ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός Αποφάσεως 117/2026
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Θεόδωρο Νίκα, Πρωτόδικη, ο οποίος ορίστηκε από τον Διευθύνοντα Πρόεδρο του Πρωτοδικείου Κορίνθου, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Κόρινθο την 12-02-2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: …. του …. και της …, κατοίκου …. και προσωρινά διαμένων στο …., οδο …. με ΑΦΜ …, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίας Δαραβέλια (ΔΣΝ/AM ….) η οποία προσκόμισε το υπ αρ. …./11.02.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου και κατέθεσε σημείωμα.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», που εδρεύει στη …., …. αρ. … -και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ … υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου
και αντικλήτου της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "…." (….) με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιριών της Ιρλανδίας: …., που εδρεύει στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, … …), όπως νομίμως εκπροσωπείται, δυνάμει της από 08.10.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 11.10.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …./11.10.2021 στον τόμο …και α.α …., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του N. 3156/2003, και του υπ’ αρ. …../08,10.2021 Ειδικού Πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών …., η οποία τελευταία αλλοδαπή εταιρία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της «….ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον δτ. «….. BANK», με έδρα την Αθήνα, οδός …., με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ…..και ΑΦΜ …. νομίμως εκπροσωπουμένη, (ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. … και ΑΦΜ … κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 του N. 2515/1997, την παρ. 3 του άρθρου 54, την παρ. 3 του άρθρου 57 και των άρθρων 59 έως και 74 και 140 του ν. 4601/2019, όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. …./7.4.2021 Πράξη Διάσπασης του συμβολαιογράφου Αθηνών …., εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με την αριθμ πρωτ. …./16.4.2021 απόφαση της Δ/νσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης με τις υπ’ αριθμ. πρωτ …/16.4.2021 και …/16.4.2021 Ανακοινώσεις αντίστοιχα), δυνάμει της από 08.10.2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, καταχωρηθείσας νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 11.10.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …./11.10.2021 στον τόμο … και α.α…, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του N. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Τζένης Στρατική η οποία προσκόμισε το υπ αρ. …./12 02 2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ένσημων του Δικηγορικού Συλλόγου Κόρινθου και κατέθεσε σημείωμα. Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 14.11.2025 αίτηση, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/14.11.2025, προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εκφωνήθηκε κατά την σειρά του οικείου εκθέματος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για τη χορήγηση της αναστολής της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) η νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής του άρ. 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, β) η πιθανολόγηση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας ενός τουλάχιστον λόγου της ανακοπής και γ) η πιθανολόγηση ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (ΜονΠρωτΑΘ 937/2023, ΜονΠρωτΚορ 155/2023, ΜονΠρωτΕδ 42/2023, ΜονΠρωτΑΘ 5708/2020, ΜονΠρωτΘεσ 28805/2012 δημ. «ΝΟΜΟΣ», Σ. Πανταζόπουλο, Αναγκαστική Εκτέλεση, 2η έκδ., 2022, σελ. 315 επ ). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρ. 938 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της από τον N. 4842/2021, « 1. Με εξαίρεση την κατάσχεση ακινήτων, ως προς τα οποία εφαρμόζεται η παρ. 2, όπως επίσης με εξαίρεση] την κατάσχεση κινητών, που υπόκεινται σε φθορά, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση ασκείται στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 933 και 936 δικαστήριο και δικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ 2. Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ I, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με το ένδικο μέσο ή με τις προτάσεις, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης» εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. 3. Στις προηγούμενες περιπτώσεις είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος με το οποίο εμποδίζεται η εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου...». Υπό την τελευταία του αυτή μορφή, το άρ. 938 ΚΠολΔ εφαρμόζεται, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά από την έναρξη ισχύος του N. 4842/2021, ήτοι μετά την 01-01-2022 (βλ. άρ. I 16 παρ. 6 περ. γ του ιδίου νόμου) Η χορηγούμενη βάσει του άρθρου 938 παρ. 1 αναστολή θα αφορά αναγκαίως, ενόψει των προβλεπόμενων εξαιρέσεων, τα μέσα εκτέλεσης, στα οποία περιορίζεται η δυνατότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να τη διατάξει, είτε αυτό ορίζεται ρητώς στην εκδιδόμενη απόφαση είτε όχι. Η αίτηση αναστολής δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. (ασφαλιστικών μέτρων) και για τη χορήγηση της αναστολής απαιτείται να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις και συγκεκριμένα πιθανολόγηση του δικαστηρίου α) ότι η αναγκαστική εκτέλεση θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι θα ευδοκιμήσει η ανακοπή (βλ. για τα ανωτέρω ΜονΠρωτΑθ 937/2023, ΜονΠρωτΚορ 155/2023, ΜονΠρωτΕδ 42/2023 δημ. «ΝΟΜΟΣ», Ε. Κιουπτσίδου Στρατουδάκη, Οι σημαντικότερες πρόσφατες τροποποιήσεις του Γενικού Μέρους του δικαίου της Αναγκαστικής Εκτέλεσης και των κεφαλαίων για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων διά κατασχέσεως κινητών και ακινήτων, ΕλλΔνη 2022 σελ. 41-42). Ειδικότερα, το δικαστήριο, προκειμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα αναστολή πρέπει να πιθανολογήσει την εξόφληση ή την ανυπαρξία της χρηματικής απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Σε περίπτωση μερικής εξόφλησης ή μερικής ανυπαρξίας της απαίτησης, δύναται να διατάξει μερική αναστολή, τον περιορισμό δηλαδή αντίστοιχα του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ολική αναστολή εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων, που έχουν ως τίτλο διαταγή πληρωμής ή οριστική απόφαση, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 724 ΚΠολΔ, παρέχει τη δυνατότητα στο δικαστήριο, ανεξάρτητα από την όποια δυνατότητα μερικής αναστολής της εκτέλεσής τους ή και παράλληλα με αυτή, να περιορίσει την εκτέλεσή τους σε ορισμένα μόνον περιουσιακά στοιχεία, εφόσον πείθεται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλισης της απαίτησης Ο όρος «αναστολή» του ασφαλιστικού μέτρου που χρησιμοποιείται στην προκειμένη διάταξη (724 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), έχει την έννοια της ανάκλησης του ασφαλιστικού μέτρου (Εφ.Αθ. 2669/2023, ό.α, Βαθρακοκοίλη, Ερμ.Κ.Πολ.Δ, І996, υπ’ άρθρο 724, αριθ. 9). Εξάλλου, με δεδομένο ότι τα ασφαλιστικά μέτρα αποσκοπούν, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 682 παρ. I Κ.Πολ.Δ., στην εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης για να αντιμετωπισθεί επείγουσα περίπτωση ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατ’ άρθρο 724 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. αναστολή εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων που στηρίζονται σε διαταγή πληρωμής ή οριστική απόφαση [για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου και η ανάκληση αυτών (ασφαλιστικών μέτρων)] δικαιολογείται όχι μόνον όταν η ασφαλιζόμενη απαίτηση έχει εξοφληθεί ή είναι ανύπαρκτη, αλλά και όταν δεν πιθανολογείται επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση για την επιβολή τους, εφαρμοζόμενη η ως άνω διάταξη του άρθρου 724 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. αναλογικά (Δ. Κράνη, Συντηρητική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου με τίτλο διαταγή πληρωμής, ΕλλΔνη 56, 975-986, Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμ. Κ.Πολ.Δ., τόμος Δ’, /υπ’ άρθρο 724, παρ. 7, σ. 263). Εξάλλου, ορίζοντας το άρθρο 724 § I ΚΠολΔ ότι ο δανειστής μπορεί, με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που ορίζεται με τη διαταγή πληρωμής ότι πρέπει να καταβληθεί, ενισχύει τη δραστικότητα της διαταγής πληρωμής, έτσι ώστε αυτή να μην αποτελεί τίτλο εκτελεστό προς είσπραξη μόνον του ποσού της, όπως οι διατάξεις των άρθρων 631 και 904 § 2 περ. ε’ ΚΠολΔ ορίζουν, αλλά και τίτλο προς επιβολή ασφαλιστικών μέτρων δεσμευτικών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για το ποσό της, πλέον τόκων και εξόδων, χωρίς την έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης και μάλιστα η επιβολή των μέτρων αυτών είναι δυνατή και πριν ακόμη από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, όπως άλλωστε ορίζει γενικότερα για την εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων το άρθρο 700 § 2 εδ. α' ΚΠολΔ . Με τη σκέψη ότι η διαταγή πληρωμής χρηματικής απαίτησης στηρίζει ως εκτελεστός τίτλος κατά τα άρθρα 631 και 904 § 2 περ ε' ΚΠολΔ την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης, αμφισβητείται η χρησιμότητα της ως τίτλου και για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, αφού η αναγκαστική υπερτερεί της συντηρητικής κατάσχεσης, ενώ αντίθετα δικαιολογείται η χρησιμότητα της για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης λόγω της διαφορετικής ρύθμισης του άρθρου 29 ΕισΝΚΠολΔ Όμως, η δυνατότητα να επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση με τίτλο εκτελεστό τη διαταγή πληρωμής μειώνεται σημαντικά από τη δυνατότητα αναστολής της εκτελεστότητάς της κατά το άρθ 632 § 3 ΚΠολΔ, η οποία ωστόσο δεν συνεπάγεται και αναστολή της λειτουργίας της ως τίτλου για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, καθώς στην περίπτωση αυτή η αναστολή εκτέλεσης των ασφαλιστικών αυτών μέτρων ρυθμίζεται αυτοτελώς από την § 2 του άρθ. 724 ΚΠολΔ Διατηρείται έτσι η σημασία της διαταγής πληρωμής χρηματικής απαίτησης ως τίτλου, τόσο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, όσο και για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης(ΕφΑΘ 2783/2024, Εφ Αθ 1970/2021.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, ο αιτών ζητεί α) να ανασταλεί χωρίς εγγύηση η εκτελεστότητα της υπ’ αριθμ …/2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, καθώς και της από 22.10.2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντίγραφου εξ’ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής και β) να ανασταλεί ολικά η ενέργεια της με αριθμό …./2025 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου ως τίτλου για την αυτοδύναμη επιβολή ασφαλιστικών μέτρων (συντηρητικής κατάσχεσης ή και προσημείωσης υποθήκης) έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 07.11.2025 και με αριθμό πράξης κατάθεσης δικογράφου …./2025 ανακοπής που ασκήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Κορίνθου, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 03.02.2027. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί η καθ’ ης στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται, α) αίτηση αναστολής της εκτελεστότητάς της διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρο 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, β) αίτηση αναστολής της εκτέλεσης της επιταγής προς πληρωμή κατ’ άρθρο 938 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά τον N. 4842/2021 εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση η επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στην αιτούσα στις 30.10.2025, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου στις 01.01 2022, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ 683 παρ 1.686 επ , 702 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, 724 παρ. 2 και 938 παρ I ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί καταδίκης της καθ’ ης στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αιτούντος, διότι σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ως ισχύει), επί αίτησης χορήγησης αναστολής εκτέλεσης τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος Πρέπει, επομένως, η αίτηση, καθ’ ο μέρος κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή να αποδεικνύεται με δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα. Από τα έγγραφα πρέπει να προκύπτουν το οφειλόμενο ποσό, το ύψος της σχετικής αξίωσης, το ληξιπρόθεσμο και η αιτία της οφειλής, καθώς και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του οφειλέτη. Εάν τα ανωτέρω δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο Δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ(ΑΠ 1861/2011, ΑΠ 1102/2008, ΑΠ 737/2006 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, με την εν λόγω ανακοπή, η οποία υπόκειται στις ρυθμίσεις των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋπόθεσης, είτε κατά της απαίτησης (ΑΠ 665/2006 ΕλλΔνη 2006.1380). Επιπλέον, καταγγελία είναι η μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση του ενός των συμβαλλόμενων, η οποία απευθύνεται στον άλλο και με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για λύση της σύμβασης στο μέλλον (άρθρο 167 ΑΚ), για ορισμένο λόγο, προβλεπόμενο στη σύμβαση ή στο νόμο. Ασκείται δε αυτή, είτε με εξώδικη δήλωση είτε με αγωγή, αυτοπροσώπως από κάποιον από τους συμβαλλόμενους (ΜονΕφΑΘ 465/2018 ό.π.). Δεν αποκλείεται, όμως, να ασκηθεί και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και το άρθρο 226 ΑΚ, κατά το οποίο, μονομερής δικαιοπραξία, που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου, είναι άκυρη αν αυτός, προς τον οποίο γίνεται, την αποκρούσει δίχως υπαίτια καθυστέρηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι εκείνος, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, διά της οποίας συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου, που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για το λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Στην εν λόγω περίπτωση, δηλαδή της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα. Έτσι, για να επέλθουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξης και, μάλιστα, ex nunc πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως (ΕφΘεσ 1728/2019 ΕπισκΕμπΔ 2019.600). Εξάλλου, το πρόσωπο, προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση, την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις (ΑΠ 687/2008 ΤΝΠ Νόμος). Σε περίπτωση που το ως άνω πρόσωπο δεν πράξει τούτο, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία, που επιχειρείται προς άλλο χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου, είναι ισχυρή, αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση (ATI 139/2016, ΜονΕφΛαμ 7/2021 ΤΝΠ Νόμος). Από τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται ότι, όταν η καταγγελία από τον πληρεξούσιο γίνεται εγγράφως, πρέπει αυτός να επιδεικνύει το πληρεξούσιο έγγραφο, γιατί διαφορετικά έχει το δικαίωμα εκείνος, προς τον οποίο γίνεται, να την αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα, οπότε επέρχεται ακυρότητα, και μάλιστα ανεξάρτητα αν υπήρχε πράγματι πληρεξουσιότητα ή αν εγκρίθηκε η καταγγελία. Αντίθετα, αν δεν εναντιωθεί αυτός, προς τον οποίο γίνεται, το κύρος της καταγγελίας, που βαρύνεται να αποδείξει ο καταγγέλλων ότι έγινε από αντιπρόσωπό του, θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ή μη του πληρεξουσίου εγγράφου ή της έγκρισης εκ μέρους του (καταγγέλλοντος), η οποία πρέπει να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού ή άλλου εγγράφου είτε με δήλωση του παριστάμενου διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη (ΕφΔυτΜακ 3/2019 ΤΝΠ Νόμος). Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και όταν το περί καταγγελίας εξώδικο έγγραφο υπογράφει δικηγόρος. Στην περίπτωση ταύτη, δεν ισχύει το άρθρο 104 ΚΠολΔ, διότι η καταγγελία, που ασκείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη προπαρασκευαστική της δίκης, αφού αντιθέτως αποτελεί ενέργεια πριν από τη δίκη και μάλιστα ενέργεια όχι δικονομική, αλλά ουσιαστική, δηλαδή άσκησης του σχετικού δικαιώματος (ΕφΑΘ 5900/1995 ΕΔικΠολυκ 1996,145).
Από τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την καταρτισθείσα στο ... Κορινθίας υπ' αρ. …./21.06.2013 σύμβαση δανείου και υπό τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν όρους, η αρχικώς δανείστρια τράπεζα, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…. ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», χορήγησε στον αποβιώσαντα πατέρα του ανακόπτοντος δάνειο ποσού των 86.598,24 ευρώ Σημειώθηκε, επιπλέον, ότι σε περίπτωση που ο οφειλέτης παραβεί οποιαδήποτε υποχρέωσή του που αναφέρεται στην παράγραφο 9 της ανωτέρω σύμβασης δανείου, τότε η τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση. Εξάλλου, προς εξυπηρέτηση της επίμαχης σύμβασης τηρήθηκαν από την αρχικώς δανείστρια τράπεζα οι υπ' αρ …. (αρχικώς ….) και …. λογαριασμοί, οι οποίοι στις 09.03.2023 εμφάνιζαν χρεωστικό σε βάρος του αρχικού οφειλέτη υπόλοιπο συνολικό, ύψους 114.914,20 ευρώ. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι επειδή ο οφειλέτης δεν ήταν συνεπής με τις πηγάζουσες από την προειρημένη σύμβαση υποχρεώσεις του, η καθ’ ης η ανακοπή με την άνευ υπογραφής, αλλά με σφραγίδα από τον δικηγόρο Αθηνών, .., από 08 04.2025 εξώδικη καταγγελία συμβάσεως-πρόσκληση δήλωσή της, που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 30.07.2025 (βλ. την υπ’ αρ. …./30.07.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Ναυπλίου, …), αφενός μεν κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση δανείου, αφετέρου δε του γνωστοποίησε πως έχει ήδη (από την άνω ημερομηνία) κλείσει οριστικά τους προδιαληφθέντες λογαριασμούς, τους οποίους τηρούσε προς εξυπηρέτησή της και οι οποίοι εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο, ύψους 114.914,20 ευρώ, το οποίο και τον κάλεσε όπως της καταβάλει, πλέον τόκων υπερημερίας, και τόκων ανατοκισμού, καθώς και των λοιπών νομίμων επιβαρύνσεων και εξόδων, από τις 09.03.2023. Ο ανακόπτων, από την πλευρά του, δεν προέβη σε εξόφληση, αλλά, αντίθετα, απέστειλε στην καθ' ης η ανακοπή την από 01.08.2025 «ΕΞΩΔΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ-ΑΠΟΚΡΟΥΣΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ ΧΩΡΙΣ ΥΠΑΙΤΙΑ ΒΡΑΔΥΤΗΤΑ-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΛΩΣΗ» του, η οποία της επιδόθηκε στις 04.08.2025 (βλ. την υπ’ αρ. …/04.08.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών…). Με τούτη την δήλωσή του και για τους εκτιθέμενους σε αυτή λόγους απέκρουε την καταγγελία της σύμβασης, ζητώντας παράλληλα, κατ' άρθρο 226 ΑΚ, από αυτή να τους παραδώσει το σχετικό, νομιμοποιητικό του υπογράφοντος την επίμαχη καταγγελία, έγγραφο. Η τράπεζα δεν απάντησε στην εξώδικη αυτή δήλωση του ανακόπτοντα, παρά κατέθεσε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου αίτηση, με την οποία ζητούσε την σε βάρος του έκδοση διαταγής πληρωμής. Επί της εν λόγω αίτησης και βάσει των συνυποβαλλόμενων με αυτήν εγγράφων, εκδόθηκε η υπ’ αρ. …/07.10.2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, ο οποίος, κατ’ αποδοχήν αυτής, ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν, υποχρέωσε τον ανακόπτοντα (και τον αδερφό του και συγκληρονόμο του πατέρα τους) όπως καταβάλει, στην καθ’ ης το προδιαληφθέν χρηματικό ποσό των 103.917,89 ευρώ, κατά το ποσοστό που του αναλογεί στην κληρονομική του μερίδα, ήτοι 51.958,945 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, από τις 3 1.07.2025, καθώς και το χρηματικό ποσό των 1.500 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Ακριβές αντίγραφο από το υπ' αρ. …/2025 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της εν λόγω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στις 30.10.2025 στον ανακόπτοντα, με την κάτωθι αυτού, συνταχθείσα την ίδια ημέρα, επιταγή προς πληρωμή, με την οποία ο τελευταίος επιτάσσονταν να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή α) το ποσό των 103.917,89 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων από την 31.07.2025, β) το ποσό των 1.500 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, γ) το ποσό των 33,23 ευρώ για τέλη ψηφιακής συναλλαγής, δ) το ποσό των 6,00 ευρώ για την έκδοση και επικύρωση της επιταγής προς εκτέλεση και το ποσό των 40,00 ευρώ για την σύνταξη της, ήτοι συνολικά το ποσό των 105.497,12 ευρώ πλέον εξόδων και αμοιβής επίδοσης.
Συγκεκριμένα, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, διότι η καταρτισθείσα μεταξύ του αρχικώς οφειλέτη και της καθ' ης σύμβαση δανείου, στην οποία η ίδια στηρίχθηκε, καταγγέλθηκε ακύρως εκ μέρους της αντιδίκου του, η οποία δεν τους επέδειξε το πληρεξούσιο του προσώπου, που υπέγραψε τη σχετική καταγγελία για λογαριασμό της, μολονότι ο ίδιος, που την απέκρουσε, της ζήτησε να το πράξει Τούτος ο λόγος της ανακοπής είναι νόμιμος, ως ερειδόμενος στις νομικές διατάξεις, που μνημονεύονται στην οικεία μείζονα σκέψη, ενώ αποδεικνύεται και βάσιμος στην ουσία του, αφού, όπως προέκυψε, η μεν καταγγελία της υπ’ αρ. …./21.06.2013 σύμβασης, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έγινε για λογαριασμό της καθ' ης από τον υπογράφοντα τη σχετική δήλωση δικηγόρο, Α., δίχως αυτός να επιδείξει σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, ο δε ανακόπτων, στον οποίο και απευθυνόταν η άνω δήλωση, την απέκρουσε και για το λόγο αυτό δίχως βραδύτητα. Συγκεκριμένα, η εντός έξι ημερών απόκρουσή της εκ μέρους του πληροί, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, την έννοια της χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αντίδρασης, αφού το ανωτέρω χρονικό διάστημα κρίνεται απολύτως αναγκαίο, προκειμένου ο στερούμενος νομικών γνώσεων συναλλασσόμενος ανακόπτων να προσφύγει σε νομικό παραστάτη και να οργανώσει την άμυνά του κατά της επιθετικής πράξης της καταγγελίας της καταρτισθείσας σύμβασης δανείου, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της καθ’ης η ανακοπή. Εξάλλου, μολονότι ο ανακόπτων βάσει του ρητά επικαλούμενου στην πιο πάνω εξώδικη δήλωσή του άρθρου 226 АК αμφισβήτησε σε εύλογο χρονικό διάστημα την πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την επίμαχη καταγγελία δικηγόρου, η καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα δεν μερίμνησε για την επίδειξη σ’ αυτόν του πληρεξουσίου εγγράφου, δυνάμει του οποίου ο εν λόγω δικηγόρος εξουσιοδοτούνταν να προβεί για λογαριασμό της στην ως άνω ενέργεια. Έτσι, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, επήλθε η ακυρότητα της πιο πάνω καταγγελίας και, μάλιστα, ανεξάρτητα από το αν ο προαναφερόμενος δικηγόρος είχε πράγματι ή όχι την πληρεξουσιότητα να προβεί σε αυτή. Λόγω δε της ακυρότητας της επίμαχης καταγγελίας η υπ' αρ. …./21.06.2013 σύμβαση δάνειου και, συνακόλουθα, οι τηρούμενοι στο πλαίσιό της λογαριασμοί δεν καταγγέλθηκαν, με συνέπεια να μην έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ώστε έγκυρα να εκδοθεί γι’ αυτό διαταγή πληρωμής (ΕφΔυτΜακ 3/2019 ό.π.). Βέβαια, στο πλαίσιο της προκειμένης δίκης, η καθ’ ης η ανακοπή διατείνεται ότι δεν ήταν απαραίτητη η επίδειξη στον ανακόπτοντα, του ως άνω πληρεξουσίου εγγράφου, διότι ο ανώτερος δικηγόρος, κατά την υπογραφή της από 08.04.2025 εξώδικης δήλωσης, με την οποία καταγγέλθηκε η προειρημένη σύμβαση, είχε μεταξύ άλλων, την εξουσία να καταγγέλλει τις δανειακές συμβάσεις, που η ίδια είχε καταρτίσει με τρίτους, δυνάμει του υπ’ αρ. …./16.12,2024 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών…. Ωστόσο, ενώ ισχυρίζεται ότι προσκομίζει με το σημείωμα της το ανωτέρω συμβολαιογραφική πληρεξούσιο, εντούτοις, δεν το προσκόμισε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εφόσον πιθανολογείται αφ ενός η ευδοκίμηση τουλάχιστον του τρίτου λόγου της από 07.11.2025 και με αριθ. κατ δικ. …./10.11.2025 ανακοπής αφ' ετέρου ότι η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής σε βάρος περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος θα επιφέρει σε αυτόν ανεπανόρθωτη βλάβη, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης α) της υπ’ αριθ. …./2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και β) της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με την από 22.10.2025 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι του επικυρωμένου αντίγραφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, χωρίς την επιβολή εγγυοδοσίας σε βάρος του αιτούντος-ανακόπτοντος, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της από 07.11.2025 και με αριθ. κατ. δικ. …./…/10.11.2025 ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος, κατ’ άρθρο 84 παρ. 2 εδ. γ' N. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων», ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 N. 4236/2014, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
AΠΟΡΡΙΠΤЕІ ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. …/2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, καθώς και της από 22.10.2025 επιταγής προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου εξ’ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 07.11.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …./…/10.11.2025 ανακοπής, που εκκρεμεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος του αιτούντος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ής η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Κόρινθο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 12/03/2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους Δικηγόρους τους.
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ