ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Δ’

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1206/2026

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τις Δικαστές Παναγιώτα Μαυράκη, Πρόεδρο Εφετών, Ειρήνη Παλιούρα, Εφέτη και Σουλτάνα Κρυστάλλη, Εισηγήτρια-Εφέτη και τη Γραμματέα Ευδοκία Ράμτσιου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 16.02.2026, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση, μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΚΛΗΤΕΥΘΕΝΤΟΣ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ-ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ-ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ : …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, (…), με Α.Φ.Μ. …, που εκπροσωπήθηκε, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ, από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Απόστολο Άνθιμο, με Α.Μ. …, και Θεόδωρο Ζερβά, με Α.Μ. …, του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, που κατέθεσαν προτάσεις.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: …., με αριθμό μητρώου της Ένωσης Διαχειριστών σε διαδικασίες αφερεγγυότητας στην Αγγλία και Ουαλία …, μέλους της εταιρίας «…», με εταιρικό αγγλικό Α.Φ.Μ. …, η οποία εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, Λονδίνο (…), υπό την ιδιότητά του ως αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης, σύμφωνα με το από 17.01.2025 πιστοποιητικό διορισμού αλλοδαπού συνδίκου, ο οποίος υπεισήλθε στη θέση του αρχικού αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης και αιτούντος …, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίας Τσιλιγκίρη, με Α.Μ. …, του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, που κατέθεσε προτάσεις.

ΠΡΟΣ ΟΥΣ Η ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

1) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.», η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2) …, κατοίκου ... Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, (…) και προσωρινά διαμένοντος στη Θεσσαλονίκη, (…), με Α.Φ.Μ. …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μηνά Χατζηγιάννη, με Α.Μ. …, του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, που κατέθεσε προτάσεις.

Ο αιτών και αρχικός αλλοδαπός σύνδικος πτώχευσης … κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…/11.09.2024 αίτησή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η αλλοδαπή κύρια διαδικασία πτώχευσης, κατά τις ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 9 επ. και 15 επ. του Νόμου 3858/2010, σε βάρος του …, κατοίκου Λονδίνου, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης.10.2024.

Επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 17474/2024 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησής της, προκειμένου να κλητευθούν στην πρωτοβάθμια δίκη, με επιμέλεια του αιτούντος και αρχικού αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης: 1) Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και 2) ο …, οι οποίοι τυγχάνουν εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι δανειστές του οφειλέτη … και 3) ο …, ως πτωχεύσας οφειλέτης.

Ακολούθως, ο …., αλλοδαπός σύνδικος πτώχευσης, ο οποίος υπεισήλθε στη θέση του αρχικού αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης και αιτούντος …. επανέφερε προς συζήτηση τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…/2024 αίτηση, με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…/02025 κλήση του κατά των ανωτέρω κλητευθέντων προσώπων, με διαταγή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 22.09.2025.

Επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 44952/2025 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ερήμην της κλητευθείσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.» και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, όπως αυτή διορθώθηκε, με τη με αριθμό 48582/2025 διορθωτική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση σε βάρος του πτωχεύσαντος οφειλέτη ….

Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο ηττηθείς στην πρωτοβάθμια δίκη καθ’ ου η κλήση-καθ’ ου η αίτηση …, με την από 21.11.2025 έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2025 και στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2025.

Για τη συζήτηση της έφεσης ορίστηκε δικάσιμος η παραπάνω αναφερόμενη και ενεγράφη στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο και κατά την εκφώνησή της από την οικεία σειρά του πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος του εφεσιβλήτου ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του εκκαλούντος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά παρέδωσαν στην αρμόδια Γραμματέα, τις από 13.02.2026 μονομερείς δηλώσεις τους, κατ’ άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ, και κατέθεσαν τις, υπό την αυτήν ημερομηνία, προτάσεις και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του … δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά παρέδωσε στην αρμόδια Γραμματέα την από 12.02.2026 μονομερή δήλωσή του, κατ’ άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ, και κατέθεσε τις από 13.02.2026 προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 21.11.2025 έφεση του ηττηθέντος στην πρωτοβάθμια δίκη καθ’ ου η κλήση-καθ’ ου η αίτηση …, ο οποίος απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου, κλητευθείς με διαταγή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου(άρθρο 753 του ΚπολΔ και ΑΠ 2130/2014,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΑΠ 335/2005,ΕλλΔνη2006. 1363,ΑΠ 41/2003, ΕλλΔνη 2003. 434) και ήδη εκκαλούντος κατά της με αριθμό 44952/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ερήμην της κλητευθείσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.» και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 48582/2025 διορθωτική απόφασή του, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά του δικογράφου της έφεσης στη διορθωτική απόφαση, καθόσον η τελευταία δεν έχει αυτοτέλεια, και αποτελεί τμήμα της υπό διόρθωση (εκκαλούμενης απόφασης), γι' αυτό, άλλωστε, και η ενέργειά της ανατρέχει στον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, που διορθώνεται, (άρθρο 320 του ΚΠολΔ, ΑΠ 162/2026, ΑΠ 1123/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αναγκαίως δε, σύμφωνα με το άρθρο 513§2 του ΚΠολΔ και κατά της συμπροσβαλλόμενης με αριθμό 17474/2024 μη οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, έστω και αν δεν στρέφεται ρητώς η έφεση κατά της τελευταίας, (άρθρο 513§2 του ΚΠολΔ), απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εφεσιβλήτου, με την οποία έγινε δεκτή η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…/2024 αίτηση του αρχικώς αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης … όπως αυτός στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον αλλοδαπό σύνδικο πτώχευσης … και ήδη εφεσίβλητο, να αναγνωριστεί η αλλοδαπή κύρια διαδικασία πτώχευσης, κατά τις ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 9 επ. και 15 επ. του Νόμου 3858/2010, σε βάρος του ήδη εκκαλούντος, δυνάμει της υπό στοιχεία …/02.02.2021απόφασης/διαταγής/εντολής πτώχευσης του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας (Υποθέσεις Εμπορικού και Εμπραγμάτου Δικαίου, Αφερεγγυότητας και Εταιριών), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ από τη δημοσίευση αυτής (10.11.2025) μέχρι την άσκηση της έφεσης την 21.11.2025, δεν παρήλθε διετία [άρθρα 495§§1 και 2, 496, 499, 511, 513§1 β, 516§1, 517 και 518§2 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 518 του ΚΠολΔ ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης, ήτοι πριν την τροποποίησή του, δυνάμει των άρθρων 43 και 168§3 του Νόμου 5221/2025 (ΦΕΚ A 133/28.07.2025), έναρξη ισχύος από 01.01.2026), 520§1, 524§1, 591§1, 760 και 761 του ιδίου κώδικα]. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και η συμπροσβαλλόμενη με αριθμό 17474/2024 μη οριστική απόφαση, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων της, μέσα στα όρια, που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522, 524 και 533§1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495§3 του ΚΠολΔ, με αριθμό … e -παράβολο Δημοσίου ποσού εκατόν πενήντα (150,00) €. Σημειώνεται ότι επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο της ένδικης έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16.02.2026), επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του εκκαλούντος, που επισπεύδει τη συζήτησή της, στην Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.», όπως προκύπτει από τη με αριθμό …/16.01.2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …, η οποία ωστόσο δεν παραστάθηκε και πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν ήταν και αυτή παρούσα (άρθρα 498 §§1 και 2, 271, 741 και 764 §2 του ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών …, αρχικός αλλοδαπός σύνδικος πτώχευσης, με την ένδικη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…/2024 αίτησή του, που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εξέθετε ότι δυνάμει της με στοιχεία …/02.02.2021 απόφασης/διαταγής/εντολής πτώχευσης («ORDER») (στο εξής «Εντολή Πτώχευσης») του Ανώτερου Δικαστηρίου (στο εξής «Αλλοδαπό Δικαστήριο») της Αγγλίας και Ουαλίας (Υποθέσεις Εμπορικού και Εμπράγματου Δικαίου, Αφερεγγυότητας και Εταιριών, Τμήμα Εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών), κηρύχθηκε σε πτώχευση ο ήδη εκκαλών …, κάτοικος Λονδίνου, (στο εξής πτωχεύσας οφειλέτης), κατόπιν αίτησης της πιστώτριας του …. Ότι σύμφωνα με το από 27.08.2021 πιστοποιητικό διορισμού αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης της Υπηρεσίας φερεγγυότητας, επικυρωμένο αντίγραφο του οποίου επισυνάφθηκε στην ένδικη αίτηση, ο αιτών διορίστηκε σύνδικος της πτώχευσης. Ότι λόγω της αδυναμίας του πτωχεύσαντος οφειλέτη να συνεργαστεί, ως είχε νόμιμη υποχρέωση, στις εργασίες της πτωχευτικής διαδικασίας, ο αιτών, ως σύνδικος πτώχευσης, υπέβαλε την 20.12.2021 αίτηση στο «Αλλοδαπό Δικαστήριο» για την έκδοση διαταγής αναστολής της αυτόματης απαλλαγής του οφειλέτη από την πτώχευση, εκδοθείσας την 06.01.2022 προσωρινής διαταγής για την ως άνω αναστολή. Ότι την 19.01.2023 ο αιτών υπέβαλε νέα αίτηση στο «Αλλοδαπό Δικαστήριο» για την επ’ αόριστον αναστολή της αυτόματης απαλλαγής του οφειλέτη πτωχεύσαντος από την πτώχευση, και ότι επ' αυτής την 27.01.2023 εκδόθηκε διαταγή, η οποία ανέστειλε επ’ αόριστον την αυτόματη απαλλαγή του από την πτώχευση, έως ότου ο αιτών επιβεβαιώσει, ως σύνδικος της πτώχευσης, στο δικαστήριο εγγράφως ότι ο πτωχεύσας οφειλέτης έχει συνεργαστεί μαζί του σε κάθε θέμα, που του ζητήθηκε ή εωσότου το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Ότι, ωστόσο, ο πτωχεύσας οφειλέτης παραμένει μέχρι σήμερα μη συνεργάσιμος, ενώ η απαλλαγή του από την πτώχευση παραμένει σε αναστολή και ότι έκτοτε ουδεμία διαδικαστική πράξη έχει λάβει χώρα, με αποτέλεσμα η «Εντολή Πτώχευσης» να εξακολουθεί μέχρι σήμερα να βρίσκεται σε πλήρη ισχύ. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε, με την ιδιότητά του αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης, κατά κύρια βάση της αίτησής του, και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 3858/2010 «για τη διασυνοριακή πτώχευση» και με βάση τις εξουσίες διοίκησης, διαχείρισης και εκκαθάρισης της περιουσίας του πτωχεύσαντος οφειλέτη, οι οποίες του παρέχονται στο πλαίσιο της αλλοδαπής διαδικασίας : 1) Να αναγνωριστεί η αλλοδαπή κύρια διαδικασία πτώχευσης του πτωχεύσαντος οφειλέτη, συγχρόνως δε, με την αναγνώριση να διαταχθούν: α) η αναστολή έναρξης ή συνέχισης ατομικών διώξεων, που αφορούν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα, υποχρεώσεις ή την ευθύνη του πτωχεύσαντος οφειλέτη, στο βαθμό, που αυτή δεν θα έχει ανασταλεί, σύμφωνα με την περίπτωση α’ της §1 του άρθρου 20 του Νόμου 3858/2010, β) η αναστολή αναγκαστικής εκτέλεσης σε οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του πτωχεύσαντος οφειλέτη, στον βαθμό, που αυτή δεν έχει ανασταλεί, σύμφωνα με την περ. β της §1 του άρθρου 20 του Νόμου 3858/2010 και γ) η αναστολή του δικαιώματος μεταβίβασης, επιβάρυνσης ή με άλλον τρόπο διάθεσης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος οφειλέτη, στον βαθμό, που το δικαίωμα αυτό δεν έχει ανασταλεί, σύμφωνα με την περ. γ της §1 του άρθρου 20 του Νόμου 3858/2010, περαιτέρω δε, λόγω της άμεσης ανάγκης να προστατευθούν τα περιουσιακά στοιχεία του, να διαταχθούν και δ) η εξέταση μαρτύρων, η λήψη αποδείξεων ή η παροχή πληροφοριών, που αφορούν στα περιουσιακά στοιχεία, τις υποθέσεις, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή την ευθύνη του πτωχεύσαντος οφειλέτη, ε) η ανάθεση στον ίδιο (αιτούντα) της διαχείρισης ή διάθεσης όλων των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος οφειλέτη, που βρίσκονται στην Ελλάδα, προκειμένου να προστατεύσει και να διατηρήσει την αξία των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία, λόγω της αφερεγγυότητάς του, βρίσκονται σε κίνδυνο, στ) η επέκταση της παρασχεθείσας προστασίας, σύμφωνα με την §1 του άρθρου 19 του Νόμου 3858/2010, ζ) η παροχή προς τον ίδιο (αιτούντα), οποιοσδήποτε πρόσθετης εξουσίας απονέμει το ελληνικό δίκαιο στον σύνδικο πτώχευσης, (όπως ενδεικτικώς πρόσβαση σε επιστολές, τηλεμοιοτυπίες και μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που απευθύνονται προς τον πτωχεύσαντα οφειλέτη, ή εμφανίζουν αυτόν ως αποστολέα, εφόσον έχουν σχέση με την πτώχευση, σύμφωνα και με την πρόβλεψη του άρθρου 143 του Νόμου 4738/2020, η πρόσβαση στον ή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του πτωχεύσαντος οφειλέτη καθώς επίσης και η παροχή δυνατότητας για προσωπική συνδιαλλαγή με τον τελευταίο, εντός του νόμιμου θεσμικού πλαισίου, με εκπροσώπηση του ιδίου από δικηγόρο, ώστε να αντλήσει πληροφορίες, αναφορικά με την πτώχευση και την πτωχευτική περιουσία, στα πλαίσια του λειτουργήματος του ως αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης και η) η ανάθεση στον ίδιο (αιτούντα) της διανομής όλων ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος οφειλέτη, που βρίσκονται στην Ελλάδα καθώς και να διαταχθούν τα περαιτέρω νόμιμα. Επικουρικώς δε, και στην περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά την κύρια βάση της, ο αιτών ζήτησε, κατά δικονομική επικουρικότητα, (άρθρο 219§1 του ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί η ισχύς της «Εντολής Πτώχευσης» (και οι προηγηθείσες διαταγές/αποφάσεις που αναφέρονται σε αυτήν), με βάση τις διατάξεις των άρθρων 780 και 905 §4 του ΚΠολΔ. Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε η με αριθμό 17474/2024 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία κρίθηκε ότι η αίτηση, κατά την κύρια βάση της παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται ενώπιον του, για να συζητηθεί, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 9 του Νόμου 3858/2010 και 739 επ. του ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι, ως προς την κατά τόπο αρμοδιότητά του, ενόψει του μη καθορισμού της από τον Νόμο 3858/2010, αυτή θεμελιώνεται στην ύπαρξη ακίνητης περιουσίας του πτωχεύσαντος οφειλέτη στη Θεσσαλονίκη, αφετέρου δε, ότι για το παραδεκτό της, συνυποβάλλονται τα απαιτούμενα, από τη διάταξη του άρθρου 15 του Νόμου 3858/2010, στοιχεία και δη : α) επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης έναρξης της αλλοδαπής διαδικασίας και ορισμού αλλοδαπού συνδίκου και β) δήλωση του αλλοδαπού συνδίκου, με την οποία προσδιορίζονται όλες οι γνωστές σε αυτόν αλλοδαπές διαδικασίες, σχετικά με τον πτωχεύσαντα οφειλέτη, αμφότερα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα. Στη συνέχεια δε, κρίθηκε με την ως άνω απόφαση, ότι εφαρμοστέο τυγχάνει στην προκειμένη περίπτωση το ελληνικό δίκαιο και δη ο Νόμος 3858/2010, καθόσον η «Εντολή Πτώχευσης» δημοσιεύθηκε την 02.02.2021, ήτοι μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου εφαρμογής του Ενωσιακού Δικαίου για το Ηνωμένο Βασίλειο και ότι ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής ο ΚΑΝ (Ε/Ε) 2015/848. Περαιτέρω, δε και ενόψει του ότι ο πτωχεύσας οφειλέτης ετύγχανε, κατά τις παραδοχές της ως άνω απόφασης, κύριος ακινήτων, στα οποία είχαν εγγράφει βάρη : α) υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «… Α.Ε.» και δη προσημείωση υποθήκης ύψους 960.000,00 €, για εξασφάλιση απαίτησης ποσού 800.000,00 € και β) αναγκαστική κατάσχεση για οφειλή ποσού 43.841,40 €, με επισπεύδοντα δανειστή τον …, ανέβαλε, κατά τα λοιπά, την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησής της, προκειμένου να κλητευθούν, με επιμέλεια του αιτούντος αρχικού αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης, τα ως άνω πρόσωπα, τα οποία κρίθηκε ότι έχουν πρόδηλο έννομο συμφέρον ως εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι δανειστές του πτωχεύσαντος οφειλέτη, καθώς και ο τελευταίος, για τον οποίο κρίθηκε ότι έχει ομοίως πρόδηλο έννομο συμφέρον να συμμετάσχει στη δίκη. Στη συνέχεια, επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η αίτηση, με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…/2025 κλήση του καλούντος και πλέον νέου αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης …, μετά την κλήτευση των ανωτέρω αναφερόμενων προσώπων. Επί της αίτησης το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε τη με αριθμό 44952/2025 οριστική απόφαση του, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ερήμην της κλητευθείσας με διαταγή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «… Α.Ε.» και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 48582/2025 διορθωτική απόφασή του, με την οποία έκρινε (εκ νέου) ότι τυγχάνει κατά τόπο αρμόδιο να ερευνήσει την αίτηση, καθόσον, κατά τις παραδοχές του, η κατά τόπον αρμοδιότητά του εδράζεται στην ύπαρξη ακίνητης περιουσίας του πτωχεύσαντος οφειλέτη στην περιφέρεια του, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του τελευταίου ότι κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο τυγχάνει το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως το Δικαστήριο της πρωτεύουσας του Κράτους, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 905 §1 του ΚΠολΔ, ενώ έκρινε ότι η αίτηση τυγχάνει παραδεκτή, καθόσον το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του πτωχεύσαντος οφειλέτη βρίσκεται στην Αγγλία, δεδομένου ότι ο τελευταίος υπήρξε κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας στην αλλοδαπή διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της αλλοδαπής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης «….» με έδρα την Αγγλία. Στη συνέχεια έκρινε την αίτηση ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και αναγνώρισε ως αλλοδαπή κύρια διαδικασία πτώχευσης φυσικού προσώπου στην Ελλάδα την ανοιγείσα στο Ηνωμένο Βασίλειο διαδικασία πτώχευσης, κατόπιν έκδοσης της υπό στοιχεία …Απόφασης/Διαταγής/Εντολής Πτώχευσης του «Αλλοδαπό Δικαστήριο» της Αγγλίας και της Ουαλίας (Υποθέσεις Εμπορικού και Εμπράγματου Δικαίου Αφερεγγυότητας και Εταιριών) σε βάρος του πτωχεύσαντος οφειλέτη και στη συνέχεια ανέστειλε : α) την έναρξη ή συνέχιση των ατομικών διώξεων των πιστωτών με τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή την ευθύνη του πτωχεύσαντος οφειλέτη, β) την αναγκαστική εκτέλεση σε περιουσιακά στοιχεία του πτωχεύσαντος οφειλέτη, γ) το δικαίωμα μεταβίβασης, επιβάρυνσης ή με άλλον τρόπο διάθεσης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος οφειλέτη, δ) την έναρξη ή συνέχιση των ατομικών διώξεων, που αφορούν στα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή την ευθύνη του πτωχεύσαντος οφειλέτη, στον βαθμό, που αυτή δεν θα έχει ανασταλεί, σύμφωνα με την περίπτωση α’ της §1 του άρθρου 20, ε) την αναγκαστική εκτέλεση σε περιουσιακά στοιχεία του πτωχεύσαντος οφειλέτη, στον βαθμό, που αυτή δεν έχει ανασταλεί, σύμφωνα με την περ. β της §1 του άρθρου 20 και στ) το δικαίωμα μεταβίβασης, επιβάρυνσης ή με άλλον τρόπο διάθεσης περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος οφειλέτη, στον βαθμό, που το δικαίωμα αυτό δεν έχει ανασταλεί, σύμφωνα με την περ. γ της §1 του άρθρου 20, ενώ διάταξε : α) την εξέταση μαρτύρων, τη λήψη αποδείξεων, ή την παροχή πληροφοριών, που αφορούν στα περιουσιακά στοιχεία, τις υποθέσεις, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή την ευθύνη του πτωχεύσαντος οφειλέτη, β) την ανάθεση στον σύνδικο της διαχείρισης όλων των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος οφειλέτη, που βρίσκονται στην Ελλάδα, ώστε να προστατευτούν και να διατηρηθούν οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος οφειλέτη, που εξαιτίας της αφερεγγυότητάς του βρίσκονται σε κίνδυνο, γ) την επέκταση της παρασχεθείσας έννομης προστασίας, σύμφωνα με την §1 του άρθρου 19 του Νόμου 3858/2010, ζ) την παροχή στον σύνδικο πτώχευσης οποιοσδήποτε πρόσθετης εξουσίας, που απονέμει το ελληνικό δίκαιο στον σύνδικο, (ενδεικτικώς δε, την πρόσβαση στις επιστολές, τηλεμοιοτυπίες και μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον πτωχεύσαντα οφειλέτη, ή με αποστολέα αυτόν, εφόσον σχετίζονται με την πτώχευση, κατ’ άρθρο 143 του Νόμου 4738/2020, την πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του πτωχεύσαντος οφειλέτη καθώς επίσης και την παροχή δυνατότητας για προσωπική συνδιαλλαγή με τον πτωχεύσαντα οφειλέτη, εντός του νόμιμου θεσμικού πλαισίου, με εκπροσώπηση του ιδίου από δικηγόρο, ώστε να αντλήσει ο αιτών πληροφορίες αναφορικά με την πτώχευση και την πτωχευτική περιουσία στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως αλλοδαπού συνδίκου και η) την ανάθεση σε αυτόν της διανομής όλων ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος οφειλέτη, που βρίσκονται στην Ελλάδα και τέλος υποχρέωσε τον σύνδικο από την αναγνώριση της αλλοδαπής διαδικασίας να παράσχει κάθε μεταγενέστερη πληροφορία και ειδικότερα να ενημερώνει το δικαστήριο χωρίς υπαίτια καθυστέρηση για : α) κάθε ουσιώδη μεταβολή σχετικά με την αλλοδαπή διαδικασία ή τον διορισμό του και β) για οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, σχετικά με τον ίδιο τον πτωχεύσαντα οφειλέτη, της οποίας λαμβάνει γνώση. Κατά της απόφασης αυτής του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παραπονείται ο πρωτοδίκως ηττηθείς πτωχεύσας οφειλέτης και ήδη εκκαλών, με την κρινόμενη από 21.11.2025 έφεσή του και ζητεί, με τους λόγους της, οι οποίοι συνίστανται στο ότι : α. Εσφαλμένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε εαυτό κατά τόπο αρμόδιο προς εκδίκαση της αίτησης, καθόσον αρμόδιο κατά τόπον Δικαστήριο ετύγχανε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ’ άρθρο 905§ 1 του ΚΠολΔ, β. εσφαλμένως έκρινε «έγκαιρη» και «νομότυπη» την κατάθεση της ένδικης αίτησης, κατά το άρθρο 17§2 του Νόμου 3858/2010, διότι δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του κέντρου των κυρίων συμφερόντων ή της εγκατάστασής του στην αλλοδαπή (Ηνωμένο Βασίλειο) κατά τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης και γ. ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει την αίτηση, λόγω αντίθεσής της στη δικονομική και ουσιαστική ελληνική δημόσια τάξη, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου 3858/2010, να γίνει δεκτή η έφεσή του, προκειμένου να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να απορριφθεί η αίτηση, να απορριφθεί το επικουρικό αίτημα αναγνώρισης της αλλοδαπής διαδικασίας πτώχευσης, κατά το άρθρο 780 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση δε, που δεν γίνει δεκτό το ανωτέρω αίτημά του, να διαταχθεί από το Δικαστήριο η επανάληψη της συζήτησης, για να προσκομιστεί νομική πληροφορία από το Ελληνικό Ινστιτούτο Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σχετικά με τη διαδικασία έκδοσης διαταγών (orders) στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας κατά το αγγλικό δίκαιο και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στην καταβολή των δικαστικών εξόδων.

I. Το πλαίσιο εξέτασης της αναγνώρισης αλλοδαπών διαδικασιών αφερεγγυότητας καθορίζεται από την προέλευση του αλλοδαπού τίτλου. Όταν δεν υπάρχει κανενός είδους δεσμός με το κράτος προέλευσης εφαρμόζεται το άρθρο 780 του ΚΠολΔ, ενώ σε ενωσιακό επίπεδο η αναγνώριση των αλλοδαπών (ενδοκοινοτικών) πτωχεύσεων διέπεται από τον Κανονισμό 1346/2000/ΕΕ (πλέον από τον Κανονισμό 2015/848/ΕΕ). Οι εξωκοινοτικές διεθνείς πτωχεύσεις διέπονται, με τη σειρά τους, από τον Νόμο 3858/2010 (ΦΕΚ Α' 102/01.07.2010), με τον οποίο η ελληνική έννομη τάξη ενσωμάτωσε τον «Πρότυπο Νόμο» (Model Law) της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο (UNCiTRAL), όσον αφορά στις διασυνοριακές πτωχεύσεις (Κοτσίρη, Ο Πρότυπος Νόμος UNCITRAL MODEL LAW για τις διασυνοριακές πτωχεύσεις -η δικαστική προοπτική για ενιαία ερμηνευτική του προσέγγιση, ΔΕΕ 2012, σ. 532 επ. Αθανασίου, Η διασυνοριακή πτώχευση της ναυτιλιακής επιχείρησης, 2015, σ. 85 επ.). Ο ανωτέρω Πρότυπος Νόμος δεν επιδιώκει την ενοποίηση του πτωχευτικού δικαίου, ούτε εισάγει κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, παρά επιδιώκει την επίλυση ορισμένων κρίσιμων ζητημάτων, που ανακύπτουν στις διασυνοριακές πτωχεύσεις. Πρόκειται για κείμενο-σύσταση προς τους εθνικούς νομοθέτες, ώστε να επιτευχθεί διεθνής ομοιομορφία στα ζητήματα της διεθνούς αναγνώρισης και συνεργασίας επί διασυνοριακών πτωχεύσεων. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Νόμου 3858/2010 ο παρών νόμος εφαρμόζεται, όταν : α) αλλοδαπό δικαστήριο ή αλλοδαπός σύνδικος ζητεί συνδρομή στην Ελλάδα σε σχέση με αλλοδαπή διαδικασία ή β) ζητείται συνδρομή από άλλο Κράτος σχετικά με διαδικασία του Πτωχευτικού Κώδικα ή γ) αλλοδαπή διαδικασία και διαδικασία του Πτωχευτικού Κώδικα διεξάγονται συγχρόνως σε σχέση με τον ίδιο οφειλέτη ή δ) πιστωτές ή άλλα ενδιαφερόμενο πρόσωπα σε άλλο Κράτος έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την έναρξη ή να συμμετάσχουν σε διαδικασία του Πτωχευτικού Κώδικα. Για τους σκοπούς του ανωτέρω νόμου, σύμφωνα με τους ορισμούς, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 2 : α) «Αλλοδαπή διαδικασία» νοείται η συλλογική δικαστική ή διοικητική διαδικασία σε άλλο Κράτος, συμπεριλαμβανομένης και της σχετικής με την πτώχευση προσωρινής διαδικασίας, η οποία προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική στέρηση της διοίκησης της περιουσίας του (πτωχευτική απαλλοτρίωση) και τον διορισμό συνδίκου προς το σκοπό εκκαθάρισης ή αναδιοργάνωσης, β) «Αλλοδαπή κύρια διαδικασία» νοείται η αλλοδαπή διαδικασία, που διεξάγεται στο Κράτος, όπου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του. γ) «Αλλοδαπή μη κύρια διαδικασία» νοείται η αλλοδαπή διαδικασία, που δεν είναι κύρια διαδικασία και διεξάγεται στο Κράτος, όπου ο οφειλέτης έχει εγκατάσταση, κατά την έννοια της περίπτωσης στ' του παρόντος άρθρου, δ) «Αλλοδαπός σύνδικος» νοείται το πρόσωπο ή όργανο, συμπεριλαμβανομένου και του προσωρινώς οριζόμενου, που έχει αρμοδιότητα στο πλαίσιο της αλλοδαπής διαδικασίας, να διοικεί ή να προβαίνει σε εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας ή να επιβλέπει τη διαχείριση των υποθέσεων του οφειλέτη λόγω αναδιοργάνωσης, ε) «Αλλοδαπό δικαστήριο» νοείται η δικαστική ή άλλη αρχή άλλου Κράτους, που είναι αρμόδια να ελέγχει ή εποπτεύει μια αλλοδαπή κύρια η μη κύρια διαδικασία, στ) «Εγκατάσταση» νοείται ο τόπος εργασιών, όπου ο οφειλέτης ασκεί οποιαδήποτε μη προσωρινή οικονομική δραστηριότητα, στην οποία χρησιμοποιεί τον ανθρώπινο παράγοντα και άλλα περιουσιακά στοιχεία, ζ) «Πτωχευτικός Κώδικας» νοείται το σύνολο των διατάξεων του Νόμου 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (ΦΕΚ 153 Α'), όπως αυτός εκάστοτε ισχύει και επομένως από 27.10.2020 το σύνολο των διατάξεων του Νόμου 4738/2020, (ΦΕΚ Α' 207/27.10.2020) «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις», η) «Διαδικασία του Πτωχευτικού Κώδικα» νοείται η πτωχευτική διαδικασία στην Ελλάδα. Κατά το άρθρο 4 του νόμου αυτού αρμόδιο για την αναγνώριση αλλοδαπών διαδικασιών και τη συνεργασία με αλλοδαπά δικαστήρια, σύμφωνα εν λόγω νόμο, είναι το αρμόδιο, σύμφωνα με τον Πτωχευτικό Κώδικα, για την κήρυξη της πτώχευσης δικαστήριο και ο σύνδικος, αντιστοίχως. Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 78 του Νόμου 4738/2020: «1. Με εξαίρεση τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, στις οποίες εφαρμόζεται το Έκτο Μέρος του παρόντος Δεύτερου Βιβλίου, αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του, ή, στην περίπτωση φυσικού προσώπου χωρίς εμπορική ιδιότητα, την κύρια κατοικία του, όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία φορολογική δήλωση του οφειλέτη πριν από την κατάθεση αίτησης πτώχευσης. 2... 3. Κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος, όπου ο οφειλέτης ασκεί συνήθως τη διοίκηση των συμφερόντων του και, συνεπώς, είναι αναγνωρίσιμος από τους τρίτους. Για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, ότι κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας». Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του Νόμου 4738/2020, η κατά τόπο αρμοδιότητα του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο είναι επιπλέον αρμόδιο και για την αναγνώριση της αλλοδαπής απόφασης αφερεγγυότητας απονέμεται καταρχάς στον τόπο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη. Ωστόσο, επί κύριας αλλοδαπής διαδικασίας, ο τόπος αυτός θα είναι εξ ορισμού σε τρίτο κράτος-μη μέλος της ΕΕ. Για τον λόγο αυτόν θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αίτηση υποβάλλεται σε μία τέτοια περίπτωση στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου εγκατάστασης του οφειλέτη (στην Ελλάδα), εφόσον υπάρχει τέτοια εγκατάσταση, ενώ, αν ούτε εγκατάσταση υπάρχει, προκρίνεται ως ορθότερη η ερμηνευτική ανακατεύθυνση προς τον τόπο, όπου υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία του πτωχού, σε κάθε δε περίπτωση ως ύστατη λύση προκρίνεται η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 905§ 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή κατά τόπο αρμόδια δικαστήρια τυγχάνουν τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του Κράτους, [Α. Άνθιμο, Αναγνώριση αλλοδαπών διαδικασιών αφερεγγυότητας στην Ελλάδα, Αρμ 2021.1465, Γ. Λαζαρίδη, Αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαδικασιών αφερεγγυότητας, Sakkulas- Online-Lex και Forum, 4 (2023)]. Στο άρθρο 6 του Νόμου 3858/2010 ορίζεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί ενέργεια, που προβλέπεται από τον παρόντα νόμο, αν αυτή είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη, στο δε άρθρο 8, ότι κατά την ερμηνεία του παρόντος νόμου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διεθνής του προέλευση και η επιδίωξη ομοιογενούς εφαρμογής του και της τήρησης της καλής πίστης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 9, ο αλλοδαπός σύνδικος έχει δικαίωμα απευθείας πρόσβασης στο αρμόδιο ημεδαπό δικαστήριο, κατά δε το άρθρο 10 του νόμου αυτού, αίτηση που υποβάλλεται, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, σε ημεδαπό δικαστήριο από αλλοδαπό σύνδικο, δεν επεκτείνει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου ως προς τον αλλοδαπό σύνδικο ή τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποθέσεις του οφειλέτη σε άλλο Κράτος, παρά μόνο σε σχέση με το αντικείμενο της αίτησης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού : «1. Ο αλλοδαπός σύνδικος έχει δικαίωμα να υποβάλει αίτηση προς το αρμόδιο δικαστήριο για την αναγνώριση της αλλοδαπής διαδικασίας στην οποία έχει ορισθεί σύνδικος, 2. Με την αίτηση προς αναγνώριση συνυποβάλλεται: α) επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης έναρξης της αλλοδαπής διαδικασίας και ορισμού του αλλοδαπού συνδίκου ή β) βεβαίωση του αλλοδαπού δικαστηρίου που να πιστοποιεί την ύπαρξη της αλλοδαπής διαδικασίας και το διορισμό του αλλοδαπού συνδίκου ... 3. Με την αίτηση προς αναγνώριση συνυποβάλλεται και δήλωση του αλλοδαπού συνδίκου, με την οποία προσδιορίζονται όλες οι γνωστές σε αυτόν αλλοδαπές διαδικασίες σχετικά με τον οφειλέτη». Στο άρθρο 17 προβλέπεται ότι: «1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, η αλλοδαπή διαδικασία αναγνωρίζεται, αν : α) είναι διαδικασία, κατά την έννοια της περίπτωσης α' του άρθρου 2, β) ο αλλοδαπός σύνδικος, που ζητεί την αναγνώριση, είναι πρόσωπο ή όργανο, κατά την έννοια της περ. δ' του άρθρου 2, γ) συνυποβάλλονται με την αίτηση τα αναφερόμενα στην §2 του άρθρου 15 στοιχεία, και δ) η αίτηση έχει υποβληθεί στο δικαστήριο που αναφέρεται στο άρθρο 4. 2. Η αλλοδαπή διαδικασία αναγνωρίζεται : α) ως αλλοδαπή κύρια διαδικασία, αν διεξάγεται στο Κράτος, όπου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του ...». Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 του νόμου αυτού: «1. Η αναγνώριση αλλοδαπής κύριας διαδικασίας αναστέλλει : α) την έναρξη ή συνέχιση των ατομικών διώξεων των πιστωτών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή την ευθύνη του οφειλέτη, β) την αναγκαστική εκτέλεση σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και γ) το δικαίωμα μεταβίβασης, επιβάρυνσης ή με άλλον τρόπο διάθεσης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

2. Η έκταση, η τροποποίηση ή η άρση της αναστολής των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 19, 25, 26, 66, 67, 77, 78, 135, 146, 147, 166 του Πτωχευτικού Κώδικα ...». Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του νόμου αυτού (δυνητική έννομη προστασία, με βάση την αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης): «1. Συγχρόνως ή και μετά την αναγνώριση μιας αλλοδαπής διαδικασίας, κύριας ή μη κύριας, το δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτημα του αλλοδαπού συνδίκου, να παρέχει οποιαδήποτε κατάλληλη προστασία, εφόσον συντρέχει ανάγκη να προστατευτούν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή τα συμφέροντα των πιστωτών. Μέτρα προστασίας είναι ιδίως : α) η αναστολή έναρξης ή συνέχισης ατομικών διώξεων που αφορούν στα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή την ευθύνη του οφειλέτη, στο βαθμό που αυτή δεν έχει ανασταλεί, σύμφωνα με την περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 20, β) η αναστολή αναγκαστικής εκτέλεσης σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, στο βαθμό που αυτή δεν έχει ανασταλεί, σύμφωνα με την περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 20, γ) η αναστολή του δικαιώματος μεταβίβασης, επιβάρυνσης ή με άλλον τρόπο διάθεσης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο βαθμό που το δικαίωμα αυτό δεν έχει ανασταλεί, σύμφωνα με την περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 20, δ) η εξέταση μαρτύρων, η λήψη αποδείξεων ή η παροχή πληροφοριών που αφορούν στα περιουσιακά στοιχεία, τις υποθέσεις, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή την ευθύνη του οφειλέτη, ε) η ανάθεση της διαχείρισης ή διάθεσης όλων ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, που βρίσκονται στην Ελλάδα, στον αλλοδαπό σύνδικο ή σε άλλο πρόσωπο διοριζόμενο από το δικαστήριο, στ) η επέκταση της παρασχεθείσας έννομης προστασίας, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 19, ζ) η παροχή στον αλλοδαπό σύνδικο οποιοσδήποτε πρόσθετης εξουσίας που απονέμει το Ελληνικό Δίκαιο στον σύνδικο. 2. Συγχρόνως ή μετά την αναγνώριση αλλοδαπής διαδικασίας, κύριας ή μη κύριας, το δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτημα του αλλοδαπού συνδίκου, να αναθέσει τη διανομή όλων ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, που βρίσκονται στην Ελλάδα, σε αλλοδαπό σύνδικο ή άλλο πρόσωπο, που ορίζεται από το δικαστήριο, αν το δικαστήριο πεισθεί ότι τα συμφέροντα των πιστωτών στην Ελλάδα προστατεύονται επαρκώς. 3. Κατά την παροχή έννομης προστασίας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε σύνδικο αλλοδαπής μη κύριας διαδικασίας, το δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι η προστασία συνδέεται με περιουσιακά στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με τον Πτωχευτικό Κώδικα, έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης αλλοδαπής μη κύριας διαδικασίας, ή αφορά σε πληροφορίες που απαιτούνται για τη διαδικασία ...». Ενόψει αυτών, το δικαστήριο ελέγχει : α) ότι η αλλοδαπή διαδικασία, σε σχέση με την οποία ζητείται αναγνώριση, είναι δικαστική ή διοικητική, κατά το αλλοδαπό κράτος, β) ότι η διαδικασία είναι συλλογικής φύσης, γ) ότι η σχετική διαδικασία αφορά την περιουσία του οφειλέτη που υπόκειται στον έλεγχο ή την εποπτεία αλλοδαπού δικαστηρίου για τον σκοπό αναδιοργάνωσης ή εκκαθάρισης, δ) ότι ο έλεγχος ή η εποπτεία διενεργούνται από αλλοδαπό δικαστήριο, δηλαδή από δικαιοδοτική ή διοικητική αρχή, που είναι αρμόδια να ελέγχει ή εποπτεύει αλλοδαπή διαδικασία και ε) ότι ο αϊτών έχει εξουσιοδοτηθεί, κατά την αλλοδαπή διαδικασία, να διαχειρίζεται την αναδιοργάνωση ή την εκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη ή να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της αλλοδαπής διαδικασίας (Κοτσίρη, ό.π., σ. 533). Περαιτέρω, το ημεδαπό δικαστήριο θα κρίνει, κατά την εξέταση της αίτησης αναγνώρισης, αν η αλλοδαπή διαδικασία διεξάγεται πραγματικά στον τόπο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη (Κοτσίρη, ό.π., σ. 534). Προς τούτο, το άρθρο 16 του ίδιου νόμου, καθιερώνει τεκμήριο, επιτρεπομένης ανταπόδειξης, ότι η αλλοδαπή διαδικασία και ο αλλοδαπός σύνδικος, που αναφέρονται στην απόφαση ή τη βεβαίωση του προηγούμενου άρθρου, είναι οι προβλεπόμενοι από τον νόμο, ότι είναι γνήσια τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ανεξάρτητα αν είναι επικυρωμένα, και ότι ο τόπος της καταστατικής έδρας του οφειλέτη ή της συνήθους διαμονής, στην περίπτωση φυσικού προσώπου, είναι το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη. Περαιτέρω, τα κενά, που περιλαμβάνει ο Πρότυπος Νόμος στα ως άνω κεφάλαια, καλύπτονται από τους εθνικούς νομοθέτες, κατά την ενσωμάτωση του Π.Ν. σε κάθε κράτος, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική πτωχευτική νομοθεσία. Η αναγνώριση της διαδικασίας δεν επέρχεται αυτομάτως στο κράτος αναγνώρισης, αλλά προϋποθέτει προηγούμενη απόφαση του εθνικού πτωχευτικού δικαστηρίου σε κράτος αναγνώρισης, κατόπιν αίτησης του αλλοδαπού συνδίκου και υποβολής όλων των απαιτούμενων συνοδευτικών εγγράφων. Η απόφαση αναγνώρισης μίας αλλοδαπής διαδικασίας εκδίδεται από το εθνικό δικαστήριο, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις : α) Πρόκειται για διαδικασία αφερεγγυότητας, που έχει ήδη εκκινήσει στο αλλοδαπό κράτος, κατά την κείμενη σε αυτό πτωχευτική νομοθεσία, β) υποβάλλεται αίτηση αναγνώρισης από τον αλλοδαπό σύνδικο, ως αρμόδιο προς τούτο όργανο, γ) έχει το περιεχόμενο, που ορίζει ο ΠΝ, δ) η αίτηση ασκείται στο αρμόδιο δικαστήριο και ε) δεν αντιτίθεται στη δημόσια τάξη. Επιπλέον, κριτήριο είναι η εκτίμηση ότι αυτή έχει εκκινήσει στο αλλοδαπό κράτος, όπου εντοπίζεται το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη (κύρια διαδικασία) ή εγκατάσταση αυτού (μη κύρια διαδικασία). Οι δύο έννοιες λειτουργούν ως σύνδεσμος έμμεσης δικαιοδοσίας, υπό την έννοια ότι η διαπίστωσή τους δεν θεμελιώνει άμεση διεθνή δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για την αναγνώριση της αλλοδαπής διαδικασίας στο εθνικό κράτος, όπου ζητείται, και εφόσον συντρέχει, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να αναγνωρίσει την αλλοδαπή διαδικασία, ως κύρια ή μη κύρια αντίστοιχα.

II. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε στη με στοιχείο (I) μείζονα σκέψη της παρούσας, η απόφαση αναγνώρισης μίας αλλοδαπής διαδικασίας εκδίδεται από το εθνικό δικαστήριο εφόσον, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων δεν αντιτίθεται στη δημόσια τάξη (άρθρο 6 του Νόμου 3858/2010). Η δημόσια τάξη έχει εδώ στενότερη έννοια του ενδύεται στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (ΑΚ 33) και όχι την ευρύτερη, με την οποία απαντάται στους κλάδους του ουσιαστικού δικαίου, όπου και καταλαμβάνει όλους τους κανόνες αναγκαστικού δικαίου (Λ. Αθανασίου, Η διασυνοριακή πτώχευση της ναυτιλιακής επιχείρησης, Νομική Βιβλιοθήκη, έκδ. 2015, σ. 95). Αποτελεί κοινό τόπο ότι η δημόσια τάξη ως κώλυμα ανάπτυξης των υπερεδαφικών αποτελεσμάτων της αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, κατά τις διατάξεις του εσωτερικού δικονομικού διεθνούς δικαίου, περιλαμβάνει εξίσου την ουσιαστική όσο και τη δικονομική δημόσια τάξη (Π. Γιαννόπουλο, Διάκριση ουσιαστικής και δικονομικής δημόσιας τάξης ως κωλύματος αναγνώρισης σε «Η αντίθεση στην ουσιαστική δημόσια τάξη ως κώλυμα αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων στην Ελλάδα», έκδ. 2025, σ. 68-72). Η διάκριση δεν έχει μόνο θεωρητική αξία. Επί αντίθεσης στην ουσιαστική δημόσια τάξη το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη διάγνωση από την αλλοδαπή απόφαση των ουσιαστικών εννόμων συνεπειών, με τις οποίες επιλύεται η διαφορά, ενώ, επί αντίθεσης στη δικονομική δημόσια τάξη, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην ίδια τη διαδικασία της επίλυσης της διαφοράς και στις ενδεχόμενες παραβιάσεις των θεμελιωδών δικονομικών δικαιωμάτων των διαδίκων (Π. Γιαννόπουλο, ό.π.). Αντίθεση στη δικονομική δημόσια τάξη θεμελιώνεται, εφόσον η διαδικασία, που ακολουθήθηκε για την έκδοση της αλλοδαπής απόφασης, προσκρούει σε θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα, τα οποία, πέρα και ανεξάρτητα από τους συγκεκριμένους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες, εκφράζουν το κράτος δικαίου επί του πεδίου της απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης. Παράλληλα, αντίθεση στην ουσιαστική δημόσια τάξη, στοιχειοθετείται, εφόσον η ανάπτυξη στην ημεδαπή των συνεπειών της αλλοδαπής απόφασης αντιτίθεται ευθέως στην έννοια της ημεδαπής δημόσιας τάξης, υπό την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ θέτοντας σε κίνδυνο διαταραχής τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό σε περίπτωση εκτέλεσης στην ημεδαπή της αλλοδαπής απόφασης (Π. Γιαννόπουλο, ό.π.). Η αντίθεση στη δημόσια τάξη κρίνεται όχι από την εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων διαφορετικών από τις διατάξεις του ημεδαπού ουσιαστικού δικαίου, έστω και αν οι τελευταίες αφορούν στην εσωτερική δημόσια τάξη και αποτελούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, αλλά από το αν και κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η λύση που έδωσε η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην ελληνική επικράτεια έννομες συνέπειες που προσκρούουν σε θεμελιώδεις αρχές που κρατούν στην Ελλάδα σε ορισμένο χρόνο και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες κοινώς παραδεδειγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις στον Ελλαδικό χώρο και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα (ΑΠ 170/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 17/2008, ΑΠ 6/1990, ΑΠ 108/2001). Μόνο δε το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση, που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από το αλλοδαπό δικαστήριο ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας δε σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 17/1999, ΑΠ 170/2023, ΑΠ 662/2020, ΑΠ 2154/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σχετικά επισημαίνεται ότι αντικείμενο ελέγχου της επιφύλαξης της δημόσιας τάξης αποτελεί η αλλοδαπή απόφαση «in globo», ως κατακλείδα δηλαδή σειράς διαδικαστικών ενεργειών και ως εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου επί συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Ειδικότερα, η ουσιαστική δημόσια τάξη κατατείνει στη διαφύλαξη των εσωτερικών ουσιαστικών δικαιϊκών κανόνων, όταν δηλαδή ο αλλοδαπός κανόνας ή ο αλλοδαπός τίτλος αντιβαίνει σε ουσιώδεις αρχές του εσωτερικού δικαίου και η προσβολή των αρχών αυτών είναι αβάσταχτη για την έννομη τάξη του κράτους αναγνώρισης (Π. Γιαννόπουλο, Αντίθεση αλλοδαπής αποφάσεως στην ελληνική δημόσια τάξη λόγω επιδικάσεως υπέρμετρης δικαστικής δαπάνης (σκέψεις εξ αφορμής της ΕφΑΘ 6115/2005), Αρμ 11/2006.1833), ενώ η απαγόρευση αναγνώρισης αλλοδαπής απόφασης λόγω αντίθεσή της στη δικονομική ελληνική δημόσια τάξη έχει πρώτιστα συνδεθεί με την απαγόρευση παραβίασης κανόνα, που έχει συνταγματική προέλευση και ιδίως απορρέει από το πλέγμα των εγγυήσεων για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, δηλαδή η αντίθεση μιας αλλοδαπής απόφασης προς τη δικονομική δημόσια τάξη υφίσταται κατ’ αρχήν, όταν η διαδικασία, που ακολουθήθηκε για την έκδοση της αλλοδαπής απόφασης, προσκρούει σε θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, τα οποία πέρα και ανεξάρτητα από τους συγκεκριμένους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες εκφράζουν το κράτος δικαίου επί του πεδίου της απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης, ώστε να μη μπορεί να χαρακτηρισθεί η αλλοδαπή απόφαση ως δικαιοκρατική (ΑΠ 820/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 496/1994, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και όχι απλώς όταν κατά την απόδειξη ή την έκδοση της απόφασης τηρήθηκε άλλη διαδικασία από την καθοριζόμενη από τους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες (ΑΠ 247/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, στο σκληρό πυρήνα των θεμελιωδών δικονομικών δικαιωμάτων ανήκουν ιδίως οι αρχές της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας του δικαστή, της εκατέρωθεν ακρόασης, της ισότητας των όπλων και γενικά της χρηστής διεξαγωγής της δίκης, ενώ για να ορθοποδήσει η ρήτρα επιφύλαξης της (δικονομικής) δημόσιας τάξης θα πρέπει η παράβαση των ως άνω δικονομικών αρχών να μην ήταν δυνατό να προσβληθεί με ένδικα μέσα κατά της (αλλοδαπής) απόφασης, ενώπιον των δικαστηρίων της αλλοδαπής πολιτείας (ΟλΑΠ 11/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 579/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 496/1994, ό.π.). Τέλος, ως απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου νοείται κάθε δικαιοδοτική καταψηφιστική, κρίση οργάνου αλλοδαπής πολιτείας, που, κατά το δίκαιό της είναι επιφορτισμένο με την επίλυση ιδιωτικών διαφορών κατά προδιαγεγραμμένη, έστω και συνοπτική, διαδικασία ανεξάρτητα από τον τύπο ή την ονομασία της απόφασης ως τέτοιας ή διάταξης ή πράξης (ΑΠ 496/1994, ό.π.). Στην έννοια της «δικαστικής απόφασης» περιλαμβάνονται και οι αποκαλούμενες «διαταγές», που εκδίδει αγγλικό δικαστήριο υπό τη μορφή των «orders» ή «injunctions». Ειδικότερα, με τις πρώτες («orders») - εντασσόμενες στην ευρύτερη έννοια της δικαστικής απόφασης («decision») και διακρινόμενες από εκείνη υπό στενή έννοια («judgment») που επιλύει τελειωτικά την εισαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά - επιλύονται προκαταρκτικά ή παρεπόμενα ζητήματα που ανάγονται στη διαδικασία προς έκδοση ή προς εκτέλεση της τελειωτικής απόφασης, αποτελούν δε ρυθμιστικά δικονομικά μέτρα, όταν αντιμετωπίζουν ζητήματα της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου, ενώ όταν εκδίδονται στο πλαίσιο εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης αφενός διαγιγνώσκουν την ευθύνη του εναγομένου προς καταβολή του επιδικασθέντος ποσού και αφετέρου επιτάσσουν την εκτέλεσή της με απειλή χρήσης βίας και κρατικού καταναγκασμού. Αντίθετα, οι δεύτερες («injunctions») αποτελούν μέτρα προσωρινής δικαστικής προστασίας και αποσκοπούν να υποχρεώσουν τον καθ’ ου διάδικο είτε σε ενέργεια ορισμένης πράξης («mandatory injunctions») είτε σε παράλειψή της («prohibitory injunctions») (ΕφΠειρ 182/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από το σύνολο των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, [οι τελευταίοι δεν επιμελήθηκαν της εξέτασης μαρτύρων, είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων (εγγράφων) και τα ξενόγλωσσα έγγραφα χωρίς μετάφραση (ΑΠ 1627/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η πτώχευση, κατά το αγγλικό δίκαιο, είναι μία επίσημη διαδικασία αφερεγγυότητας στην Αγγλία και Ουαλία, η οποία περιλαμβάνει ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων ενός αφερέγγυου φυσικού προσώπου, γνωστού ως πτωχεύσαντος, και τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων του στους πιστωτές, ενώ η κύρια νομοθεσία, που διέπει τη διαδικασία πτώχευσης στην Αγγλία και Ουαλία, είναι ο νόμος περί αφερεγγυότητας του 1986. Πρόκειται για συλλογική διαδικασία, η οποία επιτρέπει την ομαλή είσπραξη, ρευστοποίηση και διανομή της περιουσίας ενός αφερέγγυου φυσικού προσώπου μεταξύ των μη ενέγγυων πιστωτών του για την πλήρη εξόφληση των χρεών του, ενώ θεσμοθετημένα καθήκοντα εκτελούνται από τον διαχειριστή της πτώχευσης. Σύμφωνα με το άρθρο 305 του ανωτέρω νόμου η πτωχευτική περιουσία περιέχεται αυτομάτως στον διαχειριστή της πτώχευσης (σύνδικο της πτώχευσης), ο οποίος είναι υπάλληλος του δικαστηρίου, και υπόκειται στον έλεγχό του, αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του διορισμού του, στην αρμοδιότητα του οποίου περιλαμβάνονται η ανάληψη, η ρευστοποίηση και η διανομή της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία περιέρχεται αυτομάτως σε αυτόν, χωρίς καμία εκχώρηση ή μεταβίβαση. Όσον αφορά δε στην ένδικη περίπτωση, με την (ενσωματωθείσα σε αντίγραφο επίσημης μετάφρασης στην ένδικη αίτηση) με στοιχεία … Απόφαση/Διαταγή/Εντολή Πτώχευσης του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας (Υποθέσεις Εμπορικού και Εμπράγματου Δικαίου, Αφερεγγυότητας και Εταιριών, Τμήμα Εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών), ξεκίνησε στο Ηνωμένο Βασίλειο η διαδικασία κήρυξης της πτώχευσης του οφειλέτη …, γεννηθέντος την …, στη Θεσσαλονίκη, κατοίκου Λονδίνου, κατόπιν αίτησης της πιστώτριας του …, η οποία υποβλήθηκε ενώπιον του «Αλλοδαπού Δικαστηρίου» την 03.09.2020. Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν ακρόασης τόσο της αιτούσας όσο και του οφειλέτη δια των συνηγόρων τους. Σύμφωνα με το από 27.08.2021 πιστοποιητικό διορισμού της Υπηρεσίας Φερεγγυότητας («insolvency Service»), επικυρωμένο αντίγραφο του οποίου, με επίσημη μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα, επισυνάφθηκε στην ένδικη αίτηση και τις διατάξεις του ως άνω αλλοδαπού νόμου, διορίστηκε σύνδικος της πτώχευσης ο … ως διαχειριστής της πτωχευτικής περιουσίας του …την 27.08.2021 με απόφαση των πιστωτών της πτωχευτικής περιουσίας. Ακολούθως, ο πτωχεύσας οφειλέτης υπέβαλε αίτηση για την ακύρωση της σε βάρος του της εκδοθείσας «Εντολής Πτώχευσης» την 08.02.2021 στο «Αλλοδαπό Δικαστήριο», η οποία και απορρίφθηκε. Λόγω δε της αδυναμίας του τελευταίου να συνεργαστεί, ως είχε νόμιμη υποχρέωση, στις εργασίες της πτωχευτικής διαδικασίας, ο ως άνω αρχικός αλλοδαπός σύνδικος πτώχευσης υπέβαλε την 20.12.2021 αίτηση στο «Αλλοδαπό Δικαστήριο» για την έκδοση διαταγής αναστολής της αυτόματης απαλλαγής του οφειλέτη από την πτώχευση. Η υπόθεση προσδιορίστηκε για ακρόαση την 06.01.2022 και εκδόθηκε αυθημερόν προσωρινή διαταγή για την ως άνω αναστολή (υπόθεση …). Στη συνέχεια την 19.01.2023 ο ανωτέρω αλλοδαπός σύνδικος πτώχευσης υπέβαλε νέα αίτηση στο «Αλλοδαπό Δικαστήριο» για την επ’ αόριστον αναστολή της αυτόματης απαλλαγής του οφειλέτη από την πτώχευση. Η υπόθεση προσδιορίστηκε να δικαστεί την 27.01.2023 και ο πτωχεύσας οφειλέτης δεν παρέστη, παρότι είχε λάβει γνώση, αντ’ αυτού απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο «Αλλοδαπό Δικαστήριο» με συνημμένα έγγραφα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη. Εξάλλου, δυνάμει της από 27.01.2023 εντολής, με αριθμό αναφοράς …, εκδόθηκε επ’ αόριστον η αναστολή της απαλλαγής του πτωχεύσαντος οφειλέτη από τα χρέη του, με βάση το αγγλοσαξωνικό δίκαιο, καθώς επίσης ένταλμα σύλληψής του την 11.01.2022, λόγω της μη συνεργασίας και της μη παρουσίας του στις εντολές δημόσιας ακρόασης του, με βάση το ανωτέρω αλλοδαπό δίκαιο, όπως η προαναφερόμενη διαδικασία, εκτίθεται αναλυτικά στην από 29.07.2024 (NS1) έκθεση του αρχικού αλλοδαπού συνδίκου …, που προσκομίζεται σε επικυρωμένο αντίγραφο και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα. Ειδικότερα δε κατά τη συνεδρίαση του «Αλλοδαπού Δικαστηρίου» την 27.01.2023 εκδόθηκε διαταγή, η οποία ανέστειλε επ’ αόριστον την αυτόματη απαλλαγή του οφειλέτη από την πτώχευση, έως τούτο αυτός (αλλοδαπός σύνδικος πτώχευσης), επιβεβαιώσει στο δικαστήριο εγγράφως ότι ο οφειλέτης έχει συνεργαστεί μαζί του σε κάθε θέμα, που του ζητήθηκε ή έως ότου το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Τα ανωτέρω αποτυπώθηκαν στην ευρισκόμενη σε ισχύ με στοιχεία …/27.01.2023 διαταγή του «Αλλοδαπού Δικαστηρίου». Επειδή, ωστόσο, ο πτωχεύσας οφειλέτης παραμένει μέχρι και σήμερα μη συνεργάσιμος με τον αλλοδαπό σύνδικο της πτώχευσης, η απαλλαγή του από την πτώχευση παραμένει σε αναστολή. Έκτοτε ουδεμία διαδικαστική πράξη έχει λάβει χώρα, με αποτέλεσμα η «Εντολή Πτώχευσης» να εξακολουθεί να βρίσκεται σε πλήρη ισχύ. Μετά δε την έκδοση της με αριθμό 17474/2024 μη οριστικής απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έχει διοριστεί νέος αλλοδαπός σύνδικος πτώχευσης ο ήδη εφεσίβλητος … με αριθμό μητρώου Ένωσης Διαχειριστών σε διαδικασίες αφερεγγυότητας στην Αγγλία και Ουαλία …, μέλος της εταιρίας «…», με εταιρικό αγγλικό Α.Φ.Μ. …, ο οποίος δύναται να ενεργεί από κοινού ή μεμονωμένα με τον έτερο συνδιαχειριστή πτώχευσης …, όπως προκύπτει από το νέο από 17.01.2025 πιστοποιητικό διορισμού διαχειριστή/συνδίκου, που προσκομίζεται τόσο σε επικυρωμένο αντίγραφο όσο και σε επίσημη μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πτωχεύσας οφειλέτης διαθέτει στην Ελλάδα την ακόλουθη ακίνητη περιουσία: α) την πλήρη κυριότητα μίας θέσης στάθμευσης εμβαδού 22.500 τ.μ. (όροφος -1), που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού …, την οποία απέκτησε, με το με αριθμό …/09.10.2007 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης και β. την πλήρη κυριότητα ενός διαμερίσματος εμβαδού 111,820 τ.μ., του πέμπτου ορόφου, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού …, που απέκτησε, με το με αριθμό …/09.10.2007 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης. Επί των ως άνω ακινήτων υφίστανται: α) προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας …. ποσού 960.000,00 € για ασφαλιζόμενη απαίτηση ύψους 800.000,00 €, η οποία εγγράφηκε, με τη με αριθμό …/24.12.2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έχει καταχωρηθεί στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο .. και με αύξοντες αριθμούς 90 και 89 και β) συναινετική προσημείωση υποθήκης υπέρ της μητρός του πτωχεύσαντος οφειλέτη …, ποσού 1.100.000,00 €, που εγγράφηκε, με το με αριθμό …/19.09.2025 πρακτικό διαμεσολάβησης καταχωρηθέντος την 02.10.2025. Εξάλλου, στη θέση στάθμευσης έχει εγγράφει ήδη και υποθήκη υπέρ ΑΑΔΕ- ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Θεσσαλονίκης, για το ποσό των 28.580,36 €, που καταχωρήθηκε την 06.10.2025. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών, με τον πρώτο λόγο έφεσής του, προσάπτει σφάλμα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη, έκρινε εαυτό κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης, καθόσον αυτός, κατά τον χρόνο κατάθεσής της, δεν διέθετε στο κράτος υποδοχής (Ελλάδα), κάποιας μορφής εγκατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο στ’ του Νόμου 3858/2010, και επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θα έπρεπε να κρίνει εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης και να παραπέμψει αυτήν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο τυγχάνει κατά τόπο αρμόδιο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 905§1 του ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε στη με στοιχείο (I) μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι δυνατή η θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου εκείνου, που δικάζει την αίτηση αναγνώρισης της αλλοδαπής κύριας διαδικασίας πτώχευσης στην Ελλάδα, κατά τον Νόμο 3858/2010, στην περιφέρεια του οποίου ο πτωχεύσας οφειλέτης έχει αποδεδειγμένα περιουσιακά στοιχεία, τούτο δε, κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 40 του ΚΠολΔ, στο οποίο προβλέπεται η δωσιδικία της περιουσίας, και η οποία παραμερίζεται μόνο στις περιπτώσεις της ενωσιακής πτώχευσης, (Ε. Μπαλογιάννη, σε X. Απαλαγάκη-Σ. Σταματόπουλο, σε Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μετά τους Νόμους 4842 και 4855/2021, άρθρο 40, παρ. VII, σ. 151). Μόνον δε αν δεν υφίστανται τέτοια περιουσιακά στοιχεία στην περιφέρεια οποιουδήποτε δικαστηρίου του κράτους υποδοχής (Ελλάδα), κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο τυγχάνει το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ'αναλογική εφαρμογή του άρθρου 905 §1 του ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη, έκρινε εαυτό κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης, έστω και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, ο πτωχεύσας οφειλέτης, δυνάμει δικαστικής απόφασης, (η οποία τεκμαίρεται γνήσια, κατ’ άρθρο 16 §1 του Νόμου 3858/2010), έχει υπεισέλθει σε συλλογική διαδικασία ικανοποίησης των πιστωτών του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Περαιτέρω δε, αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει η προϋπόθεση, που προβλέπεται από το άρθρο 17§2 περ. α’ του Νόμου 3858/2010, που ορίζει ότι : « Η αλλοδαπή διαδικασία αναγνωρίζεται ως αλλοδαπή κύρια διαδικασία, αν διεξάγεται στο Κράτος όπου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του», για την αναγνώριση της αλλοδαπής κύριας διαδικασίας πτώχευσης σε βάρος του πτωχεύσαντος οφειλέτη, καθόσον, και σύμφωνα με την άποψη που θεωρεί ως ορθότερη το παρόν Δικαστήριο, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης (έκδοσης της «Εντολής Πτώχευσης») από το «Αλλοδαπό Δικαστήριο», στο Ηνωμένο Βασίλειο την 02.02.2021, το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του πτωχεύσαντος οφειλέτη βρισκόταν πράγματι στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθόσον, κατά τον αυτόν χρόνο ετύγχανε μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της αλλοδαπής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης «....» με έδρα την Αγγλία και είχε δημιουργήσει μεγάλο κύκλο πιστωτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς επίσης και σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, όπως ακίνητα και μετοχές, καθώς επίσης και ότι επρόκειτο για αίτηση αναγνώρισης κύριας διαδικασίας αλλοδαπής πτώχευσης. Αντίθετα, ο πτωχεύσας οφειλέτης και εκκαλών δεν ανταπέδειξε, δεδομένου ότι το άρθρο 16 §1 του Νόμου 3858/2010 καθιερώνει τεκμήριο, επιτρεπομένης της ανταπόδειξης, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη με στοιχείο (I) μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι κατά τον χρόνο κήρυξης της αλλοδαπής κύριας διαδικασίας πτώχευσης, το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του δεν βρίσκονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις προσκομιζόμενες ενώπιον του αποδείξεις εκτίμησε. Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο εκκαλών, με τον τρίτο λόγο έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, που δεν απέρριψε την αίτηση, ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 6 του Νόμου 3858/2010, καθόσον η αναγνώριση της αλλοδαπής κύριας πτωχευτικής διαδικασίας προσβάλλει την ελληνική δικονομική δημόσια τάξη, διότι η βασική διαταγή («order»), δηλαδή η «Εντολή Πτώχευσης» περιορίζεται σε κείμενο μίας σελίδας, το δε περιεχόμενό της δίνει περισσότερο την εντύπωση πιστοποιητικού ή διαπιστωτικής πράξης και λιγότερο κείμενο δικαστικής απόφασης, όπως γίνεται κατανοητό στην ελληνική έννομη τάξη. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη με στοιχείο (II) μείζονα σκέψη της παρούσας στην έννοια της «δικαστικής απόφασης» περιλαμβάνονται και οι αποκαλούμενες «διαταγές» που εκδίδει αγγλικό δικαστήριο, υπό τη μορφή των «orders». Επομένως, δικαστική απόφαση θεωρείται και η με στοιχεία …/ 02.02.2021 Απόφαση /Διαταγή/ Εντολή (Order) πτώχευσης του «Αλλοδαπού Δικαστηρίου» της Αγγλίας και Ουαλίας (Υποθέσεις Εμπορικού και Εμπράγματου Δικαίου, Αφερεγγυότητας και Εταιριών), η οποία συνιστά κρίση δικαιοδοτικού οργάνου, δυνάμει της οποίας εκκίνησε η σχετική αλλοδαπή διαδικασία πτώχευσης, που εμπεριέχει έστω και συνοπτική αιτιολογία και διατακτικό. Σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι η συγκεκριμένη «Εντολή Πτώχευσης» αποτελείται από μία σελίδα δεν συνεπάγεται ότι αυτή αντίκειται στην δικονομική δημόσια τάξη, δεδομένου ότι η εγκυρότητα μίας αλλοδαπής απόφασης, κρίνεται με βάση το δίκαιο της πολιτείας, στην οποία εκδόθηκε και είναι αδιάφορο για την υπόστασή της αν φέρει ή όχι την από τους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες καθοριζόμενη μορφή, έστω και αν οι τελευταίοι αφορούν στην εσωτερική δημόσια τάξη και έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου (πρβλ. ΑΠ 496/1994, ό.π.). Επιπροσθέτως, αντίθεση στη δικονομική δημόσια τάξη δεν θεμελιώνεται, εφόσον η διαδικασία, που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση για την έκδοση της αλλοδαπής απόφασης («order»), δεν προσκρούει σε θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, εκδόθηκε κατόπιν ακρόασης τόσο του συνηγόρου της αιτούσας όσο και του συνηγόρου του πτωχεύσαντος οφειλέτη. Εξάλλου, ο τελευταίος, στη συνέχεια υπέβαλε, όπως ήδη αναφέρθηκε, αίτηση ακύρωσης ενώπιον του «Αλλοδαπού Δικαστηρίου», η οποία απορρίφθηκε. Ακολούθως, και λόγω της μη συνεργασίας του, σύμφωνα με τις εντολές, με βάση το αλλοδαπό δίκαιο και της μη παρουσίας του, εκδόθηκε την 11.01.2022 ένταλμα σύλληψης σε βάρος του. Τέλος, ο εκκαλών δεν επικαλείται παραβίαση των αρχών της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας του Δικαστή του αλλοδαπού δικαστηρίου, της ισότητας των όπλων και γενικά της χρηστής διεξαγωγής της δίκης. Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και ειδικότερα από την από 29.07.2024 δήλωση του αρχικού αλλοδαπού συνδίκου πτώχευσης του πτωχεύσαντος οφειλέτη …., προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, νομίμως μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα, προκύπτει με σαφήνεια όλη η προβλεπόμενη από το αγγλικό δίκαιο πορεία της πτωχευτικής διαδικασίας, που ακολουθήθηκε για τον πτωχεύσαντα οφειλέτη. Με τον τρίτο λόγο έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει την αίτηση, ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 6 του Νόμου 3858/2010, διότι η αναγνώριση της αλλοδαπής πτωχευτικής διαδικασίας έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική ουσιαστική δημόσια τάξη και συγκεκριμένα με το ισχύον νομοθετικό καθεστώς στην ελληνική έννομη τάξη, και ειδικότερα με τα άρθρα 192 και 193 του ΠτΚ, (Νόμος 4738/2020), καθόσον στο αγγλικό δίκαιο αφερεγγυότητας προβλέπεται η έννομη συνέπεια της απαγόρευσης της απαλλαγής του οφειλέτη από την πτώχευση «εις το διηνεκές».

Σε σχέση με τον ανωτέρω τρίτο λόγος έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να λεχθεί ότι ο έλεγχος της προκείμενης αλλοδαπής κύριας πτωχευτικής διαδικασίας στη δημόσια τάξη εξαντλείται αποκλειστικά στο κατά πόσο η αλλοδαπή διαδικασία πτώχευσης «in globo», ως προϊόν μίας αλλοδαπής έννομης τάξης έρχεται σε αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές της ημεδαπής έννομης τάξης, υπό την έννοια που εκτέθηκε στη με στοιχείο (II) μείζονα σκέψη της παρούσας, γεγονός, που δεν διαπιστώνεται στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, δεν διαγιγνώσκεται σύγκρουση μεταξύ των διατάξεων του αγγλικού δικαίου και του ελληνικού δικαίου για την πτώχευση, διότι από τις ίδιες διατάξεις των άρθρων 192 και 193 του Νόμου 4738/2020, τις οποίες επικαλείται ο εκκαλών, προκύπτει ότι στην ελληνική έννομη τάξη ο θεσμός της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη της πτώχευσης και της άρσης των συνεπειών της επιδοκιμάζεται και προκρίνεται πλέον νομοθετικά, προβλέπεται δε αυτοδικαίως μετά από τριετία από την κήρυξη της πτώχευσης, αλλά παράλληλα προβλέπεται η δυνατότητα προσφυγής του πιστωτή κατά της απαλλαγής αυτής, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση, που ο πτωχεύσας οφειλέτης δεν συνεργάζεται με τα όργανα της πτώχευσης κατά ρητή πρόβλεψη και περιοριστική απαρίθμηση των περιπτώσεων ανατροπής της αυτοδίκαιης απαλλαγής του άρθρου 193 §1 του Νόμου 4738/2020. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 27.01.2023 Εντολής του «Αλλοδαπού Δικαστηρίου», αποφασίστηκε μετά από ακρόαση του συνδίκου και κλήτευση του πτωχεύσαντος οφειλέτη η επ’ αόριστον αναστολή της καταρχήν αυτόματης απαλλαγής του έως ότου ο αλλοδαπός σύνδικος επιβεβαιώσει εγγράφως ότι ο πτωχεύσας οφειλέτης συνεργάζεται μαζί του δεόντως και πλήρως, για τους σκοπούς της πτώχευσης ή μέχρι το Δικαστήριο να αποφασίσει διαφορετικά, ήτοι να άρει την αναστολή. Συνεπώς, τόσο στην ελληνική δημόσια τάξη, όσο και στη βρετανική δημόσια τάξη αναγνωρίζεται ο θεσμός της απαλλαγής, χωρίς για την κρίση του Δικαστηρίου αυτού να ασκεί επιρροή ότι στην ελληνική έννομη τάξη η απαλλαγή αποτελεί καταρχήν τον κανόνα, κανόνας, που άλλωστε προκύπτει από την ανάγνωση της Έκθεσης του αλλοδαπού συνδίκου ότι ισχύει καταρχήν και στο οικείο αλλοδαπό δίκαιο. Ειδικότερα, κατά τα διαλαμβανόμενα στη δήλωση του αρχικού συνδίκου : «Σύμφωνα με το άρθρο 278 και 279 του νόμου, η πτώχευση αρχίζει με την έκδοση εντολής πτώχευσης και διαρκεί συνήθως για περίοδο ενός έτους οπότε συνήθως το φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται αυτομάτως από τα χρέη κατά την πρώτη επέτειο της εντολής πτώχευσης. Στην προκειμένη περίπτωση η αυτόματη απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη έχει ανασταλεί επ’ αόριστον ως αποτέλεσμα μη συνεργασίας του και ο οφειλέτης παραμένει πτωχεύσας χωρίς απαλλαγή, όπως εξηγήθηκε νωρίτερα στην παρούσα δήλωση..». Δηλαδή, κατά το αγγλικό δίκαιο, ως κύρωση της άρνησης του πτωχού για συνεργασία με τον σύνδικο της πτώχευσης για τις ανάγκες της εξέλιξης της πτωχευτικής διαδικασίας, προβλέπεται, μετά από αίτηση του συνδίκου και ακρόαση του πτωχεύσαντος οφειλέτη, η έκδοση από το «Αλλοδαπό Δικαστήριο» διαταγής αναστολής της αυτόματης απαλλαγής του οφειλέτη από την πτώχευση έως ότου επιβεβαιώσει ο σύνδικος στο δικαστήριο εγγράφως ότι ο πτωχεύσας οφειλέτης έχει συνεργαστεί μαζί του σε κάθε θέμα που του ζητήθηκε ή έως ότου το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Τέλος, το ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε σε βάρος του πτωχεύσαντος οφειλέτη, στα πλαίσια της αλλοδαπής κύριας πτωχευτικής διαδικασίας, δεν αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη, διότι και στο ελληνικό δικονομικό δίκαιο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1047§1 του ΚΠολΔ, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης η προσωπική κράτηση, η οποία δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με τον Νόμο 2462/1997. Εξάλλου, η προσωπική κράτηση, ως μέσο εκτέλεσης αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 1/2009, ΑΠ 1353/2011, ΑΠ 29/2020, ΤΝΠ Νόμος), ενώ δεν αποκλείεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάσσει την προσωπική κράτηση λόγω πτώχευσης του οφειλέτη (ΑΠ 1353/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, η έκδοση εντάλματος σύλληψης σε βάρος του πτωχεύσαντος οφειλέτη, κατά το αγγλικό δίκαιο, είναι συμβατή με ανάλογη ρύθμιση, που ισχύει και στο ελληνικό δικονομικό δίκαιο. Συνεπώς, η αλλοδαπή διαδικασία πτώχευσης, της οποίας ζητήθηκε η αναγνώριση ως κύρια πτωχευτική διαδικασία στην Ελλάδα δεν αντίκεται ούτε στη δικονομική ούτε στην ουσιαστική ελληνική δημόσια τάξη. Συνακόλουθα και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις με στοιχεία (I) και (II) μείζονες σκέψεις της παρούσας, πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αλλοδαπής κύριας πτωχευτικής διαδικασίας στην Ελλάδα σε βάρος του πτωχεύσαντος οφειλέτη και ήδη εκκαλούντος, εφόσον αποδείχθηκε ότι: α) η αλλοδαπή διαδικασία, της οποίας ζητείται η αναγνώριση στην Ελλάδα, είναι συλλογική δικαστική διαδικασία, κατά την έννοια της περίπτωσης α του άρθρου 2 του Νόμου 3858/2010, και μάλιστα κύρια, κατά την έννοια της περίπτωσης β του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, β) ο αλλοδαπός σύνδικος που ζήτησε την αναγνώριση είναι πρόσωπο, κατά την έννοια της περ. δ. του άρθρου 2 του Νόμου 3858/2010, γ) συνυποβλήθηκαν μαζί με την αίτηση τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Νόμου 3858/2010 στοιχεία, δ) η αίτηση υποβλήθηκε στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και ε) η αλλοδαπή διαδικασία δεν αντιτίθεται στην δικονομική και ουσιαστική ελληνική δημόσια τάξη (άρθρο 6 Νόμου 3858/2010). Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια και δέχθηκε την αίτηση ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, έστω και με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία, που συμπληρώνεται από τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος έφεσης, και ως προς τα δύο σκέλη του, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως και το αίτημα του εκκαλούντος να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της έφεσης, προκειμένου να προσκομιστεί νομική πληροφορία, σχετική με την αλλοδαπή πτωχευτική διαδικασία. Περαιτέρω, ο κλητευθείς, με διαταγή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, …, στον οποίο κοινοποιήθηκε η ένδικη έφεση, παρασταθείς, κατά την παρούσα δίκη, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου προτάσεις του, ισχυρίζεται ότι επί σχετικής αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του πτωχεύσαντος οφειλέτη, εκδόθηκε η με αριθμό 11704/2023 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του και υποχρεώθηκε ο ανωτέρω να του καταβάλλει το ποσό των 76.074,40 €, ως αποζημίωση για υλική ζημία και το ποσό των 6.000,00 €, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κηρυχθείσας προσωρινά εκτελεστής, κατά το ποσό των 40.000,00 €· Ότι κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε έφεση και ότι προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος ενός διαμερίσματος στη Θεσσαλονίκη και μίας θέσης στάθμευσης, της ίδιας οικοδομής του πτωχεύσαντος οφειλέτη. Ότι επί της ως άνω έφεσης εκδόθηκε η με αριθμό 405/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως έγινε δεκτή η αγωγή του και υποχρεώθηκε ο πτωχεύσας οφειλέτης να του καταβάλλει το ποσό των 74,40 € ως αποζημίωση για υλική ζημία και το ποσό των 2.500,00 €, ως χρηματική ικανοποίηση και ότι στη συνέχεια αυτός άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, και επέστρεψε στον πτωχεύσαντα οφειλέτη το ποσό των 37.425,60 €, ενώ συναίνεσε και στη συμβολαιογραφική άρση της επιβληθείσας κατάσχεσης. Ζητεί δε από το παρόν Δικαστήριο να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, που θα καθιστά εφικτή την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησής του. Ωστόσο, αντικείμενο της δίκης στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι η δικονομική αξίωση, που έχει προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, η οποία επιτυγχάνεται με την έκδοση απόφασης του δικαστηρίου επί του προβαλλόμενου αιτήματος. Η έφεση, επομένως, δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο δίκης, αλλά αποτελεί, αναλόγως του αν η πρωτοβάθμια δίκη ήταν δυσμενής ή ευμενής για όποιον ζήτησε δικαστική προστασία ή τον αντίδικό του, μέσο τελικής επίτευξης ή αντιθέτως, ματαίωσης της δικονομικής ως άνω αξίωσης, με την υποβολή της σε νέα δευτεροβάθμια κρίση, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εντός των ορίων που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και δεν μεταβιβάζεται ολόκληρη η υπόθεση, αλλά μόνο στην έκταση, που καθορίζεται από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους που περιέχονται στο δικόγραφο της καθώς και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων (ΑΠ 1514/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προσβάλλονται με την έφεση, δεν μπορούν καταστούν αντικείμενο έρευνας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 781/2017, ΤΝΠ QUALEX, ΑΠ 782/2019, ΤΝΠ QUALEX). Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί χωρίς άσκηση έφεσης κατά της εκκαλουμένης, που απέρριψε τα σχετικά αιτήματά του ..., για τον λόγο ότι ο Άρειος Πάγος δεν συνιστά τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας, ώστε να κριθεί εκ νέου η ύπαρξη της αξίωσης, να ικανοποιήσει τα σχετικά αιτήματά του, τα οποία για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, κρίνονται απορριπτέα. Κατόπιν τούτων, πρέπει, και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, να απορριφθεί η ένδικη έφεση στο σύνολό της, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Περαιτέρω, ο εκκαλών πρέπει, λόγω της ήττας του στην παρούσα δίκη, να καταδικαστεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσιβλήτου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά νομική και ουσιαστική παραδοχή σχετικού προς τούτο αιτήματος του, που διατυπώθηκε με τις προτάσεις του, κατ’ εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 176, 183 και 191 §2 του ΚΠολΔ, καθόσον οι προβλέψεις του άρθρου 746 του ίδιου κώδικα, που ορίζει ότι : «Τα έξοδα επιβάλλονται σε βάρος του αιτούντος εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί για το συμφέρον του, αλλιώς σε βάρος εκείνου προς το συμφέρον του οποίου έχει υποβληθεί. Τα έξοδα μπορεί να επιβληθούν όλα ή κατά ένα μέρος σε βάρος του υπαιτίου για τη διεξαγωγή της δίκης», αφορούν στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, που διεξάγονται χωρίς αντιδικία (γνήσιες), δηλαδή όταν δεν εφαρμόζεται η ισχύουσα στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία αρχή της ήττας (ΟλΑΠ 7/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 495§3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου του Δημοσίου, που κατέθεσε ο εκκαλών για την άσκηση της έφεσής του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην της πρώτης των προς ους η κοινοποίηση της έφεσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.» και αντιμωλία των διαδίκων και του δευτέρου των προς ους η κοινοποίηση της έφεσης ….

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 21.11.2025 έφεση κατά της με αριθμό 44952/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ερήμην της κλητευθείσας με διαταγή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.» και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 48582/2025 διορθωτική απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου και κατά της συμπροσβαλλομένης με αριθμό 17474/2024 μη οριστικής απόφασής του.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσιβλήτου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) €.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του με αριθμό ...παράβολου του Δημοσίου, ποσού εκατόν πενήντα (150,00) €, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα για την άσκηση της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη την 2α Ιουνίου του έτους 2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον ίδιο τόπο την 9η Ιουλίου του έτους 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]