ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Γεώργιο Μαυράκη, Πρωτόδικη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Πρόεδρο Πρωτοδικών, και από τον Γραμματέα Δημήτριο Τσάκα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση, με αντικείμενο αξιώσεις από αδικοπραξία, μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : Μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία «……. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ» και με τον διακριτικό τίτλο «….. MON. ΙΚΕ», που εδρεύει στην ….ς, οδός ….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με Α.Φ.Μ. …., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε εμπροθέσμως προτάσεις, κατ’ άρθρο 237 § 1 ΚΠολΔ, διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Γεωργίου Διόλατζη (Α.Μ. Δ.Σ. Θεσσαλονίκης ….. - αριθ. γραμματίου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Θ. ……/2024), δυνάμει της από 4-6-2024 εξουσιοδότησης περί παροχής πληρεξουσιότητας του Ευάγγελου Μιχαρικόπουλου, νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, με βεβαίωση επ' αυτής του γνησίου της υπογραφής του, σε συνδυασμό με το με αριθ. πρωτ. ……./18-1-2023 αναλυτικό πιστοποιητικό εκπροσώπησης της ενάγουσας, εκδοθέν από την Υπηρεσία Γ.Ε.Μ.Η. του Εμπορικού & Βιομηχανικού Επιμελητηρίου …...
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και με τον διακριτικό τίτλο «…… Α.Ε.», που εδρεύει στο ….., οδός …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με Α.Φ.Μ. ….., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε εμπροθέσμως προτάσεις, κατ’ άρθρο 237 § 1 ΚΠολΔ, διά το πληρεξουσίου της δικηγόρου Θεόδωρου Ζέρβα (Α.Μ. Δ.Σ. Θεσσαλονίκη ….. - αριθ. γραμματίου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.€ …./2024), δυνάμει της από 23-5-2024 παροχής πληρεξουσιότητας του Νικολάου εκπροσώπου της εναγομένης, με βεβαίωση επ'
υπογραφής του, σε συνδυασμό με τη με αριθ. πρωτ. ……/17-10-2023 ανακοίνωση καταχώρησης στο Γ.Ε.Μ.Η. του από 13-10-2023 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης περί συγκρότησης σε σώμα αυτού, εκδοθείσα από την Υπηρεσία Γ.Ε.Μ.Η. του Επιμελητηρίου ......
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 15-1-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../6-2-2024 αγωγή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε, δυνάμει της από 2-10-2024 πράξης ορισμού δικασίμου και εισηγητή του Προέδρου Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου τούτου, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό 1.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπει1 αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από, δε, τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Πρέπει, περαιτέρω, να αναφέρονται, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 252/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ διαφυγόν κέρδος είναι εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους πρέπει να πιθανολογηθούν (ΑΠ 325/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) το μέγεθος του αναμενόμενου κέρδους και η απώλεια του (Αστ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, I, 2007, σ. 145 επ.). Από την ίδια διάταξη σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την οποία συνάγεται ότι αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των περιστατικών, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν την ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 192/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), προκύπτει περαιτέρω ότι για την πληρότητα της περί επιδικάσεως διαφυγόντος κέρδους αγωγής, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτήν τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Προς το σκοπό αυτό απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, το οποίο θα είχε πραγματοποιηθεί αν δεν είχε μεσολαβήσει τα ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ 1454/2021, ΑΠ 60/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 853/2014 Ε7/2014.1296, ΑΠ 1063/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 390/2004, ΕλλΔνη 2005.1656). Πράγματι, για την αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας ο νομοθέτης δεν αρκείται στον απλό υπολογισμό μιας αριθμητικής ποσότητας, που παριστά το διαφυγόν κέρδος, ούτε στην απλή προσδοκία κτήσεως του, αλλά απαιτεί το κέρδος να παρίσταται με βασιμότητα πιθανό και όχι απλώς ελπιζόμενο ή ενδεχόμενο ή, πολύ περισσότερο, τυχαίο (ΑΠ 1105/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 869/2013 ΝοΒ 2013.2500, ΑΠ 1364/2013 ΔΕΕ 2014.56, ΑΠ 1101/2012 ΧρΙδΔ 2013.24, ΕφΠειρ 638/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με βάση αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι η συνήθης πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 611/2008 ΕΠολΔ 2008.709). Τούτο σημαίνει ότι κατά το χρόνο επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος πρέπει (να εκτίθεται ότι) υφίσταται ήδη μια έννομη σχέση ή κατάσταση, η οποία, αν εξακολουθούσε ομαλά, θα ήταν πρόσφορη να εξασφαλίσει αιτιωδώς στο μέλλον προσόδους στο δικαιούχο ίσες προς αυτές, που δικαστικώς επιδιώκει (ΕφΠειρ 638/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ’ αυτό άυλων αγαθών. Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ προστασία, η οποία συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια (ΑΠ 265/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 526/2010 Αρμ 2011.1126). οκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον. Το αν συνέβη αυτό πρέπει να το αποδείξει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο η ενάγουσα εταιρία, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα σε ενδιάθετο αίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μία συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 923/2019, ΑΠ 730/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 604/2008 Αρμ 2010.373, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΕρμΑΚ, άρθρ. 932 III αρ. 1 σελ. 817). Θα πρέπει, δηλαδή, το νομικό πρόσωπο για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένη υλική ζημία (ΕφΘεσ 1297/2022, ΕφΠειρ 352/2021, ΕφΘεσ 1790/2019, Εφ Λαρ 85/2016, ΕφΠειρ. 541/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γ. Γεωργιάδηςσε ΣΕΑΚ τομ. I, άρθρ. 932, αριθμ. 22).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι δραστηριοποιείται στην εμπορία ιατρικών ειδών, μηχανημάτων και αναλωσίμων, σε συνεργασία με παρεμφερείς ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρίες, και τυγχάνει αποκλειστικός εισαγωγέας και αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της γερμανικής πολυεθνικής εταιρίας BBRAUN. Ότι σύναψε το έτος 2017 με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σύμβαση παροχής υγειονομικού υλικού και ιατροτεχνολογικών προϊόντων, με αντικείμενο τη ρύθμιση της διαδικασίας προμήθειας υγειονομικού υλικού και ιατροτεχνολογικών προϊόντων, και την αποζημίωση της σχετικής δαπάνης μετά την είσπραξη της συμμετοχής του ασφαλισμένου, όπου αυτή προβλέπεται, σύμφωνα με τον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Ότι στις 5-6-2020 απεστάλησαν σ' αυτήν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ατομικά ειδοποιητήρια, δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκε στο όνομα της ενάγουσας μια συνολική οφειλή clawback κατά το άρθρο 100 του Ν. 4172/2013 περί εφαρμογής μηχανισμού αυτόματης επιστροφής, για το έτος 2018, ποσού 227.635,56 ευρώ για το Α’ εξάμηνο και ποσού 134.597,51 ευρώ για το Β' εξάμηνο, και συνολικά 362.233,07 ευρώ. Ότι διαπίστωσε ότι σε σχέση με τη διάθεση- πώληση των προϊόντων της προς την εναγόμενη, η οποία προμηθεύτηκε αποκλειστικά από την ενάγουσα προϊόντα της εταιρίας BBRAUN που αντιπροσωπεύει αυτή (ενάγουσα) αποκλειστικά στην Ελλάδα, υπάρχουν τεράστιες αποκλίσεις τόσο ως προς τις ποσότητες των υλικών που έχουν διατεθεί στους ασφαλισμένους του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όσο και στα ποσά και στις αξίες των προϊόντων που της πώλησε. Ότι από τις καταστάσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προκύπτει ότι αυτός της καταλόγισε οφειλές clawback για το έτος 2018 για πωλήσεις προϊόντων BBRAUN που δεν έγιναν προς την εναγόμενη και άρα για υπέρβαση δαπάνης του προϋπολογισμού του, οι οποίες δηλαδή είναι πλασματικές-εικονικές. Ότι η εναγόμενη ως εταιρία συμβεβλημένη με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χρέωσε στον τελευταίο χιλιάδες ευρώ για προϊόντα της BBRAUN αποκλειστικής εισαγωγής της ενάγουσας, τα οποία θα έπρεπε να είχε αγοράσει από αυτήν και φέρεται να τα μεταπώλησε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., πλην, όμως, τα προϊόντα αυτά δεν τα παρέδωσε ποτέ στους ασφαλισμένους του, αφού ποτέ δεν τα αγόρασε η εναγόμενη από αυτήν ή αγόρασε κάποιες ποσότητες προϊόντων και τιμολόγησε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., πολλαπλάσιες από τις πραγματικά αγορασθείσες. Ότι τα προϊόντα παραδίδονται απευθείας στους ασθενείς- ασφαλισμένους από τις εταιρίες με δελτίο αποστολής και το τιμολόγιο αποστέλλεται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για πληρωμή. Ότι η εναγόμενη αγόρασε από αυτήν και στα δύο εξάμηνα του 2018 επιθέματα, οστομικά και καθετήρες αξίας 27,600,49 ευρώ (14.088,09 ευρώ το Α' εξάμηνο και 13.152,40 ευρώ το Β' εξάμηνο) και έπρεπε να χρεώσει στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. 54.642,32 ευρώ, βάσει συμφωνημένης διατιμημένης τιμής, πλην, όμως, η εναγόμενη χρέωσε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για πραόντα BBRAUN το ποσό των 150.788,12 ευρώ, δηλαδή 96.163,80 ευρώ περισσότερα με πλασματικές πωλήσεις και, επειδή οι τιμές είναι συγκεκριμένες και προκαθορισμένες, πρόκειται για απολύτως πλασματικές ποσότητες και για απολύτως εικονικά τιμολόγια, με αποτέλεσμα να καλείται η ενάγουσα να πληρώσει clawback για το έτος 8 που δεν οφείλει, το ποσό των 19,958,32 ευρώ (12.692,65 ευρώ για το Α’ εξάμηνο και 7.265,67 ευρώ για το Β' εξάμηνο).
Ότι η εναγόμενη πώλησε πλασματικά στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τα προϊόντα της . ενάγουσας BBRAUN, τα οποία θα έπρεπε να τα είχε αγοράσει από αυτή, επειδή τυγχάνει αποκλειστική εισαγωγέας αυτών, τα οποία όμως ποτέ δεν αγόρασε από αυτήν αλλά και από οπουδήποτε αλλού. Ότι με βάση το πλασματικό αυτό ποσό των 96.163,80 ευρώ, καταλογίστηκε αυτόματα από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ποσό clawback 19.958,32 ευρώ για την ενάγουσα. Ότι κατόπιν καταγγελίας της για τις παραπάνω παράνομες πράξεις της εναγομένης αλλά και άλλων παροχών του, με το με αριθ. πρωτ. ..../2020 από 1-2-2021 Πόρισμα Ελέγχου της ΥΠΕΔΥΦΚΑ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προέκυψαν περιπτώσεις που συμβεβλημένοι πάροχοι, μεταξύ των οποίων και η εναγόμενη, που υπέβαλαν παραστατικά δαπανών για να αποζημιωθούν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με ιατροτεχνολογικά υλικά που είχαν καταχωρήσει στο Μητρώο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν μέρος ή/και το σύνολο των αγορών τους από την εισαγωγέα ενάγουσα εταιρία, καθώς και ότι το ποσό της αυτόματης επιστροφής πρέπει να καταλογιστεί στους συγκεκριμένους παρόχους από τους οποίους δεν δηλώθηκε ο προμηθευτής που καταχώρησε το χορηγούμενο είδος στο Μητρώο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Ότι από την παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, εκτός από τη θετική ζημία της ενάγουσας του clawback των 19.958,32 ευρώ, αυτή υπέστη και αποθετική ζημία ποσού 96.163,80 ευρώ, αφού η εναγόμενη χρέωσε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για προϊόντα BBRAUN το ποσό των 150.788,12 ευρώ, δηλαδή 96.163,80 ευρώ περισσότερα από το ποσό των 54.624,32 ευρώ που έπρεπε να χρεώσει βάσει των διενεργηθεισών πωλήσεών της σ' αυτήν και η υπερβάλλουσα χρέωση-κλοπή στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συντελέστηκε με πλασματικές πωλήσεις και με εικονικά τιμολόγια. Ότι, επειδή οι τιμές είναι συγκεκριμένες και προκαθορισμένες, δηλαδή διατιμημένες, ενώ η εναγόμενη αγόρασε απ' αυτήν και στα δύο εξάμηνα του 2018 επιθέματα, οστομικά και καθετήρες αξίας 27.600,49 ευρώ (14.088,09 ευρώ το Α' εξάμηνο και 13.152,40 ευρώ το Β' εξάμηνο) και έπρεπε να χρεώσει στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. 54.642,32 ευρώ, αντίθετα αυτή χρέωσε 150.788,12 ευρώ για προϊόντα της που δεν παρέδωσε ποτέ και, συνεπώς, η διαφορά αυτή των 96.163,80 ευρώ αποτελεί το διαφυγόν κέρδος της ενάγουσας, διότι δεν πωλήθηκαν τελικά τα πράόντα της αυτά και αυτής της αξίας στους ασθενείς που τα είχαν παραγγείλει και είχαν συνταγογραφηθεί από τους θεράποντες ιατρούς τους, και τα οποία θα αγόραζαν από την ενάγουσα ως την αποκλειστική εισαγωγέα της. Ότι αφού συνταγογραφήθηκαν τα προϊόντα BBRAUN, τιμολογήθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από την εναγόμενη και εισπράχθηκαν απ' αυτήν τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στα πρόϊόντα αυτά, όμως ποτέ αυτή δεν τα παρέδωσε στους ασθενείς, αλλά παρέδωσε προϊόντα διαφορετικών εταιριών ευτελούς αξίας και ποιότητας και έτσι με την επιλήψιμη αυτή συμπεριφορά της, δεν χρειάστηκε να προβεί σε προμήθειά τους από την ενάγουσα, με συνέπεια η τελευταία να υποστεί αποθετική ζημία από τη μη εκπλήρωση της παραγγελίας των ασθενών. Ότι η εναγόμενη σε συμφωνία με τις συνταγογραφήσεις των ιατρών πώλησε και τιμολόγησε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τα παραγγελθέντα από τους ασθενείς και συνταγογραφηθέντα προϊόντα, όμως παρέδωσε άλλων εταιριών ευτελούς αξίας και τιμής, χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό από τους ασθενείς, αφού τα προϊόντα αποστέλλονται κατευθείαν σ' αυτούς και όχι στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Ότι το διαφυγόν κέρδος της είναι σίγουρο και όχι ενδεχόμενο, δεδομένου ότι πράγματι παραγγέλθηκαν προϊόντα BBRAUN από τους ασθενείς, αφού πρώτα συνταγογραφήθηκαν και καταχωρήθηκαν στο δημόσιο σύστημα της εθνικής συνταγογράφησης και συνεπώς «κλείδωσε» η παραγγελία τους, αλλά δεν παραδόθηκαν στους ασθενείς. Ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, υπέστη θετική ζημία 19.958,32 ευρώ, ποσό το οποίο προέκυψε με απάτη από πλασματικές πωλήσεις, αποθετική ζημία ποσού 96.163,80 ευρώ, καθώς και ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της φήμης της και των πρόϊόντων ΒΒΡΑUΝ, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ποσού 50.000,00 ευρώ. Ότι παρά την κοινοποίηση στην εναγόμενη την 28η-9-2020 της από 7-9-2020 εξώδικης πρόκλησής της, με την οποία καλούσε την εναγόμενη να της καταβάλει τα παραπάνω ποσά, η τελευταία αρνείται προς τούτο. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί, κατόπιν παραδεκτής τροπής μερικών εκ των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, με δήλωση του πληρεξουσίου / δικηγόρου της, που περιέχεται στις κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρα 223, 294, 295 παρ.1, 297 ΚΠολΔ): Α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει : α) το ποσό των 96.163,80 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη και β) το ποσό των 3.000,00 για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, Β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει : α) το ποσό των 19.958,32 ευρώ για θετική ζημία και β) το ποσό των 47.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης της από 7-9-2020 εξώδικης όχλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, Γ) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και Δ) να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο [άρθρα 9, 14 παρ. 2 (ως το τελευταίο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 3 του Ν. 5134/2024) και 42 παρ. 2-1 ΚΠολΔ, ήτοι κατά σιωπηρή παρέκταση κατά τόπον αρμοδιότητας, καθόσον η εναγόμενη εταιρεία δεν προτείνει με τις προτάσεις της ένσταση αναρμοδιότητας κατ' άρθρο 263 περ. α' ΚΠολΔ], κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της (215 § 2 ΚΠολΔ), καθώς κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 6η-2-2024 και επιδόθηκε στην εναγόμενη την 7η-2-2024 (βλ. τη με αριθμό ...../6-2-2024 πράξη κατάθεσης της αγωγής, σε συνδυασμό με τη με αριθ. .....-2-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Ορεστιάδας, Α......). Για, δε, το παραδεκτό της συζήτησής της, έχει κατατεθεί με τις προτάσεις της ενάγουσας, το από 28-5-2024 πρακτικό περάτωσης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το άρθρ. 7 παρ. 4 Ν. 4640/2019.
Επισημαίνεται ότι δεν προσκομίζεται η προβλεπόμενη επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης έγγραφη ενημέρωση του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο προς την ενάγουσα εντολέα του, πλην, όμως ο σκοπός του νομοθέτη, ήτοι η ενημέρωση των διαδίκων για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς μέσω του θεσμού της διαμεσολάβησης, επιτεύχθηκε στην εν λόγω υπόθεση μέσω της διενέργειας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας με συνέπεια να θεραπεύεται έτσι το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής (βλ. ΜΠρΘεσ 317/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Π. Γιαννόπουλο, Διαμεσολάβηση και πολιτική δίκη, σελ. 208-209, Α. Πλεύρη, Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, 2021, σελ. 105-106). Πλην, όμως, η κρινόμενη αγωγή τυγχάνει απαράδεκτη λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, η αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης λόγω θετικής ζημίας ποσού 19.958,32 ευρώ τυγχάνει αόριστη, καθόσον η ενάγουσα δεν διαλαμβάνει στο υπό κρίση δικόγραφο τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη ζημία της αυτή, διότι δεν παραθέτει με ποιον τρόπο και βάση με ποια λογική ακολουθία και συλλογισμό, προκύπτει ότι από το συνολικό ποσό των 352.233,07 ευρώ, που βεβαιώθηκε ως οφειλή clawback σε βάρος της από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., το ποσό των 19.958,32 ευρώ είναι αυτό που αντιστοιχεί στο ποσό που καταλογίστηκε ως οφειλή clawback στην ενάγουσα, εξαιτίας των πλασματικών πωλήσεων της εναγομένης εκ ποσού 96.163,80 ευρώ. Περαιτέρω, η αγωγή της ενάγουσας ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης λόγω διαφυγόντος κέρδους της συνολικού ποσού 96.163,80 ευρώ, τυγχάνει ομοίως αόριστη, διότι δεν περιέχει τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και δη όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα. Και τούτο διότι, το γεγονός ότι η ενάγουσα τυγχάνει αποκλειστική αντιπρόσωπος των προϊόντων ΒΒΡΑUΝ, δεν σημαίνει και κατ' ανάγκη ότι όλοι οι ασθενείς για τους οποίους συνταγογραφήθηκαν αυτά, θα προέβαιναν πράγματι στην εκτέλεση των συνταγοραφήσεων, πολλώ δε μάλλον ότι όλοι οι ασθενείς αυτοί θα προμηθεύονταν αποκλειστικά από την ενάγουσα τα συνταγογραφημένα προϊόντα και όχι και από άλλους συνεργαζόμενους με την ενάγουσα προμηθευτές, η δε ενάγουσα δεν εξειδικεύει και δεν παραθέτει με λεπτομέρεια εκείνα τα περιστατικά που θα συνηγορούσαν προς τούτο. Η αοριστία αυτή εντείνεται και από τους αντιφατικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας. Πιο συγκεκριμένα, ενώ η ενάγουσα στην αρχή του αγωγικού δικογράφου κάνει λόγο για πλασματικές-εικονικές πωλήσεις εκ μέρους της εναγομένης για προϊόντα που η τελευταία δεν αγόρασε ποτέ ή για αγορά κάποιον ποσοτήτων προϊόντων, αλλά τιμολόγηση στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. πολλαπλάσιων σε σχέση με αυτές που πράγματι αγοράσθηκαν, εν συνεχεία και για την επιστήριξη του εκζητούμενου κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών, εντελώς αντιφατικά, κάνει λόγο για παράδοση προϊόντων στους ασθενείς άλλων εταιριών και δη ευτελούς αξίας, με αποτέλεσμα να μην δύναται, η μεν εναγόμενη να αντιτάξει άμυνα, το δε Δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και κυρίως να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως. Τέλος η αγωγή, ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας, είναι αόριστη, διότι πουθενά στο δικόγραφο δεν γίνεται επίκληση ούτε εκτίθεται η συγκεκριμένη βλάβη, που να έχει υλική υπόσταση και την οποία υπέστη η ενάγουσα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Τέλος, η ενάγουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, κατ’ αποδοχή του νομίμου αιτήματος της τελευταίας (άρθρ. 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, 63 παρ. 1 στοιχ. ία, 68 παρ. 1 Ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων»), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.-Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων είκοσι (3.320,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αλεξανδρούπολη, στις 08-01-2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]