ν. 3518/2006 για τη σύσταση, τη συγκρότηση και τη σύνθεση πενταμελούς Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής σε κάθε Περιφερειακή Διεύθυνση του Ο.Α.Ε.Ε. και προσθέτει ειδικότερες λεπτομερειακού χαρακτήρα ρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η διάταξη της παρ. 7 που ορίζει ότι «Εισηγητής άνευ ψήφου είναι ο Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διεύθυνσης ή ο αναπληρωτής του και γραμματέας υπάλληλος της ίδιας μονάδας». Επιπλέον στο άρθρο 2, με τίτλο του άρθρου «Αρμοδιότητες Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών», ορίζει τα εξής: «Οι Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές εκδικάζουν ενστάσεις κατ’ αποφάσεων των οργάνων του Ο.Α.Ε.Ε., εν όλω ή εν μέρει απορριπτικών, οι οποίες επιτρέπεται να ασκηθούν εντός προθεσμίας ενός μηνός από την παραλαβή της σχετικής απόφασης. Ειδικότερα, οι Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές αποφαίνονται: Α) Επί των ενστάσεων κατά πάσης φύσεως αποφάσεων των Προϊσταμένων της Περιφερειακής μονάδας, που αφορούν στην υπαγωγή στην ασφάλιση, τη διαγραφή, τον προσδιορισμό του ασφαλιστέου χρόνου, τη διάρκεια της ασφαλιστικής σχέσης, τον υπολογισμό και την καταβολή των εισφορών, την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων, καθώς και επί ενστάσεων κατά πράξεων επιβολής εισφορών και προσθέτων τελών (ΠΕΕΠΤ) των αρμοδίων οργάνων του Ο.Α.Ε.Ε. Β) Επί των ενστάσεων κατ’ αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων του Ο.Α.Ε.Ε. περί απονομής πάσης φύσεως παροχών και αναγνώρισης χρόνου, οι οποίες έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις». Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 3 της ίδιας υπουργικής απόφασης, με τίτλο του άρθρου «Λειτουργία Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών», ορίζεται ότι: «Κατά των αποφάσεων της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή της απόφασης. Προσφυγή μπορεί να ασκήσει ο ασφαλισμένος και καθένας που έχει έννομο συμφέρον, καθώς και η Υπηρεσία διά του νομίμου εκπροσώπου της».

11. Επειδή, από τις προαναφερθείσες στις σκέψεις 7-10 διατάξεις προκύπτει ότι ο Ο.Α.Ε.Ε., ο οποίος θεωρούνταν «άλλη αρχή», κατά την έννοια της περίπτ. β της παρ. 2 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ., όπως ίσχυε αρχικώς, είχε δικαίωμα να ασκεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων προσφυγή κατά των πράξεων των οργάνων του οι οποίες εκδίδονταν ύστερα από άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής από τους ενδιαφερομένους, δηλαδή κατά πράξεων των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών του, σύμφωνα με την ισχύουσα δικονομική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ., δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενενήντα ημερών με αφετηρία την έκδοση ή τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης πράξης, αν η πράξη ήταν κατά νόμον δημοσιευτέα. Το δικαίωμα αυτό του Ο.Α.Ε.Ε. εδράζεται στην εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 3518/2006 σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες στην 8η σκέψη διατάξεις των παρ. 2 και 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977 και τις αναφερθείσες στην 9η σκέψη διατάξεις της νομοθεσίας του Τ.Ε.Β.Ε. και του Τ.Σ.Α. Και αναφέρεται μεν στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 3 της ως άνω Φ10035/31008/2208/2007 υπουργικής απόφασης ότι προσφυγή μπορεί να ασκηθεί «ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή της απόφασης», όμως η διάταξη αυτή δεν έθεσε νέο κανόνα δικονομικού δικαίου σχετικά με το θέμα της προθεσμίας της ενδοστρεφούς προσφυγής του Ο.Α.Ε.Ε. -ούτε άλλωστε ήταν επιτρεπτό κατά το άρθρο 43 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος να θεσπιστεί τέτοιος κανόνας με υπουργική απόφαση- αλλά απλώς επανέλαβε την ήδη ισχύουσα γενική δικονομική ρύθμιση της υποπαρ. Α της παρ. 1 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ. σχετικά με την εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής από εκείνον τον οποίο αφορά η προσβαλλόμενη πράξη (περ. α της υποπαρ. αυτής) και τον τρίτο (περ. β της ίδιας υποπαρ.) και μάλιστα ατελώς όσον αφορά την αφετηρία της, αφού αναφέρει ως έναρξη της προθεσμίας μόνο την «παραλαβή» της προσβαλλόμενης με την προσφυγή πράξης, δηλαδή την επίδοσή της σε εκείνον τον οποίο αφορά κατά την υποπερίπτ. i της περ. α, και όχι και την πλήρη γνώση αυτής σε κάθε άλλη περίπτωση και για τον τρίτο κατά την υποπερίπτ. ii της περ. α και την υποπερίπτ. ii της περ. β της υποπαρ. Α της παρ. 1 του άρθρου 66 του Κώδικα. Επομένως, η διάταξη αυτή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 της Φ.10035/31008/2208/2007 υπουργικής απόφασης δεν αφορά την ενδοστρεφή προσφυγή του Ο.Α.Ε.Ε. (βλ. ΣτΕ 17, 535, 885/2022 7μ.).

12. Επειδή, μεταγενεστέρως, δημοσιεύθηκε ο ν. 3900/2010. Με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ως άνω νόμου αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ. ως εξής: «Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει ο Υπουργός Οικονομικών, καθώς και τα όργανα, στα οποία έχει μεταβιβαστεί η αρμοδιότητα αυτή με απόφασή του, υπέρ του Δημοσίου κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας». Περαιτέρω, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 18 του ν. 3900/2010, καταργήθηκε εκ νέου η παρατιθέμενη στην 8η σκέψη παράγραφος 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, με την οποία είχε θεσπιστεί η δυνατότητα άσκησης προσφυγής ουσίας από ασφαλιστικό φορέα κατά αποφάσεων οργάνων του, η οποία, κατά τα εκτεθέντα στην 8η σκέψη, είχε αρχικά καταργηθεί με το εδάφιο γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1470/1984 και είχε επαναφερθεί σε ισχύ με την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 1649/1986. Σύμφωνα δε με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 70 του ν. 3900/2010, οι διατάξεις του άρθρου 18 τέθηκαν σε ισχύ από την 1η.1.2011. Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010, αναφέρονται ως προς την ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 18 παρ. 2 τα εξής: «… καταργείται η δυνατότητα των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως να προσφεύγουν ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά πράξεων των οργάνων τους που αποφαίνονται επί ενδικοφανούς προσφυγής ενδιαφερόμενου ιδιώτη. Η ενδοστρεφής αυτή προσφυγή εισήχθη με το άρθρο 33 παρ. 4 ν. 702/1977 σε αντικατάσταση της δυνατότητας που είχαν υπό το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 3710/1957) οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως να προσφεύγουν με «έφεση» στη Δευτεροβάθμια Ασφαλιστική Επιτροπή Εφέσεων, κατά των αποφάσεων των οργάνων τους που αποφαίνονταν επί πρωτοβάθμιας διοικητικής προσφυγής ιδιώτη. Επρόκειτο για δευτεροβάθμια ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον συλλογικού οργάνου της διοίκησης, … Σήμερα διαπιστώνεται εκ νέου η ανάγκη κατάργησης της ενδοστρεφούς προσφυγής των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, ενόψει του φόρτου υποθέσεων που εκκρεμούν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Έχει παρατηρηθεί μεγάλος αριθμός ενδοστρεφών προσφυγών οργανισμών κοινωνικών ασφαλίσεων, οι οποίες πολύ συχνά δεν δικαιολογούνται από τη σοβαρότητα των υποθέσεων, ούτε περιέχουν σοβαρούς λόγους, σε ορισμένες δε περιπτώσεις τα σχετικά τυποποιημένα δικόγραφα πάσχουν ακόμη και από αοριστία, με αποτέλεσμα να απασχολούν άσκοπα τα διοικητικά δικαστήρια, πολλές φορές μάλιστα και σε δύο βαθμούς δικαστικής κρίσης. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει των δυσμενών συνεπειών που έχει τόσο για τη διοίκηση όσο και για το κοινωνικό σύνολο η καθυστέρηση στην επίλυση των διαφορών, που οφείλεται κυρίως στον μεγάλο όγκο των υποθέσεων, αποτελεί πολυτέλεια η διατήρηση της δυνατότητας της διοίκησης να προσφεύγει στα δικαστήρια ακόμη και κατά των πράξεων των δικών της οργάνων και με τον τρόπο αυτό να συντελεί στην περαιτέρω επιδείνωση, από την άποψη του χρόνου εκδίκασης των υποθέσεων, των όρων παροχής δικαστικής προστασίας στους πολίτες, η οποία αποτελεί υποχρέωση επιβαλλόμενη από το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Ενόψει δε του ανωτέρω σκοπού της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010, ο οποίος συνίσταται, κατά την αιτιολογική έκθεση, στην αποσυμφόρηση των διοικητικών δικαστηρίων από μεγάλο αριθμό υποθέσεων που άγονται ενώπιόν τους χωρίς να προκύπτουν από τα σχετικά εισαγωγικά δικόγραφα οι λόγοι για τους οποίους ο φορέας έκρινε αναγκαίο να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, αλλά και ενόψει του αντικειμένου της εν λόγω ρύθμισης, η οποία αφορά την κατάργηση του εξαιρετικού ενδίκου βοηθήματος που προβλέπεται στο άρθρο 33 παρ. 4 του ν. 702/1977, συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος (1η.1.2011) της προαναφερθείσας διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010 καταργήθηκε και κάθε άλλη διάταξη που ίσχυε έως την εν λόγω ημερομηνία και προέβλεπε τη δυνατότητα άσκησης ενδοστρεφούς προσφυγής όχι μόνοv από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. αλλά και από άλλους κοινωνικοασφαλιστικούς οργανισμούς, στους οποίους, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, περιλαμβάνεται και ο Ο.Α.Ε.Ε. (βλ. ΣτΕ 17, 535, 885/2022 7μ.).

13. Επειδή, στο άρθρο 138 παρ. ΙΑ περ. 1 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) ορίζονται τα εξής: «Στις Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές των Υποκαταστημάτων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Νομού Αττικής και των Περιφερειακών Διευθύνσεων του Ο.Α.Ε.Ε. Νομού Αττικής διορίζονται ως Πρόεδροι και μέλη υπάλληλοι που προέρχονται από τη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. … Ειδικά για τις Τ.Δ.Ε. των λοιπών, πλην περιοχής Αθηνών και Πειραιώς, Υποκαταστημάτων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του Νομού Αττικής και μόνο σε περίπτωση έλλειψης ή αδυναμίας ορισμού των προσώπων του πρώτου εδαφίου, ως Πρόεδροι και μέλη διορίζονται υπάλληλοι εποπτευόμενου οργανισμού, πλην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, … Σε όλες τις συνεδριάσεις των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του Ο.Α.Ε.Ε. μετέχουν ως μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου: α) ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης του οικείου Υποκαταστήματος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή της οικείας Περιφερειακής Διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Ε. αντίστοιχα και β) ανάλογα με το θέμα της συνεδρίασης, ο Προϊστάμενος Τμήματος του οικείου Υποκαταστήματος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή της οικείας Περιφερειακής Διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Ε. αντίστοιχα ή υπάλληλοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή του Ο.Α.Ε.Ε. αντίστοιχα Α΄ ή Β΄ ή Γ΄ Βαθμού, οι οποίοι διορίζονται με απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του Ο.Α.Ε.Ε. αντίστοιχα». Με το άρθρο δε 138 παρ. ΙΑ περ. 3 του ίδιου ν. 4052/2012 επανήλθε εκ νέου σε ισχύ η ως άνω καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 του ν. 702/1977 για τις υποθέσεις εκείνες «των οποίων το αντικείμενο είναι άνω των 2.000 ευρώ». Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 139 του ίδιου ν. 4052/2012, η πιο πάνω διάταξη ισχύει από την κατάθεση του σχεδίου νόμου στη Βουλή στις 20.2.2012. Στην αιτιολογική δε έκθεση του ν. 4052/2012 αναφέρονται σχετικά με την ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 138 παρ. ΙΑ περ. 3 τα εξής: «για λόγους διαφάνειας επαναφέρεται η καταργηθείσα (ενδοστρεφής προσφυγή) ήτοι η δυνατότητα του Προϊσταμένου Διεύθυνσης [του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.] να προσφεύγει κατά των αποφάσεων των ΤΔΕ όταν υπάρχει σχετικός λόγος και στην περίπτωση που το αντικείμενο της υπόθεσης είναι άνω των 2.000 ευρώ, προκειμένου να τεθεί η υπόθεση στην αμερόληπτη δικαιοδοτική κρίση». Τέλος, με το άρθρο 55 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88) η ανωτέρω περίπτ. 3 της παρ. ΙΑ του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Η παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, η οποία είχε καταργηθεί με το εδάφιο γ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1407/1984 [ορθό: ν. 1470/1984] και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 του ν. 1649/1986 (Α΄ 149) [ορθό: παρ. 8 του άρθρου 6] και καταργήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010, επαναφέρεται σε ισχύ για τις υποθέσεις εκείνες των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, καθώς και για τις υποθέσεις που δεν αποτιμώνται σε χρήμα, έχουν όμως οικονομικές συνέπειες». Η τελευταία αυτή διάταξη ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 82 του ίδιου νόμου 4144/2013, από τις 18.4.2013, ημερομηνία δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην αιτιολογική έκθεση δε του τελευταίου αυτού ν. 4144/2013 αναφέρεται, ως προς το προαναφερθέν άρθρο 55, ότι με αυτό «δίνεται η δυνατότητα στον Διευθυντή του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. να ασκεί προσφυγή κατά αποφάσεων της Τ.Δ.Ε. όχι μόνο για τις υποθέσεις το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ αλλά και για υποθέσεις που δεν αποτιμώνται σε χρήμα αλλά έχουν οικονομικές συνέπειες στο Ίδρυμα. Έτσι τίθεται ασφαλιστική δικλίδα, προκειμένου να διασφαλίζονται έτι περαιτέρω τα έσοδα του Ιδρύματος στις ελάχιστες, αλλά υπαρκτές, περιπτώσεις διαφωνίας ανάμεσα στην Τ.Δ.Ε. και τις υπηρεσίες του Υποκαταστήματος». Όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις των νεότερων νόμων 4052/2012 και 4144/2013 επανήλθαν σε ισχύ και οι ομοίως καταργηθείσες με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010 διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα άσκησης ενδοστρεφούς προσφυγής από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και από τους άλλους κοινωνικοασφαλιστικούς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων και ο Ο.Α.Ε.Ε., οι οποίοι είχαν κατά νόμον το δικαίωμα άσκησης ενδοστρεφούς προσφυγής (βλ. ΣτΕ 17, 535, 885/2022 7μ.).

14. Επειδή, εν τω μεταξύ, μετά τον ν. 4052/2012 και πριν από τον ν. 4144/2013 δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012 (Α΄ 222). Με την υποπερ. 2 της υποπαρ. ΙΓ2 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 η παρ. 2 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ., η οποία είχε αρχικά συμπληρωθεί με το άρθρο πέμπτο παρ. Β υποπαρ. 2 εδάφ. α΄ του ν. 4079/2012, αντικαταστάθηκε τελικώς ως εξής: «… 2.α. Εξαιρετικώς στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές εν γένει η προσφυγή ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών και η προθεσμία για την άσκησή της αρχίζει όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο. β. Ειδικώς στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64, η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημέρες από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης».

15. Επειδή, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων που έχουν παρατεθεί στις προηγούμενες σκέψεις, μετά την τροποποίηση με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010 της παρ. 2 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ. με τη διαγραφή από την παράγραφο αυτή της περίπτωσης β (που αφορούσε τις προσφυγές κάθε άλλης αρχής και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων) και, ταυτοχρόνως, την κατάργηση, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 18 του πιο πάνω νόμου, της δυνατότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών για την άσκηση προσφυγής ουσίας κατά πράξεων των οργάνων τους (ενδοστρεφής δίκη/ενδοστρεφής προσφυγή), η παρ. 2 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ. αναφερόμενη «στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64» του Κώδικα αφορά πλέον αποκλειστικώς και μόνο τις ενδοστρεφείς προσφυγές που ασκούνται από τον Υπουργό Οικονομικών ή τα όργανά του στα οποία έχει μεταβιβαστεί η αρμοδιότητα αυτή. Δεν μπορεί δε να ερμηνευθεί ότι η ειδική αυτή ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 66 (με την οποία για την άσκηση ενδοστρεφούς προσφυγής ορίζεται προθεσμία ενενήντα ημερών από την έκδοση ή την κατά νόμον δημοσίευση της προσβαλλόμενης πράξης, κατ’ απόκλιση του καθιερούμενου στην παρ. 1 του άρθρου 66 γενικού κανόνα της εξηκονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση ή την πλήρη γνώση της πράξης) επεκτείνεται και στις προσφυγές τις οποίες έχουν τη δυνατότητα να ασκούν οι κοινωνικοασφαλιστικοί οργανισμοί από 20.2.2012 και εφεξής σύμφωνα με την περ. 3 της παρ. ΙΑ του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 και από 18.4.2013 και εφεξής σύμφωνα με το άρθρο 55 του ν. 4144/2013. Και τούτο, διότι οι δικονομικές διατάξεις που ορίζουν προθεσμία μέσα στην οποία περιορίζεται η δυνατότητα άσκησης ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, με συνέπεια τον αποκλεισμό της δυνατότητας αυτής μετά την παρέλευση της προθεσμίας, είναι αυστηρού δικαίου (jus strictum) και δεν είναι δεκτικές διασταλτικής ερμηνείας ή ανάλογης εφαρμογής. Η ασφάλεια του δικαίου και των συναλλαγών υπαγορεύει το θέμα της επαναφοράς της ενδοστρεφούς δίκης, που έχει ιδιαίτερη σημασία για τους κοινωνικοασφαλιστικούς οργανισμούς, να αντιμετωπίζεται από τον νομοθέτη ευθέως και κατά τρόπο αναμφισβήτητο. Αν λοιπόν ο νομοθέτης ήθελε να επεκτείνει την έκταση της εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ. και στις προσφυγές που ασκούν από 20.2.2012 και εφεξής οι κοινωνικοασφαλιστικοί οργανισμοί σύμφωνα με τις διατάξεις των νεότερων ν. 4052/2012 και 4144/2013, θα το όριζε ρητώς, δεδομένου μάλιστα ότι μετά τον ν. 4052/2012 και πριν από τον ν. 4144/2013, με την υποπερ. 2 της υποπαρ. ΙΓ2 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αντικατέστησε την παρ. 2 του άρθρου 66, όπως ίσχυε μετά τη συμπλήρωσή της με το άρθρο πέμπτο παρ. Β υποπαρ. 2 εδάφ. α΄ του ν. 4079/2012, ορίζοντας βραχύτερη, τριακονθήμερη, προθεσμία για την άσκηση προσφυγής εξαιρετικώς στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές. Επομένως, με την επαναφορά της ενδοστρεφούς δίκης υπέρ κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών με την περ. 3 της παρ. ΙΑ του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 και το άρθρο 55 του ν. 4144/2013, οι οργανισμοί αυτοί έχουν δικαίωμα άσκησης προσφυγής (όπως ο Ε.Φ.Κ.Α. στην επίδικη υπόθεση) σύμφωνα με την περίπτ. β της παρ. 1 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ. μέσα στην οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ. προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται από την οικεία νομοθεσία δημοσίευση ή άλλος ειδικότερος τρόπος γνωστοποίησης της προσβαλλόμενης πράξης, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση αυτής σύμφωνα με την υποπερίπτ. ii της περίπτ. β της υποπαρ. Α της παρ. 1 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ. (βλ. ΣτΕ 1468/2020 όσον αφορά τον Ο.Γ.Α.). Λόγω της φύσης και της ιδιαιτερότητας της ενδοστρεφούς δίκης τεκμήριο ότι ο προσφεύγων οργανισμός έλαβε πλήρη γνώση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης της Τ.Δ.Ε. συνάγεται από την ημερομηνία που φέρει το έγγραφό του με το οποίο η προσβαλλόμενη με την προσφυγή πράξη κοινοποιείται σε εκείνον τον οποίο αφορά. Επιτρέπεται πάντως ανταπόδειξη, η οποία βαρύνει βεβαίως τον βλαπτόμενο από το τεκμαιρόμενο περιστατικό (βλ. ΣτΕ 17, 535, 885/2022 7μ.).

16. Επειδή, η εκτεθείσα στην 5η σκέψη κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (με την οποία επικυρώθηκε η κρίση της πρωτόδικης απόφασης) ότι η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης προσφυγής του Ε.Φ.Κ.Α. (τ. Ο.Α.Ε.Ε.) κατά της .../14.12.2016 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) της Περιφερειακής Διεύθυνσης ... του Ο.Α.Ε.Ε. είχε ως αφετηρία την έκδοση της εν λόγω απόφασης της Τ.Δ.Ε., δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, η οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ. εξηκονθήμερη προθεσμία άσκησης ενδοστρεφούς προσφυγής του Ε.Φ.Κ.Α. είχε ως αφετηρία, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται από την οικεία νομοθεσία δημοσίευση ή άλλος ειδικότερος τρόπος γνωστοποίησης της προσβαλλόμενης πράξης, την αποδεδειγμένως πλήρη γνώση αυτής σύμφωνα με την υποπερίπτ. ii της περίπτ. β της υποπαρ. Α της παρ. 1 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ. και όχι την έκδοσή της. Συνεπώς, βασίμως προβάλλεται ο λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ., όπως ισχύουν, ως προς την αφετηρία της εξηκονθήμερης προθεσμίας άσκησης της ως άνω ενδοστρεφούς προσφυγής του Ε.Φ.Κ.Α. Για τον λόγο αυτόν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η εξέταση των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης που αφορούν την ουσία της υπόθεσης, οι οποίοι άλλωστε προβάλλονται απαραδέκτως εφόσον δεν πλήσσουν σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο διοικητικό εφετείο για νέα κρίση.

17. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) (άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ. 18/1989).

 

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την ..../2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ..., στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Απαλλάσσει τον αναιρεσίβλητο από τη δικαστική δαπάνη του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.).

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2024

 

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος

Ταξιαρχία Κόμβου

Ο Γραμματέας

Νικόλαος Αθανασίου

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 8ης Ιουλίου 2025.

 

Η Πρόεδρος του Α´ Θερινού Τμήματος

Άννα Καλογεροπούλου

Ο Γραμματέας

Νικόλαος Αθανασίου