ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΑΡΙΘΜΟΣ 1193/2025

 

Συγκροτήθηκε από την Δικαστή Άννα Κουσιοπούλου, Εφέτη, που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβουλίου Διοικήσεως του Εφετείου και τον Γραμματέα Αθανάσιο Ιασωνίδη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 17η Φεβρουάριου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

1] Της εκκαλούσας - ενάγουσας: …., δικηγόρου του Δ.Σ …. (AM ...), κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός …., με ΑΦΜ …., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Της εφεσίβλητης - εναγόμενης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Ανώνυμος Εταιρεία», η οποία εδρεύει στην Αθήνα στην οδό ….και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Ανώνυμος Εταιρεία» με ΑΦΜ ..., μετά τη διάσπαση της τελευταίας δια της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος (επωφελούμενης), η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθμό πρωτ. …. Απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ δυνάμει της με αριθμό πρωτ. ….. Ανακοίνωσης του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Βαλεργάκη (ΑΜ/ΔΣ …: …).

2] Της αντεκκαλούσας - εναγόμενης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Ανώνυμος Εταιρεία», η οποία εδρεύει στην Αθήνα στην οδό …. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Ανώνυμος Εταιρεία» με ΑΦΜ ..., μετά τη διάσπαση της τελευταίας δια της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος (επωφελούμενης), η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθμό πρωτ. …. Απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ δυνάμει της με αριθμό πρωτ. …. Ανακοίνωσης του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Βαλεργάκη (ΑΜ/ΔΣ …: …).

Της αντεφεσίβλητης - ενάγουσας: …., δικηγόρου του Δ.Σ …. (AM ...), κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός …., με ΑΦΜ …., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη ζήτησε να γίνει δεκτή η από 08-04-2021 με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΑΚ .../2021 και ΕΑΚ .../2021 αγωγή της που άσκησε κατά της εναγόμενης ήδη εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθ. 10569/2022 οριστική απόφασή του, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών - διαφορές από αμοιβές, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έκανε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε την από 08-04-2023 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΑΚ .../2024 και ΕΑΚ .../2024 πράξη της γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, για την δικάσιμο της 27-05-2024 οπότε και αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, γράφτηκε στο πινάκιο και συζητήθηκε.

Επίσης, η αντεκκαλούσα - εναγόμενη άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την από 24-04-2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ .../2024 ΕΑΚ .../2024 αντέφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 27-05-2024, οπότε και αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, γράφτηκε στο πινάκιο και συζητήθηκε.

Κατά την συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν ως ανωτέρω, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους προφορικά και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Νομίμως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) η από 08-04-2023 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023 έφεση και β) η από 24-04-2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ .../2024 ΕΑΚ .../2024 αντέφεση. Οι ανωτέρω υποθέσεις πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, δεδομένου ότι αφορούν την ίδια απόφαση (με αρ. 10569/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) κι επιπλέον διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται και μείωση των εξόδων της (άρθρ.31 και 246 ΚΠολΔ.).

Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 782/2019, 226/2016, 845/2011, 279/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλόμενη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1250/2022, 248/2019, 781/2017, 1529/2001 και ΕφΠειρ 286/2022). Επιπροσθέτους, κατά το άρθρο 523 ΚΠολΔ «1. Ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. 2. Η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό, κοινοποιείται στον εκκαλούντα τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης. 3. Αν η έφεση απορριφθεί ως εκπρόθεσμη ή απαράδεκτη ή τυπικά άκυρη απορρίπτεται και η αντέφεση, εκτός αν ασκήθηκε ενώ διαρκούσε η προθεσμία της έφεσης για τον αντεκκαλούντα, οπότε ισχύει ως αυτοτελής έφεση. Η παραίτηση από την έφεση ή η απόρριψή της ως αβάσιμης δεν επηρεάζει την αντέφεση».

Εν προκειμένω η φερόμενη προς συζήτηση υπό κρίση από 08-04- 2023 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023 έφεση, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 10569/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - διαφορές από αμοιβές, έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως, καθ’ όσον η επίδοση της εκκαλουμένης έλαβε χώρα στις 09-03-2023 (βλ. με αριθμό 4751Α709-03-2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ….) και η έφεση κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 10-04-2023, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση, δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας ήταν Κυριακή και η έφεση κατατέθηκε ημέρα Δευτέρα (άρθρα 19, 495 παρ. 1,498, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516, 517, 518 παρ. 1, 520 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των επιμέρους λόγων της (άρθρα 522, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δεδομένου ότι δεν απαιτείται για το παραδεκτό της άσκησής της παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η ασκηθείσα από την εφεσίβλητη αντέφεση που ασκήθηκε με κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου συνταχθείσας σχετικής εκθέσεως με ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../2024 πράξη της γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, ενώ ακολούθως κοινοποιήθηκε στην αντεφεσίβλητη στις 25-04-2024 (βλ. με αριθμό 3636Θ725- 04-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Α.), ήτοι τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης στις 17-02- 2025, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και αφορά στα εκκληθέντα με την έφεση κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, κατά την ίδια πιο πάνω ειδική διαδικασία (άρθρα 523 παρ. 1 και 2, 522, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνεκδίκαση με την έφεση, κατ’ άρθρα 246, 523, 522 ΚΠολΔ, προς την οποία τελεί σε σχέση εξάρτησης, αφού η ύπαρξη αυτής της έφεσης αποτελεί προϋπόθεση της άσκησης και της εισαγωγής της αντέφεσης προς συζήτηση, κατά τρόπον ώστε να μη νοείται, λόγω του παρακολουθηματικού της χαρακτήρα, χωριστή εκδίκασή τους (ΕφΑΘ 2184/2021, ΕφΑΘ 2703/2021, δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, στ' έκδοση, παρ. 330).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, με την από 08-04-2021 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2021 αγωγή της, ιστορούσε ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την εναγόμενη, ήδη από το έτος 2000, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2014 μέχρι 31.07.2018, προέβη, χωρίς την ύπαρξη σχετικής έγγραφης συμφωνίας για την αμοιβή της, ύστερα από εντολή της εναγόμενης, στην διενέργεια των εκτιθέμενων στο εισαγωγικό δικόγραφο δικαστικών και εξωδικαστικών ενεργειών, όπως αυτές παρατίθενται στους ενσωματωμένους στην αγωγή πίνακες, έχοντας μάλιστα υποβληθεί και στα εκτιθέμενα έξοδα, για την προμήθεια του απαιτούμενού γραμματίου δικηγορικού συλλόγου, με τις επιβαρύνσεις υπέρ ΔΣΘ και για τα ένσημα, χωρίς η εναγόμενη να της έχει καταβάλει, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, το σύνολο της νόμιμης αμοιβής της για τις ενέργειες αυτές, αλλά και χωρίς να της έχει αποδώσει, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, τις ανωτέρω δαπάνες της. Ιστορούσε επίσης, ότι κατά τον εκτιθέμενο ειδικότερα στην αγωγή χρόνο η εναγόμενη ανακάλεσε την εντολή της προς την ενάγουσα, χωρίς να της έχει καταβάλει την εκτιθέμενη αμοιβή, πλέον ΦΠΑ, για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες της για τις εκτιθέμενες τρεις υποθέσεις που τις είχε αναθέσει και ότι η ενάγουσα εξαιτίας του χρόνου, κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων για την εξόφληση των υπολοίπων της αμοιβής της, και του τρόπου, με την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος, ανάκλησης της εντολής της από την εναγόμενη, υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της, με συνέπεια να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη. Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα, μετά από παραδεκτό, με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 223, 294, 295 και 297 ΚΠολΔ) περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προγενέστερης, όμοιου περιεχομένου αγωγής της, που απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, να της καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των 19.520,26 €, που αντιστοιχεί: στην απαίτησή της για αμοιβή για έκδοση διαταγών πληρωμής, ύψους 4.949,79 €, στην απαίτησή της για αμοιβή για την παράσταση - κατάθεση προτάσεων προκειμένου για τη συζήτηση ανακοπών, ύψους 6.763,43 €, στην απαίτησή της για αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση αγωγών, ύψους 2.781,70 €, στην απαίτησή της για απόδοση εξόδων και δαπανών, ύψους 1.465,43 € και στην απαίτησή της για την καταβολή της αμοιβής της για την εργασία που παρείχε επί των υποθέσεων που της είχαν ανατεθεί μέχρι την ανάκληση της εντολής της, ύψους 3.559,91 €, καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης, να της καταβάλει, με το νόμιμο τόκο ως ανωτέρω και προκειμένου για την απόδοση του αναλογούντος ΦΠΑ από την επομένη της καταβολής αυτού προς την ενάγουσα, το συνολικό χρηματικό ποσό των 106.006,31 €, που αντιστοιχεί στα υπόλοιπες επίδικες απαιτήσεις της. Ζητούσε επίσης, να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, έκρινε την αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη, εκτός από το αίτημα περί απόδοσης στην ενάγουσα των εκτιθέμενων εξόδων της συνολικού ύψους 1.465,43 ευρώ, τα οποία αφορούν στην παρακράτηση 3% υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και στο κόστος των ενσήμων της και του αιτήματος περί καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας συνολικού ύψους 3.559,91 ευρώ πλέον αναλογούντος ΦΠΑ ύψους 854,37 ευρώ κα του αιτήματος επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα από την ανάκληση της δικηγορικής εντολής, τα οποία απέρριψε ως μη νόμιμα, και εν συνεχεία έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο που αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής (εκκαλουμένης) το ποσό των 3.909,67 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα με την κρινόμενη έφεσή της για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή της. Επίσης κατά της ίδιας απόφασης παραπονείται η εναγόμενη - εφεσίβλητη με την κρινόμενη αντέφεσή της για τους λόγους που εκθέτει σ' αυτή, οι οποίοι αφορούν κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια τα οποία πλήττονται με την κρινόμενη ως άνω έφεση, και ανάγονται επίσης σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί συνολικά η ανωτέρω αγωγή της αντιδίκου της (εκκαλούσας - αντεφεσίβλητης).

Με το ως άνω περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου τον περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης περί αοριστίας της αγωγής, τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο αντέφεσης, το δε ορισμένο της αγωγής εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η αγωγή περιέχει όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο στοιχεία (216 ΚΠολΔ) δεδομένου ότι αναφέρει η ενάγουσα ότι άπασες οι ενέργειες, δικαστικές και εξώδικες, στις οποίες προέβη, έλαβαν χώρα κατόπιν σχετικής εντολής από την εναγόμενη, χωρίς να απαιτείται η αναφορά στοιχείων προσδιοριστικών των εντολών αυτών, ο δε ισχυρισμός ότι δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύει ότι έλαβε την σχετική εντολή, και αληθής υποτιθέμενος, άπτεται της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και όχι του ορισμένου αυτής. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αντέφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 1,3,4, 5, 34, 36, 37, 38, 57, 58, 63 επόμ. και 84 του κατά την επίδικη περίοδο ως εκ του επικαλούμενου χρόνου διενεργείας των επί μέρους εργασιών του από την εκκαλούσα - ενάγουσα) ισχύοντος από 27 Σεπτεμβρίου 2013 Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 ФЕК A 208/27-9-2013) - κατ ’ άρθρο 166 παρ. 3 αυτού - σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ. και 713 επόμ. του ΑΚ συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων του τελευταίου έχει τον χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία που διενήργησε (ΑΠ 143/2022 και σχετ. ΑΠ 574/2018, ΑΠ 321/2017, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 476/2007 υπό τις διατάξεις του προηγουμένου ν.δ/τος 3026/1954) . Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με έγγραφη συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του, εάν δε δεν υπάρχει ειδική έγγραφη συμφωνία ως προς την αμοιβή, το ύψος αυτής καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στον Κώδικα όρια. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του άνω ν. 4194/2013 ορίζεται ότι (ο δικηγόρος) για τις υπηρεσίες του αμείβεται από τον εντολέα του είτε ανά υπόθεση, είτε με πάγια αντιμισθία ή με μισθό, με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, καθώς και για κάθε δαπάνη δικαστηριακή ή άλλη που κατέβαλε για την εκτέλεση της εντολής, που του ανατέθηκε και με τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1, 2 και 3 αυτού ορίζεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του (παρ. 1), ότι η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει, είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες (παρ. 2) και ότι σε περίπτωση, που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα I του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού (παρ. 3) (ΕφΔωδ. 100/2024 ΤΝΠ Νόμος). Με τις διατάξεις αυτές [ αλλά και τις αντίστοιχες του προγενεστέρου ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων"- καταργηθέντος μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4194/2013 κατ ’ άρθ. 166 παρ. 1 αυτού - μετά την κατάργηση των εκεί προβλεπομένων ελάχιστων ορίων αμοιβών των δικηγόρων, ως υποχρεωτικών, με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 3919/2011 (ΦΕΚ A 32) που αντικατέστησε την περί τούτου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 92 του ως άνω Κώδικα θεσπίσθηκε καθεστώς συμβατικής ελευθερίας μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της δικηγορικής αμοιβής. Δεν αποκλείεται βεβαίως να συμφωνηθεί εγγράφως (άρθρο 361 του ΑΚ) μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου ότι το ύψος της οφειλομένης από τον πρώτο αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών από τον δεύτερο θα ανέρχεται στα οριζόμενα από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων όρια (ΑΠ 949/2023 ΤΝΠ Νόμος).

II. Σύμφωνα με το άρθρο 170 του προϊσχύσαντος κώδικα περί δικηγόρων ν.δ 3026/1954 ' ' Εάν υπαρχούσης συμφωνίας περί αμοιβής ανακληθεί η προς τον δικηγόρον δοθείσα εντολή, εάν μεν η ανάκλησις είναι αδικαιολόγητος, ο εντολεύς υποχρεούται εις άμεσον εκτέλεσιν των εκ της συμφωνίας υποχρεώσεων αυτού, εάν δε η ανάκλησις είναι δικαιολογημένη, αλλά εκ λόγων μη παρεχόντων δικαίωμα αγωγής κατά το άρθρον 56 της Πολιτικής Δικονομίας (ήδη άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ που προβλέπει την άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου) ο εντολεύς υποχρεούται εις καταβολήν των γενομένων δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου δια τας μέχρι της ανακλήσεως εργασίας αυτού, επί τη βάσει των διατάξεων του παρόντος". Ανάλογη διάταξη περιλαμβάνεται και στο άρθρο 77 του Κώδικα Δικηγόρων (Νόμος 4194/2013), στο οποίο ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση, που υπάρχει γραπτή συμφωνία για αμοιβή και ανακληθεί η εντολή προς τον δικηγόρο, εάν η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται σε άμεση εκτέλεση όλων των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συμφωνία. Εάν η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, ο εντολέας υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες του, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα"(ΑΠ 1614/2018) . Το αδικαιολόγητο της ανάκλησης προϋποθέτει έλλειψη σπουδαίου λόγου. Δικαιολογημένη δύναται να θεωρηθεί η ανάκληση στην περίπτωση, που έχει προηγηθεί παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων πίστης, τήρησης του δικηγορικού απορρήτου και επιμελούς εκπλήρωσης της εντολής, έστω και αν η παράβαση αυτή δεν θεμελιώνει κατ ’ ανάγκη, αστική ευθύνη του δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 160 παρ. 1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τα άρθρα 167 και 724 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εντολέας (πελάτης), ενόψει της απολύτως προσωπικής σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του εντολοδόχου δικηγόρου, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή, είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Το δικαίωμα ανακλήσεως ασκείται με μονομερή δήλωση βουλήσεως, που απευθύνεται στον δικηγόρο. Με την περιέλευση της δήλωσης σ* εκείνον, επέρχεται η λύση της υφιστάμενης έμμισθης εντολής για το μέλλον (ex nunc), εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία. Η άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως, όπως και κάθε δικαιώματος, είναι δυνατό να ελεγχθεί στο πλαίσιο της εκ του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύσεως της κατάχρησης (ΑΠ 555/1974). Με τη διαφορά ότι στην περίπτωση της δικηγορικής εντολής, ακόμη και αν αποδειχθεί η κατάχρηση, δεν ανατρέπεται το ήδη επελθόν αποτέλεσμα της ανακλήσεως (λόγω της απολύτως προσωπικής σχέσεως εμπιστοσύνης), αλλά ανακύπτουν οι ως άνω, ειδικώς προβλεπόμενες οικονομικές συνέπειες της αδικαιολόγητης ανάκλησης. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως, δηλαδή, ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής. Ως εκ τούτου, ο δικηγόρος, ο οποίος φρονεί ότι η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ως ενάγων δικαιούται να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 170 ήδη 77 του κώδικα περί δικηγόρων, πέρα από τα έξοδά του και το σύνολο της αμοιβής, την οποία θα εδικαιούτο εάν δεν είχε ανακληθεί η εντολή (ΑΠ 48/2006). Ο πελάτης, για να περιορίσει την αμοιβή μόνο στις μέχρι της ανακλήσεως εργασίες του δικηγόρου, ως εναγόμενος θα πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ανάκληση υπήρξε δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός του δικηγόρου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως καταρρίπτει την ένσταση περί δικαιολογημένης ανακλήσεως και λειτουργεί αρνητικά. Για τον λόγο αυτό δεν έχει αυτοτέλεια, δεν θεωρείται ουσιώδης και δεν συνιστά πράγμα στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 932/2017 δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος).

III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικάς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των -υπό της ανωτέρω διατάξεως- διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντα του, επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. (ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990, Ολ.ΑΠ 8/2001). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του (ΑΠ 626/2020, ΑΠ 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1 , 98, 100 επ. του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" (ΟλΑΠ 33/2005, 34/2005, ΑΠ 229/2006) και ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 57, 58, 63 και επ. του ν. 4194/2013. Ειδικότερα (α) κατ' αρθ. 91 παρ.1 του προϊσχύσαντος Κώδικος ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, (β) κατ' άρθ. 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικος (όπως ίσχυε μετά την προσθήκη του εδ. β αυτής με το άρθ. 5 παρ. 3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 ν. 1093/ 1980), η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη την διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος της είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελάχιστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικος, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από τον χρόνο συνάψεώς της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται, ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέως και του δικηγόρου για την λήψη αμοιβής κατώτερης των ελάχιστων ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ. του Κώδικος των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και την μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 456 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Ο δικηγόρος, παρά την συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από τον νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της απαιτήσεώς του προς καταβολή της εν λόγω απαιτήσεώς του, ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη. Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή, το περιεχόμενο της εγγράφου παραιτήσεώς του κ.λ.π. μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραιτήσεώς η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1453/2018, ΑΠ 441/2016, ΑΠ 523/2016, ΑΠ 1379/2015, ΑΠ 1512/2010 δημοσίευση "ΝΟΜΟΣ").

Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εμπεριέχονται στα από 17.02.2020 πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 5508/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου επί όμοιας αγωγής της ενάγουσας σε βάρος της εναγόμενης, την οποία απέρριψε λόγω αοριστίας και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, εκ των οποίων κάποια χρησιμεύουν για άμεση απόδειξη και κάποια για δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και η υπ’ αριθμ..../20-02-2020 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ελήφθη με την επιμέλεια της ενάγουσας και κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εναγόμενης με προφορική δήλωση - γνωστοποίηση αυτής στα πλαίσια της συζήτησης της από 31 -07-2018 πρώτης αγωγής της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία χρησιμεύει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν παραδεκτά, για πρώτη φορά, στην παρούσα, κατ’ έφεση, δίκη, όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, κατ’ άρθρο 529 του ΚΠολΔ, (ΑΠ 702/2019, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 374/2019 ΤΝΠ Νόμος), για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς, όμως, να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006,173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980, ΜονΕφΑΘ 407/2018 ΤΝΠ Νόμος), από τις συναγόμενες, κατ ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ, ομολογίες των διαδίκων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα τυγχάνει δικηγόρος, εγγεγραμμένη από το έτος 1... στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, όπου και δραστηριοποιείται με AM .... Στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας, από το έτος 1986 και για δεκαπέντε έτη, συνεργάσθηκε, ως εξωτερική, συνεργαζόμενη, δικηγόρος, με την τότε «ΤΡΑΠΕΖΑ …. Α.Ε.», αμειβόμενη ανά υπόθεση και ακολούθως, από 16.06.2000, όταν η ως άνω τράπεζα συγχωνεύθηκε, με απορρόφηση, από την εναγόμενη, η ενάγουσα εξακολούθησε να παρέχει νομικές υπηρεσίες στην εναγόμενη αυτή τη φορά, ως εξωτερική συνεργάτιδα. Στο πλαίσιο λοιπόν, της ανωτέρω συνεργασίας της, η ενάγουσα, κατά το κρίσιμο, επίδικο, χρονικό διάστημα, από 01.01.2014 μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας των μερών στις 31.07.2018, προέβη κατόπιν σχετικών εντολών της εναγόμενης: α) στη διενέργεια ερευνών ακίνητης περιουσίας οφειλετών της εναγόμενης, αλλά και αντίστοιχη έρευνα στο πλαίσιο κατάρτισης συμβάσεων χορήγησης δανείων β) στην έκδοση διαταγών πληρωμής σε βάρος πιστούχων της εναγόμενης γ) στη σύνταξη επιταγών προς εκτέλεση σε βάρος πιστούχων της εναγόμενης δ) σε κατάθεση προτάσεων και παράσταση σε συζήτηση ανακοπών σε βάρος της εναγόμενης ε) σε σύνταξη και κατάθεση αγωγών της εναγόμενης στ) σε σύνταξη και κατάθεση εφέσεων της εναγόμενης ζ) σε σύνταξη προτάσεων και παράσταση κατά τη συζήτηση για λογαριασμό της εναγόμενης σε αιτήσεις ν. 3869/2010 για υπερχρεωμένα νοικοκυριά αλλά και σε αιτήσεις χορήγησης προσωρινής διαταγής στο πλαίσιο του ίδιου νόμου αλλά και η) σε σύνταξη, κατάθεση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και παράσταση στη συζήτηση αυτών. Ουδέποτε από την έναρξη της συνεργασίας της ενάγουσας με την εναγόμενη μέχρι και τη λήξη αυτής καταρτίσθηκε έγγραφη συμφωνία σχετικά με την αμοιβή αυτής για τις ανατιθέμενες από την εναγόμενη ενέργειες, δικαστικές και εξώδικες. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι για όλες τις ανωτέρω ενέργειες της ενάγουσας, δικαστικές και εξώδικες, πλην των κατωτέρω ειδικά αναφερομένων ενεργειών, που αφορούν στις εκδόσεις επιταγών προς εκτέλεση και σε 18 περιπτώσεις ερευνών για σύνταξη τίτλων ιδιοκτησίας, για τις οποίες η ενάγουσα δεν εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ούτε έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή, η ενάγουσα ελάμβανε αμοιβή από την εναγόμενη, η οποία βέβαια ήταν μικρότερη από τη νόμιμη, εκδίδοντας το αντίστοιχο τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίστηκε με την υπό κρίση αγωγή της, ότι ελλείψει έγγραφης συμφωνίας, προκειμένου να εκδώσει τιμολόγιο για κάθε μία εκ των ως άνω ενεργειών της, προέβαινε σε προηγούμενη συνεννόηση και διαπραγμάτευση με την εναγόμενη και κάποιες φορές πετύχαινε μεγαλύτερη αμοιβή, αλλά τις περισσότερες φορές, όπως και στις επίδικες περιπτώσεις, αναγκαζόταν να δεχθεί να εκδώσει τιμολόγια με χαμηλότερη των νομίμων αμοιβή και ότι η έκδοση των ανωτέρω τιμολογίων, για κατώτερων των νομίμων, και ήδη αξιούμενών από την ίδια με την επίδικη αγωγή, αμοιβών οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική κρίση και στο φόβο της διακοπής της συνεργασίας της με την εναγόμενη. Επίσης, διατείνεται ότι με την έκδοση κάθε τιμολογίου από μέρους της, επιφυλασσόταν παράλληλα των δικαιωμάτων της, πλην όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε αλλά ούτε και η ίδια το ισχυρίζεται, ότι στο παρελθόν διεκδίκησε δικαστικά κάποιο επιπλέον ποσό, αναφορικά με τις ως άνω αμοιβές της, ούτε και επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο διαμαρτυρίας της ή εξώδικη δήλωση προς την εναγόμενη, με το οποίο να δηλώνει επιφύλαξή ή αντίθεση με τον τρόπο αμοιβής της, ήτοι ότι οι αμοιβές της ήταν χαμηλότερες από αυτές που προβλέπονται στον Κώδικα Δικηγόρων, είτε τον προϊσχύσαντα είτε τον νέο Κώδικα Δικηγόρων. Εξάλλου, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σε περίπτωση που η ενάγουσα είχε διαμαρτυρηθεί ή εκφράσει την αντίθεσή της και τη δυσαρέσκειά της για τον τρόπο αμοιβής της, θα είχε διακόψει τη συνεργασία της με την εναγόμενη σε προγενέστερο χρονικό σημείο και όχι μετά την πάροδο τόσων ετών, αφού συνεργαζόταν με την εναγόμενη από το έτος 1986. Εξάλλου, από την έναρξη της συνεργασίας της ενάγουσας με την εναγόμενη, υπήρχε σχετικός πίνακας αμοιβών συνεργαζόμενων δικηγόρων της εναγόμενης που υπαγόρευε για κάθε μία εκ των ανωτέρω ενεργειών, αντίστοιχη αμοιβή, αφού αποτελεί συνήθη πρακτική των τραπεζικών οργανισμών, γεγονός που προφανώς τελούσε σε γνώση της ενάγουσας. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ναι μεν υπήρχε σχετικός πίνακας αμοιβών, αλλά η ίδια δεν είχε γνώση αυτού μέχρι το έτος 2017. Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας είναι αβάσιμος, αφού δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής κυρίως ενόψει των τόσων ετών συνεργασίας της ενάγουσας με την εναγόμενη, που διήρκησε πλέον των είκοσι ετών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των τιμολογίων που η ίδια εξέδωσε για τις επίδικες ενέργειές της, ακολουθεί το ίδιο μοτίβο, επαναλαμβανόμενης αμοιβής, προσδιοριζόμενης με βάση το είδος της ανατεθείσας κάθε φορά ενέργειας της ενάγουσας, γεγονός που παραπέμπει σε εφαρμογή σχετικού αμοιβολογίου και με κανέναν τρόπο δεν δικαιολογεί άγνοια της ενάγουσας περί των σχετικών πινάκων. Τα ανωτέρω, επίσης, προκύπτουν, και από το γεγονός ότι μετά τη λήξη της συνεργασίας της με την εναγόμενη, αλλά πριν την κατάθεση ακόμα και της πρώτης χρονικά αγωγής της σε βάρος αυτής, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγόμενη την από 20-09-2018 δήλωση συμψηφισμού, που αφορούσε υπόθεση σχετική με δικό της καταναλωτικό δάνειο που έλαβε από την εναγόμενη, και την από 09.11.2018 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, όπου σε αμφότερες, κάνει μνεία για τον τρόπο αμοιβής της από την εναγόμενη, με βάση τους πίνακες αμοιβών της («..Ειδικότερα μου ανατίθεται ο χειρισμός υποθέσεων και εγώ, μετά την ολοκλήρωση των εντολών που έλαβα για να εισπράξω την αμοιβή μου, για κάθε συγκεκριμένη υπόθεση εκδίδω τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το τιμολόγιο αμοιβών που έχει ορίσει η τράπεζα για τους συνεργαζόμενους δικηγόρους....»). Κατά ακολουθία των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, τα μέρη επί σειρά ετών, και πολύ μεγαλύτερο της οκταετίας, εφάρμοζαν το συγκεκριμένο τρόπο αμοιβής, ο οποίος για το χρονικό διάστημα, μέχρι τις 26.09.2013, πριν την εισαγωγή του νέου Κώδικα Δικηγόρων, σε κάθε περίπτωση ήταν μη νόμιμος, αφού προέβλεπε αμοιβές κάτω των ελάχιστων προβλεπόμενων από το ν.δ. 3026/1954, αλλά για το χρονικό διάστημα από 27.09.2013 και επέκεινα, υπό το ρυθμιστικό πεδίο του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), εμφανίζεται να πάσχει μόνο από το τυπικό ελάττωμα της μη έγγραφης αποτύπωσης του τρόπου αυτού αμοιβής σε συμφωνία μεταξύ των μερών, δοθέντος ότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, είναι δυνατή, εφόσον αποτυπωθεί εγγράφως, η συμφωνία, μεταξύ εντολέα και δικηγόρου, περί ελεύθερης αμοιβής ακόμα και κάτω των ελάχιστων αμοιβών που ορίζονται στο νόμο. Με βάση τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα για χρονικό διάστημα άνω των οκτώ ετών, επέλεξε από δική της ελεύθερη βούληση τη συνεργασία της με την εναγόμενη τράπεζα και την παροχή των νομικών της υπηρεσιών, υπό το ίδιο καθεστώς που ίσχυε από την έναρξη της συνεργασίας τους και δη τουλάχιστον από το έτος 2010 μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας τους στις 31-07-2018, δίχως ποτέ να αξιώσει μεγαλύτερη αμοιβή ή να διατηρήσει οποιαδήποτε επιφύλαξη για τη διεκδίκηση εκ μέρους της, υψηλότερων αμοιβών, προσαρμοσμένων στα όρια που διαγράφει ο Κώδικας Δικηγόρων, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε καταρτίστηκε μεταξύ τους έγγραφη συμφωνία. Η ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά της ενάγουσας, με την άσκηση της προκείμενης αγωγής και τη διεκδίκηση, από μέρους της, μείζονος αμοιβής από αυτή που έλαβε ή έπρεπε να λάβει, για τις περιπτώσεις για τις οποίες δεν έλαβε αμοιβή και δεν εξέδωσε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες κατωτέρω, καθιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της να αναζητήσει την καταβολή των αμοιβών αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στην σχετική νομική σκέψη, και μάλιστα μετά την λήξη της συνεργασίας της με την εναγόμενη, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο δεν την ενδιέφερε η ρήξη των σχέσεων συνεργασίας της με την εναγόμενη, εφόσον αποχώρησε από την υπηρεσία της, η οποία μάλιστα ανέρχεται και στο συνολικό ποσό των 106.006,31 ευρώ. Και τούτο διότι, με την προηγούμενη συμπεριφορά της η ενάγουσα, δημιούργησε στην εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων για τις αντίστοιχες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα, η μεταγενέστερη άσκηση της ένδικης αγωγής, λόγω του ύψους των χρηματικών ποσών που καλείται να καταβάλει η εναγόμενη σε αυτήν, να αντίκειται στα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Επιπλέον, η επιχειρούμενη από την ενάγουσα ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, ήτοι της εύλογης πεποίθησης της εναγόμενης ότι η ενάγουσα δεν θα απαιτήσει τις αμοιβές που ορίζει ο Κώδικας Δικηγόρων, αξιώνοντας τελικά τις επίδικες αμοιβές, θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, που λειτουργεί με τους κανόνες του εμπορίου, με σκοπό τη δημιουργία κερδών στους μετόχους της, σε περίπτωση που η αγωγή γίνει δεκτή και υποχρεωθεί αυτή (εναγόμενη) να καταβάλει στην ενάγουσα τις επίδικες αμοιβές, για αναδρομικές μάλιστα αξιώσεις της, καθόσον θα επιφέρει σε αυτήν σημαντική οικονομική ζημία, χωρίς αυτό να αναιρείται από την καλή οικονομικής της κατάσταση και κερδοφορία, επιπτώσεις που θα είχαν αποφευχθεί εάν η ενάγουσα προέβαλε έγκαιρα τις αξιώσεις της, αφού η εναγόμενη θα είχε τη δυνατότητα να διακόψει μαζί της σε προγενέστερο χρόνο και να συνεργαστεί με άλλον δικηγόρο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα την 29-06-2018 εκπροσώπησε τον Γεώργιο Κασέτα του Μιχαήλ σε συζήτηση προσωρινής διαταγής σε βάρος της εναγόμενης και ακολούθως τον εκπροσώπησε και στην συζήτηση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων του ανωτέρω σε βάρος της εναγόμενης τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 12681/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Κατόπιν, των ανωτέρω, η εναγόμενη την 31-7-2018 ζήτησε από την ενάγουσα να της επιστρέφει όλους τους φακέλους των υποθέσεων που είχε χειριστεί μέχρι τότε, θεωρώντας ότι διέκοψε την συνεργασία με την τράπεζα, αφού παραστάθηκε σε συζήτηση προσωρινής διαταγής και ασφαλιστικών μέτρων αντιδίκου της τράπεζας. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν αναιρούν το γεγονός ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής αντίκειται στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, και αποτελεί καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αφού την ένδικη αγωγή, όπως ήδη προαναφέρθηκε την κατέθεσε αφού η εναγόμενη διέκοψε ή θεώρησε ότι διακόπηκε η συνεργασία της ενάγουσας μαζί της. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ανωτέρω, δεχόμενο την εν λόγω ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως ουσία βάσιμης, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγος της έφεσης της ενάγουσας, αλλά και οι σχετικοί λόγοι της αντέφεσης κρίνονται αβάσιμοι.

Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αντέφεσης που άσκησε η εναγόμενη και η οποία ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης και επομένως δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοτελής έφεση, πλήττονται, τα κεφάλαια της εκκαλουμένης, που επιδίκασαν στην ενάγουσα το ποσό των 3.909,67 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Ειδικότερα, η αντεκκαλούσα παραπονείται ότι α) κατ' εσφαλμένη εφαρμογή νόμου η εκκαλουμένη δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς το κεφάλαιο αυτό, β) κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή νόμου δεν έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς το κεφάλαιο αυτό και γ) κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επιδίκασε το ανωτέρω ποσό. Ως προς τους ανωτέρω λόγους της αντέφεσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Ως προς το πρώτο σκέλος που αφορά την αοριστία του εν λόγω κεφαλαίου, αυτός εμπεριέχεται στον πρώτο λόγο αντέφεσης με τον οποίο η αντεκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η αγωγή είναι αόριστη στο σύνολό της, ο λόγος δε αυτός απορρίφθηκε, καθώς κρίθηκε ορισμένη η αγωγή στο σύνολό της. Ομως, τα δύο άλλα σκέλη του ως άνω λόγου αντέφεσης, δεν αφορούν κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκαν με την έφεση, ούτε και συνέχονται αναγκαστικά με τη προσβληθέντα κεφάλαια, αφού με την έφεση προσβλήθηκε το κεφάλαιο που αφορά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης που έγινε δεκτή από την εκκαλουμένη και το κεφάλαιο που αφορά τον χρόνο που έλαβε γνώση η ενάγουσα των καταλόγων αμοιβών. Συνεπώς, η αντέφεση της αντεκκαλούσας ως προς τους ανωτέρω λόγους κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 907/2021, Νόμος).

Κατά ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης και αντέφεσης, θα πρέπει τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (έφεσης-αντέφεσης) πρέπει να συμψηφιστούν ολικώς, ενόψει της αμοιβαίας νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων : α) την από 08-04-2023 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ .../2023 και ΕΑΚ .../2023 έφεση και β) την από 24-04-2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ .../2024 ΕΑΚ .../2024 αντέφεση κατά της με αριθμό 10.569/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών).

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και την αντέφεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση και την αντέφεση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκης, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους Δικηγόρων, στις Αυγούστου 2025.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ