ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(Ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1234/2025
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ιωάννα Ζάσκα, Εφέτη , η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης και από τον Γραμματέα Αθανάσιο Ιασωνίδη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια , στο ακροατήριό του, την 17ΐ Φεβρουάριου 2025, για να δικάσει τις ακόλουθες υποθέσεις:
A' ΕΦΕΣΗ
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : … , η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως , δυνάμει της από 13-2- 2025 δήλωσης του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….. Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «….» εδρεύουσας στη …., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Πανάγου (Δ.Σ….), δυνάμει της από 14-2-2025 δήλωσης του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β' ΕΦΕΣΗ
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…. Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «….» εδρεύουσας στη …, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Πανάγου (Δ.Σ….), δυνάμει της από 14-2-2025 δήλωσης του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …., δικηγόρου Δ.Σ.ΑΘηνών και κατοίκου Αθηνών , η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως , δυνάμει της από 13-2- 2025 δήλωσης του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 2) ΚΑΘΉΣ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ-ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ - ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ПАРEMBAINOΥΣΑΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «....», εδρεύουσας στη … Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Κωνσταντούλα (Δ. Σ…..) και κατέθεσε προτάσεις.
Η εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α' έφεσης και πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Β' έφεσης άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Α' έφεσης και εκκαλούσας της υπό στοιχείο Β' έφεσης, την από 29-4-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2024 αγωγή. Η εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Α' έφεσης και εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β' έφεσης άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της δεύτερης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Β' έφεσης , την από 3-6- 2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2024 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση. Η δεύτερη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Β' έφεσης άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , κατά της πρώτης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Β' έφεσης-εκκαλούσας της υπό στοιχ.Α έφεσης , υπέρ της εκκαλούσας της υπό στοιχ.Β' έφεσης, την από 19-9-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2024 πρόσθετη παρέμβαση. Επί των ανωτέρω αγωγής, ανακοίνωσης δίκης-προσεπίκλησης και πρόσθετης παρέμβασης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 14616/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών), η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και απέρριψε την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση . Την ανωτέρω υπ’αριθμ. 14616/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προσβάλλουν : Α) η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα της Α' έφεσης , η οποία κατέθεσε ενώπιον του γραμματέα του ως άνω Πρωτοδικείου την από 28-11-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης .../29-11-2024 έφεση, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης .../3-12-2024 και Β)η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα της Β' έφεσης, η οποία κατέθεσε ενώπιον του γραμματέα του ως άνω Πρωτοδικείου την από 16-12-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης .../18-12-2024 έφεσή της, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης .../18-12-2024 η δε συζήτηση αμφοτέρων των εφέσεων προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται ανωτέρω και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση των ανωτέρω εφέσεων, οι οποίες εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως ανωτέρω αναφέρεται και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα εισάγονται προς συζήτηση : Α) η από 28-11-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης .../29-11-2024 έφεση, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης .../3-12- 2024 και Β) η από 16-12-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης .../18- 12-2024 έφεση, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης .../18-12-2024 , αμφότερες κατά της η υπ’αριθμ. 14616/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών), οι οποίες πρέπει, κατ’άρθρ. 246 ΚΠολΔ, να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και επιπροσθέτως διότι με τον τρόπο αυτόν διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
Οι κρινόμενες υπό στοιχεία A'και В' αντίθετες εφέσεις κατά της υπ’αριθμ. 14616/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών), έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1, 496, 498, 499, 511, 513 , 516 παρ.1,517 και 518 παρ.1 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι εφέσεις κατατέθηκαν στη γραμματεία του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου , την 29-11-2024 και 18-12-2024 (βλ. τις πράξεις κατάθεσης του αρμοδίου γραμματέως επί των δικογράφων των εφέσεων), η δε εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη την 4-12-2024 (βλ. την υπ’αριθμ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης …., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α' έφεσης). Επομένως οι κρινόμενες εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια διαδικασία , κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρ. 533 ΚΠολΔ).
Με την από 29-4-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2024 αγωγή, κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, ήδη εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Α' έφεσης και εκκαλούσας της υπό στοιχείο Β' έφεσης , η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α' έφεσης και πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Β' έφεσης εξέθετε ότι η εναγομένη εταιρεία με την περί γραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά των προστηθέντων από αυτήν προσώπων, προσέβαλε κατ’επανάληψη την προσωπικότητά της στην σφαίρα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και της ιδιωτικότητάς της , καθώς και κατά το δικαίωμα που της αναγνωρίζει η νόμος να μην καθίστανται τα προσωπικά της δεδομένα, αντιθέτως προς την βούλησή της , αντικείμενα παράνομης επεξεργασίας από την εναγόμενη και τους εκπροσώπους της. Ότι συγκεκριμένα οι εν λόγω προσβολές έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 16-12-2023 έως 10-04-2024 και κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες και ώρες, οπότε η εναγομένη , διά των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, πραγματοποίησε από τον αναφερόμενο στην αγωγή τηλεφωνικό αριθμό, κλήσεις προς τον τηλεφωνικό αριθμό της , προκειμένου να προωθήσει σ’αυτήν τις εμπορικές υπηρεσίες της , παρά το γεγονός ότι η ίδια (ενάγουσα) είχε ήδη ζητήσει , με αίτησή της στον αντίστοιχο τηλεπικοινωνιακό πάροχο την ένταξη του τηλεφωνικού αριθμού της στο μητρώο του άρθρου 11 του N.3471/2006 και παρά τις προφορικές αλλά και έγγραφες εκκλήσεις της προς τους εκπροσώπους της εναγομένης να μην την ενοχλούν , προξενώντας έτσι σ’αυτήν ψυχική αναστάτωση και απώλεια του προσωπικού και εργασιακού της χρόνου. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό , με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας , ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την συζήτηση της αγωγής, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης , καθώς και με σχετική δήλωση καταχωρηθείσα στις κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις της, η ενάγουσα ζητούσε : α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει επιπλέον το ποσό των 50.000 ευρώ , ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθεί η εναγομένη στην δικαστική της δαπάνη.
Μετά την άσκηση της ανωτέρω αγωγής , η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Α' έφεσης και εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β' έφεσης άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της δεύτερης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Β' έφεσης , την από 3-6-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2024 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση, με την οποία εξέθετε ότι ασκήθηκε σε βάρος της η προαναφερομένη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παρέθεσε αυτολεξεί και εξέθετε ότι μεταξύ αυτής και της καθ’ης η προσεπίκληση υφίσταται σύμβαση δυνάμει της οποίας η καθ’ης διεξάγει τηλεφωνικές κλήσεις στο όνομα και για λογαριασμό της προσεπικαλούσας για την προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών της τελευταίας. Ότι στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης η καθ’ης υποχρεούται να τηρεί την κείμενη νομοθεσία που διέπει την εν θέματι δραστηριότητα, δηλαδή να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα για την συμμόρφωση της με τις προϋποθέσεις νομιμότητας κατά την εκτέλεση προωθητικών ενεργειών , προκειμένου να εξασφαλίζει την τήρηση της διαδικασίας του μητρώου του άρθρου 11 του N.3471/2006 κατά την διεξαγωγή τηλεφωνικών κλήσεων για λογαριασμό της προσεπικαλούσας. Κατόπιν των ανωτέρω η προσεπικαλούσα-εναγομένη προσεπικαλούσε την καθ’ης ώστε να παρέμβει στην εκκρεμή κύρια δίκη και επιπλέον ζητούσε να καταδικασθεί η καθ’ης στη δικαστική της δαπάνη.
Η δεύτερη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Β' έφεσης- προσεπικαλούμενη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , την από 19-9-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2024 πρόσθετη παρέμβαση στην ανοιγείσα δίκη μεταξύ της κυρίως ενάγουσας και της κυρίως εναγομένης , υπέρ της εναγομένης- εκκαλούσας της υπό στοιχ.Β' έφεσης και επικαλούμενη έννομο συμφέρον ως δικονομική εγγυήτρια της τελευταίας , ζητούσε να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικασθεί η ενάγουσα στην δικαστική της δαπάνη.
Επί των ανωτέρω αγωγής, προσεπίκλησης και πρόσθετης παρέμβασης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’αριθμ. 14616/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία : α) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής καθώς και τα δικαστικά έξοδα , β) απορρίφθηκε η ασκηθείσα προσεπίκληση και επιβλήθηκαν σε βάρος της προσεπικαλούσας τα δικαστικά έξοδα και γ) απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης και επιβλήθηκαν σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται: α) η ενάγουσα- εκκαλούσα, για τους λόγους που εκθέτει στο δικόγραφο της υπό στοιχείο Α' έφεσής της και που ανάγονται ειδικότερα σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο που έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ουσίαν η αγωγή και να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της και β) η εναγόμενη εταιρεία-εκκαλούσα , για τους λόγους που εκθέτει στο δικόγραφο της υπό στοιχείο Β' έφεσης, οι οποίοι ανάγονται ειδικότερα σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της και να απορριφθεί η αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ.Β'έφεσης , η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία αποδίδει σφάλμα στην εκκαλουμένη απόφαση σχετικά με την απόρριψη της προσεπίκλησης, η οποία κρίθηκε αόριστη , ενώ έπρεπε να κριθεί αυτή ορισμένη, νόμιμη και ουσία βάσιμη. Ωστόσο όμως ο λόγος αυτός κρίνεται ουσία αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Και τούτο διότι η ασκηθείσα προσεπίκληση , εκτιμώμενη ως προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή κρίνεται αόριστη , καθόσον από το περιεχόμενό της δεν προκύπτει εάν η προσεπικαλούσα αποδέχεται ή αρνείται τη βάση της κύριας αγωγής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ, βάση της κατά το άρθρο αυτό ασκουμένης υπό του εναγομένου προσεπίκλησης και της τυχόν ενωμένης σ’αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλούμενου τρίτου, περί καταβολής στον προσεπικαλούντα κάθε ποσού, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης κατ’αυτού της κύριας αγωγής ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο έννομη ειδική σχέση, από την οποία απορρέει η υποχρέωση του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο την αποζημίωση που αξιώνει από αυτόν (προσεπικαλούντα) ο κυρίως ενάγων. Ως εκ τούτου στοιχείο απαραίτητο του νόμω βάσιμου της προσεπίκλησης και της τυχόν ενωμένης σ’αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής είναι η ύπαρξη της ως άνω ειδικής σχέσης μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλουμένου, ενώ σε περίπτωση που η ιστορική βάση αυτής (προσεπίκλησης) περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση είναι νόμω αβάσιμη, αφού η αλήθεια αυτού του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού του συνεπάγεται την απόρριψή της , αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ προσεπίκλησης και της τυχόν ενωμένης σ’αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτήν δίκη προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 54/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της υπό κρίση προσεπίκλησης δεν προκύπτει εάν η προσεπικαλούσα αποδέχεται την βάση της κύριας αγωγής, δηλαδή εάν αποδέχεται την ευθύνη της ως «υπεύθυνης επεξεργασίας», η οποία είναι νόθος αντικειμενική (ΕφΑΘ 664/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή εάν αρνείται την βάση της κύριας αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι ο μοναδικός ισχυρισμός του δικογράφου της προσεπίκλησης είναι ότι υπαίτια για την ζημία της κυρίως ενάγουσας υπήρξε η καθ’ης η προσεπίκληση , η οποία όφειλε να λάβει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα για την συμμόρφωσή της με τις προϋποθέσεις νομιμότητας κατά την εκτέλεση των προωθητικών ενεργειών. Επομένως , η κρινόμενη προσεπίκληση κρίνεται απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της και ως εκ τούτου απορριπτέα, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση και με τις ίδιες αιτιολογίες δέχθηκε τα ανωτέρω , ουδόλως έσφαλε αλλ’ορθώς εφάρμοσε το νόμο , απορριπτομένου ως κατ’ουσίαν αβασίμου του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο Β' έφεσης , με τον οποίο η εναγομένη ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Το ζήτημα των τηλεφωνικών κλήσεων, για σκοπούς απευθείας προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς, ρυθμίζεται στο άρθρο 11 N. 3471/2006, όπου ορίζονται τα σχετικά με τις μη ζητηθείσες επικοινωνίες. Ειδικότερα, στη διάταξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 11 N. 3471/2006, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 και 2 N. 3917/2011, ορίζεται ότι: «1. Η χρησιμοποίηση αυτόματων συστημάτων κλήσης συσκευών, ιδίως με χρήση τηλεομοιοτυπίας (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και γενικότερα η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με οποιοδήποτε μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς επιτρέπεται μόνο, αν ο συνδρομητής συγκατατεθεί εκ των προτέρων ρητώς. 2. Δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών (κλήσεων) για τους ανωτέρω σκοπούς, εφόσον ο συνδρομητής έχει δηλώσει προς τον φορέα παροχής της διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας, ότι δεν επιθυμεί γενικώς να δέχεται τέτοιες κλήσεις. Ο φορέας υποχρεούται να καταχωρίζει δωρεάν τις δηλώσεις αυτές σε ειδικό κατάλογο συνδρομητών ο οποίος είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου». Η ανωτέρω διάταξη είναι σύμφωνη με όσα ορίζονται στο άρθρο 13 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με την Οδηγία 2009/136/ΕΚ, η οποία στην παρ. 3 του ανωτέρω 14 άρθρου αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να ρυθμίσει τις προϋποθέσεις πραγματοποίησης τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση είτε μετά από προηγούμενη συγκατάθεση (σύστημα «opt in») είτε με δήλωση αντίρρησης (σύστημα «opt out»). Το σύστημα «opt out» έχει ως συνέπεια ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να απευθύνουν τις αντιρρήσεις τους, όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων τους, είτε ειδικά, απευθείας στον υπεύθυνο επεξεργασίας (δηλαδή στο διαφημιζόμενο), ασκώντας το δικαίωμα αντίρρησης ως προς την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, βάσει του άρθρου 13 N. 2472/1997 είτε γενικά, μέσω της εγγραφής τους στον ειδικό κατάλογο συνδρομητών του παρόχου που προβλέπει το άρθρο 11 παρ. 2 N. 3471/2006 (ΣτΕ 1713/2023, ΣτΕ 1845/2022, ΣτΕ 1451/2021). Ο Νόμος προβλέπει τη δημιουργία Μητρώων («opt out») σε κάθε πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει τηλεφωνικές κλήσεις για απευθείας εμπορική προώθηση. Ο κάθε πάροχος φέρει, με την προαναφερόμενη διάταξη, την υποχρέωση να τηρεί, με αυτές τις δηλώσεις, Δημόσιο Μητρώο που επιτελεί έναν δημόσιο σκοπό και στο οποίο έχει πρόσβαση όποιος ενδιαφέρεται να το χρησιμοποιήσει για απευθείας εμπορική προώθηση. Βάσει των ανωτέρω, οι πάροχοι έχουν την υποχρέωση: α) να τηρούν το Δημόσιο Μητρώο, που, όπως προαναφέρθηκε, τους ανατέθηκε με την ανωτέρω διάταξη, και β) όταν οι ίδιοι ενεργούν με σκοπό να διαφημίζουν τις υπηρεσίες τους να λαμβάνουν υπόψη το Μητρώο που τηρούν όχι μόνο οι ίδιοι αλλά και κάθε άλλος πάροχος. Έτσι, οι πάροχοι προκειμένου να προβούν νόμιμα σε προωθητικές ενέργειες (για διαφημιστικούς σκοπούς των ιδίων), όπως κάθε διαφημιζόμενος, οφείλουν να ελέγχουν προηγουμένως και τις δύο κατηγορίες αρχείων δηλώσεων, δηλαδή αυτήν που αφορά στους συνδρομητές όλων των παροχών (και του ιδίου) που έχουν δηλώσει ότι δεν επιθυμούν να λαμβάνουν διαφημιστικές κλήσεις γενικά και αποτελεί το σύνολο των επί μέρους μητρώων του άρθρου 11 παρ. 2 N. 3471/2006 που θα πρέπει να λαμβάνουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα (μηνιαία) από κάθε πάροχο και αυτήν που αναφέρεται στον ίδιο τον πάροχο ειδικά. Οι διαφημιζόμενοι οφείλουν να λαμβάνουν από όλους τους παρόχους επικαιροποιημένα αντίγραφα των μητρώων του άρθρου 11 Ν. 3471/2006 και να εξασφαλίζουν ότι έχουν διαθέσιμες τις δηλώσεις των συνδρομητών που έχουν πραγματοποιηθεί έως τριάντα ημέρες πριν από την πραγματοποίηση της τηλεφωνικής κλήσης. Εξάλλου, με τις διατάξεις του N.3471/2006 (με τις οποίες συμπληρώνεται το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο: άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. 2, 94 και 19 Συντάγματος, 57 ΑΚ κ.λπ) οριοθετείται η έκταση προστασίας των αντιτιθέμενων αγαθών της προσωπικότητας (ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του ατόμου) και της πληροφοριακής ελευθερίας (του δικαιώματος του προσώπου να πληροφορεί και να πληροφορείται), θέτοντας στην άσκηση της τελευταίας συγκεκριμένους περιορισμούς, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η προστασία της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του φυσικού προσώπου όσο και η ελεύθερη κυκλοφορία (συλλογή - μετάδοση - χρήση) των πληροφοριών που μπορεί να αφορούν το φυσικό πρόσωπο, για την ασφάλεια των συναλλαγών και για την εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση είναι αυτός που υπέστη άμεσα την ηθική βλάβη, δηλαδή το κατά τις διατάξεις του N. 3471/2006 υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων (σχετ. ΑΠ 1257/2005), η αξίωση όμως αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης αυτού με βάση την ανωτέρω διάταξη διαφοροποιείται από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων του ΑΚ, που εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικά κατά το μέτρο που δεν αντιτίθενται στο νόμο. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: (παρ. 1). «Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά παράβαση του νόμου αυτού, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση», (παρ. 2). «Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται, κατ' ελάχιστο, στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη», ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται περαιτέρω ότι «Οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 έως 676 Κ.Πολ.Δ., ανεξάρτητα από την έκδοση ή μη απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ή της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών για τη διαπίστωση παρανομίας ή την άσκηση ποινικής δίωξης». Εξ άλλου τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων, που μπορεί να θίγονται ή περιορίζονται, όχι μόνο διασφαλίζονται συνταγματικά, αλλά τίθενται, υπό την «εγγύηση του Κράτους» και περιορίζονται μόνον χάριν λόγων δημοσίου συμφέροντος και υπό προϋποθέσεις. Ο εθνικός νομοθέτης, με σκοπό να διασφαλίσει την ελάχιστη προστασία των πολιτών από επεμβάσεις στα προσωπικά τους δεδομένα και στην ιδιωτικότητα αυτών από συνήθως ισχυρά οικονομικούς οργανισμούς που προωθούν τα προϊόντα τους και παράλληλα να έχει η ορισθείσα χρηματική ικανοποίηση, τον απαιτούμενο αποτρεπτικό χαρακτήρα, έθεσε με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3471/2006 ως ελάχιστο όριο της «εύλογης χρηματικής ικανοποίησης το ποσό των 10.000 ευρώ. Συνεπώς, δεν είναι αντισυνταγματική η εν λόγω διάταξη, ως αντικειμένη στην από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αλλά σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 9Α του Συντάγματος, ενώ δεν υφίσταται αναλογία μεταξύ των οικονομικών σκοπών που εξυπηρετούνται με τις «αζήτητες» τηλεφωνικές διαφημιστικές κλήσεις και των συνταγματικά προστατευομένων προσωπικών δεδομένων των πολιτών. Ακόμα, η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Τέλος, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για τη μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το ”εύλογο " εμπεριέχεται αναγκαίως στο ”ανάλογο”. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ), για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 617/2022, 367/2020). Ειδικότερα, εφόσον κατά τα ήδη προεκτεθέντα το ελάχιστο όριο των 10.000 ευρώ που προβλέπει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του v. 3471/2006 δεν αντίκειται στην καθοριζόμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας, αλλά έχει θεσπισθεί για την ουσιαστική προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, που προστατεύονται από το Σύνταγμα, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν παραβιάζεται η εν λόγω αρχή ελέγχεται μόνο αν η επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση υπερβαίνει τα ως άνω από το νόμο καθοριζόμενα ελάχιστα όρια (ΑΠ 564/2024, ΕφΑΘ 573/2025, ΕφΑΘ 664/2023, ΕφΑΘ 484/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία και δραστηριοποιείται στον τομέα της προμήθειας φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική επικράτεια. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της η εναγόμενη εταιρεία διεξάγει τηλεφωνικές κλήσεις προς παλαιούς και νέους-υποψήφιους πελάτες με σκοπό την πώληση των προϊόντων της , τόσο διά του εσωτερικού τηλεφωνικού της κέντρου, όσο και διά συνεργατών-τρίτων εταιρειών παροχής σχετικών υπηρεσιών, οι οποίες καλούν συνδρομητές για λογαριασμό της. Η ενάγουσα είναι δικηγόρος του Δ. Σ Αθηνών και κάτοικος Αθηνών και κατέχει την τηλεφωνική γραμμή με αριθμό +..., την οποία χρησιμοποιεί κυρίως για την επαγγελματική της δραστηριότητα , καθώς και για την προσωπική της ζωή . Την 31-1- 2023 η ενάγουσα δήλωσε στον τηλεφωνικό της πάροχο ότι δεν επιθυμεί να καταχωρηθεί ο αριθμός της τηλεφωνικής της σύνδεσης και τα στοιχεία της σε ενοποιημένους ή και απλούς τηλεφωνικούς καταλόγους και ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει διαφημιστικό υλικό από τρίτους και υπήχθη στο μητρώο-ειδικό κατάλογο συνδρομητών του άρθρου 11 του N.3471/2006, για την εξαίρεσή της από πραγματοποίηση τηλεφωνικών προωθητικών κλήσεων στον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου. Εντούτοις, μετά την ημερομηνία εγγραφής της στο μητρώο-ειδικό κατάλογο του άρθρου 11 του N.3471/2006, η ενάγουσα δέχθηκε τηλεφωνικές κλήσεις στο κινητό της τηλέφωνο , τις οποίες πραγματοποίησε η εναγομένη διά της συνεργάτιδός της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «......» και τον διακριτικό τίτλο «....», εδρεύουσας στη …. Αττικής, από το τηλεφωνικό κέντρο με αριθμό ..., με σκοπό την προώθηση των προϊόντων της εναγομένης. Ειδικότερα η ενάγουσα δέχθηκε τηλεφωνικές κλήσεις : α) την 16-12-2023 και ώρα 13:04', β) την 20-12-2023 και ώρα 13:30', γ) την 03-01-2024 και ώρα 10:12', δ) την 16-01-2024 και ώρα 13:54', ε) την 17-01-2024 και ώρα 12:26' και στ) την 10-04-2024 και ώρα 13:40'. Ολες τις ανωτέρω τηλεφωνικές κλήσεις πραγματοποίησε η εναγομένη εταιρεία, μέσω της ανωτέρω συνεργάτιδός της για τον προαναφερόμενο σκοπό, παρά το γεγονός ότι το τηλέφωνο της ενάγουσας ήταν καταχωρημένο στο μητρώο του άρθρου 11 του N.3471/2006, το οποίο τηρούν οι οικείες τηλεπικοινωνιακές εταιρείες (βλ. το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα αντίγραφο μηνύματος από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της ενάγουσας στο οποίο αναφέρεται η απάντηση της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας … σχετικά με την ένταξη του αριθμού κινητού τηλεφώνου της ενάγουσας στο μητρώο του άρθρου 11 του N.3471/2006 από την 31-01-2023). Η εναγομένη δεν αμφισβητεί ότι πραγματοποιήθηκαν από το ανωτέρω τηλεφωνικό κέντρο οι προαναφερόμενες μη ζητηθείσες από την ενάγουσα κλήσεις , ωστόσο ισχυρίζεται ότι δεν ευθύνεται η ίδια , αλλά η συνεργάτιδά της ανώνυμη εταιρεία (προσθέτως παρεμβαίνουσα) , η οποία διά των προστηθέντων αυτής υπαλλήλων σχημάτισε λάθος τηλεφωνικό αριθμό και κάλεσε τον αριθμό του κινητού της ενάγουσας. Ωστόσο , για τις ανωτέρω παραβάσεις, η εναγόμενη ευθύνεται εκ του νόμου αντικειμενικά ως υπεύθυνος επεξεργασίας, καθώς οι τηλεφωνικές κλήσεις πραγματοποιούνται από υπαλλήλους ή συνεργάτες αυτής, στο όνομα και κατ' εντολή της (αφού αποτελεί τον υπεύθυνο επεξεργασίας), προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών και οικονομικών της συμφερόντων. Ειδικότερα η εναγομένη , ανεξάρτητα από την τυχόν ευθύνη της προσθέτως παρεμβαίνουσας, με την οποία έχει καταρτίσει σύμβαση μη αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας με αντικείμενο την προσέλκυση για λογαριασμό της πελατών, την σύναψη συμβολαίων και την πώληση των προϊόντων της, παραβίασε τις διατάξεις του N.3471/2006, καθόσον είχε αυτοτελή υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της νομιμότητας της συλλογής των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας με τον ανωτέρω εκτιθέμενο τρόπο, προκειμένου να επιτρέψει αυτήν να προβεί στην περαιτέρω χρήση τους, δεδομένου ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει μέτρα, ώστε να διασφαλίζει ότι οι ανωτέρω διαδικασίες τηρούνται τόσο από τους υπαλλήλους του όσο και από τους εκτελούντες την επεξεργασία, όπως π.χ. μέσω περιοδικών επιτόπιων ελέγχων. Επομένως, απορριπτέος κρίνεται ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν την βαρύνει υπαιτιότητα, επειδή η συλλογή των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας διεξήχθησαν αποκλειστικά από την ανωτέρω εταιρεία , χωρίς η εναγομένη να δύναται να εξακριβώσει εκ των προτέρων με οποιονδήποτε τρόπο το αληθές αυτών. Ούτε άλλωστε μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός της εναγομένης περί αμελούς χειρισμού υπαλλήλου, ο οποίος, έστω και παρασυρόμενος από τυχόν αναπάντητη κλήση της ίδιας της ενάγουσας προς το τηλεφωνικό κέντρο, αντί να εξαιρέσει την ενάγουσα από κλήσεις, την συμπεριέλαβε στην λίστα αποδεκτών. Μετά ταύτα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση και με τις ίδιες αιτιολογίες δέχθηκε τα ανωτέρω , ουδόλως έσφαλε , αλλ’ορθώς εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως κατ’ουσίαν αβασίμων των δευτέρου και τρίτου λόγων της υπό στοιχείο Β' έφεσης , με τον οποίους η εναγομένη ισχυρίζεται τα αντίθετα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι συνεχείς οχλήσεις από τον ανωτέρω τηλεφωνικό αριθμό της εναγόμενης, οι οποίες έλαβαν χώρα, παρά τη ρητή εναντίωση της ενάγουσας και την εγγραφή της στο ειδικό μητρώο, δημιούργησαν εκνευρισμό και ψυχική αναστάτωση, παραβιάζοντας την ιδιωτικότητά της, το δικαίωμά της σε ησυχία και το δικαίωμα που έχει κάθε άνθρωπος σε ηρεμία, προκειμενού να είναι ελεύθερος και να αφήνεται απερίσπαστος να ασχολείται με τις καθημερινές του προσωπικές και επαγγελματικές δραστηριότητες. Η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν υφίσταται προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας εκ του λόγου ότι οι κλήσεις που πραγματοποιήθηκαν την 16-12-2023, 20-12-2023, 03-01-2024 και 16-01- 2024 παρέμειναν αναπάντητες. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι μόνο το γεγονός ότι κάποιες κλήσεις έμειναν αναπάντητες δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, καθόσον η ενάγουσα είχε καταχωρήσει εναγομένης στο κινητό της τηλέφωνο και γνώριζε τον τηλεφωνικό αριθμό των συνεργατών της εναγομένης και συνειδητά κατ’επιλογή και με έκφραση δυσφορίας δεν απαντούσε στις ανωτέρω κλήσεις , γνωρίζοντας ότι επρόκειτο για κλήσεις προώθησης προϊόντων της εναγομένης ως προς τις οποίες είχε ρητά εκφράσει τις αντιρρήσεις της και διαπιστώνοντας ότι δεν έγινε σεβαστή η επιθυμία της να μην ενοχλείται . Η εναγομένη, με την προπεριγραφομένη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της , προκάλεσε στην ενάγουσα ψυχική αναστάτωση, αφού κατά τα προεκτεθέντα την οχλούσε αυτήν τηλεφωνικά για να ικανοποιήσει τους εμπορικούς της σκοπούς προσβάλλοντας κατ’επανάληψη την προσωπικότητά της στη σφαίρα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης , της ιδιωτικότητάς της και της οικονομικής ελευθερίας , υπό την έννοια του δικαιώματος του να επιλέγει ελεύθερα και αβίαστα τυχόν πρόσβασή της στην πληροφόρηση ως προς τα διαθέσιμα προϊόντα , όσο και ως προς την κατάρτιση σύμβασης, χωρίς να δέχεται συνεχείς οχλήσεις. Συνεπώς, η ενάγουσα από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια προσβολή των προσωπικών της δεδομένων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, ενόψει του ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και το στοιχείο του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας ενέργειας και της επελθούσας ηθικής βλάβης. Εξάλλου, μόνη η παράβαση των διατάξεων του N.3471/2006 ενεργοποιεί και τις συνέπειες του νόμου για τους παραβάτες, εξ ου η ευθύνη είναι «νόθος αντικειμενική» και τεκμαιρόμενη. Ειδικότερα, για την επιδίκαση της ηθικής βλάβης κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του N. 3471/2006, δεν απαιτείται πέραν της απόδειξης της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς που αντιβαίνει στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου να γίνει επίκληση και να αποδεχθεί και περαιτέρω επίπτωση της παράνομης επεξεργασίας των δεδομένων και σε άλλα επί μέρους στοιχεία, είτε στην περιουσία του ενάγοντος, είτε και σε άλλες προστατευόμενες εκδηλώσεις της προσωπικότητας, όπως η τιμή και η υπόληψη κ.λπ., ενόψει του ότι με την απόδειξη της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς ουσιαστικά αποδεικνύεται και η ηθική βλάβη, καθώς η παράνομη συμπεριφορά που αντιβαίνει στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου συνιστά προσβολή της προσωπικότητας, αφού προσβάλλεται το υποκείμενο ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής του. Αναφορικά δε, με το ύψος της δικαιούμενης λόγω της προκληθείσας ηθικής βλάβης χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του N.3471/2006, που προβλέπει ως ελάχιστο όριο το ποσό των 10.000,00 ευρώ, δεν αντίκειται στην καθοριζόμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας, αλλά έχει θεσπισθεί για την ουσιαστική προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, που προστατεύονται από το Σύνταγμα, η κρίση δε του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν παραβιάζεται η εν λόγω αρχή ελέγχεται μόνο αν η επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση υπερβαίνει τα ως άνω από το νόμο καθοριζόμενα ελάχιστα όρια . Επομένως , με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρο 932 ΑΚ, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια προσβολή των προσωπικών του δεδομένων, το ύψος της οποίας, αφού ληφθούν υπ' όψιν όλοι οι προσδιοριστικοί παράγοντες και ιδίως το είδος και η έκταση της προσβολής καθώς και οι εν γένει συνθήκες που έλαβε χώρα, το προσβληθέν έννομο αγαθό, ο βαθμός πταίσματος της εναγόμενης, η έλλειψη συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, καθώς και η νομοθετική πρόβλεψη της παρ. 2 του άρθρ. 14 του N.3471/2006 περί ελάχιστου ποσού της ευλόγου ηθικής βλάβης, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 10.000 ευρώ . Το ως άνω επιδικασθέν ποσό, που είναι και το ελάχιστο που προβλέπει ο νόμος, κρίνεται από το Δικαστήριο, εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει μάλιστα του εξακολουθητικού και μη έντονου χαρακτήρα της παράνομης συμπεριφοράς της εναγόμενης, η οποία αφορά τις διαδοχικά διενεργηθείσες σε μικρό χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών, έξι (6) αζήτητες κλήσεις, απορριπτομένου εν προκειμένω ως ουσία αβασίμου του ισχυρισμού ενάγουσας ότι έπρεπε να καθορισθεί το ανωτέρω ποσό χρηματικής ικανοποίησης για καθεμία αζήτητη κλήση, τον οποίο επαναφέρει με τον μοναδικό λόγο της υπό στοιχ. A'έφεσης . Ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος αφού η εναγόμενη δεν εξηγεί για ποιο λόγο η επιδίκαση του ελάχιστου ορίου του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα της επιφέρει βλάβη ή οικονομική εξουθένωση ή θα την εμποδίσει να ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα, παραθέτοντας συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιδίκαση του ελάχιστου ορίου αποζημίωσης του νόμου εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο από το νομοθέτη σκοπό για συμμόρφωση των οικονομικά ισχυρών υπεύθυνων επεξεργασίας, όπως είναι εδώ η εναγόμενη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει επομένως, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου τέταρτος και πέμπτος λόγοι της υπό στοιχ. В ' έφεσης, καθώς επίσης πρέπει να απορριφθεί και ο μοναδικός λόγος της υπό στοιχ. A'έφεσης . Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα πρέπει : 1 ) να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό στοιχ.Α' έφεση της ενάγουσας ως κατ’ουσίαν αβάσιμη , λόγω δε της ήττας της να υποχρεωθεί η εκκαλούσα-ενάγουσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και 2) να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό στοιχ.Β' έφεση της εναγομένης ως κατ’ουσίαν αβάσιμη , λόγω δε της ήττας της να υποχρεωθεί η εκκαλούσα-εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εφεσίβλητων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, λόγω της απόρριψης αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων εφέσεων πρέπει να εισαχθούν στο Δημόσιο Ταμείο τα κατατεθέντα με τις εφέσεις αυτές παράβολα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις : Α) από 28-11-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης .../29-11-2024 έφεση, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης .../3-12-2024 και Β) από 16-12-2024 και υπ’αριθμό κατάθεσης .../18-12-2024 έφεση, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης .../18-12-2024 , αμφότερες κατά της η υπ’αριθμ. 14616/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών).
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την υπό στοιχ. Α' έφεση και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ουσίαν.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας της υπό στοιχείο A' έφεσης την δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας , την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα με την υπό στοιχ.Α' έφεση παράβολου.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την υπό στοιχ. Β' έφεση και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ουσίαν.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας της υπό στοιχείο В'έφεσης την δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας , την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα με την υπό στοιχ.Β' έφεση παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Θεσσαλονίκη, την 1Π Σεπτεμβρίου 2025, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ